Επί χρόνια, οι ερευνητές θεωρούν ότι η κατάθλιψη προκαλείται από φλεγμονή, με στοιχεία από έρευνες να υποστηρίζουν αυτή τη σχέση. Ωστόσο, σε κλινικές δοκιμές, τα αντιφλεγμονώδη φάρμακα δεν θεράπευαν την κατάθλιψη.
Πώς είναι δυνατόν να ισχύουν και τα δύο ταυτόχρονα;
Μια νέα κλινική δοκιμή, που δημοσιεύθηκε στο JAMA Psychiatry, προσπαθεί να απαντήσει στο ερώτημα.
«Αυτή η πιλοτική δοκιμή παρέχει πρώιμα στοιχεία ότι για άτομα με κατάθλιψη, που παρουσιάζουν επίσης αυξημένα επίπεδα φλεγμονής, η στόχευση του ανοσοποιητικού συστήματος μπορεί να βελτιώσει τα συμπτώματα», δήλωσε η Έιμηρ Μ. Φόλεϋ [Éimear M. Foley], πρώτη συγγραφέας της μελέτης και ερευνήτρια κλινικής έρευνας στο Πανεπιστήμιο του Μπρίστολ, σε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που έστειλε στην εφημερίδα The Epoch Times.
Τα ευρήματα είναι προκαταρκτικά, αλλά υποδηλώνουν ότι το πρόβλημα με τις προηγούμενες μελέτες ίσως να μην ήταν η θεωρία καθεαυτή, αλλά μάλλον η υπόθεση ότι όλες οι μορφές κατάθλιψης είναι ίδιες.
Η θεωρία της φλεγμονής
Πολλοί άνθρωποι που πάσχουν από κατάθλιψη παρουσιάζουν παρόμοια συμπτώματα: αίσθημα απόλυτης εξάντλησης, επιβράδυνση της σκέψης και των κινήσεων, αύξηση του χρόνου ύπνου και απώλεια ενδιαφέροντος για πράγματα που κάποτε τους άρεσαν. Αυτό μοιάζει πολύ με αυτό που οι επιστήμονες αποκαλούν «συμπεριφορά ασθένειας», δηλαδή τον τρόπο με τον οποίο ο οργανισμός εξοικονομεί ενέργεια ενώ καταπολεμά μια λοίμωξη.
Από τα τέλη της δεκαετίας του 1990, στις έρευνες άρχισαν να συσσωρεύονται βιολογικά στοιχεία και στις μελέτες διαπιστωνόταν επανειλημμένα ότι τα άτομα με αυξημένα επίπεδα C-αντιδρώσας πρωτεΐνης (CRP, ένας δείκτης φλεγμονής στο αίμα), είχαν περισσότερες πιθανότητες να αναπτύξουν κατάθλιψη.
«Είχαμε στη διάθεσή μας πολλά στοιχεία που υποστήριζαν ότι η φλεγμονή ενδέχεται να διαδραματίζει κάποιο ρόλο στην κατάθλιψη», δήλωσε στην Epoch Times ο Δρ Άντριου Μίλλερ, καθηγητής ψυχιατρικής και συμπεριφορικών επιστημών στο Πανεπιστήμιο Έμορυ, ο οποίος ήταν από τους πρώτους επιστήμονες που διατύπωσαν αυτή τη θέση.
Τα άτομα που πάσχουν από χρόνιες φλεγμονώδεις παθήσεις, όπως η ρευματοειδής αρθρίτιδα και η φλεγμονώδης νόσος του εντέρου, καθώς και τα άτομα που αναρρώνουν από σοβαρές λοιμώξεις, είχαν επίσης περισσότερες πιθανότητες να εμφανίσουν κατάθλιψη.
Στη συνέχεια, έγινε μια παρατήρηση που έπεισε ακόμη και τους σκεπτικιστές: ασθενείς με καρκίνο που λάμβαναν ιντερφερόνη-άλφα — μια θεραπεία που διεγείρει το ανοσοποιητικό σύστημα — άρχισαν να εμφανίζουν συμπτώματα που θύμιζαν βαριά κατάθλιψη. Άτομα που δεν είχαν βιώσει ποτέ κατάθλιψη ανέφεραν ξαφνικά έντονη κόπωση, τάση για απομόνωση και κακή διάθεση. «Παραδόξως, παρουσίασαν κατάθλιψη ακριβώς όπως οι ασθενείς που βλέπουμε στην κλινική», είπε ο Δρ Μίλλερ.
Τα ευρήματα υποδήλωναν ότι η φλεγμονή δεν συνοδεύει απλώς την κατάθλιψη, αλλά την προκαλεί.
