Με τις ελλείψεις σε καύσιμα να επιτείνουν τη λαϊκή δυσαρέσκεια και κόπωση, και τον πόλεμο να βρίσκεται στον πέμπτο χρόνο του, η ρωσική κυβέρνηση δείχνει μηδενική ανοχή απέναντι στις φωνές που υποστηρίζουν την ειρήνη και αμφισβητούν την πολιτική Πούτιν.
Την Παρασκευή 17 Ιουλίου, ρωσικό δικαστήριο καταδίκασε τον πολιτικό Μπαρίς Ναντέζντιν για χρήση «εξτρεμιστικού συμβόλου» σε βίντεο που είχε αναρτήσει το 2023 στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Αν και η ποινή συνίσταται σε πρόστιμο 1.000 ρουβλίων (~11 ευρώ), η καταδικαστική απόφαση στερεί από τον Ναντέζντιν την ευκαιρία να συμμετάσχει στις εκλογές του Σεπτεμβρίου όπως σκόπευε. Ο Ναντέζντιν τάσσεται κατά του πολέμου στην Ουκρανία, θεωρεί ότι η πολιτική του Πούτιν «οδηγεί τη Ρωσία στο χάος και την καταστροφή» και σκόπευε να υποστηρίξει τον τερματισμό του πολέμου ως μέλος της Δούμας, σύμφωνα με δήλωση του ιδίου στο AFP.
Την ίδια ημέρα συνελήφθη και ο Ιλία Ρεμεσλό, ακτιβιστής με διαδικτυακή δραστηριότητα, ο οποίος επίσης τάχθηκε κατά του πολέμου στην Ουκρανία και επέκρινε την κυβερνητική πολιτική. Η κατηγορία εναντίον του — διάδοση ψευδών ειδήσεων σχετικά με τον ρωσικό στρατό, συνήθης για τους επικριτές της κυβέρνησης — μπορεί να επισύρει ποινή έως και δέκα ετών, σύμφωνα με το TASS.
Ο «εξτρεμισμός» του Ναντέζντιν
Όπως αναφέρει το Reuters, η επίμαχη ανάρτηση του Ναντέζντιν περιείχε σύνδεσμο που οδηγούσε σε βίντεο που περιείχε φωτογραφία του Αλεξέι Ναβάλνι (1976-2024). Ο Ναβάλνι, δεσπόζουσα μορφή της ρωσικής αντιπολίτευσης, είχε καταδικαστεί για εξτρεμιστική δράση (μεταξύ άλλων) και πέθανε το 2024 σε σωφρονιστική αποικία του Αρκτικού Κύκλο. Σημαντικό μέρος της δράσης του αποτελούσαν οι έρευνές του για τη διαφθορά στη Ρωσία, κυρίως μέσω του Ιδρύματος Κατά της Διαφθοράς (Anti-Corruption Foundation – FBK/ФБК) που ίδρυσε το 2011. Οι συνθήκες του θανάτου του αμφισβητούνται και οι συγγενείς του καθώς και πολλές δυτικές κυβερνήσεις αποδίδουν στη ρωσική κυβέρνηση την ευθύνη και ζητούν διεξοδική και ανεξάρτητη έρευνα.
Αντιτιθέμενος στην τρέχουσα πολιτική πραγματικότητα της Ρωσίας, ο Ναβάλνι έγινε μέλος του Ηνωμένου Δημοκρατικού Κόμματος στα τέλη της δεκαετίας του 1990 και αργότερα επεδίωξε αιρετά αξιώματα. Το 2013, συμμετείχε στις δημοτικές εκλογές του 2013 για δήμαρχος της Μόσχας, ενώ το 2018 δοκίμασε να θέσει υποψηφιότητα στις προεδρικές. Προηγούμενες ποινικές καταδίκες εμπόδισαν τελικά τη συμμετοχή του, με τον ίδιο αλλά και διεθνείς οργανισμούς να χαρακτηρίζουν τη δίωξή του επί της ουσίας πολιτική. Η διαδικτυακή του δράση είχε ευρύτατη απήχηση και τα βίντεο που αναρτούσε στο YouTube εξέθεταν σοβαρά υψηλόβαθμους Ρώσους αξιωματούχους, όπως τον τέως πρόεδρο και πρώην πρωθυπουργό της χώρας Ντίμτρι Μεντβέντεφ.
Ο Αλεξέι Ναβάλνι (κ) και η σύζυγός του Γιούλια (δ) συμμετέχουν σε διαδήλωση στη μνήμη του δολοφονημένου επικριτή του Κρεμλίνου Μπαρίς Νιέμτσοφ. Μόσχα, 29 Φεβρουαρίου 2020. (Kirill Kudryavtsev/AFP μέσω Getty Images)
Ο ίδιος ο Μπαρίς Ναντέζντιν, 63 ετών σήμερα, σχεδίαζε να είναι ανεξάρτητος υποψήφιος στις ρωσικές βουλευτικές εκλογές τον Σεπτέμβριο. Η καταδικαστική απόφαση του δικαστηρίου αναιρεί τη δυνατότητα της υποψηφιότητάς του.
Ο ίδιος αποδίδει τη δίωξή του στη δημοτικότητά του, στις αντιπολεμικές του θέσεις και στην προοπτική να αντιτασσόταν στη συνέχιση του πολέμου ως βουλευτής της Δούμας, όπως ανέφερε σε συνέντευξή του στο γαλλικό AFP.
Αν και κατά τη δεκαετία του 1990, κατείχε διάφορες κυβερνητικές θέσεις, ισχυρίζεται ότι το 2020 ‘χώρισε’ με το Κρεμλίνο.
Το 2024 επιχείρησε να θέσει να θέσει υποψηφιότητα για το προεδρικό αξίωμα με κύρια γραμμή του τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία. Ωστόσο, η Κεντρική Εκλογική Επιτροπή αρνήθηκε να τον εγγράψει στους εκλογικούς καταλόγους καθώς έκρινε άκυρες τις 9.000 από τις 105.000 υπογραφές που είχε συλλέξει για να υποστηρίξει την υποψηφιότητά του. Αργότερα, το Ανώτατο Δικαστήριο διέλυσε το κόμμα Πολιτική Πρωτοβουλία που τον πρότεινε.
Τρεις ημέρες πριν από τη σύλληψή του, στις 13 Ιουλίου, ο Ναντέζντιν προστέθηκε στο μητρώο των «ξένων πρακτόρων» του ρωσικού υπουργείου Δικαιοσύνης. Eίχε προηγηθεί ανάρτηση στο κανάλι του στο Telegram, στην οποία σχολίαζε την κατάσταση στη χώρα, κατηγορώντας τον Βλαντίμιρ Πούτιν για τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, τη διεθνή απομόνωση και την άνοδο των τιμών. Την Πέμπτη 16 Ιουλίου τού απαγορεύτηκε η έξοδος από τη χώρα.
Μπαρίς Ναντέζντιν (φωτ. αρχείου/The Epoch Times France)
Σύμφωνα με νόμο του 2025, ο χαρακτηρισμός «ξένος πράκτορας» απαγορεύει την κατοχή δημόσιου αξιώματος — παρόλο που υπάρχει η δυνατότητα για συμμετοχή σε προεκλογική εκστρατεία, δυνατότητα που έχασε ο Ναντέζντιν λόγω της καταδίκης του. Η κατηγορία αποδίδεται γενικότερα σε επικριτές της κυβέρνησης, όπως η Ελβίρα Βιχάρεβα, επίσης πολιτευομένη, στο κανάλι της οποίας οδηγούσε ο σύνδεσμος που ανήρτησε ο Ναντέζντιν.
Χαρακτηριστικό είναι ότι από την έκδοση του βίντεο που προβλήθηκε στην αίθουσα του δικαστηρίου, αναφέρει το ρωσικό μέσο RTVI, έλειπε το μέρος των ενοχοποιητικών στοιχείων εναντίον του κατηγορουμένου, όπως επεσήμανε η υπεράσπιση, που δήλωσε στο RTVI: «Το πρωτόκολλο συντάχθηκε χωρίς να εξεταστεί στην πραγματικότητα το υλικό και μάλιστα βασίζεται σε συνδέσμους που είναι αδύνατο να επαληθευτούν». Ο δικαστής απέρριψε το αίτημα για νέα εξέταση με τη συμμετοχή ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα.
Οι εξελίξεις δείχνουν ότι οι εκλογές του Σεπτεμβρίου θα διεξαχθούν χωρίς εκπλήξεις, και χωρίς να προκύψει αληθινή αντιπολίτευση για τον Πούτιν, πέρα από τη «συστημική» του Κομμουνιστικού Κόμματος και άλλων μικρότερων κομμάτων. Σύμφωνα με τον Ναντέζντιν, η πλειοψηφία των βουλευτών είναι σύμμαχοι του Πούτιν και υποστηρίζουν τον πόλεμο. «Προς το παρόν, όλοι οι βουλευτές είναι υπέρ του Πούτιν, υπέρ του πολέμου κλπ», δήλωσε στο AFP, καλώντας τους Ρώσους ψηφοφόρους να μην ψηφίσουν το κόμμα Ενωμένη Ρωσία του Πούτιν.
Ιλία Ρεμεσλό — Η μεταστροφή ενός πρώην υποστηρικτή
Ο Ιλία Ρεμεσλό, διαδικτυακή προσωπικότητα και πρώην μέλος του Ρωσικού Δημοτικού Επιμελητηρίου, συνελήφθη στην Αγία Πετρούπολη, στις 17 Ιουλίου, στο πλαίσιο ποινικής υπόθεσης για διάδοση ψευδών ειδήσεων σχετικά με τον ρωσικό στρατό.
Ο Ρεμεσλό υπήρξε υποστηρικτής του Πούτιν και του πολέμου στην Ουκρανία, ενώ είχε λάβει ενεργό μέρος στην εκστρατεία κατά του Αλεξέι Ναβάλνι. Συνεργάτες του τελευταίου ισχυρίστηκαν ότι ο Ρεμεσλό προσπάθησε να αποτρέψει την επιστροφή του ηγέτη της αντιπολίτευσης στη Ρωσία. Από το 2017 έως το 2023, εργάστηκε για την προστασία των δικαιωμάτων των πολιτών στο διαδίκτυο και την καταπολέμηση των ψευδών πληροφοριών.
Τον Μάρτιο του τρέχοντος έτους άλλαξε αιφνιδίως στάση και σε ανάρτησή του με τίτλο «Πέντε λόγοι για τους οποίους σταμάτησα να υποστηρίζω τον Βλαντίμιρ Πούτιν» επέκρινε σκληρά τον πρόεδρο και την «ειδική στρατιωτική επιχείρηση». Δύο ημέρες αργότερα, οι αρχές τον έκλεισαν σε ψυχιατρική κλινική της Αγίας Πετρούπολη για έναν μήνα.
Όταν βγήκε, στις 17 Απριλίου, δήλωσε ότι «η κριτική σε ανώτερους κυβερνητικούς αξιωματούχους έχει το τίμημά της». Συνέχισε να επικρίνει την κυβέρνηση, ενώ στην πρώτη συνέντευξη που παραχώρησε μετά από την απελευθέρωσή του, στην Ξένια Σαμπτσάκ, επανέλαβε τις κατηγορίες του εναντίον του προέδρου. Στην ίδια συνέντευξη, ανακοίνωσε την πρόθεσή του να ηγηθεί ενός κινήματος της αντιπολίτευσης, ενώ άφησε να εννοηθεί ότι είναι πιθανό ένα «ήσυχο πραξικόπημα στο παλάτι», ενδεχομένως με τη συμμετοχή του πρωθυπουργού Μιχαήλ Μισούστιν.
Ο Ρεμεσλό έχει μεταφερθεί στη Μόσχα όπου δικαστήριο θα αποφασίσει την προφυλάκισή του, όπως επιβεβαίωσε ο δικηγόρος Σεργκέι Μπαντασμίν. Παράλληλα, αξιωματούχοι των αρχών επιβολής του νόμου διεξάγουν έρευνες σε διευθύνσεις που συνδέονται μαζί του.
Με πληροφορίες από τη ρωσική έκδοση της Epoch Times
Το κινεζικό καθεστώς αξιοποιεί ολοένα και περισσότερο την τεχνητή νοημοσύνη, εξωτερικούς αναδόχους, οργανώσεις του εξωτερικού και άτομα που στρατολογούνται στις χώρες-στόχους για να καταδιώκει επικριτές του πέρα από τα σύνορα της Κίνας, σύμφωνα με έκθεση που δημοσιοποιήθηκε στις 15 Ιουλίου.
Η αξιολόγηση του National Endowment for Democracy (NED) συγκεντρώνει υποθέσεις οι οποίες, σύμφωνα με τους συντάκτες της, αποτυπώνουν ένα μοντέλο διεθνικής καταστολής που βασίζεται ολοένα περισσότερο στην ανάθεση δραστηριοτήτων παρακολούθησης, παρενόχλησης και βίας σε τρίτους. Στα παραδείγματα που εξετάζονται περιλαμβάνονται λογαριασμός συνδεόμενος με τις κινεζικές διωκτικές αρχές, κακόβουλο λογισμικό με στόχο Ουιγούρους ακτιβιστές, φερόμενο σχέδιο εναντίον κατοίκου του Λος Άντζελες που είχε επικρίνει δημόσια τον Κινέζο ηγέτη Σι Τζινπίνγκ και επιθέσεις σε διαδηλωτές στο Σαν Φρανσίσκο.
Οι Κάρολαϊν Κοστέλο του Atlantic Council και Γουίλιαμ Νι του NED, που συνυπέγραψαν το κεφάλαιο της έκθεσης για την Κίνα, εκτιμούν ότι οι πρακτικές αυτές μειώνουν την ανάγκη του Πεκίνου να βασίζεται σε εκτεταμένα δίκτυα Κινέζων στελεχών ασφαλείας στο εξωτερικό. Παράλληλα, περιγράφουν την ανάδυση μιας αγοράς διεθνικής καταστολής, στην οποία κυβερνήσεις μπορούν να αναθέτουν, επί πληρωμή, δραστηριότητες παρακολούθησης, παρενόχλησης και βίας σε ψηφιακούς φορείς, εγκληματικά δίκτυα ή πρόσωπα που βρίσκονται ήδη στη χώρα-στόχο.
Ο εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών της Κίνας, Λιν Τζιαν, απέρριψε τα ευρήματα στις 16 Ιουλίου, κατηγορώντας το NED ότι επιτίθεται στην Κίνα και παρεμβαίνει στις εσωτερικές υποθέσεις άλλων χωρών. Ωστόσο, δεν απάντησε στις επιμέρους υποθέσεις που επικαλείται η έκθεση.
Φερόμενο σχέδιο κατά επικριτή του Σι
Ομοσπονδιακή ποινική δικογραφία, η οποία αποσφραγίστηκε τον Απρίλιο του 2025, υποστηρίζει ότι ένας Κινέζος και ένας Βρετανός υπήκοος καθοδηγούσαν άτομα στις Ηνωμένες Πολιτείες προκειμένου να παρακολουθήσουν και να τραυματίσουν κάτοικο του Λος Άντζελες, ο οποίος είχε ασκήσει δημόσια κριτική στον Σι.
Σύμφωνα με ένορκη κατάθεση πράκτορα του FBI που κατατέθηκε σε ομοσπονδιακό δικαστήριο της Καλιφόρνιας, οι Τσούι Γκουανγκχάι και Τζον Μίλερ στρατολόγησαν άτομα με σκοπό να εμποδίσουν το θύμα να διαδηλώσει κατά την επίσκεψη του Σι στο Σαν Φρανσίσκο, τον Νοέμβριο του 2023. Οι στρατολογηθέντες, ωστόσο, συνεργάζονταν μυστικά με το FBI.
Όπως ανέφεραν οι εισαγγελικές αρχές, οι Τσούι και Μίλερ τους ζήτησαν να εντοπίσουν την κατοικία του θύματος, να τοποθετήσουν συσκευή εντοπισμού στο όχημά του, να σκίσουν τα ελαστικά του, να καταστρέψουν έργα τέχνης που απεικόνιζαν τον Σι και τη σύζυγό του, καθώς και να οργανώσουν επίθεση που θα άφηνε το θύμα ανίκανο να περπατήσει.
Στη δικογραφία αναφέρεται ακόμη ότι ο Μίλερ είχε προηγουμένως οργανώσει διαδήλωση κατά της προέδρου της Ταϊβάν, κατά την επίσκεψή της στο Λος Άντζελες τον Απρίλιο του 2023, προσλαμβάνοντας ηθοποιούς που υποδύονταν τους διαδηλωτές.
Πράκτορας του FBI εκτίμησε ότι ο Τσούι ενεργούσε για λογαριασμό του κινεζικού καθεστώτος και, μέσω του Μίλερ, ανέθετε εργασίες σε άτομα που βρίσκονταν στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Οι δύο άνδρες αντιμετωπίζουν κατηγορίες για συνωμοσία και διαπολιτειακή καταδίωξη.
Η Κοστέλο και ο Νι επισημαίνουν ότι η χρήση τέτοιων ενδιάμεσων προσώπων επιτρέπει στο Πεκίνο να αποκρύπτει τον ρόλο του, μειώνοντας παράλληλα το κόστος των επιχειρήσεων στο εξωτερικό.
Τεχνητή νοημοσύνη και κακόβουλο λογισμικό
Η OpenAI ανακοίνωσε τον Φεβρουάριο ότι απέκλεισε λογαριασμό ChatGPT ο οποίος συνδεόταν με άτομο που σχετιζόταν με τις κινεζικές διωκτικές αρχές. Ο λογαριασμός χρησιμοποιούνταν για τον σχεδιασμό και την τεκμηρίωση όσων ο διαχειριστής του χαρακτήριζε «ειδικές κυβερνοεπιχειρήσεις», συμπεριλαμβανομένης της προώθησης φιλοκινεζικών μηνυμάτων υπέρ του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας (ΚΚΚ) και διαδικτυακών εκστρατειών με στόχο επικριτές του Πεκίνου.
Η χρήση ψηφιακών μέσων δεν περιοριζόταν στις υπηρεσίες τεχνητής νοημοσύνης. Σε ξεχωριστή έρευνα, το Citizen Lab εντόπισε κακόβουλο λογισμικό που διανεμόταν μέσω λογισμικού επεξεργασίας κειμένου και ορθογραφικού ελέγχου στην ουιγουρική γλώσσα. Τα αλλοιωμένα προγράμματα εγκαθιστούσαν κακόβουλο κώδικα στις συσκευές των χρηστών και στόχευαν ανώτερα στελέχη του Παγκόσμιου Κογκρέσου των Ουιγούρων.
Το Citizen Lab τεκμηρίωσε την υποδομή, τις μεθόδους στόχευσης και τα κακόβουλα αρχεία, χωρίς όμως να κατονομάσει ποιος βρισκόταν πίσω από την επιχείρηση.
