Η δημόσια συζήτηση που άνοιξε με τις δηλώσεις του υπουργού Ανάπτυξης Τάκη Θεοδωρικάκου αφορά στην πραγματικότητα τρεις διαφορετικές, αλλά αλληλένδετες, μορφές κρατικής παρέμβασης στην αγορά. Η πρώτη είναι μια παρέμβαση στο κόστος του ιδιωτικού δανεισμού μέσω πλαφόν στο συνολικό κόστος των καταναλωτικών δανείων. Η δεύτερη είναι μια παρέμβαση στο περιθώριο κέρδους επιχειρήσεων που πωλούν καύσιμα και βασικά αγαθά. Η τρίτη είναι μια παρέμβαση στην πληροφόρηση του καταναλωτή απέναντι στα ελλειμματικά προϊόντα (shrinkflation), δηλαδή στη μείωση της ποσότητας ενός προϊόντος χωρίς αντίστοιχη μείωση τιμής. Παρότι συχνά παρουσιάζονται ως ένα ενιαίο «πακέτο κατά της ακρίβειας», στην πράξη υπηρετούν τρεις διαφορετικές ρυθμιστικές λογικές: όριο στο χρηματοοικονομικό κόστος, όριο στο εμπορικό περιθώριο και υποχρέωση διαφάνειας στην τελική τιμή ανά μονάδα.
Η πιο κρίσιμη διάκριση είναι η εξής: όσον αφορά το καταναλωτικό δάνειο, η Ελλάδα κινείται εμφανώς μέσα σε ένα νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο που επιβάλλει στα κράτη-μέλη να λάβουν μέτρα κατά των υπερβολικών χρεώσεων· για τα ελλειμματικά προϊόντα, η ΕΕ δίνει μόνο ένα γενικό πλαίσιο διαφάνειας και οι ειδικές σημάνσεις είναι κυρίως εθνικές πρωτοβουλίες· στο πλαφόν κέρδους, η ελληνική πολιτεία δρα πολύ πιο καθαρά με εθνικά, έκτακτα εργαλεία κρίσης, λόγω της ενεργειακής αναταραχής του 2026. Με άλλα λόγια, το «η Ελλάδα τα κάνει επειδή το ζητά η Ευρώπη» ισχύει περισσότερο για τα δάνεια, λιγότερο για τα ελλειμματικά προϊόντα και πολύ λιγότερο για τα περιθώρια κέρδους.
Το πλαφόν στα καταναλωτικά δάνεια
Ο πυρήνας της εξαγγελίας του υπουργείου Ανάπτυξης είναι ότι το συνολικό κόστος ενός καταναλωτικού δανείου — όχι μόνο οι τόκοι, αλλά και οι προμήθειες και οι λοιπές επιβαρύνσεις — δεν θα μπορεί να ξεπερνά ένα εύρος 30-50% του δανειζόμενου κεφαλαίου, με το ακριβές ποσοστό να καθορίζεται με υπουργική απόφαση μετά από γνώμη της Τράπεζας της Ελλάδος. Στο ίδιο πακέτο εντάσσονται η επέκταση των κανόνων σε μικρές πιστώσεις κάτω των 200 ευρώ, σε σχήματα Buy Now–Pay Later, σε πίστωση από εμπόρους, σε leasing με δικαίωμα εξαγοράς, σε αυστηρότερη αξιολόγηση πιστοληπτικής ικανότητας, σε υποχρεωτικές προειδοποιήσεις στη διαφήμιση, σε δωρεάν συμβουλευτικές υπηρεσίες για οφειλέτες και σε δικαίωμα υπαναχώρησης με ψηφιακά απλό τρόπο. Η δημόσια διαβούλευση, σύμφωνα με τις δηλώσεις του υπουργού, πρόκειται να ξεκινήσει εντός του ερχόμενου μήνα.
Το ουσιαστικό όμως είναι ότι αυτή η νομοθετική κίνηση δεν εμφανίζεται από το πουθενά. Η ίδια η Γενική Γραμματεία Εμπορίου είχε ήδη από το 2021 περιγράψει, παρουσιάζοντας την αναθεώρηση της ευρωπαϊκής οδηγίας για την καταναλωτική πίστη, ότι η νέα ευρωπαϊκή κατεύθυνση περιλαμβάνει κάλυψη δανείων κάτω των 200 ευρώ, καλύτερους κανόνες αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας, στήριξη υπερχρεωμένων καταναλωτών και ακόμη και υιοθέτηση ανώτατου ορίου πίστωσης για τους καταναλωτές. Σήμερα, η νέα Οδηγία (ΕΕ) 2023/2225 απαιτεί από τα κράτη-μέλη να θεσπίσουν μέτρα, όπως ανώτατα όρια (πλαφόν), ώστε οι καταναλωτές να μην επιβαρύνονται με υπερβολικά υψηλά επιτόκια, ΣΕΠΠΕ ή συνολικό κόστος πίστωσης.
