Σάββατο, 30 Αυγ, 2025

Γιατί αυξάνονται οι μυοσκελετικές παθήσεις και πώς να αντιμετωπίσετε τις βασικές αιτίες

Όταν έχουμε έναν πόνο στην πλάτη, μπορεί να μας συνταγογραφήσει ο παθολόγος παυσίπονα, να παραπεμφθούμε σε φυσιοθεραπευτή και, ενδεχομένως, να κάνουμε και μία αξονική τομογραφία εάν ο πόνος επιμένει.

Ωστόσο, έχει αναρωτηθεί κανείς από πού ξεκινά πραγματικά ο πόνος;

«Όταν υιοθετούμε μια ολιστική προσέγγιση, εξετάζοντας την ισορροπία, την κινητικότητα, τη δύναμη, τη διατροφή, το άγχος και το συνολικό περιβάλλον του ατόμου, είμαστε σε θέση να υποστηρίξουμε καλύτερα την ανάρρωση», δήλωσε η Δρ Ίντρα Μπαράθαν, γενικός γιατρός λειτουργικής ιατρικής, στην εφημερίδα The Epoch Times.

Δυστυχώς, αυτή δεν είναι η τυπική προσέγγιση για πολλές μυοσκελετικές παθήσεις όπως η οστεοαρθρίτιδα, η οστεοπόρωση, η ουρική αρθρίτιδα, η σαρκοπενία και η ρευματοειδής αρθρίτιδα, παθήσεις που αφορούν κυρίως, αλλά όχι απόλυτα, την τρίτη ηλικία. Απαιτείται μια στροφή προς την εξατομικευμένη, ολιστική υποστήριξη, η οποία μπορεί να πραγματοποιηθεί σε μεγάλο βαθμό πριν αναπτυχθούν σοβαρά προβλήματα.

Αίτια και παράγοντες

Τα χρόνια μυοσκελετικά προβλήματα είναι πλέον η κύρια αιτία αναπηρίας παγκοσμίως. Αυτές οι παθήσεις δεν επηρεάζουν μόνο την κινητικότητα, αλλά μειώνουν επίσης την ποιότητα ζωής και αυξάνουν τον κίνδυνο πτώσεων, καταγμάτων και νοσηλειών.

Το 2021, περίπου 607 εκατομμύρια άνθρωποι ζούσαν με οστεοαρθρίτιδα, μια αύξηση 137% από το 1990. Η ρευματοειδής αρθρίτιδα και η ουρική αρθρίτιδα έχουν επίσης αυξηθεί, κατά 125% και 150% αντίστοιχα.

Η γήρανση είναι ένας σημαντικός παράγοντας, κυρίως λόγω της φυσικής απώλειας μυϊκής και οστικής δύναμης με την πάροδο του χρόνου. Ωστόσο, δεν είναι ο μόνος. Η φλεγμονή παίζει επίσης κεντρικό ρόλο. Συγκεκριμένα, η χρόνια φλεγμονή χαμηλού βαθμού – ή «φλεγμονή λόγω γήρανσης» – συνεχίζει αυτόν τον εκφυλιστικό κύκλο, αποδεικνύοντας πως οι διαδικασίες γήρανσης συγκλίνουν για να προωθήσουν τη μυοσκελετική παρακμή.

«Η φλεγμονή είναι συχνά η ρίζα πολλών χρόνιων προβλημάτων υγείας», επισημαίνει η Δρ Μπαράθαν, αναγνωρίσιμη σε πολλές παθήσεις που τελειώνουν σε «-ίτιδα», όπως η αρθρίτιδα και η τενοντίτιδα. Η φλεγμονή είναι μια φυσιολογική θεραπευτική αντίδραση που αποσκοπεί στην αποκατάσταση της ισορροπίας. Ωστόσο, όταν συντρέχουν παράγοντες όπως η κακή διατροφή, το άγχος και επιβαρρυντικοί περιβαλλοντικοί παράγοντες, η φλεγμονή μπορεί να γίνει χρονία, οδηγώντας σε συνεχιζόμενα συμπτώματα και πολλαπλές διαγνώσεις.

Αν και τα εργατικά ατυχήματα, η κακή στάση του σώματος και η καταπόνηση από την ανύψωση βαρών αποτελούν κοινές αιτίες μυοσκελετικών προβλημάτων, η λειτουργική ιατρική – μια προσέγγιση της υγειονομικής περίθαλψης που στοχεύει στις βαθύτερες αιτίες και όχι μόνο στα συμπτώματα – εξετάζει το πρόβλημα σε μεγαλύτερο βάθος.

«Οι παράγοντες του τρόπου ζωής μπορεί να κάνουν τους ανθρώπους πιο ευάλωτους απέναντι σε μυοσκελετικά προβλήματα», τόνισε η Δρ Μπαράθαν.

Για παράδειγμα, η κακή διατροφή και οι διατροφικές ανεπάρκειες μπορούν να αποδυναμώσουν τα οστά και τα νεύρα. Ο καθιστικός τρόπος ζωής, ειδικά αυτός που περιλαμβάνει παρατεταμένη καθιστική στάση, μπορεί να οδηγήσει σε μυϊκή αδυναμία και μειωμένη ισορροπία. Το χρόνιο στρες μπορεί να διαταράξει περαιτέρω τον ύπνο, τη διατροφή και τα μοτίβα κίνησης, επηρεάζοντας τη συγκέντρωση, τον συντονισμό και την ανθεκτικότητα, σημείωσε, τονίζοντας ότι «το παραδοσιακό ιατρικό μοντέλο δεν εξετάζει πάντα τον άνθρωπο ως σύνολο».

Εμπόδια και ανασταλτικοί παράγοντες στη θεραπεία

Παρά την αυξανόμενη ευαισθητοποίηση και τις λεπτομερείς κλινικές κατευθυντήριες γραμμές, είναι ακόμη δύσκολη η παροχή συνεπούς, υψηλής ποιότητας φροντίδας.

Η έλλειψη προσωπικού, η αντίληψη για την πολυπλοκότητα της θεραπείας και οι κοινές παρανοήσεις σχετικά με τη θεραπεία διευρύνουν περαιτέρω το χάσμα μεταξύ των βέλτιστων πρακτικών και της πραγματικής περίθαλψης που λαμβάνουν οι ασθενείς.

Όπως σημείωσε η Δρ Μπαράθαν, η ανάρρωση είναι συχνά πιο επιτυχημένη όταν κοιτάζουμε πέρα από τα άμεσα συμπτώματα και εξετάζουμε τις βαθύτερες αιτίες. Ωστόσο, αυτή η ολιστική, ανθρωποκεντρική προσέγγιση δεν ακολουθείται από τα περισσότερα περιβάλλοντα υγειονομικής περίθαλψης.

Η κατάσταση περιπλέκεται περαιτέρω από τη λήψη ποικίλων φαρμάκων, ειδικά μεταξύ των ηλικιωμένων που πάσχουν από πολλαπλές χρόνιες παθήσεις. Οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ φαρμάκων, όπως μεταξύ των διφωσφονικών που χρησιμοποιούνται για την οστεοπόρωση και των διουρητικών ή των αντιόξινων, μπορεί να υπονομεύσουν τη θεραπεία. Τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα, που χρησιμοποιούνται συνήθως για την ανακούφιση του πόνου, ενδέχεται να αυξήσουν τον κίνδυνο ελκών και γαστρεντερικής αιμορραγίας.

Οι παρενέργειες των φαρμάκων μπορεί επίσης να επηρεάσουν την απορρόφηση θρεπτικών συστατικών όπως το ασβέστιο.

«Τα κορτικοστεροειδή, οι αναστολείς της αντλίας πρωτονίων και τα διουρητικά μπορεί να επηρεάσουν αρνητικά την υγεία των οστών, παρεμβαίνοντας στον τρόπο απορρόφησης των θρεπτικών συστατικών», δήλωσε ο Έιντζελ Πλάνελς, διαιτολόγος-διατροφολόγος με έδρα το Σηάτλ και εκπρόσωπος της Ακαδημίας Διατροφής και Διαιτολογίας, στην Epoch Times.

«Η πρόληψη είναι καλύτερη από τη θεραπεία», πρόσθεσε.

Δίνοντας έμφαση στην πρόληψη

Δεδομένων των περιορισμών της θεραπείας που βασίζεται στα συμπτώματα, η πρόληψη προσφέρει μια πιο βιώσιμη πορεία προς το μέλλον. Πολλές μυοσκελετικές παθήσεις μπορούν να μειωθούν ή να καθυστερήσουν με την έγκαιρη αντιμετώπιση των βασικών προβλημάτων.

«Ο τρόπος ζωής και η διατροφή πρέπει να θεωρούνται στρατηγικές πρώτης γραμμής, τόσο για την πρόληψη όσο και για τη θεραπεία», δήλωσε ο Πλάνελς.

Σύμφωνα με τον ίδιο, οι πρακτικές, τεκμηριωμένες διατροφικές συστάσεις περιλαμβάνουν:

Ασβέστιο και βιταμίνη D: Απαραίτητα για την αντοχή των οστών, με τα χαμηλά επίπεδα να συνδέονται στενά με την οστεοπόρωση. Προσπαθήστε να λαμβάνετε ασβέστιο από τροφές όπως τα γαλακτοκομικά, τα εμπλουτισμένα φυτικά γάλατα και τα φυλλώδη πράσινα λαχανικά, και βιταμίνη D με ημερήσια έκθεση στον ήλιο ή από συμπληρώματα.

Πρωτεΐνες: Σημαντικές για τη διατήρηση της μυϊκής μάζας, ειδικά στους ηλικιωμένους, οι οποίοι συχνά δεν καταναλώνουν αρκετές πρωτεΐνες, κάτι που αυξάνει τις πιθανότητες σαρκοπενίας. Ο Πλάνελς συνέστησε την κατανάλωση τουλάχιστον ενός γραμμαρίου πρωτεΐνης ανά κιλό σωματικού βάρους κάθε μέρα. Καλές πηγές είναι τα άπαχα κρέατα, τα αυγά, τα γαλακτοκομικά, τα όσπρια, το τόφου, οι ξηροί καρποί και οι σπόροι.

Ωμέγα-3 λιπαρά οξέα: Ευεργετικά για την υγεία των αρθρώσεων λόγω των αντιφλεγμονωδών ιδιοτήτων τους. Μπορεί να είναι ιδιαίτερα χρήσιμα στη διαχείριση της ρευματοειδούς αρθρίτιδας. Μια μεσογειακή διατροφή πλούσια σε φρούτα, λαχανικά, δημητριακά ολικής αλέσεως, ψάρια, ξηρούς καρπούς και ελαιόλαδο συνιστάται συχνά παράλληλα με την ιατρική αγωγή.

Μαγνήσιο, βιταμίνη Κ και φώσφορος: Υποστηρίζουν τη λειτουργία των οστών και των μυών και βοηθούν στη διατήρηση της δομικής ακεραιότητας.

Περιορισμένη κατανάλωση νατρίου και ζάχαρης: Η μείωση της πρόσληψης αλατιού και ο περιορισμός των ζαχαρούχων ποτών μπορεί να συμβάλει στην πρόληψη της απώλειας ασβεστίου και στη διατήρηση της οστικής πυκνότητας. Συνιστάται η επιλογή ποτών πλούσιων σε θρεπτικά συστατικά, όπως το γάλα και οι φυσικοί χυμοί.

«Το ιδανικό είναι να προτιμάτε τα τρόφιμα, όποτε είναι δυνατόν», είπε ο Πλάνελς, αναφερόμενος στην πρόσληψη θρεπτικών συστατικών κυρίως από φυσικά τρόφιμα και όχι από χάπια ή σκόνες, με τα οποία υπάρχει καλύτερη απορρόφηση και πολλά επιπλέον οφέλη, όπως πρόσληψη φυτικών ινών και προστατευτικών φυτικών ουσιών.

Ωστόσο, σε περιπτώσεις όπου η διατροφική πρόσληψη δεν είναι επαρκής – λόγω ιατρικών παθήσεων, αλλαγών που σχετίζονται με την ηλικία ή διατροφικών περιορισμών – μπορεί να είναι απαραίτητα τα συμπληρώματα. Πριν ξεκινήσετε τη λήψη συμπληρωμάτων, ο Πλάνελς συνιστά να συμβουλευτείτε τον γιατρό σας, που γνωρίζει τις πιθανές αλληλεπιδράσεις μεταξύ φαρμάκων και θρεπτικών συστατικών.

Οι αλλαγές στον τρόπο ζωής είναι εξίσου σημαντικές. Η τακτική άσκηση με βάρη και αντίσταση βοηθά στην αύξηση της οστικής πυκνότητας, στη διατήρηση της μυϊκής μάζας και στη βελτίωση της ισορροπίας. Στην πραγματικότητα, τα άτομα που ασκούνται τουλάχιστον πέντε ώρες την εβδομάδα με μέτρια έως έντονη σωματική δραστηριότητα έχουν λιγότερες πιθανότητες να εμφανίσουν πόνο στο κάτω μέρος της πλάτης, τον αυχένα ή τους ώμους.

Ο Πλάνελς τόνισε επίσης τη σημασία της διακοπής του καπνίσματος και της μέτριας κατανάλωσης αλκοόλ, καθώς και τα δύο αποδυναμώνουν τα οστά παρεμποδίζοντας την απορρόφηση θρεπτικών συστατικών και την αναδημιουργία των οστών. Η Δρ Μπαράθαν συνιστά τον έλεγχο βασικών δεικτών υγείας, όπως η γλυκόζη στο αίμα, τα τριγλυκερίδια και η οστική πυκνότητα, για να δημιουργηθεί μια βάση αναφοράς και να παρακολουθείται η πρόοδος. Η μυοσκελετική εξασθένιση δεν είναι αναπόφευκτη, δηλώνει ο Πλάνελς. «Πολλές αλλαγές που σχετίζονται με την ηλικία μπορούν να επιβραδυνθούν ή ακόμη και να αναστραφούν με τις σωστές παρεμβάσεις», παρατηρεί.

Διέγερση του πνευμονογαστρικού νεύρου για τη διαχείριση της μετατραυματικής διαταραχής άγχους

Θα μπορούσαμε να περιγράψουμε το πνευμονογαστρικό νεύρο ως έναν ‘αυτοκινητόδρομο’ που συνδέει ζωτικά όργανα με τον εγκέφαλο. Η διέγερσή του μπορεί να προσφέρει ανακούφιση από επίμονες παθήσεις, ενώ παράλληλα ενισχύει την ηρεμία αλλά και την αντοχή.

Μια 66χρονη γυναίκα που εργαζόταν στον 80ό όροφο του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου όταν το κτίριο χτυπήθηκε στις 11 Σεπτεμβρίου 2001, σώθηκε λίγο πριν καταρρεύσει ο πύργος. Στα χρόνια που ακολούθησαν, ανέπτυξε σοβαρή μετατραυματική διαταραχή άγχους (PTSD), με παλινδρόμηση στο παρελθόν, κατάθλιψη, συναισθηματικό μούδιασμα και αποφυγή των ερεθισμάτων.

Δοκίμασε πολλές θεραπείες, όπως ψυχοθεραπεία τύπου γνωσιακής συμπεριφορικής θεραπείας (CBT) και φαρμακευτική αγωγή, αλλά τίποτα δεν τη βοήθησε μέχρι που, σχεδόν μια δεκαετία αργότερα, δοκίμασε μια απλή αναπνευστική άσκηση που συνδέεται με τη διέγερση του πνευμονογαστρικού νεύρου.

