Το 430 π.Χ., ο Περικλής εκφώνησε έναν επικήδειο λόγο για να τιμήσει όσους είχαν πεθάνει στον πόλεμο. Στην ομιλία του εξύμνησε την Αθήνα ως μια ελεύθερη, όμορφη και γενναία πόλη, υπογραμμίζοντας την ανάγκη να διατυπώνονται υψηλότερες αρχές και να αναζωπυρώνεται η ελπίδα σε δύσκολους καιρούς.
Ο μεγαλύτερος πολιτικός της Αθήνας
Ο 5ος αιώνας π.Χ. συχνά αποκαλείται «χρυσός αιώνας» της Ελλάδας. Η δημοκρατία έγινε νομική και πολιτική πραγματικότητα, οι ελληνικές πόλεις-κράτη απέκρουσαν με επιτυχία μια μαζική περσική εισβολή και εξασφάλισαν δύο αιώνες ανεξαρτησίας, ενώ φιλόσοφοι όπως ο Σωκράτης άρχισαν να θέτουν διερευνητικά φιλοσοφικά ερωτήματα που εξακολουθούν να απασχολούν την ανθρωπότητα.
Οι μεγάλοι τραγωδοί Αισχύλος, Σοφοκλής και Ευριπίδης, αλλά και ο Αριστοφάνης έγραψαν τα αριστουργήματά τους βάζοντας τις βάσεις για το θέατρο, ο Ιπποκράτης έθεσε τα θεμέλια της σύγχρονης ιατρικής, ενώ ο Ηρόδοτος μετέτρεψε την ιστορία σε μια αυτόνομη πνευματική επιστήμη.
Ο Περικλής, γόνος πλούσιας, αριστοκρατικής οικογένειας, συμμετείχε σε όλα αυτά τα σημαντικά εγχειρήματα. Αν και νέος προτιμούσε την απομόνωση και τη μελέτη, εξελίχθηκε σε έναν ευφραδή πολιτικό. Προώθησε ειρηνευτικές συμφωνίες με την Περσία και ηγήθηκε της επέκτασης και του εξωραϊσμού της Αθήνας, υποστηρίζοντας την κατασκευή εμβληματικών κτισμάτων όπως ο Παρθενώνας.

Λάτρης της μουσικής και της φιλοσοφίας, χρηματοδότησε την παράσταση της τραγωδίας του Αισχύλου «Πέρσες», που αφηγείται την πτώση του Ξέρξη, του Πέρση βασιλιά που προσπάθησε να κατακτήσει την Ελλάδα. Επιπλέον, ίδρυσε και ένα δημόσιο ταμείο για να επιδοτήσει την παρακολούθηση των θεατρικών φεστιβάλ από τον λαό. Ο ρόλος του στην ανάδειξη της Αθήνας σε πολιτιστικό επίκεντρο και ναυτική υπερδύναμη ήταν τόσο καθοριστικός που η εποχή εκείνη ονομάζεται μερικές φορές «εποχή του Περικλή».
Ο Δεύτερος Πελοποννησιακός Πόλεμος
Παρά τα ηγετικά του χαρίσματα, ο Περικλής επικρίθηκε για την υποκίνηση της μεγάλης σύγκρουσης μεταξύ της Αθήνας και της Σπάρτης, γνωστής ως Β΄ Πελοποννησιακός Πόλεμος (431-404 π.Χ.). Γνωρίζοντας ότι η γενέτειρά του, η Αθήνα, είχε τις δυνατότητες να γίνει η κυρίαρχη δύναμη στην ανατολική Μεσόγειο, επεδίωξε να επεκτείνει την επικράτειά της. Οι επιλογές του είχαν ως αποτέλεσμα την επιδείνωση μικρών συγκρούσεων, ενώ επέβαλε και ένα από τα πρώτα εμπορικά εμπάργκο στην ιστορία εμποδίζοντας τα Μέγαρα να εμπορεύονται στην αθηναϊκή αγορά.
Η επιθετική εξωτερική πολιτική της Αθήνας ανησύχησε τη Σπάρτη και τους συμμάχους της.
