Tα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα εξελίσσονται σε βασικό, στρατηγικό εταίρο της Ελλάδας στην ευρύτερη ζώνη της Ανατολικής Μεσογείου. Δεν υποκαθιστούν τις ΗΠΑ, την ΕΕ ή τη Γαλλία ως πυλώνες της ελληνικής στρατηγικής ούτε αντικαθιστούν τη σημασία της Σαουδικής Αραβίας στον αραβικό κόσμο. Όμως, συνδυάζουν κάτι που σήμερα λίγοι περιφερειακοί παίκτες διαθέτουν ταυτόχρονα: μεγάλη επενδυτική ισχύ, ευελιξία στη γεωοικονομική δράση, έντονο αποτύπωμα σε λιμάνια και logistics, λειτουργικές αμυντικές σχέσεις με την Αθήνα, και στενή διασύνδεση με αμερικανικά και ισραηλινά δίκτυα ισχύος. Αυτή η συνάρθρωση συμφερόντων καθιστά τα ΗΑΕ ιδιαίτερα χρήσιμα για την Ελλάδα σε ενέργεια, υποδομές, αλυσίδες εφοδιασμού και περιφερειακή ασφάλεια.
Η στροφή αυτή δεν είναι συγκυριακή. Η οικονομία των ΗΑΕ μετατοπίζεται συστηματικά πέρα από το πετρέλαιο: το μη πετρελαϊκό ΑΕΠ αντιστοιχούσε στο 74,6% του πραγματικού ΑΕΠ στο εννεάμηνο του 2024 και το σχετικό μερίδιο των πετρελαϊκών δραστηριοτήτων στο α΄ τρίμηνο του 2025 υποχώρησε στο 22,7%, με εμπόριο, μεταποίηση, χρηματοοικονομικές υπηρεσίες και κατασκευές να οδηγούν την ανάπτυξη. Παράλληλα, οι επενδυτικοί βραχίονες του Άμπου Ντάμπι διαθέτουν τεράστια οικονομική ισχύ: η Mubadala ανακοίνωσε το 2024 υπό διαχείριση κεφάλαια AED 1,212 τρισ., η Lunate δηλώνει AUM 115 δισ. δολ., ενώ το 2026 τα περιουσιακά στοιχεία της ADQ ενσωματώθηκαν κάτω από τη νέα ομπρέλα της L’IMAD.
Για την Ελλάδα, το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι μόνο το μέγεθος του εμιρατινού κεφαλαίου, αλλά η κατεύθυνσή του: τα ΗΑΕ επενδύουν σε διαδρόμους, λιμάνια, ενέργεια και υποδομές που εφάπτονται της ελληνικής γεωοικονομικής θέσης. Ο ΙΜΕC, ο Κάθετος Διάδρομος φυσικού αερίου, το νέο σιδηροδρομικό έργο Άκαμπα–ορυχεία–λιμένας στην Ιορδανία, οι κινήσεις σε Αίγυπτο, Κύπρο, Ιορδανία, Σομαλιλάνδη και η πρόσφατη ενεργειακή κινητικότητα προς την Αλβανία συνθέτουν ένα πλέγμα στο οποίο η Ελλάδα μπορεί να λειτουργήσει ως θαλάσσιος, ενεργειακός, χρηματοδοτικός και κανονιστικός κόμβος προς την ΕΕ.
Ωστόσο, η ευκαιρία συνοδεύεται από ουσιώδεις κινδύνους. Πρώτον, η εμβάθυνση της ελληνο-εμιρατινής σχέσης εντάσσεται σε περιβάλλον αυξημένου ανταγωνισμού ΗΑΕ–Σαουδικής Αραβίας και, σε μικρότερο αλλά υπαρκτό βαθμό, ΗΑΕ–Κατάρ. Δεύτερον, η νέα στρατηγική αυτονομία του Άμπου Ντάμπι ενισχύει μεν τη χρησιμότητά του για την Αθήνα, αλλά αυξάνει και την πιθανότητα απότομων αναπροσαρμογών. Τρίτον, η ανακοίνωση αποχώρησης των ΗΑΕ από τον ΟΠΕΚ/ΟΠΕΚ+ στις 28 Απριλίου αποτελεί ένδειξη μεγαλύτερης ανεξαρτησίας από το σαουδαραβικό πλαίσιο, αλλά και σημάδι υψηλότερης μεταβλητότητας στη μελλοντική τους ενεργειακή στρατηγική.
