Μια υπόθεση με ευρείες νομικές, οικονομικές και πολιτικές προεκτάσεις εκδικάζεται στις 27 Απριλίου στο Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών, με επίκεντρο τη χρήση της γλυφοσάτης και την ευθύνη της Monsanto — θυγατρικής της Bayer — απέναντι σε καταναλωτές που υποστηρίζουν ότι υπέστησαν σοβαρές βλάβες στην υγεία τους. Την ίδια στιγμή, έξω από το δικαστήριο, υποστηρικτές του κινήματος Make America Healthy Again (MAHA) συγκεντρώνονται στη διαδήλωση «People vs. Poison», ασκώντας πίεση για αυστηρότερη ρύθμιση των χημικών στη γεωργία.
Η υπόθεση Monsanto Co. κατά Τζον Ντάρνελ (John Durnell) αφορά έναν κάτοικο του Μιζούρι, ο οποίος, έπειτα από χρόνια χρήσης του ζιζανιοκτόνου Roundup, εμφάνισε λέμφωμα μη-Hodgkin. Ένορκοι κατέληξαν ομόφωνα στο συμπέρασμα ότι η έκθεση στη γλυφοσάτη προκάλεσε την ασθένεια και επιδίκασαν αποζημίωση 1,25 εκατομμυρίων δολαρίων, κρίνοντας ότι η Monsanto δεν προειδοποίησε επαρκώς για τον κίνδυνο καρκίνου, όπως ορίζει η νομοθεσία της πολιτείας.
Η εταιρεία προσέφυγε στο Ανώτατο Δικαστήριο, υποστηρίζοντας ότι η απόφαση βασίστηκε σε εσφαλμένη εφαρμογή της αρχής της υπερίσχυσης, σύμφωνα με την οποία το ομοσπονδιακό δίκαιο υπερισχύει του δικαίου των πολιτειών όταν υπάρχει σύγκρουση. Οι δικηγόροι της Monsanto υποστήριξαν ότι η απόφαση προϋπέθετε ότι η πολιτεία απαιτούσε προειδοποίηση την οποία η Υπηρεσία Προστασίας Περιβάλλοντος των ΗΠΑ (Environmental Protection Agency – EPA) είχε ήδη κρίνει ατεκμηρίωτη και περιττή.

Η EPA έχει εγκρίνει τη χρήση της γλυφοσάτης από το 1974 και διατηρεί τη θέση ότι η ουσία δεν προκαλεί καρκίνο, χαρακτηρίζοντάς την «απίθανο» να είναι καρκινογόνος. Η ρυθμιστική αυτή στάση αποτελεί βασικό πυλώνα της υπερασπιστικής γραμμής της εταιρείας, η οποία επικαλείται επίσης τον Ομοσπονδιακό Νόμο για Εντομοκτόνα, Μυκητοκτόνα και Τρωκτικοκτόνα, υποστηρίζοντας ότι περιορίζει τη δυνατότητα των πολιτειών να επιβάλλουν πρόσθετες απαιτήσεις προειδοποίησης.
Ωστόσο, επιστημονικοί και διεθνείς οργανισμοί έχουν εκφράσει διαφορετικές απόψεις. Η Διεθνής Υπηρεσία Έρευνας για τον Καρκίνο του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας κατέταξε το 2015 τη γλυφοσάτη ως πιθανώς καρκινογόνο για τον άνθρωπο, ενώ χώρες όπως η Γαλλία, η Γερμανία και η Βραζιλία έχουν επιβάλει περιορισμούς στη χρήση της. Παράλληλα, εκατοντάδες τοπικές αρχές στις Ηνωμένες Πολιτείες έχουν υιοθετήσει ανάλογα μέτρα.
Η ουσία αποτελεί βασικό εργαλείο της σύγχρονης γεωργίας, καθώς χρησιμοποιείται ευρέως για την καταπολέμηση ζιζανίων και την προετοιμασία καλλιεργειών πριν από τη συγκομιδή. Οι καλλιέργειες ανθεκτικές στη γλυφοσάτη καλύπτουν τη μεγάλη πλειονότητα των εκτάσεων καλαμποκιού, σόγιας και βαμβακιού, ενώ μέσω της Monsanto η Bayer είναι ο μοναδικός παραγωγός της ουσίας στις Ηνωμένες Πολιτείες. Σύμφωνα με τη μελέτη Global Glyphosate Study, πρόκειται για το πιο διαδεδομένο ζιζανιοκτόνο στην ιστορία.
Η υπόθεση Ντάρνελ εντάσσεται σε ένα ευρύτερο κύμα δικαστικών διεκδικήσεων. Χιλιάδες άτομα έχουν στραφεί κατά της Monsanto, υποστηρίζοντας ότι δεν προειδοποιήθηκαν επαρκώς για τους κινδύνους. Σε χαρακτηριστική περίπτωση, ο Ντιγουέιν «Λι» Τζόνσον (Dewayne ‘Lee’ Johnson) έλαβε αρχικά αποζημίωση 289 εκατομμυρίων δολαρίων —η οποία μειώθηκε στη συνέχεια σε 20,5 εκατομμύρια.

