Ο Ιρανός ηγέτης Μοτσταμπά Χαμενεΐ εξέδωσε μήνυμα στις 26 Μαΐου καλώντας ολόκληρο τον μουσουλμανικό κόσμον επιδείξει μεγαλύτερη ενότητα απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ, λέγοντας ότι τα συνθήματα «Θάνατος στην Αμερική» και «Θάνατος στο Ισραήλ» θα εξελιχθούν σε συνθήματα συσπείρωσης των μουσουλμάνων και «των καταπιεσμένων του κόσμου».
Το μήνυμα εκδόθηκε με αφορμή το Χατζ, το ετήσιο ισλαμικό προσκύνημα. Σε αυτό, ο Χαμενεΐ περιγράφει έναν ιστορικό αγώνα κατά της αμερικανικής και ισραηλινής επιρροής στη Μέση Ανατολή, επικαλούμενος επανειλημμένα το επαναστατικό σύνθημα «Αλλαχού Ακμπάρ» ως το «όπλο» που επέτρεψε στο Ιράν και στους συμμάχους του να αντισταθούν στις εξωτερικές πιέσεις.
Υποστήριξε ότι το Ιράν είχε επιτύχει να «καταστήσει το σιωνιστικό καθεστώς αβοήθητο κάτω από τα σφοδρά πλήγματά του κατά τη διάρκεια του δεύτερου επιβεβλημένου πολέμου» και να επιφέρει «ένα σκληρό χαστούκι στην επιθετική Αμερική», αποτρέποντας παράλληλα προσπάθειες εξαναγκασμού της Τεχεράνης σε υποταγή.
Η ανακοίνωση εξήρε επίσης αυτό που αποκάλεσε «Μέτωπο της Αντίστασης», υποστηρίζοντας ότι οι ιρανικές δυνάμεις και οι συμμαχικές μαχητικές ομάδες στον Λίβανο είχαν εξασφαλίσει σημαντικές νίκες απέναντι «στους δύο τρομοκρατικούς στρατούς, πλήρως εξοπλισμένους από την αμερικανοσιωνιστική πλευρά».
Ο Χαμενεΐ συνδύασε τη μαχητική ρητορική με μια ευρύτερη έκκληση για συνεργασία μεταξύ χωρών με μουσουλμανική πλειοψηφία, καλώντας τις χώρες της περιοχής να «πάψουν να λειτουργούν ως ασπίδες για αμερικανικές βάσεις», ενώ χαρακτήρισε το Ισραήλ «παρακμάζον» καθεστώς που πλησιάζει «τα τελικά στάδια της καταραμένης ζωής του».
Εύθραυστη διπλωματία
Το μήνυμα του Χαμενεΐ εκδόθηκε ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ και το Ιράν παραμένουν εγκλωβισμένα σε τεταμένη αντιπαράθεση, έπειτα από μήνες συγκρούσεων, με αμερικανικά και ισραηλινά πλήγματα σε ιρανικές πυρηνικές και στρατιωτικές εγκαταστάσεις, ιρανικά αντίποινα στην ευρύτερη περιοχή και παρακώλυση της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ.
Παρότι η κατάπαυση του πυρός έχει σε μεγάλο βαθμό διατηρηθεί, συνεχίζονται οι διαπραγματεύσεις για ένα προτεινόμενο μνημόνιο κατανόησης που θα αποσκοπεί στον τερματισμό των εχθροπραξιών και στη δημιουργία ενός πλαισίου για μελλοντικές συνομιλίες.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε στις 25 Μαΐου ότι οι διαπραγματεύσεις με την Τεχεράνη βρίσκονται σε καλό δρόμο, προειδοποιώντας ωστόσο ότι η μη επίτευξης αποδεκτής συμφωνίας ενδέχεται να οδηγήσει σε επανάληψη στρατιωτικών ενεργειών.
Ανάλογη θέση εξέφρασε και ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο, λέγοντας ότι ο πρόεδρος Τραμπ δεν θα αποδεχόταν μια «κακή συμφωνία» με το Ιράν και προειδοποιώντας ότι η Ουάσιγκτον θα ακολουθήσει άλλον δρόμο εάν αποτύχει η διπλωματία.
