Σάββατο, 20 Ιούν, 2026
Ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας, Χακάν Φιντάν, σε επίσκεψη του στο Πεκίνο, στο πλαίσιο της συμμετοχής του στο πρόγραμμα «Σχέσεις Τουρκίας-Κίνας σε μια Μεταβαλλόμενη Παγκόσμια Τάξη», στη δεξαμενή σκέψης του Κέντρου για την Κίνα και την Παγκοσμιοποίηση (CCG), στις 3-5 Ιουνίου 2024. (Υπουργείο Εξωτερικών Τουρκίας)

Η Τουρκία ανάμεσα σε Ουάσιγκτον και Μόσχα: Η υπόθεση Halkbank, οι επαφές Φιντάν στη Ρωσία και τα μηνύματα για την Ελλάδα

Η ταυτόχρονη κινητικότητα της Τουρκίας προς δύο διαφορετικές κατευθύνσεις — τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Ρωσία — δείχνει για ακόμη μία φορά τον τρόπο με τον οποίο η Άγκυρα επιδιώκει να κινείται στο κενό ανάμεσα σε ανταγωνιστικές δυνάμεις, αποκομίζοντας οφέλη χωρίς να εγκαταλείπει τις δικές της επιδιώξεις. Από τη μία πλευρά, η υπόθεση της κρατικής τουρκικής τράπεζας Halkbank στις ΗΠΑ οδηγείται σε κλείσιμο, έπειτα από χρόνια δικαστικής και διπλωματικής έντασης. Από την άλλη, ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν είχε επαφές στη Μόσχα, σε μια περίοδο κατά την οποία η Ρωσία αναζητά διαύλους επικοινωνίας, η Ουκρανία παραμένει στο επίκεντρο και η Μαύρη Θάλασσα αποκτά αυξημένη γεωπολιτική σημασία.

Για την Ελλάδα, αυτές οι εξελίξεις δεν μπορούν να διαβαστούν ουδέτερα ή αποκομμένα από το ευρύτερο περιβάλλον. Η Τουρκία δεν είναι ένας μακρινός παίκτης του διεθνούς συστήματος, αλλά ο βασικός γεωπολιτικός ανταγωνιστής της χώρας μας στην Ανατολική Μεσόγειο, στο Αιγαίο, στην Κύπρο και στα Βαλκάνια. Το ζήτημα, επομένως, είναι να κατανοηθεί πώς η Άγκυρα προσπαθεί να μετατρέπει κάθε διεθνή κρίση σε πεδίο διαπραγμάτευσης υπέρ των δικών της συμφερόντων.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η υπόθεση Halkbank αποτελούσε επί χρόνια ένα από τα πιο ευαίσθητα σημεία στις σχέσεις Ουάσιγκτον–Άγκυρας. Η τουρκική κρατική τράπεζα είχε κατηγορηθεί το 2019 στις ΗΠΑ για συμμετοχή σε σχήμα παραβίασης των αμερικανικών κυρώσεων κατά του Ιράν. Οι αμερικανικές αρχές είχαν υποστηρίξει ότι μέσω της τράπεζας μετακινήθηκαν δισεκατομμύρια δολάρια που συνδέονταν με ιρανικά έσοδα από πετρέλαιο και φυσικό αέριο, με κατηγορίες που περιελάμβαναν απάτη, ξέπλυμα χρήματος και παραβίαση κυρώσεων. Η υπόθεση είχε προκαλέσει μεγάλη πολιτική ένταση, καθώς η Halkbank είναι κρατική τράπεζα και η Άγκυρα είχε επανειλημμένα καταγγείλει τη δίωξη ως πολιτικά υποκινούμενη.