Η διέγερση του πνευμονογαστρικού (π/γ) νεύρου έχει δείξει ότι μπορεί να αποτελέσει έναν νέο τρόπο υποστήριξης της ανάρρωσης από τη μετατραυματική διαταραχή άγχους, ειδικά όταν άλλες θεραπείες αποτυγχάνουν. Μπορεί να οδηγήσει σε μόνιμη ανακούφιση των συμπτωμάτων και, σε ορισμένες περιπτώσεις, σε πλήρη ύφεση.

Η πρώτη μελέτη σε ανθρώπους

Η μετατραυματική διαταραχή άγχους έχει δείξει ότι δύσκολα θεραπεύεται, με πολλούς ανθρώπους να μην ανταποκρίνονται στις τρέχουσες θεραπείες. Μια πρόσφατη μελέτη διερεύνησε κατά πόσο μπορεί να είναι ωφέλιμος ένας συνδυασμός θεραπείας και διέγερσης του πνευμονογαστρικού νεύρου.

Έχει αποδειχθεί ότι η διέγερση του πνευμονογαστρικού νεύρου ενισχύει την πλαστικότητα του εγκεφάλου και υποστηρίζει την εξάλειψη των αναμνήσεων φόβου. Στη μελέτη, πραγματοποιούνταν μέσω μιας μικρής, εμφυτεύσιμης συσκευής. Η συσκευή αυτή ενεργοποιούνταν κατά τη διάρκεια των θεραπευτικών συνεδριών χρησιμοποιώντας ένα ασύρματο κολάρο και ελεγχόταν μέσω μιας εφαρμογής για smartphone που καταγράφει και χρονομετρά τη διέγερση.

Οι συμμετέχοντες που δεν είχαν ανταποκριθεί σε προηγούμενες θεραπείες έλαβαν 12 συνεδρίες CBT, κάθε μία σε συνδυασμό με σύντομες συνεδρίες διέγερσης του π/γ νεύρου. Τα αποτελέσματα ήταν ενθαρρυντικά: κανένας από τους συμμετέχοντες δεν πληρούσε τα κριτήρια μετατραυματικής διαταραχής άγχους μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας, με τη βελτίωση να θεωρείται μόνιμη καθώς τα οφέλη παρέμεναν μέχρι και έξι μήνες αργότερα. Τα επίπεδα άγχους επίσης μειώθηκαν, με μόνο το 44% των συμμετεχόντων να πληρούν τα κλινικά κριτήρια για άγχος κατά την παρακολούθηση, σε σύγκριση με το 89% πριν από τη θεραπεία.

Αυτή ήταν η πρώτη μελέτη σε ανθρώπους που εξέτασε τη θεραπεία παρατεταμένης έκθεσης σε συνδυασμό με διέγερση του π/γ νεύρου, και υποδηλώνει ότι θα μπορούσε να είναι μια ασφαλής, αποτελεσματική και μακροχρόνια επιλογή για άτομα που δεν έχουν βρει ανακούφιση με τις τυπικές θεραπείες.

Πώς επηρεάζει η διέγερση του π/γ νεύρου τη μετατραυματική διαταραχή άγχους;

Η διέγερση του πνευμονογαστρικού νεύρου ενεργοποιεί το παρασυμπαθητικό νευρικό σύστημα, δηλαδή, βοηθά το νευρικό σύστημα να βγει από μια κατάσταση υπερδιέγερσης και να εισέλθει σε μια πιο ήρεμη και ισορροπημένη κατάσταση, σύμφωνα με την Δρα Πριάλ Μόντι, γιατρό ολοκληρωμένης ιατρικής και ειδικής στην αναπνοή.

«[Το παρασυμπαθητικό νευρικό σύστημα] ρίχνει τον καρδιακό ρυθμό, χαμηλώνει τα επίπεδα κορτιζόλης και ηρεμεί τις περιοχές του εγκεφάλου που εμπλέκονται στις αντιδράσεις του τραύματος και του φόβου, επιτρέποντας στα άτομα με μετατραυματική διαταραχή άγχους να ρυθμίζουν καλύτερα τα συναισθήματά τους και να επεξεργάζονται τις τραυματικές αναμνήσεις με λιγότερη συναισθηματική φόρτιση», δήλωσε η Δρ Μόντι στην εφημερίδα The Epoch Times.

Όταν η διέγερση του π/γ νεύρου χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με μια ολιστική προσέγγιση που συνδυάζει πολλαπλές θεραπείες, έχουμε πολλές ενδείξεις ότι ελαττώνει τα συμπτώματα της μετατραυματικής διαταραχής άγχους.

«Φαίνεται να προετοιμάζει το μυαλό, το σώμα και το νευρικό σύστημα ώστε να είναι πιο δεκτικά σε άλλες θεραπείες, όπως η CBT και η EMDR (Eye Movement Desensitization and Reprocessing)», προσθέτει η Δρ Μόντι. Η EMDR χρησιμοποιεί καθοδηγούμενες κινήσεις των ματιών για να βοηθήσει τον εγκέφαλο να επεξεργαστεί και να θεραπευτεί από τραυματικές αναμνήσεις.

Το τραύμα διαταράσσει το νευρικό σύστημα

«Υπάρχουν σημαντικές αλλαγές που συμβαίνουν στο νευρικό σύστημα μετά από μετατραυματικό στρες», λέει η Δρ Μόντι.

Η ικανότητά μας να παραμένουμε ήρεμοι, να συνδεόμαστε με τους άλλους, να νιώθουμε συμπόνια και να λειτουργούμε στην καθημερινή ζωή εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το πόσο καλά λειτουργεί το νευρικό μας σύστημα.

Το άγχος, το τραύμα και οι δυσμενείς εμπειρίες της παιδικής ηλικίας μπορούν να διαταράξουν αυτή την ισορροπία, αποδυναμώνοντας την ικανότητά μας για τα παραπάνω και αυξάνοντας τον κίνδυνο εμφάνισης ψυχικών και σωματικών προβλημάτων υγείας.

Στη μετατραυματική διαταραχή άγχους, βρισκόμαστε ‘εγκλωβισμένοι’ στη λειτουργία του συμπαθητικού νευρικού συστήματος – το οποίο είναι υπεύθυνο για την αντίδραση «μάχης ή φυγής». Έτσι, τα ορμονικά επίπεδα του στρες παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, με αποτέλεσμα υψηλή αρτηριακή πίεση, πεπτικά προβλήματα, άγχος, κρίσεις πανικού, συναισθηματική αστάθεια και δυσκολία στην αυτορρύθμιση.

«Επιπλέον, το κέντρο του φόβου στον εγκέφαλο, η αμυγδαλή, τείνει να αναζητά συνεχώς απειλές», συμπληρώνει η Δρ Μόντι.

Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι το τραύμα δεν προέρχεται πάντα από ένα ‘μεγάλο’ γεγονός, επισημαίνει η Τζοάνα Χάρπερ, πιστοποιημένη επικεφαλής εκπαιδεύτρια στην ανάρρωση από τραύματα. Το τραύμα μπορεί να προκύψει και από τη συσσώρευση μικρότερων, οδυνηρών εμπειριών που κατακλύζουν το νευρικό σύστημα.

«Τραυματικό είναι αυτό που είναι οδυνηρό για το άτομο», εξηγεί.

Αξιοποιώντας τη δύναμη του πνευμονογαστρικού νεύρου

Το κλειδί είναι να βοηθάμε τους ανθρώπους να αναπτύξουν δεξιότητες αυτορρύθμισης, σημειώνει η Χάρπερ. «Όταν κάποιος μπορεί να ηρεμήσει τον εαυτό του, αισθάνεται πιο δυνατός».

Η κίνηση του σώματος τονώνει τη λειτουργία του πνευμονογαστρικού νεύρου και συμβάλλει στη ρύθμιση του τραύματος. Μερικοί άνθρωποι δυσκολεύονται να παραμείνουν ακίνητοι, ειδικά όταν έχουν έντονα συναισθήματα. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η Χάρπερ συνιστά κίνηση σε συνδυασμό με αναπνοή, όπως τρέξιμο, ποδηλασία, χορό, ακόμα και ομαδικά μαθήματα γυμναστικής.

Η Δρ Μόντι χρησιμοποιεί επίσης μη επεμβατικές τεχνικές διέγερσης του π/γ νεύρου στη δουλειά της με άτομα που πάσχουν από μετατραυματική διαταραχή άγχους. Αυτές περιλαμβάνουν αργή και βαθιά διαφραγματική αναπνοή και συνειδητή, συνδεδεμένη αναπνοή.

Περιέγραψε έναν πελάτη που έπασχε από χρόνιο άγχος, κρίσεις πανικού, αναδρομές στο παρελθόν και αποφυγή. Μέσω τακτικής αναπνοής και θεραπείας με συζήτηση, ο πελάτης έμαθε να ηρεμεί το νευρικό του σύστημα, να μειώνει τα επεισόδια πανικού και να ανταποκρίνεται πιο προσεκτικά σε καταστάσεις που προκαλούν κρίσεις.

«Κατάφεραν να ανακτήσουν την αίσθηση της αυτονομίας και να λειτουργούν καλύτερα στην καθημερινή τους ζωή, με δραστικά μειωμένα συμπτώματα», αναφέρει η Δρ Μόντι.

Η αναπνοή μπορεί να κυμαίνεται από αργή, βαθιά ρινική αναπνοή έως πιο εντατική συνειδητή συνδεδεμένη αναπνοή που χρησιμοποιείται για την πρόσβαση στο υποσυνείδητο και την απελευθέρωση του αποθηκευμένου τραύματος.

«Είναι προσβάσιμη, ασφαλής και ενδυναμώνει. Δεν απαιτείται ειδικός εξοπλισμός και μπορεί να ασκηθεί οπουδήποτε», είπε.

Μπορούν να χρησιμοποιηθούν και κλινικές συσκευές για τη διέγερση του π/γ νεύρου, αλλά οι μέθοδοι που βασίζονται στην αναπνοή βοηθούν επιπλέον τους ανθρώπους να επανασυνδεθούν με το σώμα τους, κάτι που αποτελεί ουσιαστικό μέρος της ανάκαμψης από το τραύμα, τονίζει η Δρ Μόντι.

Εννέα χρόνια μετά την επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου, η 66χρονη που αναφέραμε στην αρχή του άρθρου παρακολούθησε ένα διήμερο εργαστήριο «Αναπνοή-Σώμα-Νους» και άρχισε να ασκεί καθημερινά τη Συνεκτική Αναπνοή, μια τεχνική αργής, ρυθμικής αναπνοής που έχει σχεδιαστεί για να διεγείρει το πνευμονογαστρικό νεύρο και να προάγει τη χαλάρωση. Σταδιακά, τα συμπτώματά της άρχισαν να υποχωρούν.

Έξι μήνες αργότερα, μετά από ένα δεύτερο εργαστήριο, βίωσε μια σημαντική ανατροπή: οι αναμνήσεις, το συναισθηματικό μούδιασμα και η κατάθλιψη είχαν εξαφανιστεί.

«Ξαναβρήκα το χαμόγελό μου», είπε.

Πώς επηρεάζουν οι χημικές ουσίες του εγκεφάλου την όρεξη και το σάκχαρο του αίματος

Ο αρχαίος Έλληνας γιατρός Γαληνός είχε παρατηρήσει ότι όταν άλλαζε η διάθεση ενός ανθρώπου, άλλαζε ταυτόχρονα και η όρεξή του, και πίστευε ότι η όρεξη σχετίζεται με τη διάθεση, οι διακυμάνσεις της οποίας θεωρούσε ότι επηρεάζουν την υγεία και την όρεξη. Σήμερα, γνωρίζουμε ότι για αυτό ευθύνονται οι χημικές ουσίες του εγκεφάλου – όπως η ντοπαμίνη και η σεροτονίνη.

Όταν οι νευροδιαβιβαστές είναι σε ανισορροπία, διαταράσσουν τον εσωτερικό μας ρυθμό, προκαλώντας επιθυμία για τσίμπημα, ασταθή ενέργεια και αυξομειώσεις του σακχάρου στο αίμα.

Με τη σειρά τους, οι διακυμάνσεις του σακχάρου στο αίμα διαταράσσουν και αυτές τη λειτουργία των νευροδιαβιβαστών, επιδεινώνοντας τις λιγούρες, τις διακυμάνσεις της διάθεσης και την κόπωση.

«Όταν εστιάζουμε σε τρόφιμα με χαμηλό γλυκαιμικό δείκτη, όπως τα δημητριακά ολικής αλέσεως, τα φασόλια και τα λαχανικά, και περιορίζουμε τα τρόφιμα με υψηλό γλυκαιμικό δείκτη, όπως τα ραφιναρισμένα δημητριακά και οι πρόσθετες ζάχαρες, μπορούμε να σταθεροποιήσουμε το σάκχαρο στο αίμα και να υποστηρίξουμε τις χημικές ουσίες του εγκεφάλου», δήλωσε η διαιτολόγος Γουίτνεϋ Λίνσενμαγιερ σε συνέντευξή της στην εφημερίδα The Epoch Times.

Η επίδραση των νευροδιαβιβαστών

«Οι νευροδιαβιβαστές (η σεροτονίνη, η ντοπαμίνη και η νορεπινεφρίνη) είναι χημικοί αγγελιοφόροι που επιτρέπουν την επικοινωνία των εγκεφαλικών κυττάρων, ιδιαίτερα σημαντικοί για τη ρύθμιση της όρεξης, των επιθυμιών και της ενέργειας», εξήγησε η Μφο Τσουκούντου, διατροφολόγος ολοκληρωμένης και λειτουργικής διατροφής, στην Epoch Times.

Όταν οι νευροδιαβιβαστές είναι ισορροπημένοι, οι άνθρωποι κάνουν υγιεινές επιλογές στον τρόπο ζωής τους, οι οποίες υποστηρίζουν τη μεταβολική υγεία και τη ρύθμιση του βάρους, πρόσθεσε.

Από την άλλη πλευρά, η ανισορροπία των νευροδιαβιβαστών συμβάλλει στη συναισθηματική ή υπερβολική κατανάλωση τροφής και στη μείωση της σωματικής δραστηριότητας.

Στο κέντρο αυτής της ρύθμισης βρίσκεται ο υποθάλαμος, ένα μέρος του εγκεφάλου που ενσωματώνει σήματα τόσο από το σώμα όσο και από το μυαλό για τον έλεγχο της όρεξης, του μεταβολισμού και της ορμονικής δραστηριότητας. Για να λειτουργεί καλά ο εγκέφαλος, οι νευροδιαβιβαστές πρέπει να επικοινωνούν με σαφήνεια και αποτελεσματικότητα, ειδικά μέσα στους νευρώνες που ρυθμίζουν την πείνα και το αίσθημα κορεσμού.

Αυτή η διαδικασία, που ονομάζεται νευροδιαβίβαση, είναι σημαντική για τη διατήρηση της ενεργειακής ισορροπίας. Με τη σειρά της, η αστάθεια του σακχάρου στο αίμα επηρεάζει περαιτέρω τη λειτουργία των νευροδιαβιβαστών, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο που αυξάνει τον κίνδυνο μακροπρόθεσμων μεταβολικών προβλημάτων.