Το 431 π.Χ., οι Σπαρτιάτες εισέβαλαν στην αθηναϊκή ύπαιθρο. Προς έκπληξή τους, δεν βρήκαν κανέναν. Ο Περικλής είχε διατάξει τον αγροτικό πληθυσμό της Αθήνας να υποχωρήσει μέσα στα τείχη της πόλης, αφήνοντας τον αθηναϊκό στρατό να προστατεύσει τον λαό, κάτι που απέτρεψε πολλές απώλειες από την πλευρά των Αθηναίων.
Ο πόλεμος συνεχίστηκε με χερσαίες και ναυτικές συγκρούσεις. Ήδη από τον πρώτο χρόνο, χιλιάδες στρατιώτες έχασαν τη ζωή τους.
Ο Περικλής εξαίρει τη δημοκρατία
Στην Αθήνα, οι νεκροί του πολέμου τιμούνταν κάθε χρόνο με μία τελετή η οποία ξεκινούσε με μια επίσημη ομιλία από έναν από τους σημαντικότερους ηγέτες της πόλης. Το κείμενο της ομιλίας του Περικλή καταγράφηκε από τον Θουκυδίδη στο έργο του «Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου», όπου δίνει ένα λεπτομερές χρονικό του καταστροφικού πολέμου.
Οι ιστορικοί συμφωνούν γενικά ότι το κείμενο του Θουκυδίδη αναπαράγει με πιστότητα αυτά που είπε πραγματικά ο Περικλής.
Ο Περικλής ξεκίνησε αναγνωρίζοντας το έθιμο της επίσημης εξύμνησης των νεκρών, αλλά παραδέχτηκε τη δυσκολία του εγχειρήματος: «Είναι δύσκολο να μιλήσεις σωστά για ένα θέμα, όταν είναι δύσκολο να πείσεις τους ακροατές σου ότι λες την αλήθεια». Αποτίνοντας φόρο τιμής στους Αθηναίους προγόνους και τις θυσίες που έκαναν για να κερδίσουν και να ενισχύσουν την ανεξαρτησία της Αθήνας, ο Περικλής δεν επικεντρώθηκε σε μεμονωμένες πράξεις ή γνωστές αφηγήσεις για στρατιωτικά επιτεύγματα του παρελθόντος, αλλά έστρεψε την προσοχή του ακροατηρίου σε ευρύτερα θέματα.
Επαίνεσε το αθηναϊκό σύνταγμα, το οποίο θεωρούσε μοναδικό στον κόσμο χάρη στην υπόσχεσή του για «ίση δικαιοσύνη για όλους στις ιδιωτικές τους διαφορές». Επαίνεσε την προτίμηση της Αθήνας για την ικανότητα και την αξία έναντι της κοινωνικής θέσης. Εξήρε επίσης την προθυμία του λαού του να επιλέγει το θάρρος όχι από καταναγκασμό, αλλά από βούληση. Με τα λόγια του, η Αθήνα ήταν «η σχολή της Ελλάδας», ένα παράδειγμα που όλοι πρέπει να θαυμάζουν και να μιμούνται.
Αυτές οι γενικές παρατηρήσεις επέτρεψαν στον Περικλή να παρουσιάσει τη γενναία θυσία των στρατιωτών όχι μόνο ως ηρωισμό, αλλά και ως αδιαμφισβήτητη απόδειξη της αφοσίωσής τους σε ένα κοινό και ευγενές όραμα.
«Επιλέγοντας να πεθάνουν αντιστεκόμενοι, αντί να ζήσουν υποταγμένοι», είπε, «όχι μόνον απέφυγαν την ατίμωση, αλλά αντιμετώπισαν τον κίνδυνο κατά πρόσωπο». Πέθαναν τόσο για την προσωπική τους δόξα όσο και για την κοινότητά τους, η οποία δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς τη θυσία τους: «Η Αθήνα που εξύμνησα είναι αυτό που την έκανε η ηρωική στάση αυτών και των ομοίων τους».
