Σάββατο, 30 Αυγ, 2025

Δευτερογενείς κυρώσεις σε εμπορικούς εταίρους της Ρωσίας: Οι διεθνείς αγορές και οι αντιδράσεις

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ υιοθέτησε σκληρότερη στάση απέναντι στη Ρωσία αυτή την εβδομάδα, υποσχόμενος να προμηθεύσει το Κίεβο με υπερσύγχρονο στρατιωτικό εξοπλισμό που θα χρηματοδοτηθεί από τους ευρωπαίους συμμάχους του ΝΑΤΟ.

Στις 14 Ιουλίου, απείλησε επίσης με την επιβολή δασμών έως και 100% σε χώρες που συνεχίζουν να εμπορεύονται με τη Ρωσία, ιδίως σε όσες αγοράζουν το πετρέλαιό της, εάν η Μόσχα δεν συναινέσει σε κατάπαυση του πυρός με την Ουκρανία εντός των επόμενων 50 ημερών.

Όσο κι αν η αλλαγή στάσης του Τραμπ απέναντι στη Ρωσία μπορεί να αρέσει στο διεθνές ακροατήριο, τα πράγματα μόνο απλά δεν είναι. Ο Τζούλιαν Ματενιέ, οικονομολόγος των αγορών πετρελαίου στην αμερικανική Energy Intelligence, δήλωσε στην Epoch Times: «Δευτερογενείς κυρώσεις σε κράτη που εξαρτώνται από ρωσικές εισαγωγές πετρελαίου θα μπορούσαν να κοστίσουν στη Ρωσία σχεδόν 200 δισ. δολάρια σε έσοδα, εάν εφαρμοστούν και τηρηθούν στο έπακρο».

Ωστόσο, αυτό συνιστά μεγάλο «αν». Ο Τραμπ, ο οποίος επανεκλέχθηκε με υποσχέσεις για άμεση λήξη του πολέμου Ρωσίας–Ουκρανίας, απηύθυνε το τελεσίγραφό του σε συνάντηση με τον Γενικό Γραμματέα του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε στην Ουάσιγκτον στις 14 Ιουλίου.

Μιλώντας σε δημοσιογράφους την επόμενη ημέρα, ο Ρούτε προειδοποίησε πως χώρες που εξακολουθούν να συναλλάσσονται με τη Ρωσία κινδυνεύουν να πληγούν σοβαρά, εάν ο Τραμπ υλοποιήσει την απειλή του: «Αν ζείτε σήμερα στο Πεκίνο, στο Νέο Δελχί ή είστε πρόεδρος της Βραζιλίας, καλό είναι να λάβετε υπόψη το ενδεχόμενο, διότι αυτό μπορεί να σας χτυπήσει πολύ σκληρά», ανέφερε ο επικεφαλής του ΝΑΤΟ μετά από συνάντηση με Αμερικανούς γερουσιαστές.

«Παρακαλώ, κάντε το τηλεφώνημα στον Βλαντίμιρ Πούτιν και πείτε του ότι πρέπει να σοβαρευτεί στις ειρηνευτικές συνομιλίες», πρόσθεσε. «Διαφορετικά, οι συνέπειες θα είναι μαζικές για Βραζιλία, Ινδία και Κίνα» είπε.

Όπως η Ρωσία, τα τρία κράτη που ανέφερε ο Ρούτε είναι ιδρυτικά μέλη του σχήματος BRICS, με την Κίνα και την Ινδία να αποτελούν πλέον τους δύο μεγαλύτερους εισαγωγείς ρωσικού πετρελαίου.

Τον περασμένο μήνα, η Βραζιλία ήταν ο τρίτος μεγαλύτερος αγοραστής ρωσικών πετρελαϊκών προϊόντων παγκοσμίως, μετά την Τουρκία και την Κίνα, σύμφωνα με το Κέντρο Ερευνών για την Ενέργεια και τον Καθαρό Αέρα, που εδρεύει στο Ελσίνκι.

Δευτερογενείς κυρώσεις

Από την εισβολή της Ρωσίας στην ανατολική Ουκρανία στις αρχές του 2022, οι ΗΠΑ και η Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν επιβάλει αλλεπάλληλα πακέτα κυρώσεων σε ρωσικές επιχειρήσεις και συμφέροντα.

Στις 18 Ιουλίου, τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. συμφώνησαν σε ένα 18ο πακέτο κυρώσεων, με μέτρα που στοχεύουν ειδικά τον ενεργειακό τομέα της Ρωσίας. Ωστόσο, τόσο οι Βρυξέλλες όσο και η Ουάσιγκτον μέχρι σήμερα απέφυγαν να επιβάλουν κυρώσεις σε τρίτες χώρες που συνεχίζουν το εμπόριο με τη Ρωσία. Αυτό επέτρεψε στη Μόσχα να εισπράξει εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια από πωλήσεις πετρελαίου σε φιλικούς αγοραστές, κυρίως την Κίνα και την Ινδία.

Παρά τις κυρώσεις, το ρωσικό πετρέλαιο ουδέποτε εξαφανίστηκε από τις αγορές, όπως σημείωσε στην Epoch Times η Κάρολ Νάκλεϊ, ιδρύτρια και διευθύνουσα σύμβουλος της βρετανικής συμβουλευτικής Crystal Energy.

«Η επιβολή νέων κυρώσεων στη Ρωσία θα έχει σίγουρα κάποιες αρνητικές οικονομικές συνέπειες, όμως δεν θα την καταστρέψει» δήλωσε.

Η Νάκλεϊ παρατήρησε: «Ο νέος γύρος κυρώσεων ενδεχομένως να αποθαρρύνει κάποιους αγοραστές, αλλά άλλοι δύσκολα θα πτοηθούν».

Η επιβολή δασμών στους βασικούς εμπορικούς εταίρους της Ρωσίας –πρακτική γνωστή ως δευτερογενείς κυρώσεις– θα συνιστούσε σημαντική μεταστροφή πολιτικής.

Στις 15 Ιουλίου, ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ υποβάθμισε την απειλή Τραμπ για δευτερογενείς κυρώσεις, εάν η Μόσχα δεν ανταποκριθεί στο τελεσίγραφο των 50 ημερών για κατάπαυση του πυρός.

«Ο αριθμός των κυρώσεων που έχουν ανακοινωθεί εις βάρος μας είναι ήδη άνευ προηγουμένου», δήλωσε σε σχόλια που επικαλείται το ρωσικό πρακτορείο TASS. «Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι θα τα καταφέρουμε» είπε.

Ο Λαβρόφ πρόσθεσε: «Οι κυρώσεις μόλις επιβλήθηκαν από την Ευρωπαϊκή Ένωση και καταβάλλονται προσπάθειες να εμπλακούν και οι Ηνωμένες Πολιτείες σε αυτό».

Από την επάνοδό του στον Λευκό Οίκο τον Ιανουάριο, ο Τραμπ έχει συνομιλήσει τηλεφωνικά αρκετές φορές με τον Βλαντίμιρ Πούτιν, προσπαθώντας να εξομαλύνει τις σχέσεις και να εξασφαλίσει κατάπαυση του πυρός.

Ωστόσο, η Μόσχα αντιστέκεται έως τώρα στα αιτήματα του Τραμπ για άνευ όρων εκεχειρία στην Ουκρανία, όπου τα ρωσικά στρατεύματα συνεχίζουν να καταγράφουν εδαφικά κέρδη.

Μιλώντας στο TASS στις 15 Ιουλίου, ο Μαλέκ Ντούντικοφ, διακεκριμένος πολιτικός αναλυτής στη Ρωσία, εκτίμησε πως η απειλή Τραμπ για επιβολή δευτερογενών κυρώσεων πρέπει να ερμηνευθεί κυρίως ως: «Μια προσπάθεια να αποκρούσει τις πιέσεις των “γερακιών” στην Ουάσιγκτον. Ο Τραμπ θα το χρησιμοποιήσει ως διαπραγματευτικό μοχλό και τίποτε παραπάνω», δήλωσε ο Ντούντικοφ στο πρακτορείο.

Σταθερότητα στις αγορές

Την ίδια στιγμή, οι διεθνείς χρηματαγορές παρέμειναν ατάραχες μετά την προειδοποίηση του Τραμπ προς τη Μόσχα, με τις τιμές του πετρελαίου να σημειώνουν ελαφρά πτώση αμέσως μετά την ανακοίνωση.

Ο Ματενιέ σχολίασε: «Μέχρι στιγμής, οι traders αδιαφόρησαν για την ανακοίνωση, καθώς ο Τραμπ αλλάζει συχνά γνώμη».

Οι αγορές αναδεικνύουν επίσης τον κίνδυνο να υπάρξει το αντίθετο αποτέλεσμα στις τιμές πετρελαίου, κάτι που ο πρόεδρος Τραμπ επιδιώκει να αποφύγει, κρατώντας τις χαμηλές.

«Το αν οι μεγάλοι αγοραστές –όπως η Κίνα, η Ινδία και η Τουρκία– σπεύσουν να ενισχύσουν τις αγορές ρωσικού πετρελαίου τις προσεχείς εβδομάδες για να αυξήσουν τα αποθέματα εντός του χρονικού πλαισίου των 50 ημερών, θα είναι το βασικό σημείο προς παρακολούθηση», εξήγησε. «Κίνα και Ινδία εισάγουν περίπου 2 εκατ. βαρέλια ρωσικού αργού ημερησίως, ενώ η Τουρκία περίπου 300.000 βαρέλια. Και αγοράζουν σε έκπτωση», πρόσθεσε. «Αν τους αποτρέψετε από αυτό, θα στραφούν αλλού και πιθανότατα το κόστος προμήθειας θα αυξηθεί», υπογράμμισε, ακόμη κι αν οι χώρες του σχήματος OPEC Plus επαναφέρουν την προσφορά ταχύτερα απ’ ό,τι αναμενόταν.

Η OPEC Plus ιδρύθηκε το 2016 και περιλαμβάνει τα 12 μέλη του Οργανισμού Πετρελαιοεξαγωγικών Κρατών, καθώς και 10 ακόμη πετρελαιοπαραγωγές χώρες, ανάμεσά τους και η Ρωσία.

