Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, συνέδεσε στις 25 Μαΐου μια πιθανή συμφωνία με το Ιράν με μια ευρεία επέκταση των Συμφωνιών του Αβραάμ, δηλώνοντας ότι τα αραβικά και μουσουλμανικής πλειοψηφίας κράτη που συμμετέχουν στις διαπραγματεύσεις θα πρέπει να εξομαλύνουν τις σχέσεις τους με το Ισραήλ στο πλαίσιο μιας ευρύτερης διευθέτησης με στόχο τη σταθεροποίηση της Μέσης Ανατολής σε μια περίοδο «σύγκρουσης και πολέμου».
Σε ανάρτησή του στο Truth Social, ανέφερε ότι οι συνομιλίες με την Τεχεράνη «προχωρούν καλά», προειδοποιώντας ωστόσο ότι η αποτυχία επίτευξης συμφωνίας θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέα στρατιωτική κλιμάκωση. Όπως ανέρτησε, είτε θα υπάρξει μια σπουδαία συμφωνία για όλους είτε καμία συμφωνία και επιστροφή στο πεδίο της μάχης, προσθέτοντας ότι τυχόν επανάληψη των επιθέσεων θα ήταν «μεγαλύτερη και σφοδρότερη από ποτέ».
Αυτή τη στιγμή βρίσκονται σε εξέλιξη διαπραγματεύσεις μεταξύ του Ιράν και των Ηνωμένων Πολιτειών για μια πιθανή συμφωνία που θα διευθετήσει τη σύγκρουση. Στις 23 Μαΐου, ο Τραμπ δήλωσε ότι η Ουάσιγκτον και η Τεχεράνη είχαν σχεδόν οριστικοποιήσει ένα μνημόνιο κατανόησης για τον τερματισμό του πολέμου. Παρότι οι λεπτομέρειες της συμφωνίας παραμένουν ασαφείς, ανέφερε ότι αυτή θα περιλαμβάνει τη συναίνεση του Ιράν να ανοίξει εκ νέου τα Στενά του Ορμούζ, τη ζωτικής σημασίας θαλάσσια οδό που η Τεχεράνη έχει ουσιαστικά αποκλείσει, προκαλώντας εκτίναξη στις τιμές του αργού πετρελαίου και άλλων βασικών εμπορευμάτων.
Ο εκπρόσωπος του ιρανικού υπουργείου Εξωτερικών, Εσμαΐλ Μπαγκαεΐ, δήλωσε κατά τη διάρκεια ενημέρωσης Τύπου στις 25 Μαΐου ότι το πιθανό μνημόνιο κατανόησης περιλαμβάνει 14 σημεία και επικεντρώνεται γενικά στη διακοπή των εχθροπραξιών και στον τερματισμό του ναυτικού αποκλεισμού των ιρανικών λιμανιών και της ναυσιπλοΐας από τις ΗΠΑ, με αντάλλαγμα την άρση από το Ιράν των δικών του περιορισμών στα Στενά του Ορμούζ.
Στο μήνυμα της 23ης Μαΐου, με το οποίο ανακοίνωσε ότι το μνημόνιο κατανόησης πλησίαζε στην ολοκλήρωσή του, ανέφερε ότι συζήτησε την πρόταση με τον διάδοχο του θρόνου της Σαουδικής Αραβίας, Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, τον πρόεδρο των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, Μοχάμεντ μπιν Ζαγέντ Αλ Ναχιάν, τον εμίρη του Κατάρ, Ταμίμ μπιν Χαμάντ Αλ Θάνι, τον πρόεδρο της Αιγύπτου, Αμπντέλ Φάταχ Ελ Σίσι, τον βασιλιά της Ιορδανίας, Αμπντάλα Β΄, τον βασιλιά του Μπαχρέιν, Χαμάντ μπιν Ίσα Αλ Χαλίφα, τον αρχηγό των ενόπλων δυνάμεων του Πακιστάν, στρατάρχη Σαγίντ Ασίμ Μουνίρ, και τον πρόεδρο της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, μεταξύ άλλων.