Αν και ο Περικλής λυπόταν τα ορφανά και τις χήρες που άφησαν πίσω τους, ενθάρρυνε τον κόσμο να θυμάται την αφοσίωση των αγαπημένων τους στο αθηναϊκό όραμα. Τους παρηγόρησε, αλλά και τους προκάλεσε να τιμήσουν τη μνήμη των συγγενών τους με πράξεις και όχι με λόγια. Αυτό που θα έπρεπε να είναι μια θλιβερή δήλωση πένθους και απώλειας, έγινε μια ισχυρή προτροπή να θυμόμαστε τα ιδανικά που έκαναν την Αθήνα ξεχωριστή. Για τον Περικλή, η πόλη ήταν ένα ζωντανό μνημείο και οι κάτοικοί της οι στυλοβάτες της.

Πίστη σε υψηλότερες αρχές
Ο Θουκυδίδης αναγνώριζε την ανάγκη να μοιραστεί με τους αναγνώστες του εμπνευσμένο και διδακτικό περιεχόμενο, γι’ αυτό και περιλάμβανε περιστασιακά εκλεπτυσμένες ομιλίες στις περιγραφές των γεγονότων του πολέμου, αποφεύγοντας ωστόσο να αντιμετωπίζει το παρελθόν με ρομαντισμό. Μέσα σε λίγες μόνο σελίδες, η μεγαλοπρέπεια της ομιλίας του Περικλή δίνει τη θέση της στη σκοτεινή πραγματικότητα του πολέμου και τον λοιμό που θέρισε τους Αθηναίους.
Καθώς ο πόλεμος συνεχίζονταν στα γειτονικά εδάφη, οι γραμμές ανεφοδιασμού της Αθήνας αποκόπτονταν. Αν και η αμυντική στρατηγική του Περικλή είχε σώσει δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους, είχε επίσης εξαντλήσει τους φθίνοντες πόρους της πόλης. Η εκτεταμένη πείνα επιδείνωσε τις κακές συνθήκες υγιεινής, οι οποίες αποδυνάμωσαν το ήδη αδύναμο ανοσοποιητικό σύστημα των Αθηναίων.
Το 430 π.Χ., ξέσπασε μια καταστροφική πανώλη. Το ένα τέταρτο του πληθυσμού της πόλης υπέκυψε στην αρρώστια, καθιστώντας τη νίκη και την ειρήνη μακρινές πιθανότητες.
Ακολούθησαν παράνοια και αναρχία. Μερικοί Αθηναίοι υπέθεσαν ότι η Σπάρτη είχε δηλητηριάσει την παροχή νερού, ενώ άλλοι αναζήτησαν παρηγοριά σε υπερφυσικές εξηγήσεις. Ο ίδιος ο Περικλής πέθανε από την ασθένεια, η προέλευση της οποίας εξακολουθεί να προβληματίζει τους επιδημιολόγους. Όπως σημειώνει ο Θουκυδίδης, «η καταστροφή ήταν τόσο συντριπτική που οι άνθρωποι, χωρίς να ξέρουν τι θα τους συμβεί στη συνέχεια, έγιναν αδιάφοροι προς κάθε κανόνα της θρησκείας ή του νόμου». Οι ιστορικοί εξακολουθούν να δυσκολεύονται να εξηγήσουν πώς επέζησε η Αθήνα υπό αυτές τις συνθήκες.
Αν και οι πόροι της πόλης εξαντλήθηκαν και το ανθρώπινο δυναμικό μειώθηκε, οι αρχές της παρέμειναν ακλόνητες. Ελευθερία, δημοκρατία, το καλό, το αληθινό, το όμορφο — οι Αθηναίοι παρέμειναν προσκολλημένοι σε αυτές τις υψηλότερες αξίες, που έκαναν τους αγώνες τους αξιόλογους.
Η ομιλία του Περικλή συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό σε αυτό το εξαιρετικό επίτευγμα. Ο Αθηναίος πολιτικός γνώριζε ότι στις δύσκολες στιγμές πρέπει να διατυπώνονται με σαφήνεια οι αξίες μιας κοινωνίας. Η μνήμη της μεγαλοσύνης και η στοχαστική αναζήτηση ανώτερων ιδανικών μπορούν να κάνουν τη διαφορά μεταξύ ζωής και θανάτου. Μπορούν να αναζωπυρώσουν την ελπίδα τόσο έντονα, ώστε να κάνει τον κόσμο να αντέξει τη φωτιά και να αναγεννηθεί από τις στάχτες του.
Του Leo Salvatore