Η εξέλιξη του 2026 αλλάζει το τοπίο. Το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης ζήτησε από ομοσπονδιακό δικαστή στο Μανχάτταν να απορρίψει την ποινική υπόθεση κατά της Halkbank, δηλώνοντας ότι δεν προτίθεται να συνεχίσει τη δίωξη της τουρκικής κρατικής τράπεζας. Η διαδικασία βασίστηκε σε συμφωνία αναστολής δίωξης, η οποία προέβλεπε έλεγχο συμμόρφωσης της τράπεζας ως προς τις κυρώσεις και την καταπολέμηση του ξεπλύματος χρήματος. Μετά την ολοκλήρωση της περιόδου ελέγχου, οι εισαγγελείς ανέφεραν ότι δεν εντοπίστηκαν περιπτώσεις μη συμμόρφωσης και προχώρησαν στο αίτημα απόρριψης της υπόθεσης.

Το στοιχείο που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι ότι η συμφωνία δεν προβλέπει χρηματικό πρόστιμο και δεν περιλαμβάνει παραδοχή ποινικής ευθύνης από την τράπεζα. Σύμφωνα με το Reuters, δεν υπάρχει καταβολή χρημάτων στο πλαίσιο της συμφωνίας, ενώ η Halkbank δεν παραδέχθηκε ποινική παρανομία. Η ίδια η τράπεζα είχε δηλώσει ότι, με την έγκριση του δικαστηρίου, η υπόθεση που διήρκεσε εννέα χρόνια θα έκλεινε πλήρως. Τουρκικά μέσα μετέδωσαν στη συνέχεια ότι το αμερικανικό δικαστήριο ενέκρινε την απόρριψη, οδηγώντας την υπόθεση στο τέλος της.

Από ελληνική σκοπιά, η σημασία της εξέλιξης δεν περιορίζεται στο νομικό σκέλος. Μια υπόθεση που επί χρόνια αποτελούσε σοβαρό διαπραγματευτικό βάρος για την Άγκυρα φαίνεται να απομακρύνεται χωρίς άμεσο οικονομικό κόστος για την τουρκική κρατική τράπεζα. Αυτό δίνει στην τουρκική ηγεσία τη δυνατότητα να παρουσιάσει στο εσωτερικό της χώρας μια σημαντική αποφόρτιση στις σχέσεις με τις ΗΠΑ, ενώ ταυτόχρονα αφαιρεί από την Ουάσιγκτον ένα εργαλείο πίεσης που είχε πολιτική και συμβολική βαρύτητα.

Η χρονική συγκυρία δεν είναι αδιάφορη. Η υπόθεση Halkbank δεν ήταν ποτέ μόνο τραπεζική ή δικαστική. Είχε συνδεθεί με τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις, με το ζήτημα των κυρώσεων κατά του Ιράν, με τη θέση της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ και με τις προσπάθειες της Άγκυρας να διατηρεί ταυτόχρονα ανοικτούς διαύλους με κράτη που βρίσκονται σε σύγκρουση με τη Δύση. Η αποφόρτιση αυτής της υπόθεσης έρχεται την ώρα που η Τουρκία εμφανίζεται ξανά χρήσιμη σε πολλαπλά μέτωπα: στη Μέση Ανατολή, στη Μαύρη Θάλασσα, στην Ουκρανία, αλλά και στη σχέση της Δύσης με τη Ρωσία.

Παράλληλα, η επίσκεψη του Χακάν Φιντάν στη Μόσχα επιβεβαιώνει ότι η Άγκυρα συνεχίζει να καλλιεργεί μια σχέση υψηλού επιπέδου με τη Ρωσία, χωρίς να εγκαταλείπει την ιδιότητά της ως μέλους του ΝΑΤΟ. Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών επισκέφθηκε τη Ρωσία στις 16–17 Ιουνίου, με αντικείμενο τις διμερείς σχέσεις, την Ουκρανία, τη Μαύρη Θάλασσα, τον Νότιο Καύκασο και περιφερειακές κρίσεις.

Σύμφωνα με το Reuters, ο Φιντάν αναμενόταν να επαναλάβει στη Μόσχα την πρόταση της Τουρκίας να φιλοξενήσει συνομιλίες μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας. Στην ίδια ατζέντα περιλαμβάνονταν η ασφάλεια της ναυσιπλοΐας στη Μαύρη Θάλασσα και οι εξελίξεις στον Νότιο Καύκασο. Η επίσκεψη πραγματοποιήθηκε σε ένα περιβάλλον όπου η Τουρκία διατηρεί σχέσεις τόσο με τη Μόσχα όσο και με το Κίεβο, επιδιώκοντας να εμφανίζεται ως πιθανός μεσολαβητής, αλλά και ως αναγκαίος περιφερειακός συνομιλητής.