Σύμφωνα με την Τσουκούντου, οι βασικοί νευροδιαβιβαστές επηρεάζουν τη μεταβολική υγεία με τους ακόλουθους τρόπους:

Η ντοπαμίνη συνδέεται με την ανταμοιβή, την κινητοποίηση και την ευχαρίστηση, οπότε τα χαμηλά επίπεδα μπορούν να οδηγήσουν σε λαχτάρα για ζάχαρη, καταναγκαστική κατανάλωση τροφής και εθιστικές συμπεριφορές. Η επαρκής ντοπαμίνη παίζει επίσης ρόλο στον έλεγχο του σακχάρου στο αίμα, καθιστώντας το σώμα πιο ευαίσθητο στην ινσουλίνη.

Η σεροτονίνη υποστηρίζει την ισορροπία της διάθεσης και το αίσθημα κορεσμού, ενώ τα χαμηλά επίπεδα συνδέονται με κατανάλωση τροφής για συναισθηματικούς λόγους και επιθυμία για τροφές με υψηλή περιεκτικότητα σε υδατάνθρακες.

Η νορεπινεφρίνη εμπλέκεται στην εγρήγορση και βοηθά στη ρύθμιση του μεταβολισμού και της κατανάλωσης ενέργειας. Τα χαμηλά επίπεδα μπορεί να προκαλέσουν κόπωση και μειωμένη κινητοποίηση, γεγονός που μπορεί να διαταράξει και τα δύο.

Μια αμφίδρομη σχέση

Η σχέση μεταξύ νευροδιαβιβαστών και όρεξης, επιθυμίας και σακχάρου είναι αμφίδρομη. Η κακή μεταβολική υγεία, που οφείλεται σε διακυμάνσεις του σακχάρου στο αίμα, στην αντίσταση στην ινσουλίνη ή σε δίαιτες με υψηλή περιεκτικότητα σε επεξεργασμένα τρόφιμα, μπορεί με τη σειρά της να διαταράξει τη σηματοδότηση των νευροδιαβιβαστών στον εγκέφαλο.

Οι απότομες διακυμάνσεις του σακχάρου στο αίμα – υψηλά επίπεδα ακολουθούμενα από πτώσεις – τείνουν να προκαλούν συμπτώματα όπως άγχος, θολή σκέψη και κακή συγκέντρωση, σημείωσε η Τσουκούντου.

Η σταθερά υψηλή γλυκόζη στο αίμα μπορεί με την πάροδο του χρόνου να βλάψει περαιτέρω τη μνήμη και τη μάθηση, να προκαλέσει φλεγμονή στον εγκέφαλο και να αυξήσει τον κίνδυνο γνωστικής έκπτωσης και νευροεκφυλιστικών ασθενειών», συμπλήρωσε.

Για να προστατεύσετε τόσο τον εγκέφαλο όσο και τη μεταβολική σας υγεία, είναι σημαντικό να ακολουθείτε μια ολοκληρωμένη προσέγγιση.

Στην πραγματικότητα, οι ηλικιωμένοι με διαβήτη έχουν υψηλότερο κίνδυνο να αναπτύξουν νόσο του Αλτσχάιμερ, γεγονός που υποδηλώνει μια ισχυρή σύνδεση μεταξύ του διαβήτη και της επιταχυνόμενης γήρανσης του εγκεφάλου.

Αποκαταστήστε την ισορροπία

Για να προστατεύσετε την υγεία του εγκεφάλου και του μεταβολισμού σας, είναι σημαντικό να ακολουθήσετε μια ολιστική προσέγγιση – να υποστηρίξετε το έντερο, να τρώτε τροφές πλούσιες σε θρεπτικά συστατικά, να διαχειρίζεστε το άγχος και να δημιουργήσετε καθημερινές συνήθειες που βοηθούν στη διατήρηση σταθερών επιπέδων των νευροδιαβιβαστών και του σακχάρου στο αίμα.

Η Τσουκούντου συνιστά τις ακόλουθες στρατηγικές για την υποστήριξη της ισορροπίας των νευροδιαβιβαστών:

– Τροφοδοτήστε το έντερο σας: Περίπου το 90% της σεροτονίνης παράγεται στο έντερο. Ένα υγιές μικροβίωμα βοηθά στη ρύθμιση της φλεγμονής, στη βελτίωση της ευαισθησίας στην ινσουλίνη και στην υποστήριξη της παραγωγής νευροδιαβιβαστών.

– Ακολουθήστε μια υγιεινή, θρεπτική διατροφή: Συμπεριλάβετε τροφές πλούσιες σε ωμέγα-3, όπως λιπαρά ψάρια, φύκια, καρύδια, σπόρους τσία και λιναρόσπορους.

– Τα προβιοτικά τρόφιμα όπως η βρώμη, οι μπανάνες, τα κρεμμύδια, τα παντζάρια, τα όσπρια και τα μπαχαρικά βοηθούν στη διατροφή των ωφέλιμων βακτηρίων του εντέρου. Προσθέστε ζυμωμένα τρόφιμα, όπως κεφίρ, γιαούρτι, ζυμωμένα λαχανικά και ξινόγαλο, για να ενισχύσετε περαιτέρω το μικροβίωμα σας. Μείνετε ενυδατωμένοι με άφθονο νερό και αρωματικά τσάγια χωρίς ζάχαρη.

– Εστιάστε στους προδρόμους των νευροδιαβιβαστών: Για την παραγωγή σεροτονίνης, συμπεριλάβετε τροφές πλούσιες σε τρυπτοφάνη, όπως σόγια, αυγά, μπανάνες, ξηροί καρποί, σπόροι, πουλερικά και γάλα. Για τη ντοπαμίνη, καταναλώστε τροφές πλούσιες σε τυροσίνη, όπως σουσάμι, όσπρια, κρέας, ψάρια, πουλερικά και αυγά. Οι τροφές πλούσιες σε μαγνήσιο και ωμέγα-3 προσφέρουν επιπλέον υποστήριξη στη λειτουργία των νευροδιαβιβαστών. Περιορίστε την καφεΐνη και το αλκοόλ, ειδικά μετά τις 2 μ.μ.. Επηρεάζουν τον ύπνο, τη σηματοδότηση των νευροδιαβιβαστών και τη ρύθμιση της γλυκόζης.

– Δώστε προτεραιότητα στον ποιοτικό ύπνο: Στοχεύστε σε 7 έως 9 ώρες ύπνου κάθε βράδυ. Ο κακός ύπνος διαταράσσει την ευαισθησία στην ινσουλίνη και την παραγωγή νευροδιαβιβαστών.

Ασκηθείτε τακτικά: Δραστηριότητες όπως το περπάτημα, ο χορός, η ενδυνάμωση και το πιλάτες συμβάλλουν στην αύξηση των επιπέδων ντοπαμίνης και σεροτονίνης.

– Διαχειριστείτε το άγχος: Η συνειδητή αναπνοή, ο διαλογισμός ή ο χρόνος στη φύση μειώνουν τα επίπεδα κορτιζόλης και υποστηρίζουν τόσο τον έλεγχο της γλυκόζης όσο και την ισορροπία του νευρικού συστήματος. Το χρόνιο άγχος, από την άλλη, διαταράσσει τόσο τη λειτουργία της ινσουλίνης όσο και των νευροδιαβιβαστών.

– Για σταθερό σάκχαρο αίματος, η Τσουκούντου συνιστά να συνδυάζονται υδατάνθρακες ολικής αλέσεως, όπως φρούτα, όσπρια, ρίζες και δημητριακά ολικής αλέσεως, με πρωτεΐνες, υγιεινά λίπη και φυτικές ίνες, ώστε να επιβραδύνεται η απορρόφηση της γλυκόζης και να παρατείνεται το αίσθημα κορεσμού. Συνιστά επίσης να καταναλώνετε τροφή κάθε 3 έως 4 ώρες, για να αποφεύγεται η πτώση του σακχάρου του αίματος και να περιορίζεται η κατανάλωση υπερ-επεξεργασμένων τροφίμων και ζαχαρούχων ποτών.

Ποια είναι η σχέση μεταξύ κατάθλιψης και σωματικής ασθένειας;

Τα άτομα που έχουν διαγνωστεί με ιατρικές παθήσεις αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο να εμφανίσουν μείζονα καταθλιπτική διαταραχή, ειδικά τους κρίσιμους μήνες μετά τη διάγνωση.

«Μια διάγνωση μπορεί να αναστατώσει τα πάντα: την αίσθηση της ταυτότητας, την αίσθηση της ασφάλειας, ακόμη και το ποιος νόμιζες ότι θα γίνεις στο μέλλον. Μπορεί να μοιάζει με θλίψη, σαν να πενθείς για τον παλιό σου εαυτό», δήλωσε η Δρ Σουλάγκνα Μίσρα, γιατρός ολοκληρωτικής ιατρικής, στην Epoch Times.

Ωστόσο, γιατί είναι τόσο υψηλός ο κίνδυνος κατάθλιψης, τι τον προκαλεί και τι είδους υποστήριξη – ιατρική και προσωπική – χρειάζεται στα αρχικά στάδια;

Η ασθένεια επηρεάζει την ψυχική υγεία

Μια μεγάλης κλίμακας και χρονικής διάρκειας πληθυσμιακή μελέτη στη Δανία, η οποία παρακολούθησε περισσότερα από 6,5 εκατομμύρια άτομα από το 1995 έως το 2022, διερεύνησε τη σχέση μεταξύ σωματικών ασθενειών και κατάθλιψης. Οι ερευνητές επικεντρώθηκαν σε διάφορες ιατρικές παθήσεις, όπως καρδιακές παθήσεις, καρκίνο και μυοσκελετικές διαταραχές, και παρακολούθησαν τα άτομα που έπασχαν από αυτές για να διαπιστώσουν εάν θα ανέπτυσσαν αργότερα σοβαρή καταθλιπτική διαταραχή.

Φάνηκε ότι τα άτομα με ιατρική πάθηση είχαν περισσότερες από διπλάσιες πιθανότητες να εμφανίσουν κατάθλιψη σε σύγκριση με τα άτομα χωρίς ιατρική πάθηση. Οι μυοσκελετικές παθήσεις παρουσίασαν την ισχυρότερη σύνδεση με την κατάθλιψη, ενώ τα ενδοκρινικά προβλήματα, όπως τα προβλήματα του θυρεοειδούς, παρουσίασαν την ασθενέστερη.

ZoomInImage
Μελέτη που πραγματοποιήθηκε σε πληθυσμό της Δανίας διαπίστωσε ότι οι κοινές ιατρικές παθήσεις αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης μείζονος καταθλιπτικής διαταραχής και ότι ο κίνδυνος αυξάνεται περαιτέρω με κάθε επιπλέον πρόβλημα. (The Epoch Times)

 

«Στην κλινική μας, οι ασθενείς με σύνδρομο μετά τον COVID-19 και ME/CFS (μυαλγική εγκεφαλομυελίτιδα/σύνδρομο χρόνιας κόπωσης) έχουν τέσσερις φορές περισσότερες πιθανότητες να αναπτύξουν κατάθλιψη σε σύγκριση με τον γενικό πληθυσμό», δήλωσε η Δρ Καρολάιν Γκίμπσον, γιατρός που ειδικεύεται στην ιατρική του τρόπου ζωής, στην Epoch Times.

Το ME/CFS, επίσης γνωστό ως σύνδρομο χρόνιας κόπωσης, συχνά περιλαμβάνει μυοσκελετικά συμπτώματα όπως μυϊκούς πόνους, πόνους στις αρθρώσεις και δυσκαμψία.

Αρκετοί είναι οι παράγοντες που εξηγούν τη σχέση μεταξύ των ιατρικών παθήσεων και της κατάθλιψης.

Από βιολογική άποψη, πολλές ιατρικές παθήσεις – ιδιαίτερα εκείνες που επηρεάζουν τον εγκέφαλο, την ορμονική ισορροπία, το μικροβίωμα του εντέρου ή έχουν φλεγμονώδη συνιστώσα – επηρεάζουν άμεσα τη διάθεση, αυξάνοντας τον κίνδυνο κατάθλιψης, σημείωσε η Γκίμπσον.

Η ψυχολογική επίδραση της διάγνωσης, ειδικά όταν αυτή γίνεται αντιληπτή ως συντριπτική ή απειλητική για την ταυτότητα ενός ατόμου, μπορεί να οδηγήσει σε αισθήματα ανικανότητας, απώλειας ελέγχου ή απομόνωσης. Η αβεβαιότητα για το μέλλον και ο φόβος για τη θεραπεία ή την επιδείνωση της υγείας συμβάλλουν συνήθως στην εμφάνιση συμπτωμάτων άγχους και κατάθλιψης, πρόσθεσε.

Όταν μία σωματική ασθένεια επιφέρει αλλαγές στον τρόπο ζωής, όπως απώλεια εργασίας, μειωμένη κοινωνική αλληλεπίδραση και αυξημένη εξάρτηση από άλλους, είναι πολύ πιθανό να οδηγήσει σε ή να επιδεινώσει μία προϋπάρχουσα κατάθλιψη.

«Δεν πειράζει να μην είμαστε απολύτως υγιείς»

Κατανοώντας τον αυξημένο κίνδυνο κατάθλιψης μετά από μια ιατρική διάγνωση, τα συστήματα υγείας έχουν μια κρίσιμη ευκαιρία να υποστηρίξουν καλύτερα τους ασθενείς, ειδικά τους πρώτους μήνες.

«Το κλειδί είναι η επικοινωνία», τονίζει η Δρ Miσρα, παρατηρώντας ότι η παρακολούθηση πρέπει να υπερβαίνει τις εργαστηριακές εξετάσεις και να περιλαμβάνει συναισθηματική υποστήριξη, όπως υπηρεσίες ψυχικής υγείας, τακτικές επισκέψεις και εύκολη πρόσβαση σε θεραπεία και ομάδες υποστήριξης.

«Δεν χρειάζεται να καταρρεύσει το σύστημα για να αντιδράσετε», είπε.

Η Δρ Γκίμπσον προτείνει τη χρήση ολιστικής φροντίδας – τη συνεργασία γιατρών, νοσηλευτών, ψυχολόγων και θεραπευτών – για την αντιμετώπιση των χρόνιων παθήσεων. Αυτό επιτρέπει μια «ολοκληρωμένη» προσέγγιση, η οποία έχει σημαντικό αντίκτυπο στους ασθενείς.

Δίνει επίσης προτεραιότητα στη δημιουργία ενός ασφαλούς χώρου, όπου οι ασθενείς αισθάνονται ότι τους ακούν και τους καταλαβαίνουν, και διαβεβαιώνει ότι συναισθήματα όπως ο φόβος, ο θυμός και η θλίψη είναι φυσιολογικά, αναφέροντας ότι πολλοί ασθενείς αισθάνονται ένοχοι για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν και πιστεύουν ότι θα έπρεπε να μπορούν να τα βγάλουν πέρα μόνοι τους.

«Είναι σημαντικό οι άνθρωποι να γνωρίζουν ότι είναι φυσιολογικό να μην είναι καλά», παρατηρεί, επισημαίνοντας ότι η αποδοχή των συναισθημάτων του ασθενούς προσφέρει πολύ ισχυρή υποστήριξη, καθώς τον βοηθά να νιώσει ότι αναγνωρίζεται.

Η Δρ Μίσρα επίσης τόνισε τη σημασία της τακτικής επικοινωνίας με τους ασθενείς, ειδικά με εκείνους που δυσκολεύονται να σηκωθούν από το κρεβάτι.