Η Κοστέλο και ο Νι εκτιμούν ότι οι υπηρεσίες τεχνητής νοημοσύνης και το παραβιασμένο λογισμικό επιτρέπουν σε φορείς που συνδέονται με το Πεκίνο να παρακολουθούν στόχους στο εξωτερικό χωρίς να χρειάζεται να αναπτύσσουν αντίστοιχο αριθμό στελεχών ή πληροφοριοδοτών.
Το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ έχει περιγράψει τις μεθόδους του κινεζικού καθεστώτος ως συνδυασμό φυσικών και ψηφιακών απειλών, εξαναγκασμού μέσω συγγενών και άλλων ενδιάμεσων προσώπων, τεχνικής κατασκοπείας και ανεξήγητων εξαφανίσεων.
Αξιωματούχος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ είχε προειδοποιήσει στο παρελθόν ότι η καταστολή του Πεκίνου επί αμερικανικού εδάφους εγκυμονεί κινδύνους για την εθνική ασφάλεια, επισημαίνοντας ότι οι κινεζικές αρχές εμφανίζονται ολοένα και πιο πρόθυμες να καταδιώκουν αντιφρονούντες, δημοσιογράφους, ακτιβιστές και ανθρώπους που διέφυγαν από διώξεις ακόμη και μετά την άφιξή τους στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Βία και πληρωμένοι διαδηλωτές
Σύμφωνα με έρευνα του Hong Kong Democracy Council και της οργάνωσης Students for a Free Tibet, άτομα που συνδέονται με οργανώσεις προσκείμενες στο ΚΚΚ παρενόχλησαν και επιτέθηκαν σε διαδηλωτές κατά του Πεκίνου κατά την επίσκεψη του Σι στο Σαν Φρανσίσκο, τον Νοέμβριο του 2023.
Οι δύο οργανώσεις εξέτασαν φωτογραφίες, βίντεο και οργανωτικά αρχεία από τις κινητοποιήσεις που πραγματοποιήθηκαν στο περιθώριο της συνόδου της Asia-Pacific Economic Cooperation (APEC). Η έρευνά τους ταυτοποίησε 12 ηγετικά στελέχη οργανώσεων, τις οποίες χαρακτηρίζουν ως επηρεαζόμενες από το ΚΚΚ και οι οποίες συμμετείχαν στις συγκρούσεις.
Η εφημερίδα The Epoch Times είχε μεταδώσει ότι διαδηλωτές από την Κίνα, το Χονγκ Κονγκ, το Θιβέτ και το Ανατολικό Τουρκεστάν δέχθηκαν επιθέσεις, ενώ νομοθετική πρωτοβουλία που κατατέθηκε στη Βουλή των Αντιπροσώπων για το περιστατικό ανέφερε ότι Κινέζοι διπλωμάτες είχαν συνδράμει τους δράστες.
Σε ξεχωριστό ρεπορτάζ, η Epoch Times εντόπισε άτομα στη Νέα Υόρκη τα οποία δήλωσαν ότι είχαν πληρωθεί για να συμμετάσχουν σε διαδηλώσεις που αναπαρήγαγαν την προπαγάνδα του ΚΚΚ. Η εφημερίδα έχει επίσης αναφέρει ότι οι κινεζικές πρεσβείες και τα προξενεία αξιοποιούσαν δίκτυα εθελοντών που λειτουργούσαν υπό την εποπτεία τους, τα οποία λειτουργούσαν μέσω οργανώσεων συνδεόμενων με το Ενιαίο Μέτωπο.
Η οργάνωση Safeguard Defenders εκτιμά ότι τα δίκτυα αυτά μπορούν να παρέχουν πρόσβαση σε προσωπικά δεδομένα Κινέζων που ζουν στο εξωτερικό και να διευκολύνουν τις προσπάθειες ελέγχου των κοινοτήτων της διασποράς.
Η Κοστέλο και ο Νι σημειώνουν ότι η αξιοποίηση τοπικά στρατολογημένων ατόμων επιτρέπει σε πρόσωπα χωρίς επίσημη θέση στην κινεζική κυβέρνηση να αναλαμβάνουν επιχειρήσεις καταστολής, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις γνωρίζουν ελάχιστα για το ευρύτερο σχέδιο στο οποίο συμμετέχουν.
Πίεση στο Καζακστάν
Οι συντάκτες της έκθεσης του NED επισημαίνουν επίσης περιπτώσεις στις οποίες κινεζικές διπλωματικές παρεμβάσεις ενσωματώθηκαν στη νομική διαδικασία άλλης χώρας.
Δικαστήριο του Καζακστάν καταδίκασε 19 ακτιβιστές τον Απρίλιο, έπειτα από διαμαρτυρία τους για την κράτηση οδηγού φορτηγού καζακικής καταγωγής στην επαρχία Σιντζιάνγκ.
Κατά τη διαδήλωση, που πραγματοποιήθηκε τον Νοέμβριο του 2025, οι διαδηλωτές έκαψαν σημαία του κινεζικού καθεστώτος και πορτρέτο του Σι.
Σύμφωνα με στοιχεία που εξέτασε η Epoch Times, το κινεζικό προξενείο στο Αλμάτι απέστειλε την επόμενη ημέρα δύο επιστολές προς το υπουργείο Εξωτερικών του Καζακστάν, στις οποίες ανέφερε ότι η διαμαρτυρία είχε «εξαιρετικά αρνητικό αντίκτυπο» στις διμερείς σχέσεις.
Οι αρχές του Καζακστάν ξεκίνησαν ποινική έρευνα μετά τις επιστολές του κινεζικού προξενείου, οι οποίες αργότερα συμπεριλήφθηκαν στο κατηγορητήριο. Μέχρι τότε, οι ακτιβιστές είχαν βρεθεί αντιμέτωποι με πρόστιμα και σύντομες διοικητικές κρατήσεις.
Έντεκα από τους κατηγορουμένους καταδικάστηκαν σε ποινές κάθειρξης πέντε ετών. Στους υπόλοιπους οκτώ επιβλήθηκε περιορισμός της ελευθερίας τους για χρονικό διάστημα από τέσσερα έτη και οκτώ μήνες έως πέντε έτη.
Τον Ιούνιο, η αστυνομία του Καζακστάν συνέλαβε την αδελφή του ιδρυτή της Atajurt, Σερικζάν Μπιλάς, ο οποίος ζει στις Ηνωμένες Πολιτείες και δραστηριοποιείται κατά της μεταχείρισης των Ουιγούρων και των εθνοτικών Καζάκων από το Πεκίνο. Ο Μπιλάς δήλωσε στην Epoch Times ότι θεωρεί πως η σύλληψη αποτέλεσε αντίποινα για τη δράση του και πραγματοποιήθηκε υπό κινεζική πίεση.
Καταστολή με χαμηλότερο κόστος
Η Κοστέλο και ο Νι εκτιμούν ότι η τεχνητή νοημοσύνη, το λογισμικό παρακολούθησης, οι πολιτικές οργανώσεις του εξωτερικού, οι διπλωματικές πιέσεις και η χρήση πληρωμένων ενδιάμεσων προσώπων καθιστούν ευκολότερη την άσκηση διεθνικής καταστολής σε μεγάλη κλίμακα. Το Πεκίνο θα επιδείξει μεγαλύτερη αποφασιστικότητα σε χώρες όπου οι κυβερνήσεις δεν παρέχουν επαρκή προστασία σε απειλούμενους ακτιβιστές ή επιτρέπουν σε ξένους αξιωματούχους να επηρεάζουν τους τοπικούς θεσμούς.
Οι συντάκτες ζητούν αυστηρότερη ποινική δίωξη, στενότερη συνεργασία με τις κοινότητες της διασποράς που βρίσκονται στο στόχαστρο και ισχυρότερες δικλίδες προστασίας απέναντι στην κατάχρηση, από ξένες κυβερνήσεις, της αστυνομίας, της Δικαιοσύνης, των τεχνολογικών πλατφορμών και των χρηματοπιστωτικών συστημάτων.
Η έκθεση δημοσιοποιήθηκε μία ημέρα μετά την κατάθεση διακομματικού νομοσχεδίου από τους γερουσιαστές Άνταμ Σιφ (D-Calif.) και Τζον Κέρτις (R-Utah), το οποίο προβλέπει αύξηση έως και κατά 10 έτη των ποινών για ομοσπονδιακά αδικήματα που σχετίζονται με διεθνική καταστολή, καθώς και την επιβολή πρόσθετου προστίμου έως 100.000 δολαρίων.
Οι Φιλιππίνες κάλεσαν τον πρέσβη της Κίνας για εξηγήσεις και υπέβαλαν επίσημη διαμαρτυρία για βίντεο της κρατικής εφημερίδας China Daily, τα οποία, σύμφωνα με τη Μανίλα, χρησιμοποιούν ρατσιστικές και βαθιά προσβλητικές για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια απεικονίσεις των Φιλιππινέζων.
Ο υφυπουργός Εξωτερικών των Φιλιππίνων, Λέο Ερέρα-Λιμ, γνωστοποίησε επισήμως στις 16 Ιουλίου τις αντιρρήσεις της κυβέρνησης στον Κινέζο πρέσβη Τζινγκ Τσουάν και απαίτησε την απόσυρση του υλικού, σύμφωνα με το υπουργείο Εξωτερικών. Ξεχωριστή επιστολή προς τον αρχισυντάκτη της China Daily απέστειλε η πρεσβεία των Φιλιππίνων στο Πεκίνο, ζητώντας την άμεση αφαίρεση των βίντεο.
Σύμφωνα με το υπουργείο Εξωτερικών των Φιλιππίνων, η China Daily υπερέβη τα όρια της θεμιτής πολιτικής αντιπαράθεσης, καταφεύγοντας σε υποτιμητικές και ρατσιστικές απεικονίσεις που προσβάλλουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια των Φιλιππινέζων. Οι διαφωνίες επί νομικών και πολιτικών ζητημάτων, υπογράμμισε, δεν δικαιολογούν τη χρήση εικόνων που δεν έχουν θέση στον δημόσιο διάλογο υπεύθυνων κρατών.
Αφορμή για τη διαμαρτυρία αποτέλεσε βίντεο κινουμένων σχεδίων της China Daily, στο οποίο ένας πίθηκος με ενδυμασία που παραπέμπει σαφώς στις Φιλιππίνες κρατά έγγραφο με την ένδειξη «Διαιτητική Απόφαση για τη Νότια Σινική Θάλασσα». Χέρια με τις επιγραφές «ΗΠΑ» και «Ιαπωνία» ρίχνουν τον χαρακτήρα στη θάλασσα, όπου δέχεται βολή από το υδροβόλο σκάφους που μοιάζει με πλοίο της κινεζικής ακτοφυλακής.
Το βίντεο που προκάλεσε την αντίδραση
Η China Daily δημοσίευσε το βίντεο στις 10 Ιουλίου, δύο ημέρες πριν από τη δέκατη επέτειο της διαιτητικής απόφασης, στους αγγλόφωνους και κινεζόφωνους ιστοτόπους της, καθώς και σε διεθνείς πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης.
Η αγγλόφωνη σελίδα είχε τίτλο «Litter on waves: Failed maritime karaoke» («Σκουπίδια στα κύματα: Αποτυχημένο θαλάσσιο καραόκε»), ενώ η περιγραφή υποστήριζε ότι όσο δυνατότερα τραγουδούν ορισμένοι Φιλιππινέζοι πολιτικοί τόσο περισσότερο απομακρύνονται από την αλήθεια.
Ο κινεζόφωνος τίτλος εξίσωνε τη διαιτητική απόφαση με «θαλάσσια σκουπίδια». Στο συνοδευτικό κείμενο, οι Φιλιππίνες κατηγορούνταν ότι έχουν συνταχθεί με τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ιαπωνία και άλλες εξωτερικές δυνάμεις, με την προειδοποίηση ότι τελικά θα καταλήξουν θύμα τους.
Σύμφωνα με το υπουργείο Εξωτερικών των Φιλιππίνων, η οπτική απεικόνιση απαξίωνε συλλογικά τους Φιλιππινέζους και αποτελούσε μέρος σειράς σχολιαστικών βίντεο της China Daily κατά της διαιτητικής απόφασης.
Ο υπουργός Άμυνας των Φιλιππίνων, Τζιλμπέρτο Τεοντόρο Τζούνιορ, χαρακτήρισε την ανάρτηση «αποκαλυπτική εικόνα» του «κινεζικού κομμουνιστικού μηχανισμού» και της στάσης του απέναντι στον φιλιππινέζικο λαό. Η προσφυγή στον εξευτελισμό ενός άλλου ανθρώπου, επεσήμανε, αποτελεί σαφή ένδειξη ότι τα επιχειρήματα στερούνται νομιμοποίησης, αλήθειας και λογικής.
Η China Daily είναι κρατικό μέσο ενημέρωσης, υπό τον αυστηρό έλεγχο του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας (ΚΚΚ).
Καταδίκη από Φιλιππινέζους αξιωματούχους
Ο σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας Εντουάρντο Σ.Λ. Ομπάν Τζούνιορ απέρριψε τον ισχυρισμό ότι το βίντεο αποτελεί σάτιρα, χαρακτηρίζοντάς το «μεθοδευμένη απόπειρα απαξίωσης μιας νομικής αλήθειας που διατηρεί ακέραιη την ισχύ της εδώ και μία δεκαετία».
Κατά τον Ομπάν, η αδυναμία του Πεκίνου να ανατρέψει τη διαιτητική απόφαση οδήγησε το κομματικό κράτος να εγκαταλείψει τη λογική και να στραφεί στον εκφοβισμό και στη ρατσιστική εικονογραφία, προκειμένου να αποσπάσει την προσοχή από τις παράνομες ενέργειές του. Οι ρατσιστικές γελοιογραφικές απεικονίσεις και τα κατασκευασμένα αφηγήματα δεν μπορούν να διαγράψουν τα νομικά δεδομένα, αλλά αποκαλύπτουν την απουσία αξιόπιστης νομικής απάντησης.
Ο πρόεδρος της Γερουσίας, Σέργουιν Γκατσαλιάν, διέκρινε την πολιτική έκφραση από τη φυλετική απαξίωση, επισημαίνοντας ότι η ελευθερία του λόγου δεν αφήνει περιθώριο για ρατσισμό. Από την πλευρά του, ο εκπρόσωπος της ακτοφυλακής των Φιλιππίνων, υποναύαρχος Τζέι Ταριέλα, χαρακτήρισε το βίντεο «απροκάλυπτα ρατσιστικό και ευθεία χλεύη του διεθνούς δικαίου».
Η China Daily έβαλε στη συνέχεια ευθέως στο στόχαστρο τον Ταριέλα. Σε ανάρτησή της στις 17 Ιουλίου επέκρινε τις σπουδές που είχε πραγματοποιήσει νωρίτερα στην Ιαπωνία και υποστήριξε ότι οι δημόσιες τοποθετήσεις του ευθυγραμμίζονταν με τις θαλάσσιες δραστηριότητες του Τόκυο.
Ερωτηθείς την ίδια ημέρα για την καταδίκη του υλικού από τη Μανίλα και το αίτημα απόσυρσής του, ο εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών της Κίνας, Λιν Τζιάν, απέφυγε να σχολιάσει και επανέλαβε την απόρριψη της διαιτητικής διαδικασίας από το Πεκίνο.
Η διπλωματική διαμαρτυρία υποβλήθηκε λίγες ημέρες προτού οι Φιλιππίνες φιλοξενήσουν, από τις 22 έως τις 24 Ιουλίου στη μητροπολιτική περιοχή της Μανίλας, τους υπουργούς Εξωτερικών της Ένωσης Κρατών της Νοτιοανατολικής Ασίας (ASEAN) και εκπροσώπους των εταίρων διαλόγου της. Στο πρόγραμμα περιλαμβάνεται και υπουργική σύνοδος ASEAN–Κίνας.
Η απόφαση που απέρριψε τις αξιώσεις του Πεκίνου
Οι Φιλιππίνες προσέφυγαν κατά της Κίνας το 2013, βάσει της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας. Η απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου, που εκδόθηκε στις 12 Ιουλίου 2016, απέρριψε τη νομική βάση των κινεζικών αξιώσεων περί ιστορικών δικαιωμάτων επί των πόρων σε μεγάλο μέρος της Νότιας Σινικής Θάλασσας.
Το δικαστήριο έκρινε ότι κανένα από τα διαφιλονικούμενα νησιά Σπράτλι δεν μπορούσε να θεμελιώσει αποκλειστική οικονομική ζώνη 200 ναυτικών μιλίων και ότι η Κίνα είχε παραβιάσει τα κυριαρχικά δικαιώματα των Φιλιππίνων σε τμήματα της αποκλειστικής οικονομικής ζώνης τους.
Η απόφαση δεν έκρινε το ζήτημα της κυριαρχίας επί των νησιών ούτε οριοθέτησε θαλάσσια σύνορα μεταξύ των δύο χωρών. Η Κίνα αρνήθηκε να συμμετάσχει στη διαδικασία και εξακολουθεί να απορρίπτει το αποτέλεσμα, ενώ το δικαστήριο είχε καταστήσει σαφές ότι η απόφαση ήταν τελεσίδικη και δεσμευτική και για τις δύο πλευρές.
Η διαιτητική απόφαση παραμένει βασικό έρεισμα των ενστάσεων της Μανίλας στις επιχειρήσεις της κινεζικής ακτοφυλακής και της θαλάσσιας πολιτοφυλακής σε ύδατα εντός της αποκλειστικής οικονομικής ζώνης των Φιλιππίνων.
Παρά την επίσημη διαμαρτυρία της Μανίλας και το αίτημά της για απόσυρση του υλικού, κατά τον χρόνο δημοσίευσης το βίντεο παρέμενε διαθέσιμο στους αγγλόφωνους και κινεζόφωνους ιστοτόπους της China Daily, καθώς και στους λογαριασμούς της στο Facebook και στο YouTube.
Μετά από διμερή συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου στο Μπρυλ, η Γαλλία και η Γερμανία ανακοίνωσαν σημαντική ενίσχυση της στρατιωτικής τους συνεργασίας. Οι γερμανικές δυνάμεις θα συμμετάσχουν στις γαλλικές πυρηνικές ασκήσεις που ξεκινούν φέτος, σηματοδοτώντας ένα συμβολικό βήμα προς τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού αμυντικού μέσου. Παράλληλα, θα επαναπροσδιορίσουν τα στρατιωτικά βιομηχανικά τους έργα μετά την αποτυχία του προγράμματος FCAS.
«Η Γερμανία και η Γαλλία εμβαθύνουν την αμυντική τους συνεργασία. Ενισχύουμε την ευρωπαϊκή αποτροπή, συμμετέχοντας φέτος σε πυρηνική άσκηση με τις γαλλικές ένοπλες δυνάμεις», δήλωσε ο Γερμανός ηγέτης στο X μετά τη διμερή συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου που πραγματοποιήθηκε στο Μπρυλ, κοντά στην Κολωνία, στη δυτική Γερμανία. Αυτή η άνευ προηγουμένου στρατηγική προσέγγιση σηματοδοτεί ένα συμβολικό βήμα προς την «ευρωπαϊκή αποτροπή» που υποστηρίζουν το Βερολίνο και το Παρίσι.