Επιπλέον, ο Ματενιέ σημείωσε: «Η Κίνα ενδεχομένως να αδιαφορήσει πλήρως για τις αμερικανικές κυρώσεις και να συνεχίσει τις αγορές αργού, ακόμη κι αν η Ινδία και η Τουρκία σταματήσουν. Αυτό θα σήμαινε ότι μεγαλύτεροι όγκοι θα κατευθυνθούν στην Κίνα με μεγαλύτερη έκπτωση».

Στις 17 Ιουλίου, ο Ινδός υπουργός Πετρελαίου Χαρντίπ Σινγκ Πούρι απέρριψε τις ενδεχόμενες επιπτώσεις δευτερογενών κυρώσεων από τον Τραμπ κατά της χώρας του: «Δεν ανησυχώ καθόλου», δήλωσε ο Πούρι. «Αν συμβεί κάτι, θα το διαχειριστούμε. Η Ινδία έχει διαφοροποιήσει τις πηγές εφοδιασμού και πλέον προμηθευόμαστε πετρέλαιο από περίπου 40 χώρες, ενώ παλαιότερα ο αριθμός ήταν 27».

Εκπρόσωπος του Υπουργείου Εξωτερικών της Ινδίας τόνισε ότι η στρατηγική ενεργειακών προμηθειών του Νέου Δελχί καθορίζεται κυρίως από «την προσφορά που υπάρχει στη διεθνή αγορά και τις επικρατούσες διεθνείς συνθήκες».

Με πληροφορίες από το Reuters

Δεκάδες νεκροί σε νέο κύμα διαθρησκευτικής βίας στη Συρία

Τουλάχιστον 30 άνθρωποι σκοτώθηκαν και δεκάδες τραυματίστηκαν σε νέα έκρηξη διαθρησκευτικών συγκρούσεων στη Σουέιντα, περιοχή με πλειοψηφία Δρούζων στη νότια Συρία, σύμφωνα με ανακοίνωση του υπουργείου Εσωτερικών της χώρας.

Το υπουργείο απέδωσε τα αιματηρά επεισόδια στην απουσία αρμόδιων κρατικών θεσμών, γεγονός που έχει οδηγήσει σε ολοένα εντεινόμενο χάος και κατάρρευση της ασφάλειας στην περιοχή. Επεσήμανε μάλιστα ότι η τοπική κοινωνία αδυνατεί πλέον να ελέγξει την κρίση, ενώ «ο αριθμός των θυμάτων αυξάνεται και απειλείται άμεσα η πολιτική ειρήνη στην περιοχή», όπως αναφέρει σχετική ανακοίνωση που μεταδόθηκε από το κρατικό πρακτορείο Sana.

Όπως μεταδίδει το ίδιο πρακτορείο, το υπουργείο Εσωτερικών, σε συντονισμό με το υπουργείο Άμυνας, ετοιμάζει άμεση παρέμβαση προκειμένου «να τερματιστεί η σύγκρουση και να αποκατασταθεί η ασφάλεια». Το υπουργείο κάλεσε όλες τις πλευρές «να συνεργαστούν με τις δυνάμεις εσωτερικής ασφάλειας, να επιδείξουν αυτοσυγκράτηση και να συμβάλουν στις προσπάθειες αποκλιμάκωσης».

Με ξεχωριστή ανακοίνωση, επίσης μέσω του πρακτορείου Sana, στις 14 Ιουλίου, το υπουργείο Άμυνας γνωστοποίησε πως έχει ήδη αναπτύξει εξειδικευμένες μονάδες του στρατού στις πληγείσες ζώνες.

Το Συριακό Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΣΠΑΑ) ανέφερε ότι τα πρώτα επεισόδια ξέσπασαν στις 13 Ιουλίου μεταξύ ένοπλων Δρούζων κατοίκων και Βεδουίνων, στην περιοχή αλ Μουκάουας της Σουέιντα.

Σύμφωνα με το Παρατηρητήριο, «λίγες ημέρες νωρίτερα, ένας ντόπιος δέχθηκε επίθεση και ξυλοκοπήθηκε σε αυτοσχέδιο σημείο ελέγχου που είχαν στήσει Βεδουίνοι», προκαλώντας την οργισμένη αντίδραση της τοπικής κοινωνίας.

Η ένταση κορυφώθηκε στις 13 Ιουλίου όταν Βεδουίνοι έστησαν νέο σημείο ελέγχου στην αλ Μουκάουας και προχώρησαν σε κρατήσεις ντόπιων, όπως ανέφεραν πηγές του Παρατηρητηρίου, από όπου προέρχεται και η πληροφορία  ότι τοπικοί ηγέτες διεξάγουν διαπραγματεύσεις προκειμένου «να αποκλιμακωθεί η ένταση και να απελευθερωθούν οι κρατούμενοι».

Ακολούθως, το Παρατηρητήριο μετέδωσε ότι το υπουργείο Άμυνας έστειλε στην περιοχή μεγάλα στρατιωτικά κομβόι, εξοπλισμένα με διάφορα οπλικά συστήματα και δεκάδες στρατιώτες, για την ενίσχυση των σημείων ελέγχου, τα οποία είχαν δεχθεί επιθέσεις. Σύμφωνα με την ίδια πηγή, μέρος αυτών των δυνάμεων συμμετέχει ήδη στις μάχες κατά των ένοπλων Δρούζων, με τον συνολικό αριθμό των νεκρών να φθάνει τους 37 – μεταξύ των οποίων και δύο ανήλικοι.

Η Epoch Times δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει ανεξάρτητα τις παραπάνω πληροφορίες.

Αλαουίτες επιχειρούν να περάσουν στον Λίβανο, μετά από τη μαζικές δολοφονίες ομοθρήσκων τους στη Δυτική Συρία, στις 11 Μαρτίου 2025.(Mohamed Azakir/Reuter)

 

Τα τελευταία κρούσματα βίας εντάσσονται σε μια ανησυχητική αύξηση των διαθρησκευτικών συγκρούσεων στη μετα-Άσαντ Συρία, με αιματηρά επεισόδια να ξεσπούν κατ’ επανάληψη από την ανατροπή του Μπασάρ αλ Άσαντ στα τέλη του περασμένου έτους.

Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό του Απριλίου, όταν ξέσπασαν σφοδρές μάχες μεταξύ ένοπλων σουνιτών και ένοπλων Δρούζων κατοίκων στην Τζερεμάνα, πόλη Δρούζων και χριστιανών κοντά στη Δαμασκό, μετά τη δολοφονία στελέχους του υπουργείου Άμυνας από αγνώστους σε σημείο ελέγχου.

Οι ταραχές κλιμακώθηκαν ύστερα από ξεχωριστή επίθεση σε τοπικό αστυνομικό τμήμα. Η κρίση εκτονώθηκε τελικά με την αποστολή στρατιωτικών ενισχύσεων και διαβουλεύσεις μεταξύ στελεχών ασφαλείας και τοπικών ηγετών.

Τον περασμένο Δεκέμβριο, το καθεστώς Άσαντ κατέρρευσε έπειτα από επίθεση ανταρτών υπό τουρκική αιγίδα και επικεφαλής την οργάνωση Χαγιάτ Ταχρίρ αλ Σαμ, η οποία διατηρεί δεσμούς με το ISIS και την αλ Κάιντα.

Ο επικεφαλής της ΧΤαΣ, Αχμέντ αλ Σαράα, υπηρετεί σήμερα ως μεταβατικός πρόεδρος της Συρίας. Καθώς η ΧΤαΣ εδραιώνει την εξουσία της, εντείνονται οι φόβοι για θρησκευτικές διώξεις εναντίον μειονοτήτων όπως οι Δρούζοι, οι χριστιανοί και οι αλαουίτες.

Τον Μάρτιο, σύμφωνα με δημοσιεύματα, σουνίτες μαχητές στη Λαττάκεια διέπραξαν σφαγές εναντίον εκατοντάδων αλαουιτών, ενώ τον προηγούμενο μήνα, βομβιστής αυτοκτονίας σκότωσε περισσότερους από 20 χριστιανούς σε εκκλησία στη Δαμασκό – επίθεση που η νέα ηγεσία της Συρίας απέδωσε στο ISIS.

Στις 14 Ιουλίου, η εφημερίδα Times of Israel μετέδωσε πως οι ισραηλινές ένοπλες δυνάμεις εξαπέλυσαν πλήγματα σε αρκετά άρματα μάχης κοντά στο χωριό Σάμι της Σουέιντα.

Δεν είναι σαφές εάν τα πλήγματα σχετίζονται με τα πρόσφατα επεισόδια βίας.

Αξίζει να σημειωθεί ότι το Ισραήλ είχε στείλει στρατεύματα στη νότια Συρία αμέσως μετά την ανατροπή Άσαντ, προσφέροντας στο παρελθόν προστασία στους Δρούζους της Συρίας έναντι των νέων σουνιτών ισλαμιστών κυβερνώντων.

Ο Οτσαλάν ανακοινώνει το τέλος του ένοπλου αγώνα του PKK και ζητά στροφή προς δημοκρατική πολιτική

Ο Αμπντουλάχ Οτσαλάν, ο επί μακρόν φυλακισμένος ηγέτης του Εργατικού Κόμματος του Κουρδιστάν (PKK), ανακοίνωσε επίσημα το τέλος της πολυετούς τρομοκρατικής εκστρατείας της οργάνωσης κατά του τουρκικού κράτους και κάλεσε σε πλήρη μετάβαση στη δημοκρατική πολιτική.

«Η φάση του ένοπλου αγώνα έχει τελειώσει», δήλωσε ο Οτσαλάν, ο οποίος κρατείται από τις τουρκικές αρχές εδώ και 25 χρόνια, σε βιντεοσκοπημένο μήνυμα που δόθηκε στη δημοσιότητα στις 9 Ιουλίου, με ημερομηνία 1η Ιουνίου. Στο ίδιο μήνυμα υπογράμμισε: «Αυτό δεν είναι ήττα, αλλά ιστορικό επίτευγμα».

Από τη δεκαετία του 1980, το PKK εμπλεκόταν σε βίαιες συγκρούσεις με το τουρκικό κράτος, με αποτέλεσμα τον θάνατο δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων, μεταξύ των οποίων και πολλοί άμαχοι. Η Τουρκία, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρωπαϊκή Ένωση χαρακτηρίζουν το PKK τρομοκρατική οργάνωση.