«Μερικές φορές, απλά χρειάζονται να τους υπενθυμίσουμε ότι παραμένουν σημαντικοί.»

Αλλαγές στον τρόπο ζωής

Μικρές αλλαγές στον τρόπο ζωής μπορούν να δώσουν στους ασθενείς μια αίσθηση αυτονομίας και ανακούφισης.

Ένα από τα πιο παραγνωρισμένα αλλά και πιο αποτελεσματικά εργαλεία είναι ο ύπνος. Ο διαταραγμένος ύπνος είναι τόσο σύμπτωμα όσο και αιτία της κατάθλιψης.

«Ακόμη και μια απλή ρουτίνα πριν τον ύπνο μπορεί να βοηθήσει να ηρεμήσει ένα χαοτικό μυαλό», αναφέρει η Δρ Μίσρα.

Ο επαρκής ύπνος είναι κρίσιμος. Όπως έχει δείξει μελέτη, τόσο ο παραπανίσιος όσο και ο ελλιπής ύπνος αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης κατάθλιψης.

Ξεκούραση, όμως, δεν είναι μόνο ο ύπνος. Το δημιουργικό παιχνίδι, τα διαλείμματα, ο χρόνος στη φύση και καθημερινές μικρές τελετουργίες όπως το πρωινό τσάι ή το βραδινό ημερολόγιο όλα αποτελούν μια σημαντική παύση, εξηγεί περαιτέρω.

Η δημιουργία ή διατήρηση ενός ισχυρού συστήματος υποστήριξης, είτε μέσω της οικογένειας, των φίλων ή των ομάδων συνομηλίκων, μπορεί να βοηθήσει πολύ τους ασθενείς. Η κοινωνική απομόνωση είναι ένας σημαντικός παράγοντας κινδύνου για την κατάθλιψη, αλλά οι σχέσεις αλλάζουν τα πάντα, δηλώνει η Δρ Γκίμπσον από την πλευρά της.

Η Δρ Μίσρα ενθαρρύνει τους ασθενείς να παρατηρήσουν ποιοι τους κάνουν να αισθάνονται ασφάλεια και σταθερότητα.

«Δεν συμπεριφέρονται όλοι το ίδιο όταν είστε άρρωστοι. Μείνετε κοντά σε αυτούς που σας ηρεμούν.»

Η διατροφή αποτελεί ένα ακόμη θεραπευτικό εργαλείο. Δίαιτες πλούσιες σε ωμέγα-3 λιπαρά οξέα, αντιοξειδωτικά και δημητριακά ολικής αλέσεως συμβάλλουν στη διαχείριση της φλεγμονής και του οξειδωτικού στρες, στοιχεία που συνδέονται με την κατάθλιψη. Οι διατροφικές συνήθειες μεσογειακού τύπου, ειδικότερα, έχουν συσχετιστεί με χαμηλότερα ποσοστά συμπτωμάτων κατάθλιψης, σημειώνει η Δρ Γκίμπσον.

Πρακτικές βασισμένες στην ενσυνειδητότητα, όπως ο διαλογισμός, οι αναπνευστικές ασκήσεις ή η σωματική σάρωση, βοηθούν συνήθως τους ασθενείς να διαχειριστούν την αβεβαιότητα και τη συναισθηματική δυσφορία.

«Η ενσυνειδητότητα μας ενθαρρύνει να αποδεχθούμε πιο εύκολα μια νέα πραγματικότητα», δηλώνει η Δρ Γκίμπσον.

Αυτή η νοοτροπία, σε συνδυασμό με τις αρχές της ιατρικής του τρόπου ζωής, μπορεί να προσφέρει ένα πλαίσιο για την υποστήριξη τόσο του σώματος όσο και του νου μετά από μια διάγνωση, είπε.

«Και να θυμάστε, οι γιατροί το νιώθουν αυτό επίσης. Η ανακοίνωση μιας δύσκολης διάγνωσης δεν είναι μόνο μία επαγγελματική πράξη, είναι και κάτι προσωπικό. Χαιρόμαστε όταν θεραπεύεστε και πονάμε όταν πονάτε», λέει η Δρ Μίσρα. Σημείωσε ότι οι γιατροί φέρουν επίσης το συναισθηματικό βάρος, μερικές φορές ιδιωτικά και μερικές φορές μετά την αποχώρηση του ασθενούς, αλλά είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι αυτή η δύσκολη στιγμή δεν θα διαρκέσει για πάντα.

«Η θεραπεία δεν είναι γραμμική ούτε το πένθος. Πάρτε μια ανάσα, μια ώρα, μια μέρα τη φορά.»

Οι κρυμμένοι κίνδυνοι στα συνηθισμένα πρωινά – και πώς να τα διορθώσετε

Σε μεγάλο μέρος του Δυτικού κόσμου, το πρωινό έχει γίνει μια βιαστική ιεροτελεστία με ζαχαρούχα δημητριακά, αρωματισμένα γιαούρτια και λευκό αγορασμένο τοστ. Αυτές οι συνήθειες μπορεί να φαίνονται φυσιολογικές, αλλά ενέχουν κινδύνους.

Πολλά συνηθισμένα πρωινά διαφημίζονται ως υγιεινά, αλλά δεν δίνουν πάντα στο σώμα αυτό που χρειάζεται για να ξεκινήσει η μέρα. Αυτό που τρώμε το πρωί, ή αν τρώμε καθόλου, μπορεί να επηρεάσει τα πάντα, από τη διάθεση και την ενέργειά μας έως τη μακροπρόθεσμη υγεία.

Προβλήματα με τα συνηθισμένα πρωινά

Οι μεγαλύτερες ανησυχίες με τα συνηθισμένα είδη πρωινού, όπως τα δημητριακά, τα αρτοσκευάσματα, οι μπάρες γκρανόλα ή τα στιγμιαία πακέτα βρώμης, είναι ότι συχνά έχουν υψηλή περιεκτικότητα σε ζάχαρη και χαμηλή σε πρωτεΐνες και φυτικές ίνες. Αυτός ο συνδυασμός μπορεί να οδηγήσει σε αιχμές και καταρρεύσεις σακχάρου στο αίμα, σημείωσε η Μέρυ Καρριστέν, διατροφολόγος στην ART Health Solutions, σε συνέντευξή της στην Epoch Times.

Μια ανάλυση που δημοσιεύθηκε τον Μάιο από Αμερικανούς ερευνητές εξέτασε τα παιδικά δημητριακά πρωινού που κυκλοφόρησαν στις Ηνωμένες Πολιτείες μεταξύ 2010 και 2023. Διαπίστωσε ότι αυτά τα προϊόντα έχουν αυξημένα λιπαρά, ζάχαρη και νάτριο, ενώ η περιεκτικότητά τους σε φυτικές ίνες και πρωτεΐνες έχει μειωθεί. Μόνο μία μερίδα πολλών δημητριακών περιέχει πλέον περισσότερο από το 45% του συνιστώμενου ημερήσιου ορίου προστιθέμενης ζάχαρης για παιδιά από την Αμερικανική Καρδιολογική Εταιρεία.

«Αυτά τα είδη πρωινού μπορούν να προκαλέσουν μια αρχική ώθηση ενέργειας ακολουθούμενη από μια πτώση, οδηγώντας σε ευερεθιστότητα, κακή συγκέντρωση και αυξημένη πείνα ή λιγούρες», δήλωσε η Καρριστέν.

Με την πάροδο του χρόνου, η κατανάλωση πρωινού με υψηλή περιεκτικότητα σε ζάχαρη, εξαιρετικά επεξεργασμένου και με τεχνητές χημικές ουσίες, μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο αντίστασης στην ινσουλίνη, αύξησης βάρους και ανισορροπιών στο μικροβίωμα του εντέρου.

Λανθασμένες αντιλήψεις για τα τρόφιμα πρωινού

Ένας λόγος για τον οποίο οι άνθρωποι συχνά επιλέγουν ζαχαρούχα ή επεξεργασμένα είδη πρωινού είναι λόγω των παγιωμένων ιδεών για το πώς «υποτίθεται» ότι πρέπει να μοιάζει το πρωινό. Πολλοί Αμερικανοί θεωρούν τρόφιμα όπως τοστ, δημητριακά και τηγανίτες ως τις μόνες αποδεκτές επιλογές πρωινού, ενώ πιο θρεπτικά τρόφιμα τρώγονται συνήθως στο μεσημεριανό γεύμα ή το δείπνο. Αυτή η νοοτροπία μπορεί να περιορίσει τις πιο υγιεινές επιλογές στην αρχή της ημέρας.

Επιπλέον, πολλά δημοφιλή φαγητά πρωινού έγιναν συνήθη όχι επειδή είναι θρεπτικά, αλλά λόγω ισχυρών διαφημιστικών εκστρατειών.

Οι ερευνητές σημείωσαν επίσης ότι σε πολλούς άλλους πολιτισμούς, είναι φυσιολογικό να τρώνε τροφές στο πρωινό που οι Αμερικανοί συνήθως κρατούν για τα γεύματά τους αργότερα.

Σκέφτεστε να παραλείψετε το πρωινό;

Κάποιοι μπορεί να αναρωτιούνται, γιατί να μην παραλείψουμε εντελώς το πρωινό; Ωστόσο, η παράλειψη του πρωινού μπορεί να έχει περισσότερα μειονεκτήματα από ό,τι νομίζετε.

Μια μεγάλη μελέτη σε περίπου 22.000 φοιτητές πανεπιστημίου διαπίστωσε ότι η παράλειψη του πρωινού, είτε περιστασιακά είτε τακτικά, συνδεόταν με ένα ευρύ φάσμα ανθυγιεινών συμπεριφορών. Οι φοιτητές που παρέλειπαν το πρωινό ήταν πιο πιθανό να τρώνε λιγότερα φρούτα και λαχανικά, να πίνουν περισσότερα αναψυκτικά, να τρώνε περισσότερο λίπος και χοληστερόλη, να καταναλώνουν υπερβολικά αλκοόλ, ακόμη και να καπνίζουν και να παίζουν τυχερά παιχνίδια.

Το αποτέλεσμα ξεπέρασε τη σωματική υγεία. Όσοι παραλείπουν το πρωινό ήταν επίσης πιο πιθανό να αναφέρουν κατάθλιψη, κακό ύπνο και χειρότερη ακαδημαϊκή επίδοση.

Η σημασία ενός υγιεινού πρωινού

Γιατί το πρωινό έχει τόσο μεγάλη σημασία; Ένας λόγος μπορεί να είναι ο ρόλος του στην υποστήριξη της πνευματικής διαύγειας και της συναισθηματικής ισορροπίας.

Μετά από μια νύχτα χωρίς φαγητό, η αποθηκευμένη ενέργεια του σώματός σας, ή αλλιώς γλυκογόνο, εξαντλείται. Η κατανάλωση πρωινού βοηθά στην αναπλήρωση αυτών των αποθεμάτων, παρέχοντας στον εγκέφαλό σας τη γλυκόζη που χρειάζεται για να λειτουργήσει. Αυτή η γλυκόζη υποστηρίζει επίσης την παραγωγή τρυπτοφάνης, η οποία βοηθά στη δημιουργία σεροτονίνης — μιας χημικής ουσίας του εγκεφάλου που επηρεάζει τη διάθεση, τη συγκέντρωση και την ευεξία.

Μια άλλη έρευνα έδειξε ότι όσο πιο συχνά τρώνε οι άνθρωποι πρωινό, τόσο περισσότερο βάρος τείνουν να χάνουν — περίπου 0,5% περισσότερο για κάθε επιπλέον ημέρα την εβδομάδα — ακόμη και μετά την προσαρμογή για την ηλικία, το βάρος και άλλους παράγοντες.

Ενώ η κατανάλωση πρωινού από μόνη της μπορεί να μην οδηγεί σε απώλεια βάρους, φαίνεται να υποστηρίζει πιο υγιεινές συνήθειες, όπως καλύτερα διατροφικά πρότυπα καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας.

Μέρος του λόγου έγκειται στο πώς ένα υγιεινό πρωινό βοηθά στη ρύθμιση του σακχάρου στο αίμα και των ορμονών της όρεξης, οδηγώντας σε μεγαλύτερο αίσθημα πληρότητας και λιγότερες καταρρεύσεις ενέργειας αργότερα μέσα στην ημέρα. Το να τρώτε περισσότερο νωρίτερα και λιγότερο αργότερα μπορεί επίσης να ευθυγραμμίζεται καλύτερα με τους φυσικούς κιρκαδικούς ρυθμούς του σώματος (την ροή και λειτουργία ενέργειας στο σώμα). Η ίδια έρευνα διαπίστωσε ότι οι γυναίκες που έτρωγαν ένα μεγάλο πρωινό έχασαν περισσότερο από το διπλάσιο βάρος από εκείνες που είχαν το μεγαλύτερο γεύμα τους στο δείπνο, παρά το γεγονός ότι και οι δύο ομάδες έτρωγαν τον ίδιο αριθμό θερμίδων.

Η ποιότητα του πρωινού μετράει

Δεν έχει σημασία μόνο αν τρώτε πρωινό, αλλά και τι υπάρχει στο πιάτο σας.
Τα πρωινά που είναι πλούσια σε φυτικές ίνες και πρωτεΐνες, όπως αυτά με δημητριακά ολικής αλέσεως που έχουν υποστεί ζύμωση, αυγά ή γαλακτοκομικά, μπορούν να βοηθήσουν στην ενίσχυση του κινήτρου, της προσοχής και της εγρήγορσης καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας.

Έχει αποδειχθεί ότι οι Ιρανοί που τρώνε πρωινό πλούσιο σε φυτικές ίνες τείνουν να έχουν υψηλότερη βαθμολογία στη Μεσογειακή Διατροφή — ένα μέτρο της συνολικής ποιότητας της διατροφής. Ακόμη και μικρές αυξήσεις στις φυτικές ίνες του πρωινού φαίνεται να διαμορφώνουν πιο υγιεινές επιλογές τροφίμων αργότερα μέσα στην ημέρα.

Στην πραγματικότητα, η πρόσληψη φυτικών ινών στο πρωινό, ειδικά περίπου 1,5 γραμμάρια, έχει συνδεθεί με καλύτερη ποιότητα δείπνου.

Από την άλλη πλευρά, η κατανάλωση μόλις 10 γραμμαρίων ζάχαρης στο πρωινό συσχετίστηκε με μείωση της θρεπτικής ποιότητας του μεσημεριανού γεύματος. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και μέτριες ποσότητες ζάχαρης το πρωί μπορούν να ξεκινήσουν μια μέρα με φτωχότερες επιλογές.

Πώς μοιάζει ένα υγιεινό πρωινό

Πώς μοιάζει λοιπόν ένα υγιεινό, ισορροπημένο πρωινό στην πραγματική ζωή;
Σύμφωνα με τον Καρριστέν, το κλειδί είναι ο συνδυασμός υδατανθράκων πλούσιων σε φυτικές ίνες με πρωτεΐνες και υγιή λίπη. Μερικές τέτοιες τροφές θα μπορούσαν να είναι:

Ελληνικό γιαούρτι, ψωμί προζυμιού ολικής αλέσεως, αυγά, λαχανικά, κρέας.

Για γρήγορα πρωινά, η διαιτολόγος-διατροφολόγος Μελίσσα Μροζ-Πλάνελς συνιστά πρακτικές αντικαταστάσεις με λιγότερο θρεπτικές επιλογές.

