Παρά τη συνεχιζόμενη εμπορική αντιπαράθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Πεκίνο ισχυρίζεται ότι η κινεζική οικονομία αναπτύχθηκε κατά 5% το 2025. Το συγκεκριμένο ποσοστό, που συμπίπτει ακριβώς με τον προγραμματισμένο στόχο του καθεστώτος, αναζωπύρωσε το σκεπτικισμό αναλυτών και οικονομολόγων για την αξιοπιστία των επισήμων οικονομικών στοιχείων της χώρας.
Το κινεζικό κρατικό πρακτορείο ειδήσεων «Σινχουά» μετέδωσε ότι, σε συνέντευξη Τύπου στις 19 Ιανουαρίου, ο Κανγκ Γι, επικεφαλής του Εθνικού Στατιστικού Γραφείου της Κίνας, ανακοίνωσε: «Το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν της Κίνας ανήλθε το 2025 στα 18 τρισεκατομμύρια ευρώ, καταγράφοντας ετήσια αύξηση 5% σε πραγματικούς όρους».
Πρόκειται για το τρίτο συνεχόμενο έτος που το κινεζικό καθεστώς επιτυγχάνει – τουλάχιστον στα χαρτιά – τον ετήσιο στόχο ανάπτυξης γύρω στο 5%. Για πολλούς επικριτές της, η ανακοίνωση θυμίζει περισσότερο πολιτική παρά οικονομικό αποτέλεσμα.
«Το γεγονός ότι το ποσοστό του ΑΕΠ συμπίπτει για ακόμη μία φορά ακριβώς με τον προκαθορισμένο στόχο είναι εντυπωσιακό από μόνο του», δήλωσε στην Epoch Times ο Γουάνγκ Χε, αναλυτής κινεζικών υποθέσεων. «Εδώ και χρόνια η διεθνής κοινότητα θεωρεί ότι η Κίνα χειραγωγεί τα μεγέθη του ΑΕΠ. Αυτοί οι αριθμοί δεν είναι πραγματικά αξιόπιστοι, μοιάζουν περισσότερο με στατιστικό παιχνίδι».
Τα στοιχεία του Εθνικού Στατιστικού Γραφείου καταδεικνύουν ότι η οικονομία της Κίνας αναπτύχθηκε με ρυθμό 4,5% το τέταρτο τρίμηνο του έτους—τον χαμηλότερο των τελευταίων τριών ετών. Η επιβράδυνση αποδίδεται στη συνεχιζόμενη κρίση στον τομέα ακινήτων, στη χαμηλή εσωτερική ζήτηση, στην εξασθενημένη εμπιστοσύνη της αγοράς και στις διαρκείς εξωτερικές πιέσεις από τον εμπορικό πόλεμο με την Ουάσιγκτον. Όλοι αυτοί οι παράγοντες ενισχύουν την αίσθηση μιας οικονομίας που δυσκολεύεται να ανακτήσει τη δυναμική της, σε πλήρη αντίθεση με τον θριαμβευτικό τόνο των επίσημων ανακοινώσεων.
Η οικονομική ανάπτυξη παραμένει κεντρικός δείκτης στο ολοκληρωτικό κινεζικό σύστημα, καθορίζοντας πολιτικές αφηγήσεις, αλλά και τις αξιολογήσεις και προαγωγές των αξιωματούχων του καθεστώτος. Το ίδιο το Πεκίνο έχει κατά το παρελθόν αναγνωρίσει τη σοβαρότητα της παραποίησης στατιστικών στοιχείων. Το 2022, το Εθνικό Στατιστικό Γραφείο δημοσίευσε εσωτερικά σχόλια ζητώντας πραγματικό αγώνα κατά της στατιστικής απάτης.
Ωστόσο, τα θεσμικά κίνητρα δεν έχουν εκλείψει. Όπως σημειώνουν αναλυτές, οι τοπικοί αξιωματούχοι συχνά έχουν έντονες πιέσεις να αναφέρουν ισχυρές οικονομικές επιδόσεις, εφόσον η ανάπτυξη συνδέεται άμεσα με τις προαγωγές και την πολιτική επιβίωσή τους. Το περιβάλλον αυτό ενθαρρύνει τη διογκωμένη αποτύπωση των επιδόσεων και όχι την ακριβή καταγραφή της πραγματικότητας.
