Στις 15 Ιανουαρίου, υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατηγόρησαν το Καζακστάν ότι λειτουργεί ως προέκταση του μηχανισμού ασφαλείας του Πεκίνου, μετά τη σύλληψη ακτιβιστών που διαμαρτυρήθηκαν για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας (ΚΚΚ) στην περιοχή Σιντζιάνγκ της Κίνας. Το ζήτημα προκάλεσε έντονη κριτική σε συνέντευξη Τύπου της ChinaAid, που πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη στην Εθνική Λέσχη Τύπου στην Ουάσιγκτον, με τη συμμετοχή υπερασπιστών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οργανώσεων θρησκευτικής ελευθερίας και πρώην κρατουμένων από τα κινεζικά στρατόπεδα.
Δεκαεννέα άνθρωποι αντιμετωπίζουν πολυετείς ποινές φυλάκισης, σύμφωνα με τον Σερικζάν Μπιλάς, ιδρυτή της Atajurt Kazakh Human Rights, μιας οργάνωσης που τεκμηριώνει παραβιάσεις εις βάρος Καζάκων και Ουιγούρων στην Κίνα. Ανέφερε ότι στους κρατούμενους περιλαμβάνονται μια έγκυος γυναίκα και ένας πατέρας επτά παιδιών. Όλοι οι συλληφθέντες, πλην ενός, είναι μέλη της οργάνωσής του. Οι συλλήψεις έγιναν μετά από διαμαρτυρία στο Αλμάτι του Καζακστάν, τον Νοέμβριο, κατά την οποία οι διαδηλωτές έκαψαν κινεζική σημαία και εικόνες του Κινέζου ηγέτη Σι Τζινπίνγκ, εκδηλώνοντας την αντίθεσή τους στην πολιτική του Πεκίνου στη Σιντζιάνγκ και στις ρυθμίσεις του Καζακστάν με την Κίνα για το καθεστώς εισόδου χωρίς βίζα.
Οι αρχές του Καζακστάν αρχικά χειρίστηκαν την υπόθεση ως διοικητική παράβαση, επιβάλλοντας πρόστιμα και δεκαπενθήμερες κρατήσεις. Υπό την πίεση του Πεκίνου, η υπόθεση κλιμακώθηκε σε ποινική δίωξη, όπως είπε ο Μπιλάς. Το κινεζικό προξενείο στο Αλμάτι έστειλε δύο επιστολές στις 14 Νοεμβρίου στο υπουργείο Εξωτερικών του Καζακστάν, με τις οποίες ζήτησε συνάντηση με εκπροσώπους του υπουργείου και ανέφερε ότι η υπόθεση είχε «εξαιρετικά αρνητικό αντίκτυπο» στη φιλία των δύο χωρών. Η εφημερίδα The Epoch Times εξέτασε μεταφρασμένα αντίγραφα των επιστολών.
Οι ακτιβιστές κατηγορούνται για «υποκίνηση διχόνοιας», μια ποινική κατηγορία που η Human Rights Watch περιγράφει ως «αόριστη και υπερβολικά ευρεία». Δεκατέσσερις βρίσκονται υπό κράτηση και οι υπόλοιποι σε κατ’ οίκον περιορισμό, σύμφωνα με τον Μπιλάς. Η δίκη αναμένεται να ξεκινήσει στις 21 Ιανουαρίου. Ο Μπιλάς δήλωσε στην Epoch Times ότι οι αρχές του Καζακστάν αναφέρθηκαν άμεσα στις δύο επιστολές στο κατηγορητήριο, παρατηρώντας ότι κάτι τέτοιο δεν έχει συμβεί ποτέ στην ιστορία του Καζακστάν.
Οι αρχές του Καζακστάν δεν έχουν τοποθετηθεί δημόσια για τον ρόλο της κινεζικής διπλωματικής πίεσης στην υπόθεση.
Ο Μπιλάς είπε ότι οι κρατούμενοι έχουν διασκορπιστεί σε πολλές φυλακές, ορισμένες σε απόσταση εκατοντάδων μιλίων μεταξύ τους, γεγονός που δυσκολεύει τις επισκέψεις. Ανέφερε ότι επιτρέπεται να τους βλέπουν μόνο οι δικηγόροι. Σε μία περίπτωση, όπως είπε, ένας κρατούμενος ανέφερε ότι κρατείται σε εγκατάσταση χωρίς θέρμανση, παρόλο που η θερμοκρασία έχει πέσει κάτω από το μηδέν, κάτι που τον αναγκάζει να κοιμάται με όλα του τα ρούχα και τις μπότες του.

Ο Μπιλάς, ο οποίος συνελήφθη στο Καζακστάν το 2019 λόγω της δράσης του, εξέφρασε τον φόβο ότι οι κρατούμενοι μπορεί να υποστούν βλάβη υπό κράτηση. Επικαλέστηκε τον θάνατο ενός υποστηρικτή, το 2020, ο οποίος είχε παρακολουθήσει τις δικαστικές του ακροάσεις φορώντας μπλουζάκι με το όνομά του. Εκείνος ο άνδρας, ο Ντουλάτ Αγκαντίλ, πέθανε αργότερα στη φυλακή με τραύματα στο σώμα του, όπως είπε ο Μπιλάς. Μήνες αργότερα, ο μεγαλύτερος γιος του υποστηρικτή δολοφονήθηκε με μαχαίρι.