Αυτό σημαίνει ότι το ελληνικό πλαφόν στα καταναλωτικά δεν είναι απλή εθνική έμπνευση, αλλά κίνηση εναρμόνισης με μια νέα ευρωπαϊκή υποχρέωση. Εκεί όπου αρχίζει η καθαρά ελληνική πολιτική επιλογή είναι ο τρόπος εφαρμογής: η ΕΕ δεν επιβάλλει ενιαίο αριθμητικό όριο 30% ή 50%. Αντίθετα, η ευρωπαϊκή τεκμηρίωση δείχνει ότι τα κράτη-μέλη χρησιμοποιούν πολύ διαφορετικά μοντέλα: πλαφόν στο επιτόκιο, πλαφόν στο APR/ΣΕΠΠΕ, πλαφόν στο συνολικό κόστος, ή συνδυασμούς αυτών. Μελέτη για την αναθεώρηση της οδηγίας σημείωνε ότι ήδη το 2021 τα περισσότερα κράτη-μέλη είχαν κάποιου είδους περιορισμό, με 22-23 κράτη να εφαρμόζουν καθεστώτα πλαφόν ή άλλων περιορισμών, αλλά με πολύ διαφορετικές μεθοδολογίες.
Από οικονομική άποψη, η διεθνής και ευρωπαϊκή συζήτηση είναι πιο σύνθετη από το πολιτικό σύνθημα «βάζουμε κόφτη». Η ευρωπαϊκή τεκμηρίωση αναγνωρίζει ότι τα πλαφόν μπορούν να περιορίσουν προϊόντα υπερβολικού κόστους και να λειτουργήσουν αποτρεπτικά απέναντι στον υπερδανεισμό, ιδίως σε περιστρεφόμενη πίστωση, πιστωτικές κάρτες ή βραχυχρόνια ακριβά δάνεια. Την ίδια στιγμή, όμως, η ίδια τεκμηρίωση προειδοποιεί ότι πολύ σφιχτά πλαφόν μπορούν να οδηγήσουν σε απόσυρση ορισμένων προϊόντων από την αγορά, σε δυσκολότερη πρόσβαση για πιο αδύναμους ή πιο ριψοκίνδυνους δανειολήπτες και σε μεγαλύτερη πίεση για μικρότερους παίκτες του κλάδου. Η FSUG της Ευρωπαϊκής Επιτροπής υποστηρίζει ότι αυτό δεν είναι a priori κακό, εφόσον αποκλείονται «αρπακτικά» προϊόντα, αλλά η επίπτωση στην προσφορά πίστωσης είναι πραγματική και πρέπει να σταθμιστεί.
Για την Ελλάδα, η σημασία της παρέμβασης είναι ακόμη μεγαλύτερη επειδή το ισχύον εθνικό πλαίσιο εξακολουθεί να στηρίζεται βασικά στην παλαιά ΚΥΑ Ζ1-699/2010 που ενσωμάτωσε την Οδηγία 2008/48/ΕΚ, με μεταγενέστερες συμπληρώσεις το 2024. Δηλαδή, ο σημερινός «σκελετός» της ελληνικής καταναλωτικής πίστης είναι ακόμα ο παλιός ευρωπαϊκός γύρος ρύθμισης, ενώ το υπό διαμόρφωση νομοσχέδιο σηματοδοτεί ουσιαστικά τη μετάβαση στη νέα γενιά προστασίας: ευρύτερο πεδίο, ψηφιακές πλατφόρμες, BNPL, έγκαιρη παρέμβαση και μέγιστο κόστος.