Σε όρους πολιτικής, η Ελλάδα έχει συμφέρον να αντιμετωπίσει τα ΗΑΕ ως εταίρο υψηλής αξίας σε τρεις άξονες: άμυνα και ασφάλεια, ενέργεια και διασυνδεσιμότητα, και στοχευμένες επενδύσεις σε logistics/τεχνολογία. Αλλά πρέπει να το κάνει με τρόπο που να μην την «κλειδώσει» αποκλειστικά στο εμιρατινό στρατόπεδο απέναντι σε Σαουδική Αραβία ή Κατάρ. Η σωστή στρατηγική είναι η πολυευθυγράμμιση: στενή συνεργασία με τα ΗΑΕ, χωρίς απώλεια πρόσβασης στο Ριάντ και την Ντόχα. Η πρόσφατη συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη τόσο με τον Αλβανό πρωθυπουργό Έντι Ράμα όσο και με τον εμίρη του Κατάρ μέσα στον Απρίλιο του 2026 δείχνει ότι η Αθήνα ήδη κινείται προς αυτή την κατεύθυνση.
Η στρατηγική μετατόπιση των ΗΑΕ
Το σημαντικότερο δομικό στοιχείο της εμιρατινής πολιτικής είναι ότι τα ΗΑΕ δεν επενδύουν πλέον απλώς τα πετρελαϊκά τους πλεονάσματα· επενδύουν την ίδια τη μετάβασή τους προς ένα καθεστώς εμπορίου, χρηματοοικονομικών, logistics, τεχνολογίας, βιομηχανίας και ενέργειας πολλαπλών καυσίμων. Τα επίσημα στοιχεία των ΗΑΕ δείχνουν ότι η βαρύτητα του μη πετρελαϊκού τομέα είναι πλέον κυρίαρχη, ενώ το ΔΝΤ εκτιμά ότι η ανάπτυξη του 2025 και 2026 θα στηριχθεί από τη διαφοροποίηση, τις εξαγωγές και τις επενδύσεις σε υποδομές, ακόμη και αν η παραγωγή υδρογονανθράκων παραμένει σημαντική.
Η μετατόπιση αυτή συνοδεύεται από πολύ μεγάλη διαθεσιμότητα κεφαλαίων. Η Mubadala ανακοίνωσε για το 2024 υπό διαχείριση κεφάλαια AED 1,212 τρισ., η Lunate δηλώνει 115 δισ. δολάρια AUM, ενώ η αναδιάρθρωση του Ιανουαρίου 2026 ενοποίησε την ADQ κάτω από την L’IMAD, δημιουργώντας μια νέα και ακόμη πιο ευέλικτη πλατφόρμα κρατικού επενδυτικού συντονισμού στο Άμπου Ντάμπι. Αυτό σημαίνει ότι τα ΗΑΕ διαθέτουν όχι μόνο ρευστότητα, αλλά και θεσμικούς μηχανισμούς για να αναπτύσσουν πολιτική επιρροή μέσω επενδύσεων σε κρίσιμες υποδομές.
Η ανακοίνωση εξόδου των ΗΑΕ από τον ΟΠΕΚ/ΟΠΕΚ+ στις 28 Απριλίου πρέπει να διαβαστεί μέσα σε αυτό το πλαίσιο. Εφόσον η αποχώρηση τεθεί πλήρως σε ισχύ από την 1η Μαΐου, όπως μετέδωσαν το Reuters και το AP, πρόκειται για σαφή ένδειξη ότι το Άμπου Ντάμπι θέλει μεγαλύτερη ελευθερία παραγωγής, στρατηγικής τιμολόγησης και συνολικής τοποθέτησης στη διεθνή αγορά ενέργειας. Η συγκυρία είναι ρευστή, καθώς ο ιστότοπος του ΟΠΕΚ δεν είχε ακόμη ενσωματώσει πλήρως την εξέλιξη όταν συντάχθηκε η παρούσα αναφορά, στοιχείο που υπογραμμίζει τον πρόσφατο χαρακτήρα της απόφασης.