Ο Οτσαλάν τόνισε πως η μακρά περίοδος ένοπλης δράσης του PKK πρέπει πλέον να δώσει τη θέση της στη δημοκρατική πολιτική και το κράτος δικαίου. Το επτάλεπτο βίντεο αποτελεί την πρώτη δημόσια εμφάνισή του μετά τη σύλληψή του από τις τουρκικές αρχές, το 1999. «Ο κύριος στόχος του PKK έχει επιτευχθεί. Η ύπαρξή του αναγνωρίστηκε. Οτιδήποτε πέρα από αυτό θα ήταν ανούσια επανάληψη και αδιέξοδο», τόνισε στο μήνυμά του.

Τον Φεβρουάριο, ο Οτσαλάν είχε απευθύνει ιστορική έκκληση προς τους μαχητές του PKK να καταθέσουν τα όπλα. Τρεις μήνες αργότερα, η ηγεσία του PKK, που δρα στα βουνά του βόρειου Ιράκ, επιβεβαίωσε ότι θα συμμορφωθεί με το κάλεσμά του για αφοπλισμό.

Σε αντάλλαγμα, το PKK και το φιλοκουρδικό Κόμμα Δημοκρατικών Περιοχών (DEM) προσδοκούν από την Άγκυρα να δρομολογήσει πρόγραμμα δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων.

Το DEM, που έχει διαδραματίσει ρόλο διαμεσολαβητή μεταξύ Οτσαλάν, της ηγεσίας του PKK στο Ιράκ και των τουρκικών αρχών διευκολύνοντας την αποστράτευση, χαρακτήρισε σε πρόσφατη ανακοίνωσή του στη διαδικτυακή του πύλη τη διαδικασία «ιστορικό ορόσημο».

Το κόμμα κάλεσε επίσης τα τουρκικά πολιτικά όργανα, και ιδίως το κοινοβούλιο, να «αναλάβουν τις ευθύνες τους για τη λύση του κουρδικού ζητήματος και να επιτύχουν ουσιαστικό εκδημοκρατισμό».

Ο 75χρονος Οτσαλάν ίδρυσε το PKK το 1978 με στόχο τη δημιουργία ανεξάρτητου κουρδικού κράτους στη Μέση Ανατολή. Στην πορεία, η οργάνωση μετρίασε τη στάση της και διεκδικεί σήμερα κουρδική αυτονομία στη νοτιοανατολική Τουρκία, όπου κυριαρχεί το κουρδικό στοιχείο. Παρά την πολυετή φυλάκισή του, ο Οτσαλάν θεωρείται ακόμη ο ουσιαστικός ηγέτης του PKK.

Η διαδικασία ξεκινά στη Σουλεϊμανίγια

Σύμφωνα με το ειδησεογραφικό πρακτορείο Ruda από το Ερμπίλ, ομάδες 20 έως 30 μαχητών του PKK αναμένεται να παραδώσουν τα όπλα στην πόλη Σουλεϊμανίγια τις επόμενες ημέρες, όπως μετέδωσε στις 7 Ιουλίου. Η Σουλεϊμανίγια είναι η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της κουρδικής περιοχής του Ιράκ, κοντά στα σύνορα με το Ιράν.

Το τουρκικό κανάλι NTV μετέδωσε στις 8 Ιουλίου ότι οι μαχητές του PKK θα ξεκινήσουν την παράδοση των όπλων τους ομαδικά στη Σουλεϊμανίγια εντός της εβδομάδας. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, η διαδικασία αποστράτευσης εκτιμάται ότι θα διαρκέσει από δύο έως πέντε μήνες.

Την απόφαση για αφοπλισμό του PKK έχουν υποδεχθεί θετικά η Τουρκία, το Ιράκ, το Ιράν, καθώς και η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι Ηνωμένες Πολιτείες.

Κόσμος συγκεντρώθηκε στο Μεγάλο Τζαμί του Ντιγιάρμπακιρ για να ακούσουν τον φυλακισμένο ηγέτη του PKK Αμπντουλάχ Οτσαλάν να καλεί την ομάδα του να καταθέσει τα όπλα. Τουρκία, 27 Φεβρουαρίου 2025. (Yasin Akugl/AFP μέσω Getty Images)

 

Ο πρόεδρος της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, τη χαρακτήρισε «ιστορική ευκαιρία», ενώ εκπρόσωπος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ έκανε λόγο για «νίκη του πολιτισμού», υπενθυμίζοντας ότι η Ουάσιγκτον κατέταξε το PKK ως ξένη τρομοκρατική οργάνωση στα τέλη της δεκαετίας του 1990.

Μια ημέρα πριν τη δημοσίευση του βίντεο-μηνύματος του Οτσαλάν, ο επικεφαλής της τουρκικής υπηρεσίας πληροφοριών Ιμπραχίμ Καλίν επισκέφθηκε τη Βαγδάτη για συνομιλίες με κορυφαίους Ιρακινούς αξιωματούχους, μεταξύ αυτών και τον πρωθυπουργό.

Σύμφωνα με το τουρκικό πρακτορείο Anadolu, το επίκεντρο των συζητήσεων ήταν η επιδίωξη μιας Τουρκίας απαλλαγμένης από την τρομοκρατία, όπως περιγράφει η Άγκυρα τη διαδικασία αφοπλισμού του PKK. Την προηγούμενη εβδομάδα, ο Καλίν είχε επισκεφθεί και το Ερμπίλ, όπου συναντήθηκε με ηγετικά στελέχη της κουρδικής περιφερειακής κυβέρνησης, η οποία τάσσεται υπέρ της διαδικασίας αφοπλισμού.

Οι Χούθι υποστηρίζουν πως βύθισαν εμπορικό πλοίο στην Ερυθρά Θάλασσα

Η σιιτική οργάνωση «Ανσάρ Αλλάχ», γνωστή και ως Χούθι, ανακοίνωσε ότι βύθισε φορτηγό πλοίο με σημαία Λιβερίας, το οποίο διαχειρίζεται ελληνική εταιρεία, στην Ερυθρά Θάλασσα.

Στις 7 Ιουλίου, ο στρατιωτικός εκπρόσωπος των Χούθι, Αμίν Χαγιέν, δήλωσε: «Το πλοίο, με το όνομα Magic Seas, βυθίστηκε ολοκληρωτικά ως αποτέλεσμα επίθεσης των Χούθι». Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X, υποστήριξε ότι το πλοίο αποτέλεσε στόχο επειδή παραβίασε τη μονομερή απαγόρευση της οργάνωσης για πλοία με διασυνδέσεις με το Ισραήλ στην Ερυθρά Θάλασσα. Η Epoch Times δεν μπόρεσε να επαληθεύσει τον ισχυρισμό περί βύθισης, ούτε υπάρχουν μέχρι στιγμής ανεξάρτητες πηγές που να τον επιβεβαιώνουν.

Την ίδια ημέρα, το Κέντρο Συντονισμού Ναυτιλιακών Επιχειρήσεων του Ηνωμένου Βασιλείου (UKMTO) ανακοίνωσε ότι έλαβε αναφορές από τρίτους για επίθεση εναντίον εμπορικού πλοίου στην Ερυθρά Θάλασσα με πολλαπλούς εκτοξευτές ρουκετών από μικρά σκάφη.

Σε νεότερη ενημέρωση, το UKMTO ανέφερε: «Το πλοίο έφερε σοβαρές ζημιές, έχασε όλη τη δυνατότητα πρόωσης και βρίσκεται περικυκλωμένο από μικρά σκάφη, δεχόμενο συνεχή επίθεση». Το UKMTO δεν κατονόμασε το πλοίο ούτε τους Χούθι, ωστόσο σημείωσε πως το περιστατικό σημειώθηκε περίπου 50 ναυτικά μίλια από την παραθαλάσσια επαρχία Χοντάιντα της Υεμένης.

Σε ανακοίνωση που εκδόθηκε στις 7 Ιουλίου, η επιχείρηση «Αταλάντα» της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που αφορά τη ναυτική καταπολέμηση της πειρατείας, επιβεβαίωσε το επιτυχές συντονισμό της διάσωσης του πληρώματος του MV Magic Seas μετά από επίθεση στη νότια Ερυθρά Θάλασσα.

Επικαλούμενη το Κέντρο Ναυτικής Ασφάλειας του Ινδικού Ωκεανού της ΕΕ, η επιχείρηση ανέφερε: «Το πλοίο δέχθηκε επίθεση από πολλαπλά μικρά σκάφη που χρησιμοποίησαν διάφορα όπλα. Λόγω των ζημιών που προκλήθηκαν, ξέσπασε φωτιά στο πλοίο και το πλήρωμα αναγκάστηκε να το εγκαταλείψει». Πρόσθεσε ότι «και τα 22 μέλη του πληρώματος διασώθηκαν με την καθοδήγηση του υπεύθυνου ξηράς της εταιρείας που διαχειρίζεται παραπλέον εμπορικό πλοίο, το οποίο προέβη στη διάσωση».

Το συγκεκριμένο περιστατικό αποτελεί την πρώτη ανάλογη επίθεση εναντίον εμπορικής ναυτιλίας στην Ερυθρά Θάλασσα από τον περασμένο Νοέμβριο.

Μετά από μήνες σχετικής ηρεμίας, η επανέναρξη των επιθέσεων στην περιοχή ισοδυναμεί με «νέα παραβίαση του διεθνούς δικαίου και της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας», όπως τόνισε στις 8 Ιουλίου ο Αρσένιο Ντομίνγκες, γενικός γραμματέας του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού του ΟΗΕ αναφέροντας χαρακτηριστικά: «Αθώοι ναυτικοί και ντόπιοι πληθυσμοί αποτελούν τα κύρια θύματα αυτών των επιθέσεων και της ρύπανσης που προκαλούν».

Από τα τέλη του 2023, όταν ξεκίνησαν οι στρατιωτικές επιχειρήσεις του Ισραήλ στη Λωρίδα της Γάζας, οι Χούθι εξαπολύουν κατά διαστήματα επιθέσεις σε πλοία που κατευθύνονται προς το Ισραήλ στην Ερυθρά Θάλασσα, προκαλώντας διαταραχές στο παγκόσμιο εμπόριο.