Το πλαφόν στο μικτό περιθώριο κέρδους σε καύσιμα και βασικά αγαθά
Σε αντίθεση με το καταναλωτικό δάνειο, εδώ κυριαρχεί η λογική της κρίσης. Η Ελλάδα είχε ήδη από το 2023 ένα πλαίσιο περιορισμού αθέμιτης κερδοφορίας, με το άρθρο 54 του ν. 5045/2023 να απαγορεύει, για βασικά αγαθά και υπηρεσίες, μικτό περιθώριο κέρδους ανά μονάδα υψηλότερο από εκείνο που ίσχυε πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 2021. Το μέτρο αυτό δεν αφορούσε απλώς τρόφιμα, αλλά και είδη που σχετίζονται με διατροφή, διαβίωση, μετακίνηση, θέρμανση, σχολικά είδη και αγροτικές πρώτες ύλες.
Φέτος, όμως, η κυβέρνηση πέρασε σε νέα, πιο ειδική αρχιτεκτονική, με Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου της 11ης Μαρτίου 2026, την οποία το Γενικό Λογιστήριο και η Βουλή συνδέουν ρητά με τον κίνδυνο έξαρσης αθέμιτης κερδοφορίας εξαιτίας της πολεμικής σύρραξης στη Μέση Ανατολή. Το νέο καθεστώς ισχύει έως τις 30 Ιουνίου 2026 και έχει δύο χωριστούς πυλώνες: για τα καύσιμα και για τα βασικά αγαθά διατροφής και διαβίωσης.
Στα καύσιμα, το πλαφόν δεν είναι πλαφόν στην τελική τιμή στην αντλία, αλλά πλαφόν στην προσαύξηση. Η υπουργική απόφαση 21330/12.03.2026 ορίζει ότι οι εταιρείες εμπορίας πετρελαιοειδών δεν μπορούν να επιβάλλουν πάνω από 0,05 ευρώ ανά λίτρο (με ΦΠΑ) πάνω από την τιμή προμήθειας από τα διυλιστήρια για αμόλυβδη 95 οκτανίων και ντίζελ, ενώ τα πρατήρια λιανικής δεν μπορούν να επιβάλλουν πάνω από 0,12 ευρώ ανά λίτρο (με ΦΠΑ) πάνω από την τιμή προμήθειας από τις εταιρείες εμπορίας. Για τα βασικά αγαθά, η ΠΝΠ απαγορεύει μικτό περιθώριο κέρδους, υπολογιζόμενο ανά κωδικό προϊόντος, πάνω από τον μέσο όρο του αντίστοιχου μικτού περιθωρίου κέρδους του 2025. Η ίδια υπουργική απόφαση εξειδικεύει 63 κατηγορίες προϊόντων που μπαίνουν στον έλεγχο, από ρύζι, ψωμί, γάλα, αυγά και ελαιόλαδο έως απορρυπαντικά, χαρτί υγείας, πάνες, σαμπουάν και τροφές για ζώα.
Η επιβολή των ελέγχων και των προστίμων περνά πλέον από την Ανεξάρτητη Αρχή Ελέγχου της Αγοράς και Προστασίας του Καταναλωτή, με την υπουργική απόφαση να προβλέπει πρόστιμα από 5.000 έως 5.000.000 ευρώ. Η κυβερνητική στόχευση δεν είναι θεωρητική: το υπουργείο Ανάπτυξης είχε ήδη ανακοινώσει το 2025 πρόστιμα άνω των 2,2 εκατ. ευρώ σε αλυσίδες σούπερ μάρκετ για παραβάσεις του πλαφόν και του Κώδικα Δεοντολογίας, ενώ ο Θεοδωρικάκος είχε αναφέρει ότι σε διάστημα 15 μηνών έγιναν 45.000 έλεγχοι και επιβλήθηκαν πρόστιμα 20 εκατ. ευρώ.
Χρειάζεται επίσης μια κρίσιμη αποσαφήνιση: το «πλαφόν» στα καύσιμα δεν είναι το ίδιο πράγμα με την επιδότηση ντίζελ. Το δεύτερο πακέτο μέτρων του Μαρτίου 2026 προέβλεψε ότι το ντίζελ κίνησης επιδοτείται με 16 λεπτά ανά λίτρο προ ΦΠΑ, ώστε το τελικό όφελος στην αντλία να φτάνει στα 20 λεπτά ανά λίτρο, ενώ παράλληλα λειτουργεί και το Fuel Pass III για Απρίλιο-Μάιο 2026. Άρα, η κυβέρνηση χρησιμοποιεί ταυτόχρονα δύο διαφορετικά εργαλεία: περιορισμό εμπορικού περιθωρίου και άμεση επιδότηση της τιμής.