Η παρουσία ενός Rafale από τις γαλλικές στρατηγικές δυνάμεις στην αεροπορική βάση Nörvenich, όπου οι Μερτς και Μακρόν πραγματοποίησαν αμυντικό συμβούλιο το πρωί της Παρασκευής, «σηματοδότησε το πρώτο επιχειρησιακό βήμα» αυτής της συνεργασίας, επιβεβαίωσαν σε τελική γραπτή δήλωση.
Τι είναι η «προηγμένη αποτροπή»
Σε ομιλία του στις 2 Μαρτίου, ο Εμ. Μακρόν περιέγραψε την έννοια της «προηγμένης αποτροπής», στην οποία συμμετέχουν οκτώ ευρωπαϊκές χώρες, επισημαίνοντας ότι η συνεργασία δεν θα περιλαμβάνει «καμία συμμετοχή στην τελική απόφαση» για την εμπλοκή σε πυρηνικά πυρά, η οποία θα παραμείνει αποκλειστικό προνόμιο του Γάλλου προέδρου.
Αυτή η προηγμένη αποτροπή προσφέρει τη δυνατότητα στις χώρες-εταίρους να συμμετάσχουν σε γαλλικές πυρηνικές ασκήσεις, με συμβατικά μέσα, ενώ η Γαλλία θα αναπτύξει προσωρινά αεροσκάφη Rafale ικανά να μεταφέρουν την ατομική βόμβα.
Οι εταίροι του Παρισιού θα μπορούν να συμμετάσχουν στην αποτροπή σε τρία σημεία: έγκαιρη προειδοποίηση (συμπεριλαμβανομένων των ραντάρ), επιθέσεις σε βάθος και αντιπυραυλική άμυνα.
Για να διασφαλιστεί η αξιοπιστία της αποτροπής, οι γαλλικές δυνάμεις διεξάγουν την άσκηση «Poker» τέσσερις φορές τον χρόνο – μια αεροπορική επιχείρηση διάρκειας περίπου δέκα ωρών που προσομοιώνει μια πυρηνική επίθεση σε πολύ χαμηλό υψόμετρο και πολύ υψηλή ταχύτητα εναντίον μιας αντίπαλης δύναμης. Βρετανοί αξιωματούχοι μπόρεσαν να παρακολουθήσουν μια άσκηση Poker για πρώτη φορά τον Δεκέμβριο.
«Αυτή η συνεργασία συμπληρώνει, αλλά δεν αντικαθιστά, την πυρηνική αποτροπή του Οργανισμού Βορειοατλαντικού Συμφώνου (ΝΑΤΟ)», αλλά θα «συμβάλει στην ενίσχυση της αποτροπής στην Ευρώπη και στην ενίσχυση της ασφάλειας» της ηπείρου, σεβόμενο παράλληλα τις «διεθνείς νομικές υποχρεώσεις και των δύο χωρών», σημειώνουν οι δύο χώρες.
Μετά το FCAS: Προς μια νέα βιομηχανική στρατηγική
Μετά την παταγώδη αποτυχία του κοινού έργου Future Combat Air System (FCAS), οι δύο χώρες συμφώνησαν να εργαστούν πάνω σε «ένα κοινό πρότυπο για τη διασφάλιση της διαλειτουργικότητας» μεταξύ όλων των συστημάτων μάχης εν πτήσει, από τα μη επανδρωμένα μέχρι τα μαχητικά αεροσκάφη.
Σύμφωνα με τον Εμμανουέλ Μακρόν, το Παρίσι και το Βερολίνο «έβγαλαν ένα συμπέρασμα από την αποτυχία του FCAS», αναπροσανατολίζοντας την κοινή αμυντική τους στρατηγική προς «πολύ πιο στοχευμένα» έργα, όπου οι πολιτικοί ηγέτες πρέπει να έρθουν πιο κοντά στους βιομηχάνους για να «μην αφήσουν αυτά τα έργα να εκτροχιαστούν».
Η Λετονία ενίσχυσε την προστασία δύο κρίσιμων ενεργειακών εγκαταστάσεων, μετά τη λήψη πληροφοριών σύμφωνα με τις οποίες η Ρωσία ενδέχεται να σχεδιάζει επίθεση στην περιοχή της Βαλτικής. Σε συνέντευξή του στο Reuters στις 16 Ιουλίου, ο πρωθυπουργός Άντρις Κούλμπεργκ γνωστοποίησε ότι αυξήθηκαν τα μέτρα ασφαλείας στη μεγάλη υπόγεια εγκατάσταση αποθήκευσης φυσικού αερίου στο Ιντσούκαλνς και γύρω από υδροηλεκτρικό φράγμα ανάντη της πρωτεύουσας Ρίγας.
Σύμφωνα με την εκτίμησή του, οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει η Ρωσία στο πεδίο της μάχης στην Ουκρανία ωθούν τη Μόσχα στην αναζήτηση μιας γρήγορης επιτυχίας, με αποτέλεσμα η ενδεχόμενη υβριδική απειλή να είναι μεγαλύτερη από ό,τι στο παρελθόν. Προειδοποίησε, μάλιστα, ότι οποιαδήποτε εξέλιξη είναι πιθανή.
Η λετονική απόφαση ακολούθησε ανάλογες προειδοποιήσεις ηγετών των χωρών της Βαλτικής και της Πολωνίας. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που επικαλέστηκαν, δυτικές υπηρεσίες εκτιμούν ότι η Μόσχα ενδέχεται να προετοιμάζει επιθέσεις εναντίον υποδομών στην περιοχή, η οποία συνορεύει με τη Ρωσία. Ο Κούλμπεργκ είχε ήδη συζητήσει το θέμα με τον γενικό γραμματέα του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούττε, από τον οποίο ζήτησε την αποστολή πρόσθετων μέσων αντιαεροπορικής άμυνας και συμμαχικών στρατευμάτων στην περιοχή.
Ο Λετονός πρωθυπουργός ανέλαβε τα καθήκοντά του τον περασμένο μήνα, μετά την κατάρρευση της προηγούμενης κυβέρνησης. Η προκάτοχός του, Εβίκα Σιλίνια, παραιτήθηκε στις 14 Μαΐου, εν μέσω πολιτικής κρίσης για την αδυναμία της χώρας να προστατεύσει τους πολίτες της από ουκρανικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη που είχαν παρεκκλίνει από την πορεία τους και εισέλθει στον λετονικό εναέριο χώρο.
Η Ουκρανία απέδωσε τα περιστατικά στον ρωσικό ηλεκτρονικό πόλεμο, υποστηρίζοντας ότι οι ρωσικές δυνάμεις εξέτρεπαν σκοπίμως τα ουκρανικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη από τους στόχους τους.
Αντίστοιχα μέτρα στη Λιθουανία
Η Λιθουανία είχε ανακοινώσει νωρίτερα μέσα στην εβδομάδα ότι ενισχύει προληπτικά την προστασία εγκαταστάσεων μεταφορών και ενέργειας, αφού έλαβε πληροφορίες για σχεδιαζόμενες ρωσικές επιθέσεις σε κρίσιμες υποδομές.
Ο πρόεδρος Γκιτάνας Ναουσέντα επιβεβαίωσε στο πρακτορείο BNS στις 15 Ιουλίου την ύπαρξη σχετικών πληροφοριών, διευκρινίζοντας ότι αφορούσαν κινητικές επιχειρήσεις. Δεν επρόκειτο, σύμφωνα με τον ίδιο, για ενέργειες μεγάλης κλίμακας, αλλά για στοχευμένες επιχειρήσεις που θα μπορούσαν, κατά πάσα πιθανότητα, να στραφούν εναντίον εγκαταστάσεων κρίσιμων υποδομών.
Οι λιθουανικές υπηρεσίες πληροφοριών δεν γνώριζαν επακριβώς ποιοι στόχοι θα μπορούσαν να πληγούν ή πότε. Είχαν μόνο ενδείξεις, σύμφωνα με τον Ναουσέντα, ότι τέτοιες επιχειρήσεις βρίσκονταν υπό σχεδιασμό.
Την ίδια ημέρα, ο πρόεδρος της Λετονίας, Έντγκαρς Ρίνκεβιτς, υποστήριξε ότι πληροφορίες από κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ έδειχναν πως η Ρωσία είχε ήδη επιχειρήσει ενέργειες δολιοφθοράς. Μιλώντας σε συνέντευξη Τύπου στο Βίλνιους μαζί με τον Ναουσέντα, απέδωσε την εκτίμηση σε στοιχεία λιθουανικών, λετονικών και άλλων υπηρεσιών χωρών του ΝΑΤΟ, τα οποία καταδείκνυαν απόπειρες δολιοφθοράς και υπονόμευσης της ασφάλειας στις χώρες τους. Δεν διευκρίνισε ποια κράτη είχαν αποτελέσει στόχο.
Η απάντηση του Κρεμλίνου
Το Κρεμλίνο απέρριψε τους ισχυρισμούς. Σχολιάζοντας στις 15 Ιουλίου τις δηλώσεις του Ναουσέντα, ο εκπρόσωπός του, Ντμίτρι Πεσκόφ, έκανε λόγο για νέο κύμα «καλλιέργειας φόβου», το οποίο αποσκοπεί, κατά τη ρωσική πλευρά, στη χειραγώγηση των πολιτών και σε προσπάθεια περαιτέρω στρατιωτικοποίησης , σύμφωνα με το ρωσικό κρατικό πρακτορείο TASS.
Κατά τον Πεσκόφ, η Λιθουανία και οι υπόλοιπες χώρες της Βαλτικής καλλιεργούν τον φόβο μιας υποτιθέμενης ρωσικής απειλής, προκειμένου να εξασφαλίσουν την ανάπτυξη περισσότερων δυνάμεων του ΝΑΤΟ στην περιοχή.
Ο Άντυ Μπέρναμ ανέλαβε την Παρασκευή την ηγεσία του κυβερνώντος Εργατικού Κόμματος, ολοκληρώνοντας το τελευταίο βήμα προτού γίνει ο έβδομος πρωθυπουργός της Βρετανίας μέσα σε μία δεκαετία πολιτικής αναταραχής. Ο πρώην δήμαρχος του Μείζονος Μάντσεστερ επιβεβαιώθηκε ως νέος ηγέτης σε ειδική κομματική διάσκεψη στο Λονδίνο, έχοντας εξασφαλίσει τη συντριπτική υποστήριξη των Εργατικών βουλευτών.
Ο Μπέρναμ είχε μόλις επιστρέψει στην κεντρική πολιτική σκηνή ως βουλευτής του Μάκερφηλντ, έπειτα από μία δεκαετία σχεδόν στην περιφερειακή αυτοδιοίκηση. Επανήλθε στη Βουλή των Κοινοτήτων με δεδηλωμένο στόχο να αμφισβητήσει τον πρωθυπουργό Κηρ Στάρμερ, ο οποίος παραιτήθηκε στις 22 Ιουνίου λόγω πίεσης από το ίδιο του το κόμμα. Ο Μπέρναμ θεωρείται περισσότερο σοσιαλιστής από τον Στάρμερ, ιδίως στα οικονομικά ζητήματα.
Θα διοριστεί επισήμως πρωθυπουργός όταν ο βασιλιάς Κάρολος του αναθέσει τον σχηματισμό κυβέρνησης. Πρόκειται για τυπική διαδικασία, καθώς, στο πλαίσιο της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας του Ηνωμένου Βασιλείου, ο ηγέτης του κόμματος που έχει την πλειοψηφία στη Βουλή των Κοινοτήτων καλείται να ηγηθεί της κυβέρνησης. Ωστόσο, επικριτές του Μπέρναμ, ακόμη και ορισμένα στελέχη των Εργατικών, έχουν εκφράσει ανησυχίες για τον τρόπο με τον οποίο επέστρεψε στη Βουλή και για την αιφνίδια άνοδό του στην κομματική ηγεσία και την πρωθυπουργία.
Ανησυχητική η άνοδος του Reform για τους Εργατικούς
Κανένας Εργατικός βουλευτής δεν κατέβηκε απέναντι στον Μπέρναμ στην κούρσα για την ηγεσία, καθώς το κόμμα συσπειρώθηκε σε μεγάλο βαθμό γύρω από την υποψηφιότητά του. Ο πρώην βουλευτής Τζος Σάιμονς παραιτήθηκε από την έδρα του Μάκερφηλντ, προκαλώντας επαναληπτική εκλογή με ρητό σκοπό να επιστρέψει στη Βουλή ο Μπέρναμ, το φαβορί του κόμματος μετά τη μεταστροφή του εναντίον του Στάρμερ.
Το βαρύ κλίμα στους Εργατικούς είχε διαμορφωθεί από την καταστροφική επίδοσή τους στις τοπικές εκλογές του Μαΐου και τη δημοσκοπική άνοδο του ανερχόμενου δεξιού κόμματος Reform UK του Νάιτζελ Φάρατζ.
Δημοφιλής κατά τη θητεία του ως δήμαρχος του Μείζονος Μάντσεστερ, αξίωμα στο οποίο επανεξελέγη δύο φορές, ο Μπέρναμ θεωρήθηκε η μεγαλύτερη ελπίδα των Εργατικών για την αντιστροφή της πορείας τους πριν από τις επόμενες εθνικές εκλογές, οι οποίες κανονικά δεν αναμένονται πριν από το 2029.
Ο Στάρμερ ήταν ο έβδομος πρωθυπουργός των Εργατικών και εκείνος με τη συντομότερη θητεία, παραμένοντας στην Ντάουνινγκ Στρητ για λίγο λιγότερο από δύο χρόνια. Είχε αναλάβει την πρωθυπουργία αφότου οδήγησε το κόμμα σε σαρωτική εκλογική νίκη τον Ιούλιο του 2024.
Η αναπληρώτρια ηγέτιδα των Εργατικών, Λούσυ Πάουελ, απέτισε φόρο τιμής στον απερχόμενο πρωθυπουργό, εκτιμώντας ότι θα μείνει στη μνήμη για την ανατροπή της πορείας του κόμματος και την επαναφορά του σε εκλόγιμη θέση, έπειτα από δεκατέσσερα χρόνια διακυβέρνησης των Συντηρητικών.
Ομόφωνη στήριξη από τα συνδικάτα
Ο Μπέρναμ εξασφάλισε την υποψηφιότητα 379 από τους 403 Εργατικούς βουλευτές, υπερβαίνοντας κατά πολύ το απαιτούμενο όριο, ενώ έλαβε τη στήριξη και των έντεκα συνδικάτων που συνδέονται με το κόμμα.
Αποτίνοντας φόρο τιμής στον Στάρμερ, διαβεβαίωσε ότι ήταν έτοιμος να οικοδομήσει πάνω στα θεμέλια που εκείνος έθεσε. Ο απερχόμενος ηγέτης δεν παρέστη στη διάσκεψη, καθώς είχε μεταβεί στην Ουκρανία για να συναντηθεί την Πέμπτη με τον πρόεδρο Βολοντίμιρ Ζελένσκι.
Οι δύο άνδρες έχουν συνεργαστεί και στο παρελθόν. Το 2015, ο Στάρμερ είχε στηρίξει την υποψηφιότητα του Μπέρναμ για την ηγεσία των Εργατικών, όταν εκείνος κατέλαβε τη δεύτερη θέση πίσω από τον βετεράνο προοδευτικό πολιτικό Τζέρεμυ Κόρμπιν.
Η πολιτική κατεύθυνση του Μπέρναμ
Ο Μπέρναμ ευχαρίστησε τους βουλευτές για την υποστήριξή τους, χάρη στην οποία οι Εργατικοί λειτούργησαν σαν ενωμένο κόμμα, και δεσμεύτηκε να θέσει τη δύναμη αυτής της ενότητας στην υπηρεσία των ανθρώπων και των περιοχών που έχουν θέσει τις ελπίδες τους στην πολιτική.
Μιλώντας ενώπιον μελών του κόμματος, μεταξύ των οποίων και ο πρώην ηγέτης Νηλ Κίνοκ, υποσχέθηκε ότι οι Εργατικοί θα προχωρήσουν με τόλμη και αυτοπεποίθηση, παραμένοντας πιστοί στην πολιτική τους ταυτότητα.
Προανήγγειλε μια κατεύθυνση με σαφώς εργατικό χαρακτήρα, ξεκαθαρίζοντας ότι το κόμμα δεν θα επιχειρήσει να εμφανιστεί περισσότερο «πράσινο» από τους Πράσινους ή περισσότερο μεταρρυθμιστικό από το ίδιο το Reform, ούτε θα επαναλάβει την πρακτική του παρελθόντος υιοθετώντας υπερβολικά πολλές συντηρητικές θέσεις. Η αναφορά αυτή φάνηκε να παραπέμπει στον επί σειρά ετών Εργατικό πρωθυπουργό Τόνυ Μπλαιρ, ο οποίος δεν εθεάθη στο ακροατήριο.
Ενώ εντείνονται οι εικασίες για τα πρόσωπα που θα στελεχώσουν την ηγετική του ομάδα — ιδίως στα υπουργεία Οικονομικών, Εσωτερικών και Εξωτερικών — ο Μπέρναμ ξεκαθάρισε ότι δεν έχει ακόμη αποφασίσει σε ποιους θα προτείνει να αναλάβουν τα συγκεκριμένα χαρτοφυλάκια.
Διαδηλώσεις προκάλεσε στην Ουκρανία η απόφαση του προέδρου Βολοντίμιρ Ζελένσκι να απομακρύνει τον υπουργό Άμυνας Μιχαΐλο Φεντόροφ. Περισσότεροι από 1.000 άνθρωποι συγκεντρώθηκαν στο Κίεβο ζητώντας την ανάκληση της απόφασης, ενώ ο αναπληρωτής διοικητής της ουκρανικής Πολεμικής Αεροπορίας, Πάβλο Γελιζάροφ, υπέβαλε την παραίτησή του σε ένδειξη διαμαρτυρίας.
Ο Φεντόροφ απομακρύνθηκε στο πλαίσιο ευρύτερου κυβερνητικού ανασχηματισμού, κατά τον οποίο παύθηκε και η πρωθυπουργός Γιούλια Σβιριντένκο. Ο Ζελένσκι είχε υποστηρίξει την Κυριακή ότι η κυβέρνηση και οι αρχές επιβολής του νόμου χρειάζονται «ανανέωση».
Στις 16 Ιουλίου, περισσότεροι από 1.000 άνθρωποι συγκεντρώθηκαν έξω από το Προεδρικό Γραφείο στο Κίεβο. Οι διαδηλωτές φώναζαν «Ντροπή!» και κρατούσαν πλακάτ με συνθήματα όπως «Για ποιο λόγο;» και «Οι Ρώσοι πανηγυρίζουν». Ένας από τους παρευρισκομένους, ο οποίος συστήθηκε ως Αλί, περιέγραψε το αίτημα των συγκεντρωμένων λέγοντας ότι επιθυμούσαν αναβάθμιση και όχι υποβάθμιση.
