Η Binance απορρίπτει τους ισχυρισμούς της αμερικανικής εφημερίδας, ενώ επίσημες κυρώσεις των ΗΠΑ και ανεξάρτητες αναλύσεις blockchain δείχνουν ότι πρόσωπα και εταιρείες γύρω από τον Ιρανό επιχειρηματία Μπαμπάκ Ζαντζανί βρίσκονται ήδη στο στόχαστρο των αρχών.
Δίκτυα συνδεδεμένα με το ιρανικό καθεστώς φέρονται να χρησιμοποίησαν την Binance, τη μεγαλύτερη πλατφόρμα ανταλλαγής κρυπτονομισμάτων στον κόσμο, για τη διακίνηση μεγάλων χρηματικών ποσών, παρά τις διεθνείς κυρώσεις κατά της Τεχεράνης. Σύμφωνα με ρεπορτάζ της Wall Street Journal, οι ροές αυτές συνεχίστηκαν ακόμη και μετά τη συμφωνία ενοχής της Binance με τις αμερικανικές αρχές το 2023, όταν η εταιρεία είχε δεσμευθεί να ενισχύσει ριζικά τους μηχανισμούς συμμόρφωσής της.
Στο κέντρο της υπόθεσης βρίσκεται ο Μπαμπάκ Ζαντζανί, Ιρανός επιχειρηματίας με μακρά ιστορία σε υποθέσεις παράκαμψης κυρώσεων. Η Wall Street Journal αναφέρει ότι δίκτυο συνδεδεμένο με τον Ζαντζανί πραγματοποίησε συναλλαγές ύψους περίπου 850 εκατομμυρίων δολαρίων μέσω λογαριασμών στην Binance σε διάστημα δύο ετών. Το ρεπορτάζ της WSJ, αναφέρει ότι οι συναλλαγές αυτές γίνονταν κυρίως μέσω ενός βασικού λογαριασμού, ενώ πρόσθετοι λογαριασμοί φέρονται να ανήκαν ή να συνδέονταν με πρόσωπα του στενού περιβάλλοντος του Ζαντζανί.
Κατά τη WSJ, οι λογαριασμοί αυτοί φέρονται να χρησιμοποιήθηκαν ως μέρος ενός μυστικού δικτύου πληρωμών, με στόχο τη διατήρηση της ροής κεφαλαίων προς δομές του ιρανικού καθεστώτος και ειδικότερα προς τους Φρουρούς της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC). Η εφημερίδα επικαλείται εσωτερικές εκθέσεις συμμόρφωσης της Binance, στοιχεία blockchain και πηγές από υπηρεσίες επιβολής του νόμου. Η Binance, από την πλευρά της, απορρίπτει τους ισχυρισμούς και υποστηρίζει ότι δεν επέτρεψε εν γνώσει της συναλλαγές με πρόσωπα ή ψηφιακά πορτοφόλια που βρίσκονταν υπό κυρώσεις κατά τον χρόνο των συναλλαγών.
Η υπόθεση δεν περιορίζεται στους ισχυρισμούς ενός δημοσιεύματος. Τον Ιανουάριο του 2026, το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών ανακοίνωσε κυρώσεις εις βάρος του Ζαντζανί, καθώς και των Zedcex και Zedxion, δύο ανταλλακτηρίων ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων που συνδέονται με τον ίδιο. Σύμφωνα με την OFAC, οι δύο πλατφόρμες είχαν επεξεργαστεί κεφάλαια για ψηφιακά πορτοφόλια συνδεδεμένα με τους IRGC, ενώ η ενέργεια αυτή αποτέλεσε την πρώτη περίπτωση κατά την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες επέβαλαν κυρώσεις σε ανταλλακτήριο ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων για λειτουργία στον χρηματοπιστωτικό τομέα της ιρανικής οικονομίας.
Η εταιρεία ανάλυσης blockchain TRM Labs είχε ήδη εξετάσει τη δραστηριότητα των Zedcex και Zedxion, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι οι δύο εταιρείες λειτουργούσαν πρακτικά ως ενιαία υποδομή. Σύμφωνα με την ανάλυσή της, οι δύο πλατφόρμες επεξεργάστηκαν περίπου 1 δισ. δολάρια σε ροές σταθερών νομισμάτων που συνδέονταν με τους IRGC. Η TRM υποστηρίζει ότι το 2024 το ποσοστό της δραστηριότητας που σχετιζόταν με διευθύνσεις συνδεδεμένες με τους IRGC έφθασε σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα, στοιχείο που ενισχύει την εικόνα οργανωμένου μηχανισμού και όχι περιστασιακής χρήσης.