Δοκιμάστε burritos πρωινού που μπορείτε να ετοιμάσετε εκ των προτέρων ή smoothies με λαχανικά και πηγή πρωτεΐνης.

«Αυτές είναι όλες εύκολες επιλογές που μπορείτε να πάρετε μαζί σας και προσφέρουν καλύτερη διατροφή από ένα ζαχαρούχο αρτοσκεύασμα φούρνου ή μια επεξεργασμένη μπάρα», είπε.

Η Μροζ-Πλάνελς είπε ότι ακόμη και τα περισσεύματα από το δείπνο, όπως ένα stir fry λαχανικών με τόφου ή ένα μπολ με φασόλια, μπορούν να αποτελέσουν ένα τέλεια ισορροπημένο και χορταστικό πρωινό γεύμα.

«Είναι σημαντικό να στοχεύετε σε κάτι θρεπτικό, ακόμα κι αν είναι μικρό», είπε η Καρριστέν.

«Το πρώτο σας γεύμα θέτει τον τόνο για την ημέρα — επικεντρωθείτε στη σταθερή ενέργεια, τον κορεσμό, και την πυκνότητα θρεπτικών συστατικών».

Με συμβολή της ελληνικής Epoch Times.

Μαγνήσιο για την ινομυαλγία και τις ημικρανίες

Η ινομυαλγία είναι μια δύσκολη πάθηση: είναι δύσκολο να διαγνωστεί και ακόμη πιο δύσκολο να θεραπευτεί, ειδικά επειδή δεν παρουσιάζει ορατές βλάβες, αλλά προκαλεί εκτεταμένο, χρόνιο πόνο.

Έτσι, όταν μια κλινική δοκιμή το 2022 εξέτασε το μαγνήσιο ως πιθανή θεραπεία, αντιμετωπίστηκε με επιφύλαξη. Μπορεί κάτι τόσο απλό όπως ένα συμπλήρωμα μετάλλων να έχει ουσιαστική επίδραση; Ορισμένοι γιατροί πιστεύουν πως ναι.

«Τα επίπεδα μαγνησίου είναι ένα από τα πρώτα πράγματα που εξετάζω όταν κάποιος παρουσιάζει επίμονο πόνο», δήλωσε η Τζόντι Ντυβάλ, φυσιοπαθητικός γιατρός και ιδιοκτήτρια της Revital Health, στην εφημερίδα The Epoch Times.

Αν και το μαγνήσιο δεν είναι πανάκεια, οι νέες έρευνες υποδηλώνουν ότι μπορεί να προσφέρει ήπια υποστήριξη, ιδιαίτερα για το άγχος και τον πόνο. Για όσους αντιμετωπίζουν καθημερινή δυσφορία, ακόμη και μικρά, συνεπή βήματα προς την κατεύθυνση της καλύτερης πρόσληψης μαγνησίου μπορούν να επιφέρουν μια σημαντική ανακούφιση.

Ερευνητικά αποτελέσματα 

Η κλινική δοκιμή διαπίστωσε, για πρώτη φορά, ότι το μαγνήσιο προσφέρει ανακούφιση από τα συμπτώματα της ινομυαλγίας, ιδιαίτερα του στρες και του πόνου. Οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν τυχαία σε δύο ομάδες και έλαβαν οι μεν 100 χιλιοστόγραμμα συμπληρώματος μαγνησίου βραδείας αποδέσμευσης και οι δε εικονικό φάρμακο, μία φορά την ημέρα επί ένα μήνα.

Ο κύριος στόχος της μελέτης ήταν να αξιολογήσει εάν το μαγνήσιο μπορεί να μειώσει τα επίπεδα στρες, καθώς το στρες τείνει να προκαλεί εξάρσεις ινομυαλγίας. Οι ερευνητές παρακολούθησαν επίσης τον πόνο, την ποιότητα του ύπνου, την κόπωση και τη γενική ευεξία.

Στο τέλος του μήνα, τα αποτελέσματα ήταν ανάμεικτα. Τα συνολικά επίπεδα στρες παρουσίασαν πτωτική τάση στην ομάδα που έλαβε μαγνήσιο, αλλά τα αποτελέσματα δεν ήταν σημαντικά. Ωστόσο, μετά από πιο προσεκτική εξέταση, οι ερευνητές παρατήρησαν κάτι ενδιαφέρον: μεταξύ των συμμετεχόντων που ξεκίνησαν τη μελέτη έχοντας ήπιο έως μέτριο στρες, το μαγνήσιο έκανε σαφή διαφορά. Σε αυτή την υποομάδα, οι βαθμολογίες στρες μειώθηκαν σημαντικά, ενώ στην ομάδα που έλαβε εικονικό φάρμακο παρατηρήθηκε ελάχιστη ή και καμία αλλαγή.

Η ένταση του πόνου μειώθηκε επίσης με το συμπλήρωμα μαγνησίου — μια μικρή αλλά σημαντική αλλαγή που υποδηλώνει ότι το μέταλλο αυτό μπορεί να συμβάλει στην ανακούφιση της ινομυαλγίας. Στους συμμετέχοντες με μέτριο στρες, ο βαθμός πόνου μειώθηκε από 5,7 σε 5,1 με κλίμακα το 10, ενώ η ομάδα που έλαβε εικονικό φάρμακο δεν παρουσίασε καμία βελτίωση.

Ο ύπνος, η κόπωση και η συνολική ποιότητα ζωής παρέμειναν σε μεγάλο βαθμό αμετάβλητα και για τις δύο ομάδες. Ωστόσο, για άτομα που έχουν κουραστεί από τις παρενέργειες και τις βραχυπρόθεσμες λύσεις, τα ήπια και χαμηλού κινδύνου οφέλη του μαγνησίου είναι ένας λόγος να ληφθεί υπ’ όψιν σαν λύση.

Ινομυαλγία και πονοκέφαλοι

Η ινομυαλγία και οι πονοκέφαλοι είναι μόνο δύο από τις πολλές παθήσεις για τις οποίες μελετάται ο πιθανός ρόλος του μαγνησίου στην ανακούφιση του πόνου.

Οι ασθενείς με ινομυαλγία συχνά παρουσιάζουν χαμηλότερα επίπεδα μαγνησίου στο αίμα, τα μαλλιά και τη διατροφή τους.

Τα επίπεδα μαγνησίου στο αίμα ελέγχονται συνήθως μέσω μιας εξέτασης μαγνησίου στον ορό, αν και αυτή μετρά μόνο ένα μικρό μέρος του συνολικού μαγνησίου στον οργανισμό, καθώς το μεγαλύτερο μέρος του μαγνησίου αποθηκεύεται στα οστά και τους ιστούς. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι ένα φυσιολογικό επίπεδο στον ορό δεν αποκλείει την έλλειψη μαγνησίου στους ιστούς. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η ανάλυση των μαλλιών ή οι εξετάσεις ούρων μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την αξιολόγηση της κατάστασης του μαγνησίου, αν και αυτές οι μέθοδοι είναι λιγότερο συνηθισμένες.

«Έχω δει εξαιρετικά αποτελέσματα με το μαγνήσιο σε περιπτώσεις ινομυαλγίας, συνδρόμου κόπωσης-πόνου, ημικρανιών, πονοκεφάλων κ.ά.», δήλωσε η Ντυβάλ.

Το μαγνήσιο παίζει καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη και την εξέλιξη τόσο των ημικρανιών όσο και των πονοκεφάλων. Ενώ η ακριβής αιτία των ημικρανιών παραμένει ασαφής, το μαγνήσιο είναι γνωστό ότι επηρεάζει ορισμένους μηχανισμούς, όπως την απελευθέρωση νευροδιαβιβαστών, τη διεγερσιμότητα του εγκεφάλου και την πήξη του αίματος. Τα χαμηλά επίπεδα μαγνησίου συσχετίζονται σταθερά με τις ημικρανίες και ορισμένες μελέτες υποδηλώνουν ότι η συμπλήρωση μπορεί να συμβάλει στη μείωση της συχνότητας ή της σοβαρότητας των κρίσεων.

Μια μελέτη διαπίστωσε ότι το 80% των ασθενών που έλαβαν 1 γραμμάριο μαγνησίου ενδοφλεβίως έπαψαν να πονούν μέσα σε 15 λεπτά.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, η συμπλήρωση οδήγησε σε μακροχρόνια βελτίωση σε άτομα με πονοκεφάλους έντασης, που διήρκεσε έως και ένα έτος ή περισσότερο. Σε μια μελέτη περίπτωσης-ελέγχου με 40 ασθενείς, η έγχυση μαγνησίου εξάλειψε πλήρως τον πόνο σε 32 συμμετέχοντες μέσα σε 15 λεπτά.

Πώς δρα

Το μαγνήσιο αναδύεται ως μια πολλά υποσχόμενη λύση για την ανακούφιση από τον χρόνιο πόνο, αλλά πώς ακριβώς βοηθά;

Η ωφέλιμη επίδρασή του συνίσταται κυρίως στην αναστολή των υποδοχέων N-μεθυλ-D-ασπαρτικού (NMDA), οι οποίοι διαδραματίζουν κρίσιμο ρόλο στην επικοινωνία των νευρικών κυττάρων. Ενώ αυτοί οι υποδοχείς είναι σημαντικοί για τη μάθηση και τη μνήμη, η υπερενεργοποίησή τους επιτρέπει την υπερβολική είσοδο ασβεστίου στους νευρώνες, εντείνοντας τον πόνο. Αποτρέποντας την είσοδο του ασβεστίου στα κύτταρα μέσω των υποδοχέων NMDA, το μαγνήσιο βοηθά στην πρόληψη της υπερβολικής ευαισθησίας του νευρικού συστήματος στον πόνο και προσφέρει ανακούφιση σε διάφορες παθήσεις που συνοδεύονται από πόνο.

Επιπλέον, το μαγνήσιο διατηρεί το ηλεκτρικό δυναμικό των νευρικών κυττάρων, συμβάλλοντας περαιτέρω στη ρύθμιση του πόνου.

«Το μαγνήσιο είναι ένας ισχυρός ρυθμιστής τόσο του πόνου όσο και της φλεγμονής», δηλώνει η Ντυβάλ, προσθέτοντας ότι χωρίς αυτό, άλλες θεραπείες για τον πόνο συχνά δεν λειτουργούν τόσο αποτελεσματικά. Είναι ένα θεμελιώδες συστατικό.

Ο ρόλος του μαγνησίου στη μείωση της αντίληψης του πόνου θα μπορούσε επίσης να συνδέεται με την ικανότητά του να ρυθμίζει τη σύσπαση των μυών και να προστατεύει τον χόνδρο από την υποβάθμιση, δήλωσε η Έμμα Λάινγκ, διαιτολόγος-διατροφολόγος με διδακτορικό δίπλωμα σε τρόφιμα και διατροφή, στην Epoch Times.

Τα συμπληρώματα μαγνησίου από το στόμα και ενδοφλέβια (IV) διαφέρουν ως προς την ταχύτητα και την αποτελεσματικότητα της δράσης τους. Τα συμπληρώματα από το στόμα — συνήθως χάπια ή σκόνες — είναι πιο κατάλληλα για ήπιες έως μέτριες ανεπάρκειες ή μακροχρόνια συντήρηση, αν και μπορεί να προκαλέσουν παρενέργειες στο πεπτικό σύστημα, όπως διάρροια, και απορροφώνται πιο αργά.

Από την άλλη, το ενδοφλέβιο μαγνήσιο χρησιμοποιείται για πιο επείγουσες ή σοβαρές περιπτώσεις, όπως εκλαμψία, αρρυθμίες ή όταν η από του στόματος χορήγηση δεν είναι εφικτή. Δρα γρήγορα και παρακάμπτει το έντερο. Ωστόσο, η ενδοφλέβια χορήγηση απαιτεί ιατρική παρακολούθηση λόγω του κινδύνου υπερδοσολογίας και δεν αποτελεί καλή επιλογή για συστηματική χρήση.

Η αποτελεσματικότητα του μαγνησίου στη διαχείριση του πόνου εξαρτάται όχι μόνο από τους μηχανισμούς δράσης του, αλλά και από τη μορφή με την οποία λαμβάνεται. Το γλυκινικό μαγνήσιο, για παράδειγμα, απορροφάται καλά και έχει ηρεμιστική δράση, καθιστώντας το ιδανικό για μυϊκή ένταση, όπως αυτή που εμφανίζεται στην ινομυαλγία, σύμφωνα με την Ντυβάλ. Το χλωριούχο μαγνήσιο για τοπική χρήση, που βρίσκεται συνήθως στα άλατα Epsom, είναι εξαιρετικό για στοχευμένη ανακούφιση των πονεμένων μυών.

Το L-θρεονικό μαγνήσιο από το στόμα είναι ιδιαίτερα ευεργετικό για τη νευροφλεγμονή και τον εγκεφαλικό πόνο, όπως η ημικρανία, καθώς μπορεί να διαπεράσει τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό.

Αυξήστε την πρόσληψη μαγνησίου μέσω της διατροφής

Η Ντυβάλ συνιστά την κατανάλωση τροφίμων πλούσιων σε μαγνήσιο σε ασθενείς που αντιμετωπίζουν χρόνιο πόνο, όπως:

  • Σπόροι κολοκύθας
  • Φυλλώδη πράσινα λαχανικά
  • Αβοκάντο
  • Κάσιους
  • Σκούρα σοκολάτα
  • Μπανάνες

Για να τα προσθέσετε στην καθημερινή σας διατροφική ρουτίνα, δοκιμάστε να προσθέσετε κολοκυθόσπορους στο πρωινό σας, να συνοδεύετε με μία σαλάτα πράσινων λαχανικών το μεσημεριανό και το βραδινό σας και να επιλέγετε τρόφιμα πλούσια σε μαγνήσιο, όπως ξηρούς καρπούς και αβοκάντο με λίγο θαλασσινό αλάτι, όταν θέλετε να τσιμπήσετε κάτι ανάμεσα στα γεύματα, προτείνει. Συνήθως χρειάζονται δύο έως τέσσερις εβδομάδες συνεπούς διατροφικής πρόσληψης ή συμπλήρωσης για να παρατηρηθούν αλλαγές στον χρόνιο πόνο.

Η Ντυβάλ εστιάζει περισσότερο στα συμπτώματα αντί να βασίζεται αποκλειστικά σε εξετάσεις αίματος για να μετρήσει την πρόοδο.

«Τα επίπεδα μαγνησίου στους ιστούς του σώματος μπορεί να είναι χαμηλά ακόμη και όταν τα επίπεδα στο αίμα φαίνονται φυσιολογικά», εξηγεί.

Συμπληρώματα και φάρμακα

Όταν εξετάζετε τη λήψη συμπληρωμάτων, συνιστάται προσοχή, καθώς τα συμπληρώματα μαγνησίου μπορούν να αλληλεπιδράσουν με ορισμένα φάρμακα και άλλα συμπληρώματα.

Για παράδειγμα, το μαγνήσιο μπορεί να μειώσει την αποτελεσματικότητα ορισμένων φαρμάκων για την αρτηριακή πίεση, όπως οι αναστολείς των διαύλων ασβεστίου και τα διουρητικά, τα οποία με τη σειρά τους μπορεί είτε να μειώσουν είτε να αυξήσουν τα επίπεδα μαγνησίου στον οργανισμό. Επιπλέον, η λήψη μαγνησίου μαζί με συμπληρώματα όπως το ασβέστιο ή η βιταμίνη D μπορεί να απαιτεί προσαρμογή της δοσολογίας. Επομένως, είναι ζωτικής σημασίας να συμβουλευτείτε τον γιατρό σας πριν ξεκινήσετε τη λήψη συμπληρωμάτων.