Για την Ελλάδα, αυτή η εξέλιξη έχει διττή σημασία. Από τη μία, αυξάνει την αυτονομία των ΗΑΕ από τη σαουδαραβική ενεργειακή πειθαρχία και καθιστά το εμιρατινό κράτος πιο πρόθυμο να επενδύσει σε ευρύτερα γεωοικονομικά χαρτοφυλάκια. Από την άλλη, υποδηλώνει ότι η Αθήνα δεν πρέπει να υποθέτει ότι οι εμιρατινές επιλογές θα είναι πάντα ευθυγραμμισμένες με την ευρωπαϊκή ανάγκη σταθερότητας τιμών ή με τις προτεραιότητες του Ριάντ. Πρόκειται για μια ευκαιρία συνεργασίας με έναν πιο ανεξάρτητο παίκτη, αλλά και για μια υπενθύμιση ότι η νέα στρατηγική των ΗΑΕ είναι πρωτίστως εμιρατοκεντρική.
Παράλληλα, τα ΗΑΕ παραμένουν κεντρικός εταίρος των ΗΠΑ. Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ περιγράφει τα ΗΑΕ ως «ζωτικής σημασίας εταίρο», ενώ επίσημα αμερικανικά κείμενα του 2025 και 2026 τα χαρακτηρίζουν «εξέχοντα εταίρο στην άμυνα». Η στρατηγική αυτή σύνδεση με την Ουάσιγκτον περιλαμβάνει άμυνα, εξοπλισμούς, τεχνολογία και πλέον και συνεργασία σε AI και υποδομές. Για την Ελλάδα, αυτό αυξάνει την αξία των ΗΑΕ ως εταίρου που μπορεί να λειτουργήσει και ως γέφυρα προς αμερικανικές πρωτοβουλίες, ειδικά σε ενέργεια και αμυντική βιομηχανία.
Διάδρομοι, λιμάνια και ενεργειακές ροές
Το πιο χειροπιαστό πεδίο όπου αναδεικνύεται ο ρόλος των ΗΑΕ είναι η γεωοικονομία των διαδρόμων. Ο IMEC, που ανακοινώθηκε στη συνάντηση των G20 το 2023 από ΗΠΑ, Ινδία, Σαουδική Αραβία, ΗΑΕ, ΕΕ, Γαλλία, Γερμανία και Ιταλία, δεν είναι ένα μεμονωμένο έργο. Είναι ένα πλαίσιο σύνδεσης θαλάσσιων μεταφορών, σιδηροδρόμων, ενέργειας και ψηφιακών υποδομών. Για την Ελλάδα, η σημασία του έγκειται στο ότι η Ανατολική Μεσόγειος επανεισάγεται στον παγκόσμιο χάρτη συνδεσιμότητας ως τερματικός ευρωπαϊκός βραχίονας, και τα ΗΑΕ είναι από τους πλέον δραστήριους χρηματοδοτικούς και λειτουργικούς κόμβους του εγχειρήματος.
Η Ιορδανία είναι το πρώτο σημείο όπου το εμιρατινό σχέδιο παίρνει απτή υλική μορφή στην Ανατολική Μεσόγειο. Στις 15 Απριλίου, Ιορδανία και ΗΑΕ υπέγραψαν τη συμφωνία για τον σιδηρόδρομο της Άκαμπα, έργο 2,3 δισ. δολαρίων, μήκους περίπου 360 χλμ., με προβλεπόμενη μεταφορική ικανότητα περίπου 16 εκατ. τόνων ετησίως. Η Petra και η WAM το παρουσιάζουν ως πρώτο στάδιο του εθνικού σιδηροδρομικού δικτύου της Ιορδανίας και μέρος ευρύτερου πλαισίου 5,5 δισ. δολ. που συμφωνήθηκε στα τέλη του 2023. Το έργο ενισχύει την Άκαμπα ως πύλη logistics για τη μεταφορά φωσφορικών και ποτάσας από την ενδοχώρα στο λιμάνι, ενώ δυνητικά επεκτείνει μελλοντικά τη συνδεσιμότητα προς Συρία, Μεσόγειο, Τουρκία και αραβικές αγορές.