Οι κινητοποιήσεις θύμισαν τις διαδηλώσεις του Ιουλίου του 2025 κατά των αλλαγών που είχε προωθήσει ο Ζελένσκι στις ουκρανικές υπηρεσίες καταπολέμησης της διαφθοράς και οι οποίες τελικά ανακλήθηκαν.
Ο 35χρονος Φεντόροφ πιστώνεται με την τεχνολογική αναβάθμιση του ουκρανικού στρατού και την ενίσχυση της χρήσης μη επανδρωμένων αεροσκαφών στο πεδίο των επιχειρήσεων. Τα συστήματα αυτά έχουν συμβάλει στην πρόοδο που έχει καταγράψει η Ουκρανία τους τελευταίους μήνες, καθώς το Κίεβο επικεντρώνεται σε πλήγματα κατά εγκαταστάσεων παραγωγής οπλικών συστημάτων και υποδομών καυσίμων στη Ρωσία, με στόχο να περιορίσει τις στρατιωτικές δυνατότητες της Μόσχας.
Ο Πάβλο Γελιζάροφ, ο οποίος κατέστησε σαφές ότι με την παραίτησή του αντιδρούσε στην παύση του Φεντόροφ, είχε καίριο ρόλο στις επιχειρήσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη.
Η απομάκρυνση αποκαλύπτει τη ρήξη με τον Σίρσκι
Η απομάκρυνση του υπουργού έφερε στην επιφάνεια τις εντάσεις με τον αρχηγό των ουκρανικών ενόπλων δυνάμεων, στρατηγό Ολεξάντρ Σίρσκι.
Σε συνέντευξη Τύπου την Πέμπτη, ο Φεντόροφ κατηγόρησε τον Σίρσκι ότι τον υπονόμευε σκόπιμα και εμπόδιζε όλες τις πρωτοβουλίες που είχε προτείνει. Υποστήριξε ακόμη ότι, παρά τα προβλήματα που είχαν συζητήσει, ο στρατηγός δεν ήταν έτοιμος να τον κοιτάξει στα μάτια και να μιλήσει ανοιχτά γι’ αυτά. Αντί να αναζητά τρόπους για την «ασύμμετρη ήττα» της Ρωσίας, κατά τον πρώην υπουργό, εργαζόταν για να διχάσει τη χώρα.
Ο 60χρονος Σίρσκι δεν απάντησε στις κατηγορίες. Περιορίστηκε να ζητήσει να παραμείνει η προσοχή στραμμένη στην πολεμική προσπάθεια της Ουκρανίας και ευχαρίστησε τον Φεντόροφ για το έργο του.
Ο Χμάρα αναλαμβάνει προσωρινά το υπουργείο Άμυνας
Προτού αναλάβει το υπουργείο Άμυνας τον Ιανουάριο του 2026, ο Φεντόροφ είχε διατελέσει πρώτος υπουργός Ψηφιακού Μετασχηματισμού της Ουκρανίας. Κατά τη διάρκεια της θητείας του στο υπουργείο Άμυνας προώθησε τον περιορισμό της γραφειοκρατίας, την ευρύτερη χρήση μη επανδρωμένων αεροσκαφών και μια στρατηγική επιχειρήσεων βασισμένη στην ανάλυση δεδομένων.
Δέχθηκε, ωστόσο, επικρίσεις επειδή δεν υλοποίησε τη δέσμευσή του για ταχεία μεταρρύθμιση της διαδικασίας στρατολόγησης, την ώρα που οι ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις αντιμετωπίζουν ελλείψεις προσωπικού.
Στις 16 Ιουλίου, ο Ζελένσκι ανακοίνωσε ότι καθήκοντα προσωρινού υπουργού Άμυνας αναλαμβάνει ο Γεβγένι Χμάρα, έως τότε προσωρινός επικεφαλής της Υπηρεσίας Ασφαλείας της Ουκρανίας (SBU). Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X, επεσήμανε ότι ο Χμάρα διαθέτει εκτεταμένη και, από πολλές απόψεις, πρωτοφανή εμπειρία σε πολεμικές επιχειρήσεις με τη χρήση τεχνολογίας, υπογραμμίζοντας ότι σε αυτόν τον τομέα πρέπει να επικεντρωθούν οι αμυντικές προσπάθειες της χώρας.
Η μονάδα ειδικών επιχειρήσεων Alpha της SBU, της οποίας είχε προηγουμένως ηγηθεί ο Χμάρα, έχει διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο τους τελευταίους μήνες στις επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη μεγάλου βεληνεκούς εναντίον ρωσικών πετρελαϊκών υποδομών και εγκαταστάσεων της αμυντικής βιομηχανίας.
Ο Ζελένσκι γνωστοποίησε ότι θα ζητήσει από τους βουλευτές να εγκρίνουν τη μόνιμη τοποθέτηση του Χμάρα στο υπουργείο Άμυνας.
Για έβδομη διαδοχική νύχτα συνεχίστηκαν τα αμερικανικά πλήγματα στο Ιράν, με στόχους στρατιωτικές εγκαταστάσεις, υπόγειες αποθήκες οπλισμού και υποδομές επιτήρησης. Ιρανικά μέσα ανέφεραν παράλληλα επιθέσεις σε γέφυρες, σήραγγες και άλλες υποδομές στο νότιο τμήμα της χώρας, ενώ η Τεχεράνη διεύρυνε τα αντίποινά της σε κράτη της Μέσης Ανατολής που φιλοξενούν αμερικανικές δυνάμεις.
Η Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ (CENTCOM) γνωστοποίησε ότι ο τελευταίος γύρος πληγμάτων ολοκληρώθηκε περίπου στις 05:00 π.μ. (τοπική ώρα). Οι στόχοι περιελάμβαναν εγκαταστάσεις επιτήρησης, υποδομές στρατιωτικής εφοδιαστικής υποστήριξης, υπόγειους χώρους αποθήκευσης όπλων και ναυτικές δυνατότητες του Ιράν.
Σε χωριστή ανακοίνωση, η CENTCOM επιβεβαίωσε ότι οι αμερικανικές δυνάμεις είχαν καταστρέψει την προηγουμένη τον πύργο επιτήρησης του λιμανιού Σαχίντ Καλαντάρι στο Τσαχ Μπαχάρ. Κατά την αμερικανική διοίκηση, η εγκατάσταση αποτελούσε τμήμα δικτύου θαλάσσιας επιτήρησης κατά μήκος των ιρανικών ακτών στον Κόλπο του Ομάν, το οποίο χρησιμοποιούνταν επί δεκαετίες από το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC) για την παρακολούθηση πλοίων και τον συντονισμό επιθέσεων στα Στενά του Ορμούζ.
Η καταστροφή του πύργου περιορίζει άμεσα, σύμφωνα με τη CENTCOM, την ικανότητα του IRGC να οργανώνει επιθέσεις εναντίον πληρωμάτων εμπορικών πλοίων και συμβάλλει στην προστασία της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας. Η αμερικανική διοίκηση διευκρίνισε ότι από την προστασία αυτή εξαιρούνται πλοία που επιχειρούν να παραβιάσουν τον αποκλεισμό των ιρανικών λιμανιών.
Σε βίντεο που έδωσε στη δημοσιότητα η CENTCOM φέρεται να καταγράφεται η στιγμή του πλήγματος, ενώ σε μεταγενέστερα πλάνα ο πύργος εμφανίζεται σχεδόν ολοσχερώς κατεστραμμένος.
Ενισχύεται η αμερικανική παρουσία
Οι Ηνωμένες Πολιτείες ανέπτυξαν στην περιοχή πρόσθετα μαχητικά αεροσκάφη, μη επανδρωμένα εναέρια συστήματα και πολεμικά πλοία, επιδιώκοντας, σύμφωνα με την Ουάσιγκτον, να ασκήσουν πίεση στο Ιράν για τις επιθέσεις εναντίον εμπορικών πλοίων στα Στενά του Ορμούζ.
Περισσότεροι από 50.000 Αμερικανοί στρατιώτες επιχειρούν σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή και παραμένουν σε πλήρη επιχειρησιακή ετοιμότητα, σύμφωνα με ανάρτηση της CENTCOM στην πλατφόρμα X.
Η προσωρινή συμφωνία του Ιουνίου για τον τερματισμό του πολέμου κατέρρευσε στις 7 Ιουλίου, έπειτα από ιρανικές επιθέσεις σε εμπορικά πλοία στα Στενά. Η συμφωνία προέβλεπε τον ελεύθερο διάπλου του πορθμού, από όπου διέρχεται σημαντικό μέρος των παγκόσμιων μεταφορών πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες απάντησαν με νέα αεροπορικά πλήγματα, ενώ στις 14 Ιουλίου επανέφεραν τον αποκλεισμό της κίνησης προς και από τα ιρανικά λιμάνια. Κατά τις τρεις πρώτες ημέρες της εφαρμογής του, οι αμερικανικές δυνάμεις ανακατεύθυναν τέσσερα εμπορικά πλοία, ακινητοποίησαν ένα ακόμη και πραγματοποίησαν νηοψία σε δεύτερο, προκειμένου, κατά τη CENTCOM, να διασφαλίσουν τη συμμόρφωσή τους.
Η Τεχεράνη επιμένει ότι τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν κλειστά. Ιρανικές δυνάμεις έχουν ανοίξει πυρ εναντίον πλοίων που επιχειρούν να χρησιμοποιήσουν θαλάσσιο διάδρομο υποστηριζόμενο από το Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ, κατά μήκος της νότιας ακτής κοντά στο Ομάν. Η ιρανική κυβέρνηση έχει διαμηνύσει ότι θα επιτρέπει τη διέλευση μόνο από διαδρομές τις οποίες έχει εγκρίνει εκ των προτέρων.
Ιρανικά αντίποινα σε χώρες της περιοχής
Ως απάντηση στις αμερικανικές επιχειρήσεις, το Ιράν ανακοίνωσε επιθέσεις σε στόχους στο Μπαχρέιν, στο Κατάρ και στο Κουβέιτ, όπου λειτουργούν αμερικανικές αεροπορικές βάσεις.
Ο στρατός του Κουβέιτ γνωστοποίησε ότι τα συστήματα αεράμυνας αντιμετώπισαν απειλές από ιρανικούς πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη, καλώντας τους κατοίκους να ακολουθούν τις οδηγίες ασφαλείας. Οι αρχές της χώρας ανακοίνωσαν επίσης ότι επλήγη εγκατάσταση παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και αφαλάτωσης νερού. Η επίθεση προκάλεσε ζημιές, πυρκαγιά και διακοπή της λειτουργίας πολλών μονάδων ηλεκτροπαραγωγής, σύμφωνα με την Kuwait Times.
Στην Ιορδανία, οι ένοπλες δυνάμεις ανακοίνωσαν ότι στις 18 Ιουλίου τα συστήματα αεράμυνας αναχαίτισαν και κατέρριψαν δέκα ιρανικούς πυραύλους που κατευθύνονταν προς το έδαφος του βασιλείου, σύμφωνα με ανακοίνωση που μετέδωσε το κρατικό πρακτορείο Petra.
Το Ιράν επιβεβαίωσε ακόμη ότι εξαπέλυσε επίθεση στη Συρία — κατά τα φαινόμενα για πρώτη φορά από την έναρξη του πολέμου — με στόχο εγκατάσταση στην Τανφ, την οποία περιέγραψε ως αμερικανική βάση ειδικών δυνάμεων. Κατά το κρατικό πρακτορείο IRNA, ιρανικές δυνάμεις επιτέθηκαν επίσης σε αμερικανικό σταθμό ραντάρ στο Ομάν.
Γέφυρες και άλλες υποδομές στο στόχαστρο
Ιρανικά κρατικά μέσα μετέδωσαν ότι τουλάχιστον πέντε γέφυρες επλήγησαν στο νότιο τμήμα της χώρας. Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, επτά άνθρωποι σκοτώθηκαν σε επιθέσεις εναντίον γεφυρών στη λιμενική πόλη Μπαντάρ Χαμίρ, όπου χτυπήθηκε και σιδηροδρομικός σταθμός.
Πλήγμα αναφέρθηκε επίσης στο αεροδρόμιο της Ιρανσάχρ, ανατολικότερα, σε επαρχία που συνορεύει με το Πακιστάν. Στις 18 Ιουλίου, ιρανικά μέσα μετέδωσαν ακόμη ότι αμερικανικές επιθέσεις έπληξαν γέφυρες και σήραγγες στη νότια επαρχία Χορμοζγκάν.
Ο ιρανικός στρατός υποστήριξε παράλληλα ότι δύο πετρελαιοφόρα εξερράγησαν και τυλίχθηκαν στις φλόγες, ενώ επιχειρούσαν να περάσουν από ναρκοθετημένη διαδρομή στα Στενά του Ορμούζ. Η πληροφορία μεταδόθηκε από το IRNA, αλλά αργότερα διαψεύστηκε ως ψευδής από τον αμερικανικό στρατό μέσω ανάρτησης στην πλατφόρμα X.
Ο Τραμπ προειδοποιεί
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ είχε προειδοποιήσει, σε συνέντευξή του στο Fox News στις 14 Ιουλίου, ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα άρχιζαν να πλήττουν κρίσιμες υποδομές του Ιράν, εάν η Τεχεράνη δεν επέστρεφε στις διαπραγματεύσεις για μια συμφωνία που θα τερμάτιζε τον πόλεμο και θα διασφάλιζε την ελευθερία της ναυσιπλοΐας στο Ορμούζ.
Ο Αμερικανός πρόεδρος είχε απευθύνει ανάλογη προειδοποίηση και πριν από την επίτευξη της αρχικής κατάπαυσης του πυρός τον Απρίλιο, επιχειρώντας να πιέσει την Τεχεράνη να προσέλθει στις συνομιλίες. Αυτή τη φορά ξεκαθάρισε ότι σκόπευε να αφήσει τους ενεργειακούς στόχους για το τέλος, προαναγγέλλοντας για την επόμενη εβδομάδα πλήγματα σε μονάδες ηλεκτροπαραγωγής και γέφυρες. Προειδοποίησε μάλιστα ότι, εάν το Ιράν δεν επιστρέψει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα καταστρέψουν όλες τις μονάδες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και όλες τις γέφυρες της χώρας.
Ερωτηθείς πόσο θα διαρκούσαν οι στρατιωτικές επιχειρήσεις, απάντησε ότι θα συνεχίζονταν κατά την κρίση του. Έχει επίσης καταστήσει σαφές ότι οποιαδήποτε συμφωνία με το Ιράν θα πρέπει να εγγυάται πως η Τεχεράνη δεν θα μπορεί να αναπτύξει πυρηνικά όπλα.
Από την πλευρά του, το Ιράν έχει προειδοποιήσει ότι θα πλήξει μη στρατιωτικές υποδομές σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή, εάν ο Αμερικανός πρόεδρος υλοποιήσει τις απειλές του για επιθέσεις σε ιρανικές υποδομές.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες παρουσιάζονται συχνά ως η χώρα των ισχυρών θεσμών, της ομαλής διαδοχής στην εξουσία και της πολιτικής σταθερότητας. Η ίδια η ιστορία τους, όμως, είναι σημαδεμένη από δολοφονίες προέδρων, από σφαίρες που πέρασαν λίγα εκατοστά από την καρδιά τους και από οργανωμένα σχέδια που θα μπορούσαν να αλλάξουν την πορεία ολόκληρου του κόσμου.
Ο Αβραάμ Λίνκολν δολοφονήθηκε το 1865, ο Τζέιμς Γκάρφηλντ το 1881 και ο Τζον Φ. Κέννεντυ το 1963. Ο Άντριου Τζάκσον βρέθηκε μπροστά σε δύο πιστόλια, τα οποία από μία απίστευτη σύμπτωση δεν εκπυρσοκρότησαν. Ο Θεόδωρος Ρούζβελτ πυροβολήθηκε στο στήθος και συνέχισε την ομιλία του με τη σφαίρα μέσα στο σώμα του. Ο Φραγκλίνος Ρούζβελτ δέχθηκε ένοπλη επίθεση πριν ακόμη ορκιστεί. Ο Ρόναλντ Ρήγκαν έφτασε στο νοσοκομείο με μία σφαίρα ελάχιστα εκατοστά από την καρδιά του. Ο Ντόναλντ Τραμπ τραυματίστηκε από σφαίρα σε προεκλογική συγκέντρωση και δύο μήνες αργότερα ένας δεύτερος ένοπλος τον περίμενε κρυμμένος δίπλα στο γήπεδο γκολφ του.
Οι παραπάνω περιπτώσεις δεν αποτελούν έναν κατάλογο κάθε απειλής που διατυπώθηκε ποτέ κατά Αμερικανού προέδρου. Εξετάζονται οι δολοφονίες και οι πραγματικά σοβαρές απόπειρες που έχουν ιδιαίτερη σημασία για το κεντρικό θέμα: τη μακρά σύγκρουση για το ποιος ελέγχει το αμερικανικό χρήμα, την πίστωση, τα επιτόκια και την οικονομική ισχύ.
Χρυσά νομίσματα. (Shutterstock)
Πίσω από κάθε επίθεση υπήρχε ένας άμεσος δράστης, μία προσωπική αφήγηση και ένα συγκεκριμένο ιστορικό περιβάλλον. Η ιστορία, όμως, δεν εξαντλείται στο πρόσωπο που πάτησε τη σκανδάλη. Αποτελείται και από τις ευρύτερες συγκρούσεις της εποχής, από τους πολέμους, τις υπηρεσίες πληροφοριών, τις οικονομικές δυνάμεις και τα συμφέροντα που διακυβεύονταν.
Και σε αρκετές από τις σημαντικότερες περιπτώσεις, ένα ερώτημα επανέρχεται σταθερά: ποιος έχει το δικαίωμα να δημιουργεί και να ελέγχει το χρήμα ενός έθνους;
Ποιος αποφασίζει πόσο θα κοστίζει ο δανεισμός; Πρέπει το νόμισμα να στηρίζεται σε χρυσό και ασήμι ή μπορεί να δημιουργείται χωρίς υλικό αντίκρισμα; Είναι το χρήμα κυριαρχικό δικαίωμα του κράτους ή προνόμιο ενός τραπεζικού συστήματος που δημιουργεί νέο χρήμα μέσα από την πίστωση και το χρέος;
Τα ερωτήματα αυτά δεν είναι θεωρητικά. Όποιος επηρεάζει την ποσότητα και το κόστος του χρήματος επηρεάζει την τιμή της γης, των κατοικιών και των μετοχών, την αξία των αποταμιεύσεων, τη δυνατότητα των επιχειρήσεων να επιβιώνουν, το ύψος των δόσεων και το ποσό των τόκων που πληρώνει μία κυβέρνηση.
Η νομισματική εξουσία είναι, κατά συνέπεια, πολιτική εξουσία.