Επανερχόμενος στο θέμα στις 25 Μαΐου, υποστήριξε ότι χώρες όπως η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ, το Πακιστάν, η Τουρκία, η Αίγυπτος και η Ιορδανία θα πρέπει να ενταχθούν ταυτόχρονα στις Συμφωνίες του Αβραάμ, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης περιφερειακής διευθέτησης που θα περιλαμβάνει και το Ιράν. Όπως ανέρτησε, η διαδικασία θα πρέπει να ξεκινήσει με την άμεση υπογραφή από τη Σαουδική Αραβία και το Κατάρ και στη συνέχεια να ακολουθήσουν οι υπόλοιπες χώρες, προσθέτοντας ότι διαφορετικά δεν θα πρέπει να συμμετάσχουν στη συμφωνία, καθώς αυτό θα δείχνει κακή πρόθεση.
Οι Συμφωνίες του Αβραάμ, που επιτεύχθηκαν κατά την πρώτη προεδρική θητεία του Τραμπ, εξομάλυναν τις σχέσεις μεταξύ του Ισραήλ και αρκετών αραβικών κρατών, συμπεριλαμβανομένων των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και του Μπαχρέιν, το 2020. Το Μαρόκο και το Σουδάν εντάχθηκαν αργότερα στο πλαίσιο αυτό, το οποίο θεωρείται ευρέως μία από τις σημαντικότερες διπλωματικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή εδώ και δεκαετίες.
Άφησε επίσης ανοιχτό το ενδεχόμενο να ενταχθεί τελικά και το ίδιο το Ιράν στις συμφωνίες. Όπως ανέφερε, πολλοί από τους ηγέτες με τους οποίους συνομίλησε θα θεωρούσαν τιμητική την ένταξη της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν στις Συμφωνίες του Αβραάμ, μόλις υπογραφεί το σχετικό έγγραφο, προσθέτοντας ότι αυτό «θα ήταν κάτι πραγματικά ξεχωριστό».

Η πρόταση έτυχε ισχυρής στήριξης από τον γερουσιαστή Λίντσεϊ Γκράχαμ (R-S.C.), ο οποίος χαρακτήρισε την πρωτοβουλία «λαμπρή» και ενδεχομένως μεταμορφωτική για την περιοχή. Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X στις 25 Μαΐου, ο Γκράχαμ ανέφερε ότι με τη Σαουδική Αραβία και άλλες χώρες, όπως το Πακιστάν, να συνάπτουν ειρήνη με το Ισραήλ, η περιοχή θα γνωρίσει ένα επίπεδο σταθερότητας που δεν είχε φανταστεί ποτέ πριν. Πρόσθεσε ότι αναμένει από τους Άραβες συμμάχους των ΗΠΑ, καθώς και από το Ισραήλ, να στηρίξουν την προσπάθεια, καθώς, όπως είπε, η αποτυχία δεν αποτελεί επιλογή.
Ο αναλυτής για την Κίνα, Αντόνιο Γκρασέφο, έγραψε σε σχόλιό του για την εφημερίδα The Epoch Times πέρυσι ότι το διευρυνόμενο πλαίσιο ευθυγραμμίζει ολοένα και περισσότερο τις μουσουλμανικής πλειοψηφίας χώρες με μια τάξη ασφαλείας και οικονομίας υπό την ηγεσία των ΗΠΑ. Σύμφωνα με τον Γκρασέφο, για τις Ηνωμένες Πολιτείες αυτή η επέκταση αποτελεί στρατηγικό κέρδος στον ανταγωνισμό μεγάλων δυνάμεων με την Κίνα, ενώ τα μουσουλμανικής πλειοψηφίας κράτη που ενισχύουν τις σχέσεις τους με το Ισραήλ μέσω των Συμφωνιών του Αβραάμ ευθυγραμμίζονται, έστω και σιωπηρά, με μια τάξη ασφαλείας και οικονομίας που υποστηρίζεται από τις ΗΠΑ.