Η περίπτωση της Ιορδανίας είναι κρίσιμη για την Ελλάδα για δύο λόγους. Πρώτον, η Ελλάδα έχει ήδη ενεργό πολιτικό κανάλι με την Ιορδανία μέσω του τριμερούς σχήματος Ελλάδας–Κύπρου–Ιορδανίας και των διμερών επαφών του 2024 και του 2026. Δεύτερον, εάν η Άκαμπα ενισχυθεί ως νότιος κόμβος, η Ελλάδα μπορεί να τοποθετηθεί ως ευρωπαϊκός βόρειος κόμβος στους θαλάσσιους και ενεργειακούς κλάδους ενός ευρύτερου άξονα Ανατολικής Μεσογείου–Βαλκανίων.
Ως προς το φυσικό αέριο, οι ΗΠΑ υποστηρίζουν ανοιχτά τον Κάθετο Διάδρομο Ελλάδας–Βουλγαρίας–Ρουμανίας–Μολδαβίας–Ουκρανίας. Το αμερικανικό υπουργείο Ενέργειας δήλωσε ότι οι ΗΠΑ είναι έτοιμες να διευκολύνουν την παροχή LNG σε ελληνικούς τερματικούς σταθμούς ώστε να τροφοδοτηθεί αυτή η διαδρομή, ενώ τον Φεβρουάριο του 2026 φιλοξένησε σχετική συνάντηση υψηλού επιπέδου. Στο ίδιο πλαίσιο, η Atlantic See LNG Trade, κοινό σχήμα του ελληνικού Aktor με τη ΔΕΠΑ Εμπορίας, υπέγραψε συμφωνίες αμερικανικού LNG με ορίζοντα 20ετίας, ενώ η Aktor δημοσιοποίησε στις 28 Απριλίου 2026 νέα εικοσαετή συμφωνία της θυγατρικής Aktor LNG USA με την κρατική αλβανική Albgaz. Η αλληλουχία αυτή δείχνει ότι η αμερικανική ενεργειακή στρατηγική στη ΝΑ Ευρώπη και τα Βαλκάνια περνά όλο και περισσότερο από δίκτυα στα οποία Ελλάδα και περιφερειακοί εταίροι λειτουργούν ως ενδιάμεσοι κόμβοι.
Η χρονική σύμπτωση είναι αξιοσημείωτη. Η συνάντηση Μητσοτάκη–Ράμα έγινε στην Αθήνα στις 22 Απριλίου 2026, ενώ η ανακοίνωση της συμφωνίας Aktor–Albgaz ακολούθησε στις 28 Απριλίου. H ελληνο-αλβανική εξομάλυνση και η αμερικανική προώθηση του LNG δημιουργούν χώρο για ταχύτερη περιφερειακή ενεργειακή ολοκλήρωση.
Στο θαλάσσιο σκέλος, τα ΗΑΕ διαθέτουν το ισχυρότερο εξωστρεφές αποτύπωμα στην περιοχή. Η DP World λειτουργεί περισσότερα από εξήντα λιμάνια και τερματικά διεθνώς, με το Τζεμπέλ Αλί να παραμένει ένας από τους μεγαλύτερους κόμβους εμπορευματοκιβωτίων παγκοσμίως και να συνδέεται άμεσα με περισσότερα από 150 λιμάνια. Η εταιρεία έχει ενισχύσει κρίσιμους κόμβους στην Αίγυπτο και άνοιξε νέα στρατηγική θαλάσσια σύνδεση Τζεμπέλ Αλί–Μπερμπέρα, προσφέροντας εναλλακτική διαδρομή προς Σομαλιλάνδη και Αιθιοπία. Επιπλέον, η DP World έχει παρουσία και στην Κύπρο.