Πριν από την έναρξη των επιθέσεων, εκτιμάται πως από την Ερυθρά Θάλασσα, μέσω της Διώρυγας του Σουέζ, διέρχονταν περίπου το 12% του παγκόσμιου εμπορικού τζίρου και σχεδόν το 30% όλων των εμπορευματοκιβωτίων. Οι επανειλημμένες επιθέσεις των Χούθι από το 2023 και έπειτα έχουν οδηγήσει στη μείωση της εμπορικής κίνησης, καθώς διεθνείς ναυτιλιακές εταιρείες υποχρεώθηκαν να εκτρέψουν μεγάλο μέρος των φορτίων τους.

Πυρκαγιές ξεσπούν σε εργοστάσιο τσιμέντου στην Υεμένη μετά τις αεροπορικές επιδρομές που πραγματοποίησε ο ισραηλινός στρατός κατά του λιμανιού της Χοντέιντα, στις 5 Μαΐου 2025. (Al-Masirah TV/Handout μέσω Reuters)

 

Στις 8 Ιουλίου, αντιπροσωπεία της Λιβερίας στον ΟΗΕ ανέφερε ότι δύο μέλη πληρώματος σε άλλο εμπορικό πλοίο με σημαία Λιβερίας και ελληνική διαχείριση, το Eternity Sea, σκοτώθηκαν σε παρόμοια επίθεση στα ανοιχτά της δυτικής Υεμένης. Μέχρι τη στιγμή της δημοσίευσης, οι Χούθι δεν είχαν αναλάβει την ευθύνη για το προαναφερθέν περιστατικό.

Στις 7 Ιουλίου, το Ισραήλ πραγματοποίησε για πρώτη φορά μετά από σχεδόν έναν μήνα πλήγματα σε στόχους των Χούθι στην Υεμένη. Σύμφωνα με τον ισραηλινό στρατό, οι επιθέσεις αφορούσαν τρία λιμάνια, μεταξύ αυτών στην περιοχή Χοντάιντα, καθώς και μία ηλεκτροπαραγωγική μονάδα.

Λίγες ώρες αργότερα, οι ισραηλινές αρχές ανακοίνωσαν ότι δύο πύραυλοι εκτοξεύτηκαν από την Υεμένη προς στόχους στο Ισραήλ. Η συμφωνία κατάπαυσης του πυρός του Μαΐου μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Χούθι δεν καλύπτει τις επιθέσεις με πυραύλους των Χούθι κατά ισραηλινών στόχων.

Σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ο Αμίν Χαγιέν επιβεβαίωσε: «Η αντιαεροπορική άμυνα της οργάνωσης είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει τις ισραηλινές επιθέσεις».  

Με πληροφορίες από το Reuters

Ο Ερντογάν συναντάται με το φιλοκουρδικό κόμμα για να συζητήσει τον αφοπλισμό του PKK

Κλειστή συνάντηση με την ηγεσία του Κόμματος Δημοκρατικών Περιοχών (DEM), που στηρίζεται στους Κούρδους, πραγματοποίησε στις 7 Ιουλίου ο πρόεδρος της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, με επίκεντρο τον αφοπλισμό της τρομοκρατικής οργάνωσης Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν (PKK).

Σε ανακοίνωση που εκδόθηκε μετά, το κόμμα DEM υπογράμμισε ότι «στη συνάντηση με τον Τούρκο ηγέτη τονίστηκε η αμοιβαία βούληση για πρόοδο της διαδικασίας».

Το κόμμα, ωστόσο, δεν έδωσε περισσότερες λεπτομέρειες, ενώ ούτε το γραφείο του Ερντογάν προχώρησε σε κάποιο σχόλιο. Πρόκειται για τη δεύτερη συνάντηση της DEM με τον Ερντογάν, μετά το δημόσιο κάλεσμα του Αμπντουλάχ Οτσαλάν —του κρατούμενου ηγέτη του PKK— τον Απρίλιο, για αφοπλισμό της οργάνωσης.

Το PKK διεξάγει από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 ένοπλο αγώνα κατά του τουρκικού κράτους, προκαλώντας τον θάνατο δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων, μεταξύ των οποίων πολλοί άμαχοι. Τόσο οι Ηνωμένες Πολιτείες όσο και η Ευρωπαϊκή Ένωση χαρακτηρίζουν εδώ και χρόνια το PKK ως τρομοκρατική οργάνωση.

Την ίδια ημέρα με τη συνάντηση Ερντογάν-DEM, το πρακτορείο ειδήσεων Rudaw με έδρα το Ερμπίλ μετέδωσε ότι μία πρώτη ομάδα μαχητών του PKK, 20-30 άτομα, αναμένεται να παραδώσει τα όπλα τις επόμενες ημέρες στη Σουλεϊμανίγια του Ιράκ, αν και η εφημερίδα The Epoch Times δεν μπόρεσε να επιβεβαιώσει ανεξάρτητα την πληροφορία.

Λίγες ημέρες νωρίτερα, ο εκπρόσωπος του κυβερνώντος Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) Ομέρ Τσελίκ, είχε εκτιμήσει ότι ο αφοπλισμός της οργάνωσης μπορεί να ξεκινήσει «εντός λίγων ημερών».

Κομβικό σημείο

Τον Φεβρουάριο, ο Οτσαλάν είχε απευθύνει ιστορικό κάλεσμα στους μαχητές του PKK να καταθέσουν τα όπλα. Η ηγεσία της οργάνωσης αντέδρασε θετικά, επιβεβαιώνοντας εκ νέου τις προθέσεις της σε έκτακτο συνέδριο τον Μάιο.

Ως αντάλλαγμα για τον αφοπλισμό, τόσο το PKK όσο και το κόμμα DEM ζητούν από την Άγκυρα να ξεκινήσει πρόγραμμα δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων. Σύμφωνα με δήλωση του DEM, «σε αυτό το ιστορικά κομβικό σημείο, όλα τα δημοκρατικά πολιτικά θεσμικά όργανα, και πρωτίστως η Τουρκική Εθνοσυνέλευση, καλούνται να αναλάβουν τις ευθύνες τους για την επίλυση του Κουρδικού και την ουσιαστική εκδημοκράτιση της Τουρκίας».

Ως τρίτο μεγαλύτερο κόμμα της χώρας, το DEM διαδραματίζει κομβικό ρόλο ως μεσολαβητής μεταξύ του Οτσαλάν, της ηγεσίας του PKK στο Ιράκ και των τουρκικών αρχών.

Υποστηρικτές του PKK κρατούν μια εικόνα του φυλακισμένου ηγέτη του, Αμπντουλάχ Οτσαλάν, σε συγκέντρωση όπου ακούστηκε ζωντανά η δήλωσή του, στο Ντιγιάρμπακιρ. Τουρκία, 27 Φεβρουαρίου 2025. (Metin Yoksu/AP)

 

Στις 6 Ιουλίου, η ηγεσία του DEM επισκέφθηκε τον Οτσαλάν, ο οποίος με δήλωσή του επισήμανε ότι αποδίδει «ιδιαίτερη βαρύτητα» στη συνάντηση με τον Ερντογάν, τη χαρακτηρίζοντας «ιστορική». Την ίδια ώρα, η Άγκυρα αντιμετωπίζει τον αφοπλισμό του PKK ως εκστρατεία εξάλειψης της τρομοκρατίας και όχι ως «ειρηνευτική διαδικασία» με την τρομοκρατική οργάνωση.

Ο Οτσαλάν, που ίδρυσε το PKK το 1978 για να διεκδικήσει τη δημιουργία κουρδικού κράτους, αργότερα επεδίωξε καθεστώς αυτονομίας για τους Κούρδους στη νοτιοανατολική Τουρκία. Από τη σύλληψή του το 1999 παραμένει στη φυλακή, ωστόσο εξακολουθεί να θεωρείται de facto ηγέτης του PKK.

Η Άγκυρα, οι ΗΠΑ, η ΕΕ και χώρες της περιοχής υποδέχθηκαν το κάλεσμα του PKK για αφοπλισμό ως «ιστορική ευκαιρία». Ο εκπρόσωπος του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών, Τόμας Πίγκοτ, χαρακτήρισε την απόφαση «νίκη του πολιτισμού», εκφράζοντας την ελπίδα για μεγαλύτερη σταθερότητα στην περιοχή.

Ωστόσο, ο Ερντογάν παραδέχθηκε σε δηλώσεις του στις 30 Ιουνίου στο κρατικό πρακτορείο ειδήσεων Anadolu ότι η διαδικασία αφοπλισμού συναντά αντιξοότητες, τονίζοντας πως «ορισμένα στοιχεία» εντός Τουρκίας και PKK «δυσχεραίνουν με σαμποτάζ» την πρόοδο.

Δεν δόθηκαν περαιτέρω πληροφορίες για τα εν λόγω στοιχεία ούτε αποκαλύφθηκαν ονόματα.

Με πληροφορίες από το Reuters

Κλιμακώνονται οι εντάσεις μεταξύ Ρωσίας και Αζερμπαϊτζάν μετά από αμοιβαίες συλλήψεις

Οι ήδη τεταμένες σχέσεις μεταξύ Μόσχας και Μπακού επιδεινώθηκαν περαιτέρω αυτή την εβδομάδα, μετά τη σύλληψη δύο δημοσιογράφων του ρωσικού κρατικού πρακτορείου Sputnik και αρκετών ακόμη Ρώσων υπηκόων από τις αρχές του Αζερμπαϊτζάν.

Ως απάντηση, το ρωσικό υπουργείο Εξωτερικών κάλεσε τον πρέσβη του Αζερμπαϊτζάν στη Μόσχα, εκφράζοντας τη δυσαρέσκειά του για τις, κατά την ίδια πηγή, «μη φιλικές ενέργειες» του Μπακού και την «παράνομη κράτηση Ρώσων δημοσιογράφων», σύμφωνα με όσα μετέδωσε το πρακτορείο TASS.

Οι συλληφθέντες κατηγορούνται για συνωμοσία με σκοπό την απάτη και για ξέπλυμα χρήματος – αδικήματα που επισύρουν πολυετείς ποινές κάθειρξης.

