Εκτός του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) δηλώνουν πλέον οι ΗΠΑ και επισήμως, όπως ανέφεραν χθες ο υπουργός Εξωτερικών της χώρας Μάρκο Ρούμπιο και ο υπουργός Υγείας και Ανθρωπίνων Υπηρεσιών Ρόμπερτ Κέννεντυ Τζ., σε κοινή δήλωσή τους, επισημαίνοντας ότι με αυτόν τον τρόπο οι ΗΠΑ απαλλάσσονται από τους περιορισμούς του, όπως είχε υποσχεθεί ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ από την πρώτη ημέρα της θητείας του. Η ενέργεια αυτή συνδέεται με τους χειρισμούς του ΠΟΥ κατά την πανδημία COVID-19 και αποσκοπεί στη διόρθωση της βλάβης που προκλήθηκε στους Αμερικανούς από τις αποτυχημένες κινήσεις τους οργανισμού, σημείωσαν.
Πρόκειται για την πιο πρόσφατη κίνηση μιας κυβέρνησης που είναι ιδιαίτερα επιφυλακτική όσον αφορά τη συμμετοχή της σε μια σειρά παγκόσμιων οργανισμών, οι οποίοι, κατά την άποψη του Τραμπ και πολλών συντηρητικών, υπονομεύουν την κυριαρχία των Ηνωμένων Πολιτειών και λειτουργούν αντίθετα προς τα αμερικανικά συμφέροντα. Στις αρχές του περασμένου έτους, ο Τραμπ απέσυρε τις Ηνωμένες Πολιτείες από τη Συμφωνία του Παρισιού, η οποία στοχεύει στον περιορισμό της υπερθέρμανσης του πλανήτη, ενώ στις 7 Ιανουαρίου 2026 απέσυρε τη χώρα από 66 (!) οργανισμούς για το κλίμα και την κοινωνική δικαιοσύνη που τελούν υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, μεταξύ των οποίων και η Σύμβαση-Πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για την Κλιματική Αλλαγή.
Σε πρόσφατη ανακοίνωση του Λευκού Οίκου αναφέρεται επίσης ότι η απόφαση του Τραμπ να αποχωρήσει από τον ΠΟΥ οφείλεται στον τρόπο με τον οποίο ο οργανισμός χειρίστηκε την πανδημία COVID-19 και άλλες παγκόσμιες υγειονομικές κρίσεις, στην αποτυχία του να υιοθετήσει μεταρρυθμίσεις που χαρακτηρίστηκαν κατεπείγουσες και αναγκαίες, και στην αδυναμία του να αποδείξει ότι είναι ανεξάρτητος από την πολιτική επιρροή κρατών-μελών του ΠΟΥ.
Στο εκτελεστικό διάταγμα αυτής της εβδομάδας, με ημερομηνία 20 Ιανουαρίου, ο Τραμπ έδωσε εντολή να σταματήσει κάθε χρηματοδότηση των Ηνωμένων Πολιτειών προς τον ΠΟΥ και να ανακληθούν όλοι οι επίσημοι Αμερικανοί εκπρόσωποι από τον υγειονομικό οργανισμό του ΟΗΕ.
Βάσει των όρων της αρχικής συμφωνίας που καθιέρωσε τη συμμετοχή των Ηνωμένων Πολιτειών, η χώρα πρέπει να δώσει στον ΠΟΥ προειδοποίηση ενός έτους πριν αποχωρήσει από τον οργανισμό. Ο Τραμπ είχε δώσει τέτοια προειδοποίηση στον ΠΟΥ όταν ανέλαβε καθήκοντα το 2025, και ο οργανισμός είχε δηλώσει ότι λυπάται για την ανακοίνωση ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής σκοπεύουν να αποχωρήσουν. Ο ΠΟΥ είχε επίσης αναφερθεί στον ρόλο του στην προστασία της υγείας και της ασφάλειας των ανθρώπων σε όλο τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένων των Αμερικανών, που περιλαμβάνει την αντιμετώπιση των βαθύτερων αιτίων των ασθενειών, την οικοδόμηση ισχυρότερων συστημάτων υγείας, και τον εντοπισμό και την πρόληψη έκτακτων υγειονομικών αναγκών, συμπεριλαμβανομένων επιδημιών, συχνά σε επικίνδυνα μέρη όπου άλλοι δεν μπορούν να επιχειρήσουν.
