Τετάρτη, 22 Ιούλ, 2026
Σαρλ Λουί Μύλλερ, «Η έκκληση των τελευταίων θυμάτων της Τρομοκρατίας», 1850. Λούβρο, Παρίσι. (Public Domain)

Οι μορφωμένοι που περισσεύουν: Η αθέατη δύναμη πίσω από τις επαναστάσεις

Οι μεγάλες πολιτικές ανατροπές δεν οργανώνονται συνήθως από τους πιο εξαθλιωμένους, αλλά από ανθρώπους με γνώσεις, φιλοδοξίες και κοινωνικές προσδοκίες, οι οποίοι ανακαλύπτουν ότι το σύστημα δεν έχει χώρο γι’ αυτούς. Η θεωρία της «υπερπαραγωγής ελίτ» επιχειρεί να εξηγήσει πώς οι απογοητευμένοι διεκδικητές της εξουσίας μετατρέπονται σε αντίπαλες ελίτ και δίνουν οργάνωση στη λαϊκή οργή.

Η συνηθισμένη εικόνα μιας επανάστασης αρχίζει από την πείνα, τη φτώχεια και την απόγνωση. Ένας λαός που δεν αντέχει άλλο ξεσηκώνεται, ανατρέπει το καθεστώς και εγκαθιδρύει μια νέα τάξη πραγμάτων. Η εικόνα αυτή δεν είναι λανθασμένη, αλλά είναι ελλιπής.

Οι εξαθλιωμένοι μπορεί να εξεγερθούν. Μπορεί να καταλάβουν δρόμους, να αρνηθούν να υπακούσουν, να συγκρουστούν με τις αρχές ή να γκρεμίσουν σύμβολα της εξουσίας. Για να μετατραπεί όμως η έκρηξη σε οργανωμένο πολιτικό κίνημα χρειάζονται άνθρωποι που γνωρίζουν να συντάσσουν προκηρύξεις, να διαμορφώνουν ιδεολογία, να δημιουργούν δίκτυα, να οργανώνουν συνελεύσεις, να μιλούν δημόσια και, τελικά, να καταλαμβάνουν ή να ανασχεδιάζουν τους θεσμούς.

Γι’ αυτό και στην ιστορία των επαναστάσεων συναντά κανείς συχνά δικηγόρους, δημοσιογράφους, δασκάλους, φοιτητές, κληρικούς, διανοούμενους και ανθρώπους που είχαν εκπαιδευτεί για να αποτελέσουν μέρος του συστήματος πριν στραφούν εναντίον του.

Δεν πρόκειται απαραιτήτως για ανθρώπους που γεννήθηκαν επαναστάτες. Πολλοί ξεκίνησαν επιδιώκοντας αναγνώριση, επαγγελματική άνοδο και συμμετοχή στη διοίκηση της κοινωνίας τους. Η ριζοσπαστικοποίησή τους άρχισε όταν διαπίστωσαν ότι η μόρφωση, η ικανότητα ή η κοινωνική τους θέση δεν αρκούσαν για να τους ανοίξουν τις πόρτες που περίμεναν.

Ο Πήτερ Τούρτσιν [Peter Valentinovich Turchin], ερευνητής των σύνθετων κοινωνικών συστημάτων και εκ των βασικών εκπροσώπων της λεγόμενης κλειοδυναμικής, περιγράφει αυτή τη διαδικασία με τον όρο «υπερπαραγωγή ελίτ». Η έννοια δεν αφορά μόνο τους ήδη πλούσιους ή ισχυρούς. Περιλαμβάνει και τους ανθρώπους που έχουν εκπαιδευτεί, κοινωνικοποιηθεί και προετοιμαστεί για θέσεις κύρους και εξουσίας, χωρίς να υπάρχουν αρκετές τέτοιες θέσεις για να τους απορροφήσουν.

Οι δικηγόροι που κατάργησαν τη μοναρχία

Η Γαλλική Επανάσταση αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα. Η Συμβατική Εθνοσυνέλευση, η οποία στις 21 Σεπτεμβρίου 1792 κατήργησε ομόφωνα τη μοναρχία, δεν αποτελούνταν ακριβώς από εξαθλιωμένους εργάτες και αγρότες· στις τάξεις της κυριαρχούσαν εκπρόσωποι της αστικής τάξης και των ελεύθερων επαγγελμάτων, με ιδιαίτερα ισχυρή παρουσία των δικηγόρων.