Σωστή ιδέα, ‘λάθος’ ασθενείς
Ωστόσο, όταν ο Δρ Μίλλερ και οι συνεργάτες του χορήγησαν σε ασθενείς με συμπτώματα κατάθλιψης ένα ισχυρό αντιφλεγμονώδες φάρμακο, αυτό δεν είχε αποτέλεσμα. «Το φάρμακο δεν ξεχώρισε από το εικονικό φάρμακο. Απογοητευτήκαμε», θυμάται.
Όταν οι ερευνητές εξέτασαν εκ νέου τα δεδομένα, παρατήρησαν ότι αν και η έρευνα δεν είχε δώσει τα αναμενόμενα αποτελέσματα, ορισμένοι ασθενείς είχαν όντως παρουσιάσει βελτίωση.
Οι συμμετέχοντες που είχαν υψηλά επίπεδα φλεγμονής είδαν και το μεγαλύτερο όφελος. Σε αυτή την ομάδα, οι δείκτες κατάθλιψης μειώθηκαν κατά αρκετές μονάδες περισσότερο σε σύγκριση με παρόμοιους ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο, ένα μέγεθος επίδρασης αντίστοιχο με αυτό που παρατηρούν συνήθως οι ερευνητές όταν ένα αντικαταθλιπτικό είναι αποτελεσματικό.
Το εύρημα αυτό παρακίνησε τους ερευνητές να σκεφθούν ότι η κατάθλιψη δεν είναι μια πάθηση με ενιαία χαρακτηριστικά και ότι για ορισμένους — αλλά όχι για όλους — η φλεγμονή αποτελεί καθοριστικό παράγοντα. Περίπου το ένα τρίτο των ατόμων με κατάθλιψη παρουσιάζει αυξημένους δείκτες φλεγμονής στο αίμα τους. Ταυτόχρονα, επίσης το ένα τρίτο των ασθενών δεν αποκομίζει επαρκές όφελος από τα αντικαταθλιπτικά φάρμακα.
Αντιμετωπίζοντας όλους τους ασθενείς με κατάθλιψη με τον ίδιο τρόπο, οι ερευνητές θόλωσαν τα ευρήματα που θα μπορούσε να είχε παράξει η θεραπεία.
Σύμφωνα με τον Δρα Μανίς Τζα [Dr. Manish Jha], αναπληρωτή καθηγητή ψυχιατρικής στο UT Southwestern Medical Center, η επιλογή ασθενών με αυξημένους δείκτες φλεγμονής είναι απαραίτητη κατά τη δοκιμή θεραπειών που στοχεύουν στο ανοσοποιητικό σύστημα. Αυτοί οι δείκτες, όπως δήλωσε στην Epoch Times μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, μπορούν να προσδιορίσουν την υποομάδα ατόμων των οποίων η κατάθλιψη ενδέχεται να οφείλεται σε δυσλειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος.
Δοκιμάζοντας τη θεωρία
Στη νέα μελέτη Insight συμμετείχαν μόνο ασθενείς των οποίων τα συμπτώματα κατάθλιψης οφείλονταν σε φλεγμονή κατά πάσα πιθανότητα.
Η Φόλεϋ και οι συνεργάτες της ενέταξαν στη μελέτη 30 ενήλικες των οποίων η κατάθλιψη δεν είχε βελτιωθεί αφότου είχαν δοκιμάσει θεραπεία με τουλάχιστον δύο αντικαταθλιπτικά φάρμακα και οι οποίοι παρουσίαζαν επίσης επίμονη ήπια φλεγμονή (όπως υποδείκνυαν οι επαναλαμβανόμενες ανώμαλα υψηλές τιμές της CRP στις εξετάσεις αίματος), παράλληλα με χαμηλά επίπεδα ενέργειας και σωματικά συμπτώματα.
Οι συμμετέχοντες έλαβαν είτε τοκιλιζουμάμπη — ένα ανοσορυθμιστικό φάρμακο που χρησιμοποιείται συνήθως για τη θεραπεία φλεγμονωδών παθήσεων όπως η ρευματοειδής αρθρίτιδα — είτε εικονικό φάρμακο.
Η τοκιλιζουμάμπη μείωσε τα επίπεδα της CRP στα φυσιολογικά όρια, ενώ κατά τη διάρκεια του ακόλουθου μήνα όσοι έλαβαν το φάρμακο παρουσίασαν σταθερή βελτίωση όσον αφορά την κατάθλιψη: η σοβαρότητα της πάθησης, η κόπωση, το άγχος και οι συνολικές αξιολογήσεις της ποιότητας ζωής βελτιώθηκαν σε βαθμό που θεωρείται κλινικά σημαντικός. Μέχρι την τέταρτη εβδομάδα, το ήμισυ των ατόμων που έλαβαν τοκιλιζουμάμπη δεν πληρούσαν πλέον τα κριτήρια της βαριάς κατάθλιψης — είχαν επιτύχει ύφεση.