Άλλη προϋπόθεση για την αποχώρηση, σύμφωνα με την αρχική συμφωνία, ήταν να καταβάλουν οι Ηνωμένες Πολιτείες όλες τις ανεξόφλητες οφειλές τους προς τον ΠΟΥ, οι οποίες αυτή τη στιγμή ανέρχονται σε 278 εκατομμύρια δολάρια για τα έτη 2024 και 2025. Ωστόσο, η κυβέρνηση Τραμπ έχει δηλώσει ότι δεν θα προχωρήσει σε πρόσθετες πληρωμές προς τον ΠΟΥ. Εκπρόσωπος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ ανέφερε την Πέμπτη ότι ο αμερικανικός λαός έχει πληρώσει αρκετά.
Ωστόσο, η αποχώρηση των Ηνωμένων Πολιτειών δεν έχει γίνει επίσημα αποδεκτή από τον ΠΟΥ.
Ο Ρούμπιο και ο Κέννεντυ ανέφεραν ότι ο ΠΟΥ αρνείται να παραδώσει την αμερικανική σημαία που είναι αναρτημένη μπροστά από τα κεντρικά του, υποστηρίζοντας ότι δεν έχει εγκρίνει την αποχώρηση και ότι ισχυρίζεται πως οι Ηνωμένες Πολιτείες οφείλουν αποζημίωση. Οι δύο υπουργοί σημείωσαν ότι όλα τα χρόνια από την ίδρυση του ΠΟΥ, οι Ηνωμένες Πολιτείες — που ήταν ο βασικός ιδρυτής, ο βασικός χρηματοδότης και ο βασικός υπερασπιστής του οργανισμού έως σήμερα, την τελευταία μέρα — δεν έχουν πάψει να δέχονται προσβολές.
Πρώτη φορά που δοκίμασε ο Τραμπ να αποσύρει τις Ηνωμένες Πολιτείες από τον ΠΟΥ ήταν το 2020, στο τέλος της πρώτης του θητείας. Ωστόσο, ο Τζο Μπάιντεν ανέτρεψε την κίνηση όταν ανέλαβε τα καθήκοντα του προέδρου, το 2021. Η κυβέρνηση Μπάιντεν προώθησε επίσης τη συμμετοχή των ΗΠΑ στη Συμφωνία για τις Πανδημίες του ΠΟΥ, η οποία, σε συνδυασμό με τους Διεθνείς Κανονισμούς Υγείας του οργανισμού, είχε ως στόχο, σύμφωνα με το κείμενο, να δώσει στον ΠΟΥ εκτεταμένες νέες εξουσίες για τον καθορισμό της πολιτικής σε όλα τα κράτη-μέλη κατά τη διάρκεια πανδημιών και άλλων «επειγόντων υγειονομικών περιστατικών» που θα μπορούσε να κηρύξει ο ΠΟΥ κατά την κρίση του. Στο πλαίσιο της αποχώρησης των Ηνωμένων Πολιτειών από τον ΠΟΥ, αναφερόταν στο εκτελεστικό διάταγμα του Τραμπ ότι η χώρα θα αποχωρήσει από τις διαπραγματεύσεις για αυτές τις συμφωνίες και ότι αυτές δεν θα έχουν δεσμευτική ισχύ για τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν μέλος του ΠΟΥ από το 1948, έτος ίδρυσής του, και ήταν υποχρεωμένες να χρηματοδοτούν το 22% του προϋπολογισμού του ΠΟΥ. Κατά την περίοδο 2012–2024, προσέφεραν στον οργανισμό κατά μέσο όρο 237 εκατομμύρια δολάρια ετησίως.
Πριν από την αποχώρησή τους, ο οργανισμός αριθμούσε 194 κράτη-μέλη.