Η ρωσική πλευρά, από την πλευρά της, προβάλλει τη σχέση με την Τουρκία ως σταθερό δίαυλο πολιτικής συνεννόησης. Το ρωσικό υπουργείο Εξωτερικών, πριν από την επίσκεψη Φιντάν, ανέφερε ότι οι επαφές Πούτιν–Ερντογάν παίζουν σημαντικό ρόλο στη συνεχή ανάπτυξη του ρωσοτουρκικού πολιτικού διαλόγου, ενώ κατέγραψε συχνή επικοινωνία και θεσμικές διαβουλεύσεις μεταξύ των δύο πλευρών. Στην ατζέντα που περιέγραψε η Μόσχα περιλαμβάνονταν η Μέση Ανατολή, η Μαύρη Θάλασσα, η Συρία, η Λιβύη και ο Νότιος Καύκασος.

Για την Αθήνα, αυτή η εικόνα χρειάζεται προσεκτική ανάγνωση. Η Τουρκία χρησιμοποιεί την ιδιότητά της ως μέλους του ΝΑΤΟ για να συνομιλεί με τη Δύση, ενώ ταυτόχρονα διατηρεί ανοικτή στρατηγική σχέση με τη Ρωσία σε ενέργεια, εμπόριο, περιφερειακές κρίσεις και ασφάλεια. Δεν πρόκειται για αντίφαση που την παραλύει· είναι μέρος της μεθόδου της. Η Άγκυρα συχνά κινείται στα όρια μεταξύ συμμαχίας και αυτονομίας, μετατρέποντας την ασάφεια σε διαπραγματευτικό εργαλείο.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η Τουρκία είναι παντοδύναμη ή ότι δεν αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα. Η οικονομία της παραμένει ευάλωτη, η εξάρτησή της από εξωτερικές ισορροπίες είναι μεγάλη και η προσπάθειά της να παίζει σε πολλά ταμπλό δημιουργεί κινδύνους. Όμως η πραγματικότητα είναι ότι η Άγκυρα αξιοποιεί συστηματικά τη γεωγραφική της θέση και τη χρησιμότητά της σε κρίσιμα μέτωπα. Το κάνει στη Μαύρη Θάλασσα, όπου έχει ρόλο λόγω του Βοσπόρου. Το κάνει στη Μέση Ανατολή, όπου διατηρεί σχέσεις με αντιμαχόμενες πλευρές. Το κάνει στον Καύκασο, όπου στηρίζει το Αζερμπαϊτζάν και επιδιώκει να επηρεάζει τις νέες ισορροπίες. Και το κάνει απέναντι στις ΗΠΑ, παρουσιάζοντας τον εαυτό της ως δύσκολο αλλά αναγκαίο σύμμαχο.

Πως μπορείτε να μας βοηθήσετε ώστε να συνεχίσουμε να σας κρατάμε ενημερωμένους

Ποιος είναι ο λόγος που χρειαζόμαστε την βοήθειά σας για την χρηματοδότηση του ερευνητικού ρεπορτάζ μας; Επειδή είμαστε ένας ανεξάρτητος οργανισμός ειδήσεων που δεν επηρεάζεται από καμία κυβέρνηση, εταιρεία ή πολιτικό κόμμα. Από την ημέρα που ξεκινήσαμε, έχουμε έρθει αντιμέτωποι με προσπάθειες αποσιώπησης της αλήθειας κυρίως από το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Αλλά δεν θα λυγίσουμε. Η ελληνική έκδοση της Epoch Times βασίζεται ολοκληρωτικά στις γενναιόδωρες συνεισφορές σας για να διατηρήσει την παραδοσιακή δημοσιογραφία ζωντανή και υγιή στην Ελληνική γλώσσα. Μαζί, μπορούμε να συνεχίσουμε να διαδίδουμε την αλήθεια.

Σχολιάστε