«Ισχυρό και φονικό πλήγμα» ανακοίνωσε, στις 25 Δεκεμβρίου, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ κατά της τρομοκρατικής ομάδας ISIS στη βορειοδυτική Νιγηρία.
Όπως έγραψε στην πλατφόρμα Truth Social, η ομάδα σκότωνε με πρωτοφανή για αιώνες αγριότητα, κυρίως αθώους χριστιανούς, σημειώνοντας ότι είχε απευθύνει προειδοποίηση στους τρομοκράτες να σταματήσουν τις σφαγές. Το υπουργείο Πολέμου, είπε, πραγματοποίησε πολλαπλά «τέλεια» πλήγματα, τονίζοντας ότι υπό την ηγεσία του η χώρα δεν θα επιτρέψει τη δράση της «ριζοσπαστικής ισλαμικής τρομοκρατίας».
Στις 5 Νοεμβρίου, ο Τραμπ είχε αναδείξει, σε βιντεοσκοπημένο μήνυμά του, τη δοκιμασία των χριστιανών στη Νιγηρία και, σε επόμενες αναρτήσεις του, είχε αναφέρει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες ενδέχεται να εξετάσουν την προοπτική στρατιωτικής επέμβασης. Η κυβέρνηση Τραμπ έχει χαρακτηρίσει τη Νιγηρία ως «Χώρα Ιδιαίτερης Ανησυχίας» (Country of Particular Concern – CPC) βάσει του νόμου International Religious Freedom Act, κάτι που ανοίγει τον δρόμο για την επιβολή κυρώσεων. Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ανακοίνωσε τον Δεκέμβριο ότι περιορίζει τις θεωρήσεις εισόδου για Νιγηριανούς που εμπλέκονται σε «μαζικούς φόνους και βία» κατά χριστιανών, παρόλο που αξιωματούχοι της Νιγηρίας απέρριψαν τις κατηγορίες περί εκτεταμένων διώξεων χριστιανών, υποστηρίζοντας ότι η Μπόκο Χαράμ και το ISIS της Δυτικής Αφρικής δρουν κατά ανθρώπων όλων των θρησκειών. Οι αρχές απέρριψαν επίσης τις τοποθετήσεις του Τραμπ σχετικά με πιθανή στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ.
Ωστόσο, εκπρόσωπος του Πενταγώνου δήλωσε στην εφημερίδα The Epoch Times ότι η κυβέρνηση της Νιγηρίας ενέκρινε τα πλήγματα, προσθέτοντας ότι το «υπουργείο Πολέμου» συνεργάστηκε με την κυβέρνηση της Νιγηρίας για την πραγματοποίηση των πληγμάτων και ότι αυτά εγκρίθηκαν από την κυβέρνηση της Νιγηρίας.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες χαρακτήρισαν για πρώτη φορά τη Νιγηρία ως «Χώρα Ιδιαίτερης Ανησυχίας» το 2020. Τότε, η Αμερικανική Επιτροπή για τη Διεθνή Θρησκευτική Ελευθερία (U.S. Commission on International Religious Freedom – USCIRF) είχε αποδώσει την κλιμάκωση της εθνοθρησκευτικής βίας σε τζιχαντιστικές δυνάμεις, όπως η Μπόκο Χαράμ, και σε έκθεσή της ανέφερε ότι οι Νιγηριανοί που συμμετείχαν σε έρευνα θεωρούσαν ότι οι θρησκευτικές διαιρέσεις ήταν «οι χειρότερες που είχαν υπάρξει ποτέ». Ο χαρακτηρισμός αυτός ήρθη το επόμενο έτος. Οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων ανανέωσαν φέτος τις εκκλήσεις τους προς την κυβέρνηση Τραμπ να χαρακτηρίσει εκ νέου τη Νιγηρία ως «Χώρα Ιδιαίτερης Ανησυχίας», αναφέροντας αύξηση της βίας κατά χριστιανών στο πρώτο εξάμηνο του 2025.
Η Νιγηρία είναι η πολυπληθέστερη χώρα της Αφρικής, με περίπου 214 εκατομμύρια κατοίκους, και διαθέτει μεγάλο χριστιανικό και μουσουλμανικό πληθυσμό. Σύμφωνα με το Pew Research, η Νιγηρία είναι μία από τις επτά χώρες παγκοσμίως με «πολύ υψηλά» επίπεδα κοινωνικών εχθροπραξιών που σχετίζονται με τη θρησκεία, με πρωταγωνιστές τρομοκρατικές ομάδες όπως η Μπόκο Χαράμ και το ISIS.
Το Pew Research εκτίμησε, το 2020, ότι το 56,1% του πληθυσμού ήταν μουσουλμάνοι και το 43,4% χριστιανοί.
Η USCIRF διαπίστωσε ότι η κοινωνία της Νιγηρίας είναι βαθιά θρησκευόμενη και ότι η βία κατά χριστιανών έχει πλήξει τη «Μεσαία Ζώνη» της Νιγηρίας. Σύμφωνα με έκθεση της USCIRF του 2020, ένοπλες ομάδες έχουν κάψει εκκλησίες και έχουν απαγάγει και εκτελέσει άτομα με βάση τη θρησκευτική τους ταυτότητα, κάτι που υποδηλώνει ότι αυτές οι ομάδες επιχειρούν να «ισλαμοποιήσουν την περιοχή και να εξαλείψουν τους χριστιανούς».
Της Catherine Yang
Με τη συμβολή του Joseph Lord