«Η μελέτη αυτή είναι η πρώτη που αποδεικνύει ταχεία αντικαταθλιπτική δράση [μετά] τη χορήγηση μίας μόνο ενδοφλέβιας ένεσης ενός ισχυρού αντιφλεγμονώδους φαρμάκου», δήλωσε ο Καρμίν Παριάντε [Carmine Pariante], καθηγητής βιολογικής ψυχιατρικής στο King’s College του Λονδίνου, σε μήνυμα που απέστειλε στην Epoch Times.
Ο Δρ Μίλλερ εξηγεί: «Τα συμπτώματα που ανταποκρίνονται στη θεραπεία είναι αυτά που σχετίζονται με την ενέργεια, την κινητοποίηση και την κόπωση. Τα συμπτώματα αυτά αντιστοιχούν άμεσα σε ό,τι γνωρίζουμε ότι προκαλεί η φλεγμονή στον εγκέφαλο».
Τα ισχυρότερα σημάδια βελτίωσης παρατηρήθηκαν στη μείωση της κόπωσης, σημειώνει ο Δρ Τζα.
Πώς επιδρά η φλεγμονή στον εγκέφαλο
Για δεκαετίες, οι επιστήμονες απέδιδαν την κατάθλιψη κυρίως σε μια χημική ανισορροπία στον εγκέφαλο, η οποία αφορούσε κατά κύριο λόγο τη σεροτονίνη, ορμόνη που συχνά περιγράφεται ως μία από τις «ορμόνες της ευεξίας» του εγκεφάλου. Αυτή η ιδέα συνέβαλε στην ανάπτυξη των εκλεκτικών αναστολέων επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs), φαρμάκων που έχουν σχεδιαστεί για να διατηρούν υψηλότερα επίπεδα διαθέσιμης σεροτονίνης.
Ωστόσο, η θεωρία της σεροτονίνης αμφισβητείται εδώ και καιρό: τα SSRI δεν είναι αποτελεσματικά στο ένα τρίτο των ασθενών, ενώ τα επίπεδα σεροτονίνης δεν αντιστοιχούν πάντα στα συμπτώματα της κατάθλιψης.
«Όταν μιλάς με ψυχιάτρους, δεν γνωρίζουν πόσα ξέρουμε για το πώς επηρεάζει η φλεγμονή τον εγκέφαλο», αναφέρει ο Δρ Μίλλερ. «Ποια κυκλώματα, ποια συστήματα νευροδιαβιβαστών, ποιες συμπεριφορές».
Η συγκεκριμένη μελέτη εστίασε στην ιντερλευκίνη-6 (IL-6), ένα μόριο που μπορεί να αλληλεπιδράσει με συγκεκριμένα εγκεφαλικά κυκλώματα που εμπλέκονται στην κινητοποίηση, την ανταμοιβή και την ενέργεια. Όταν υπάρχει φλεγμονή σε αυτά τα κυκλώματα, οι άνθρωποι παρουσιάζουν επιβράδυνση.
Τα αυξημένα επίπεδα της ιντερλευκίνης-6 έχουν επανειλημμένα συνδεθεί με την κατάθλιψη, με τους ασθενείς να αναφέρουν συχνά κόπωση, χαμηλά επίπεδα ενέργειας και σωματικά συμπτώματα.
Η φλεγμονή επηρεάζει επίσης την ντοπαμίνη. Ενώ η ντοπαμίνη συνδέεται συχνά με την ευχαρίστηση, οι ερευνητές αναφέρουν ότι μία από τις σημαντικότερες λειτουργίες της είναι να μας βοηθά να αποφασίσουμε αν κάτι αξίζει τον κόπο εξ αρχής.
Όταν μειώνεται η ντοπαμίνη, μειώνεται και η κινητοποίηση. Οι άνθρωποι χάνουν το ενδιαφέρον τους καθώς και την ικανότητα να απολαμβάνουν πράγματα που κάποτε θεωρούσαν σημαντικά, και εισέρχονται σε μια κατάσταση γνωστή και ως ανηδονία — ένα σύμπτωμα που πολλοί ειδικοί θεωρούν χαρακτηριστικό της κατάθλιψης.
Αυτές οι αλλαγές βάζουν τον εγκέφαλο σε μια κατάσταση που αποσκοπεί στην εξοικονόμηση ενέργειας. Αν και η αντίδραση αυτή μπορεί να είναι ευεργετική βραχυπρόθεσμα, όπως για παράδειγμα κατά την ανάρρωση από ένα κρυολόγημα, όταν η φλεγμονή γίνεται χρόνια, ο εγκέφαλος μπορεί να «κολλήσει» εκτελώντας το ίδιο πρόγραμμα, παρόλο που δεν υπάρχει καμία λοίμωξη να καταπολεμήσει.