Ο Μάθιου Μπράιζα, πρώην Αμερικανός διπλωμάτης και πρεσβευτής στην πρωτεύουσα του Αζερμπαϊτζάν την περίοδο 2011–2012, φέρεται να δήλωσε στην εφημερίδα The Epoch Times ότι η κυβέρνηση του Αζερμπαϊτζάν προχώρησε στο κλείσιμο των γραφείων του Sputnik, χαρακτηρίζοντάς το «ρωσικό προπαγανδιστικό μέσο».

Σύμφωνα με τον Μπράιζα, εξετάζεται ή έχει ήδη αποφασιστεί και το κλείσιμο όλων των ρωσόφωνων σχολείων στη χώρα. Όπως επισήμανε, μια τέτοια εξέλιξη θα είχε βαρύνουσα σημασία, καθώς η Μόσχα έχει ιστορικά επικαλεστεί την ανάγκη προστασίας των ρωσόφωνων πληθυσμών για να δικαιολογήσει επεμβάσεις, είτε με μέσα υβριδικού πολέμου, όπως στις Βαλτικές χώρες, είτε με ανοιχτές πολεμικές επιχειρήσεις, όπως στην Ουκρανία.

Ο ίδιος διπλωμάτης υποστήριξε ότι οι εντάσεις μεταξύ των δύο κρατών εντείνονται διαρκώς.

Η κλιμάκωση ξεκίνησε λίγες ημέρες αφότου οι ρωσικές αρχές προχώρησαν στη σύλληψη αρκετών πολιτών ρωσικής υπηκοότητας αζερικής καταγωγής στην πόλη Γεκατερίνμπουργκ, με την κατηγορία της συμμετοχής σε οργανωμένο έγκλημα και ανθρωποκτονίες. Δύο από τους συλληφθέντες φέρεται να πέθαναν υπό κράτηση. Οι ρωσικές αρχές απέδωσαν τον έναν θάνατο σε καρδιακή ανεπάρκεια, ενώ ο δεύτερος τελεί υπό διερεύνηση.

Το υπουργείο Εσωτερικών του Αζερμπαϊτζάν εξέδωσε στις 28 Ιουνίου ανακοίνωση καταδικάζοντας τις συλλήψεις και αποδίδοντας σε αυτές τους θανάτους των δύο ομοεθνών. Απαίτησε επίσης από τη ρωσική πλευρά να αποδώσει ευθύνες στους υπαιτίους «της απαράδεκτης αυτής βίας».

Τα δύο πτώματα επαναπατρίστηκαν και κρατικός ιατροδικαστής στο Αζερμπαϊτζάν ισχυρίστηκε ότι οι νεκροί έφεραν σημάδια ξυλοδαρμού. Η ρωσική κυβέρνηση δεν έχει σχολιάσει μέχρι στιγμής τις καταγγελίες αυτές.

Παράλληλα με τις συλλήψεις Ρώσων πολιτών, το Μπακού προχώρησε σε σειρά άλλων μέτρων αντίποινων, μεταξύ των οποίων η ακύρωση προγραμματισμένης επίσκεψης κοινοβουλευτικής αντιπροσωπείας στη Μόσχα και η ματαίωση όλων των ρωσικών πολιτιστικών εκδηλώσεων στη χώρα, όπως συναυλίες, φεστιβάλ και εκθέσεις, σύμφωνα με ανακοίνωση του υπουργείου Πολιτισμού στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Άποψη από το Μπακού του Αζερμπαϊτζάν, στις 10 Νοεμβρίου 2024. (Sean Gallup/Getty Images)

 

Σε ερώτηση για τις εξελίξεις, εκπρόσωπος του Κρεμλίνου φέρεται να εξέφρασε τη λύπη της ρωσικής κυβέρνησης για τις αποφάσεις αυτές, σημειώνοντας ότι οι συλλήψεις στη Γεκατερίνμπουργκ αφορούσαν καθαρά ζητήματα αστυνομικής φύσης και δεν θα έπρεπε να αποτελέσουν αφορμή για τέτοιες αντιδράσεις.

Ο ειδικός σε ευρασιατικές υποθέσεις Φερίτ Τεμούρ, μιλώντας επίσης στην Epoch Times, υποστήριξε ότι οι διμερείς σχέσεις είχαν ήδη διαταραχθεί από τον Δεκέμβριο του 2023, όταν αεροσκάφος πολιτικής αεροπορίας του Αζερμπαϊτζάν φέρεται να χτυπήθηκε από ρωσικά αντιαεροπορικά πυρά, κατά λάθος, πάνω από ρωσικό εναέριο χώρο, πριν συντριβεί στο έδαφος του Καζακστάν.

Ο Τεμούρ ανέφερε ότι από τότε Ρώσοι και Αζέροι αξιωματούχοι ασφαλείας ξεκίνησαν κύμα αμοιβαίων επιχειρήσεων κατά δημοσιογράφων και πολιτών αλλοδαπής προέλευσης. Όπως είπε, οι διπλωματικές διαμαρτυρίες συνεχίζονται σε ανώτατο επίπεδο, με το Μπακού να κατηγορεί ρωσικά μέσα ενημέρωσης για κατασκοπεία και να λαμβάνει μέτρα εναντίον τους.

Η αεροπορική τραγωδία αναταράσσει τις σχέσεις

Το Αζερμπαϊτζάν, πρώην σοβιετική δημοκρατία στον Νότιο Καύκασο, διατηρούσε έως πρόσφατα φιλικές σχέσεις με τη Ρωσία. Η Μόσχα διαδραμάτιζε συχνά ρόλο διαμεσολαβητή στην πολύχρονη εδαφική διαμάχη του Μπακού με την Αρμενία, με τις δύο χώρες να είναι μέλη της Κοινοπολιτείας Ανεξαρτήτων Κρατών, μιας ρωσοκεντρικής περιφερειακής συμμαχίας.

Η εκπρόσωπος του ρωσικού υπουργείου Εξωτερικών, Μαρία Ζαχάροβα, δήλωσε στις 3 Ιουλίου ότι Ρωσία και Αζερμπαϊτζάν εξακολουθούν να διατηρούν «στρατηγική συμμαχία», σημειώνοντας πως οι σχέσεις αυτές εδράζονται σε κοινό ιστορικό παρελθόν από την εποχή της ΕΣΣΔ. Οι δύο χώρες έχουν επίσης ανεπτυγμένους εμπορικούς δεσμούς, με το Αζερμπαϊτζάν να αποτελεί σημαντικό διάδρομο μεταφοράς ρωσικών εμπορευμάτων προς Ιράν και Μέση Ανατολή.

Ωστόσο, οι σχέσεις δέχθηκαν ισχυρό πλήγμα τον περασμένο Δεκέμβριο, όταν αεροσκάφος από το Μπακού με προορισμό το Γκρόζνι συνετρίβη στο Καζακστάν, με αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους 38 άνθρωποι. Το Αζερμπαϊτζάν υποστήριξε ότι το αεροσκάφος επλήγη κατά λάθος από ρωσικά αντιαεροπορικά πυρά. Ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν φέρεται να εξέφρασε «συλλυπητήρια» για το περιστατικό, χωρίς ωστόσο να αναλάβει επίσημα την ευθύνη. Η πλευρά του Μπακού κατηγόρησε τη Μόσχα ότι υποβάθμισε το γεγονός.

Έκθεση των αρχών του Καζακστάν τον Φεβρουάριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το αεροσκάφος είχε υποστεί εκτεταμένες εξωτερικές ζημιές, χωρίς να αποδίδει την ευθύνη με σαφήνεια.

Ειδικοί εργάζονται στο σημείο συντριβής του επιβατηγού αεροσκάφους της Azerbaijan Airlines. Ακτάου του δυτικού Καζακστάν, στις 25 Δεκεμβρίου 2024. (Issa Tazhenbayev/AFP μέσω Getty Images)

 

Γεωπολιτικές ανακατατάξεις

Οι διμερείς σχέσεις επιδεινώθηκαν περαιτέρω την άνοιξη. Ο πρόεδρος Ιλχάμ Αλίγιεφ δεν παρέστη στη στρατιωτική παρέλαση για την Ημέρα της Νίκης στη Μόσχα, ενώ λίγες εβδομάδες αργότερα η Μόσχα φέρεται να δυσανασχέτησε για την επίσκεψη του υπουργού Εξωτερικών της Ουκρανίας στο Μπακού.

Ο Μάθιου Μπράιζα υπενθύμισε ότι μέχρι τα τέλη του 2024 οι σχέσεις Πούτιν και Αλίγιεφ χαρακτηρίζονταν ως ιδιαίτερα στενές, ωστόσο το περιστατικό της κατάρριψης του αεροσκάφους, το οποίο ο Αλίγιεφ φέρεται να θεώρησε προσβλητικό και ανεπαρκώς διαχειρισμένο από τη ρωσική πλευρά, αποτέλεσε το σημείο καμπής.

Σύμφωνα με τον Αμερικανό διπλωμάτη, οι θάνατοι δύο Αζέρων πολιτών υπό κράτηση στη Ρωσία όξυναν περαιτέρω την οργή του Αζέρου προέδρου.

Παράλληλα, σημείωσε, η Αρμενία απομακρύνεται από τη Ρωσία και ενισχύει τις σχέσεις της με τη Δύση, την ώρα που το Αζερμπαϊτζάν βαθαίνει τη συνεργασία του με την Τουρκία.

Ο Τεμούρ αποδίδει τη ρήξη σε στρατηγική στροφή του Αζερμπαϊτζάν στην εξωτερική πολιτική του, με υποστήριξη –εν μέρει– από το Ισραήλ, στοιχείο που, όπως εκτιμά, συνιστά απειλή για τη Ρωσία και το Ιράν.

Την 1η Ιουλίου, ανώτατος αξιωματούχος του ρωσικού υπουργείου Εξωτερικών, ο Ντμίτρι Μαζιούκ, φέρεται να προειδοποίησε για «ενεργές προσπάθειες κάποιων δυνάμεων» να υπονομεύσουν τις ρωσο-αζερικές σχέσεις, χωρίς να κατονομάσει ποιους εννοούσε.

Προς αφοπλισμό το PKK έπειτα από δεκαετίες ένοπλης δράσης, δηλώνει η τουρκική κυβέρνηση

Το Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν (PKK) ενδέχεται να ξεκινήσει την παράδοση του οπλισμού του εντός των επόμενων ημερών, στο πλαίσιο μιας ιστορικής συμφωνίας αφοπλισμού που επιτεύχθηκε νωρίτερα φέτος, σύμφωνα με δηλώσεις του κυβερνώντος Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) της Τουρκίας.

