Είκοσι επτά μετανάστες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης κάτω των 25 ετών προσλήφθηκαν για κάθε Βρετανό της ίδιας ηλικιακής κατηγορίας στο Ηνωμένο Βασίλειο από το 2020, σύμφωνα με έκθεση του βρετανικού ερευνητικού οργανισμού Κέντρο για την Κοινωνική Δικαιοσύνη [Centre for Social Justice – CSJ], που δημοσιεύθηκε στις 28 Μαΐου.
Η ανάλυση διαπίστωσε ότι είκοσι επτά νέοι από χώρες εκτός ΕΕ βρήκαν εργασία στη Βρετανία για κάθε μία θέση που καλύφθηκε από νέο Βρετανό πολίτη.
Σύμφωνα με το CSJ, αυτό αντιστοιχεί σε αύξηση 355% για τους μετανάστες εκτός ΕΕ κάτω των 25 ετών από τον Ιανουάριο του 2020, ενώ το βρετανικό εργατικό δυναμικό της ίδιας ηλικιακής ομάδας αυξήθηκε μόλις κατά 0,3% την ίδια περίοδο.
Το CSJ πραγματοποίησε την ανάλυσή του χρησιμοποιώντας νέα στοιχεία μισθοδοσίας της Υπηρεσίας Φορολογίας και Τελωνείων της Αυτού Μεγαλειότητας (HM Revenue and Customs). Τα στοιχεία δείχνουν ότι ο αριθμός των μεταναστών εκτός ΕΕ κάτω των 25 ετών που καταγράφονταν στις μισθοδοσίες αυξήθηκε από 82.000 τον Ιανουάριο του 2020 σε 370.000 τον Δεκέμβριο του 2025, δηλαδή κατά 290.000 άτομα.
Την ίδια περίοδο, ο αριθμός των Βρετανών υπηκόων κάτω των 25 ετών που καταγράφονταν στις μισθοδοσίες αυξήθηκε μόλις κατά 11.000, ενώ οι νέοι της ίδιας ηλικίας που δεν εργάζονται, δεν σπουδάζουν και δεν συμμετέχουν σε κατάρτιση αυξήθηκαν σχεδόν κατά 200.000.
Ο βουλευτής των Συντηρητικών και ιδρυτής του CSJ, Ίαν Ντάνκαν Σμιθ, δήλωσε ότι οι νέοι στη Βρετανία «έχουν απεριόριστες δυνατότητες, ωστόσο οι επιλογές που έκαναν κυβερνήσεις κάθε πολιτικής απόχρωσης έχουν κρατήσει μεγάλο μέρος αυτών των δυνατοτήτων αναξιοποίητο».
Ο Ντάνκαν Σμιθ, ο οποίος διετέλεσε υπουργός Εργασίας και Συντάξεων από το 2010 έως το 2016, υποστήριξε ότι πολιτικές βασισμένες στην κοινή λογική θα μπορούσαν να αρχίσουν να αντιστρέφουν αυτή την κατάσταση, την οποία χαρακτήρισε ως «κρίση». Παρατήρησε, ωστόσο, ότι η «πολιτική βαρύτητα» στο Ηνωμένο Βασίλειο απομακρύνει τη σημερινή κυβέρνηση από την εφαρμογή τους.
Ως παραδείγματα τομέων που απαιτούν μεταρρυθμίσεις ανέφερε το σύστημα επιδομάτων ασθενείας, τη μετανάστευση και το πανεπιστημιακό σύστημα. Σύμφωνα με τον ίδιο, έχει έρθει η στιγμή για τολμηρές αποφάσεις, διαφορετικά υπάρχει κίνδυνος να χαθεί μια ολόκληρη γενιά.
Η έκθεση του CSJ δημοσιεύθηκε την ίδια ημέρα με ξεχωριστή έκθεση που ανατέθηκε από τη βρετανική κυβέρνηση και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η κατάσταση που αντιμετωπίζουν οι νέοι στο Ηνωμένο Βασίλειο ενέχει τον κίνδυνο δημιουργίας μιας «χαμένης γενιάς».
Η έκθεση αυτή, υπό την επίβλεψη του πρώην βουλευτή των Εργατικών Άλαν Μίλμπερν, διαπίστωσε ότι ένας στους έξι νέους στη Βρετανία ενδέχεται μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια να βρεθεί εκτός εργασίας, εκπαίδευσης ή κατάρτισης, έναντι ενός στους οκτώ σήμερα.