Οι ανησυχίες για την αξιοπιστία των στοιχείων κλιμακώθηκαν περαιτέρω όταν τα κρατικά μέσα της Κίνας δημοσίευσαν αποσπάσματα από δηλώσεις του προέδρου Σι Τζινπίνγκ στην Κεντρική Οικονομική Διάσκεψη του περασμένου Δεκεμβρίου, όπου ζητούσε «πραγματική, ουσιαστική ανάπτυξη, χωρίς παραποιήσεις», ενώ την ίδια στιγμή ανακοίνωνε ότι ο στόχος ανάπτυξης για το 2025 θα διαμορφωθεί γύρω στο 5%, προτού καν συλλεγούν τα τελικά στατιστικά στοιχεία.
Εκτός Κίνας, ανεξάρτητες εκτιμήσεις κάνουν λόγο για σαφώς χαμηλότερους ρυθμούς. Το αμερικανικό ινστιτούτο Rhodium Group εκτίμησε πρόσφατα ότι «η πραγματική ανάπτυξη του κινεζικού ΑΕΠ το 2025 κυμάνθηκε πιθανότατα μεταξύ 2,5% και 3%, δηλαδή περίπου στο μισό από ό,τι ισχυρίζεται το Πεκίνο».
Βασικό επιχείρημα ήταν η απότομη πτώση των επενδύσεων παγίου κεφαλαίου στο δεύτερο εξάμηνο του έτους. Παρόμοια συμπεράσματα προκύπτουν και από ακαδημαϊκές μελέτες. Σε πρόσφατο βιβλίο των Stephen Brooks και Ben Vagel που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Oxford University Press υπό τον τίτλο _Command of Commerce — America’s Enduring Economic Power Advantage Over China, υποστηρίζεται ότι «το ΑΕΠ της Κίνας μπορεί να είναι υπερτιμημένο έως και κατά ένα τρίτο».
Οι συγγραφείς αποδίδουν το χάσμα τόσο στη χειραγώγηση των στοιχείων όσο και σε μαζικά επενδυτικά έργα με περιορισμένη πραγματική απόδοση. Αναλύοντας νυχτερινές δορυφορικές εικόνες – μέτρο συσχέτισης με την αληθινή οικονομική δραστηριότητα – κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι «το πραγματικό οικονομικό μέγεθος της Κίνας μπορεί να είναι πιο κοντά στο μισό των ΗΠΑ, παρά στα δύο τρίτα που προκύπτουν από τα επίσημα στοιχεία».
Για σύγκριση, το ονομαστικό ΑΕΠ των ΗΠΑ το 2025 ανήλθε περίπου στα 25 τρισ. ευρώ. Τα επίσημα κινεζικά στοιχεία των 19,4 τρισ. δολαρίων το τοποθετούν στο 63% της αμερικανικής οικονομίας, ποσοστό που πολλοί αναλυτές θεωρούν διογκωμένο. Στην ίδια την Κίνα, η ανοιχτή αμφισβήτηση των επίσημων στοιχείων ενέχει σημαντικούς κινδύνους.
Τον Δεκέμβριο 2024, ο επικεφαλής οικονομολόγος της SDIC Securities στο Χονγκ Κονγκ, Γκάο Σανγουέν, δήλωσε δημοσίως ότι «η πραγματική ετήσια ανάπτυξη της Κίνας τα τελευταία δύο-τρία χρόνια ίσως κυμαίνεται στο 2%, πολύ κάτω από το 5% που ισχυρίζονται οι αρχές». Λίγο αργότερα, τα κινεζικά μέσα ενημέρωσης μετέδωσαν την αποχώρησή του από το αξίωμα.