Αντίστοιχα, ένορκοι επιδίκασαν στην Αλμπέρτα και τον Άλβα Πίλιοντ (Alberta και Alva Pilliod) δεκάδες εκατομμύρια δολάρια ως αποζημίωση και 1 δισεκατομμύριο δολάρια ως ποινικές αποζημιώσεις το 2017. Και οι δύο είχαν διαγνωστεί με λέμφωμα μη-Hodgkin έπειτα από δεκαετίες χρήσης του Roundup. Μετά από αιτήματα της Monsanto για νέα δίκη, επιτεύχθηκε τελικά συμφωνία βάσει της οποίας η Αλμπέρτα Πίλιοντ έλαβε πάνω από 56 εκατομμύρια δολάρια και ο Άλβα Πίλιοντ πάνω από 30 εκατομμύρια δολάρια.
Περισσότερα χρήματα ενδέχεται να κατευθυνθούν σε ενάγοντες όπως ο Τζόνσον, καθώς η Bayer πρότεινε τον Φεβρουάριο συμβιβασμό συλλογικής αγωγής σε εθνικό επίπεδο έως και 7,25 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Ο συμβιβασμός θα επιλύσει όλες τις τρέχουσες και μελλοντικές αξιώσεις που υποστηρίζουν ότι η έκθεση στο Roundup προκάλεσε λέμφωμα μη-Hodgkin. Νωρίτερα, το 2020, η Bayer είχε συμφωνήσει σε ξεχωριστό συμβιβασμό ύψους 10 δισεκατομμυρίων δολαρίων για αξιώσεις που σχετίζονται με λέμφωμα μη-Hodgkin.
Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου αναμένεται να επηρεάσει περισσότερους από 100.000 ενάγοντες. Ο δικηγόρος Άνχελ Ρέγιες εκτίμησε ότι ενδεχόμενη απόφαση υπέρ της Bayer θα λειτουργήσει ως ισχυρή νομική προστασία για τις εταιρείες, περιορίζοντας σημαντικά τη δυνατότητα των πολιτών να προσφεύγουν στη Δικαιοσύνη.
Η κοινότητα του MAHA παίρνει θέση
Παράλληλα με τη δικαστική διαδικασία, η κινητοποίηση του MAHA αναδεικνύει τις πολιτικές και κοινωνικές διαστάσεις του ζητήματος. Η διοργανώτρια Βάνι Χάρι (Vani Hari), υποστηρίκτρια του MAHA και επίσης γνωστή στο διαδίκτυο ως «Food Babe», τόνισε ότι στη συγκέντρωση συμμετέχουν άνθρωποι από κάθε κοινωνική ομάδα και υπογράμμισε την ανάγκη διασφάλισης μιας τροφικής αλυσίδας χωρίς επιβλαβείς ουσίες. Όπως ανέφερε, το κίνημα επιδιώκει να αναδείξει τις επιπτώσεις της χρήσης της γλυφοσάτης στη γεωργική γη, στους αγρότες και στις επόμενες γενιές.

Η Κέλλυ Ράιερσον (Kelly Ryerson), γνωστή ως «Glyphosate Girl» και συνιδρύτρια της American Regeneration, εξέφρασε την εκτίμηση ότι η κυβέρνηση Τραμπ αναγνωρίζει τη σημασία της εκλογικής βάσης του MAHA και επιδιώκει να διατηρήσει ανοιχτή επικοινωνία, αν και παραδέχθηκε ότι οι αντιδράσεις που προκάλεσαν οι πρόσφατες πολιτικές ενδέχεται να μην είναι εύκολο να γεφυρωθούν.

