Εκατομμύρια Αμερικανοί αντάλλαξαν τις καθημερινές μετακινήσεις τους προς την εργασία με το τραπέζι της κουζίνας τους και, χωρίς να το συνειδητοποιούν, ίσως αντάλλαξαν μαζί και ένα μέρος της ψυχικής τους υγείας.
Μια εκτεταμένη μελέτη διάρκειας 13 ετών στις ΗΠΑ διαπίστωσε ότι όσοι μπορούν να εργάζονται εξ αποστάσεως περνούν περισσότερο χρόνο εντελώς μόνοι, αναφέρουν υψηλότερα επίπεδα ψυχολογικής δυσφορίας και αναζητούν υπηρεσίες ψυχικής υγείας συχνότερα από τους συναδέλφους τους που εργάζονται με φυσική παρουσία. Οι συγγραφείς της μελέτης σημειώνουν ότι, παρότι μεγάλο μέρος της έρευνας δείχνει πως οι εργαζόμενοι επιθυμούν την τηλεργασία, τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι ενδέχεται να μην αντιλαμβάνονται το κόστος που μπορεί να έχει για την ευημερία τους, καθώς οι επιπτώσεις συσσωρεύονται σταδιακά με την πάροδο του χρόνου.
Τα ευρήματα, που δημοσιεύθηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Science, βασίζονται στην ανάλυση δεδομένων από πέντε μεγάλες, εθνικά αντιπροσωπευτικές έρευνες σε 588.000 Αμερικανούς εργαζομένους, οι οποίες διεξήχθησαν μεταξύ 2011 και 2024. Σημαντικό είναι ότι δεν περιλαμβάνονται τα έτη 2020 και 2021, όταν η πανδημία COVID-19 βρισκόταν στο αποκορύφωμά της. Αυτό υποδηλώνει ότι οι επιδράσεις που καταγράφηκαν δεν αποτελούν απλώς μια ιδιαιτερότητα της πανδημικής περιόδου, αλλά μέρος μιας ευρύτερης και μακροχρόνιας διαρθρωτικής μεταβολής.
Η απομόνωση επιβαρύνει τους εργαζομένους
Οι ερευνητές συνέκριναν την ψυχολογική κατάσταση ατόμων που απασχολούνται σε επαγγέλματα τα οποία μπορούν να ασκηθούν εξ αποστάσεως, όπως η ανάπτυξη λογισμικού και το μάρκετινγκ, με εκείνη εργαζομένων σε επαγγέλματα που απαιτούν φυσική παρουσία, όπως η νοσηλευτική και η μηχανολογία. Όσοι εργάζονταν σε επαγγέλματα που επιτρέπουν την εξ αποστάσεως εργασία παρουσίασαν περίπου διπλάσια αύξηση της ψυχολογικής δυσφορίας σε σύγκριση με όσους απασχολούνται σε θέσεις που απαιτούν φυσική παρουσία.
Μετά την έναρξη της πανδημίας, περνούσαν κατά μέσο όρο περίπου μία επιπλέον ώρα μόνοι τους κατά τη διάρκεια κάθε εργάσιμης ημέρας, κοινωνικοποιούνταν λιγότερο εκτός ωραρίου και ανέφεραν περισσότερες ημέρες πλήρους απομόνωσης. Η πιθανότητα να περάσουν ολόκληρη την ημέρα χωρίς καμία δια ζώσης επαφή αυξήθηκε στο 83%, σημειώνοντας άνοδο επτά ποσοστιαίων μονάδων. Οι συγγραφείς της μελέτης επισημαίνουν ότι η απομόνωση αυτή είναι ιδιαίτερα επιβαρυντική, καθώς τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν πως ακόμη και οι πιο σύντομες κοινωνικές αλληλεπιδράσεις μπορούν να βελτιώσουν την ψυχική ευεξία, συχνά περισσότερο απ’ όσο αναμένουν οι ίδιοι οι άνθρωποι.
Ο Δρ Άλεξ Ντιμίτριου, πιστοποιημένος διπλά στην ψυχιατρική και την ιατρική ύπνου και ιδρυτής του Menlo Park Psychiatry & Sleep Medicine, δήλωσε στην εφημερίδα The Epoch Times ότι άνθρωποι που τείνουν να απομονώνονται λόγω εσωστρέφειας, άγχους ή χαρακτηριστικών της προσωπικότητάς τους μπορεί να βρίσκουν την τηλεργασία παρηγορητική, χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα ότι τους ωφελεί.
Τα ίδια άτομα ανέφεραν εντονότερα αισθήματα αναξιότητας, απελπισίας, νευρικότητας και θλίψης, ενώ ήταν πιθανότερο να αναζητήσουν υπηρεσίες ψυχικής υγείας ή να λάβουν φαρμακευτική αγωγή για άγχος ή κατάθλιψη. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι η τηλεργασία ευθύνεται για περίπου το ένα τρίτο της συνολικής αύξησης των προβλημάτων ψυχικής υγείας που έχει καταγραφεί από την περίοδο πριν από την πανδημία.
