Προβαίνοντας σε ένα σημαντικό βήμα για την προστασία της εγχώριας βιομηχανίας και των θέσεων εργασίας, το Μεξικό ενέκρινε την επιβολή δασμών έως και 50% σε εισαγόμενα προϊόντα από την Κίνα και άλλες ασιατικές χώρες που δεν διαθέτουν εμπορική συμφωνία με τη χώρα. Η πρόταση μεταρρύθμισης του Γενικού Νόμου Δασμών Εισαγωγών και Εξαγωγών υπερψηφίστηκε στη Γερουσία με 76 ψήφους υπέρ, 5 κατά και 35 αποχές, ενώ είχε προηγηθεί η έγκρισή της από την Κάτω Βουλή με 281 ψήφους υπέρ, 24 κατά και 149 αποχές.
Βάσει των νέων μέτρων, οι δασμοί θα επιβληθούν ή θα αυξηθούν κατά κύριο λόγο στο 35%, με συγκεκριμένα προϊόντα να φτάνουν ακόμα και στο 50%. Πάνω από 1.400 προϊόντα σε διάφορους τομείς — όπως κλωστοϋφαντουργία, χάλυβας, σίδηρος, ανταλλακτικά αυτοκινήτων και πλαστικά — θα επηρεαστούν από τους δασμούς, που θα τεθούν σε ισχύ το επόμενο έτος και θα αφορούν χώρες χωρίς συμφωνία ελεύθερου εμπορίου με το Μεξικό, με κυριότερες την Κίνα, τη Νότια Κορέα, την Ινδία, το Βιετνάμ και την Ταϊλάνδη.
Η πρωτοβουλία εντάσσεται στο πλαίσιο του Plan Mexico, μιας ευρύτερης εθνικής στρατηγικής που παρουσίασε η κυβέρνηση της Κλαούντια Σέινμπαουμ, και αποσκοπεί στη βιομηχανική ανάπτυξη και την ενίσχυση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας.
Ένας επιπλέον στόχος της πρωτοβουλίας είναι η μείωση της εξάρτησης του Μεξικού από φθηνές εισαγωγές τρίτων χωρών, κυρίως της Κίνας, της οποίας ο όγκος εμπορίου με το Μεξικό έχει αυξηθεί κατακόρυφα την τελευταία δεκαετία. Ωστόσο, αυτή η ανάπτυξη έχει ωφελήσει κυρίως το Πεκίνο, οδηγώντας σε σημαντικό εμπορικό έλλειμμα το Μεξικό, το οποίο αναμένεται να φθάσει περίπου τα 120 δισεκατομμύρια δολάρια το 2024.
Το Πεκίνο διαμαρτυρήθηκε για την απόφαση της μεξικανικής κυβέρνησης και κάλεσε το Μεξικό να επανεξετάσει τα μέτρα. Εκπρόσωπος του υπουργείου Εμπορίου της Κίνας δήλωσε διαδικτυακά πως «το Πεκίνο θα παρακολουθήσει στενά την εφαρμογή των δασμών από το Μεξικό και θα αξιολογήσει τις επιπτώσεις τους». Η κινεζική κυβέρνηση είχε ήδη προειδοποιήσει για πιθανά αντίποινα σε περίπτωση υλοποίησης της αύξησης των δασμών. Μετά την κατάθεση της αρχικής πρότασης από την πρόεδρο Κλαούντια Σέινμπαουμ τον Σεπτέμβριο στη Βουλή, το υπουργείο Εμπορίου της Κίνας ξεκίνησε έρευνα για τα εμπόδια που υφίστανται στο διμερές εμπόριο και τις επενδύσεις.
Η απόφαση αυτή συνδέεται με την επικείμενη επανεξέταση της συμφωνίας ΗΠΑ-Μεξικού-Καναδά, η οποία έχει προγραμματιστεί για το επόμενο έτος, καθώς Αμερικανοί αξιωματούχοι και εκπρόσωποι της βιομηχανίας κατηγορούν την Κίνα πως εκμεταλλεύεται τη συμφωνία ελεύθερου εμπορίου του Μεξικού, ενώ Καναδοί αξιωματούχοι εκφράζουν τον φόβο ότι το Μεξικό λειτουργεί ως δίαυλος για την είσοδο κινεζικών προϊόντων στη ζώνη ελευθέρου εμπορίου. Γεγονός είναι ότι μετά την επιβολή των πρώτων αμερικανικών δασμών από τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, πολλές κινεζικές εταιρείες μετέφεραν τις γραμμές συναρμολόγησής τους στο Μεξικό, προκειμένου να χαρακτηρίζονται τα προϊόντα τους «made in Mexico» — κατασκευασμένα στο Μεξικό — και να παρακάμπτουν τους δασμούς των ΗΠΑ.
Ο πρόεδρος της Επιτροπής Οικονομίας της μεξικανικής Γερουσίας, Εμμανουέλ Ρέγιες, υποστήριξε το νόμο, δηλώνοντας: «Οι πρόσθετοι δασμοί μπορούν να βοηθήσουν στην προστασία των θέσεων εργασίας σε καίριους τομείς και να στηρίξουν την ανάπτυξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Το Μεξικό πρέπει να ανταγωνίζεται με καλύτερους όρους και να ενισχύσει την εσωτερική του αγορά», τόνισε σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X.
Με πληροφορίες από το Reuters