Ο εκπρόσωπος του κόμματος Ομέρ Τσελίκ δήλωσε την 1η Ιουλίου ότι δεν μπορεί να δοθεί ακόμη σαφές χρονοδιάγραμμα, αλλά υποστήριξε πως έχουν επιτευχθεί συνθήκες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην έναρξη του αφοπλισμού «μέσα σε λίγες ημέρες». Επεσήμανε δε ότι το επόμενο διάστημα θα είναι «εξαιρετικά σημαντικό για μια Τουρκία απαλλαγμένη από την τρομοκρατία».

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, το PKK διεξάγει ένοπλη εξέγερση κατά του τουρκικού κράτους, με συγκρούσεις που έχουν προκαλέσει τον θάνατο δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων, περιλαμβανομένων πολλών αμάχων. Η Άγκυρα, όπως και οι Βρυξέλλες και η Ουάσιγκτον, θεωρεί την οργάνωση τρομοκρατική.

Τον Φεβρουάριο, ο επί δεκαετίες φυλακισμένος ηγέτης του PKK, Αμπντουλάχ Οτσαλάν, απηύθυνε ιστορικό κάλεσμα στα μέλη της οργάνωσης να παραδώσουν τα όπλα. Λίγες ημέρες αργότερα, η ηγεσία του PKK, που εδρεύει στην οροσειρά Κανδήλι στο βόρειο Ιράκ, ανταποκρίθηκε θετικά, ανακοινώνοντας ότι προτίθεται να σεβαστεί και να εφαρμόσει το κάλεσμα του Οτσαλάν, υπό την προϋπόθεση ότι αυτός θα διαδραματίσει «πρακτικό ηγετικό ρόλο».

Ο Οτσαλάν ίδρυσε το PKK το 1978, με στόχο τη δημιουργία ανεξάρτητου κουρδικού κράτους στην περιοχή. Αργότερα, η οργάνωση αναθεώρησε τη θέση της και προσανατολίστηκε στην απόκτηση αυτονομίας για τους Κούρδους της νοτιοανατολικής Τουρκίας.

Το 1999, ο Οτσαλάν συνελήφθη από τις τουρκικές αρχές και έκτοτε κρατείται σε φυλακή-νησί κοντά στην Κωνσταντινούπολη. Παρά τη μακρόχρονη κράτησή του, εξακολουθεί να θεωρείται ο ντε φάκτο ηγέτης της οργάνωσης.

Τον Μάιο, κατά τη διάρκεια συνεδρίου του PKK στο βόρειο Ιράκ, η οργάνωση επιβεβαίωσε την πρόθεσή της να εγκαταλείψει τον ένοπλο αγώνα και να διαλύσει τη δομή της. Σε ανακοίνωσή της, που μεταδόθηκε από το φιλο-κουρδικό πρακτορείο Firat, αναφέρεται ότι η απόφαση αυτή θέτει «σταθερές βάσεις για διαρκή ειρήνη και δημοκρατική επίλυση».

Σε αντάλλαγμα για τον αφοπλισμό, το PKK και το φιλοκουρδικό κόμμα Δημοκρατία και Ισότητα των Λαών (DEM) ζητούν από την Άγκυρα να προχωρήσει σε πρόγραμμα δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων. Το DEM, τρίτο μεγαλύτερο κόμμα στην τουρκική Εθνοσυνέλευση, διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην προώθηση της διαδικασίας, μεσολαβώντας μεταξύ του Οτσαλάν, της ηγεσίας του PKK στο Ιράκ και των τουρκικών Αρχών.

Τζαμί στο Ντιγιάρμπακιρ. Τουρκία, 27 Φεβρουαρίου 2025. (Yasin AkgulAFP μέσω Getty Images)

 

Η απόφαση του PKK για αφοπλισμό έτυχε θετικής υποδοχής από τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και από τις κυβερνήσεις της Τουρκίας, του Ιράκ και του Ιράν. Στα μέσα Μαΐου, ο εκπρόσωπος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ Τόμας Πίγκοτ χαρακτήρισε την εξέλιξη «νίκη για τον πολιτισμό», υπενθυμίζοντας ότι οι ΗΠΑ χαρακτήρισαν το PKK ως «ξένη τρομοκρατική οργάνωση» το 1997. Τόνισε ότι δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι έχουν χάσει τη ζωή τους από τη σύγκρουση και εξέφρασε την ελπίδα ότι η απόφαση θα συμβάλει στην περιφερειακή σταθερότητα.

Συγκρατημένη αισιοδοξία

Στις 30 Ιουνίου, ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν χαιρέτισε την πρόοδο της διαδικασίας, επισημαίνοντας ότι επιτεύχθηκε σημαντική πρόοδος σε σύντομο χρονικό διάστημα. Παράλληλα, παρατήρησε ότι «ορισμένα στοιχεία», τόσο εντός Τουρκίας όσο και στο εσωτερικό του PKK, επιχειρούν να υπονομεύσουν την πορεία αυτή και υπογράμμισε ότι το τουρκικό κράτος «δεν θα πέσει σε παγίδες», χωρίς όμως να δώσει περαιτέρω διευκρινίσεις, σύμφωνα με το κρατικό πρακτορείο Anadolu.

Την 1η Ιουλίου, ο επικεφαλής της τουρκικής υπηρεσίας πληροφοριών Ιμπραχίμ Καλίν επισκέφθηκε το Ερμπίλ, πρωτεύουσα της αυτόνομης κουρδικής περιοχής του βορείου Ιράκ, όπου συναντήθηκε με αξιωματούχους της περιφερειακής κουρδικής κυβέρνησης, η οποία επίσης στηρίζει τη διαδικασία αφοπλισμού. Σύμφωνα με το Anadolu, οι δύο πλευρές συζήτησαν «επικείμενες κοινές προσπάθειες για την εξάλειψη της τρομοκρατίας από την περιοχή».

Με πληροφορίες από το Reuters

Ο Τραμπ ανακοινώνει εμπορική συμφωνία ΗΠΑ–Βιετνάμ

Ηνωμένες Πολιτείες και το Βιετνάμ κατέληξαν σε εμπορική συμφωνία, όπως επιβεβαίωσε την Τετάρτη ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ. «Μόλις έκανα μια εμπορική συμφωνία με το Βιετνάμ. Λεπτομέρειες θα ακολουθήσουν», έγραψε ο Τραμπ σε ανάρτησή του στο Truth Social στις 2 Ιουλίου.

Τόσο ο Τραμπ όσο και αξιωματούχοι του Λευκού Οίκου εκτιμούν ότι τις προσεχείς ημέρες, ενόψει της πολυαναμενόμενης προθεσμίας της 9ης Ιουλίου για τα ανταποδοτικά δασμολογικά μέτρα του προέδρου, θα ανακοινωθεί μια σειρά εμπορικών συμφωνιών.

Σε μεταγενέστερη ανάρτησή του, ο Τραμπ επιβεβαίωσε ότι η συμφωνία προβλέπει το Βιετνάμ να καταβάλλει δασμό 20% για όλα τα προϊόντα που εξάγονται στις ΗΠΑ και επιβάρυνση 40% σε περιπτώσεις διαμετακόμισης προϊόντων τρίτων χωρών μέσω Βιετνάμ.

«Θα μπορούμε να πουλάμε τα προϊόντα μας στο Βιετνάμ χωρίς κανέναν δασμό», δήλωσε ο πρόεδρος. «Η συνεργασία με τον Γενικό Γραμματέα Τιλάμ, με τον οποίο χειρίστηκα προσωπικά τη διαπραγμάτευση, ήταν πραγματικά ευχάριστη», πρόσθεσε.

 

Χωρίς τη διμερή αυτή συμφωνία, οι εξαγωγές του Βιετνάμ προς τις ΗΠΑ θα υπόκεινταν σε ενιαίο δασμό 46%. Οι δύο πλευρές διαπραγματεύονταν τους τελευταίους τρεις μήνες με συνεχείς γύρους συνομιλιών.

Στις 4 Απριλίου, ο Τραμπ είχε δηλώσει πως είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Βιετναμέζο ηγέτη Θου Λαμ, ο οποίος «μου είπε ότι το Βιετνάμ επιθυμεί να μηδενίσει τους δασμούς εφόσον καταλήξουμε σε συμφωνία με τις ΗΠΑ».

Ο Τραμπ είχε σχολιάσει στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης: «Τον ευχαρίστησα εκ μέρους της χώρας μας και ανυπομονώ για μια συνάντηση στο άμεσο μέλλον».

Στις 2 Απριλίου, ο Τραμπ είχε ανακοινώσει την πρόθεσή του να επιβάλει δασμό 46% στα εισαγόμενα από το Βιετνάμ προϊόντα, ωστόσο αργότερα προχώρησε σε 90ήμερη αναστολή για να δοθεί χρόνος διαπραγματεύσεων.

Έκτοτε, το Βιετνάμ έχει μειώσει σειρά δασμών που έπλητταν αμερικανικές εξαγωγές, όπως σε αεροσκάφη και αγροτικά προϊόντα.

Το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ με το Βιετνάμ έφτασε πέρυσι τα 123,5 δισ. δολάρια, αυξημένο κατά 18% σε σχέση με το 2023, σύμφωνα με το Γραφείο του Εμπορικού Αντιπροσώπου των ΗΠΑ.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν επίσης ζητήσει από άλλες χώρες να απαγορεύσουν την πρακτική της διαμετακόμισης, όπου κινεζικά προϊόντα υφίστανται ελάχιστη επεξεργασία ή απλώς επανασυσκευάζονται σε τρίτη χώρα—όπως το Βιετνάμ—και στη συνέχεια αποστέλλονται στις ΗΠΑ.

Σε απάντηση στην ανακοίνωση των δασμών του Απριλίου, το Πεκίνο ξεκίνησε διπλωματική αντεπίθεση για να ενισχύσει τις σχέσεις του με εταίρους των ΗΠΑ στο εμπόριο.