Ο Ζαντζανί δεν είναι άγνωστος στις αμερικανικές αρχές. Είχε τεθεί υπό κυρώσεις ήδη από το 2013, κατηγορούμενος ότι βοήθησε την ιρανική κυβέρνηση να μετακινήσει δισεκατομμύρια δολάρια από πετρελαϊκά έσοδα, παρακάμπτοντας το καθεστώς κυρώσεων. Οι κυρώσεις εκείνες είχαν αρθεί στο πλαίσιο της πυρηνικής συμφωνίας με το Ιράν, αλλά η Ουάσιγκτον επανήλθε το 2026, συνδέοντάς τον αυτήν τη φορά με δίκτυα ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων και χρηματοδότηση των IRGC.
Το ρεπορτάζ της WSJ υποστηρίζει ότι τα κεφάλαια που διακινούνταν μέσω Binance συνδέονταν σε μεγάλο βαθμό με πληρωμές που σχετίζονταν με το ιρανικό πετρέλαιο και με μηχανισμούς παράκαμψης κυρώσεων. Για το Ιράν, το οποίο παραμένει σε μεγάλο βαθμό αποκομμένο από το συμβατικό διεθνές τραπεζικό σύστημα, τα κρυπτονομίσματα και ειδικά τα σταθερά νομίσματα προσφέρουν έναν εναλλακτικό δρόμο μεταφοράς αξίας. Η δυνατότητα διασυνοριακών συναλλαγών, η χρήση ενδιάμεσων πορτοφολιών και η ταχύτητα εκκαθάρισης καθιστούν τα ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία ελκυστικά για δίκτυα που επιδιώκουν να κινηθούν εκτός του παραδοσιακού χρηματοπιστωτικού ελέγχου.
Η Binance απαντά ότι η εικόνα αυτή είναι παραπλανητική. Ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, Ρίτσαρντ Τενγκ, χαρακτήρισε το δημοσίευμα της WSJ «θεμελιωδώς ανακριβές», υποστηρίζοντας ότι οι συναλλαγές στις οποίες αναφέρεται το ρεπορτάζ δεν αφορούσαν πρόσωπα που ήταν υπό κυρώσεις κατά τον χρόνο που πραγματοποιήθηκαν. Η εταιρεία τονίζει επίσης ότι έχει υιοθετήσει πολιτική μηδενικής ανοχής απέναντι σε παράνομες δραστηριότητες και ότι έχει ενισχύσει ουσιαστικά το πρόγραμμα συμμόρφωσής της μετά το 2024.
Η ένταση μεταξύ Binance και Wall Street Journal δεν είναι καινούρια. Τον Μάρτιο του 2026, η Binance κατέθεσε αγωγή κατά της εφημερίδας για προηγούμενο δημοσίευμα σχετικά με φερόμενες ροές κεφαλαίων προς ιρανικά δίκτυα και τον τρόπο με τον οποίο η εταιρεία χειρίστηκε εσωτερικές ανησυχίες συμμόρφωσης. Η Binance υποστήριξε ότι η εφημερίδα δημοσίευσε ψευδείς και δυσφημιστικούς ισχυρισμούς, ενώ η WSJ δήλωσε ότι στηρίζει το ρεπορτάζ της.
Το ιστορικό της Binance με τις αμερικανικές αρχές δίνει ιδιαίτερο βάρος στην υπόθεση. Τον Νοέμβριο του 2023, η Binance Holdings Limited παραδέχθηκε παραβιάσεις που σχετίζονταν με τον Νόμο περί Τραπεζικού Απορρήτου, τη μη εγγραφή ως επιχείρηση μεταφοράς χρημάτων και τον Διεθνή Νόμο Έκτακτων Οικονομικών Εξουσιών. Η εταιρεία συμφώνησε να καταβάλει πάνω από 4 δισ. δολάρια για να επιλύσει την έρευνα του αμερικανικού υπουργείου Δικαιοσύνης, ενώ ο ιδρυτής της, Τσανγκπένγκ Ζάο, δήλωσε επίσης ένοχος για αποτυχία διατήρησης αποτελεσματικού προγράμματος κατά του ξεπλύματος χρήματος.
Παράλληλα, το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών ανακοίνωσε τότε ιστορικούς διακανονισμούς με την Binance. Η FinCEN επέβαλε αστική χρηματική ποινή 3,4 δισ. δολαρίων και πενταετή εποπτεία, ενώ η OFAC επέβαλε ποινή 968 εκατ. δολαρίων και υποχρεώσεις ενίσχυσης της συμμόρφωσης σε θέματα κυρώσεων. Το υπουργείο Οικονομικών ανέφερε ότι θα διατηρούσε πρόσβαση στα βιβλία, τα αρχεία και τα συστήματα της Binance για περίοδο πέντε ετών, μέσω ανεξάρτητου επιτηρητή.