Το γεγονός δεν είναι τυχαίο. Το δίκαιο ήταν ένας από τους βασικούς δρόμους κοινωνικής ανόδου στη Γαλλία του 18ου αιώνα, και η βάση μιας πολυάριθμης τάξης μορφωμένων ανθρώπων που γνώριζαν τη λειτουργία των θεσμών, μπορούσαν να διατυπώσουν πολιτικά αιτήματα και αντιλαμβάνονταν τις αντιφάσεις ανάμεσα στις αρχές του Διαφωτισμού και στην κληρονομική εξουσία του Παλαιού Καθεστώτος.

Ο Μαξιμιλιανός Ροβεσπιέρος είχε φοιτήσει με υποτροφία στο περίφημο Collège Louis-le-Grand του Παρισιού και ακολούθησε νομικές σπουδές. Διακρίθηκε ακαδημαϊκά, επέστρεψε στην Αράς, άσκησε τη δικηγορία και υπηρέτησε για ένα διάστημα ως δικαστής. Δεν ήταν ένας άνθρωπος χωρίς επαγγελματικές προοπτικές. Ήταν όμως μέλος μιας ανερχόμενης μορφωμένης τάξης, η οποία έβλεπε την παραδοσιακή αριστοκρατία να διατηρεί προνόμια δυσανάλογα προς τις ικανότητες και την προσφορά της.

Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η περίπτωση του Ζωρζ Δαντών. Το 1787, δύο χρόνια πριν από την έναρξη της Επανάστασης, αγόρασε το αξίωμα του δικηγόρου στα Συμβούλια του βασιλιά, χρησιμοποιώντας την προίκα της συζύγου του και δανεισμό. Η θέση τού παρείχε κύρος, πρόσβαση και σύνδεση με τη βασιλική διοίκηση. Ο Δαντών δεν επαναστάτησε επειδή βρισκόταν έξω από την κοινωνία. Αντιθέτως, είχε κατορθώσει να πλησιάσει τα ανώτερα στρώματά της. Λίγο αργότερα, όμως, έγινε μία από τις κεντρικές μορφές της ανατροπής τους.

Αυτό το μοτίβο είναι πιο σύνθετο από την απλή ιστορία του φτωχού ανθρώπου που στρέφεται κατά του πλουσίου. Η επανάσταση δεν κινητοποιεί μόνο εκείνους που δεν έχουν τίποτα. Μπορεί να κινητοποιήσει ακόμη εντονότερα εκείνους που έχουν επενδύσει χρόνια στην εκπαίδευση και στην κοινωνική τους άνοδο, έχουν πλησιάσει την εξουσία και τελικά συναντούν ένα κλειστό όριο.

Η απόλυτη φτώχεια γεννά συχνά φόβο, εξάρτηση και αγώνα καθημερινής επιβίωσης. Η ματαιωμένη κοινωνική άνοδος, αντιθέτως, μπορεί να γεννήσει συνειδητή πολιτική σύγκρουση. Ο άνθρωπος δεν συγκρίνει πάντοτε τη θέση του με το μηδέν, αλλά με τη θέση που πιστεύει ότι δικαιούται.

Οι επαγγελματίες της ρωσικής ανατροπής

Παρόμοιο φαινόμενο παρατηρείται και στη Ρωσική Επανάσταση. Οι μπολσεβίκοι ισχυρίστηκαν ότι εκφράζουν τους εργάτες και τους αγρότες, όμως η πολιτική και οργανωτική τους ηγεσία περιελάμβανε μορφωμένους διανοουμένους, συγγραφείς, δημοσιογράφους και ανθρώπους που είχαν αφιερώσει τη ζωή τους στην επαναστατική δράση.

Ο Βλαντίμιρ Λένιν προερχόταν από μορφωμένη οικογένεια και απέκτησε νομική κατάρτιση. Η επαναστατική του πορεία δεν ήταν προϊόν άμεσης υλικής εξαθλίωσης, αλλά πολιτικής ριζοσπαστικοποίησης, οικογενειακών εμπειριών, σύγκρουσης με την τσαρική εξουσία και μακρόχρονης θεωρητικής και οργανωτικής εργασίας.