Κατά την επίσκεψή του στο Βιετνάμ στις 14 και 15 Απριλίου, ο κινέζος ηγέτης Σι Τζινπίνγκ προέβαλε την Κίνα ως αξιόπιστο εμπορικό εταίρο και από το Ανόι κάλεσε για στενότερη συνεργασία με το Βιετνάμ, ζητώντας από τη χώρα να αντισταθεί σε μονομερείς πιέσεις.

Το Βιετνάμ έχει ωφεληθεί από την εμπορική διαμάχη ΗΠΑ–Κίνας, καθώς πολλές επιχειρήσεις που εγκατέλειψαν την Κίνα μεταφέρουν τώρα την παραγωγή τους στο Βιετνάμ.

Μιλώντας σε ακρόαση της Επιτροπής Προϋπολογισμού της Γερουσίας τον περασμένο μήνα, ο υπουργός Εμπορίου Χάουαρντ Λάτνικ ρωτήθηκε εάν η κυβέρνηση θα αποδεχόταν εμπορική συμφωνία με χώρα όπως το Βιετνάμ, εφόσον και οι δύο πλευρές συμφωνούσαν σε μηδενικούς δασμούς.

«Αποκλείεται απολύτως. Αυτό θα ήταν το πιο παράλογο που θα μπορούσαμε να κάνουμε», απάντησε ο Λάτνικ, επικαλούμενος το ζήτημα της Κίνας να χρησιμοποιεί το Βιετνάμ ως διαμετακομιστικό σταθμό για να αποφύγει τους αμερικανικούς δασμούς.

Η Ετήσια Έκθεση Εκτίμησης Εμπορίου, που δημοσιεύθηκε τον Μάρτιο, εντοπίζει διάφορα δασμολογικά και μη δασμολογικά εμπόδια, όπως περιορισμούς εισαγωγών, απαιτήσεις καταχώρισης προϊόντων και ανεπαρκή προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας.

Σειρά εμπορικών συμφωνιών προ των πυλών

Πριν από την αυτό-επιβαλλόμενη προθεσμία των αρχών Ιουλίου, ανώτατα στελέχη της κυβέρνησης υποστηρίζουν ότι αναμένουν ανακοινώσεις για πολυάριθμες εμπορικές συμφωνίες.

Σε συνέντευξη στο Bloomberg Television νωρίτερα αυτή την εβδομάδα, ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσαντ, που πρόσφατα είχε προτείνει και παράταση των διαπραγματεύσεων έως την Ημέρα της Εργασίας, δήλωσε ότι αναμένει κύμα συμφωνιών την τελευταία εβδομάδα πριν από την προθεσμία της 9ης Ιουλίου.

«Είτε στο Υπουργείο Οικονομικών, είτε στον Αμερικανό Εμπορικό Αντιπρόσωπο, είτε στο Υπουργείο Εμπορίου, ακόμη και βετεράνοι είκοσι ετών μένουν άφωνοι, γιατί αυτές οι χώρες φέρνουν προσφορές που ούτε οι ίδιες πιστεύουν», τόνισε ο Μπέσαντ. «Όλες αυτές οι χώρες οπισθοχωρούν».

Σε συνέντευξή του στο Fox Business Network, στα τέλη του περασμένου μήνα, ο διευθυντής του Εθνικού Οικονομικού Συμβουλίου Κέβιν Χάσετ δήλωσε ότι μια σειρά συμφωνιών αναμένεται να ανακοινωθεί μετά τη ψήφιση του μεγάλου νομοσχεδίου συμφωνίας από το Κογκρέσο.

«Γνωρίζουμε ότι βρισκόμαστε πολύ κοντά με ορισμένες χώρες και περιμένουμε να ανακοινώσουμε συμφωνίες μόλις ολοκληρωθεί το μεγάλο, όμορφο νομοσχέδιο», ανέφερε ο Χάσετ. «Πιστεύω, λοιπόν, ότι θα δούμε μια αλληλουχία εμπορικών συμφωνιών να ξεκινά αμέσως μετά τις 4 Ιουλίου».

Ο πρόεδρος επανέλαβε το προηγούμενο Σαββατοκύριακο ότι τις επόμενες ημέρες θα σταλούν επίσημες επιστολές σε εμπορικούς εταίρους των ΗΠΑ.

«Έχουμε κλείσει συμφωνίες, αλλά προτιμώ απλώς να τους στείλω μια επιστολή, μια πολύ δίκαιη επιστολή, λέγοντας συγχαρητήρια, σας επιτρέπουμε να εμπορεύεστε στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Θα πληρώσετε δασμό 25%, 20% ή 40% ή 50%. Αυτό θα προτιμούσα», δήλωσε ο Τραμπ σε συνέντευξή του στην εκπομπή Sunday Morning Futures του Fox Business Network στις 29 Ιουνίου.

Μέχρι στιγμής, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν συνάψει δύο ακόμη εμπορικές συμφωνίες. Η πρώτη έγινε με το Ηνωμένο Βασίλειο και αφορά την επέκταση της πρόσβασης των αμερικανικών αγροτικών προϊόντων στη βρετανική αγορά.

Η δεύτερη αφορά την Ουάσιγκτον και την Κίνα που συμφώνησαν σε αποκλιμάκωση της εμπορικής έντασης, επιτρέποντας εξαγωγές σπάνιων γαιών και χαλάρωση περιορισμών στην τεχνολογία.

Ο Τραμπ είπε σε δημοσιογράφους μέσα στο Air Force One την 1η Ιουλίου ότι η Ινδία θα μπορούσε να είναι η επόμενη σημαντική χώρα που θα συνάψει συμφωνία και θα μειώσει τα εμπόδια για τις αμερικανικές επιχειρήσεις.

Ο Μπέσαντ ανέφερε σε συνέντευξη στο Fox News ότι οι δύο πλευρές βρίσκονται κοντά σε συμφωνία που θα μειώσει τους δασμούς και στις δύο οικονομίες. «Είμαστε πολύ κοντά με την Ινδία», υπογράμμισε ο υπουργός.

Με την συμβολή της Έμμα Λακάν

Σύλληψη δύο δημοσιογράφων στο Αζερμπαϊτζάν εν μέσω εντάσεων με τη Μόσχα

Σε κλιμάκωση οδηγούνται οι σχέσεις μεταξύ Ρωσίας και Αζερμπαϊτζάν, καθώς οι αρχές του Μπακού συνέλαβαν στις 30 Ιουνίου δύο δημοσιογράφους του ρωσικού κρατικού πρακτορείου ειδήσεων Sputnik.

Όπως ανακοίνωσε το κρατικό πρακτορείο ειδήσεων Azertac, ξεκίνησε έρευνα έπειτα από πληροφορίες των τοπικών αρχών σχετικά με συνεχιζόμενη δραστηριότητα μέσω παράνομων χρηματοδοτήσεων.

Επικαλούμενο το υπουργείο Εσωτερικών του Αζερμπαϊτζάν, το πρακτορείο μετέδωσε πως «στις 30 Ιουνίου πραγματοποιήθηκαν επιχειρησιακές έρευνες στα γραφεία του τοπικού παραρτήματος και συνελήφθησαν αρκετά άτομα».

Την ίδια ημέρα, το ρωσικό υπουργείο Εξωτερικών κάλεσε τον πρέσβη του Αζερμπαϊτζάν στη Μόσχα για να εκφράσει τη δυσαρέσκειά του για τις «μη φιλικές ενέργειες» και τη «παράνομη κράτηση Ρώσων δημοσιογράφων», όπως ανέφερε χαρακτηριστικά το ρωσικό υπουργείο.

Την 1η Ιουλίου, το ρωσικό πρακτορείο TASS μετέδωσε πως ο πρέσβης του Αζερμπαϊτζάν, Ρομάν Μουσταφάγιεφ, επισκέφθηκε το κτίριο του ρωσικού υπουργείου Εξωτερικών στη Μόσχα.

Οι εντάσεις είχαν αρχίσει να αυξάνονται από τα τέλη της προηγούμενης εβδομάδας, όταν οι ρωσικές αρχές συνέλαβαν αρκετά άτομα στο Εκατερίνμπουργκ, βιομηχανική πόλη με πληθυσμό περίπου 1,5 εκατ. κατοίκων στα ανατολικά των Ουραλίων.

Στις 27 Ιουνίου, τοπικές αρχές του Εκατερίνμπουργκ συνέλαβαν έξι Αζέρους έπειτα από αστυνομικές εφόδους σε φερόμενες «οργανωμένες εγκληματικές ομάδες», σύμφωνα με τα ρωσικά κρατικά μέσα ενημέρωσης.

Η ανακριτική επιτροπή της Ρωσίας, την οποία επικαλέστηκε το πρακτορείο TASS, δήλωσε ότι οι συλληφθέντες θεωρούνται ύποπτοι για συμμετοχή σε «πολλαπλές δολοφονίες και απόπειρες δολοφονίας στο Εκατερίνμπουργκ το 2001, 2010 και 2011».

Η ίδια επιτροπή επιβεβαίωσε επίσης τον θάνατο δύο υπόπτων υπό κράτηση, αναφέροντας ότι ο ένας υπέκυψε σε «καρδιακή ανεπάρκεια», ενώ για τον δεύτερο, τα αίτια του θανάτου παραμένουν υπό διερεύνηση.

Το Μπακού αντέδρασε έντονα. Στις 28 Ιουνίου, το Yπουργείο Εσωτερικών του Αζερμπαϊτζάν εξέδωσε ανακοίνωση στην οποία εκφράζεται «βαθιά ανησυχία για τις εφόδους σε κατοικίες Αζέρων στο Εκατερίνμπουργκ το πρωί της 27ης Ιουνίου».

Όπως ανέφερε το υπουργείο, «οι επιχειρήσεις οδήγησαν στον θάνατο ομογενών μας, σε σοβαρούς τραυματισμούς μερικών και στη σύλληψη εννέα ατόμων».

Το υπουργείο κάλεσε για «άμεση διερεύνηση του περιστατικού και για λογοδοσία των υπευθύνων αυτής της απαράδεκτης βίας το συντομότερο δυνατό».

Ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν και ο πρόεδρος του Αζερμπαϊτζάν Ιλχάμ Αλίεφ συμμετέχουν σε συνάντηση με βετεράνους της σιδηροδρομικής βιομηχανίας στο Κρεμλίνο στη Μόσχα, στις 22 Απριλίου 2024. Gavriil Grigorov/Sputnik/Kremlin Pool Photo μέσω AP

 

Υπό το βάρος των εντάσεων, κοινοβουλευτική αντιπροσωπεία του Αζερμπαϊτζάν ακύρωσε προγραμματισμένη επίσκεψη στη Μόσχα, ενώ και προγραμματισμένο ταξίδι Ρώσου αντιπροέδρου της κυβέρνησης στο Μπακού ματαιώθηκε αιφνιδίως.

Στις 29 Ιουνίου, το αζερικό Υπουργείο Πολιτισμού ανακοίνωσε την ακύρωση όλων των προγραμματισμένων ρωσικών πολιτιστικών εκδηλώσεων στη χώρα, συμπεριλαμβανομένων συναυλιών, φεστιβάλ, παραστάσεων και εκθέσεων.

Ερωτηθείς σχετικά με αυτές τις ενέργειες του Μπακού, εκπρόσωπος του Κρεμλίνου σχολίασε: «Λυπούμαστε ειλικρινά για τέτοιες αποφάσεις. Πιστεύουμε ότι όλα όσα συμβαίνουν σχετίζονται με το έργο των διωκτικών αρχών και ότι δεν θα έπρεπε να αποτελούν αφορμή για μια τέτοια αντίδραση».

Στις 30 Ιουνίου, οι σοροί των δύο Αζέρων που πέθαναν στη Ρωσία επαναπατρίστηκαν και υποβλήθηκαν σε ιατροδικαστική εξέταση στο Αζερμπαϊτζάν.

Την επόμενη μέρα, κρατικός ιατροδικαστής στο Μπακού ανακοίνωσε πως οι νεκροψίες έδειξαν ότι οι δύο άνδρες είχαν ξυλοκοπηθεί μέχρι θανάτου. Μέχρι την ώρα δημοσίευσης του ρεπορτάζ, Ρώσοι αξιωματούχοι δεν είχαν απαντήσει στις καταγγελίες του Αζερμπαϊτζάν.

Τα τελευταία χρόνια, το Μπακού διατηρεί καλές σχέσεις με τη Μόσχα, η οποία συχνά παίζει ρόλο μεσολαβητή στη μακρόχρονη εδαφική διαμάχη μεταξύ Αζερμπαϊτζάν και Αρμενίας.

Την 1η Ιουλίου, ο Ντμίτρι Μαζιούκ, υψηλόβαθμος αξιωματούχος του ρωσικού υπουργείου Εξωτερικών, υποστήριξε ότι ορισμένοι προσπαθούν να υπονομεύσουν τις σχέσεις με το Μπακού, χωρίς ωστόσο να παραθέσει αποδείξεις.

Με την συμβολή του Reuters

Πιλότος ουκρανικού F-16 σκοτώθηκε αποκρούοντας ρωσική αεροπορική επίθεση

Ένας πιλότος F-16 της ουκρανικής πολεμικής αεροπορίας σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια ευρείας κλίμακας ρωσικής επίθεσης, στην οποία χρησιμοποιήθηκαν εκατοντάδες πυραύλων και drones, ανακοίνωσαν οι ουκρανικές αρχές στις 29 Ιουνίου.

Η επίθεση προκάλεσε ζημιές σε κατοικίες και υποδομές σε διάφορες περιοχές της χώρας, συμπεριλαμβανομένης της πρωτεύουσας Κιέβου, ενώ 12 άτομα τραυματίστηκαν, σύμφωνα με τις τοπικές αρχές.

Καθώς η επίθεση εξελισσόταν, εκρήξεις ακούστηκαν σε όλο το Κίεβο αλλά και στη δυτική πόλη Λβιβ, όπου οι ρωσικές επιθέσεις είναι σαφώς σπανιότερες. Ο κυβερνήτης της περιφέρειας Λβιβ, Μαξίμ Κοζίτσκι, δήλωσε: «Οι αεροπορικές επιθέσεις στόχευσαν κρίσιμες υποδομές της πόλης».

Κατά τη διάρκεια της νυχτερινής εχθρικής επίθεσης, ξέσπασε πυρκαγιά στο Ντροχομπίκ προκαλώντας έκλυση καπνού, ανέφερε ο Κοζίτσκι σε ανάρτησή του στο Telegram στις 29 Ιουνίου. Ο ίδιος σημείωσε πως «το Ντροχομπίκ, άλλη μια πόλη της περιφέρειας Λβιβ, βρίσκεται νοτιοδυτικά της πρωτεύουσας της περιφέρειας».

Επικαλούμενος τις ουκρανικές υγειονομικές αρχές, ο Κοζίτσκι ανέφερε ότι «κατεγράφη μικρή υπέρβαση στις τιμές του διοξειδίου του αζώτου, του διοξειδίου του θείου και του μονοξειδίου του άνθρακα μετά τη ρωσική επίθεση». Συμπλήρωσε, πάντως, ότι «δεν υπάρχει απειλή για τη ζωή των κατοίκων του Ντροχομπίκ».

Σύμφωνα με τον ουκρανικό στρατό, η Ρωσία εκτόξευσε 60 πυραύλους και περισσότερα από 450 drones εναντίον στόχων σε ολόκληρη τη χώρα τις πρώτες πρωινές ώρες της 29ης Ιουνίου.

38 πύραυλοι και πάνω από 200 drones καταρρίφθηκαν προτού φτάσουν στους στόχους τους, ενώ δεκάδες ακόμη drones εξουδετερώθηκαν με ηλεκτρονικά αντίμετρα.

Σε βιντεοσκοπημένο μήνυμά του, ο πρόεδρος της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι εξήρε τον πιλότο του F-16 που σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια της ρωσικής επίθεσης, τον οποίο κατονόμασε ως Μαξίμ Οστόμενκο.

Σύμφωνα με τον Ζελένσκι, «ο Οστόμενκο πετούσε επιχειρησιακές αποστολές από το 2014, όταν οι ρωσόφιλοι αυτονομιστές κατέλαβαν περιοχές της ανατολικής Ουκρανίας. Είχε εκπαιδευτεί σε τέσσερα διαφορετικά αεροσκάφη και είχε σημαντικές επιτυχίες στην άμυνα της χώρας». «Είναι οδυνηρό να χάνονται τέτοιοι άνθρωποι», είπε χαρακτηριστικά.

Ο Ουκρανός πρόεδρος κάλεσε τους Δυτικούς συμμάχους, συμπεριλαμβανομένων των Ηνωμένων Πολιτειών, να εντείνουν τη στήριξή τους, ειδικά σε ό,τι αφορά την αντιαεροπορική άμυνα.

Η ουκρανική αεροπορία επιβεβαίωσε σε ανάρτησή της στην πλατφόρμα X ότι ο Οστόμενκο, αντισυνταγματάρχης γεννημένος το 1993, σκοτώθηκε σε αποστολή με F-16 κατά τη διάρκεια μαζικής εχθρικής αεροπορικής επίθεσης. «Ο Μαξίμ έκανε τα πάντα για να οδηγήσει το αεροσκάφος μακριά από κατοικημένη περιοχή», αναφέρεται στην ανάρτηση. «Δεν είχε χρόνο να εκτιναχθεί».

Από όταν η Ουκρανία άρχισε να επιχειρεί με F-16 πέρυσι, είναι γνωστό ότι τουλάχιστον τρία από τα μαχητικά πολλαπλών ρόλων έχουν χαθεί. Το Κίεβο διατηρεί απόρρητο το ακριβές μέγεθος του στόλου των αμερικανικής κατασκευής μαχητικών, τα οποία θεωρούνται πάντως καταλυτικά για την άμυνα του ουκρανικού εναέριου χώρου έναντι ρωσικών επιθέσεων.

Πυροσβέστες εργάζονται στο σημείο της ρωσικής πυραυλικής επίθεσης στο Ντνίπρο της Ουκρανίας, στις 21 Νοεμβρίου 2024. Υπηρεσία Τύπου της Κρατικής Υπηρεσίας Έκτακτης Ανάγκης της Ουκρανίας στην περιοχή Dnipropetrovsk/Handout via Reuters

 

Ρωσικές δυνάμεις στη Δνιπροπετρόφσκ

Στις 30 Ιουνίου, τα ρωσικά κρατικά μέσα μετέδωσαν πως οι ρωσικές δυνάμεις κατέλαβαν το πρώτο χωριό στην ανατολικοκεντρική περιφέρεια της Δνιπροπετρόφσκ, έπειτα από μήνες αργής αλλά σταθερής προέλασης.

Το κρατικό πρακτορείο ειδήσεων RIA, επικαλούμενο τον φιλορώσο αξιωματούχο Βλαντιμίρ Ρόγκοφ, μετέδωσε πως «οι ρωσικές δυνάμεις ελέγχουν πλέον το χωριό Νταχνόι, που βρίσκεται λίγο εντός των ορίων της Δνιπροπετρόφσκ».

Ρωσικά στρατεύματα, όπως αναφέρθηκε, εκδίωξαν ουκρανικές ένοπλες μονάδες από τον πρώτο οικισμό στην περιφέρεια Δνιπροπετρόφσκ της Ουκρανίας. «Πρόκειται για το χωριό Νταχνόι, όπου βρίσκεται σε εξέλιξη εκκαθάριση περιοχής».

Η Epoch Times δεν μπόρεσε να επαληθεύσει ανεξάρτητα τον ισχυρισμό, που δεν έχει επιβεβαιωθεί έως τώρα, ούτε από το ρωσικό Υπουργείο Άμυνας ούτε από ουκρανικές πηγές.

Το 2022, η Ρωσία εισέβαλε και προσαρτήσε ουσιαστικά τέσσερις ουκρανικές περιφέρειες: Ντονέτσκ, Λουγκάνσκ, Ζαπορίζια και Χερσώνα.

Το Κίεβο έχει δεσμευθεί να ανακτήσει με τη βία όλα τα χαμένα εδάφη, παρά τις συνεχιζόμενες προσπάθειες της Ουάσιγκτον για προσωρινή κατάπαυση πυρός.

Η Μόσχα δεν έχει προβάλλει επισήμως διεκδίκηση στη Δνιπροπετρόφσκ, η οποία συνορεύει με τις περιφέρειες Ντονέτσκ, Ζαπορίζια και Χερσώνα.

Με πληροφορίες από το Reuters