Ψυχιατρική ακριβείας
Η ευρύτερη σημασία αυτής της μικρής πιλοτικής μελέτης εκτείνεται πολύ πέρα από οποιοδήποτε μεμονωμένο φάρμακο, καθώς εισάγει έναν νέο τρόπο σκέψης σχετικά με τον τρόπο αντιμετώπισης της κατάθλιψης.
Σήμερα, δύο άτνθρωποι μπορεί να λάβουν την ίδια διάγνωση για μείζονα καταθλιπτική διαταραχή, παρά το γεγονός ότι παρουσιάζουν διαφορετικά συμπτώματα, διαφορετικές εμπειρίες ζωής και διαφορετική υποκείμενη βιολογία. Ωστόσο, και οι δύο συνήθως αντιμετωπίζονται με τα ίδια φάρμακα, συχνά μετά από μήνες δοκιμών και λαθών.
Ωστόσο, η βιολογία της φλεγμονής δεν ακολουθεί πάντα τη μία ή την άλλη οδό. Η κατάθλιψη μπορεί να διαμορφώνεται από περισσότερες από μία βιολογικές διεργασίες ταυτόχρονα. Ορισμένα άτομα μπορεί να ανταποκρίνονται στα αντικαταθλιπτικά, ενώ εξακολουθούν να βιώνουν επίμονη κόπωση, επειδή η φλεγμονή συμβάλλει επίσης στην κατάθλιψή τους.
Στον τομέα της ψυχιατρικής, παρατηρείται μια αναπτυσσόμενη τάση γνωστή ως «ψυχιατρική ακριβείας», στόχος της οποίας είναι ο εντοπισμός βιολογικά σημαντικών υποτύπων ψυχικών διαταραχών και η αντιστοίχιση των ασθενών με θεραπείες που στοχεύουν στους μηχανισμούς που προκαλούν τα συμπτώματά τους, αντί να βασίζονται σε ένα φάρμακο ή συνδυασμό χαπιών «ενιαίας εφαρμογής».
Τα ευρήματα της μελέτης επιβεβαιώνουν αυτό το αναπτυσσόμενο κίνημα: «Η εν λόγω μελέτη επιβεβαιώνει την ύπαρξη ενός φλεγμονώδους υποτύπου κατάθλιψης, ο οποίος μπορεί να αναγνωριστεί καλύτερα μέσω της μέτρησης της C-αντιδρώσας πρωτεΐνης στο αίμα και ο οποίος ανταποκρίνεται στα αντιφλεγμονώδη φάρμακα», δηλώνει ο Παριάντε.
Όσον αφορά τη διάγνωση, αυτό θα μπορούσε να σημαίνει τη χρήση μιας απλής εξέτασης αίματος, όπως η εξέταση CRP, για τον εντοπισμό ασθενών των οποίων τα συμπτώματα οφείλονται, τουλάχιστον εν μέρει, στη δραστηριότητα του ανοσοποιητικού συστήματος.
«Η CRP είναι μια απλή, χαμηλού κόστους εξέταση αίματος που χρησιμοποιείται ήδη ευρέως στην καθημερινή [ιατρική] πρακτική», δήλωσε η Φόλεϋ.
Αρκετοί κορυφαίοι ερευνητές, μεταξύ των οποίων οι Μίλλερ, Τζα και Παριάντε, υποστηρίζουν την προσθήκη ενός φλεγμονώδους υποτύπου κατάθλιψης στις επόμενες εκδόσεις του Διαγνωστικού και Στατιστικού Εγχειριδίου Ψυχικών Διαταραχών.
Βεβαίως, θα χρειαστούν ευρύτερες μελέτες για να διαπιστωθεί εάν οι δείκτες φλεγμονής μπορούν να εντοπίσουν με αξιοπιστία τους ασθενείς που επωφελούνται από στοχευμένες θεραπείες και εάν τα οφέλη αυτά μπορούν να διατηρηθούν μακροπρόθεσμα.
Για τους ασθενείς των οποίων τα συμπτώματα αντιστέκονται εδώ και καιρό στις τυπικές θεραπείες, αυτή η προοπτική προσφέρει κάτι που οι προηγούμενες έρευνες δεν μπορούσαν: μια εξήγηση για το γιατί η κατάθλιψη μπορεί να εκδηλώνεται τόσο διαφορετικά από άτομο σε άτομο.
«Θα συμβεί», υποστηρίζει ο Δρ Μίλλερ. «Μπορεί να χρειαστεί χρόνος, αλλά πιστεύω ότι ο κλάδος είναι έτοιμος να ακούσει αυτή την ιστορία.»