Το κίνημα MAHA, το οποίο περιλαμβάνει διακομματική βάση ψηφοφόρων, εστιάζει σε ζητήματα όπως οι χρόνιες ασθένειες, τα υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα, η επιρροή εταιρειών στις δημόσιες υγειονομικές πολιτικές και οι περιβαλλοντικές τοξίνες. Οι υποστηρικτές του θεωρούν θετικές ορισμένες πρωτοβουλίες υπό την ηγεσία του υπουργού Υγείας Ρόμπερτ Φ. Κέννεντυ, όπως η σταδιακή κατάργηση τεχνητών χρωστικών, οι αλλαγές σε επιτροπές εμβολίων και η αναθεώρηση πολιτικών για την ασφάλεια τροφίμων.
Ωστόσο, το εκτελεστικό διάταγμα του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ τον Φεβρουάριο, το οποίο χαρακτηρίζει τη γλυφοσάτη κρίσιμη για την αγροτική παραγωγή και την εθνική άμυνα και προβλέπει αύξηση της παραγωγής της, προκάλεσε έντονες αντιδράσεις. Το διάταγμα στοχεύει επίσης στην παροχή νομικής προστασίας στη Bayer, γεγονός που προκάλεσε ανησυχία σε υποστηρικτές του MAHA.
Ο Ρόμπερτ Φ. Κέννεντυ υπερασπίστηκε δημόσια την απόφαση, τονίζοντας ότι προτεραιότητα αποτελεί η εθνική ασφάλεια και η επάρκεια τροφίμων, ενώ αναγνώρισε την ανάγκη μείωσης της εξάρτησης από εισαγωγές και σταδιακής μετάβασης σε εναλλακτικές γεωργικές πρακτικές. Παράλληλα, σε συνέντευξή του είχε εκφράσει επιφυλάξεις για την πολιτική αυτή, σημειώνοντας ότι έχει αφιερώσει δεκαετίες στην καταπολέμηση των φυτοφαρμάκων, τα οποία θεωρεί επικίνδυνα.
Στο πολιτικό πεδίο, οι βουλευτές Τόμας Μάσσι (R-Ky.) και Τσέλλι Πίνγκρι (D-Maine) έχουν ενώσει δυνάμεις για την προώθηση τροπολογίας που αφαιρεί νομική ασυλία από τις χημικές εταιρείες. Η Πίνγκρι υποστήριξε ότι οι εταιρείες πρέπει να λογοδοτούν όταν τα προϊόντα τους προκαλούν βλάβες, ενώ ο Μάσι κατήγγειλε ισχυρή επιρροή λομπιστών της Bayer σε όλα τα επίπεδα της κυβέρνησης, επισημαίνοντας ότι έχουν δαπανηθεί εκατομμύρια δολάρια για την αποφυγή νομικής ευθύνης.

Ο Μάσσι υπογράμμισε επίσης ότι το Σύνταγμα εγγυάται το δικαίωμα των πολιτών σε δίκη και κάλεσε τους συναδέλφους του να αντισταθούν σε πιέσεις για παροχή ασυλίας στις εταιρείες.
Από την πλευρά της κυβέρνησης, ο γενικός νομικός εκπρόσωπος των ΗΠΑ Ντ. Τζον Σάουερ (D. John Sauer) υποστήριξε τη θέση της Monsanto ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου, επισημαίνοντας ότι η EPA έχει τον τελικό λόγο ως προς τις προειδοποιήσεις και ότι η ύπαρξη διαφορετικών κανόνων σε επίπεδο πολιτειών θα υπονόμευε την ενιαία εφαρμογή του νόμου.
Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου αναμένεται να αποτελέσει σημείο καμπής, καθώς θα καθορίσει όχι μόνο την έκβαση της υπόθεσης Ντάρνελ, αλλά και το μέλλον των αγωγών κατά της Monsanto, τη δυνατότητα των πολιτών να διεκδικούν αποζημιώσεις και τη συνολική κατεύθυνση της αγροτικής και περιβαλλοντικής πολιτικής στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Των Troy Myers, Jacob Burg και Jeff Louderback