Η Λάινγκ παρατήρησε ότι η συνεργασία με έναν διαιτολόγο-διατροφολόγο σας βοηθά να διασφαλίσετε ότι λαμβάνετε τη σωστή ποσότητα μαγνησίου για την ηλικία, τον τρόπο ζωής και το ιατρικό ιστορικό σας.

 

Στοματική υγεία και γνωστική παρακμή

«Η διατήρηση της καλής στοματικής υγιεινής, η έγκαιρη αντιμετώπιση των οδοντικών προβλημάτων και η υποστήριξη ενός υγιούς στοματικού μικροβιώματος μπορεί να επηρεάσουν την υγεία του εγκεφάλου περισσότερο από όσο πιστεύαμε», παρατηρεί η Τζοάννα Λ’ Ερέ, ερευνήτρια στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου του Έξετερ, στην εφημερίδα The Epoch Times.

Το μικροβίωμα του στόματος — η κοινότητα βακτηρίων, μυκήτων και ιών που ζουν στο στόμα μας — επηρεάζει την υγεία του εγκεφάλου με πολλούς τρόπους. Ορισμένα είδη μικροβίων συνδέονται με καλύτερη μνήμη και συγκέντρωση, ενώ άλλα με γνωστική έκπτωση και γενετικούς παράγοντες κινδύνου για άνοια.

Απλές, φθηνές συνήθειες όπως το βούρτσισμα, η χρήση οδοντικού νήματος και ακόμη και η διατροφή μας συντελούν στο να κλίνει η ζυγαριά προς όφελός μας.

Στοματική και γνωστική υγεία

Όταν η στοματική υγεία είναι υποβαθμισμένη, επιβλαβή βακτήρια εισέρχονται στην κυκλοφορία του αίματος μέσω των ερεθισμένων ούλων μετά τη μάσηση ή το βούρτσισμα.

Η υπερβολική ανάπτυξη επιβλαβών βακτηρίων, γνωστή ως δυσβολία, μπορεί να προκληθεί από ασθένειες των ούλων ή τη χρήση αντιβιοτικών. Τα αντιβιοτικά είναι πιθανόν να προκαλέσουν δυσβολία, εξαλείφοντας τα ωφέλιμα βακτήρια μαζί με τα επιβλαβή. Η απώλεια των ωφέλιμων μικροβίων δημιουργεί χώρο για την ανεξέλεγκτη ανάπτυξη επιβλαβών ή ανθεκτικών στα αντιβιοτικά βακτηρίων.

Ένα υγιές ανοσοποιητικό σύστημα συνήθως απομακρύνει τα βακτήρια, αλλά οι ηλικιωμένοι με εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα μπορεί να δυσκολεύονται να εξαλείψουν τα επιβλαβή βακτήρια. Με την πάροδο του χρόνου, τα βακτήρια και η φλεγμονή διαταράσσουν τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό, οδηγώντας σε νευροφλεγμονή, συσσώρευση τοξικών πρωτεϊνών (όπως η αμυλοειδής βήτα και η ταυ) και αλλαγές στα αιμοφόρα αγγεία, συνέπειες που συνδέονται με τη νόσο του Αλτσχάιμερ.

Ένας άλλος τρόπος με τον οποίο η στοματική υγεία φαίνεται να επηρεάζει τη λειτουργία του εγκεφάλου είναι μέσω της οδού νιτρικό άλας-νιτρίτης-μονοξείδιο του αζώτου. Τα ωφέλιμα βακτήρια του στόματος βοηθούν στη μετατροπή των νιτρικών αλάτων της διατροφής σε νιτρίτες, τους οποίους στη συνέχεια ο οργανισμός μετατρέπει σε μονοξείδιο του αζώτου, ένα μόριο απαραίτητο για τη ροή του αίματος, τη νευρική σηματοδότηση, την ανοσολογική άμυνα και τη μνήμη. Όσο μεγαλώνουμε, ο οργανισμός παράγει φυσιολογικά λιγότερο μονοξείδιο του αζώτου, γεγονός που συμβάλλει στη γνωστική έκπτωση.

Μελέτη που δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο υποδηλώνει ότι η ανισορροπία στα βακτήρια του στόματος μπορεί να προηγείται της εμφάνισης της άνοιας. Η ενίσχυση των ωφέλιμων μικροβίων, όπως το Neisseria, που αυξάνουν την παραγωγή μονοξειδίου του αζώτου, και η μείωση των επιβλαβών, όπως το Prevotella, θα συνέβαλαν ενδεχομένως στην καλή υγεία του εγκεφάλου.

Κατ’ επέκταση, οι πρώιμες αλλαγές στο μικροβίωμα του στόματος μπορεί να λειτουργήσουν και ως προειδοποιητικά σημάδια  γνωστικής έκπτωσης και να αποτελέσουν μια ευκαιρία για παρέμβαση πριν από την εμφάνιση των πρώτων συμπτωμάτων άνοιας, δηλώνει η  Λ’ Ερέ.

Τα πρώτα σημάδια

Πώς μπορείτε να καταλάβετε αν τα βακτήρια του στόματός σας επηρεάζουν τον εγκέφαλό σας;

Υπάρχουν μερικά προειδοποιητικά σημάδια, αναφέρει ο Έιντζελ Πλάνελς, διαιτολόγος-διατροφολόγος, στην Epoch Times. Χρόνια προβλήματα των ούλων, όπως ουλίτιδα ή περιοδοντίτιδα, επίμονη κακοσμία του στόματος, αιμορραγία ή υποχώρηση των ούλων και συχνές λοιμώξεις του στόματος, σηματοδοτούν μια ανισορροπία στο μικροβίωμα του στόματος. Αυτά είναι σημάδια ότι τα επιβλαβή βακτήρια μπορεί να έχουν πάρει τον έλεγχο.

Ορισμένοι οδοντίατροι και εξειδικευμένα εργαστήρια προσφέρουν πλέον εξετάσεις του μικροβιώματος του στόματος, οι οποίες μπορούν να ανιχνεύσουν την υπερβολική ανάπτυξη των επιβλαβών μικροβίων, παρατηρεί.

Συγκεκριμένα μοτίβα στα βακτήρια του στόματος, όπως τα υψηλά επίπεδα Prevotella intermedia, μπορεί επίσης να αποτελούν πρώιμα προειδοποιητικά σημάδια για την εμφάνιση άνοιας. Μελέτη του 2020 διαπίστωσε ότι τα δείγματα σιέλου και οδοντικής πλάκας μπορούν να προσφέρουν απλές, μη επεμβατικές ενδείξεις για τη γνωστική υγεία ενός ατόμου.

Τέλος, οι λεπτές, ανεξήγητες γνωστικές αλλαγές, όπως η απώλεια μνήμης ή η διανοητική ομίχλη, σε συνδυασμό με την κακή στοματική υγεία, υποδηλώνουν μια βαθύτερη σύνδεση, επισημαίνει ο Πλάνελς.

Πώς να υποστηρίξετε ένα πιο υγιές στοματικό μικροβίωμα

«Η στόχευση του στοματικού μικροβιώματος θα μπορούσε να είναι ένας καλός τρόπος για την πρόληψη της γνωστικής έκπτωσης», προτείνει η Λ’ Ερέ.

Αυτό ξεκινά με την καλή στοματική υγιεινή. Το τακτικό βούρτσισμα, η χρήση οδοντικού νήματος και οι οδοντιατρικές εξετάσεις συμβάλλουν σημαντικά στον έλεγχο των επιβλαβών βακτηρίων, σημειώνει.

Μελέτη του 2020 σημείωσε ότι αυτές οι απλές, καθημερινές συνήθειες σε συνδυασμό με τη θεραπεία των ασθενειών των ούλων, προστατεύουν τα εγκεφαλικά κύτταρα και τη γνωστική υγεία και επιβραδύνουν την ανάπτυξη της νόσου του Αλτσχάιμερ.

Η διατροφή είναι επίσης σημαντική. Καθώς η ζάχαρη και οι ραφιναρισμένος υδατάνθρακες τροφοδοτούν τα επιβλαβή βακτήρια, η αποφυγή τους βελτιώνει τη στοματική υγεία, δηλώνει ο Πλάνελς. Ταυτόχρονα, η κατανάλωση φρούτων και λαχανικών πλούσιων σε φυτικές ίνες βοηθά στην απομάκρυνση της στοματικής πλάκας και τροφοδοτεί τα ωφέλιμα βακτήρια.

Τα φυλλώδη πράσινα λαχανικά και τα τεύτλα, που είναι πλούσια σε νιτρικά άλατα, υποστηρίζουν την ανάπτυξη ωφέλιμων βακτηρίων που ενισχύουν το μονοξείδιο του αζώτου, αναφέρει η Λ’ Ερέ.

Τα τρόφιμα πλούσια σε πολυφαινόλες, όπως τα μούρα, το πράσινο τσάι και η μαύρη σοκολάτα, καταστέλλουν τα επιβλαβή βακτήρια, σύμφωνα με τον Πλάνελς. Επιπλέον, τα ζυμωμένα τρόφιμα, όπως το γιαούρτι, το κεφίρ και τα τουρσιά, ωφελούν τόσο το μικροβίωμα του εντέρου όσο και αυτό του στόματος, ενισχύοντας την ανοσολογική λειτουργία και τη μικροβιακή ποικιλομορφία.

Ο Πλάνελς συνιστά επίσης να παραμένετε καλά ενυδατωμένοι για να διατηρείτε την παραγωγή του σάλιου σε υψηλά επίπεδα καθώς περιέχει φυσικά αντιμικροβιακά συστατικά. Αποφύγετε το κάπνισμα και το αλκοόλ, τα οποία διαταράσσουν το μικροβίωμα. Η διαχείριση του στρες και ο καλός ύπνος είναι δύο ακόμη σημαντικοί παράγοντες, καθώς και τα δύο επηρεάζουν την ανοσία και τη στοματική υγεία.

«Και να θυμάστε, δεν είναι όλα τα βακτήρια κακά», προσθέτει. «Ένα υγιές μικροβίωμα του στόματος είναι ποικιλόμορφο. Τα στοματικά διαλύματα που περιέχουν ισχυρά αντισηπτικά, αλκοόλ ή σκληρά χημικά τείνουν να εξαλείφουν τόσο τα καλά όσο και τα κακά βακτήρια, διαταράσσοντας την ισορροπία.»

Τι γίνεται με τα γονίδια;

Έχει να κάνει μόνο με τη στοματική υγιεινή και τα βακτήρια ή έχουν λόγο και τα γονίδιά μας;

Η μελέτη της Λ’ Ερέ διαπίστωσε ότι τα άτομα με ήπια γνωστική δυσλειτουργία που έφεραν το γονίδιο APOE4 είχαν υψηλότερα επίπεδα επιβλαβών βακτηρίων του στόματος που συνδέονται με την άνοια.

«Τα γονίδιά μας μπορεί να παίζουν ρόλο στο να καθορίζουν ποια βακτήρια αναπτύσσονται στο στόμα μας και αυτό, με τη σειρά του, μπορεί να επηρεάζει την υγεία του εγκεφάλου», αναφέρει η ερευνήτρια.

Δεν είναι ακόμη σαφές εάν το APOE4 μεταβάλλει άμεσα το περιβάλλον του στόματος ή εάν αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης γενετικής επίδρασης στο μικροβίωμα, σημειώνει.

Κάλιο, αντίδοτο στην υπερβολική πρόσληψη νατρίου

Είναι γνωστό ότι η υπερβολική πρόσληψη νατρίου μπορεί να αυξήσει την αρτηριακή πίεση, ωστόσο η μείωση του νατρίου δεν είναι απαραίτητη. Η δράση του νατρίου μπορεί να εξισορροπηθεί με αύξηση πρόσληψης καλίου μέσω της διατροφής. Τα τρόφιμα πλούσια σε κάλιο βοηθούν στη διατήρηση της υγείας των αιμοφόρων αγγείων και μειώνουν τις αρνητικές επιπτώσεις του νατρίου.

Η Μελίσσα Σταντ, ερευνήτρια, μελέτησε την πρόσληψη καλίου και νατρίου και δημοσίευσε πρόσφατα τα αποτελέσματά της. Όπως δήλωσε στην εφημερίδα The Epoch Times, παλιότερα οι άνθρωποι έτρωγαν πολλά φρούτα και λαχανικά, κάτι που σήμαινε διατροφή πλούσια σε κάλιο και χαμηλή σε νάτριο. Αυτό έκανε τα ρυθμιστικά συστήματα του σώματος να λειτουργούν καλύτερα.

«Σήμερα, η διατροφή μας (στις δυτικές κοινωνίες) τείνει να είναι πολύ πιο πλούσια σε νάτριο και φτωχότερη σε κάλιο. Αυτό μπορεί να εξηγεί γιατί η υψηλή αρτηριακή πίεση συναντάται κυρίως στις βιομηχανικές κοινωνίες και όχι στις απομονωμένες κοινωνίες», εξηγεί.

Κάλιο για τη ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης

Η αναλογία νατρίου-καλίου στη διατροφή λειτουργεί ως προγνωστικός παράγοντας της αρτηριακής πίεσης, του κινδύνου  εμφάνισης καρδιακών παθήσεων, ακόμη και της συνολικής θνησιμότητας.

Η υψηλή πρόσληψη νατρίου μπορεί να προκαλέσει κατακράτηση υγρών στον οργανισμό, γεγονός που αυξάνει τον όγκο του αίματος και ασκεί επιπλέον πίεση στα τοιχώματα των αιμοφόρων αγγείων, οδηγώντας σε αυξημένη αρτηριακή πίεση και μεγαλύτερη καταπόνηση της καρδιάς.

Τα επίπεδα νατρίου και καλίου ρυθμίζονται αυστηρά από τα νεφρά. Όταν τρώτε ένα γεύμα πλούσιο σε κάλιο, τα νεφρά κατά πρώτον απορροφούν λιγότερο νάτριο, επιτρέποντας σε περισσότερο νάτριο να ρέει προς τα κάτω. Αυτή η αλλαγή στη λειτουργία των νεφρών προάγει την απέκκριση του νατρίου στα ούρα, επηρεάζοντας την κίνηση του νερού και τον όγκο του αίματος, γεγονός που μειώνει την αρτηριακή πίεση. Πρόσφατα ευρήματα που παρουσιάστηκαν σε συνάντηση της Αμερικανικής Φυσιολογικής Εταιρείας στη Βαλτιμόρη υποστήριξαν περαιτέρω αυτόν τον μηχανισμό, δείχνοντας ότι το κάλιο μπορεί να αντισταθμίσει τις επιπτώσεις μιας διατροφής πλούσιας σε νάτριο, ενθαρρύνοντας την απέκκριση του νατρίου.

Η μελέτη επικεντρώθηκε ανέδειξε και ένα λιγότερο γνωστό όφελος: το κάλιο υποστηρίζει την υγεία των αιμοφόρων αγγείων ακόμη και σε άτομα των οποίων η αρτηριακή πίεση δεν επηρεάζεται από το αλάτι. Αυτά τα άτομα, τα λεγόμενα «ανθεκτικά στο αλάτι», δεν παρουσιάζουν αύξηση της αρτηριακής πίεσης όταν καταναλώνουν περισσότερο νάτριο, αλλά όταν αυξάνεται η πρόσληψη καλίου τα αιμοφόρα αγγεία τους λειτουργούν καλύτερα, παρουσιάζοντας βελτιωμένη ικανότητα χαλάρωσης και διαστολής.