Οικονομικά, το μέτρο είναι πιο περιορισμένο από όσο ακούγεται πολιτικά. Επειδή μιλά για περιθώριο κέρδους και όχι για απόλυτη τιμή, δεν μπορεί να εμποδίσει την άνοδο της τελικής τιμής όταν αυξάνονται το πετρέλαιο, τα διυλιστηριακά κόστη ή οι διεθνείς πρώτες ύλες. Δηλαδή, φρενάρει την υπερβολική μετακύλιση και την αισχροκέρδεια, αλλά δεν παγώνει τις τιμές. Η ίδια η δημόσια συζήτηση γύρω από το μέτρο το περιγράφει περισσότερο ως «φρένο» παρά ως συνολικό μηχανισμό αποσύνδεσης της εσωτερικής αγοράς από το εξωτερικό σοκ.
Τα ελλειμματικά προϊόντα και η μετάβαση στη διαφάνεια
Τα ελλειμματικά προϊόντα είναι διαφορετικό ζήτημα από την «κλασική» ακρίβεια. Δεν μιλάμε για άμεση άνοδο της τιμής στο ράφι, αλλά για μείωση της ποσότητας ή του βάρους ενός προϊόντος με σταθερή ή αυξημένη τιμή, άρα για κρυφή αύξηση της τιμής ανά μονάδα μέτρησης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, μέσω της Οδηγίας για την ένδειξη τιμών, έχει ως βασική αρχή ότι ο καταναλωτής πρέπει να βλέπει τόσο την τελική τιμή πώλησης όσο και την τιμή ανά μονάδα μέτρησης, ακριβώς για να μπορεί να συγκρίνει προϊόντα. Το πρόβλημα είναι ότι η τυπική ύπαρξη τιμής μονάδας δεν αρκεί πάντα όταν η συσκευασία μοιάζει οπτικά ίδια και η μείωση της ποσότητας περνά απαρατήρητη. Γι’ αυτό ευρωπαϊκά έγγραφα και εθνικές κοινοποιήσεις περιγράφουν τα ελλειμματικά προϊόντα ως πρακτική με εγγενές δυναμικό παραπλάνησης.
Στο ευρωπαϊκό επίπεδο, η εικόνα είναι σαφής: δεν υπάρχει ακόμη ένα ειδικό, πλήρως εναρμονισμένο, πανευρωπαϊκό καθεστώς που να αντιτάσσεται σε αυτή την πρακτική. Αυτό αποτυπώθηκε και σε κοινοβουλευτική ερώτηση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, όπου σημειωνόταν ότι, ελλείψει αποτελεσματικού ευρωπαϊκού πλαισίου, ορισμένα κράτη λαμβάνουν ή ετοιμάζουν εθνικά μέτρα. Δηλαδή, η ΕΕ παρέχει το γενικό πλαίσιο μέσω των κανόνων για την ένδειξη τιμών και τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, αλλά τα ειδικά μέτρα σήμανσης στα ράφια είναι προς το παρόν κυρίως εθνικές παρεμβάσεις.
Η Γαλλία είναι το πιο καθαρό παράδειγμα. Από την 1η Ιουλίου 2024 επιβλήθηκε υποχρέωση σε μεσαία και μεγάλα καταστήματα να επισημαίνουν στους καταναλωτές, για δύο μήνες, τα συσκευασμένα προϊόντα των οποίων η ποσότητα μειώθηκε ενώ η τιμή έμεινε ίδια ή αυξήθηκε, με αποτέλεσμα άνοδο της τιμής ανά κιλό ή λίτρο. Παράλληλα, στην Ιταλία και στη Γερμανία κατατέθηκαν ή κοινοποιήθηκαν μέσω TRIS εθνικά σχέδια που κινούνται στην ίδια κατεύθυνση, με ειδικές επιγραφές ή σημάνσεις για περιορισμένο χρονικό διάστημα — στην ιταλική περίπτωση για έξι μήνες, στη γερμανική για τρεις μήνες. Άρα, η ευρωπαϊκή τάση υπάρχει, αλλά είναι τάση εθνικής ρύθμισης πάνω σε ευρωπαϊκό υπόβαθρο, όχι μια ενιαία κοινοτική απάντηση.