Κατά τη διάρκεια ενημέρωσης στην Ινδία, ο Ρούμπιο ανέφερε ότι ο πρόεδρος είχε ξεκαθαρίσει πως δεν βιάζεται και πως δεν πρόκειται να συνάψει μία κακή συμφωνία, σημειώνοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα δώσουν στη διπλωματία κάθε ευκαιρία να πετύχει προτού εξετάσουν εναλλακτικές επιλογές.
Οι λεπτομέρειες του προτεινόμενου μνημονίου κατανόησης παραμένουν ασαφείς, με τον πρόεδρο Τραμπ να δηλώνει ότι κανείς δεν το έχει δει ούτε γνωρίζει τι είναι.
Σύμφωνα με Ιρανούς αξιωματούχους, το προτεινόμενο μνημόνιο επικεντρώνεται κυρίως στον τερματισμό των συγκρούσεων, στη χαλάρωση των κυρώσεων και του αποκλεισμού και στην απελευθέρωση του διάπλου του Ορμούζ, ενώ τα πιο αμφιλεγόμενα πυρηνικά ζητήματα — όπως η τύχη των αποθεμάτων εμπλουτισμένου ουρανίου — μετατίθενται για μεταγενέστερες διαπραγματεύσεις.
Ο πρόεδρος Τραμπ ανέφερε σε ανάρτησή του στις 25 Μαΐου στο Truth Social ότι το ουράνιο του Ιράν είτε θα καταστραφεί επιτόπου βάσει της προτεινόμενης συμφωνίας ή θα παραδοθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες ή θα μεταφερθεί σε άλλη αποδεκτή τοποθεσία για διάθεση υπό την εποπτεία της Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας ή άλλης αντίστοιχης αρχής.
Παράλληλα, συνέδεσε μια ευρύτερη περιφερειακή διευθέτηση με την επέκταση των Συμφωνιών του Αβραάμ, υποστηρίζοντας ότι χώρες όπως η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ, το Πακιστάν, η Τουρκία, η Αίγυπτος και η Ιορδανία θα πρέπει να εξομαλύνουν τις σχέσεις τους με το Ισραήλ στο πλαίσιο μιας γενικευμένης ειρηνευτικής συμφωνίας.
Η Τεχεράνη επαναχαράσσει τη στρατηγική της
Ανώτεροι Ισραηλινοί αξιωματούχοι ασφαλείας δήλωσαν στο Epoch Magazine ότι η Τεχεράνη αντιμετωπίζει το αναδυόμενο μνημόνιο όχι μόνο ως μηχανισμό παύσης των συγκρούσεων, αλλά και ως πιθανό γεωπολιτικό σημείο καμπής με μετασχηματιστικό χαρακτήρα.
Σύμφωνα με τους αξιωματούχους, η ιρανική ηγεσία ήδη θεωρεί τη μετάβαση από την άμεση στρατιωτική αντιπαράθεση σε σταδιακές διαπραγματεύσεις στρατηγική επιτυχία, έπειτα από μήνες στρατιωτικών, οικονομικών και διπλωματικών πιέσεων από τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ.
Ιρανικά δημοσιεύματα, τα οποία επικαλέστηκαν οι Ισραηλινοί αξιωματούχοι, παρουσιάζουν την Τεχεράνη ως μία δύναμη που κατάφερε να ωθήσει την Ουάσιγκτον προς ένα σταδιακό διαπραγματευτικό πλαίσιο αντί για μια ταχεία συνολική διευθέτηση.
Από την οπτική της Τεχεράνης, ανέφεραν οι αξιωματούχοι, η διαμορφούμενη συμφωνία παρουσιάζεται στο εσωτερικό της χώρας ως απόδειξη ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες υποχώρησαν από τις μαξιμαλιστικές απαιτήσεις τους και απέτυχαν να επιτύχουν βασικούς στόχους τους με τη χρήση βίας. Σε αυτούς περιλαμβάνονται η διάλυση του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, η αποδυνάμωση της Ισλαμικής Δημοκρατίας και ο περιορισμός της περιφερειακής επιρροής της χώρας.
