Ανάλυση ειδήσεων
Το Τόκυο και η Μανίλα υπέγραψαν δύο καίριες συμφωνίες ασφaλειας για να εδραιώσουν μια δομή «ασιατικού ΝΑΤΟ» υπό την ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών, η οποία, όπως λένε ειδικοί, αντισταθμίζει αποτελεσματικά το Πεκίνο και αυξάνει δραστικά το κόστος μιας ενδεχόμενης κινεζικής εισβολής στην Ταϊβάν.
Ο Ιάπωνας υπουργός Εξωτερικών Τοσιμίτσου Μοτέγκι επικύρωσε τη Συμφωνία Απόκτησης και Αμοιβαίας Παροχής Υπηρεσιών (Acquisition and Cross-Servicing Agreement – ACSA) με την ομόλογό του, Μαρία Τερέζα Λαζάρο, στη Μανίλα στις 15 Ιανουαρίου, θεσπίζοντας ένα νομικό πλαίσιο που διευκολύνει την αμοιβαία ανταλλαγή προμηθειών και τη λογιστική υποστήριξη μεταξύ των αμυντικών τους δυνάμεων.
Παράλληλα με την υπογραφή, η Ιαπωνία δεσμεύτηκε για επιχορήγηση 6 εκατ. δολαρίων στο πλαίσιο της Επίσημης Βοήθειας Ασφάλειας, με σκοπό τη χρηματοδότηση εγκαταστάσεων για ταχύπλοα φουσκωτά σκάφη που έχουν δωρηθεί από την Ιαπωνία, σε ένα βήμα που αποσκοπεί στην ενίσχυση της παράκτιας άμυνας των Φιλιππινών.
Οι συμφωνίες γίνονται σε μια περίοδο κατά την οποία το Πεκίνο εντείνει την πίεση «γκρίζας ζώνης» σε αμφισβητούμενα ύδατα, με το Τόκυο να καταθέτει «ισχυρή διαμαρτυρία» για τη νέα κινεζική δομή ανάπτυξης πόρων στην Ανατολική Σινική Θάλασσα στις 16 Ιανουαρίου, και κινεζικά σκάφη να εμπλέκονται επανειλημμένα σε συγκρούσεις με δυνάμεις των Φιλιππινών στη Νότια Σινική Θάλασσα.
Επέκταση της άμυνας
Ο Κέι Κόγκα (Kei Koga), αναπληρωτής καθηγητής στη Σχολή Κοινωνικών Επιστημών του Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Νανγιάνγκ στη Σιγκαπούρη, θεώρησε ότι οι αμυντικές συμφωνίες αποτελούν μακροπρόθεσμο βήμα προς την εμβάθυνση της συνεργασίας και όχι στρατιωτικό σύμφωνο που στοχεύει μια συγκεκριμένη χώρα.
Ο Κόγκα δήλωσε στην εφημερίδα The Epoch Times ότι η ACSA δεν αποτρέπει αποτελεσματικά την Κίνα, καθώς η συμφωνία προορίζεται κυρίως να απλοποιήσει τις διοικητικές διαδικασίες για τη χρήση και την παροχή στρατιωτικού εξοπλισμού και προμηθειών.
Ο Άρθουρ Γουάνγκ Τζιν-σενγκ (Arthur Wang Zhin-sheng), γενικός γραμματέας του Συνδέσμου Ανταλλαγών Ελίτ Ασίας–Ειρηνικού στην Ταϊβάν, έδωσε διαφορετική οπτική, υποστηρίζοντας ότι η συμφωνία λειτουργεί ως αναγκαία απάντηση στη διαρκή παρενόχληση του Πεκίνου και στις προσπάθειές του να διαρρήξει την Πρώτη Αλυσίδα Νήσων.
Ο Γουάνγκ ανέφερε στην Epoch Times ότι με τη Συμφωνία Αμοιβαίας Πρόσβασης (Reciprocal Access Agreement – RAA) που είχε υπογραφεί προηγουμένως και τη νέα ACSA, οι Φιλιππίνες μπορούν πλέον — όταν αυτό είναι αναγκαίο — να φιλοξενούν αναπτύξεις των Ιαπωνικών Δυνάμεων Αυτοάμυνας, επεκτείνοντας ουσιαστικά την αμυντική εμβέλεια της Ιαπωνίας από το βόρειο τμήμα της Πρώτης Αλυσίδας Νήσων έως τις Φιλιππίνες.

