Μια δεξαμενή σκέψης ανέφερε ότι τα δεδομένα σχετικά με τις επιδόσεις της Ρωσίας στο πεδίο της μάχης δείχνουν πως ο χαρακτήρας του πολέμου μεταβάλλεται υπέρ των ουκρανικών δυνάμεων, τουλάχιστον προς το παρόν, και ότι ο πόλεμος δεν βρίσκεται σε αδιέξοδο.
Το Institute for the Study of War (Ινστιτούτο για τη Μελέτη του Πολέμου) ανέφερε στην έκθεσή του, που δημοσιεύθηκε στις 25 Μαΐου, ότι ο ρυθμός προέλασης της Ρωσίας «καταρρέει», ενώ η Ουκρανία αρχίζει να ανακτά περισσότερο έδαφος από όσο χάνει για πρώτη φορά από το 2023.
Η έκθεση αναφέρει επίσης ότι η Ουκρανία έχει ανακτήσει συνολικό πλεονέκτημα στα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ότι διεξάγει συνεκτική εκστρατεία καταστολής και καταστροφής της ρωσικής αεράμυνας από τα τέλη του 2025, με στόχο τη διαμόρφωση του πεδίου της μάχης στο πλαίσιο πιο σύνθετου επιχειρησιακού σχεδιασμού.
Σύμφωνα με την έκθεση, η επιτυχία της Ουκρανίας να αναχαιτίσει τις ρωσικές προελάσεις και να ανατρέψει ρωσικά κέρδη σε ορισμένους τομείς του μετώπου, σε συνδυασμό με την περιορισμένη επανεισαγωγή στοιχείων τακτικών μηχανοκίνητων ελιγμών από την Ουκρανία, ενδέχεται να σηματοδοτεί την αρχή μιας νέας φάσης του πολέμου.
Ο Τζορτζ Μπάρρος [George Barros], διευθυντής καινοτομίας και τεχνικών ανοικτών πηγών στο Institute for the Study of War και συνυπογράφων της έκθεσης, ανέφερε ότι οι ουκρανικές δυνάμεις ξεπερνούν σε καινοτομία τις ρωσικές τόσο στις στρατιωτικές τεχνολογίες όσο και στην εφαρμογή αυτών των νέων τεχνολογιών σε αποτελεσματικές επιχειρησιακές αντιλήψεις, οι οποίες μπορούν να βοηθήσουν τις ουκρανικές δυνάμεις να εξέλθουν από τον στατικό πόλεμο θέσεων.
Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X στις 25 Μαΐου, σημείωσε ότι η ουσία είναι πως ο πόλεμος στην Ουκρανία παραμένει ανταγωνιστικός και απέχει πολύ από το να βρίσκεται σε αδιέξοδο. Πρόσθεσε ακόμη ότι η Ουκρανία χρησιμοποιεί μηχανοκίνητο εξοπλισμό σε τακτικούς ελιγμούς με τρόπους που ήταν αδύνατοι πριν από 12 μήνες. Ο Μπάρρος ανέφερε επίσης ότι η ικανότητα της Ρωσίας να διεξάγει επιχειρήσεις διείσδυσης θα συνεχίσει να μειώνεται.
Παράλληλα, σημείωσε ότι το σημερινό πλεονέκτημα της Ουκρανίας στις επιθέσεις μέσου βεληνεκούς δεν είναι μόνιμο, επισημαίνοντας πως η Ρωσία είναι πολύ πιθανό τελικά να αναπτύξει αντίμετρα για να περιορίσει τα πλεονεκτήματα της Ουκρανίας.
Ωστόσο, ο Μπάρρος εκτίμησε ότι οι σύμμαχοι της Ουκρανίας διαθέτουν μια σπάνια και προσωρινή ευκαιρία να βοηθήσουν την Ουκρανία να αξιοποιήσει τις ευνοϊκές δυναμικές στο πεδίο της μάχης, όσο διατηρεί το πάνω χέρι.
Η ανάλυση του Ινστιτούτου για τη Μελέτη του Πολέμου ακολουθεί έκθεση της ίδιας δεξαμενής σκέψης στις 20 Μαΐου, σύμφωνα με την οποία η Ουκρανία «ανακτά την τακτική πρωτοβουλία» στον πόλεμο, βασιζόμενη στα κέρδη που σημείωσε τον Απρίλιο και πετυχαίνοντας το πρώτο καθαρό εδαφικό κέρδος εδώ και δύο χρόνια.
Σύμφωνα με δελτίο αξιολόγησης του πολέμου του Δεκεμβρίου 2025 από το Russia Matters, πρόγραμμα του Belfer Center for Science and International Affairs της Harvard Kennedy School, οι ρωσικές δυνάμεις ελέγχουν περίπου το 20% της Ουκρανίας, συμπεριλαμβανομένης της Κριμαίας και περιοχών του Ντονμπάς που η Ρωσία είχε καταλάβει πριν από τη γενικευμένη εισβολή της στις 24 Φεβρουαρίου 2022.
Πυραυλικές επιθέσεις
Η έκθεση ακολουθεί τις πρόσφατες πυραυλικές επιθέσεις της Ρωσίας στο Κίεβο.
Αεροπορική επίθεση της Ρωσίας στις 24 Μαΐου περιλάμβανε τη χρήση βαλλιστικών πυραύλων Oreshnik —μόλις την τρίτη φορά που χρησιμοποιείται το όπλο αυτό, το οποίο μπορεί να φέρει πυρηνικές ή συμβατικές κεφαλές, από την έναρξη του πολέμου τον Φεβρουάριο του 2022.
Ο πρόεδρος της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι δήλωσε ότι ο μεγαλύτερος αριθμός πυραύλων κατευθύνθηκε σε μη στρατιωτικές τοποθεσίες στο Κίεβο, συμπεριλαμβανομένων κατοικημένων περιοχών.
Το ρωσικό υπουργείο Άμυνας επιβεβαίωσε τη χρήση των Oreshnik, αναφέροντας ότι χρησιμοποίησε τους υπερηχητικούς πυραύλους για να πλήξει ουκρανικές «στρατιωτικές εγκαταστάσεις ελέγχου και διοίκησης». Το υπουργείο ανέφερε ότι οι επιθέσεις πραγματοποιήθηκαν ως αντίποινα μετά από πλήγματα της Ουκρανίας σε «μη στρατιωτικές εγκαταστάσεις σε ρωσικό έδαφος».
Τόσο η Ρωσία όσο και η Ουκρανία έχουν αρνηθεί ότι στοχοποιούν σκόπιμα άμαχους πληθυσμούς.