Το χρήμα πριν από τη Federal Reserve
Η σημερινή κεντρική τράπεζα των Ηνωμένων Πολιτειών, η Federal Reserve, δημιουργήθηκε με νόμο του Κογκρέσου το 1913 και άρχισε να λειτουργεί το 1914. Το σύστημά της περιλαμβάνει το ομοσπονδιακό Διοικητικό Συμβούλιο, την Ομοσπονδιακή Επιτροπή Ανοικτής Αγοράς και δώδεκα περιφερειακές τράπεζες.
Η ίδια η Federal Reserve περιγράφει τον εαυτό της ως έναν θεσμό «ανεξάρτητο μέσα στην κυβέρνηση»: αφ’ ενός δεν ανήκει σε ιδιώτες, το Διοικητικό Συμβούλιό της αποτελεί ομοσπονδιακή υπηρεσία και λογοδοτεί στο Κογκρέσο, αφ’ ετέρου οι καθημερινές αποφάσεις νομισματικής πολιτικής δεν χρειάζονται την έγκριση του προέδρου ή της εκτελεστικής εξουσίας. Αυτή ακριβώς η ανεξαρτησία αποτελεί μέχρι σήμερα ένα από τα βασικά πεδία αντιπαράθεσης ανάμεσα στον Λευκό Οίκο και στην κεντρική τράπεζα.
Άποψη της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ (Federal Reserve), Ουάσιγκτον, 12 Φεβρουαρίου 2009. (Karen Bleier/AFP μέσω Getty Images)
Πριν από τη Federal Reserve, οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν γνωρίσει επανειλημμένες συγκρούσεις γύρω από τη δημιουργία κεντρικής τράπεζας.
Η Πρώτη Τράπεζα των Ηνωμένων Πολιτειών λειτούργησε από το 1791 έως το 1811. Η Δεύτερη Τράπεζα δημιουργήθηκε το 1816 και απέκτησε μεγάλη επιρροή στη χρηματοδότηση, στις ομοσπονδιακές καταθέσεις, στην κυκλοφορία του χρήματος και στη λειτουργία των μικρότερων τραπεζών.
Οι τράπεζες της εποχής εξέδιδαν δικά τους χαρτονομίσματα. Η Δεύτερη Τράπεζα μπορούσε να συγκεντρώνει αυτά τα χαρτονομίσματα και να απαιτεί την εξαργύρωσή τους σε χρυσό ή ασήμι, αναγκάζοντας τις μικρότερες τράπεζες να περιορίζουν τον δανεισμό τους. Μπορούσε επομένως να αυξάνει ή να συρρικνώνει την πίστωση και να ασκεί καθοριστική επιρροή στην οικονομία.
Οι υποστηρικτές της θεωρούσαν ότι επέβαλλε τάξη και σταθερότητα. Οι αντίπαλοί της έβλεπαν έναν θεσμό με ιδιωτικούς μετόχους και δημόσια προνόμια, ο οποίος μπορούσε να εξελιχθεί σε εξουσία ισχυρότερη από την εκλεγμένη κυβέρνηση.
Αυτή η σύγκρουση έφτασε στο αποκορύφωμά της με τον Άντριου Τζάκσον.
Άντριου Τζάκσον: Ο πρόεδρος που νίκησε την κεντρική τράπεζα
Ο Άντριου Τζάκσον δεν εξέφραζε απλώς επιφυλάξεις για τη Δεύτερη Τράπεζα των Ηνωμένων Πολιτειών. Την αντιμετώπιζε ως πιθανή απειλή για την πολιτική ανεξαρτησία της χώρας.
Πίστευε ότι η συγκέντρωση της πίστωσης σε έναν θεσμό με ιδιωτικά συμφέροντα δημιουργούσε μία οικονομική αριστοκρατία ικανή να επηρεάζει τους πολιτικούς, να επιβραβεύει τους φίλους της και να τιμωρεί τους αντιπάλους της.
Άγαλμα του Άντριου Τζάκσον στην πλατεία Λαφαγιέτ, στην Ουάσιγκτον. (Wikimedia Commons)
Το 1832, όταν το Κογκρέσο ενέκρινε την πρόωρη ανανέωση της άδειας της Τράπεζας, ο Τζάκσον άσκησε βέτο. Στο ιστορικό του μήνυμα δεν χρησιμοποίησε τη γλώσσα ενός τεχνοκράτη. Μίλησε για τη σύγκρουση ανάμεσα στον απλό πολίτη και στα προνόμια των πλουσίων και των ισχυρών: «Είναι λυπηρό», ανέφερε, «ότι οι πλούσιοι και ισχυροί πολύ συχνά λυγίζουν τις πράξεις της κυβέρνησης προς τους ιδιοτελείς σκοπούς τους».
Ο Τζάκσον προειδοποίησε ότι οι προβλέψεις του τραπεζικού νόμου ένωναν τα τραπεζικά ιδρύματα σε ένα ιδιαίτερο συμφέρον, διαφορετικό από εκείνο του λαού. Υποστήριξε ακόμη ότι η άνιση απονομή προνομίων δημιουργούσε μία επικίνδυνη σύνδεση ανάμεσα στην οικονομική και στην πολιτική εξουσία.
Ως πρόεδρος, δεν περιορίστηκε στο βέτο, αλλά αποφάσισε να αφαιρέσει από την Τράπεζα τις ομοσπονδιακές καταθέσεις.
Ο υπουργός Οικονομικών Ουίλλιαμ Ντουέιν αρνήθηκε να εκτελέσει την απόφαση. Ο Τζάκσον τον απομάκρυνε και τον αντικατέστησε με τον Ρότζερ Τάνεϋ, ο οποίος ήταν διατεθειμένος να εφαρμόσει την πολιτική του. Ο ίδιος ο Τζάκσον παρουσίασε αναλυτικά τη θέση του σε μήνυμα προς το υπουργικό του συμβούλιο για την απομάκρυνση των δημόσιων καταθέσεων.
Η σύγκρουση με τον πρόεδρο της Τράπεζας, Νίκολας Μπιντλ, εξελίχθηκε σε ανοιχτό οικονομικό πόλεμο. Η Τράπεζα περιόρισε την πίστωση και απαίτησε την αποπληρωμή δανείων, προκαλώντας μεγάλη πίεση στην αγορά. Ο Τζάκσον και οι υποστηρικτές του θεώρησαν ότι ο Μπιντλ χρησιμοποιούσε την οικονομική δυσχέρεια ως πολιτικό όπλο, για να αναγκάσει την κυβέρνηση να υποχωρήσει.
Ο Τζάκσον παρέμεινε ανυποχώρητος. Για εκείνον, η συμπεριφορά της Τράπεζας αποδείκνυε ακριβώς τον κίνδυνο για τον οποίο είχε προειδοποιήσει: ένας οικονομικός θεσμός μπορούσε να χρησιμοποιήσει την πίστωση και τη δυσχέρεια των πολιτών για να προστατεύσει τα προνόμιά του.
Η σύγκρουση ήταν τόσο σφοδρή, ώστε στις 28 Μαρτίου 1834 η Γερουσία προχώρησε στην επίσημη επίπληξη του προέδρου. Το ίδιο το ιστορικό αρχείο της Γερουσίας περιγράφει τη διαμάχη ως αγώνα για την επιβίωση της Τράπεζας των Ηνωμένων Πολιτειών.
Ο Τζάκσον, όμως, επικράτησε. Η άδεια της Δεύτερης Τράπεζας δεν ανανεώθηκε και ο θεσμός έχασε τον ομοσπονδιακό χαρακτήρα του.
Στις 30 Ιανουαρίου 1835, λιγότερο από έναν χρόνο μετά την κορύφωση αυτής της μάχης, την ώρα που ο Τζάκσον έβγαινε από το Καπιτώλιο, όπου είχε παραστεί στην κηδεία του βουλευτή Γουόρεν Ντέιβις, τον πλησίασε ο Ρίτσαρντ Λώρενς. ΟΛώρενς έβγαλε ένα πιστόλι, σημάδεψε τον πρόεδρο και τράβηξε τη σκανδάλη. Το πιστόλι δεν εκπυρσοκρότησε. Αμέσως έβγαλε δεύτερο πιστόλι και επιχείρησε να πυροβολήσει ξανά. Και το δεύτερο όπλο παρουσίασε αφλογιστία.
Ο Τζάκσον, 67 ετών και ήδη καταπονημένος από σοβαρά προβλήματα υγείας, όρμησε πάνω στον επίδοξο δολοφόνο του και άρχισε να τον χτυπά με το μπαστούνι του, μέχρι να επέμβουν οι παρευρισκόμενοι.
Τα όπλα εξετάστηκαν αργότερα και βρέθηκαν λειτουργικά. Η πιθανότητα να αποτύχουν και τα δύο θεωρήθηκε εξαιρετικά μικρή.
Η πρώτη καταγεγραμμένη άμεση απόπειρα δολοφονίας Αμερικανού προέδρου είχε ως στόχο τον άνθρωπο που είχε μόλις νικήσει την κεντρική τράπεζα της εποχής του.
Αβραάμ Λίνκολν: Πόλεμος, χρέος και κρατικό νόμισμα
Όταν ξέσπασε ο Αμερικανικός Εμφύλιος Πόλεμος, η κυβέρνηση του Αβραάμ Λίνκολν βρέθηκε μπροστά σε ένα τεράστιο οικονομικό πρόβλημα.
Η διατήρηση στρατού εκατοντάδων χιλιάδων ανδρών απαιτούσε χρήματα που το κράτος δεν διέθετε. Η κυβέρνηση μπορούσε να αυξήσει δραματικά τους φόρους, να δανειστεί από τράπεζες και επενδυτές ή να δημιουργήσει η ίδια μέρος του νομίσματος που χρειαζόταν.
Αν ολόκληρος ο πόλεμος χρηματοδοτούνταν αποκλειστικά μέσω δανεισμού, η χώρα θα έβγαινε από τη σύγκρουση με ακόμη μεγαλύτερο βάρος χρέους και τόκων.
Προσωπογραφία του Αβραάμ Λίνκολν στο γραφείο του, περίπου τη δεκαετία του 1860. (Fotosearch/Getty Images)
Η κυβέρνηση Λίνκολν επέλεξε μία λύση που θα άλλαζε την αμερικανική νομισματική ιστορία.
Με τον Νόμο περί Νομίμου Χρήματος του 1862 εξέδωσε τα περίφημα «greenbacks», χαρτονομίσματα της ομοσπονδιακής κυβέρνησης που δεν ήταν άμεσα εξαργυρώσιμα σε χρυσό ή ασήμι. Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών αναφέρει ότι τα greenbacks αποτέλεσαν την πρώτη εθνική έκδοση τέτοιου νομίσματος και ότι δεν καλύπτονταν από μεταλλικό απόθεμα.
Το κράτος δεν δανείστηκε αυτά τα συγκεκριμένα χαρτονομίσματα από κάποια ιδιωτική τράπεζα. Τα εξέδωσε το ίδιο ως νόμιμο χρήμα.
Το νόμισμα αντλούσε την αποδοχή του από την κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών και από την υποχρέωση χρήσης του στις συναλλαγές. Με αυτόν τον τρόπο, ο Λίνκολν απέδειξε ότι, σε μία περίοδο εθνικής ανάγκης, το Δημόσιο μπορούσε να καλύψει μέρος των δαπανών του χωρίς να μετατρέπει κάθε νέο δολάριο σε έντοκο δάνειο από ιδιώτες.
Η κίνηση δεν σήμαινε ότι καταργήθηκαν οι τράπεζες ή ο κρατικός δανεισμός. Η κυβέρνηση συνέχισε να εκδίδει ομόλογα και δημιούργησε παράλληλα ένα νέο εθνικό τραπεζικό σύστημα.
Οι National Bank Acts του 1863 και του 1864 ίδρυσαν ομοσπονδιακά αδειοδοτημένες τράπεζες. Οι τράπεζες αυτές αγόραζαν κρατικά ομόλογα και μπορούσαν να εκδίδουν τραπεζογραμμάτια με βάση τα ομόλογα που κατείχαν.
Η νέα δομή συνέδεσε στενά τις τράπεζες, το δημόσιο χρέος και την έκδοση χρήματος. Παράλληλα, όμως, το κράτος απέκτησε ισχυρότερο έλεγχο πάνω στο εθνικό νόμισμα και απέδειξε μέσω των greenbacks ότι η έκδοση χρήματος δεν αποτελούσε αποκλειστικό προνόμιο των τραπεζών.
Ο Λίνκολν είχε γίνει στόχος πριν ακόμη φτάσει στην Ουάσιγκτον.
Τον Φεβρουάριο του 1861, πληροφορίες για σχέδιο δολοφονίας του στη Βαλτιμόρη οδήγησαν τους συνεργάτες του να αλλάξουν κρυφά το δρομολόγιό του. Πέρασε από την πόλη τη νύχτα, πριν από την προγραμματισμένη ώρα.
Το 1864, ενώ επέστρεφε έφιππος στην εξοχική κατοικία που χρησιμοποιούσε ως πρόεδρος, κάποιος πυροβόλησε εναντίον του. Η σφαίρα πέρασε μέσα από το καπέλο του.
Στις 14 Απριλίου 1865, λίγες ημέρες μετά την ουσιαστική κατάρρευση της Συνομοσπονδίας, ο Τζον Γουίλκς Μπουθ μπήκε στο προεδρικό θεωρείο του θεάτρου Ford και πυροβόλησε τον Λίνκολν στο πίσω μέρος του κεφαλιού.
Την ίδια νύχτα, συνεργοί του Μπουθ επιχείρησαν να δολοφονήσουν τον υπουργό Εξωτερικών Ουίλλιαμ Σιούαρντ, ενώ άλλος συνωμότης είχε αναλάβει να επιτεθεί στον αντιπρόεδρο Άντριου Τζόνσον. Το σχέδιο δεν περιοριζόταν στη δολοφονία ενός ανθρώπου. Στόχευε στην ταυτόχρονη εξόντωση της κορυφής της αμερικανικής κυβέρνησης. Ο Λίνκολν πέθανε το επόμενο πρωί.
Η κατάργηση της δουλείας, η ήττα της Συνομοσπονδίας και η απόφαση να παραχωρηθούν πολιτικά δικαιώματα στους πρώην σκλάβους βρίσκονταν στον πυρήνα της δράσης του Μπουθ.
Η προεδρία του Λίνκολν, όμως, είχε παράλληλα δημιουργήσει ένα ιστορικό προηγούμενο που θα επέστρεφε σε κάθε μεταγενέστερη συζήτηση για το χρήμα: το κράτος μπορούσε, σε εξαιρετικές περιστάσεις, να εκδώσει νόμισμα απευθείας, αντί να δανείζεται κάθε νέο δολάριο από το τραπεζικό σύστημα.
Τζέιμς Γκάρφηλντ: Η κυριαρχία πάνω στο νόμισμα
Ο Τζέιμς Γκάρφηλντ υπήρξε πρόεδρος για μόλις λίγους μήνες προτού πυροβοληθεί.
Στις 2 Ιουλίου 1881, στον σιδηροδρομικό σταθμό Baltimore and Potomac της Ουάσιγκτον, τον περίμενε ο Σαρλ Γκιτώ ο οποίος είχε αγοράσει περίστροφο ειδικά για την επίθεση. Τον πυροβόλησε στην πλάτη δύο φορές.
Εικαστική αναπαράσταση της δολοφονίας του Τζέιμς Γκάρφηλντ από τον Σαρλ Ζυλ Γκιτώ, σε σιδηροδρομικό σταθμό της Ουάσινγκτον, στις 2 Ιουλίου 1881. (William T. Mathews/MPI/Getty Images)
Ο Γκάρφηλντ δεν πέθανε αμέσως. Παρέμεινε ζωντανός για περίπου δυόμισι μήνες, ενώ οι γιατροί προσπαθούσαν να εντοπίσουν τη σφαίρα βάζοντας μη αποστειρωμένα εργαλεία και δάχτυλα μέσα στο τραύμα του. Η μόλυνση που επακολούθησε επιδείνωσε καταστροφικά την κατάστασή του. Έφυγε από τη ζωή στις 19 Σεπτεμβρίου 1881. (National Park Service: Η δολοφονία και ο θάνατος του Τζέιμς Γκάρφιλντ) (nps.gov)
Ο Γκάρφηλντ είχε υπηρετήσει επί χρόνια στο Κογκρέσο και είχε συμμετάσχει ενεργά στις μεγάλες οικονομικές διαμάχες που ακολούθησαν τον Εμφύλιο Πόλεμο. Η χώρα ήταν διχασμένη γύρω από τα greenbacks, τον χρυσό, το ασήμι, την αποπληρωμή του δημόσιου χρέους και την εξουσία των εθνικών τραπεζών.
Στην ομιλία της ορκωμοσίας του, ο Γκάρφηλντ δήλωσε ότι «το κύριο καθήκον της εθνικής κυβέρνησης σε σχέση με το νόμισμα της χώρας είναι να κόβει χρήμα και να δηλώνει την αξία του».
Η διατύπωση ήταν θεμελιώδης. Η εξουσία πάνω στο νόμισμα δεν παρουσιαζόταν ως μία απλή τεχνική λειτουργία του τραπεζικού συστήματος. Παρουσιαζόταν ως βασική αρμοδιότητα της εθνικής κυβέρνησης.
Ο Γκάρφηλντ θεωρούσε επίσης ότι τα χαρτονομίσματα ήταν υποσχέσεις πληρωμής και ότι η υπόσχεση αυτή έπρεπε να διατηρεί πραγματικό περιεχόμενο. Υποστήριζε την εξαργύρωσή τους σε μεταλλικό νόμισμα και έβλεπε τον χρυσό και το ασήμι ως σταθερή βάση της αξίας. Η θέση αυτή απείχε ριζικά από το σημερινό σύστημα παραστατικού χρήματος, στο οποίο το δολάριο δεν αποτελεί απαίτηση πάνω σε μία καθορισμένη ποσότητα χρυσού ή αργύρου.
Για τον Γκάρφηλντ, το κράτος είχε την ευθύνη να κόβει το νόμισμα και να ορίζει την αξία του, ενώ το χαρτί δεν μπορούσε να μετατραπεί σε πραγματικό χρήμα μόνο και μόνο επειδή μία κυβέρνηση ή μία τράπεζα το ονόμαζε έτσι.
Στον ίδιο αποδίδεται ευρέως η θέση ότι όποιος ελέγχει την ποσότητα του χρήματος είναι ο απόλυτος κυρίαρχος της βιομηχανίας και του εμπορίου. Η πλήρης μορφή με την οποία κυκλοφορεί σήμερα η φράση έχει μεταδοθεί σε διαφορετικές εκδοχές. Ωστόσο, το αυθεντικό κείμενο της ορκωμοσίας του αρκεί για να δείξει καθαρά την αντίληψή του: η κυριαρχία πάνω στο νόμισμα αποτελεί θεμέλιο της εθνικής κυριαρχίας.
