Οι αρχές της Ταϊβάν κατηγόρησαν το κινεζικό καθεστώς για άσκηση διακρατικής καταστολής, αφότου κινεζικά κρατικά μέσα δημοσιοποίησαν προσωπικά στοιχεία βουλευτή του κυβερνώντος Δημοκρατικού Προοδευτικού Κόμματος (DPP).
Στις 3 Ιανουαρίου, το υπουργείο Εξωτερικών της Ταϊβάν δήλωσε ότι η απόφαση της Κίνας να διαδώσει, μέσω πλατφορμών κοινωνικής δικτύωσης, δορυφορικές φωτογραφίες της κατοικίας και του χώρου εργασίας του νομοθέτη του DPP Πούμα Σεν, συνιστά «κακόβουλη απόπειρα εκφοβισμού του λαού της Ταϊβάν και άσκησης μακράς εμβέλειας δικαιοδοσίας και διακρατικής καταστολής».
Το υπουργείο ανέφερε, σε ανακοίνωσή του, ότι «τέτοιου είδους συμπεριφορά δείχνει ξεκάθαρα ότι οι αρχές του Πεκίνου δεν επιδεικνύουν κανέναν σεβασμό προς τις θεμελιώδεις αξίες των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της ιδιωτικότητας, που είναι κοινές στα πολιτισμένα έθνη». Το υπουργείο Εξωτερικών κάλεσε τη διεθνή κοινότητα να καταδικάσει επίσης τις «ακατάλληλες μεθόδους» της Κίνας.
Το περιστατικό αποτελεί παράδειγμα της αυξημένης πίεσης (στρατιωτικής και μη) που ασκεί το κομμουνιστικό καθεστώς της Κίνας στην Ταϊβάν από το 2016, όταν το DPP εξασφάλισε την πρώτη από τρεις διαδοχικές τετραετείς προεδρικές θητείες. Το κινεζικό καθεστώς, το οποίο θεωρεί την Ταϊβάν μέρος της επικράτειάς του, παρότι δεν έχει ποτέ κυβερνήσει το νησί, χαρακτηρίζει όσους υποστηρίζουν τη διατήρηση της κυριαρχίας και της πολιτικής αυτονομίας της Ταϊβάν — μεταξύ αυτών και ορισμένα μέλη του κυβερνώντος κόμματος — ως «αποσχιστικούς».
Οι δορυφορικές εικόνες είχαν αναρτηθεί αρχικά την 1η Ιανουαρίου από έναν γνωστό Κινέζο στο Weibo, το κινεζικό αντίστοιχο της πλατφόρμας X, συνοδευόμενες από προειδοποίηση προς τον Σεν, η οποία έλεγε: «Ας δούμε πού μπορείς να τρέξεις». Η ανάρτηση στο Weibo κοινοποιήθηκε αργότερα από αρκετά κινεζικά κρατικά μέσα, μεταξύ των οποίων και το Straits Today, τηλεοπτική εκπομπή που ανήκει στον κρατικό όμιλο Fujian Media Group.
Σε ανάρτησή του στο Facebook στις 3 Ιανουαρίου, ο Σεν κοινοποίησε στιγμιότυπο οθόνης από ανάρτηση του Straits Today στο Facebook, η οποία αναπαρήγαγε το αρχικό μήνυμα και τις φωτογραφίες του Weibo. Ο Σεν δήλωσε ότι στοχοποιήθηκε από μια «επίθεση ακριβείας» της Κίνας, επειδή το Πεκίνο απέτυχε να εκφοβίσει τους Ταϊβανούς μέσω των πρόσφατων στρατιωτικών ασκήσεών του που περικύκλωσαν την Ταϊβάν, κάτι που, όπως είπε, φάνηκε από την ισχυρή επίδοση του νησιού στην τοπική χρηματιστηριακή αγορά.
Ο Σεν είπε ότι επέλεξε να αγνοήσει τη δημοσιοποίηση των προσωπικών του στοιχείων για τρεις ημέρες, επειδή πίστευε ότι το Πεκίνο επεδίωκε να τον πανικοβάλει ώστε να αντιδράσει στις δορυφορικές φωτογραφίες. Είπε ότι, εάν είχε αντιδράσει, το Πεκίνο θα είχε δημοσιοποιήσει πιο καθαρές εικόνες, ώστε να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι οι πράκτορές του βρίσκονται παντού. Σημείωσε ότι «αυτού του είδους ο ψυχολογικός πόλεμος είναι αναποτελεσματικός στην Ταϊβάν» και πρόσθεσε ότι η κίνηση του Πεκίνου στην πραγματικότητα αποκάλυψε το «συλλογικό σύμπλεγμα κατωτερότητας [της Κίνας] απέναντι στη δημοκρατική Ταϊβάν».