Σύμφωνα με την Πρεσβεία της Ιαπωνίας στις Φιλιππίνες, η RAA λειτουργεί ως νομικό πλαίσιο για τη διευκόλυνση συνεργατικών ασκήσεων και αποστολών ανθρωπιστικής βοήθειας, ενώ ενισχύει τον συντονισμό μεταξύ των δυνάμεων των δύο χωρών.
«Ασιατικό ΝΑΤΟ»
Οι συμφωνίες προκάλεσαν, όπως αναμενόταν, έντονες διαμαρτυρίες από το Πεκίνο, το οποίο κατηγόρησε την Ιαπωνία για στρατιωτική επέκταση, σύμφωνα με δηλώσεις του εκπροσώπου του υπουργείου Εξωτερικών Γκούο Τζιακούν κατά τη διάρκεια ενημέρωσης Τύπου, στις 16 Ιανουαρίου.
Απορρίπτοντας το αφήγημα του Πεκίνου, ο Γουάνγκ υποστήριξε ότι η Κίνα αποκάλυψε πλήρως τις δικές της επεκτατικές φιλοδοξίες στον Ινδο-Ειρηνικό με μέτρα όπως ο Νόμος για την Ακτοφυλακή το 2021, γεγονός που, όπως είπε, ώθησε φυσιολογικά τους συμμάχους υπό την ηγεσία των ΗΠΑ να διαμορφώσουν ένα δίκτυο ανάσχεσης μέσω περισσότερων αμυντικών συμφωνιών.
Κατά τον Γουάνγκ, η συγχρονισμένη άμυνα και η ανταλλαγή πληροφοριών της συμφωνίας επιτρέπουν ταχείες κοινές αντιδράσεις, ασκώντας πίεση στο Πεκίνο που καλείται να αντιμετωπίσει ένα ενιαίο μέτωπο. Όπως παρατήρησε, αυτή η νέα διαλειτουργικότητα επιτρέπει στο Τόκυο να στηρίξει τη Μανίλα στη Νότια Σινική Θάλασσα, υποχρεώνοντας το Πεκίνο να διαχειριστεί μια πρόκληση σε δύο μέτωπα αντί να αντιμετωπίζει τις Φιλιππίνες μεμονωμένα.
Ο Γουάνγκ σημείωσε ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ αξιοποιεί τις συμμαχίες με την Ιαπωνία και τη Νότια Κορέα, καθώς και τις συχνές ασκήσεις με τις Φιλιππίνες, για να ενισχύσει στρατιωτικές και επιχειρησιακές αναπτύξεις στον Ινδο-Ειρηνικό. Όπως ανέφερε, αυτοί οι αλληλεπικαλυπτόμενοι διμερείς και πολυμερείς κύκλοι διαμορφώνουν αυτό που αποκάλεσε «ασιατικό ΝΑΤΟ», επιτρέποντας στην Ουάσιγκτον να ενοποιεί τη στρατηγική ανάσχεσης και να μεταβάλλει θεμελιωδώς το στρατηγικό τοπίο της γεωπολιτικής αντιπαλότητας ΗΠΑ-Κίνας.
Αποτροπή εισβολής στην Ταϊβάν
Την ώρα που το Τόκυο και η Μανίλα εδραίωναν τους αμυντικούς τους δεσμούς, ένα κινεζικό στρατιωτικό μη επανδρωμένο αεροσκάφος παραβίασε για λίγο τον εναέριο χώρο του νησιού Ντονγκσά, που ελέγχεται από την Ταϊβάν και είναι διεθνώς γνωστό ως νησί Πράτας, στη Νότια Σινική Θάλασσα, στις 17 Ιανουαρίου, σύμφωνα με το υπουργείο Εθνικής Άμυνας της Ταϊβάν.