Νέα επίσημα στοιχεία που δημοσιεύθηκαν την Πέμπτη έδειξαν ότι ο αριθμός των ατόμων κάτω των 25 ετών σε αυτή την κατάσταση έφτασε στο υψηλότερο επίπεδο από τα τέλη του 2013 κατά το πρώτο τρίμηνο του τρέχοντος έτους, ξεπερνώντας οριακά το ένα εκατομμύριο ή το 13,5% της ηλικιακής ομάδας, έναντι του 12,5% έτους προηγούμενο έτος.
Ο Μίλμπερν προειδοποίησε ότι η αποσύνδεση από την εργασία και την εκπαίδευση δεν είναι πλέον προσωρινή και ότι για πολλούς νέους τείνει να γίνεται μόνιμη. Μιλώντας σε συνέντευξη Τύπου, ανέφερε ότι το ζήτημα είναι «πιθανότατα η σημαντικότερη πρόκληση που αντιμετωπίζει σήμερα η χώρα», προσθέτοντας ότι η δημόσια ανησυχία για από αυτό είναι εντονότερη από οποιοδήποτε άλλο θέμα είχε χειριστεί κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του.
Η έκθεση του Μίλμπερν απέδωσε μέρος της ευθύνης στο βρετανικό σύστημα πρόνοιας, υποστηρίζοντας ότι «επιδεινώνει την αδράνεια». Παράλληλα, υπογράμμισε τη σημαντική μείωση των θέσεων εισόδου χαμηλής και μεσαίας ειδίκευσης — συμπεριλαμβανομένων των θέσεων μερικής απασχόλησης τα σαββατοκύριακα για μαθητές σχολικής ηλικίας — παρά τη γενικότερη ανθεκτικότητα της αγοράς εργασίας κατά το μεγαλύτερο μέρος της τελευταίας δεκαετίας.
Περίπου το 60% όσων ταξινομούνται ως νέοι εκτός εργασίας, εκπαίδευσης ή κατάρτισης (Not in Employment, Education, or Training – NEET) δεν έχουν εργαστεί ποτέ, έναντι 40% πριν από δύο δεκαετίες, ενώ περισσότερο από το 70% δεν διαθέτει καλές σχολικές επιδόσεις.
Η έκθεση διαπίστωσε επίσης ότι το 15% των NEET διαθέτει πανεπιστημιακό πτυχίο, ενώ το 44% δηλώνει ότι η κακή υγεία περιορίζει την ικανότητά του να εργαστεί, ποσοστό αυξημένο από το 26% πριν από δέκα χρόνια.
Σύμφωνα με την έκθεση, ενώ το άμεσο κόστος των NEET για το βρετανικό σύστημα πρόνοιας ανέρχεται σε 3,2 δισ. λίρες (3,69 δισ. ευρώ) ετησίως, η πλήρης ένταξή τους στην αγορά εργασίας θα ενίσχυε την οικονομία κατά 38 δισ. λίρες (43,9 δισ. ευρώ). Παράλληλα, το ετήσιο κόστος από την απώλεια οικονομικής ανάπτυξης θα μπορούσε να φτάσει έως και τα 125 δισ. λίρες (144,3 δισ. ευρώ), εάν η κατάσταση αυτή σηματοδοτούσε την αρχή μιας ζωής εκτός εργασίας.
Κατά το μεγαλύτερο μέρος της πρόσφατης ιστορίας της, η Βρετανία είχε σχετικά χαμηλή ανεργία των νέων σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Ωστόσο, σύμφωνα με ανάλυση του Resolution Foundation, μετά την πανδημία COVID-19 το ποσοστό των ατόμων κάτω των 25 ετών που βρίσκονται εκτός εργασίας ή εκπαίδευσης έχει αυξηθεί σε ένα από τα υψηλότερα επίπεδα στην Ευρώπη.
Η εφημερίδα The Epoch Times επικοινώνησε με το βρετανικό υπουργείο Εσωτερικών ζητώντας σχόλιο, αλλά δεν έλαβε απάντηση έως τη στιγμή της δημοσίευσης.
Με πληροφορίες από το Reuters