Παράλληλα, η AD Ports Group διευρύνει ταχύτατα το αποτύπωμά της. Η WAM ανέφερε ότι το 2026 το διεθνές χαρτοφυλάκιο της AD Ports έφθασε τα 36 λιμάνια/τερματικούς μετά την προσθήκη του λιμένα πολλαπλών χρήσεων της Άκαμπα. Στην Αίγυπτο, η AD Ports προωθεί κέντρο διανομής 1,1 τ.χλμ. στην Αλεξάνδρεια, λειτουργεί ή αναπτύσσει επενδυτικά αγαθά σε Σαφάγκα και Πορτ Σάιντ, και έχει ενισχύσει τη θέση της και σε τερματικούς λιμένες της Μεσογείου όπως η Αλεξάνδρεια και η Ντεχκέιλα. Για την Ελλάδα, αυτό σημαίνει ότι το εμιρατινό σύστημα λιμένων και logistics «αγκαλιάζει» πλέον τον άξονα Ερυθρά Θάλασσα–Σουέζ–Ανατολική Μεσόγειος–Λεβάντε.
Ανταγωνισμός με Σαουδική Αραβία και Κατάρ
Η σχέση ΗΑΕ–Σαουδικής Αραβίας δεν είναι πλέον απλώς συνεργατική. Ευρωπαϊκές και αμερικανικές αναλύσεις καταγράφουν από το 2025 και ιδίως το 2026 αυξανόμενη απόκλιση στα μέτωπα της Υεμένης, του Σουδάν, της Ερυθράς Θάλασσας και του Κέρατος της Αφρικής. Το ECFR μιλά ευθέως για αγώνα ισχύος στη ζώνη Ερυθράς–Χορν, ενώ άλλο κείμενο του ECFR περιγράφει τη ρήξη ως μετάβαση της σχέσης από εταιρική σε ανταγωνιστική. Αυτό δεν σημαίνει αναπόφευκτη σύγκρουση, αλλά σημαίνει ότι το Άμπου Ντάμπι και το Ριάντ ανταγωνίζονται για το ποιος θα καθορίζει τους όρους συνδεσιμότητας, επιρροής και ασφάλειας στις νότιες πύλες της Ανατολικής Μεσογείου.
Στη Σομαλιλάνδη και ευρύτερα στο κέρας , η εμιρατινή παρουσία είναι διαχρονικά πιο επιχειρησιακή. Η DP World έχει αναπτύξει το Berbera ως εναλλακτική διαδρομή προς την Αιθιοπία, ενώ το ECFR επισημαίνει ότι η σομαλική κυβέρνηση αποδίδει κρίσιμο ρόλο στο εμιρατινό αποτύπωμα πίσω από κινήσεις στην περιοχή. Άλλες αναλύσεις δείχνουν ότι το Άμπου Ντάμπι χρησιμοποιεί πιο ευέλικτη στρατηγική προκεχωρημένων σταθμών και λιμενικών/στρατιωτικών συνεργασιών, ενώ το Ριάντ κινείται περισσότερο μέσα από κρατικές πρωτοβουλίες και ευρύτερες εξισορροπήσεις. Για την Ελλάδα, το συμπέρασμα είναι ότι τα ΗΑΕ είναι πιο δραστήριος παίκτης σε σημεία που επηρεάζουν τις θαλάσσιες ροές προς το Σουέζ και την Ανατολική Μεσόγειο.
Με το Κατάρ, το τοπίο είναι διαφορετικό. Η ανοιχτή ρήξη του 2017 έχει λήξει, αλλά η αντιπαλότητα δεν εξαφανίστηκε· μετακινήθηκε σε πιο εκλεπτυσμένα πεδία: αερομεταφορές, επιρροή μέσων ενημέρωσης, χρηματοοικονομικά κέντρα, κεφάλαια επιχειρηματικού κινδύνου, ενεργειακή διπλωματία και διαμεσολάβηση. Το Carnegie καταγράφει ότι Σαουδική Αραβία, Κατάρ και ΗΑΕ κινούνται πλέον ως ανταγωνιστικοί πόλοι διαφοροποίησης εντός GCC, ενώ οι FT/ECFR επισημαίνουν τη χρήση κρατικών επενδυτικών ταμείων ως εργαλεία προσέλκυσης κεφαλαίων και ταλέντου. Για την Αθήνα, αυτό σημαίνει ότι η στενή σχέση με τα ΗΑΕ δεν πρέπει να αποκόψει την πρόσβαση στην Ντόχα, ειδικά όταν η Ελλάδα επιδιώκει πολυμερή θέση στον Κόλπο. Η πρόσφατη συνάντηση Μητσοτάκη με τον εμίρη του Κατάρ, στις 29 Απριλίου 2026, επιβεβαιώνει αυτό το ισοζύγιο.