Στις 4 Ιανουαρίου, το υπουργείο Ψηφιακών Υποθέσεων της Ταϊβάν ανακοίνωσε ότι, έπειτα από αίτημά του, οι εταιρείες Meta και Google αφαίρεσαν τις δορυφορικές φωτογραφίες και σχετικές αναρτήσεις και βίντεο από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Το υπουργείο Ψηφιακών Υποθέσεων καταδίκασε τον «ψηφιακό εξαναγκασμό» που άσκησαν τα κινεζικά κρατικά μέσα και κάλεσε όλες τις πλατφόρμες να «εκπληρώσουν την κοινωνική τους ευθύνη και να συνεργαστούν για την προάσπιση των ψηφιακών δικαιωμάτων και των δημοκρατικών αξιών».
Το Συμβούλιο Υποθέσεων Ηπειρωτικής Κίνας της Ταϊβάν, σε ανακοίνωσή του που εκδόθηκε στις 3 Ιανουαρίου, κάλεσε το Πεκίνο να αφαιρέσει τις δορυφορικές φωτογραφίες και το σχετικό περιεχόμενο από κινεζικές ιστοσελίδες. Το συμβούλιο ανέφερε ότι «η ανοχή του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας (ΚΚΚ) προς τα κρατικά μέσα, όταν αυτά εμπλέκονται σε αυτού του είδους την παράνομη και ανεξέλεγκτη ‘ψηφιακή βία’, όχι μόνο δεν συμβάλλει σε θετικές διασυνοριακές σχέσεις, αλλά αποκαλύπτει επίσης την άγνοιά του σχετικά με το κράτος δικαίου και τα ανθρώπινα δικαιώματα». Το συμβούλιο κάλεσε επίσης το Πεκίνο να ζητήσει συγγνώμη από τον Σεν.
Αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που το Πεκίνο επιλέγει να στοχοποιήσει τον συγκεκριμένο βουλευτή. Τον Οκτώβριο του 2024, το κινεζικό Γραφείο Υποθέσεων για την Ταϊβάν, υπηρεσία υπαγόμενη στο Κρατικό Συμβούλιο της Κίνας, ανακοίνωσε κυρώσεις κατά του Σεν, απαγορεύοντας σε εκείνον και την οικογένειά του την είσοδο στην Κίνα, στο Χονγκ Κονγκ και στο Μακάο, λόγω των «αποσχιστικών» του δραστηριοτήτων σε σχέση με την Kuma Academy, της οποίας είναι ιδρυτικό μέλος. Σύμφωνα με την ιστοσελίδα της, η ακαδημία έχει ως αποστολή να «μεταδώσει μια προπολεμική νοοτροπία στους πολίτες» και να «καλλιεργήσει την ικανότητα αυτοάμυνας και τη βούληση υπεράσπισης της Ταϊβάν», μέσω των μαθημάτων της.
Στις 28 Οκτωβρίου του περασμένου έτους, το κινεζικό κρατικό ειδησεογραφικό πρακτορείο Xinhua μετέδωσε ότι το δημοτικό γραφείο δημόσιας ασφάλειας στη μεγαλούπολη Τσόνγκτσινγκ της Κίνας είχε ξεκινήσει έρευνα για τις φερόμενες «αποσχιστικές» δραστηριότητες του Σεν στην Ταϊβάν, συμπεριλαμβανομένου του ρόλου του στην Ακαδημία Κούμα.
Ως απάντηση στην κινεζική έρευνα, εκπρόσωπος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ των ΗΠΑ είχε δηλώσει στο κρατικό Κεντρικό Πρακτορείο Ειδήσεων της Ταϊβάν ότι «οι ενέργειες της Κίνας απειλούν την ελευθερία του λόγου και διαβρώνουν τους κανόνες που στηρίζουν το υφιστάμενο καθεστώς στα στενά για δεκαετίες». Ο ίδιος εκπρόσωπος είχε προσθέσει τότε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες «παροτρύνουν την Κίνα να εμπλακεί σε ουσιαστικό διάλογο με την Ταϊβάν για την επίλυση των διαφορών τους. Οι συνεχείς απειλές και η νομική πίεση μόνο υπονομεύουν την ειρηνική επίλυση των ζητημάτων που το Πεκίνο ισχυρίζεται ότι επιδιώκει».
Ο Σεν είναι σήμερα επίσης επίκουρος καθηγητής στη Μεταπτυχιακή Σχολή Εγκληματολογίας του Εθνικού Πανεπιστημίου της Ταϊπέι της Ταϊβάν.