Η πρώτη γνωριμία του με τη μελλοντική σύζυγό του, Ναντιέζντα Κρούπσκαγια, έγινε σε έναν μαρξιστικό κύκλο της Αγίας Πετρούπολης. Τέτοιες συναντήσεις πραγματοποιούνταν συχνά κάτω από την κάλυψη κοινωνικών συγκεντρώσεων, καθώς η πολιτική οργάνωση βρισκόταν υπό αστυνομική παρακολούθηση. Οι αναμνήσεις της Κρούπσκαγια δείχνουν έναν κόσμο μικρών μορφωμένων κύκλων που διάβαζαν, συζητούσαν, μετέφραζαν και τύπωναν παράνομα κείμενα και δημιουργούσαν δίκτυα πολύ πριν αποκτήσουν τη δυνατότητα να διεκδικήσουν την εξουσία.

Η Ρωσική Επανάσταση δεν μπορεί, βεβαίως, να εξηγηθεί μόνο από τη δράση αυτών των κύκλων. Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, οι τεράστιες απώλειες, η επισιτιστική κρίση, η φτώχεια, το αγροτικό ζήτημα και η κατάρρευση της εμπιστοσύνης προς το τσαρικό καθεστώς δημιούργησαν το σύνολο των αναγκαίων κοινωνικών συνθηκών. Χωρίς τη μαζική δυσαρέσκεια, οι επαναστατικές ομάδες θα παρέμεναν πιθανότατα στο περιθώριο.

Αλλά και χωρίς εκπαιδευμένους οργανωτές, η δυσαρέσκεια θα μπορούσε να εκτονωθεί σε αποσπασματικές εξεγέρσεις χωρίς σταθερό πολιτικό αποτέλεσμα. Οι μπολσεβίκοι προσέφεραν στους εξαντλημένους στρατιώτες, στους εργάτες και στους αγρότες ένα σαφές σύνθημα, ένα οργανωτικό δίκτυο και μια δομή ικανή να κινηθεί ταχύτερα από τους αντιπάλους της.

Η λαϊκή οργή αποτέλεσε το καύσιμο. Η εκπαιδευμένη επαναστατική μειοψηφία κατασκεύασε τον κινητήρα.

Ο διανοούμενος που προετοίμασε το επαναστατικό Ιράν

Ένα διαφορετικό παράδειγμα προσφέρει ο Αλί Σαριάτι, ο Ιρανός διανοούμενος που επηρέασε βαθιά τη γενιά πριν από την Ιρανική Επανάσταση του 1979.

Ο Σαριάτι σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού και ολοκλήρωσε διδακτορική εργασία σχετική με ένα μεσαιωνικό περσικό ιστορικό κείμενο. Παράλληλα, παρακολούθησε μαθήματα κοινωνιολογίας και ιστορίας των θρησκειών, γνώρισε τα αντιαποικιακά ρεύματα της εποχής και ήρθε σε επαφή με το έργο του Φραντς Φανόν, μέρος του οποίου μετέφρασε στα περσικά. Συμμετείχε σε πολιτικές κινητοποιήσεις στο Παρίσι και συνελήφθη κατά τη διάρκεια διαδήλωσης το 1961.

Επιστρέφοντας στο Ιράν, δεν περιορίστηκε σε μια πανεπιστημιακή σταδιοδρομία. Μέσα από τις διαλέξεις του στο θρησκευτικό και πολιτιστικό ίδρυμα Χοσεϊνιέ Ερσάντ, επιχείρησε να παρουσιάσει το σιιτικό Ισλάμ ως δύναμη κοινωνικής δικαιοσύνης, αντίστασης και επαναστατικής αναγέννησης. Συνδύασε τη θρησκευτική παράδοση με τον αντιαποικιακό λόγο, την κοινωνική κριτική και στοιχεία της ευρωπαϊκής φιλοσοφίας.