Η Ελλάδα, με βάση τις δημόσιες αναφορές του 2026, φαίνεται να κινείται ακριβώς προς αυτό το μοντέλο. Δημοσιογραφικές πληροφορίες για πολυνομοσχέδιο του υπουργείου Ανάπτυξης περιγράφουν υποχρεωτική και ευδιάκριτη σήμανση στα ράφια για τουλάχιστον δύο μήνες για προϊόντα των οποίων ο όγκος ή η ποσότητα μειώθηκε χωρίς αντίστοιχη μείωση τιμής, με πρόστιμα από 5.000 ευρώ έως 2.000.000 ευρώ, δημοσιοποίηση παραβατών και χρήση της ψηφιακής εφαρμογής MyKataggelies για καταγγελίες. Από το υλικό της διαβούλευσης προκύπτει επίσης ότι το MyKataggelies εντάσσεται στη γενικότερη ψηφιοποίηση της εποπτείας της αγοράς. Ωστόσο, με τα διαθέσιμα δημόσια στοιχεία στα τέλη Απριλίου 2026, η ελληνική ρύθμιση για την αντιμετώπιση των ελλειμματικών προϊόντων φαίνεται να είναι σε φάση σχεδιασμού/διαβούλευσης και δημόσιας παρουσίασης, όχι ένα ήδη ώριμο, πολυετές καθεστώς τύπου Γαλλίας.
Το κρίσιμο εδώ είναι ότι η πολιτική για τα ελλειμματικά προϊόντα δεν αφορά τον έλεγχο ή την απαγόρευση, αλλά τη σήμανση. Δεν απαγορεύει σε μια εταιρεία να αλλάξει μέγεθος συσκευασίας. Της επιβάλλει όμως να μην το κρύβει πίσω από οπτικά παρόμοια παρουσίαση. Είναι, λοιπόν, μέτρο διαφάνειας και όχι άμεσου κρατικού καθορισμού τιμών. Γι’ αυτό και συνδέεται περισσότερο με το δίκαιο του καταναλωτή παρά με το δίκαιο έκτακτης οικονομικής διαχείρισης.
Τι είναι ευρωπαϊκή υποχρέωση και τι είναι εθνική επιλογή
Στα καταναλωτικά δάνεια, η ευρωπαϊκή διάσταση είναι η πιο καθαρή. Η νέα οδηγία απαιτεί ρητά από τα κράτη-μέλη να λάβουν μέτρα κατά των υπερβολικών χρεώσεων, και η ίδια η ελληνική διοίκηση είχε από χρόνια προετοιμάσει το έδαφος, περιγράφοντας ότι η νέα ευρωπαϊκή κατεύθυνση περιλαμβάνει επέκταση του πεδίου, καλύτερο έλεγχο πιστοληπτικής ικανότητας, συμβουλευτικές υπηρεσίες και ανώτατα όρια. Συνεπώς, το ελληνικό νομοσχέδιο είναι σε μεγάλο βαθμό ευρωπαϊκή εναρμόνιση με εθνική παραμετροποίηση. Το ποσοστό 30-50% είναι εθνική πολιτική επιλογή· η απαίτηση να υπάρξει κάποιο αποτελεσματικό αντι-καταχρηστικό όριο είναι πλέον ευρωπαϊκή.
Στο πλαφόν κέρδους η εικόνα είναι διαφορετική. Το ισχύον καθεστώς του 2026 θεμελιώνεται ρητά σε Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου και σε υπουργική απόφαση που αιτιολογούνται από τον κίνδυνο αθέμιτης κερδοφορίας μετά τη νέα γεωπολιτική κρίση στη Μέση Ανατολή. Δηλαδή, εδώ έχουμε κυρίως εθνικό μηχανισμό έκτακτης παρέμβασης. Πρόκειται για εθνική απάντηση σε σοκ τιμών, η οποία πρέπει βέβαια να κινείται μέσα στα γενικά όρια του ευρωπαϊκού δικαίου, αλλά δεν εμφανίζεται ως άμεση μεταφορά συγκεκριμένης νέας οδηγίας.
Η αντιμετώπιση του φαινομένου των ελλειμματικών προϊόντων βρίσκεται ακριβώς στη μέση. Η ΕΕ δίνει το βασικό υπόστρωμα — ένδειξη τελικής τιμής, ένδειξη τιμής ανά μονάδα, απαγόρευση αθέμιτων πρακτικών — αλλά τα πιο «χειροπιαστά» εργαλεία, όπως οι ειδικές επιγραφές δίπλα στο προϊόν, είναι αυτή τη στιγμή εθνικές καινοτομίες. Αυτό εξηγεί γιατί βλέπουμε τη Γαλλία, την Ιταλία, τη Γερμανία και τώρα την Ελλάδα να κινούνται με δικά τους μοντέλα. Άρα, αν ήταν να προσδιορίσουμε τις ρυθμίσεις, θα λέγαμε: στα δάνεια «κυρίως εναρμόνιση», στα ελλειμματικά προϊόντα «ευρωπαϊκή βάση, εθνική εξειδίκευση», στο πλαφόν κέρδους «κυρίως εθνική κρίση-διαχείριση».