Σε επίπεδο ασφάλειας, οι ελληνο-εμιρατινές σχέσεις είναι πιο ώριμες από ό,τι συνήθως αναγνωρίζεται. Η Αθήνα και το Άμπου Ντάμπι θεσμοποίησαν το 2020 την αμυντική και εξωτερικοπολιτική τους συνεργασία, ενώ τον Απρίλιο του 2025 υπεγράφη νέο πρόγραμμα στρατιωτικής συνεργασίας. Η Πολεμική Αεροπορία της Ελλάδας καταγράφει σταθερή συμμετοχή της εμιρατινής αεροπορίας στον «Ηνίοχο», ενώ η ελληνική ηγεσία άμυνας διατηρεί ενεργή παρουσία σε αμυντικά φόρουμ στο Άμπου Ντάμπι. Πρόκειται για ουσιαστικό δίκτυο διαλειτουργικότητας και εμπιστοσύνης, που σπανίζει στις σχέσεις Ελλάδας με αραβικά κράτη.
Αυτό το δίκτυο διασταυρώνεται με το σχήμα Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ. Το τριμερές σχήμα ανανεώθηκε πολιτικά στην Ιερουσαλήμ τον Δεκέμβριο του 2025 και η αμυντική συνεργασία Ελλάδας–Ισραήλ βαθαίνει, όπως δείχνουν οι συμφωνίες για ρουκετικά συστήματα και αντι-drone συνεργασία. Η σημασία των Συμφωνιών του Αβραάμ είναι ότι η σχέση ΗΑΕ–Ισραήλ επιτρέπει στο Άμπου Ντάμπι να κινείται στο ίδιο επιχειρησιακό περιβάλλον με ένα δίκτυο όπου η Ελλάδα ήδη συμμετέχει. Δεν υπάρχει επίσημο τετραμερές Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ–ΗΑΕ, αλλά υπάρχει ντε φάκτο γεωστρατηγική συμβατότητα σε αρκετά ζητήματα.
Τι σημαίνει αυτό για την Ελλάδα
Για την Ελλάδα, τα οφέλη από μια αναβαθμισμένη σχέση με τα ΗΑΕ είναι τέσσερα.
Πρώτον, επενδυτικό βάθος. Η ελληνική κυβέρνηση δήλωσε τον Φεβρουάριο του 2025 ότι ο στόχος άμεσων επενδύσεων ύψους 4 δισ. ευρώ από τα ΗΑΕ που είχε τεθεί το 2022 έχει ήδη υπερκαλυφθεί. Αυτό συνιστά απτό προηγούμενο πολιτικής εμπιστοσύνης, που δεν υπάρχει στον ίδιο βαθμό με άλλους παίκτες του Κόλπου.
Δεύτερον, ενεργειακή και logistics αναβάθμιση της Ελλάδας. Αν ο Κάθετος Διάδρομος αποκτήσει μόνιμο όγκο ροών και αν το δίκτυο ΗΑΕ–Ιορδανίας–Αιγύπτου–Βαλκανίων συνεχίσουν να πυκνώνουν, η Ελλάδα μπορεί να ενισχυθεί όχι μόνο ως σημείο εισόδου LNG, αλλά και ως ευρωπαϊκός κόμβος κανόνων, αποθήκευσης, εμπορίας, ασφάλισης, χρηματοδότησης και διασύνδεσης θαλάσσιων–σιδηροδρομικών αλυσίδων. Αυτό είναι γεωοικονομική υπεραξία, που ξεπερνά τον τομέα των μεταφορών.
Τρίτον, αμυντική εξισορρόπηση. Η ελληνο-εμιρατινή σχέση προσθέτει αραβικό βάθος στην ελληνική αποτροπή, ειδικά όταν συνδέεται με τις ΗΠΑ, τη Γαλλία, την Κύπρο και το Ισραήλ. Η αξία της δεν είναι ότι δημιουργεί μια «συμμαχία εναντίον κάποιου», αλλά ότι διευρύνει το πλέγμα κρατών που έχουν συμφέρον στη σταθερότητα της Ανατολικής Μεσογείου και στην αποτροπή κρίσεων που θα διέκοπταν τη ροή του εμπορίου, της ενέργειας και της ναυσιπλοΐας.