Ο Γκιτώ ήταν ένας φανατικός κομματικός οπαδός, ο οποίος πίστευε ότι δικαιούνταν διπλωματικό διορισμό ως ανταμοιβή για την υποστήριξή του στον πρόεδρο. Παρουσίαζε παραληρηματικές ιδέες και θεωρούσε ότι η απομάκρυνση του Γκάρφηλντ θα έσωζε το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα και θα έφερνε στην προεδρία τον Τσέστερ Άρθουρ.
Η επίθεση, όμως, αφαίρεσε από την προεδρία έναν άνθρωπο που είχε μόλις τοποθετήσει δημόσια την εξουσία κοπής και αποτίμησης του χρήματος στον πυρήνα των καθηκόντων της εθνικής κυβέρνησης.
Θεόδωρος Ρούζβελτ: Τα μονοπώλια απέναντι στο κράτος
Στις αρχές του 20ού αιώνα, η αμερικανική οικονομία βρισκόταν υπό την επιρροή τεράστιων επιχειρηματικών συγκροτημάτων.
Οι σιδηρόδρομοι, ο χάλυβας, το πετρέλαιο, οι τράπεζες και η βιομηχανία ελέγχονταν σε μεγάλο βαθμό από μία μικρή ομάδα πανίσχυρων επιχειρηματιών και χρηματοδοτών. Πρόσωπα όπως ο Τζον Ντ. Ροκφέλερ και ο Τζ. Π. Μόργκαν είχαν αποκτήσει δύναμη που σε ορισμένους τομείς ανταγωνιζόταν εκείνη της κυβέρνησης.
Ο Θεόδωρος Ρούζβελτ πίστευε ότι οι μεγάλες επιχειρήσεις αποτελούσαν φυσικό αποτέλεσμα της οικονομικής ανάπτυξης. Δεν δεχόταν, όμως, ότι μπορούσαν να βρίσκονται πάνω από τον νόμο.
Προσωπογραφία του Θεόδωρου Ρούσβελτ στο γραφείο του, ενώ συντάσσει το έγγραφο για τη Ζώνη της Διώρυγας του Παναμά, περ. 1922. (Public Domain)
Η κυβέρνησή του στράφηκε κατά της Northern Securities, ενός τεράστιου σιδηροδρομικού τραστ που συνδεόταν με τον Τζ. Π. Μόργκαν, τον Τζέιμς Χιλ και άλλους ισχυρούς χρηματοδότες. Η δικαστική υπόθεση των Ηνωμένων Πολιτειών κατά της Northern Securities αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα πλήγματα στην οικονομική συγκέντρωση της εποχής και καθιέρωσε την εικόνα του Ρούζβελτ ως προέδρου που ήταν διατεθειμένος να χρησιμοποιήσει την ομοσπονδιακή εξουσία ακόμη και εναντίον των ισχυρότερων οικονομικών συμφερόντων.
Ο Ρούζβελτ μίλησε επανειλημμένα εναντίον των «κακοποιών του μεγάλου πλούτου». Θεωρούσε ότι η συγκέντρωση τεράστιας οικονομικής ισχύος χωρίς ισχυρό κρατικό έλεγχο, συνιστά απειλή για τη δημοκρατία
Το 1912, έχοντας ήδη αποχωρήσει από την προεδρία, προσπάθησε να επιστρέψει στον Λευκό Οίκο ως υποψήφιος του Προοδευτικού Κόμματος.
Στις 14 Οκτωβρίου, έξω από ξενοδοχείο στο Μιλγουόκι, ο Τζον Σρανκ τον πυροβόλησε στο στήθος. Η σφαίρα πέρασε μέσα από τη μεταλλική θήκη των γυαλιών του και από το παχύ, διπλωμένο χειρόγραφο της ομιλίας του. Τα αντικείμενα επιβράδυναν τη βολίδα, η οποία παρέμεινε μέσα στο σώμα του. Ο Ρούζβελτ διαπίστωσε ότι δεν έβγαζε αίμα από το στόμα και συμπέρανε ότι η σφαίρα δεν είχε διαπεράσει τον πνεύμονα. Αρνήθηκε να μεταφερθεί αμέσως στο νοσοκομείο.
Ανέβηκε στο βήμα, άνοιξε το τρυπημένο από τη σφαίρα χειρόγραφο και ανακοίνωσε στο κοινό ότι είχε μόλις πυροβοληθεί. Ύστερα ξεκίνησε την ομιλία του, που διήρκεσε περίπου μιάμιση ώρα.
Ο Ρούζβελτ επέζησε της επίθεσης. Η σφαίρα παρέμεινε στο σώμα του έως τον θάνατό του.
Η απόπειρα δολοφονίας του σημειώθηκε ενώ επιχειρούσε να επιστρέψει στην εξουσία με ένα πρόγραμμα που ζητούσε ισχυρότερο ομοσπονδιακό κράτος, μεγαλύτερο έλεγχο των επιχειρήσεων και περιορισμό της συγκεντρωμένης οικονομικής ισχύος.
Φραγκλίνος Ρούζβελτ: Οι «αργυραμοιβοί» και η τραπεζική κατάρρευση
Όταν ο Φραγκλίνος Ρούζβελτ εξελέγη πρόεδρος το 1932, οι Ηνωμένες Πολιτείες διένυαν τη Μεγάλη Ύφεση.
Χιλιάδες τράπεζες είχαν καταρρεύσει. Οι καταθέτες έχαναν τις αποταμιεύσεις τους. Επιχειρήσεις έκλειναν και εκατομμύρια άνθρωποι βρίσκονταν χωρίς εργασία. Το τραπεζικό σύστημα είχε πάψει να αποτελεί απλώς έναν οικονομικό κλάδο. Είχε γίνει το επίκεντρο μίας κοινωνικής καταστροφής.
Ο Φραγκλίνος Ρούζβελτ υπογράφει τον Νόμο για την Κοινωνική Ασφάλιση, στις 14 Αυγούστου 1935. (Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου/Public Domain)
Στις 15 Φεβρουαρίου 1933, λίγες εβδομάδες πριν από την ορκωμοσία του, ο Φ. Ρούζβελτ μιλούσε στο Μαϊάμι. Ο Τζουζέπε Ζανγκάρα ανέβηκε σε μία καρέκλα και άρχισε να πυροβολεί προς το μέρος του. Ο πρόεδρος δεν τραυματίστηκε, αλλά πέντε άνθρωποι χτυπήθηκαν, μεταξύ των οποίων και ο δήμαρχος του Σικάγο Άντον Τσέρμακ, ο οποίος πέθανε αργότερα.
Στις 4 Μαρτίου 1933, ο Φραγκλίνος Ρούζβελτ ορκίστηκε πρόεδρος και εκφώνησε μία από τις πιο σκληρές ομιλίες που έχουν γίνει από Αμερικανό ηγέτη εναντίον του χρηματοπιστωτικού κατεστημένου. Μιλώντας για τις «πρακτικές των αδίστακτων αργυραμοιβών» που είχαν καταδικαστεί από την κοινή γνώμη, δήλωσε ότι οι αργυραμοιβοί είχαν εγκαταλείψει τις υψηλές θέσεις τους «στον ναό του πολιτισμού» και ότι γνώριζαν μόνο τους κανόνες μιας γενιάς ιδιοτελών ανθρώπων. Η αναφορά στον «ναό» παρέπεμπε ευθέως στη βιβλική εικόνα της εκδίωξης των αργυραμοιβών.
Ολόκληρη η πρώτη ομιλία της ορκωμοσίας του Φραγκλίνου Ρούζβελτ διατηρείται στο αρχείο της προεδρικής του βιβλιοθήκης.
Ο Ρούζβελτ έκλεισε προσωρινά όλες τις τράπεζες της χώρας και επέτρεψε να επαναλειτουργήσουν σταδιακά εκείνες που κρίθηκαν βιώσιμες. Η κυβέρνησή του δημιούργησε την ομοσπονδιακή ασφάλιση καταθέσεων, ώστε οι αποταμιεύσεις των πολιτών να μην εξαφανίζονται κάθε φορά που μία τράπεζα κατέρρεε. Με τον νόμο Glass-Steagall διαχώρισε σε μεγάλο βαθμό τις εμπορικές τράπεζες, που διαχειρίζονταν τις καταθέσεις των πολιτών, από τις επενδυτικές δραστηριότητες υψηλότερου κινδύνου.
Παράλληλα, άλλαξε ριζικά τη σχέση του δολαρίου με τον χρυσό. Η κυβέρνηση απαγόρευσε τη μεγάλη ιδιωτική κατοχή νομισματικού χρυσού, συγκέντρωσε μεγάλο μέρος του υπό κρατικό έλεγχο και στη συνέχεια αναπροσάρμοσε την επίσημη τιμή του χρυσού, υποτιμώντας το δολάριο σε σχέση με το μέταλλο. Η πολιτική αυτή ενίσχυσε αποφασιστικά την εξουσία του ομοσπονδιακού κράτους και της κεντρικής τράπεζας πάνω στο νόμισμα.
Ο Ρούζβελτ δεν διέλυσε τις τράπεζες. Τις έσωσε από την ολοκληρωτική κατάρρευση. Ταυτόχρονα, όμως, τις υπέταξε σε αυστηρότερους κανόνες και αφαίρεσε μέρος της ελευθερίας που είχαν απολαύσει πριν από την κρίση.
Η απόπειρα εναντίον του έγινε πριν από την ορκωμοσία και πριν από την περίφημη ομιλία του. Συνέβη, όμως, ακριβώς τη στιγμή που η χώρα περίμενε από τον νέο πρόεδρο να αποφασίσει αν θα προστατεύσει τις παλιές δομές ή αν θα αναδιαμορφώσει ολόκληρο το χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Τζον Φ. Κέννεντυ: Το Διάταγμα 11110 και η δολοφονία που δεν έκλεισε ποτέ
Ο Τζον Φ. Κέννεντυ βρέθηκε στο στόχαστρο πριν ακόμη γίνει πρόεδρος.
Τον Δεκέμβριο του 1960, λίγες εβδομάδες μετά την εκλογή του, ο Ρίτσαρντ Πάβλικ φόρτωσε το αυτοκίνητό του με δυναμίτη και σχεδίαζε να ανατιναχθεί δίπλα στον εκλεγμένο πρόεδρο στο Παλμ Μπιτς. Ανέβαλε την επίθεση όταν είδε τον Κέννεντυ μαζί με τη σύζυγο και τα μικρά παιδιά του, και συνελήφθη λίγες ημέρες αργότερα.
Τον Νοέμβριο του 1963, προγραμματισμένη επίσκεψη του Κέννεντυ στο Σικάγο ακυρώθηκε έπειτα από πληροφορίες για πιθανή επίθεση. Ένας πρώην πεζοναύτης, ο Τόμας Άρθουρ Βάλι, συνελήφθη με όπλα και πυρομαχικά στην κατοχή του.
Στις 22 Νοεμβρίου 1963, η προεδρική αυτοκινητοπομπή πέρασε από την Dealey Plaza του Ντάλλας. Ο Κέννεντυ πυροβολήθηκε και σκοτώθηκε μπροστά στα μάτια της συζύγου του και εκατοντάδων παρευρισκομένων.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Τζον Φ. Κέννεντυ μαζί με τη σύζυγό του Ζακλίν, τον κυβερνήτη του Τέξας Τζον Κόνναλλυ και τη σύζυγό του, βρίσκονται στην προεδρική αυτοκινητοπομπή λίγα δευτερόλεπτα πριν τη δολοφονία του πρώτου. Ντάλλας, Τέξας, 22 Νοεμβρίου 1963. (Reuters)
Ο Λη Χάρβεϋ Όσβαλντ συνελήφθη, αλλά δύο ημέρες αργότερα δολοφονήθηκε από τον Τζακ Ρούμπι στο υπόγειο του αστυνομικού τμήματος του Ντάλας, προτού προλάβει να δικαστεί.
Η Επιτροπή Γουόρεν κατέληξε ότι ο Όσβαλντ είχε ενεργήσει μόνος. Η Ειδική Επιτροπή της Βουλής για τις Δολοφονίες δήλωσε το 1979 ότι Κέννεντυ πιθανότατα δολοφονήθηκε ως αποτέλεσμα συνωμοσίας, χωρίς να προσδιορίσει ποιοι ακριβώς την οργάνωσαν ή την έκτασή της.
Η ίδια επιτροπή διαπίστωσε επίσης ότι η αρχική διερεύνηση της πιθανότητας συνωμοσίας ήταν ανεπαρκής και ότι υπηρεσίες της κυβέρνησης δεν είχαν μοιραστεί όλες τις σχετικές
Πάνω από εξήντα χρόνια αργότερα, η δολοφονία εξακολουθεί να περιβάλλεται από ερωτήματα.
Ο Κέννεντυ είχε συγκρουστεί με τη CIA μετά την αποτυχία στον Κόλπο των Χοίρων (η αποτυχημένη εισβολή στην Κούβα το 1961)· είχε έρθει αντιμέτωπος με τη Μαφία, την οποία καταδίωκε ο αδελφός του και υπουργός Δικαιοσύνης, Ρόμπερτ Κέννεντυ· είχε συγκρουστεί με στρατιωτικούς κύκλους, είχε χειριστεί την κρίση των πυραύλων της Κούβας και βρισκόταν μπροστά σε κρίσιμες αποφάσεις για το Βιετνάμ.
Μέσα σε αυτό το πυκνό πλέγμα συγκρούσεων βρίσκεται και το ζήτημα του χρήματος.
Το διάταγμα τροποποιούσε παλαιότερο εκτελεστικό διάταγμα και μεταβίβαζε στον υπουργό Οικονομικών συγκεκριμένες προεδρικές αρμοδιότητες, μεταξύ των οποίων την αρμοδιότητα που αφορούσε την έκδοση πιστοποιητικών αργύρου έναντι αργύρου που βρισκόταν στην κατοχή του υπουργείου Οικονομικών. Το ακριβές ιστορικό και η επίσημη καταγραφή του διατάγματος βρίσκονται επίσης στα Εθνικά Αρχεία των Ηνωμένων Πολιτειών.
Τα πιστοποιητικά αργύρου αποτελούσαν κρατικά χαρτονομίσματα συνδεδεμένα με απόθεμα πολύτιμου μετάλλου. Έφεραν την εγγύηση του υπουργείου Οικονομικών και προέρχονταν από μία παλαιότερη νομισματική παράδοση, στην οποία το χαρτονόμισμα αντιπροσώπευε απαίτηση πάνω σε πραγματικό περιουσιακό στοιχείο.
Το διάταγμα έχει έκτοτε αποκτήσει ιδιαίτερη θέση στη δημόσια συζήτηση, επειδή άγγιζε τη δυνατότητα του υπουργείου Οικονομικών να διαχειρίζεται την έκδοση πιστοποιητικών αργύρου, σε μία εποχή κατά την οποία τα χαρτονομίσματα της Federal Reserve είχαν ήδη κυριαρχήσει.
Την ίδια περίοδο, πάντως, το αμερικανικό νομισματικό σύστημα απομακρυνόταν σταδιακά από το ασήμι. Η βιομηχανική ζήτηση αύξανε την τιμή του μετάλλου, τα κρατικά αποθέματα μειώνονταν και η κυβέρνηση αναζητούσε τρόπο να περιορίσει την εξάρτηση του νομίσματος από τον άργυρο.
Το Διάταγμα 11110 βρίσκεται έτσι στο μεταίχμιο δύο εποχών: της παλαιότερης αντίληψης ενός νομίσματος συνδεδεμένου με πραγματικό μέταλλο και της νέας εποχής του χρήματος που θα στηριζόταν όλο και περισσότερο στην κρατική πίστη, στο χρέος και στην κεντρική τραπεζική διαχείριση.
Πέντε μήνες και δεκαοκτώ ημέρες μετά την υπογραφή του, ο Κέννεντυ δολοφονήθηκε.
Η νομισματική πολιτική δεν ήταν η μοναδική μεγάλη σύγκρουση της προεδρίας του. Αποτελούσε, όμως, μέρος ενός πολύ ευρύτερου πεδίου μέσα στο οποίο ο πρόεδρος είχε αγγίξει συμφέροντα οικονομικά, στρατιωτικά, υπηρεσιακά και γεωπολιτικά.
Ρίτσαρντ Νίξον: Το τέλος του χρυσού
Μέχρι το 1971, το αμερικανικό δολάριο βρισκόταν στο κέντρο του διεθνούς συστήματος του Μπρέτον Γουντς.
Τα ξένα νομίσματα συνδέονταν με το δολάριο, ενώ οι ξένες κυβερνήσεις και κεντρικές τράπεζες μπορούσαν να ανταλλάσσουν τα δολάρια τους με αμερικανικό χρυσό στην επίσημη τιμή των 35 δολαρίων ανά ουγγιά.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες, όμως, είχαν θέσει σε κυκλοφορία πολύ περισσότερα δολάρια από όσα μπορούσαν πρακτικά να καλύψουν τα αποθέματα χρυσού τους. Οι δαπάνες του πολέμου στο Βιετνάμ, τα ελλείμματα και η διεύρυνση των εγχώριων προγραμμάτων είχαν αυξήσει την ποσότητα των δολαρίων στο διεθνές σύστημα. Ξένες κυβερνήσεις άρχισαν να ζητούν όλο και περισσότερο χρυσό ως αντάλλαγμα για τα δολάριά τους.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ρίτσαρντ Νίξον (2ος από αριστερά) ποζάρει στον Λευκό Οίκο μαζί με τους τέσσερις κυβερνητικούς αξιωματούχους που είχε ορίσει ως την «οικονομική τετράδα» του: (α-δ) τον πρόεδρο της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ Ουίλλιαμ ΜακΤσέσνυ Μάρτιν Τζούνιορ, τον υπουργό Οικονομικών Ντέιβιντ Μ. Κέννεντυ, τον διευθυντή Προϋπολογισμού Ρόμπερτ Μέιο και τον πρόεδρο του Συμβουλίου Οικονομικών Συμβούλων Πωλ ΜακΚράκεν. Ουάσιγκτον, 23 Ιανουαρίου 1969. (AP/Harvey Georges)
Στις 15 Αυγούστου 1971, ο Ρίτσαρντ Νίξον ανακοίνωσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες σταματούσαν τη μετατρεψιμότητα του δολαρίου σε χρυσό. Το μέτρο παρουσιάστηκε αρχικά ως προσωρινό, αλλά η επιστροφή στην παλιά μετατρεψιμότητα δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ.
Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών περιγράφει την απόφαση ως το «κλείσιμο του παραθύρου του χρυσού», δηλαδή το τέλος της νομικής υποχρέωσης των Ηνωμένων Πολιτειών να ανταλλάσσουν με χρυσό τα δολάρια που κατείχαν ξένες κεντρικές τράπεζες. Ο τελευταίος σταθερός δεσμός ανάμεσα στο δολάριο και στο πολύτιμο μέταλλο κόπηκε. Το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα πέρασε σταδιακά στην εποχή των κυμαινόμενων ισοτιμιών και του πλήρως παραστατικού χρήματος.
