Η επικεφαλής της αντιπολίτευσης στην Ταϊβάν εξέφρασε την ελπίδα ότι θα μπορούσε να συναντηθεί με τον Κινέζο ηγέτη Σι Τζινπίνγκ στο πρώτο εξάμηνο του 2026, καθώς το Πεκίνο εντείνει τη στρατιωτική πίεση και τις πρακτικές εξαναγκασμού απέναντι στην Ταϊβάν υπό τη διοίκηση του προέδρου Λάι Τσινγκ-τε.
Η Τσενγκ Λι-γουέν, πρώην νομοθέτις που ανέλαβε πρόεδρος του Κουομιντάνγκ (KMT) τον Νοέμβριο, έκανε τις δηλώσεις αυτές σε ραδιοφωνική συνέντευξη σε τοπικό σταθμό στις 26 Δεκεμβρίου 2025. Ανέφερε ότι δεν θα ταξίδευε στην Κίνα, εκτός αν είχε κανονιστεί συνάντηση με τον Σι, σημειώνοντας ότι θα προτιμούσε το προγραμματισμένο ταξίδι να γίνει στο πρώτο εξάμηνο του επόμενου έτους και όχι στο δεύτερο, λόγω του φορτωμένου προγράμματός της με τις γενικές εκλογές της Ταϊβάν το 2026, κατά τις οποίες οι ψηφοφόροι θα επιλέξουν δημάρχους πόλεων, δημοτικούς συμβούλους, επικεφαλής κομητειών και συμβούλους κομητειών.
Οι δηλώσεις της Τσενγκ έγιναν ενώ η διοίκηση Λάι και η αντιπολίτευση είναι βυθισμένες σε μια σπάνια πολιτική κρίση. Η αντιπολίτευση, που αποτελείται από το Κουομιντάνγκ και τον πολύ μικρότερο σύμμαχό του, το Κόμμα του Λαού της Ταϊβάν (TPP), έχει αξιοποιήσει την πλειοψηφία της στο κοινοβούλιο για να μπλοκάρει ή να παρεμποδίσει βασικές κυβερνητικές προτάσεις, μεταξύ των οποίων και τον προϋπολογισμό.
Οι εκλογές του 2026 στην Ταϊβάν θεωρούνται σημαντικό βαρόμετρο της κομματικής στήριξης εν όψει των προεδρικών και βουλευτικών εκλογών του νησιού στις αρχές του 2028. Η νίκη του Λάι στις προεδρικές εκλογές τον Ιανουάριο 2024 άνοιξε τον δρόμο στο Δημοκρατικό Προοδευτικό Κόμμα (DPP) για μια πρωτοφανή τρίτη συνεχόμενη θητεία από το 2016.
Στην Ταϊβάν, ταξίδια στην Κίνα από προβεβλημένα κομματικά στελέχη ή εκλεγμένους αξιωματούχους τείνουν να εγείρουν ανησυχίες ασφαλείας, δεδομένης της στρατηγικής του «ενιαίου μετώπου» του Πεκίνου και των εξαναγκαστικών τακτικών που χρησιμοποιεί για την προσέλκυση ατόμων και ομάδων, κάτι που θα μπορούσε να υπονομεύσει τις ελευθερίες της Ταϊβάν.
Στις 26 Δεκεμβρίου 2025, το Εκτελεστικό Γιουάν, το ανώτατο διοικητικό όργανο της Ταϊβάν, ενέκρινε τροπολογίες στον νόμο που διέπει τις σχέσεις μεταξύ των κατοίκων της Περιοχής της Ταϊβάν και της Ηπειρωτικής Περιοχής. Αν οι τροπολογίες περάσουν από τη νομοθετική εξουσία, θα απαιτείται οι νομοθέτες και όλοι οι δημόσιοι υπαλλήλοι να λαμβάνουν κυβερνητική έγκριση πριν ταξιδέψουν στην Κίνα.
Σε ένα περιβάλλον έντονης επιφυλακτικότητας για τις σχέσεις μεταξύ των δύο πλευρών, η διοίκηση Λάι είχε προηγουμένως αφήσει να εννοηθεί ότι είναι υπό όρους ανοιχτή σε διάλογο. Τον Οκτώβριο, αφού η Τσενγκ εξελέγη πρόεδρος του Κουομιντάνγκ αλλά πριν αναλάβει καθήκοντα, ο πρωθυπουργός της Ταϊβάν Τσο Τζουνγκ-τάι δήλωσε σε δημοσιογράφους ότι θα καλωσόριζε συνομιλίες μεταξύ της Τσενγκ και του Σι, υπό την προϋπόθεση ότι θα διαφυλασσόταν η κυριαρχία της Ταϊβάν και ο ελεύθερος και δημοκρατικός τρόπος ζωής του λαού της, όπως ανέφεραν τα εθνικά μέσα της Ταϊβάν και το Κεντρικό Πρακτορείο Ειδήσεων.
Τη Δευτέρα, 29 Δεκεμβρίου 2025, η Κίνα ξεκίνησε νέο γύρο στρατιωτικών ασκήσεων που περικυκλώνουν την Ταϊβάν, δύο εβδομάδες σχεδόν μετά από ανακοίνωση της Ουάσιγκτον για σημαντική πώληση οπλικών συστημάτων στο νησί, ύψους 11,1 δισ. δολαρίων. Με αφορμή τις κινεζικές στρατιωτικές ασκήσεις, η Τσενγκ κατηγόρησε τον Λάι ότι «προκαλεί» το Πεκίνο, λέγοντας ότι οι Ταϊβανοί είναι άνθρωποι που «αγαπούν την ελευθερία», και απέδωσε τον κίνδυνο στρατιωτικής σύγκρουσης σε λανθασμένους πολιτικούς και διπλωματικούς χειρισμούς. Όπως είπε, ο πρόεδρος Λάι Τσινγκ-τε επανειλημμένα προκαλεί και να περνά «κόκκινες γραμμές», δείχνοντας ότι δεν θέλει να αμβλύνει τις διασυνοριακές σχέσεις.
Η διοίκηση Λάι έχει επικρίνει τις κινεζικές στρατιωτικές ασκήσεις. Το υπουργείο Εξωτερικών εξέδωσε ανακοίνωση καταδικάζοντας την «απειλή» του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας προς την περιφερειακή και παγκόσμια ειρήνη και σταθερότητα, ενώ σε ανάρτησή του στο Facebook, ο Λάι παρότρυνε τους Ταϊβανούς να δώσουν την «πλήρη στήριξη και ενθάρρυνσή» τους στο Λιμενικό Σώμα και στο στρατιωτικό προσωπικό της Ταϊβάν. Έγραψε ότι δεν θα επιδιώξουν κλιμάκωση ούτε θα προκαλέσουν διαμάχες και συγκρούσεις, αλλά θα διαφυλάξουν με αποφασιστικότητα την εθνική ασφάλεια και τον τρόπο ζωής της νήσου που βασίζεται στη δημοκρατία και την ελευθερία.








