Ο κόσμος είναι πλέον πιο επικίνδυνος και οι απειλές που αντιμετωπίζει ο Οργανισμός Βορειοατλαντικού Συμφώνου (ΝΑΤΟ) είναι μεγάλες, γεγονός που απαιτεί από τα κράτη-μέλη να ενισχύσουν τις αμυντικές τους δυνατότητες ώστε να διασφαλιστεί η συλλογική ασφάλεια, δήλωσε στις 22 Απριλίου ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούττε.
Ο Ρούττε προέβη στις δηλώσεις αυτές κατά τη διάρκεια ομιλίας του προς νεαρούς μηχανικούς στη Βάση Τεχνολογίας Aselsan στην Τουρκία, τονίζοντας την ανάγκη ανάπτυξης ισχυρών αμυντικών συστημάτων με τις καλύτερες δυνατότητες, που να ενσωματώνουν τις πλέον σύγχρονες τεχνολογίες.
Ανέφερε ότι οι κίνδυνοι που αντιμετωπίζονται είναι μεγάλοι, εκτεινόμενοι από την Αρκτική έως τη Μεσόγειο, από το διάστημα έως τον βυθό της θάλασσας, και από πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη έως εξελιγμένες κυβερνοεπιθέσεις.
Πρόσθεσε ότι ο πόλεμος της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας συνεχίζεται, ενώ παράλληλα προχωρούν ο εκσυγχρονισμός των ενόπλων δυνάμεων της Κίνας και η επέκταση του πυρηνικού της οπλοστασίου, και ότι το Ιράν εξακολουθεί να διασπείρει τρομοκρατία και χάος, εξέλιξη που γίνεται ιδιαίτερα αισθητή στην Τουρκία.
Τον Ιούνιο του 2025, οι σύμμαχοι του ΝΑΤΟ συμφώνησαν να αυξήσουν τους στόχους αμυντικών δαπανών από το 2% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ) στο 5% έως το 2035, εκ των οποίων το 3,5% θα αφορά τον βασικό τομέα άμυνας και το 1,5% άλλους συναφείς τομείς, όπως η ασφάλεια και οι υποδομές.
Ο Ρούττε δήλωσε ότι, παρότι οι πολιτικοί ηγέτες έχουν δεσμευτεί να αυξήσουν τις αμυντικές δαπάνες, τα χρήματα από μόνα τους δεν θα διασφαλίσουν την ασφάλεια, επισημαίνοντας την ανάγκη επενδύσεων στον τομέα ανάπτυξης αμυντικών συστημάτων. Διευκρίνισε ότι τα συστήματα αεράμυνας, τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη, τα πυρομαχικά, τα ραντάρ, οι διαστημικές δυνατότητες και άλλα μέσα είναι εκείνα που θα διασφαλίσουν την ασφάλεια.
Σύμφωνα με το ΝΑΤΟ, η Τουρκία διαθέτει τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό στη συμμαχία και δαπανά πάνω από το 2% του ΑΕΠ για την άμυνα. Η Τουρκία αναμένεται το καλοκαίρι να φιλοξενήσει την επόμενη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ, όπου ο επανεξοπλισμός θα αποτελέσει κεντρικό θέμα, όπως ανέφερε αργότερα ο γενικός γραμματέας σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X.
Στην ίδια ανάρτηση σημείωσε ότι η επιτάχυνση της αμυντικής παραγωγής και της καινοτομίας αποτελεί κορυφαία προτεραιότητα για το ΝΑΤΟ και ότι θα είναι ένα από τα βασικά θέματα της συνόδου του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα τον Ιούλιο. Τόνισε επίσης ότι, στον σημερινό πιο επικίνδυνο κόσμο, απαιτούνται ισχυρές άμυνες για την προστασία της ασφάλειας.
Η σχέση ΗΠΑ – ΝΑΤΟ
Οι δηλώσεις του Ρούττε, που υπογραμμίζουν την ανάγκη επανεξοπλισμού των συμμάχων σε έναν πιο επικίνδυνο κόσμο, έρχονται μετά την αναφορά του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ότι εξετάζει σοβαρά το ενδεχόμενο αποχώρησης από τη συμμαχία, η οποία ιδρύθηκε το 1949 στα πρώτα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου.
Ο Τραμπ δήλωσε σε συνέντευξή του στη βρετανική εφημερίδα The Telegraph, η οποία δημοσιεύθηκε την 1η Απριλίου, ότι το αίτημά του για βοήθεια στο Στενό του Ορμούζ αποτέλεσε δοκιμή στην οποία οι σύμμαχοι δεν ανταποκρίθηκαν. Περιγράφοντας τη συμμαχία ως «χάρτινο τίγρη», ανέφερε ότι η αποχώρηση των Ηνωμένων Πολιτειών από τη συμφωνία βρίσκεται πλέον πέρα από επανεξέταση.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ υποστήριξε ότι δεν είχε ποτέ πειστεί από το ΝΑΤΟ και ότι γνώριζε εξαρχής πως πρόκειται για ένα «χάρτινο τίγρη», προσθέτοντας ότι και ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν το γνωρίζει. Οι δηλώσεις του Τραμπ βασίστηκαν σε προηγούμενες τοποθετήσεις, στις 30 Μαρτίου, του υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο, ο οποίος είχε επισημάνει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να επανεξετάσουν τη σχέση τους με το ΝΑΤΟ, καθώς τα μέλη δεν παρείχαν βοήθεια στη σύγκρουση με το Ιράν.
Ο Ρούμπιο ανέφερε ότι ένα από τα οφέλη της συμμετοχής των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ είναι ότι παρέχει στην Ουάσιγκτον πρόσβαση για την ανάπτυξη στρατευμάτων, αεροσκαφών και οπλικών συστημάτων σε άλλα μέρη του κόσμου, συμπεριλαμβανομένου μεγάλου μέρους της Ευρώπης.
Σημείωσε ότι κατά τη διάρκεια της επιχείρησης «Epic Fury», υπήρξαν χώρες όπως η Ισπανία, μέλος του ΝΑΤΟ που οι ΗΠΑ έχουν δεσμευτεί να υπερασπίζονται, οι οποίες αρνήθηκαν τη χρήση του εναέριου χώρου τους και μάλιστα καυχήθηκαν γι’ αυτό, ενώ αρνήθηκαν και τη χρήση των βάσεών τους. Πρόσθεσε ότι και άλλες χώρες ενήργησαν με παρόμοιο τρόπο, θέτοντας το ερώτημα ποιο είναι το όφελος για τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Συνέχισε λέγοντας ότι, παρότι υποστηρίζει το ΝΑΤΟ, η στήριξή του βασίζεται στην προϋπόθεση ότι υπάρχουν αμοιβαίες ρυθμίσεις. Αν το ΝΑΤΟ αφορά μόνο την υπεράσπιση της Ευρώπης σε περίπτωση επίθεσης, ενώ παράλληλα αρνούνται στις Ηνωμένες Πολιτείες δικαιώματα χρήσης βάσεων όταν τα χρειάζονται, τότε αυτό δεν συνιστά μια ιδιαίτερα καλή συμφωνία.