Από εκείνη τη στιγμή, η ποσότητα του χρήματος δεν περιοριζόταν πλέον από την ανάγκη διατήρησης επαρκούς χρυσού για εξαργύρωση. Το δολάριο στηριζόταν στην οικονομική, θεσμική και στρατιωτική ισχύ των Ηνωμένων Πολιτειών, στην κρατική φορολογική δυνατότητα και στην παγκόσμια ζήτησή του.
Η αλλαγή άνοιξε τον δρόμο για πολύ μεγαλύτερη επέκταση του χρέους και της τραπεζικής πίστωσης.
Το 1972, ο Άρθουρ Μπρέμερ άρχισε να παρακολουθεί τις δημόσιες εμφανίσεις του Νίξον, αναζητώντας ευκαιρία να τον πυροβολήσει. Δεν κατάφερε να πλησιάσει αρκετά και τελικά στράφηκε εναντίον του κυβερνήτη της Αλαμπάμα Τζορτζ Ουάλλας, τον οποίο τραυμάτισε σοβαρά και άφησε παράλυτο.
Στις 22 Φεβρουαρίου 1974, ο Σάμιουελ Μπικ προσπάθησε να καταλάβει επιβατικό αεροσκάφος στο αεροδρόμιο της Βαλτιμόρης, με σκοπό να το ρίξει πάνω στον Λευκό Οίκο και να σκοτώσει τον Νίξον. Πυροβόλησε έναν αστυνομικό και μέλη του πληρώματος, αλλά δεν κατάφερε να απογειώσει το αεροσκάφος. Τραυματισμένος από αστυνομικά πυρά, αυτοκτόνησε.
Η επίθεση σχεδιάστηκε δεκαετίες πριν από την 11η Σεπτεμβρίου και βασιζόταν στην ίδια τρομακτική ιδέα: τη μετατροπή ενός επιβατικού αεροπλάνου σε κατευθυνόμενη βόμβα εναντίον του κέντρου της αμερικανικής πολιτικής εξουσίας.
Ρόναλντ Ρήγκαν: Η σφαίρα δίπλα στην καρδιά
Στις 30 Μαρτίου 1981, μόλις εβδομήντα ημέρες μετά την ορκωμοσία του, ενώ ο Ρόναλντ Ρήγκαν έβγαινε από το ξενοδοχείο Washington Hilton, ο Τζον Χίνκλεϋ Τζούνιορ άνοιξε πυρ από μικρή απόσταση.
Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα έριξε έξι σφαίρες. Τραυματίστηκαν ο αστυνομικός Τόμας Ντέλαχαντι, ο πράκτορας της Μυστικής Υπηρεσίας Τιμ ΜακΚάρθι και ο εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Τζέιμς Μπρέιντι. Μία από τις σφαίρες χτύπησε τη θωρακισμένη προεδρική λιμουζίνα, εξοστρακίστηκε και μπήκε στο σώμα του Ρήγκαν κάτω από την αριστερή μασχάλη. Η βολίδα σταμάτησε πολύ κοντά στην καρδιά του.
Ο Ρήγκαν δεν κατάλαβε αμέσως ότι είχε πυροβοληθεί. Πίστευε ότι είχε σπάσει κάποιο πλευρό όταν οι πράκτορες τον έσπρωξαν στο αυτοκίνητο. Λίγο αργότερα άρχισε να βήχει αίμα. Η άμεση απόφαση του πράκτορα Τζέρρυ Παρ να αλλάξει τη διαδρομή και να μεταφέρει τον πρόεδρο απευθείας στο νοσοκομείο συνέβαλε αποφασιστικά στη διάσωσή του.
Ο Ρόναλντ Ρήγκαν, κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου στον Λευκό Οίκο. Ουάσιγκτον, 19 Μαρτίου 1987. (AP Photo/Dennis Cook)
Η απόπειρα πραγματοποιήθηκε σε μία περίοδο τεράστιας νομισματικής αναστάτωσης. Ο πληθωρισμός είχε διαβρώσει τους μισθούς και τις αποταμιεύσεις. Η Federal Reserve, υπό τον Πολ Βόλκερ, είχε αυξήσει δραματικά τα επιτόκια, οδηγώντας το κόστος του χρήματος σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα. Η πολιτική αυτή περιόρισε τελικά τον πληθωρισμό, αλλά προκάλεσε βαθιά ύφεση, αύξηση της ανεργίας, επιχειρηματικές χρεοκοπίες και τεράστια πίεση στους αγρότες και στους δανειολήπτες.
Η εποχή του Ρήγκαν αποκάλυψε με ιδιαίτερη καθαρότητα ότι ακόμη και ένας ισχυρός και δημοφιλής πρόεδρος δεν ελέγχει άμεσα το κόστος του χρήματος.
Η κεντρική τράπεζα μπορούσε να αυξήσει τα επιτόκια και να οδηγήσει την οικονομία σε ύφεση χωρίς να χρειάζεται την προηγούμενη έγκριση του Λευκού Οίκου. Αυτή είναι η ουσία της ανεξαρτησίας που η Federal Reserve θεωρεί αναγκαία για τη μακροπρόθεσμη σταθερότητα, την οποία αρκετοί πρόεδροι έχουν αντιμετωπίσει ως περιορισμό της εκλεγμένης πολιτικής εξουσίας.
Ντόναλντ Τραμπ: Σφαίρες και ανοιχτός πόλεμος με τη Federal Reserve
Στις 13 Ιουλίου 2024, ο Ντόναλντ Τραμπ μιλούσε σε προεκλογική συγκέντρωση στο Μπάτλερ της Πενσυλβάνια. Ο 20χρονος Τόμας Μάθιου Κρουκς είχε ανέβει στη στέγη ενός κοντινού κτιρίου, από το οποίο είχε άμεση οπτική επαφή με την εξέδρα. Άνοιξε πυρ.
Μία σφαίρα τραυμάτισε τον Τραμπ στο δεξί αυτί. Ο Κόρεϋ Κομπερατόρε σκοτώθηκε προστατεύοντας την οικογένειά του, ενώ δύο ακόμη άνθρωποι, ο Ντέιβιντ Ντατς και ο Τζέιμς Κόπενχεϊβερ, τραυματίστηκαν. Πράκτορες κάλυψαν τον Τραμπ και τον απομάκρυναν από την εξέδρα, ενώ ελεύθερος σκοπευτής της Μυστικής Υπηρεσίας σκότωσε τον δράστη.
Η εικόνα του Τραμπ να σηκώνεται αιμόφυρτος, να υψώνει τη γροθιά του και να καλεί το πλήθος να συνεχίσει τον αγώνα μετατράπηκε αμέσως σε μία από τις πιο αναγνωρίσιμες εικόνες της σύγχρονης αμερικανικής πολιτικής ιστορίας.
Ο Ντόναλντ Τραμπ, μετά την απόπειρα δολοφονίας εναντίον του στο Μπάτλερ της Πενσυλβάνια, στις 13 Ιουλίου 2024. (AP)
Η επίθεση αποκάλυψε σοβαρότατα κενά ασφαλείας. Η ίδια η Μυστική Υπηρεσία αναγνώρισε προβλήματα στη διοίκηση, στην επικοινωνία, στην ανταλλαγή πληροφοριών και στην ασφάλιση του χώρου, χαρακτηρίζοντας το περιστατικό σημαντική επιχειρησιακή αποτυχία.
Δύο μήνες αργότερα, στις 15 Σεπτεμβρίου 2024, ο Τραμπ έπαιζε γκολφ στη Φλόριντα. Πράκτορας που προπορευόταν εντόπισε την κάννη ενός τουφεκιού να προεξέχει μέσα από τους θάμνους κοντά στην περίμετρο του γηπέδου.
Ο Ράιαν Γουέσλι Ρουθ είχε εγκατασταθεί στο σημείο και περίμενε τον Τραμπ. Είχε μαζί του τουφέκι με σκοπευτικό, μεταλλικές πλάκες και κάμερα.
Ο πράκτορας άνοιξε πυρ. Ο Ρουθ εγκατέλειψε το όπλο και διέφυγε με αυτοκίνητο, αλλά συνελήφθη λίγο αργότερα. Τον Σεπτέμβριο του 2025, καταδικάστηκε από ομοσπονδιακό δικαστήριο για απόπειρα δολοφονίας και, τον Φεβρουάριο του 2026, του επιβλήθηκε ισόβια κάθειρξη και επιπλέον 84 μήνες φυλάκισης.
Ο Τραμπ είχε ήδη έρθει σε ανοιχτή σύγκρουση με τη Federal Reserve κατά την πρώτη προεδρική του θητεία. Κατηγορούσε την κεντρική τράπεζα ότι διατηρούσε υπερβολικά υψηλά επιτόκια και ότι περιόριζε την ανάπτυξη της οικονομίας.
Η σύγκρουση εντάθηκε κατά τη δεύτερη προεδρική του θητεία. Ο Τραμπ υποστήριζε ότι ένας εκλεγμένος πρόεδρος, ο οποίος λογοδοτεί στους πολίτες για την πορεία της οικονομίας, δεν μπορούσε να παραμένει εντελώς αποκλεισμένος από τις αποφάσεις για τα επιτόκια. Η Federal Reserve, από την πλευρά της, επέμενε ότι η νομισματική πολιτική έπρεπε να προστατεύεται από την άμεση πολιτική πίεση.
Τον Ιανουάριο του 2026, ο πρόεδρος της Federal Reserve Τζερόμ Πάουελ δήλωσε ότι η αντιπαράθεση αφορούσε το αν η κεντρική τράπεζα θα συνέχιζε να καθορίζει τα επιτόκια με βάση τα οικονομικά δεδομένα ή αν η νομισματική πολιτική θα κατευθυνόταν από πολιτική πίεση και εκφοβισμό.
Η διαφορά δεν ήταν απλώς προσωπική. Αφορούσε την ίδια τη δομή της αμερικανικής εξουσίας. Ποιος πρέπει να αποφασίζει το κόστος του χρήματος; Ο εκλεγμένος πρόεδρος ή ένα θεσμικά ανεξάρτητο σώμα κεντρικών τραπεζιτών;
Ο Τραμπ στράφηκε επίσης εναντίον του λεγόμενου «de-banking», της πρακτικής κατά την οποία τράπεζες περιορίζουν ή διακόπτουν υπηρεσίες σε πολίτες και επιχειρήσεις για λόγους που μπορεί να σχετίζονται με πολιτικές ή θρησκευτικές θέσεις ή με νόμιμες, αλλά ανεπιθύμητες για ορισμένους, επαγγελματικές δραστηριότητες.
Τον Αύγουστο του 2025 υπέγραψε εκτελεστικό διάταγμα με το οποίο ζητούσε από τις ομοσπονδιακές τραπεζικές ρυθμιστικές αρχές να απομακρύνουν από τις οδηγίες τους κριτήρια που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για πολιτικοποιημένο ή παράνομο αποκλεισμό πελατών από τις τράπεζες.
Η πρόσβαση στο τραπεζικό σύστημα έχει μετατραπεί στη σύγχρονη εποχή σε προϋπόθεση κοινωνικής και οικονομικής ύπαρξης. Ένας πολίτης που δεν μπορεί να ανοίξει λογαριασμό, να λάβει πληρωμές ή να χρησιμοποιήσει ηλεκτρονικές υπηρεσίες αποκλείεται ουσιαστικά από μεγάλο μέρος της οικονομίας.
Η σύγκρουση με τις τράπεζες δεν αφορά πλέον μόνο το ποιος εκδίδει τα χαρτονομίσματα. Αφορά και το ποιος έχει δικαίωμα να συμμετέχει στην ίδια την οικονομική ζωή.
Από τον χρυσό στο χρήμα του χρέους
Κατά το μεγαλύτερο μέρος της ανθρώπινης ιστορίας, το χρήμα συνδεόταν με κάτι σπάνιο και πραγματικό: χρυσό, ασήμι ή άλλο πολύτιμο αγαθό. Το μεταλλικό αντίκρισμα περιόριζε τη δυνατότητα κυβερνήσεων και τραπεζών να αυξάνουν απεριόριστα την ποσότητα του χρήματος.
Το σύστημα είχε ασφαλώς σοβαρά προβλήματα. Η περιορισμένη ποσότητα χρυσού μπορούσε να προκαλέσει αποπληθωρισμό, έλλειψη ρευστότητας και οικονομικές κρίσεις. Η ανάπτυξη της οικονομίας μπορούσε να ξεπερνά την αύξηση των διαθέσιμων αποθεμάτων.
Ράβδοι χρυσού σε θησαυροφυλάκιο του Νομισματοκοπείου των ΗΠΑ, στο Γουέστ Πόιντ της Νέας Υόρκης. (AP/Mike Groll)
Η εγκατάλειψη του χρυσού έδωσε στις κυβερνήσεις και στις κεντρικές τράπεζες μεγαλύτερη ευελιξία. Τους επέτρεψε να αντιμετωπίζουν κρίσεις, να χρηματοδοτούν πολέμους, να στηρίζουν τράπεζες και να αυξάνουν τη ρευστότητα όταν το οικονομικό σύστημα κινδύνευε να καταρρεύσει.
Παράλληλα, όμως, αφαίρεσε το φυσικό όριο από τη δημιουργία χρήματος και χρέους.
Στο σύγχρονο σύστημα, το χρήμα δεν είναι μόνο τα χαρτονομίσματα και τα κέρματα. Στις επίσημες μετρήσεις της προσφοράς χρήματος περιλαμβάνονται επίσης τα υπόλοιπα των τραπεζικών λογαριασμών, οι καταθέσεις όψεως και διάφορες άλλες μορφές άμεσα διαθέσιμων χρηματικών απαιτήσεων. Μεγάλο μέρος του τραπεζικού χρήματος δημιουργείται όταν οι εμπορικές τράπεζες χορηγούν δάνεια. Όταν μία τράπεζα εγκρίνει ένα στεγαστικό ή επιχειρηματικό δάνειο, καταγράφει στο ενεργητικό της την απαίτηση από τον δανειολήπτη και δημιουργεί αντίστοιχη κατάθεση στον λογαριασμό του. Η δημιουργία νέας τραπεζικής πίστωσης συνοδεύεται έτσι από τη δημιουργία νέας οφειλής.
Η κεντρική τράπεζα επηρεάζει το περιβάλλον μέσα στο οποίο λειτουργεί αυτή η διαδικασία. Μέσω των επιτοκίων, της παροχής ρευστότητας, των ανοικτών αγορών και των όρων χρηματοδότησης μπορεί να ενθαρρύνει ή να περιορίσει την επέκταση της πίστωσης.
Η ίδια η Federal Reserve ορίζει τη νομισματική πολιτική ως τις ενέργειες μιας κεντρικής τράπεζας για να επηρεάζει τη διαθεσιμότητα και το κόστος του χρήματος και της πίστωσης. Όταν τα επιτόκια πέφτουν, ο δανεισμός γίνεται φθηνότερος, η πίστωση συνήθως επεκτείνεται και οι τιμές των ακινήτων και των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων μπορούν να αυξηθούν. Όταν τα επιτόκια ανεβαίνουν, οι δόσεις γίνονται ακριβότερες, οι επιχειρήσεις δυσκολεύονται να χρηματοδοτηθούν και οι υπερχρεωμένοι πολίτες πιέζονται.
Το χρήμα, επομένως, δεν είναι ουδέτερο. Ο τρόπος με τον οποίο δημιουργείται και κατανέμεται καθορίζει ποιος αποκτά πρώτος πρόσβαση στη νέα ρευστότητα, ποιος απολαμβάνει την άνοδο των τιμών των περιουσιακών στοιχείων και ποιος πληρώνει το κόστος του πληθωρισμού ή της ύφεσης.
Το κράτος ως αιώνιος οφειλέτης
Το αμερικανικό κράτος διαθέτει το κυριαρχικό δικαίωμα να ορίζει το νόμισμα της χώρας. Παρ’ όλα αυτά, για να χρηματοδοτήσει δαπάνες που υπερβαίνουν τα φορολογικά του έσοδα, εκδίδει κρατικά ομόλογα. Τα ομόλογα αγοράζονται από τράπεζες, επενδυτικά ταμεία, συνταξιοδοτικά ταμεία, ξένες κυβερνήσεις, ασφαλιστικές εταιρείες και ιδιώτες επενδυτές. Η Federal Reserve μπορεί στη συνέχεια να αγοράσει κρατικούς τίτλους στη δευτερογενή αγορά, δημιουργώντας αντίστοιχα κεντρικοτραπεζικά αποθεματικά.
Έτσι, το κράτος εμφανίζεται διαρκώς ως οφειλέτης στο ίδιο νόμισμα το οποίο το ίδιο έχει θεσπίσει. Κάθε νέο έλλειμμα αυξάνει το δημόσιο χρέος. Κάθε αύξηση των επιτοκίων αυξάνει σταδιακά το κόστος εξυπηρέτησης αυτού του χρέους, καθώς παλαιοί τίτλοι λήγουν και αντικαθίστανται από νέους με υψηλότερο επιτόκιο. Με τον χρόνο, ένα όλο και μεγαλύτερο μέρος των φορολογικών εσόδων μπορεί να κατευθύνεται στην πληρωμή τόκων. Η κατάσταση αυτή μεταφέρει τεράστια ισχύ στους κατόχους του χρέους και στους θεσμούς που επηρεάζουν το επιτόκιο.
Ο Άντριου Τζάκσον έβλεπε τον κίνδυνο σε μία κεντρική τράπεζα με ιδιωτικά προνόμια.
Ο Αβραάμ Λίνκολν αντιμετώπισε τον κίνδυνο της πλήρους χρηματοδότησης ενός πολέμου μέσω τραπεζικού δανεισμού.
Ο Τζέιμς Γκάρφηλντ τόνισε ότι η κοπή και η αξία του νομίσματος ανήκαν στην εθνική κυβέρνηση.
Ο Τζον Κέννεντυ κινήθηκε σε μία εποχή κατά την οποία τα κρατικά πιστοποιητικά αργύρου υποχωρούσαν μπροστά στα χαρτονομίσματα της Federal Reserve.
Οι διαφορές τους ήταν μεγάλες. Ο Λίνκολν εξέδωσε χαρτονόμισμα χωρίς άμεσο χρυσό αντίκρισμα, ενώ ο Γκάρφηλντ ζητούσε εξαργυρώσιμο νόμισμα. Ο Τζάκσον απέρριπτε την κεντρική τράπεζα, ενώ ο Φραγκλίνος Ρούζβελτ ενίσχυσε την κρατική και κεντρική διαχείριση του νομίσματος.
Όλοι τους, όμως, αντιλήφθηκαν ότι ο έλεγχος του χρήματος βρίσκεται στον πυρήνα της πολιτικής εξουσίας.
Οι σφαίρες γύρω από το νόμισμα
Δεν χρειάζεται να αποδοθούν όλες οι δολοφονίες και οι απόπειρες σε έναν κοινό οργανωτή για να φανεί το ιστορικό νήμα.
Η αμερικανική ιστορία δεν δείχνει μία μοναδική οργάνωση που επί δύο αιώνες δίνει εντολές σε διαφορετικούς δράστες. Δείχνει κάτι βαθύτερο: ότι οι πρόεδροι που αμφισβητούν την κατανομή της οικονομικής εξουσίας εισέρχονται σε ένα πεδίο σύγκρουσης πολύ μεγαλύτερο από την κομματική αντιπαράθεση.
