Η Ελληνική Επανάσταση και ο Ευαγγελισμός της Παναγίας: δύο συμβολικά γεγονότα-ορόσημα, που συγχωνεύτηκαν για να δώσουν ώθηση στη γέννηση του ελληνικού έθνους και τη δημιουργία του ελληνικού κράτους.
Τα χρόνια των επαναστατικών ζυμώσεων, η σύνδεση των δύο προέκυψε με έναν φυσικό θα έλεγε κανείς τρόπο. Το θρήσκευμα έγινε εθνική ταυτότητα και η εθνική ταυτότητα απαιτούσε θρησκευτικά ‘πιστοποιητικά’ και καθαρότητα. Οι Έλληνες ήταν Χριστιανοί. Οι Μουσουλμάνοι Τούρκοι. Με αυτή τη γενίκευση, όσο κι αν οι ειδικές περιπτώσεις παραγνωρίζονταν, η Επανάσταση εξαπλώθηκε και εδραιώθηκε, διεκδικώντας τον διαχωρισμό των δύο και την αυτοδιάθεση. Στο πλαίσιο των αυτοκρατοριών της εποχής, όπου το θρήσκευμα έπαιζε μάλλον δευτερεύοντα ρόλο, και οι διάφοροι λαοί συνυπήρχαν και συγχρωτίζονταν διαμορφώνοντας μια καθημερινότητα λιγότερο ή περισσότερο αρμονική, το αίτημα της Ελληνικής Επανάστασης ήταν μάλλον καινοτόμο.
Η αντιπαλότητα μεταξύ του χριστιανισμού και του ισλάμ δεν ήταν ένα νέο φαινόμενο, ενώ οι αιώνες της βυζαντινής αυτοκρατορίας είχαν γίνει μάρτυρες σε πλήθος θρησκευτικούς διχασμούς και πολέμους, όπως οι Σταυροφορίες, το Σχίσμα, η Μεταρρύθμιση στη Δύση, η εξάλειψη της πίστης στο δωδεκάθεο κλπ. Στην ιστορία, η θρησκεία έχει αναμιχθεί πλείστες όσες φορές με την πολιτική, εξυπηρετώντας μη πνευματικούς στόχους και σκοπούς που δεν αφορούν τη σωτηρία της ψυχής, αλλά κοσμικά ζητήματα. Ωστόσο, αυτό δεν θα έπρεπε να μας ξενίζει, αν σκεφθούμε τη θρησκεία ως φορέα ιδεών που ορίζουν τη θεώρησή μας για τη ζωή και τον θάνατο, το καλό και το κακό, την πρέπουσα συμπεριφορά, τον χαρακτήρα μας — εν ολίγοις, ένα ολόκληρο πλέγμα πεποιθήσεων και συνηθειών που διατρέχουν τη ζωή και τις σχέσεις εντός μιας ορισμένης κοινότητας. Υπό αυτή την οπτική, η πίστη συνδέεται με τη συνοχή μιας κοινωνίας· συνεκδοχικά, το κατά πόσο μία κοινωνία έχει τη δυνατότητα να φιλοξενεί στους κόλπους της ποικίλες θρησκευτικές κοινότητες εξαρτάται από την ύπαρξη και την ισχύ άλλων συνεκτικών στοιχείων.
Το γεγονός ότι η διεκδίκηση ενός ανεξάρτητου κράτους εκ μέρους των Ελλήνων συνδέθηκε τόσο απόλυτα με τη χριστιανική πίστη ήταν κάτι το αναπόδραστο μπορεί να υποστηριχθεί και για άλλους λόγους, όπως η μακραίωνη βυζαντινο-χριστιανική ιστορία, στους κόλπους της οποίας διατηρήθηκαν και εξελίχθηκαν ελληνικά στοιχεία. Μία άλλη παράμετρος ήταν η χριστιανικότητα της Ευρώπης και η επιλογή των Ελλήνων να ενταχθούν και να ακολουθήσουν το δυτικό σύστημα, ανακτώντας δεσμούς που είχαν αρχίσει να δημιουργούνται ήδη από την αρχαιότητα.
Από το Βυζάντιο, οι Έλληνες κληρονόμησαν τη βαθιά εισδοχή της θρησκευτικής πίστης στην ταυτότητα της κοινωνίας και του ατόμου. Τη μακρά περίοδο της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, η χριστιανική πίστη όχι μόνο έγινε επίσημη θρησκεία του κράτους, αλλά και εισχώρησε σε κάθε πτυχή της ζωής, εσωτερικής και εξωτερικής, των υπηκόων της αλλά και των αυτοκρατόρων των ίδιων. Η πολιτική, η οικονομία, οι τέχνες και η γραμματεία, όλα συνδέθηκαν και καθορίστηκαν από το περιεχόμενο της Ορθοδοξίας, καθώς και από τους εκπροσώπους της. Παράλληλα, η Δύση εκχριστιανιζόταν σταδιακά, ενώ στην Ανατολική Ευρώπη τα σλαβικά φύλα μυήθηκαν στην Ορθόδοξη πίστη, με τη Ρωσική αυτοκρατορία να αναλαμβάνει τον ρόλο του θεματοφύλακά της όταν η Βυζαντινή καταλύθηκε από τους Οθωμανούς. Παρά τις δογματικές διαφορές και τη διαφοροποίηση των Εκκλησιών, που ώθησαν κάποια στιγμή τους Βυζαντινούς να προτιμήσουν τους Τούρκους από τους σχισματικούς, η κοινή πίστη διαφύλαξε έναν βαθμό συγγένειας μεταξύ των χριστιανικών λαών.
Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο Ρόντερικ Μπήτον, ομότιμος καθηγητής του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών στο King’s College, στο Λονδίνο, τη μεγαλύτερη συγγένεια με τους Έλληνες οι Ευρωπαίοι την ένιωθαν μέσω των στοιχείων του αρχαιοελληνικού πολιτισμού που μεταλαμπαδεύτηκαν στην ήπειρο, καθορίζοντας την τέχνη, τη φιλοσοφία, τις ιδέες και συνολικά τη διαμόρφωση και εξέλιξη του ευρωπαϊκού πολιτισμού. «Οι νόμοι μας, η λογοτεχνία μας, η θρησκεία μας, οι τέχνες μας έχουν τις ρίζες τους στην Ελλάδα», έγραψε ο Άγγλος Πέρσυ Μπυς Σέλλεϋ στον πρόλογο για το ποίημα του συμπατριώτη του και μεγάλου φιλέλληνα λόρδου Βύρωνα «Ελλάς» (1822), συμπληρώνοντας παρακάτω ότι για αυτό «είμαστε όλοι Έλληνες». Το μεγάλο κίνημα του φιλελληνισμού που αναπτύχθηκε σε Ευρώπη και Αμερική έπαιξε κρίσιμο ρόλο στη μεταστροφή των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής (Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία) και την τελική αποδοχή εκ μέρους τους της σύστασης ανεξάρτητου και κυρίαρχου ελληνικού κράτους, μαζί με τη βοήθεια που η απόφαση αυτή συνεπαγόταν. Η ισορροπία της ισχύος μεταξύ τους στον χώρο της Ανατολικής Μεσογείου και η αναπόφευκτη κατάλυση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας ήταν ένας ακόμη κρίσιμος παράγοντας που συνετέλεσε, κατά τον Μπήτον, στο να προσφέρουν την υποστήριξή τους στην Ελλάδα.
Αυτό το αίσθημα της συγγένειας βάσει της κληρονομιάς του αρχαιοελληνικού πολιτισμού σε έναν βαθμό καλλιεργήθηκε από τους ίδιους τους επαναστατημένους. Αφ’ ενός με την επιλογή της ονομασίας «Έλληνες» και «Ελλάς» για τον αυτοπροσδιορισμό τους και του κράτους το οποίο επιθυμούσαν αφ’ ετέρου θέτοντας τον αγώνα τους στη βάση της απελευθέρωσης από τους «βαρβάρους της Ανατολής», παραπέμποντας στους περσικούς πολέμους, των οποίων το αποτέλεσμα καθόρισε την ιστορία της ηπείρου. Το αποτέλεσμα ήταν η κατασκευή ενός αμαλγάματος, που συνέθετε τη χριστιανική πίστη με τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό, την κληρονομιά του οποίου διεκδίκησαν οι οραματιστές του νέου έθνους. Το πλούσιο παρελθόν τροφοδότησε τη διαμόρφωση του ελληνικού κράτους, παρέχοντας ένα σταθερό όραμα, που εμπλουτίστηκε από τα απελευθερωτικά κινήματα και τις επαναστάσεις της εποχής, με πρώτη την Αμερικανική και δεύτερη τη Γαλλική. Το αμερικανικό Σύνταγμα, προσηλωμένο στις αρχές της δημοκρατίας και της ισότητας, ενέπνευσε τους λαούς που με τη σειρά τους αποφάσισαν να αγωνιστούν για την αυτοδιάθεση, δίνοντας έναυσμα σε μια διαδικασία που άλλαξε το πολιτικό τοπίο της Ευρώπης και του κόσμου όλου, κατά την οποία οι αυτοκρατορίες αντικαταστάθηκαν από εθνικά κράτη.
Στη διαδικασία αυτή, η Ελληνική Επανάσταση ήταν πρωτοπόρος και το ελληνικό κράτος το πρώτο που αναγνωρίστηκε ως τέτοιο στην Ευρώπη. Αν και δεν πέτυχε άμεσα όλους τους στόχους που είχαν τεθεί στα πρώτα στάδια του αγώνα και στις πρώτες εθνικές συνελεύσεις, και η δημοκρατία ως πολίτευμα άργησε πολύ να εγκαθιδρυθεί, εν τούτοις αποτέλεσε τον θεμέλιο λίθο της ανατροπής στην ήπειρο και συνέβαλε με τον τρόπο του στη διάδοση του δημοκρατικού ιδεώδους και στον σχηματισμό των νέων ευρωπαϊκών εθνών.
Οι απόψεις που διατυπώνονται σε αυτό το άρθρο είναι απόψεις του συγγραφέα και δεν αντικατοπτρίζουν κατ’ ανάγκην τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.