Ο Σαριάτι δεν δημιούργησε μόνος του την ιδεολογία της Ιρανικής Επανάστασης. Η ανατροπή του Σάχη προέκυψε από τη συνάντηση του σιιτικού κλήρου, των εθνικιστών, των αριστερών οργανώσεων, των φοιτητών, των εμπόρων και ευρύτερων κοινωνικών στρωμάτων. Ωστόσο, συνέβαλε αποφασιστικά στη δημιουργία μιας γλώσσας με την οποία η μορφωμένη νεολαία μπορούσε να ενώσει τη θρησκευτική της κληρονομιά με τη σύγχρονη πολιτική εξέγερση.

Πέθανε το 1977, πριν δει την επανάσταση να επικρατεί. Οι ιδέες του, όμως, επέζησαν και έγιναν μέρος του ιδεολογικού κλίματος που απονομιμοποίησε τη μοναρχία.

Η περίπτωση του Σαριάτι αποκαλύπτει κάτι σημαντικό: οι αντίπαλες ελίτ δεν είναι πάντοτε άνθρωποι που στερήθηκαν εντελώς την επαγγελματική επιτυχία. Μπορεί να διαθέτουν κύρος, μόρφωση και κοινό. Αυτό που τους μετατρέπει σε αντιπάλους του συστήματος είναι συχνά η πεποίθηση ότι η υπάρχουσα τάξη δεν τους επιτρέπει να ασκήσουν την επιρροή που θεωρούν ότι αντιστοιχεί στις ικανότητες ή στην αποστολή τους.

Η «υπερπαραγωγή ελίτ»

Η θεωρία του Τούρτσιν δεν υποστηρίζει ότι κάθε κοινωνία με πολλούς πτυχιούχους οδηγείται αναπόφευκτα σε επανάσταση. Ούτε ότι οι πτυχιούχοι αποτελούν από μόνοι τους ελίτ.

Η «υπερπαραγωγή ελίτ» εμφανίζεται όταν αυξάνεται ταχύτερα ο αριθμός όσων διεκδικούν θέσεις υψηλού κύρους, επιρροής και οικονομικής ασφάλειας από τον αριθμό των θέσεων που μπορεί να προσφέρει το σύστημα. Η υπερπροσφορά υποψηφίων αυξάνει τον ανταγωνισμό, μειώνει την αξία των τίτλων και δημιουργεί ανθρώπους με υψηλές προσδοκίες αλλά περιορισμένες δυνατότητες πραγματικής ανόδου.

Ορισμένοι από αυτούς προσαρμόζονται. Άλλοι αλλάζουν επάγγελμα, μεταναστεύουν ή περιορίζουν τις φιλοδοξίες τους. Ένα μέρος, όμως, μπορεί να μετατραπεί σε «αντίπαλη ελίτ»: ανθρώπους με τις γνώσεις, τις διασυνδέσεις και τις οργανωτικές ικανότητες της άρχουσας τάξης, οι οποίοι στρέφονται εναντίον της επειδή δεν κατάφεραν να ενσωματωθούν σε αυτήν.

Ο Τούρτσιν δεν αποδίδει την κοινωνική αποσταθεροποίηση σε έναν μόνο παράγοντα. Το δομικό-δημογραφικό του μοντέλο εξετάζει τρεις διαδικασίες που αλληλεπιδρούν: την επιδείνωση της ζωής των ευρύτερων κοινωνικών στρωμάτων, την όξυνση του ανταγωνισμού στο εσωτερικό των ελίτ και τη δημοσιονομική ή θεσμική εξασθένηση του κράτους. Η επικίνδυνη κατάσταση δημιουργείται όταν η μαζική δυσαρέσκεια συναντά μια διαιρεμένη άρχουσα τάξη και μια οργανωμένη ομάδα φιλόδοξων αντιπάλων.

Ο Φράνσις Μπέικον είχε παρατηρήσει ήδη στις αρχές του 17ου αιώνα τον κίνδυνο που δημιουργείται όταν παράγονται περισσότεροι μορφωμένοι άνθρωποι απ’ όσους μπορούν να απορροφήσουν οι διαθέσιμες θέσεις. Στο δοκίμιό του για τις στάσεις και τις κοινωνικές ταραχές αναφέρθηκε στην περίπτωση όπου «εκπαιδεύονται ως λόγιοι περισσότεροι απ’ όσους μπορούν να απορροφήσουν οι προαγωγές».