Αναφερόμενος στους κρατούμενους ακτιβιστές, ο Μπιλάς δήλωσε ότι θέλουν να γνωρίζει ο κόσμος πως δεν θα αυτοκτονήσουν και δεν έχουν καρδιοπάθεια.
Διακρατική καταστολή
Στη συνέντευξη Τύπου της Πέμπτης, οι υπερασπιστές ζήτησαν την απελευθέρωση των δεκαεννέα (19) ακτιβιστών και κάλεσαν τις κυβερνήσεις να αντιμετωπίσουν τη διακρατική καταστολή του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας (ΚΚΚ).
Ο πάστορας Μπομπ Φου, ιδρυτής της ChinaAid, χαρακτήρισε το περιστατικό «διασυνοριακή τιμωρία», δηλώνοντας ότι η σιωπή σήμερα θα φέρει περισσότερη καταστολή αύριο και ότι η ιστορία θα καταγράψει ποιος στάθηκε στο πλευρό των διωκόμενων και ποιος επέλεξε την ευκολία αντί της συνείδησης.
Άλλοι ομιλητές περιέγραψαν το περιστατικό στο Καζακστάν ως μέρος ενός ευρύτερου μοτίβου, στο οποίο το Πεκίνο χρησιμοποιεί οικονομική επιρροή, διπλωματική πίεση και συναισθηματικό εκβιασμό για να φιμώσει επικριτές στο εξωτερικό.

Ο Σερκάν Τας (Serkan Tas), αναπληρωτής διευθυντής για τις κινεζικές σπουδές στο Victims of Communism Memorial Foundation με έδρα την Ουάσιγκτον, δήλωσε ότι το ΚΚΚ αντιμετωπίζει τους πάντες ως απειλή. Ανέφερε ότι η έρευνά τους δείχνει πως οι κινεζικές αρχές χαρακτηρίζουν ως «τρομοκράτη του εξωτερικού» οποιοδήποτε μέλος της διασποράς κάνει ερωτήσεις, ακόμη και κάποιον που απλώς προσπαθεί να εντοπίσει έναν αγνοούμενο συγγενή.
Η Τουρσουναΐ Ζιγιαουντούν (Tursunay Ziyawudun), Ουιγούρα πρώην κρατούμενη σε κινεζικό στρατόπεδο συγκέντρωσης πριν διαφύγει στο Καζακστάν το 2019, είπε ότι μετά την αποχώρησή της από την Κίνα παρενοχλήθηκε και απειλήθηκε επανειλημμένα. Ανέφερε ότι Κινέζοι αστυνομικοί την κάλεσαν απευθείας, απαιτώντας να επιστρέψει και προειδοποιώντας τη να μην μιλήσει δημόσια για τις εμπειρίες της. Όταν κατέθεσε σε οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και σε διεθνή μέσα ενημέρωσης, είπε ότι η πίεση κλιμακώθηκε.
Η Ζιγιαουντούν δήλωσε στην Epoch Times ότι την παρενοχλούσαν και την απειλούσαν, λέγοντάς της πως δεν γνωρίζει ότι έχουν τους συγγενείς της, τα μέλη της οικογένειάς της, και ρωτώντας τη γιατί μοιράζεται όσα πέρασε. Όπως είπε, αρκετοί από τους πρόσφατα συλληφθέντες ακτιβιστές είχαν επίσης επιζήσει από κινεζικά στρατόπεδα συγκέντρωσης και είχαν διαφύγει στο Καζακστάν, πιστεύοντας ότι εκεί θα ήταν ασφαλείς. Ανέφερε ότι η οργάνωση του Μπιλάς τη βοήθησε να «βρει κάποια ασφάλεια» όταν έφτασε για πρώτη φορά στο Καζακστάν. Είπε ότι είναι «πολύ θλιβερό να γνωρίζει» πως κρατούνται, παρότι βρίσκονται εκτός Κίνας.
Ειδικοί εξηγούν ότι οι υποθέσεις αναδεικνύουν ένα μακροχρόνιο κενό στην προστασία απέναντι στη διακρατική καταστολή, ιδίως σε χώρες που εξαρτώνται οικονομικά από την Κίνα. Η Ανταίρ Κράινερ (Adaire Criner), από το Uyghur Human Rights Project, δήλωσε ότι πρόκειται για «μια οδυνηρή υπενθύμιση της μακράς ιστορίας διακρατικής καταστολής του ΚΚΚ στην Κεντρική Ασία».
Αμερικανοί νομοθέτες έχουν κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου για τις απόπειρες της Κίνας να πιέσει ξένες κυβερνήσεις ώστε να φιμώσουν αντιφρονούντες στο εξωτερικό. Ο Πιέρο Τότσι (Piero Tozzi), αναπληρωτής διευθυντής προσωπικού της Congressional-Executive Commission on China, δήλωσε ότι η ηγεσία του Πεκίνου είναι βαθιά μη ανεκτική, ακόμη και απέναντι σε συμβολική διαφωνία.
Των Michael Zhuang και Eva Fu