Τέταρτον, διπλωματική μόχλευση στον αραβικό κόσμο. Η Αθήνα έχει κάθε συμφέρον να οικοδομήσει με τα ΗΑΕ μία σχέση που να της δίνει πρόσβαση σε κόμβους όπως η Ιορδανία, η Αίγυπτος και, έμμεσα, τα Βαλκάνια μέσω της ενεργειακής διασυνδεσιμότητας. Η πρόσφατη κινητικότητα γύρω από Άκαμπα, Αλεξάνδρεια, Σαφάγκα και Αλβανία δείχνει ότι η περιοχή πηγαίνει προς δικτυωμένη συνδεσιμότητα. Η Ελλάδα μπορεί να βρίσκεται μέσα σε αυτά τα δίκτυα, αρκεί να κινηθεί έγκαιρα.
Οι κίνδυνοι είναι επίσης σαφείς.
Ο πρώτος είναι ο κίνδυνος υπερεξάρτησης από ένα μόνο εταίρο στον Περσικό κόλπο. Αν η Αθήνα δώσει την εντύπωση ότι στοιχίζεται πλήρως με το Άμπου Ντάμπι, μπορεί να χάσει περιθώρια με το Ριάντ ή τη Ντόχα. Η συνάντηση Μητσοτάκη με τον εμίρη του Κατάρ δείχνει ότι αυτό έχει γίνει αντιληπτό από την ελληνική διπλωματία.
Ο δεύτερος είναι ο γεωπολιτικός κίνδυνος της περιφερειακής ανάφλεξης. Η Παγκόσμια Τράπεζα προειδοποιεί ότι η παρατεταμένη αστάθεια μπορεί να πλήξει το εμπόριο, τον τουρισμό, τις αερομεταφορές και τα logistics των ΗΑΕ, ενώ το Chatham House υπογραμμίζει το κόστος του πολέμου με το Ιράν για τους εξαγωγείς του Κόλπου. Για την Ελλάδα, αυτό σημαίνει ότι οποιαδήποτε στρατηγική συνέργεια με τα ΗΑΕ πρέπει να περιλαμβάνει ισχυρούς μηχανισμούς διαχείρισης κινδύνων και σχεδιασμού έκτακτης ανάγκης για ναυσιπλοΐα, ασφάλεια υποδομών και ασφαλιστικό κόστος.
Βραχυπρόθεσμα, η Ελλάδα πρέπει να θεσμοποιήσει έναν μόνιμο ελληνο-εμιρατινό διάλογο για λιμάνια, logistics, ενέργεια και αμυντική βιομηχανία, με συμμετοχή και του ιδιωτικού τομέα. Στόχος να συνδεθούν σε μία ατζέντα Αλεξανδρούπολη, Θεσσαλονίκη, Πειραιάς, Ρεβυθούσα, FSRU και υποδομές τεχνητής νοημοσύνης και δεδομένων.
Μεσοπρόθεσμα, η Αθήνα πρέπει να ζητήσει συγκεκριμένα εμιρατινή συγχρηματοδότηση για έργα σε βιομηχανική εφοδιαστική, λιμενικές υπηρεσίες, αποθήκευση ενέργειας, πράσινα καύσιμα και logistics διπλής χρήσης. Το προηγούμενο του στόχου των 4 δισ. ευρώ δείχνει ότι υπάρχουν οι βάσεις.
Μακροπρόθεσμα, η Ελλάδα πρέπει να εντάξει τα ΗΑΕ σε μία πολυεπίπεδη στρατηγική που θα περιλαμβάνει ταυτόχρονα Σαουδική Αραβία, Κατάρ, Ιορδανία, Αίγυπτο, Κύπρο, Ισραήλ, ΗΠΑ και ΕΕ. Το ζητούμενο δεν είναι μια διμερής «ειδική σχέση» με αποκλεισμούς, αλλά η μετατροπή της Ελλάδας σε ευρωπαϊκή πύλη πολλαπλών διαδρόμων.