Η παρατήρησή του παραμένει επίκαιρη, επειδή η εκπαίδευση δεν προσφέρει μόνο γνώσεις. Δημιουργεί και προσδοκίες.

Ο φοιτητής που αφιερώνει χρόνια σε σπουδές δεν περιμένει απλώς να αποκτήσει ένα χαρτί. Αναμένει κοινωνική αναγνώριση, οικονομική ασφάλεια, λόγο στα κοινά και μια θέση ανώτερη από εκείνη που θα είχε χωρίς τις σπουδές του. Όταν εκατομμύρια άνθρωποι λαμβάνουν την ίδια υπόσχεση, αλλά η οικονομία δεν δημιουργεί αντίστοιχες ευκαιρίες, ο τίτλος σπουδών παύει να λειτουργεί ως μέσο ανόδου και μετατρέπεται σε υπενθύμιση μιας υπόσχεσης που δεν εκπληρώθηκε.

Η σύγχρονη έκρηξη των τίτλων σπουδών

Η ανώτατη εκπαίδευση έχει επεκταθεί εντυπωσιακά τις τελευταίες δεκαετίες. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, το ποσοστό των νέων ενηλίκων με τριτοβάθμια εκπαίδευση στις χώρες του οργανισμού έφθασε περίπου το 48% το 2025, από 27% το 2000. Η εξέλιξη αυτή αποτελεί μεγάλη κοινωνική κατάκτηση, αλλά δημιουργεί και μια νέα πρόκληση: οι οικονομίες πρέπει να παράγουν θέσεις που να αξιοποιούν πραγματικά αυτό το ανθρώπινο δυναμικό.

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, περίπου το 44% των νέων ηλικίας 25 έως 34 ετών είχε ολοκληρώσει τριτοβάθμια εκπαίδευση το 2024. Στην Ελλάδα το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 44,5%, ελαφρώς υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα παρουσίαζε το 2024 το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό υπερειδίκευσης στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Περίπου το 33% των εργαζομένων με ανώτατη εκπαίδευση απασχολούνταν σε επαγγέλματα που δεν απαιτούσαν αντίστοιχο επίπεδο σπουδών, έναντι 21,3% στο σύνολο της ΕΕ.

Τα στοιχεία αυτά δεν σημαίνουν ότι η Ελλάδα ή η Ευρώπη οδεύουν νομοτελειακά προς επανάσταση. Μια τέτοια πρόβλεψη θα ήταν αυθαίρετη. Δείχνουν, όμως, ότι υπάρχει πραγματική απόσταση ανάμεσα στην παραγωγή προσόντων και στην παραγωγή κατάλληλων επαγγελματικών και κοινωνικών θέσεων.

Ο πτυχιούχος που εργάζεται σε μια θέση κατώτερη των προσόντων του δεν είναι απαραιτήτως φτωχός με την απόλυτη έννοια. Μπορεί όμως να αισθάνεται ότι έχει υποστεί κοινωνική υποβάθμιση. Βλέπει τον χρόνο, τα χρήματα και την προσπάθεια που επένδυσε να μην οδηγούν στη ζωή που περίμενε.

Από αυτή τη διάψευση μπορούν να προκύψουν διαφορετικές πολιτικές κατευθύνσεις. Άλλοι στρέφονται προς την Αριστερά και καταγγέλλουν την οικονομική ανισότητα. Άλλοι προς τη Δεξιά και καταγγέλλουν τις παλαιές πολιτικές, διοικητικές ή πολιτισμικές ελίτ. Άλλοι ακολουθούν αντισυστημικά, εθνικιστικά, τεχνοκρατικά ή θρησκευτικά κινήματα.

Η ιδεολογία δεν είναι αδιάφορη, όπως υποστηρίζουν ορισμένες υπεραπλουστευμένες παρουσιάσεις της θεωρίας του Τούρτσιν. Καθορίζει ποιος θα αναγνωριστεί ως εχθρός, ποια λύση θα προταθεί και τι είδους καθεστώς μπορεί να προκύψει μετά την ανατροπή. Εκείνο που εξηγεί η θεωρία της υπερπαραγωγής ελίτ είναι γιατί εμφανίζεται ένα αυξανόμενο ακροατήριο μορφωμένων και ικανών ανθρώπων, διατεθειμένο να αμφισβητήσει την υπάρχουσα τάξη.