Στις 25 Μαΐου, ο Τραμπ περιέγραψε τις Συμφωνίες του Αβραάμ ως πηγή μιας «οικονομικής, χρηματοπιστωτικής και κοινωνικής έκρηξης ανάπτυξης» για τις συμμετέχουσες χώρες και δήλωσε ότι η επέκταση του πλαισίου αυτού θα μπορούσε να ενώσει τη Μέση Ανατολή οικονομικά και στρατηγικά.
Διπλωματία με το Ιράν
Οι τελευταίες δηλώσεις έγιναν αφού ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, ερωτήθηκε από δημοσιογράφους κατά τη διάρκεια ενημέρωσης Τύπου στην Ινδία στις 25 Μαΐου σχετικά με τις προοπτικές επιτυχούς ολοκλήρωσης μιας συμφωνίας με το Ιράν.
Ο Ρούμπιο δήλωσε ότι ο Τραμπ δεν θα αποδεχθεί μια αδύναμη συμφωνία με το Ιράν και προειδοποίησε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι έτοιμες να εξετάσουν άλλες επιλογές εάν αποτύχει η διπλωματία. Όπως ανέφερε, ο πρόεδρος των ΗΠΑ έχει ξεκαθαρίσει πως δεν βιάζεται και ότι δεν πρόκειται να συνάψει μια κακή συμφωνία, προσθέτοντας ότι η Ουάσιγκτον θα δώσει στη διπλωματία κάθε ευκαιρία να πετύχει προτού εξετάσει εναλλακτικές λύσεις.
Ο Ρούμπιο δήλωσε επίσης ότι ο Τραμπ παραμένει προσηλωμένος στην αποτροπή του Ιράν από το να αποκτήσει πυρηνικά όπλα. Όπως είπε, είτε θα υπάρξει μια καλή συμφωνία είτε το ζήτημα θα αντιμετωπιστεί με άλλον τρόπο.
Κεντρικό στοιχείο των τρεχουσών διαπραγματεύσεων αποτελεί το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν και η επιμονή της αμερικανικής πλευράς ότι η Τεχεράνη πρέπει να εγκαταλείψει κάθε φιλοδοξία να εξελιχθεί ποτέ σε πυρηνική δύναμη. Ιρανοί αξιωματούχοι έχουν δηλώσει ότι οι πυρηνικές δραστηριότητες της Τεχεράνης —οι οποίες περιλαμβάνουν εμπλουτισμό ουρανίου σε επίπεδα κοντά σε εκείνα που απαιτούνται για την κατασκευή όπλων— είναι ειρηνικές και μη στρατιωτικές.
Ο πρόεδρος του Ιράν, Μασούντ Πεζεσκιάν, φέρεται να δήλωσε στις 25 Μαΐου, σύμφωνα με το κρατικό πρακτορείο ειδήσεων Islamic Republic News Agency (IRNA), ότι η Τεχεράνη είναι πρόθυμη να διαβεβαιώσει τη διεθνή κοινότητα ότι δεν επιδιώκει την απόκτηση πυρηνικών όπλων, αλλά δεν θα συμβιβαστεί σε ό,τι αφορά «την αξιοπρέπεια και την τιμή της χώρας».
Ο Μπαγκαεΐ δήλωσε επίσης στις 25 Μαΐου ότι υπάρχει πρόοδος στις συνομιλίες, αλλά ότι δεν επίκειται τελική συμφωνία. Σύμφωνα με το IRNA, ανέφερε ότι έχει επιτευχθεί συμφωνία σε «πολλά ζητήματα», αλλά ότι «κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί σε αυτό το στάδιο ότι μια συμφωνία είναι άμεσα επικείμενη».
Απαντώντας στην απειλή επανάληψης αμερικανικών επιθέσεων, ο Μοχσέν Ρεζαεΐ, σύμβουλος του ηγέτη του Ιράν, προειδοποίησε σε δηλώσεις του στο κρατικό δίκτυο Press TV ότι η επανέναρξη των επιθέσεων θα μπορούσε να οδηγήσει την Τεχεράνη στην αποχώρηση από τη «Συνθήκη για τη Μη Διάδοση των Πυρηνικών Όπλων».