«Η αύξηση της πρόσληψης καλίου μπορεί να είναι μια κρίσιμη στρατηγική για τη βελτίωση της υγείας των αιμοφόρων αγγείων και τη μείωση του μακροπρόθεσμου κινδύνου», δήλωσε στην εφημερίδα The Epoch Times η Σάννον Λένον, συν-συγγραφέας της μελέτης, η οποία έχει διδακτορικό στη φυσιολογία της άσκησης και είναι καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο του Ντελαγουέρ.

Κίνδυνοι για άτομα με νεφρική δυσλειτουργία

Αν και το κάλιο προσφέρει σημαντικά οφέλη για την αρτηριακή πίεση και την υγεία της καρδιάς, δεν είναι ασφαλές για όλους. Σε άτομα με νεφρική δυσλειτουργία, ο οργανισμός δεν μπορεί να αποβάλει αποτελεσματικά το περίσσιο κάλιο. Ως αποτέλεσμα, το κάλιο μπορεί να συσσωρευτεί στην κυκλοφορία του αίματος αντί να αποβληθεί, οδηγώντας σε δυνητικά απειλητικές για τη ζωή καταστάσεις, όπως η υπερκαλιαιμία.

Τα άτομα με νεφρική νόσο ή μειωμένη νεφρική λειτουργία πρέπει γενικά να αποφεύγουν τις δίαιτες με υψηλή περιεκτικότητα σε κάλιο.

Πόσο κάλιο χρειαζόμαστε;

Η ημερήσια πρόσληψη καλίου που συνιστά η Αμερικανική Καρδιολογική Εταιρεία κυμαίνεται από 3.500 έως 5.000 χιλιοστόγραμμα.

«Ωστόσο, εστιάζοντας αποκλειστικά στη συνολική ποσότητα, μπορεί να χάσουμε την ευρύτερη εικόνα», δήλωσε ο Ραούλ Μπέσκος, αναπληρωτής καθηγητής ανθρώπινης διατροφής και φυσιολογίας, στην Epoch Times.

Ο Μπέσκος σημείωσε ότι όσον αφορά την αναλογία καλίου προς νάτριο, ο στόχος είναι να καταναλώνεται τουλάχιστον τρεις φορές περισσότερο κάλιο από νάτριο, κάθε μέρα.

Στην πράξη, η επίτευξη αυτής της αναλογίας μπορεί να είναι δύσκολη, ειδικά όταν η πρόσληψη νατρίου είναι υψηλή.

«Πολλοί Αμερικανοί δυσκολεύονται να μειώσουν την πρόσληψη νατρίου, επειδή είναι πολύ κοινό στα τρόφιμα που τρώμε», επισημαίνει η Λένον.

Γι’ αυτό με την ομάδα της στόχευσε κυρίως στην αύξηση το καλίου ώστε να μετριαστούν οι αρνητικές επιπτώσεις του νατρίου, ακόμη και αν η ιδανική αναλογία δεν επιτυγχάνεται πλήρως. Στη μελέτη τους, χορήγησαν 4.700 χιλιοστόγραμμα καλίου ημερησίως για δέκα ημέρες σε συμμετέχοντες που ακολουθούσαν δίαιτα με υψηλή περιεκτικότητα σε νάτριο και διαπίστωσαν ότι διατηρούσε τη λειτουργία των αιμοφόρων αγγείων σε παρόμοιο επίπεδο όπως μια δίαιτα χαμηλή σε νάτριο.

Ωστόσο, για τους περισσότερους ανθρώπους, είναι ακόμα καλύτερο να περιορίζουν την υπερβολική πρόσληψη αλατιού, όσο είναι δυνατόν.

Μια ημέρα πλούσια σε κάλιο

Η πρόσληψη επαρκούς ποσότητας καλίου δεν χρειάζεται να είναι περίπλοκη. Το κάλιο βρίσκεται σε μια ευρεία γκάμα τροφίμων και με μερικές απλές επιλογές κατά τη διάρκεια της ημέρας, είναι δυνατό να καλύψετε τη συνιστώμενη πρόσληψη με φυσικό τρόπο, διατηρώντας το νάτριο υπό έλεγχο.

Τα υποκατάστατα αλατιού με βάση το κάλιο επίσης συμβάλλουν στη μείωση του νατρίου, προσθέτοντας περισσότερο κάλιο.

Παρατίθεται ένα ημερήσιο μενού για υψηλή κατανάλωση καλίου, βάσει των προτάσεων του Μπέσκος και της Βανέσα Κινγκ, διαιτολόγου:

Πρωινό

  • Σμούθι με μπανάνα, μια χούφτα σπανάκι και ένα ποτήρι χυμό πορτοκάλι
  • Γιαούρτι με βερίκοκα και μπανάνα
  • Τοστ ολικής άλεσης με φέτες αβοκάντο και σπόρους τσία
  • Μια μερίδα γιαούρτι για επιπλέον κάλιο και πρωτεΐνες (προαιρετικά)

Δεκατιανό

  • Μια κούπα πεπόνι
  • Μείγμα φρούτων πλούσιων σε κάλιο, όπως μπανάνες, φράουλες και ακτινίδια

Μεσημεριανό

  • Μαγειρεμένο κοτόπουλο με ντοματίνια, αγγούρι και πιπεριές, με ελαιόλαδο, χυμό λεμονιού και βότανα
  • Μια μικρή μερίδα γλυκοπατάτες στον ατμό
  • Μπαστουνάκια καρότου με χούμους

Απογευματινό σνακ

  • Μια χούφτα αμύγδαλα
  • Λίγες σταφίδες

Δείπνο

  • Τηγανητός τόνος ή ψητός σολομός με λεμόνι και βότανα (χωρίς αλάτι)
  • Ρύζι με ψητή κολοκύθα και λαχανάκια Βρυξελλών
  • Ψητή πατάτα με τη φλούδα (αντί για ρύζι)

Επιδόρπιο (προαιρετικό)

  • Φρέσκο πεπόνι
  • Μικρό μπολ με μίγμα μούρων

* * * * *

Το κάλιο βρίσκεται άφθονο σε πολλά τρόφιμα, όχι μόνο στις μπανάνες όπως πιστεύουν πολλοί. Τα φυλλώδη λαχανικά, οι πατάτες, τα γαλακτοκομικά, τα όσπρια, οι ξηροί καρποί και φρούτα όπως τα βερίκοκα, τα πορτοκάλια και το πεπόνι είναι όλες εξαιρετικές πηγές. Τα περισσότερα από αυτά τα τρόφιμα έχουν φυσικά χαμηλή περιεκτικότητα σε νάτριο, το οποίο βοηθά στη διατήρηση μιας πιο υγιεινής αναλογίας νατρίου προς κάλιο, σύμφωνα με τη Λένον.

«Η μείωση της πρόσληψης νατρίου μέσω των επεξεργασμένων τροφίμων και του φαγητού των εστιατορίων είναι εξίσου σημαντική», προσθέτει, σημειώνοντας ότι η προετοιμασία περισσότερων γευμάτων στο σπίτι επιτρέπει στους ανθρώπους να ελέγχουν καλύτερα την πρόσληψη νατρίου και τη διατροφή τους γενικότερα.

Ακόμη και απλές αλλαγές, όπως η επιλογή κονσερβών με χαμηλή περιεκτικότητα σε νάτριο ή η χρήση βοτάνων αντί για αλάτι, κάνουν διαφορά.

Ένας παραγνωρισμένος παράγοντας της οστεοπόρωσης

Μπορεί να μην το αισθάνεστε, αλλά η ανισορροπία του εντέρου τείνει να αποδυναμώνει τα οστά.

«Εξαιτίας του άξονα οστών-εντέρου-ανοσοποιητικού, δεν μπορούμε να διαχωρίσουμε την υγεία των οστών από την υγεία όλου του συστήματος», δήλωσε η Τζόντι Ντυβάλ, φυσιοπαθητική γιατρός και ιδιοκτήτρια του Revital Health, στην Epoch Times.

Όταν η υγεία του εντέρου υποβαθμίζεται, υποβαθμίζεται και η ικανότητα του σώματος να απορροφά βασικά θρεπτικά συστατικά όπως το ασβέστιο και το μαγνήσιο. Ως αποτέλεσμα, οι θεραπείες που στοχεύουν στο μικροβίωμα — από διατροφικές αλλαγές έως προβιοτικά — είναι πιθανό να μπορούν να συμβάλουν στην πρόληψη και τη θεραπεία της οστεοπόρωσης.

Το ανθυγιεινό μικροβίωμα καταστρέφει τα οστά σας

Το μικροβίωμα του εντέρου μπορεί να επηρεάσει την υγεία των οστών μέσω διαφόρων οδών, όπως η ρύθμιση της φλεγμονής, η ενίσχυση της πρόσληψης θρεπτικών συστατικών και η παραγωγή ενώσεων κρίσιμων για τον σχηματισμό των οστών. Ένα υγιές μικροβίωμα μάς βοηθά να απορροφήσουμε βασικά θρεπτικά συστατικά που συμβάλλουν στην ανάπτυξη των οστών, όπως το ασβέστιο, το μαγνήσιο, ο φώσφορος, η βιταμίνη D και η βιταμίνη K2.

Ορισμένα βακτήρια του εντέρου ενισχύουν επίσης την καλή διάλυση και απορρόφηση αυτών των θρεπτικών συστατικών στα έντερα. Μερικά παράγουν ακόμη και πρωτεΐνες που συνδέονται με το ασβέστιο, διευκολύνοντας το σώμα να το μεταφέρει και να το χρησιμοποιήσει εκεί που το χρειάζεται περισσότερο — ιδιαίτερα στα οστά, δήλωσε η Τερέζα Τζένταϊλ, διαιτολόγος, στην Epoch Times. Μία από τις πιο καλά μελετημένες οδούς περιλαμβάνει τη φλεγμονή — συγκεκριμένα, πώς ένα ανισόρροπο μικροβίωμα μπορεί να προετοιμάσει το έδαφος για απώλεια οστικής μάζας.

Μια ανισορροπία στα βακτήρια του εντέρου, γνωστή ως δυσβίωση, μπορεί να βλάψει το βλεννογόνο του εντέρου και να επιτρέψει σε βλαβερές ουσίες να εισέλθουν στην κυκλοφορία του αίματος. Η δυσβίωση προκαλεί συστημική φλεγμονή, η οποία επιταχύνει την αποικοδόμηση των οστών και διαταράσσει τον φυσικό κύκλο απορρόφησης και σχηματισμού των οστών. Με την πάροδο του χρόνου, αυτό μπορεί να συμβάλει σε καταστάσεις όπως η οστεοπενία και η οστεοπόρωση. Η φλεγμονή μειώνει επίσης την οστική πυκνότητα, προκαλώντας μεγαλύτερη απώλεια οστικής μάζας.

Η φυσική διαδικασία απορρόφησης των οστών απελευθερώνει ασβέστιο και αυξητικούς παράγοντες, τους οποίους το σώμα μπορεί να χρησιμοποιήσει για να υποστηρίξει τις ανοσολογικές αποκρίσεις και την επιδιόρθωση των ιστών. Η φλεγμονή καταστέλλει τον σχηματισμό οστών επειδή η δημιουργία νέου οστού είναι ενεργοβόρα και δεν αποτελεί προτεραιότητα κατά τη διάρκεια μιας οξείας φλεγμονώδους απόκρισης. Επιπλέον, η φλεγμονή μπορεί να βλάψει το βλεννογόνο του εντέρου, διαταράσσοντας την απορρόφηση θρεπτικών συστατικών και αλλοιώνοντας το μικροβίωμα — και τα δύο σημαντικά για τη βέλτιστη πρόσληψη θρεπτικών συστατικών.

«Όσο πιο ποικίλο είναι το μικροβίωμα τόσο πιο προστατευτική φαίνεται να είναι η επιρροή του στον οστικό ιστό», είπε η Ντούβαλ.

Εκτός από την υποστήριξη της απορρόφησης θρεπτικών συστατικών, ορισμένα μικρόβια του εντέρου βοηθούν επίσης στην παραγωγή βασικών ενώσεων που εμπλέκονται στον μεταβολισμό των οστών, όπως η βιταμίνη Κ, η οποία υποστηρίζει την υγεία των οστών ενθαρρύνοντας τον σχηματισμό τους και περιορίζοντας την αποικοδόμηση.

Το μικροβίωμα του εντέρου παίζει επίσης έναν εκπληκτικό ρόλο στην παραγωγή ορμονών, ιδιαίτερα σεροτονίνης, η οποία είναι ταυτόχρονα ορμόνη και νευροδιαβιβαστής. Ενώ η σεροτονίνη συχνά συνδέεται με τη διάθεση και τον εγκέφαλο, περίπου το 95% αυτής παράγεται στην πραγματικότητα στο έντερο. Η σεροτονίνη που προέρχεται από το έντερο μπορεί να επηρεάσει άμεσα τα οστικά κύτταρα: αυξάνοντας τη δραστηριότητα των οστεοκλαστών, οι οποίοι διασπούν τα οστά, και ρυθμίζοντας τους οστεοβλάστες, οι οποίοι είναι κύτταρα που χτίζουν τα οστά. Μπορεί επίσης να μειώσει τη συστηματική φλεγμονή, προσφέροντας πρόσθετη προστασία για τα οστά.

Πώς να υποστηρίξετε τον άξονα εντέρου-οστού

Φροντίστε να υποστηρίζετε ένα υγιές έντερο, ξεκινώντας από αυτό που τρώτε.

«Αυτός είναι ένας χώρος όπου η τροφή ως φάρμακο λάμπει», λέει η Ντυβάλ.

Διατροφικές στρατηγικές

Για να υποστηρίξει τόσο το έντερο όσο και τα οστά, η Ντυβάλ συνιστά να επικεντρωθούμε σε μια ποικίλη, πλούσια σε θρεπτικά συστατικά διατροφή που θρέφει τα ευεργετικά βακτήρια και παρέχει τα δομικά στοιχεία για ισχυρά οστά.

Καταναλώστε περισσότερες τροφές ολικής αλέσεως πλούσιων σε φυτικές ίνες: Οι πρεβιοτικές ίνες που βρίσκονται σε λαχανικά, όσπρια, κρεμμύδια, σκόρδο και ανθεκτικά άμυλα τροφοδοτούν τα ευεργετικά βακτήρια του εντέρου και βελτιώνουν την απορρόφηση μετάλλων.

Κατανάλωση ζυμωμένων τροφών: Το ξινολάχανο, το κεφίρ και το μίσο βοηθούν στην αναπλήρωση υγιών μικροβίων και μπορεί να μειώσουν τη φλεγμονή στο έντερο.

Κατανάλωση τροφών πλούσιων σε κολλαγόνο και ζωμό από κόκαλα: Το κολλαγόνο και αμινοξέα όπως η γλυκίνη και η προλίνη βοηθούν στη διατήρηση της εντερικής επένδυσης και υποστηρίζουν τον οστικό ιστό.