Το πρόβλημα δεν είναι η μόρφωση, αλλά η διάψευση

Το συμπέρασμα δεν μπορεί να είναι ότι μια κοινωνία πρέπει να περιορίζει τη μόρφωση για να προστατεύεται από την αναταραχή. Η εκπαίδευση παραμένει θεμέλιο της ελευθερίας, της παραγωγικότητας, της καινοτομίας και της πολιτικής συμμετοχής.

Ο κίνδυνος δημιουργείται όταν η εκπαίδευση χρησιμοποιείται ως μαζική υπόσχεση κοινωνικής ανόδου, χωρίς να συνοδεύεται από μια οικονομία και ένα θεσμικό σύστημα που μπορούν να προσφέρουν δημιουργικό έργο, αξιοκρατική εξέλιξη και πραγματικές δυνατότητες συμμετοχής.

Μια υγιής κοινωνία δεν χρειάζεται να μετατρέψει όλους τους πτυχιούχους σε πολιτικούς, διευθυντές ή ανώτατα στελέχη. Χρειάζεται όμως να δημιουργεί αρκετές παραγωγικές διαδρομές, ώστε οι ικανότητες να μην παραμένουν ανενεργές και οι φιλοδοξίες να μη μετατρέπονται σε μόνιμη ταπείνωση.

Χρειάζεται επίσης θεσμούς που να επιτρέπουν την ανανέωση. Όταν οι θέσεις εξουσίας και κύρους μονοπωλούνται από κλειστά δίκτυα, οικογένειες, κόμματα ή οικονομικά συμφέροντα, το πρόβλημα δεν είναι μόνο η ανισότητα. Είναι ότι οι αποκλεισμένοι διαθέτουν πλέον την εκπαίδευση και τα μέσα για να αντιληφθούν τον αποκλεισμό, να τον περιγράψουν και να οργανωθούν εναντίον του.

Οι μεγάλες ανατροπές, επομένως, δεν γεννιούνται ούτε μόνο στα παλάτια ούτε μόνο στις φτωχογειτονιές. Γεννιούνται στο σημείο όπου η απελπισία των πολλών συναντά τη φιλοδοξία των αποκλεισμένων μορφωμένων.

Οι μάζες παρέχουν τον αριθμό και την ορμή. Οι αντίπαλες ελίτ προσφέρουν τη γλώσσα, την οργάνωση και το σχέδιο.

Και η ιστορία δείχνει ότι ένα καθεστώς γίνεται πραγματικά ευάλωτο όχι απλώς όταν έχει πολλούς δυσαρεστημένους πολίτες, αλλά όταν έχει εκπαιδεύσει τους ανθρώπους που είναι ικανοί να μετατρέψουν αυτή τη δυσαρέσκεια σε πολιτική δύναμη.

Οι απόψεις που διατυπώνονται στο παρόν άρθρο δεν αντικατοπτρίζουν κατ’ ανάγκην τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.

Πως μπορείτε να μας βοηθήσετε ώστε να συνεχίσουμε να σας κρατάμε ενημερωμένους

Ποιος είναι ο λόγος που χρειαζόμαστε την βοήθειά σας για την χρηματοδότηση του ερευνητικού ρεπορτάζ μας; Επειδή είμαστε ένας ανεξάρτητος οργανισμός ειδήσεων που δεν επηρεάζεται από καμία κυβέρνηση, εταιρεία ή πολιτικό κόμμα. Από την ημέρα που ξεκινήσαμε, έχουμε έρθει αντιμέτωποι με προσπάθειες αποσιώπησης της αλήθειας κυρίως από το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Αλλά δεν θα λυγίσουμε. Η ελληνική έκδοση της Epoch Times βασίζεται ολοκληρωτικά στις γενναιόδωρες συνεισφορές σας για να διατηρήσει την παραδοσιακή δημοσιογραφία ζωντανή και υγιή στην Ελληνική γλώσσα. Μαζί, μπορούμε να συνεχίσουμε να διαδίδουμε την αλήθεια.

Σχολιάστε