Η ερμηνεία αυτή συνάδει με τον τόνο του μηνύματος του Χαμενεΐ για το Χατζ, όπου παρουσιάζει το Ιράν και το ευρύτερο «Μέτωπο της Αντίστασης» ως ενισχυόμενες δυνάμεις, ενώ τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ ως αποδυναμωμένους αντιπάλους.
Η αποτίμηση της εκστρατείας
Στην Ουάσιγκτον και μεταξύ αναλυτών εξωτερικής πολιτικής έχει ανοίξει συζήτηση για το εάν η αμερικανοϊσραηλινή εκστρατεία κατά του Ιράν υπήρξε επιτυχημένη ή όχι.
Ο Λευκός Οίκος υπερασπίστηκε σθεναρά την επιχείρηση, επισημαίνοντας ότι το Ιράν υπέστη σημαντικά στρατιωτικά πλήγματα, μεταξύ άλλων ζημιές στα αποθέματα πυραύλων, στα ναυτικά μέσα και στις δομές διοίκησης.
Η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Ολίβια Ουέιλς δήλωσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες «πέτυχαν ή και ξεπέρασαν όλους τους στρατιωτικούς στόχους τους στην ‘Επιχείρηση Epic Fury’», υπογραμμίζοντας ότι ο πρόεδρος Τραμπ «κρατά όλα τα χαρτιά» και διατηρεί όλες τις επιλογές ανοιχτές.
Ο Αλεξάντερ Γκρέι, πρώην ανώτερος σύμβουλος κατά την πρώτη θητεία του προέδρου Τραμπ και νυν διευθύνων σύμβουλος της συμβουλευτικής εταιρείας American Global Strategies, υποστήριξε ότι ο πόλεμος έφερε τα κράτη του Κόλπου πιο κοντά στις Ηνωμένες Πολιτείες, απομακρύνοντάς τα από την Κίνα, ενώ το πλήγμα στις στρατιωτικές δυνατότητες του Ιράν θα πρέπει να θεωρηθεί στρατηγική επιτυχία.
Οι επικριτές, αντίθετα, υποστηρίζουν ότι η Τεχεράνη επέζησε της επίθεσης διατηρώντας σημαντικά μέσα πίεσης, ιδίως την ικανότητά της να απειλεί τις παγκόσμιες ενεργειακές ροές μέσω των Στενών του Ορμούζ.
Ο Ααρών Ντέιβιντ Μίλλερ, πρώην διαπραγματευτής για τη Μέση Ανατολή σε κυβερνήσεις Ρεπουμπλικανών και Δημοκρατικών, χαρακτήρισε τη σύγκρουση ως «πόλεμο που σχεδιάστηκε ως σύντομη επίδειξη ισχύος του προέδρου Τραμπ», αλλά πλέον μετατρέπεται σε «μακροπρόθεσμη στρατηγική αποτυχία».
Άλλοι αναλυτές υποστήριξαν ότι η ιρανική ηγεσία θεωρεί ολοένα και περισσότερο την ίδια της την επιβίωση ως νίκη, ιδιαίτερα καθώς οι διαπραγματεύσεις απομακρύνονται από την άμεση διάλυση των πυρηνικών υποδομών της Τεχεράνης και κατευθύνονται προς μια πιο αργή διπλωματική διαδικασία.
Ο Τζόναθαν Πάνικοφ, πρώην αναπληρωτής αξιωματούχος εθνικών πληροφοριών για τη Μέση Ανατολή, δήλωσε ότι το Ιράν ανακάλυψε πως μπορεί να ασκεί αυτή την πίεση με περιορισμένες συνέπειες για το ίδιο. Παρατήρησε δε ότι η Τεχεράνη φαίνεται πεπεισμένη πως μπορεί να αντέξει περισσότερο από τον πρόεδρο Τραμπ, καθώς είναι σε θέση να υπομείνει μεγαλύτερο οικονομικό κόστος.
Ο αποτελεσματικός έλεγχος των Στενών του Ορμούζ από το Ιράν έχει οδηγήσει σε εκτίναξη των τιμών του πετρελαίου, με τις τιμές καυσίμων για τους Αμερικανούς οδηγούς να καταγράφουν υψηλό τετραετίας, γεγονός που έχει ωθήσει την καταναλωτική εμπιστοσύνη σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα.
Με πληροφορίες από το Reuters