Κατανάλωση τροφών πλούσιες σε βιταμίνη Κ2: Το νάτο, τα γαλακτοκομικά προϊόντα από εκτρεφόμενα με χόρτο ζώα και οι κρόκοι αυγών βοηθούν στην κατεύθυνση του ασβεστίου στα οστά και όχι στους μαλακούς ιστούς όπως οι αρτηρίες.

Κατανάλωση τροφών πλούσιων σε πολυφαινόλες: Τα μούρα, τα βότανα, το ελαιόλαδο και το πράσινο τσάι περιέχουν ενώσεις που μειώνουν το οξειδωτικό στρες και προάγουν τη μικροβιακή ποικιλομορφία.

Περιορίστε τη ζάχαρη, το αλκοόλ και τα τρόφιμα υψηλής επεξεργασίας: Η ζάχαρη, το αλκοόλ και τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα μπορούν να διαταράξουν το μικροβίωμα και να μειώσουν την ικανότητα του σώματος να απορροφά και να χρησιμοποιεί βασικά θρεπτικά συστατικά.

Η Τζένταϊλ πρόσθεσε ότι ορισμένα μικροθρεπτικά συστατικά είναι ιδιαίτερα σημαντικά.

Το ασβέστιο είναι απαραίτητο για την αντοχή των οστών και βρίσκεται στα γαλακτοκομικά, το τόφου και τα φυλλώδη λαχανικά. Η απορρόφησή του ενισχύεται από λιπαρά οξέα βραχείας αλυσίδας που παράγονται από τα βακτήρια του εντέρου.

Η βιταμίνη D είναι απαραίτητη για την απορρόφηση ασβεστίου και την υποστήριξη του ανοσοποιητικού συστήματος και βρίσκεται στα λιπαρά ψάρια, τους κρόκους αυγών και τα εμπλουτισμένα τρόφιμα. Το μικροβίωμα μπορεί να βοηθήσει στη ρύθμιση της ενεργοποίησής του στο σώμα.

Το μαγνήσιο και ο φώσφορος υποστηρίζουν την ανοργανοποίηση των οστών. Βρίσκονται σε ξηρούς καρπούς, σπόρους, όσπρια, φυλλώδη λαχανικά και γαλακτοκομικά. Ένα ισορροπημένο περιβάλλον του εντέρου βελτιώνει την καλή απορρόφησή τους.

Συνολικά, οι δίαιτες οι πλούσιες σε φυτικές ίνες, οι ολόκληρες τροφές και η πρόσληψη των απαραίτητων θρεπτικών συστατικών — με περιορισμένη κατανάλωση ζάχαρης και υπερεπεξεργασμένων τροφίμων — είναι οι καλύτερες για τη διατήρηση της υγείας των οστών και την υποστήριξη ενός ισχυρού, ανθεκτικού μικροβιώματος.

Πρεβιοτικά και προβιοτικά

Πέρα από τη διατροφή, τα συμβιωτικά μπορούν να βοηθήσουν στην πρόληψη και τη θεραπεία της οστεοπόρωσης επηρεάζοντας τα βακτήρια του εντέρου.

Τα συμβιωτικά — τα οποία είναι συνδυασμοί προβιοτικών (ωφέλιμων ζωντανών μικροοργανισμών) και πρεβιοτικών (μη εύπεπτων συστατικών τροφίμων που προάγουν την ανάπτυξη ωφέλιμων μικροβίων) — δεν επηρεάζουν μόνο την πέψη. Ρυθμίζουν επίσης την ανοσολογική λειτουργία, η οποία συνδέεται στενά με την αναδιαμόρφωση των οστών. Για παράδειγμα, το προβιοτικό Lactobacillus rhamnosus έχει αποδειχθεί ότι μειώνει την οστική απώλεια ενισχύοντας τα προστατευτικά ανοσοκύτταρα και καταστέλλοντας εκείνα που συμβάλλουν στη φλεγμονή και την αποικοδόμηση των οστών. Ομοίως, το Lactobacillus acidophilus βοήθησε στη μείωση των φλεγμονωδών δεικτών που οδηγούν στην οστική απώλεια, ενώ παράλληλα αυξάνει τις ενώσεις που υποστηρίζουν τον σχηματισμό των οστών.

Άλλοι παράγοντες

Δεν είναι μόνο η διατροφή και τα συμπληρώματα που έχουν σημασία — υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που επηρεάζουν τη σύνδεση εντέρου-οστού.

«Ένα πράγμα που πάντα εξετάζω είναι η χρήση φαρμάκων», λέει η Ντυβάλ.

«Φάρμακα όπως οι αναστολείς αντλίας πρωτονίων, τα αντιβιοτικά και τα κορτικοστεροειδή μπορούν να διαταράξουν το μικροβίωμα του εντέρου και, με την πάροδο του χρόνου, να επηρεάσουν αρνητικά την οστική πυκνότητα, ειδικά εάν οι επιδράσεις τους δεν εξισορροπούνται με τη σωστή διατροφή», προσθέτει.

Πριν διακόψετε οποιαδήποτε συνταγογραφούμενα φάρμακα, ωστόσο, μιλήστε με τον γιατρό σας.

Η κίνηση και το ηλιακό φως παίζουν επίσης ζωτικό ρόλο — υποστηρίζουν το μικροβίωμα και επηρεάζουν άμεσα την αντοχή των οστών, επισημαίνει η Ντυβάλ.

«Και να θυμάστε, πρέπει να βλέπουμε τα πράγματα συνολικά: τα οστά δεν ευδοκιμούν μεμονωμένα, ανταποκρίνονται σε ολόκληρο το οικοσύστημα.»

Η άγνωστη σχέση αλκοόλ και καρκίνου: Τι δείχνουν τα στοιχεία

Για χρόνια, η Σάρα βαν Νίκερκ πίστευε ότι το καθημερινό ποτήρι κόκκινο κρασί που συνήθιζε να πίνει ωφελούσε την καρδιά της. Όπως ανέφερε, μόλις διαγνώστηκε με καρκίνο του μαστού και ένας ογκολόγος της υπαινίχθηκε διακριτικά τον κίνδυνο, συνειδητοποίησε ότι ακόμη και χαμηλά επίπεδα κατανάλωσης αλκοόλ μπορούν να αυξήσουν τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου. Εξέφρασε την απογοήτευσή της, λέγοντας ότι ουδείς την είχε προειδοποιήσει.

Ενώ το κάπνισμα σε δημόσιο χώρο μπορεί να προκαλέσει αντιδράσεις, η κατανάλωση κρασιού συχνά θεωρείται ακίνδυνη — ακόμη και ωφέλιμη από ορισμένους. Εντούτοις, λίγοι γνωρίζουν ότι το αλκοόλ κατατάσσεται από τη Διεθνή Υπηρεσία Έρευνας για τον Καρκίνο (IARC) στην Ομάδα 1 καρκινογόνων ουσιών, δηλαδή στις ουσίες για τις οποίες υπάρχουν επαρκή στοιχεία ότι προκαλούν καρκίνο στους ανθρώπους — στην ίδια κατηγορία με τον καπνό και τον αμίαντο.

Το αλκοόλ και ο καρκίνος

Η συσχέτιση μεταξύ αλκοόλ και καρκίνου δεν είναι καινούργια· έχει αναγνωριστεί εδώ και σχεδόν 40 χρόνια. Σήμερα, το αλκοόλ συνδέεται με τουλάχιστον επτά μορφές καρκίνου: της στοματικής κοιλότητας, του φάρυγγα, του λάρυγγα, του οισοφάγου, του παχέος εντέρου, του ήπατος και του μαστού στις γυναίκες. Σε παγκόσμιο επίπεδο, η κατανάλωση αλκοόλ εκτιμάται ότι σχετίζεται με περίπου 740.000 νέες περιπτώσεις καρκίνου κάθε χρόνο, με τον καρκίνο του μαστού, του οισοφάγου και του ήπατος να εμφανίζουν τη στενότερη συσχέτιση.

Ο βασικός παράγοντας είναι η αιθανόλη — η καθαρή μορφή αλκοόλ που περιέχεται σε όλα τα οινοπνευματώδη ποτά. Όταν ο οργανισμός διασπά την αιθανόλη, παράγεται ακεταλδεΰδη, μια τοξική ουσία που μπορεί να προκαλέσει βλάβες στο DNA. Η αιθανόλη και η ακεταλδεΰδη επηρεάζουν τα κύτταρα και το γενετικό υλικό, ενδέχεται να αλλοιώσουν τον κυτταρικό πολλαπλασιασμό και να εμποδίσουν την αποκατάσταση των βλαβών.

Η Καρίνα Φερέιρα-Μπόρχες, σύμβουλος του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) σε θέματα δημόσιας υγείας και αλκοόλ, δήλωσε στην εφημερίδα The Epoch Times ότι όλα τα οινοπνευματώδη — μπύρα, κρασί και αποστάγματα — περιέχουν αιθανόλη και συνεπώς ενέχουν κίνδυνο. Παράλληλα, ανέφερε ότι το αλκοόλ ενισχύει το οξειδωτικό στρες και τις φλεγμονές, επιδεινώνοντας τις βλάβες στο DNA, ενώ μπορεί να επηρεάσει και τα επίπεδα ορμονών όπως τα οιστρογόνα, αυξάνοντας περαιτέρω τον κίνδυνο καρκίνου του μαστού.

Καμία ασφαλής ποσότητα

Η έρευνα έχει καταδείξει ότι το αλκοόλ αποτελεί αιτιολογικό παράγοντα καρκίνου, ακόμη και σε χαμηλές ποσότητες κατανάλωσης. Ειδικότερα, έχει παρατηρηθεί ότι ακόμη και γυναίκες που καταναλώνουν λιγότερο από ένα ποτό ημερησίως διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού, σε σύγκριση με όσες δεν πίνουν καθόλου.

Η ελαφριά έως μέτρια κατανάλωση — δηλαδή λιγότερα από 20 γραμμάρια καθαρής αιθανόλης την ημέρα — εκτιμάται ότι συνδέθηκε με περίπου 23.000 νέες περιπτώσεις καρκίνου στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2017. Πάνω από το ένα τρίτο αυτών των περιπτώσεων αποδόθηκαν σε ακόμη χαμηλότερη κατανάλωση, κάτω των 10 γραμμαρίων ημερησίως.

H ενημέρωση του κοινού παραμένει περιορισμένη

Παρά τα σαφή επιστημονικά ευρήματα, η ενημέρωση του κοινού για τη σχέση μεταξύ αλκοόλ και καρκίνου παραμένει περιορισμένη. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, το ποσοστό των ερωτηθέντων που γνώριζαν ότι το αλκοόλ αυξάνει τον κίνδυνο καρκίνου ήταν υψηλότερο για τα αποστάγματα (31%) και χαμηλότερο για την μπύρα και το κρασί. Μερικοί, μάλιστα, πίστευαν ότι το αλκοόλ προσφέρει προστασία ή τουλάχιστον δεν προκαλεί βλάβη.

Ως απάντηση στο έλλειμμα ενημέρωσης, η Φερέιρα-Μπόρχες υποστήριξε την ανάγκη για σαφείς και ορατές προειδοποιήσεις στις ετικέτες των αλκοολούχων ποτών, ανάλογες με εκείνες των προϊόντων καπνού. Τόνισε επίσης την ανάγκη για αυστηρότερη ρύθμιση της επιρροής της βιομηχανίας αλκοόλ στη χάραξη πολιτικής και την επιστημονική έρευνα, επισημαίνοντας ότι οι κυβερνήσεις οφείλουν να θέσουν την υγεία των πολιτών πάνω από τα οικονομικά συμφέροντα.

Πρόσθεσε, τέλος, ότι και οι επαγγελματίες υγείας θα πρέπει να ενημερώνουν το κοινό για τους κινδύνους της ακόμη και μέτριας κατανάλωσης, με την προϋπόθεση ότι έχουν την απαραίτητη καθοδήγηση και υποστήριξη.

Η άνοδος των εναλλακτικών επιλογών

Καθώς αυξάνεται η ευαισθητοποίηση για τις βλαβερές επιπτώσεις του αλκοόλ στην υγεία, πολλοί στρέφονται πλέον σε εναλλακτικές λύσεις χωρίς αλκοόλ. Η Φερέιρα-Μπόρχες σημείωσε ότι η αγορά προσφέρει πλέον όλο και περισσότερες επιλογές, όπως ροφήματα χωρίς ζάχαρη, αφεψήματα, ανθρακούχο νερό με αρώματα, φυσικούς χυμούς, τσάι ή καφέ χωρίς προσθήκη γλυκαντικών και mocktails.

Η Άμι Μπραγκαγκνίνι, κλινική διαιτολόγος-ογκολόγος και εκπρόσωπος της Academy of Nutrition and Dietetics (Ακαδημίας Διατροφής και Διαιτολογίας) των ΗΠΑ, ανέφερε ότι βλέπει ήδη πληθώρα τέτοιων προϊόντων σε καταστήματα και ότι πολλοί από τους φίλους της τα προτιμούν στις κοινωνικές τους συναναστροφές. Όπως είπε, τα προτιμούν όχι μόνο για τη γεύση τους, αλλά και επειδή αποφεύγουν τις αρνητικές επιπτώσεις του αλκοόλ, όπως η θολούρα του μυαλού, η κακή ποιότητα ύπνου και οι πεπτικές διαταραχές.

Ανάμεσα στις προσωπικές της προτιμήσεις περιλαμβάνονται το ανθρακούχο νερό με χυμό κράνμπερι και λάιμ, τα κρασιά χωρίς αλκοόλ και οι ανθρακούχοι χυμοί, ενώ πρότεινε επίσης ροφήματα όπως το τσάι μάτσα και η μπύρα από τζίντζερ.

Συμβουλές για μια πιο εύκολη μετάβαση

Η επιλογή ενός τρόπου ζωής χωρίς οινοπνευματώδη μπορεί να αποδειχθεί δύσκολη, ακόμη και με την πληθώρα διαθέσιμων εναλλακτικών. Η Μπραγκαγκνίνι πρότεινε την αλλαγή καθημερινών συνηθειών: αν κάποιος συνηθίζει να συναντά φίλους σε μπαρ, θα μπορούσε να δοκιμάσει άλλες δραστηριότητες όπως η γιόγκα, ο κινηματογράφος ή ο περίπατος.

Για όσους καταφεύγουν σε ένα ποτήρι κρασί για να χαλαρώσουν το βράδυ, πρότεινε εναλλακτικές όπως ένα ζεστό μπάνιο, ένα φλιτζάνι τσάι ή λίγα λεπτά διαλογισμού.

Τέλος, επισήμανε ότι η κοινωνική πίεση, ιδιαίτερα στους νέους, μπορεί να δυσκολέψει την προσπάθεια. Όπως είπε, πολλά κοινωνικά περιβάλλοντα εξακολουθούν να περιστρέφονται γύρω από το αλκοόλ, ενώ είναι συχνό το φαινόμενο της πίεσης να «ανήκουμε» σε μια ομάδα. Συνέστησε να περιβάλλεται κανείς από άτομα που μοιράζονται παρόμοιες αξίες και, όταν δέχεται πίεση, να υπερασπίζεται τη στάση του με σταθερότητα και σαφήνεια.

Καταλήγοντας, υπογράμμισε πως δεν θα κατανοήσουν όλοι την απόφαση κάποιου να μην πίνει, αλλά αυτό είναι ευθύνη των άλλων — και πως είναι σημαντικό να νιώθει κανείς σίγουρος για την επιλογή του να παραμείνει υγιής και διαυγής.