Αν το Πεκίνο δημοσιεύει συνειδητά ωραιοποιημένα στοιχεία, πόση σημασία έχει αυτό στον πραγματικό σχεδιασμό πολιτικής; Σύμφωνα με τον Γουάνγκ, «η Κίνα λειτουργεί με διπλό σύστημα. Εσωτερικά υπάρχουν εκθέσεις με πιο ρεαλιστικά δεδομένα, που χρησιμοποιούνται για λήψη αποφάσεων.
Εξωτερικά, το 5% χρησιμοποιείται ως εργαλείο αφήγησης για να εκπέμπει σταθερότητα στο εσωτερικό και εμπιστοσύνη προς τα έξω». Σε περίπτωση που οι ανώτατοι ηγέτες βασιστούν στη διαστρέβλωση των στοιχείων, προειδοποιεί ο Γουάνγκ, «αυτό μπορεί να εντείνει τα οικονομικά αδιέξοδα της Κίνας».
Το Κομμουνιστικό Κόμμα διαχωρίζει διαχρονικά τις εσωτερικές εκτιμήσεις από την εξωτερική επικοινωνία, σημείωσε. Οι ξένοι επενδυτές έχουν προσαρμοστεί στη λογική αυτή. Τα μεγάλα διεθνή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα σπανίως στηρίζονται αποκλειστικά στα επίσημα κινεζικά στατιστικά, επιλέγοντας εναλλακτικούς δείκτες και δικά τους μοντέλα, σύμφωνα με τον Γουάνγκ.
«Αν και το Πεκίνο υποβάλλει τα στοιχεία του στους διεθνείς οργανισμούς, όπως η Παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, και ένα μέρος των διεθνών ερευνών βασίζεται ακόμα στα επίσημα στοιχεία, οι περισσότεροι ειδικοί πλέον προχωρούν σε ανεξάρτητες αναπροσαρμογές. Ουσιαστικά, καμία χώρα δεν λαμβάνει αποφάσεις για θέματα Κίνας με μοναδικό γνώμονα τα επίσημα στοιχεία του Κομμουνιστικού Κόμματος», τόνισε.
Ο Σουν Γκουοσιάνγκ, καθηγητής διεθνών σχέσεων και επιχειρηματικότητας στο Πανεπιστήμιο Νάνχουα της Ταϊβάν, δήλωσε στην Epoch Times ότι η παρατεταμένη αλλοίωση των στατιστικών έχει μακροχρόνιες συνέπειες. «Όταν οι στατιστικές καθοδηγούνται από πολιτικούς στόχους και όχι από την πραγματικότητα, διαρθρωτικά προβλήματα—όπως η προσαρμογή στην αγορά ακινήτων, το χρέος των τοπικών κυβερνήσεων, η ανεργία και η παραγωγικότητα—υποτιμώνται συστηματικά», τόνισε. Αυτό το φαινόμενο, προσέθεσε, «περιορίζει το αναπτυξιακό δυναμικό και υπονομεύει τη συνολική αποτελεσματικότητα της πολιτικής».
Επιπλέον, η αναξιοπιστία των στοιχείων αποθαρρύνει επενδύσεις και κατανάλωση, οδηγώντας σε αυτοτροφοδοτούμενο κύκλο αδύναμης εμπιστοσύνης και χαμηλής ανάπτυξης. Σύμφωνα με τον Σουν, διεθνώς όλο και περισσότερα επενδυτικά κεφάλαια λαμβάνουν υπόψη εναλλακτικά δεδομένα και υψηλότερα ασφάλιστρα κινδύνου όταν εξετάζουν την Κίνα, γεγονός που αυξάνει το κόστος κεφαλαίων και αποθαρρύνει τις επενδύσεις.
Συνοπτικά, όπως επισημαίνει ο Σουν, «όταν τα επίσημα στοιχεία χάνουν την αξιοπιστία τους, η επιρροή και η εμπιστοσύνη της Κίνας στο διεθνές χρηματοοικονομικό σύστημα αναπόφευκτα υποχωρούν».
Με τη συμβολή των Νινγκ Χαϊζόνγκ και Λούο Για








