Βαθύτερη ενοποίηση της αμυντικής βιομηχανίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την Ουκρανία πρότεινε στις 25 Νοεμβρίου η ΕΕ, καθώς συνεχίζονται οι διαπραγματεύσεις για το σχέδιο του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για τον τερματισμό του πολέμου μεταξύ Κιέβου και Μόσχας.
Ο Επίτροπος Άμυνας της ΕΕ, Άντριους Κουμπίλιους, υπογράμμισε την ανάγκη για συνεργασία, δηλώνοντας: «Η αμυντική βιομηχανία της Ουκρανίας μάς χρειάζεται, αλλά εμείς χρειαζόμαστε ακόμη περισσότερο τις αμυντικές καινοτομίες της Ουκρανίας». Εξήγησε ότι η πρόσβαση της ουκρανικής πλευράς στο επενδυτικό πρόγραμμα άμυνας της ΕΕ επιτρέπει την προμήθεια στρατιωτικού εξοπλισμού από, με και για την Ουκρανία.
Ο Κουμπίλιους διατύπωσε τις θέσεις του λίγο πριν την ψηφοφορία στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για την έγκριση προγράμματος ύψους 1,5 δισ. ευρώ, εκ του οποίου τα 300 εκατ. ευρώ προορίζονται για τον Μηχανισμό Στήριξης της Ουκρανίας. Η νομοθεσία εγκρίθηκε με 457 ψήφους υπέρ, 148 κατά και 33 αποχές και αναμένεται πλέον η επίσημη επικύρωση από τα κράτη-μέλη προτού τεθεί σε εφαρμογή.
Ο Γάλλος ευρωβουλευτής Φρανσουά-Ξαβιέ Μπελλαμύ σχολίασε: «Αυτό το πρόγραμμα συνιστά σημαντικό βήμα για την ασφάλεια της ευρωπαϊκής ηπείρου και την ανάπτυξη της αμυντικής μας βιομηχανίας. Μετά από δεκαετίες επικίνδυνων εξαρτήσεων που υπονόμευαν την κυριαρχία των δημοκρατιών και την προστασία των χωρών μας, το πρόγραμμα EDIP θα αντιστρέψει την εξάρτηση από εισαγωγές που επικρατούσε στην Ευρώπη».
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Ένωσης, οι αμυντικές δαπάνες των κρατών-μελών αναμένεται να φθάσουν φέτος στα 381 δισ. ευρώ – ποσό που αντιστοιχεί στο 2,1% του ΑΕΠ, το υψηλότερο από τότε που ξεκίνησε η καταγραφή των σχετικών δεδομένων.
Η Κομισιόν ενθαρρύνει τα κράτη-μέλη να προμηθεύονται το μεγαλύτερο μέρος του στρατιωτικού εξοπλισμού τους από ευρωπαϊκές εταιρείες, ώστε να μειώνεται το κόστος και να επιταχύνεται η παράδοση. Σύμφωνα με τον χάρτη «Διατήρηση Ειρήνης – Ετοιμότητα για Άμυνα 2030», οι αγορές οπλισμού από τρίτες χώρες θα πρέπει να περιορίζονται σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν δηλαδή το κόστος, οι επιδόσεις ή οι καθυστερήσεις στην παράδοση το επιβάλλουν.
Ο Κουμπίλιους τόνισε ακόμη πως οι ευρωπαϊκές εταιρείες άμυνας θα μπορούν να διεκδικήσουν φορολογικά κίνητρα και άλλες οικονομικές ενισχύσεις για έργα που δε θα μπορούσε να υλοποιήσει μεμονωμένα κανένα κράτος-μέλος. Επεσήμανε ότι η εμπλοκή ουκρανικών επιχειρήσεων σε αυτές τις πρωτοβουλίες μπορεί να δώσει νέα ώθηση στην ευρωπαϊκή αμυντική καινοτομία, δηλώνοντας: «Η συμμετοχή ουκρανικών εταιρειών σε αυτά τα προγράμματα επιτρέπει τη μεταφορά καινοτομιών της ουκρανικής αμυντικής βιομηχανίας στην ευρωπαϊκή».
Παράλληλα, εξελίσσονται οι διαπραγματεύσεις για το ειρηνευτικό σχέδιο της Ουάσιγκτον για την Ουκρανία. Το σχέδιο, που είδε πρόσφατα το φως της δημοσιότητας, έχει δεχθεί επικρίσεις, καθώς προβλέπει ουσιαστικά την παραχώρηση της Κριμαίας, του Λουγκάνσκ και του Ντονέτσκ στη Ρωσία, με παράλληλο «πάγωμα» των περιοχών Κουρσάν και Ζαπορίζια στη γραμμή επαφής, γεγονός που συνιστά αναγνώριση του ρωσικού ελέγχου.
Περαιτέρω, το σχέδιο απαιτεί από την Ουκρανία να εντάξει στο Σύνταγμά της δέσμευση ότι δεν θα ενταχθεί ποτέ στο ΝΑΤΟ, ενώ η Συμμαχία θα δηλώσει επισήμως ότι δεν πρόκειται να εγκρίνει μελλοντική ένταξη της χώρας. Παρά ταύτα, αφήνεται ανοικτό το ενδεχόμενο ένταξης της Ουκρανίας στην ΕΕ, εφόσον πληροί τα κριτήρια, ενώ για τις ένοπλες δυνάμεις προβλέπεται ανώτατο όριο 600.000 στρατιωτών. Παράλληλα, το σχέδιο περιέχει πρόβλεψη για την επανένταξη της Ρωσίας στην ομάδα G8.
Στις 23 Νοεμβρίου, πραγματοποιήθηκαν διαβουλεύσεις στη Γενεύη μεταξύ Αμερικανών και Ουκρανών αξιωματούχων, όπου συζητήθηκαν προσθήκες και διορθώσεις στο ειρηνευτικό πλαίσιο, καθώς το αρχικό κείμενο θεωρήθηκε υπερβολικά ευνοϊκό προς το Κρεμλίνο. Οι τροποποιήσεις δεν έχουν δημοσιοποιηθεί ακόμη.
Ηγεσία της ΕΕ συνεδρίασε στις 24 Νοεμβρίου για το ουκρανικό ζήτημα, με την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, να δηλώνει ότι πλέον υπάρχει «στέρεη βάση για να προχωρήσουμε». Αντιθέτως, η Μόσχα τονίζει πως κάθε ειρηνευτική συμφωνία πρέπει να ανταποκρίνεται στις κατευθύνσεις που καθορίστηκαν μεταξύ του Ρώσου προέδρου Βλαντίμιρ Πούτιν και του Ντόναλντ Τραμπ στη συνάντησή τους στην Αλάσκα.
Όπως δήλωσε ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ: «Οι εκτιμήσεις μας εξακολουθούν να ισχύουν, καθώς οι βασικές διατάξεις του σχεδίου Τραμπ βασίζονται στις κατανοήσεις που επετεύχθησαν στο Άνκορατζ, στη ρωσο-αμερικανική σύνοδο κορυφής, τον Αύγουστο φέτος. Αυτές οι αρχές αποτυπώνονται γενικά στο σχέδιο, το οποίο καλωσορίσαμε».
Πρόσθεσε δε πως η Μόσχα απέκτησε αντίγραφο του αναθεωρημένου σχεδίου μέσω ανεπίσημων διαύλων και εμφανίζεται διατεθειμένη για διάλογο με την Ουάσιγκτον, καθώς παραμένουν ορισμένα σημεία προς διευκρίνιση.