Οι εργαζόμενοι που είναι πιθανότερο να δυσκολευτούν
Η Σανάμ Χαφίζ, νευροψυχολόγος και διευθύντρια του οργανισμού Comprehend the Mind στη Νέα Υόρκη, προσδιόρισε τέσσερις ομάδες που θεωρεί πιο ευάλωτες:
• Άτομα που ζουν μόνα ή διαθέτουν περιορισμένο κοινωνικό υποστηρικτικό δίκτυο
• Νεότερους εργαζομένους και όσους βρίσκονται στα πρώτα στάδια της σταδιοδρομίας τους και στερούνται καθοδήγησης και επαγγελματικών σχέσεων στον χώρο εργασίας
• Άτομα με άγχος, κατάθλιψη ή έντονη ανάγκη για κοινωνική αλληλεπίδραση
• Άτομα που δυσκολεύονται να θέσουν όρια ανάμεσα στην εργασία και την προσωπική ζωή
Η Χαφίζ, η οποία δεν συμμετείχε στη μελέτη, δήλωσε στην Epoch Times ότι τα άτομα αυτά συχνά δεν κοινωνικοποιούνται ιδιαίτερα και ενδέχεται να ωφελούνται από τη φυσική παρουσία στον χώρο εργασίας, καθώς περιβάλλονται από άλλους ανθρώπους και έχουν περισσότερες ευκαιρίες να δημιουργήσουν φιλίες.
Πέρα από την αύξηση της απομόνωσης, η τηλεργασία μπορεί να δυσκολεύει τη διατήρηση ορίων μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής, καθώς καταργεί τα φυσικά διαχωριστικά που συνήθως χωρίζουν τις δύο σφαίρες. Όταν το γραφείο βρίσκεται μέσα στο σπίτι, τα όρια ανάμεσα στον εργάσιμο και τον προσωπικό χρόνο μπορούν εύκολα να εξαφανιστούν, δυσκολεύοντας τον εγκέφαλο να αποδεσμευτεί από τη νοοτροπία της εργασίας.
Στην πρόκληση αυτή συμβάλλει και η απουσία της καθημερινής μετακίνησης, καθώς χάνεται ο χρόνος που βοηθούσε τους εργαζομένους να αποσυμπιεστούν και να μεταβούν από τον έναν ρόλο στον άλλον. Επιπλέον, η συνεχής ορατότητα αντικειμένων που σχετίζονται με την εργασία, όπως ο φορητός υπολογιστής ή τα αρχεία, κατά τη διάρκεια του ελεύθερου χρόνου διατηρεί το μυαλό στραμμένο στα επαγγελματικά καθήκοντα και εμποδίζει την πραγματική ψυχική αποδέσμευση.
Πρακτικά βήματα για όσους εργάζονται εξ αποστάσεως
Για όσους εργάζονται εξ αποστάσεως, υπάρχουν πρακτικά μέτρα που μπορούν να συμβάλουν στον περιορισμό των πιθανών επιπτώσεων στην ψυχολογική υγεία. Ο Δρ Ντιμίτριου συνιστά να βγαίνει κανείς από το σπίτι και να κοινωνικοποιείται τουλάχιστον μία ή δύο φορές την εβδομάδα, θέτοντας παράλληλα σαφή όρια ανάμεσα στον χρόνο εργασίας και τον προσωπικό χρόνο.
Είναι σημαντικό να υπάρχουν ξεκάθαροι διαχωρισμοί ανάμεσα στην ξεκούραση και την εργασία. Πρόσθεσε ότι η σύγχυση των ορίων υπήρξε χαρακτηριστικό γνώρισμα της εργασίας από το σπίτι κατά την περίοδο της πανδημίας, όταν πολλοί άνθρωποι συμμετείχαν ταυτόχρονα σε επαγγελματικές κλήσεις, εκτελούσαν οικιακές εργασίες και τελικά δεν ήταν πλήρως παρόντες σε καμία από τις δύο δραστηριότητες, με αποτέλεσμα να αισθάνονται διαρκώς ότι δεν είχαν ανταποκριθεί επαρκώς ούτε στη μία ούτε στην άλλη.
Η λύση βρίσκεται στη θέσπιση σαφών ορίων μεταξύ εργασίας και προσωπικής ζωής, ώστε να περιορίζονται οι παρεμβολές της εργασίας στον ελεύθερο χρόνο. Αυτό περιλαμβάνει την αποφυγή περισπασμών κατά τη διάρκεια της εργασίας και τη σωματική άσκηση σε εξωτερικούς χώρους ανάμεσα στο τέλος της εργασίας και την έναρξη του προσωπικού χρόνου. Η θέσπιση ορίων και η αφιέρωση χρόνου στη χαλάρωση μπορούν να συμβάλουν στη μείωση των ορμονών του στρες, στην πρόληψη της επαγγελματικής εξουθένωσης και στη διατήρηση της ενέργειας που απαιτείται για ουσιαστική επαφή με άλλους ανθρώπους.
Σύμφωνα με τον Δρ Ντιμίτριου, τα σαφή όρια και ένας βαθμός πειθαρχίας μπορούν να καταστήσουν την εργασία από το σπίτι διαχειρίσιμη.








