Η Ρωσία διαμήνυσε στις 8 Ιανουαρίου ότι κάθε δυτική στρατιωτική δύναμη στην Ουκρανία θα θεωρείται νόμιμος στρατιωτικός στόχος, μετά τη συμφωνία που υπέγραψαν το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία για αποστολή ενόπλων δυνάμεων στη χώρα σε περίπτωση ειρηνευτικής συμφωνίας, με σκοπό την ανακοπή της επιθετικότητας της Μόσχας.
Σύμφωνα με τη συμφωνία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία σχεδιάζουν να δημιουργήσουν δικές τους στρατιωτικές βάσεις στην Ουκρανία μετά την κατάπαυση του πυρός, καθώς και εγκαταστάσεις για αποθήκευση όπλων και στρατιωτικού εξοπλισμού.
Η Μαρία Ζαχάροβα, εκπρόσωπος του ρωσικού υπουργείου Εξωτερικών, τόνισε: «Το ρωσικό υπουργείο Εξωτερικών προειδοποιεί ότι η ανάπτυξη στρατιωτικών μονάδων, η δημιουργία στρατιωτικών εγκαταστάσεων, αποθηκών και άλλων δυτικών υποδομών επί ουκρανικού εδάφους θα εκληφθούν ως ξένη παρέμβαση που απειλεί άμεσα την ασφάλεια της Ρωσίας και άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Όλες αυτές οι μονάδες και εγκαταστάσεις θα θεωρούνται νόμιμοι στρατιωτικοί στόχοι για τις ρωσικές Ένοπλες Δυνάμεις. Προειδοποιήσεις τέτοιου τύπου έχουν διατυπωθεί επανειλημμένως σε υψηλό επίπεδο και παραμένουν απολύτως επίκαιρες».
Αναφερόμενη στη διακήρυξη που υπογράφηκε στο Παρίσι από τη λεγόμενη «Συμμαχία των Προθύμων», η Ζαχάροβα υποστήριξε: «Δεν αποσκοπεί στην επίτευξη διαρκούς ειρήνης και ασφάλειας, αλλά στη συνέχιση της στρατιωτικοποίησης, στην κλιμάκωση και στη διαρκή όξυνση της σύγκρουσης. Ο πυρήνας της πρωτοβουλίας είναι η ανάπτυξη πολυεθνικής δύναμης επί ουκρανικού εδάφους, την οποία η συμμαχία θα συγκροτήσει για την ανασυγκρότηση των ουκρανικών Ενόπλων Δυνάμεων και την ενίσχυση της αποτρεπτικής τους ισχύος μετά την παύση των εχθροπραξιών».
Η ίδια επανέλαβε τη θέση του Κρεμλίνου ότι οι εχθροπραξίες μπορούν να λήξουν μόνο με την εξάλειψη όσων η Μόσχα θεωρεί αιτίες της σύγκρουσης, υπογραμμίζοντας την ανάγκη ουδέτερου, μη ευθυγραμμισμένου καθεστώτος για την Ουκρανία, αποστρατιωτικοποίησης και «αποναζιστικοποίησης», καθώς και της δέσμευσης του Κιέβου να διασφαλίσει τα γλωσσικά, πολιτιστικά και θρησκευτικά δικαιώματα της ρωσικής μειονότητας.
Παράλληλα, καλεί την Ουκρανία να αναγνωρίσει τη νέα εδαφική πραγματικότητα, δηλαδή τις διεκδικήσεις της Μόσχας στην περιοχή του Ντονμπάς. Από την πλευρά της, η Ουκρανία επιδιώκει τον τερματισμό των εχθροπραξιών στα υπάρχοντα μέτωπα.
Στις 6 Ιανουαρίου, ο Βρετανός πρωθυπουργός Κηρ Στάρμερ, ο Γάλλος πρόεδρος Εμμανουέλ Μακρόν και ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι υπέγραψαν στο Παρίσι τη σχετική επιστολή πρόθεσης, επιβεβαιώνοντας τα σχέδιά τους μετά από διαβουλεύσεις με τη Συμμαχία των Προθύμων και εκπροσώπους της Ουάσιγκτον.
Ο Στάρμερ δήλωσε: «Μπορώ να πω ότι μετά από την κατάπαυση του πυρός, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία θα δημιουργήσουν στρατιωτικά κέντρα σε ολόκληρη την Ουκρανία και θα κατασκευάσουν ασφαλείς αποθήκες για τα όπλα και τον εξοπλισμό που απαιτούνται για τις αμυντικές ανάγκες της Ουκρανίας».
Ο Μακρόν πρόσθεσε: «Αυτές οι εγγυήσεις είναι ουσιώδεις ώστε η ειρηνευτική συμφωνία να μην ισοδυναμεί με ουκρανική παράδοση ούτε να επιτρέψει νέα απειλή κατά της Ουκρανίας».
Ο Στάρμερ ενημέρωσε το βρετανικό κοινοβούλιο στις 7 Ιανουαρίου ότι οποιαδήποτε αποστολή βρετανικών δυνάμεων με βάση την εν λόγω διακήρυξη θα τεθεί προς ψήφιση στη Βουλή των Κοινοτήτων. «Θα ενημερώνω τη Βουλή καθώς εξελίσσεται η κατάσταση και, αν πρόκειται να σταλούν στρατεύματα βάσει της υπογεγραμμένης διακήρυξης, θα θέσω το θέμα σε ψηφοφορία», ανέφερε.
Επιπλέον, οι σύμμαχοι υποστήριξαν πρόταση για πολυεπίπεδες εγγυήσεις ασφάλειας προς την Ουκρανία, μετά από ενδεχόμενη εκεχειρία ή ειρηνευτική συμφωνία. Σε κοινή δήλωση τονίστηκε πως οι ουκρανικές Ένοπλες Δυνάμεις θα παραμείνουν η βασική γραμμή άμυνας και αποτροπής, με τα κράτη-εταίρους να δεσμεύονται σε μακροπρόθεσμη στρατιωτική υποστήριξη ακόμη και μετά τον τερματισμό των συγκρούσεων.
Η επιστολή επεσήμανε: «Είμαστε έτοιμοι να δεσμευτούμε σε ένα σύστημα πολιτικών και νομικά δεσμευτικών εγγυήσεων που θα ενεργοποιηθούν μόλις τεθεί σε ισχύ η κατάπαυση του πυρός».







