Νεαρά άτομα που απευθύνθηκαν σε εξειδικευμένες υπηρεσίες ταυτότητας φύλου εμφάνιζαν χειρότερη ψυχική υγεία τόσο πριν από την πρώτη αξιολόγηση όσο και αργότερα, σύμφωνα με νέα μελέτη.
Παιδιά και νέοι κάτω των 23 ετών στη Φινλανδία με δυσφορία φύλου —την ψυχική δυσφορία ή τη δυσλειτουργία που μπορεί να βιώνει κάποιος όταν η ταυτότητα φύλου δεν αντιστοιχεί στο βιολογικό φύλο— παρουσίαζαν υψηλότερα ποσοστά ψυχιατρικών προβλημάτων πριν από την πρώτη επαφή με τις υπηρεσίες ταυτότητας φύλου, σε σύγκριση με αντίστοιχη ομάδα ελέγχου, σύμφωνα με Φινλανδούς ερευνητές σε μελέτη που δημοσιεύθηκε στις 4 Απριλίου στο περιοδικό Acta Paediatrica.
Σχεδόν οι μισοί, δηλαδή το 45,7% των νέων που είχαν παραπεμφθεί για ζητήματα ταυτότητας φύλου, εμφάνιζαν ψυχιατρική νοσηρότητα, έναντι μόλις 15% στην ομάδα ελέγχου.
Οι ερευνητές παρακολούθησαν τα άτομα αυτά για έως και δύο χρόνια μετά την παραπομπή τους για αξιολόγηση. Στο διάστημα αυτό, και συγκεκριμένα δύο ή περισσότερα χρόνια μετά την αρχική επαφή, το 61,7% της ομάδας εμφάνιζε ψυχιατρικά προβλήματα, έναντι 14,6% στην ομάδα ελέγχου.
Στο υποσύνολο των εφήβων που υποβλήθηκαν σε ιατρικές παρεμβάσεις επαναπροσδιορισμού φύλου, η συχνότητα των ψυχιατρικών προβλημάτων αυξήθηκε αισθητά κατά την παρακολούθηση, από 9,8% σε 60,7% σε όσους υποβλήθηκαν σε θηλυκοποιητικές παρεμβάσεις και από 21,6% σε 54,5% σε όσους υποβλήθηκαν σε αρρενοποιητικές παρεμβάσεις.
Οι ερευνητές κατέληξαν ότι η σοβαρή ψυχιατρική νοσηρότητα είναι συχνή μεταξύ των εφήβων που παραπέμπονται σε υπηρεσίες ταυτότητας φύλου.
Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν δεδομένα από το εθνικό πληροφοριακό σύστημα της Φινλανδίας για να αναλύσουν την ψυχιατρική υγεία παιδιών και νέων που προσήλθαν σε κλινικές ταυτότητας φύλου στη χώρα από το 1996 έως το 2019. Η περίοδος παρακολούθησης ξεκίνησε από την πρώτη επίσκεψη στις υπηρεσίες ταυτότητας φύλου και διήρκεσε έως τον Ιούνιο του 2022, όταν συγκροτήθηκε το σύνολο των δεδομένων.
Η ομάδα ελέγχου αντλήθηκε από το ίδιο εθνικό σύστημα.
Τελικά, οι ερευνητές κατέληξαν σε δείγμα 2.083 ατόμων ηλικίας έως 22 ετών, τα οποία αντιστοιχίστηκαν με 16.643 άτομα της ομάδας ελέγχου.
Όπως αναφέρουν, όταν ελήφθη υπόψη η προϋπάρχουσα ψυχιατρική νοσηρότητα, οι έφηβοι που είχαν παραπεμφθεί σε υπηρεσίες ταυτότητας φύλου παρουσίαζαν ανάγκη για εξειδικευμένη ψυχιατρική θεραπεία αυξημένη κατά 5 έως 6 φορές δύο ή περισσότερα χρόνια μετά την αρχική ημερομηνία, σε σύγκριση με τους άνδρες της ομάδας ελέγχου, και κατά 3 έως 4 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο σε σύγκριση με τις γυναίκες της ομάδας ελέγχου.
Οι ίδιοι σημειώνουν ότι τα ευρήματα αυτά δεν υποστηρίζουν την άποψη ότι η ψυχική υγεία βελτιώνεται μετά από ιατρικές παρεμβάσεις επαναπροσδιορισμού φύλου που ξεκινούν κατά τα χρόνια της ανάπτυξης και ότι, υπό το πρίσμα των παρόντων αποτελεσμάτων, οι σοβαρές ψυχιατρικές διαταραχές δεν φαίνεται να οφείλονται πρωτίστως στη δυσφορία φύλου.
Οι γιατροί, προσθέτουν, θα πρέπει να γνωρίζουν ότι σε ορισμένους ασθενείς οι παρεμβάσεις ενδέχεται να συνδέονται με επιδείνωση της ψυχικής υγείας.
Ο συνυπογράφων της μελέτης Σάμι-Μάττι Ρούσκα (Sami-Matti Ruuska), ερευνητής στο Πανεπιστήμιο του Τάμπερε, δεν απάντησε σε αίτημα για σχολιασμό έως τον χρόνο δημοσίευσης του άρθρου.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ομοσπονδιακοί αξιωματούχοι υγείας συνέστησαν το 2025 οι ανήλικοι που αντιμετωπίζουν δυσφορία φύλου να λαμβάνουν ψυχοθεραπευτική υποστήριξη, αντί να υποβάλλονται σε παρεμβάσεις όπως αναστολείς εφηβείας ή μαστεκτομή, επισημαίνοντας ότι ορισμένες από αυτές τις παρεμβάσεις ενδέχεται να οδηγήσουν σε ψυχιατρικά προβλήματα.
Στους περιορισμούς της νέας μελέτης περιλαμβάνεται η απουσία αναλυτικότερων στοιχείων σχετικά με τους λόγους για τους οποίους οι νέοι έκαναν χρήση ψυχιατρικών υπηρεσιών.
Η μελέτη χρηματοδοτήθηκε από το Ίδρυμα Jenny ja Antti Wihurin Rahasto. Στη δήλωση συγκρούσεων συμφερόντων αναφέρονται ερευνητικές χρηματοδοτήσεις, αμοιβές για διαλέξεις ή κάλυψη εξόδων και συμμετοχές σε επιτροπές και συμβουλευτικά όργανα, όπως περιγράφεται αναλυτικά στο κείμενο της μελέτης.