Ο Τζάκσον δεν διαφώνησε απλώς με έναν τραπεζικό νόμο. Αφαίρεσε τα χρήματα της κυβέρνησης από την κεντρική τράπεζα της εποχής και οδήγησε τον θεσμό στην απώλεια του ομοσπονδιακού του χαρακτήρα.Ο Λίνκολν δεν έκανε απλώς μία ομιλία για την οικονομία. Εξέδωσε κρατικό χρήμα για να χρηματοδοτήσει έναν πόλεμο που έκρινε την επιβίωση της χώρας.
Ο Γκάρφηλντ δεν περιορίστηκε σε μία αόριστη αναφορά στους τραπεζίτες. Τοποθέτησε την κοπή και την αξία του χρήματος στην καρδιά των καθηκόντων της εθνικής κυβέρνησης.
Ο Θεόδωρος Ρούζβελτ χρησιμοποίησε την ομοσπονδιακή εξουσία εναντίον οικονομικών συγκροτημάτων που μέχρι τότε θεωρούνταν σχεδόν απρόσβλητα.
Ο Φραγκλίνος Ρούζβελτ κατήγγειλε τους αργυραμοιβούς, έκλεισε προσωρινά τις τράπεζες και επανασχεδίασε το χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Ο Κέννεντυ υπέγραψε διάταγμα που αφορούσε την έκδοση κρατικών πιστοποιητικών αργύρου σε μία περίοδο κατά την οποία η χώρα απομακρυνόταν από το μεταλλικό χρήμα.
Ο Νίξον έκοψε τον τελευταίο διεθνή δεσμό του δολαρίου με τον χρυσό.
Ο Τραμπ αμφισβήτησε ανοιχτά τη νομισματική ανεξαρτησία της Federal Reserve και τη δυνατότητα τραπεζών ή ρυθμιστικών αρχών να αποκλείουν πολίτες από το οικονομικό σύστημα για πολιτικούς ή ιδεολογικούς λόγους.
(Rick Wilking/Reuters)
Η πολιτική ζωή των Ηνωμένων Πολιτειών δεν κινείται μόνο γύρω από τις εκλογές και τα κόμματα. Κινείται γύρω από μόνιμα κέντρα ισχύος που συνεχίζουν να λειτουργούν ανεξάρτητα από το ποιος βρίσκεται για τέσσερα ή οκτώ χρόνια στον Λευκό Οίκο.
Οι μεγάλες τράπεζες, η κεντρική τράπεζα, οι υπηρεσίες πληροφοριών, οι στρατιωτικοί μηχανισμοί, οι πολυεθνικές και οι διαχειριστές τεράστιων κεφαλαίων διαθέτουν συνέχεια, πληροφορίες και δίκτυα επιρροής που ξεπερνούν τη διάρκεια οποιασδήποτε προεδρίας.
Ένας πρόεδρος μπορεί να εκλεγεί με εκατομμύρια ψήφους. Όταν όμως επιχειρεί να αλλάξει τους κανόνες του χρήματος ή να περιορίσει ένα μόνιμο κέντρο εξουσίας, δεν βρίσκεται πλέον απέναντι μόνο στην αντιπολίτευση. Βρίσκεται απέναντι σε ένα σύστημα που έχει τη δυνατότητα να επηρεάζει τις αγορές, την πίστωση, την πληροφόρηση, την πολιτική χρηματοδότηση και την ίδια την οικονομική καθημερινότητα των πολιτών.
Ποιος κυβερνά πραγματικά;
Το ερώτημα που συνδέει τις διαφορετικές εποχές δεν είναι αν όλοι οι δράστες εργάζονταν για τις τράπεζες· είναι ποιος διαθέτει την ουσιαστική εξουσία, όταν ο εκλεγμένος πρόεδρος δεν ελέγχει άμεσα τη δημιουργία του χρήματος, το κόστος του δανεισμού και τη ροή της πίστωσης.
Ο πρόεδρος μπορεί να μειώσει έναν φόρο, να αυξήσει μία δαπάνη ή να εξαγγείλει ένα πρόγραμμα ανάπτυξης. Αν όμως η κεντρική τράπεζα αυξήσει απότομα τα επιτόκια, η οικονομία μπορεί να επιβραδυνθεί ή να οδηγηθεί σε ύφεση.
Ο πρόεδρος μπορεί να ζητήσει φθηνότερα στεγαστικά δάνεια. Αν όμως οι τράπεζες περιορίσουν την πίστωση, μπορεί να αποκλειστούν από την αγορά κατοικίας εκατομμύρια πολίτες.
Μία κυβέρνηση μπορεί να δηλώνει κυρίαρχη. Αν όμως χρειάζεται να δανείζεται διαρκώς από τις αγορές για να λειτουργεί και να πληρώνει όλο και μεγαλύτερους τόκους, η πολιτική της ελευθερία περιορίζεται.
Το χρήμα δεν είναι απλώς ένα μέσο συναλλαγής. Είναι ο μηχανισμός μέσω του οποίου κατανέμεται η εργασία, η γη, η ιδιοκτησία και το μέλλον. Όποιος ελέγχει την πίστωση μπορεί να επηρεάζει ποιος θα χτίσει, ποιος θα αγοράσει, ποιος θα αναπτυχθεί και ποιος θα χρεοκοπήσει. Γι’ αυτό η μάχη για το νόμισμα επανέρχεται σε ολόκληρη την αμερικανική ιστορία.
Και γι’ αυτό οι πρόεδροι που άγγιξαν αυτό το ζήτημα δεν αντιμετώπισαν απλώς μία τεχνική οικονομική διαφωνία. Άγγιξαν το κέντρο της πραγματικής εξουσίας.
Οι πρόεδροι αλλάζουν, το σύστημα παραμένει
Ο Άντριου Τζάκσον επέζησε επειδή δύο πιστόλια δεν εκπυρσοκρότησαν.
Ο Αβραάμ Λίνκολν δολοφονήθηκε λίγες ημέρες μετά τη νίκη στον Εμφύλιο Πόλεμο.
Ο Τζέιμς Γκάρφηλντ πυροβολήθηκε λίγους μήνες μετά την ορκωμοσία του.
Ο Θεόδωρος Ρούζβελτ μίλησε επί μιάμιση ώρα με μία σφαίρα στο στήθος.
Ο Φραγκλίνος Ρούζβελτ δέχθηκε πυρά πριν προλάβει να αναλάβει την εξουσία.
Ο Τζον Φ. Κέννεντυ δολοφονήθηκε πέντε μήνες μετά το Εκτελεστικό Διάταγμα 11110.
Ο Ρίτσαρντ Νίξον έγινε στόχος σχεδίου που θα μετέτρεπε επιβατικό αεροσκάφος σε βόμβα κατά του Λευκού Οίκου.
Ο Ρόναλντ Ρήγκαν σώθηκε με τη σφαίρα πολύ κοντά στην καρδιά.
Ο Ντόναλντ Τραμπ τραυματίστηκε από πυροβολισμό και δύο μήνες αργότερα ένας δεύτερος ένοπλος περίμενε να τον σκοτώσει.
Οι περιπτώσεις διαφέρουν. Οι εποχές διαφέρουν. Τα άμεσα κίνητρα των δραστών διαφέρουν. Το νήμα, όμως, παραμένει.
Από τη Δεύτερη Τράπεζα των Ηνωμένων Πολιτειών μέχρι τη Federal Reserve, από τον χρυσό και το ασήμι μέχρι το πλήρως παραστατικό δολάριο, από τα greenbacks του Λίνκολν μέχρι τα τρισεκατομμύρια της σύγχρονης νομισματικής επέκτασης, το μεγάλο ερώτημα δεν άλλαξε: Σε ποιον ανήκει το χρήμα ενός έθνους;
Στον λαό και στην κυβέρνηση που εκλέγει ή σε ένα σύστημα πίστωσης που λειτουργεί σε σημαντικό βαθμό μακριά από τον άμεσο δημοκρατικό έλεγχο;
Οι πρόεδροι αλλάζουν. Οι εκλογές έρχονται και φεύγουν. Οι θητείες τελειώνουν. Το τραπεζικό σύστημα, το δημόσιο χρέος και οι μηχανισμοί δημιουργίας χρήματος παραμένουν.
Και όσο το χρήμα δημιουργείται σε μεγάλο βαθμό παράλληλα με νέο χρέος, όσο οι κυβερνήσεις δανείζονται στο νόμισμα στο οποίο οι ίδιες επιβάλλουν φόρους και όσο το κόστος της οικονομικής ζωής καθορίζεται από θεσμούς που δεν προκύπτουν από άμεσες εκλογές, η μάχη για την πραγματική κυριαρχία δεν πρόκειται να τελειώσει.
Διότι εκείνος που ελέγχει το χρήμα δεν ελέγχει μόνο τις τράπεζες. Ελέγχει την αναπνοή της οικονομίας. Και όποιος ελέγχει την αναπνοή της οικονομίας μπορεί τελικά να αποκτήσει μεγαλύτερη δύναμη ακόμη και από εκείνον που κάθεται στον Λευκό Οίκο.
Οι παρεμβάσεις, η παρακολούθηση και οι διοικητικές πιέσεις δεν αποτελούν πλέον μεμονωμένα εμπόδια για τους ξένους δημοσιογράφους στην Κίνα, αλλά πάγιο χαρακτηριστικό του περιβάλλοντος στο οποίο εργάζονται, σύμφωνα με την ετήσια έκθεση της Λέσχης Ξένων Ανταποκριτών στην Κίνα (Foreign Correspondents’ Club of China – FCCC) για το 2025.
Το 94% των συμμετεχόντων εκτίμησε ότι οι σημερινές συνθήκες δημοσιογραφικής εργασίας συνήθως ή σχεδόν ποτέ δεν ανταποκρίνονται στα διεθνή πρότυπα. Η έκθεση, η οποία δημοσιεύθηκε στις 13 Ιουλίου με τίτλο «The New Abnormal» («Η νέα μη κανονικότητα»), περιγράφει ένα περιβάλλον στο οποίο οι αρχές παρεμποδίζουν την κάλυψη, οι πηγές αποφεύγουν ολοένα συχνότερα την επικοινωνία με ξένα μέσα και οι Κινέζοι συνεργάτες των δημοσιογραφικών γραφείων υφίστανται ιδιαίτερες πιέσεις.
Στην έρευνα συμμετείχαν 89 μέλη της FCCC, εκπροσωπώντας μέσα ενημέρωσης από την Ασία, την Ευρώπη, τη Λατινική Αμερική και τη Βόρεια Αμερική. Οι περισσότεροι επέλεξαν να παραμείνουν ανώνυμοι, φοβούμενοι αντίποινα.
Από το σύνολο των ερωτηθέντων, το 38% απάντησε ότι το δημοσιογραφικό περιβάλλον στην Κίνα σχεδόν ποτέ δεν πληροί τα διεθνή πρότυπα και το 56% ότι συνήθως δεν τα πληροί. Κανένας δεν θεώρησε ότι οι συνθήκες συνήθως ή σχεδόν πάντοτε ανταποκρίνονται σε αυτά.
Οι αυστηρότεροι περιορισμοί εξακολουθούν να αφορούν πολιτικά ευαίσθητα ζητήματα, όπως η Ταϊβάν, το Θιβέτ και η Σιντζιάνγκ, καθώς και την κριτική προς την ανώτατη ηγεσία του κυβερνώντος Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας (ΚΚΚ).
Οι «κόκκινες γραμμές» επεκτείνονται
Σχεδόν δύο στους τρεις ανταποκριτές, ποσοστό 64%, δήλωσαν ότι μέσα στο 2025 παρεμποδίστηκαν τουλάχιστον μία φορά από την αστυνομία ή άλλους Κινέζους αξιωματούχους.
Τέτοιες παρεμβάσεις δεν περιορίζονται πλέον σε παραδοσιακά ευαίσθητες περιοχές, όπως η Σιντζιάνγκ και το Θιβέτ. Εμπόδια καταγράφονται ακόμη και κατά την κάλυψη συνηθισμένων κοινωνικών και οικονομικών θεμάτων, από την τοπική ανάπτυξη και τη λειτουργία επιχειρήσεων έως ζητήματα που επηρεάζουν την καθημερινή ζωή των πολιτών.
Παράλληλα, διευρύνεται το φάσμα των θεμάτων που αντιμετωπίζονται ως ευαίσθητα. Οι πάγιες πολιτικές «κόκκινες γραμμές» παραμένουν ενεργές, αλλά αυξημένη επιφυλακτικότητα παρατηρείται πλέον και γύρω από οικονομικά, τεχνολογικά και κοινωνικά ζητήματα.
Το 47% των ερωτηθέντων εκτίμησε ότι κατά τον τελευταίο χρόνο προστέθηκαν νέες θεματικές στις ήδη υπάρχουσες απαγορεύσεις ή ενισχύθηκε η αυστηρότητα με την οποία αυτές εφαρμόζονται. Μεταξύ των ζητημάτων που έχουν καταστεί δυσκολότερο να καλυφθούν περιλαμβάνονται το δημογραφικό πρόβλημα, η κατάσταση της κινεζικής οικονομίας, η ανεργία των νέων, η κρίση στην αγορά ακινήτων, οι εμπορικές συγκρούσεις ΗΠΑ–Κίνας, οι σπάνιες γαίες και οι αναδυόμενες τεχνολογίες.
Καθώς η οικονομική ανάπτυξη της Κίνας επιβραδύνεται, δυσχερέστερη έχει γίνει και η δημοσιογραφική έρευνα γύρω από την εμπιστοσύνη στην αγορά, τα ακίνητα και την απασχόληση. Ένας από τους συμμετέχοντες περιέγραψε ένα περιβάλλον στο οποίο σχεδόν τα πάντα θεωρούνται — ή υπάρχει ο φόβος ότι μπορεί να θεωρηθούν — ευαίσθητα, με αποτέλεσμα η κάλυψη να εμποδίζεται προληπτικά.
Στις ανησυχίες των ανταποκριτών περιλαμβάνονται ακόμη η ψηφιακή παρακολούθηση, οι καθυστερήσεις στην έκδοση θεωρήσεων εισόδου και οι νομικές απειλές που συνδέονται με το έργο τους.
Πηγές αποσύρονται υπό τον φόβο συνεπειών
Η πίεση δεν περιορίζεται στους ξένους δημοσιογράφους. Επεκτείνεται στους Κινέζους πολίτες που συνομιλούν ή συνεργάζονται μαζί τους, περιορίζοντας στην πράξη την πρόσβαση σε αξιωματούχους, ειδικούς, επιχειρηματίες και απλούς πολίτες.
Το 77% των ερωτηθέντων ανέφερε ότι πηγές στην Κίνα αρνήθηκαν ή ακύρωσαν συνεντεύξεις, εξηγώντας, μεταξύ άλλων, ότι δεν μπορούσαν να μιλήσουν σε ξένους δημοσιογράφους. Σύμφωνα με το κείμενο του άρθρου, το 32% δήλωσε ότι πηγές του είχαν υποστεί ανακρίσεις, απειλές ή άλλες αρνητικές συνέπειες επειδή παραχώρησαν συνεντεύξεις σε ξένα μέσα ενημέρωσης.
Ανταποκριτής με έδρα το Πεκίνο περιέγραψε ως εξαιρετικά δύσκολη την εξασφάλιση συνεντεύξεων με κρατικούς ή τοπικούς αξιωματούχους και στελέχη επιχειρήσεων. Η συνήθης απάντηση είναι ότι δεν μπορούν να συνομιλήσουν με ξένα μέσα, ενώ η αναζήτηση άδειας για μια συνέντευξη ή επίσκεψη καταλήγει συχνά σε διαδοχικές παραπομπές από τη μία υπηρεσία στην άλλη.
Σε άλλη μαρτυρία, επιχειρηματίες φέρονται να αρνήθηκαν να μιλήσουν για την οικονομία από φόβο για τις συνέπειες μιας επαφής με ξένα μέσα. Διοργανωτές συνεδρίων είχαν ζητήσει από ακαδημαϊκούς να μη δώσουν συνεντεύξεις, ενώ οικονομολόγοι και ειδικοί σε αγροτικά θέματα επικαλέστηκαν απαγόρευση επικοινωνίας με ξένους δημοσιογράφους. Τόσο οι εμφανείς όσο και οι έμμεσες πιέσεις προς τις πηγές εντείνονται.
Περισσότερο εκτεθειμένοι οι Κινέζοι συνεργάτες
Ιδιαίτερα ευάλωτοι είναι οι Κινέζοι ερευνητές, παραγωγοί και βοηθοί στους οποίους στηρίζονται τα γραφεία των ξένων μέσων.
Το 89% των συμμετεχόντων εργάζεται σε οργανισμούς που απασχολούν Κινέζους υπηκόους. Από αυτούς, το 40% ανέφερε ότι οι Κινέζοι συνάδελφοί του είχαν δεχθεί πιέσεις, παρενοχλήσεις ή εκφοβισμό από τις αρχές.
Ορισμένοι εργαζόμενοι έχουν κληθεί από την αστυνομία ή τις κρατικές υπηρεσίες ασφαλείας για «τσάι» — ευφημισμός για την ανάκριση — και υποχρεώθηκαν να αποκαλύψουν πληροφορίες για συνεντεύξεις και για το πρόγραμμα εργασίας ξένων δημοσιογράφων. Συντάκτης ευρωπαϊκού μέσου ανέφερε ότι ο βοηθός του καλείται τακτικά σε τέτοιες συναντήσεις και ερωτάται για το περιεχόμενο της δημοσιογραφικής κάλυψης.
Σύμφωνα με την FCCC, οι πρακτικές αυτές δεν βιώνονται ως απομονωμένα περιστατικά, αλλά ως στοιχεία ενός ευρύτερου περιβάλλοντος που διαμορφώνεται από την παρακολούθηση, τις διοικητικές πιέσεις και την αυξανόμενη επιφυλακτικότητα πηγών και θεσμών.
Τα δικαιώματα που προβλέπονται επισήμως για τους δημοσιογράφους συχνά υπάρχουν μόνο στα χαρτιά και καθίστανται ολοένα δυσκολότερο να ασκηθούν στην πράξη. Για πολλούς ξένους ανταποκριτές, καταλήγει η έκθεση, οι περιορισμοί έχουν πάψει να αποτελούν εξαίρεση και έχουν μετατραπεί στη «νέα μη κανονικότητα» της δημοσιογραφικής εργασίας στην Κίνα.
Στον Παγκόσμιο Δείκτη Ελευθερίας του Τύπου για το 2026 των Δημοσιογράφων Χωρίς Σύνορα, η Κίνα κατατάσσεται στην 173η θέση μεταξύ των 180 χωρών και εδαφών που αξιολογούνται, παραμένοντας στην κατηγορία των χωρών με «πολύ σοβαρή» κατάσταση ως προς την ελευθερία του Τύπου.