Αυτό ακριβώς είναι το σημείο που καθιστά τις νέες καταγγελίες ιδιαίτερα σοβαρές. Αν οι ισχυρισμοί της WSJ επιβεβαιωθούν, θα σημαίνουν ότι ροές συνδεδεμένες με το Ιράν συνέχισαν να περνούν μέσα από την πλατφόρμα μετά από έναν από τους μεγαλύτερους διακανονισμούς στην ιστορία της αγοράς κρυπτονομισμάτων. Αντίθετα, αν ισχύει η θέση της Binance, τότε η εταιρεία αντιμετωπίζει μια περίπτωση όπου παλαιότερες ή έμμεσες συναλλαγές παρουσιάζονται ως απόδειξη σκόπιμης διευκόλυνσης δικτύων υπό κυρώσεις.
Οι αμερικανικές αρχές, πάντως, αντιμετωπίζουν πλέον τα κρυπτονομίσματα ως κεντρικό πεδίο της μάχης κατά της χρηματοδότησης του Ιράν. Τους τελευταίους μήνες, το υπουργείο Οικονομικών έχει ανακοινώσει σειρά ενεργειών με στόχο δίκτυα που συνδέονται με την Τεχεράνη, ενώ σύμφωνα με δημοσιεύματα και αναλύσεις blockchain, οι ΗΠΑ έχουν συνδέσει μεγάλες δεσμεύσεις ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων με την προσπάθεια περιορισμού της ικανότητας του Ιράν να μεταφέρει κεφάλαια εκτός του παραδοσιακού τραπεζικού συστήματος.
Η υπόθεση αναδεικνύει επίσης ένα ευρύτερο πρόβλημα για τον χώρο των κρυπτονομισμάτων. Οι πλατφόρμες ανταλλαγής λειτουργούν σε ένα περιβάλλον όπου η τεχνολογία επιτρέπει ταχύτατες διεθνείς μεταφορές, αλλά οι κανόνες συμμόρφωσης παραμένουν σύνθετοι, ειδικά όταν εμπλέκονται ενδιάμεσοι λογαριασμοί, εταιρείες-βιτρίνες και ψηφιακά πορτοφόλια που δεν αποκαλύπτουν άμεσα τον τελικό δικαιούχο. Για τις αρχές, η πρόκληση είναι να διακρίνουν ανάμεσα στη νόμιμη χρήση κρυπτονομισμάτων και στη συστηματική χρήση τους από κράτη, ομάδες και δίκτυα υπό κυρώσεις.
Για την Binance, το διακύβευμα είναι η αξιοπιστία του προγράμματος συμμόρφωσης που υποσχέθηκε μετά τον διακανονισμό του 2023. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, είναι η δυνατότητα εφαρμογής κυρώσεων σε έναν κόσμο όπου η χρηματοδότηση μπορεί να μεταφέρεται όχι μόνο μέσω τραπεζών, αλλά και μέσω αποκεντρωμένων ή ημι-ανώνυμων ψηφιακών υποδομών. Και για το Ιράν, όπως δείχνουν τόσο οι κυρώσεις όσο και οι αναλύσεις blockchain, τα κρυπτονομίσματα φαίνεται να έχουν μετατραπεί σε ένα ακόμη εργαλείο προσαρμογής απέναντι στην οικονομική πίεση- κυρώσεων της Δύσης.
Το βέβαιο είναι ότι οι πιο συγκεκριμένοι ισχυρισμοί για τις συναλλαγές μέσω Binance βασίζονται σε μεγάλο βαθμό σε εσωτερικά έγγραφα και πηγές που δεν είναι όλα δημόσια διαθέσιμα. Ωστόσο, οι επίσημες κυρώσεις των ΗΠΑ κατά του Ζαντζανί και των Zedcex/Zedxion, οι αναλύσεις της TRM Labs και το προηγούμενο ιστορικό της Binance με τις αμερικανικές αρχές δείχνουν ότι το θέμα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως απλή δημοσιογραφική καταγγελία χωρίς υπόβαθρο. Πρόκειται για μια υπόθεση που συνδυάζει γεωπολιτική, κυρώσεις, τρομοκρατική χρηματοδότηση, εταιρική συμμόρφωση και το μέλλον του ελέγχου στις αγορές ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων.