Ο Γουάνγκ ανέφερε ότι το περιστατικό αναδεικνύει τη στρατηγική σημασία της συμφωνίας που συνδέει τα στενά Μιγιάκο και Μπάσι, τα οποία, όπως είπε, αποτελούν κρίσιμους διαδρόμους για μια πιθανή εισβολή στην Ταϊβάν και πλέον συνεπάγονται πολύ υψηλότερο κίνδυνο για το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (ΚΚΚ). Αυτό συνιστά στρατηγική άρνησης πρόσβασης ή άρνησης περιοχής, η οποία ευθυγραμμίζει αποτελεσματικά την Ιαπωνία, την Ταϊβάν και τις Φιλιππίνες, περιπλέκει κάθε απόπειρα αποκλεισμού και διασφαλίζει ότι το Πεκίνο θα δεχόταν καταστροφικό πλήγμα εάν επέμενε σε επίθεση.
Η κινεζική στρατηγική άρνησης πρόσβασης ή άρνησης περιοχής αποσκοπεί στο να κρατήσει τις δυνάμεις των ΗΠΑ μακριά σε περίπτωση σύγκρουσης για την Ταϊβάν, την οποία το Πεκίνο επιθυμεί να προσαρτήσει στην ηπειρωτική χώρα, ακόμη και με τη χρήση βίας, αρνούμενο να την αναγνωρίσει ως αυτόνομο κράτος. Ο Γουάνγκ παρατήρησε ότι η επέκταση της συνεργασίας μεταξύ Τόκυο και Μανίλα για την αντιμετώπιση απειλών «γκρίζας ζώνης» θα διατάρασσε «σοβαρά» τα αρχικά σχέδια εισβολής της Κίνας. Όπως ανέφερε, αυτό υποχρεώνει το Πεκίνο να υπολογίσει εκ νέου κάθε μελλοντική επιθετική ενέργεια εναντίον της Ταϊβάν.
Υβριδικός πόλεμος
Παρά την αυξανόμενη αμυντική στάση και εμπλοκή σε όλο τον Ινδο-Ειρηνικό, ο Κόγκα προέβλεψε ότι η επιθετική συμπεριφορά της Κίνας στην περιοχή είναι «απίθανο να αλλάξει σημαντικά», υποστηρίζοντας ότι το Πεκίνο θα συνεχίσει να ακολουθά τη γραμμή που έχει χαράξει, καθώς δεν θεωρεί τη συμφωνία ιδιαίτερα επείγουσα ή καθοριστική.
Ο Γουάνγκ περιέγραψε την κινεζική πολιτική ως μια προσέγγιση με τρεις πτυχές: τακτικές «γκρίζας ζώνης», οικονομική πίεση και εσωτερική διείσδυση. Οι ενέργειες της Κίνας στη Νότια Σινική Θάλασσα καθ’ όλη τη διάρκεια του 2025 ισοδυναμούν ουσιαστικά με ριψοκίνδυνη κλιμάκωση που στοχεύει απομακρυσμένους υφάλους, ενώ η οικονομική πίεση που ασκεί στην Ιαπωνία και τις Φιλιππίνες φαίνεται να έχει περιορισμένη αποτελεσματικότητα, καθώς το Τόκυο παραμένει ανθεκτικό και η Μανίλα μειώνει σταθερά την εξάρτησή της από τις κινεζικές αγορές.
Ωστόσο, ο Γουάνγκ προειδοποίησε ότι οι δημοκρατίες πρέπει να παραμένουν σε αυξημένη επαγρύπνηση απέναντι στην εσωτερική διείσδυση, καθώς μια τέτοια πόλωση θα μπορούσε να παραλύσει την εσωτερική πολιτική και να δημιουργήσει ευπάθειες τις οποίες το Πεκίνο θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί για εδαφικά οφέλη. Υπενθύμισε τη διείσδυση της Κίνας στη Μανίλα μέσω ενός τοπικού δημάρχου και το πώς αξιοποίησε εσωτερικές διαιρέσεις στην Ιαπωνία, επισημαίνοντας ότι καθώς οι χώρες είναι λιγότερο ευάλωτες στις τακτικές «γκρίζας ζώνης» και την οικονομική πίεση, είναι πολύ πιθανόν το Πεκίνο να εντείνει τις προσπάθειές του στο τρίτο σκέλος της πολιτικής του.
Του Jarvis Lim