Πώς συνδέονται τα τρία ζητήματα
Αν τα δει κανείς ψύχραιμα, τα τρία μέτρα στοχεύουν σε τρεις διαφορετικούς διαύλους επιβάρυνσης του νοικοκυριού. Ο πρώτος είναι η άμεση επιβάρυνση στην αγορά αγαθών και καυσίμων μέσω υψηλών περιθωρίων κέρδους. Ο δεύτερος είναι η έμμεση επιβάρυνση μέσω «αόρατων» ανατιμήσεων, όταν η ποσότητα μικραίνει αλλά η τιμή φαίνεται σταθερή. Ο τρίτος είναι η χρηματοοικονομική επιβάρυνση, όταν το νοικοκυριό καλύπτει το αυξημένο κόστος ζωής με δανεισμό και εγκλωβίζεται σε υπερβολικό συνολικό κόστος πίστωσης. Δηλαδή, μιλάμε για τρία σημεία της ίδιας αλυσίδας: ράφι, αντλία, δόση.
Γι’ αυτό και τα μέτρα είναι όλα απαραίτητα. Αν περιοριστεί μόνο το μικτό περιθώριο κέρδους, μια επιχείρηση μπορεί να στραφεί σε μικρότερες συσκευασίες ή να μεταφέρει το πρόβλημα σε πιο δυσδιάκριτες μορφές χρέωσης. Αν επιβληθεί μόνο σήμανση ελλειμματικού προϊόντος, δεν αντιμετωπίζονται ούτε τα περιθώρια σε καύσιμα ούτε το συνολικό κόστος πίστωσης. Αν θεσπιστεί μόνο πλαφόν στα δάνεια, δεν αντιμετωπίζεται το γεγονός ότι ο καταναλωτής εξακολουθεί να αγοράζει μικρότερη ποσότητα προϊόντος στην ίδια τιμή. Η ουσιαστική σύνδεση είναι ότι το κράτος επιχειρεί ταυτόχρονα να ελέγξει την τιμή, την αθέατη τιμολόγηση και το κόστος χρηματοδότησης της κατανάλωσης.
Από αυτή την άποψη, η σημερινή ελληνική προσέγγιση δεν είναι μία μεμονωμένη καμπάνια κατά της ακρίβειας, αλλά μια πιο σύνθετη αρχιτεκτονική: διαφάνεια πριν από τη συναλλαγή, έλεγχος και πρόστιμα μετά τη συναλλαγή, και όρια σε ειδικές καταχρηστικές μορφές κόστους είτε στην αγορά είτε στη χρηματοδότηση. Η δημιουργία της νέας Ανεξάρτητης Αρχής, το MyKataggelies, το πλαφόν στα περιθώρια κέρδους και το υπό διαμόρφωση πλαφόν στο συνολικό κόστος δανείου έχουν κοινό παρονομαστή: μετατόπιση από το μοντέλο «ο καταναλωτής ας προσέχει μόνος του» σε ένα μοντέλο πιο έντονης διοικητικής εποπτείας.
Η πολιτική αλήθεια, επομένως, είναι σύνθετη. Ναι, η Ελλάδα σε ορισμένα σημεία κινείται επειδή η ΕΕ αλλάζει το πλαίσιο — και αυτό ισχύει ιδιαίτερα για την καταναλωτική πίστη. Όχι, δεν είναι όλα «Βρυξέλλες»: τα περιθώρια κέρδους στα καύσιμα και στα βασικά είδη είναι πολύ περισσότερο προϊόν εθνικής διαχείρισης κρίσης. Και όσον αφορά τα ελλειμματικά προϊόντα, η Ελλάδα δεν ακολουθεί απλώς μια υποχρεωτική κοινοτική οδηγία, αλλά συμμετέχει σε μια ευρωπαϊκή τάση εθνικών παρεμβάσεων που επιχειρούν να καλύψουν ένα κενό του ενωσιακού πλαισίου.








