Τετάρτη, 17 Ιούν, 2026

Η Γαλλία επενδύει 655 εκατ. ευρώ στην τεχνητή νοημοσύνη

Ο Γάλλος πρωθυπουργός Σεμπαστιέν Λεκορνύ ανακοίνωσε στις 16 Ιουνίου ότι η κυβέρνηση θα επενδύσει 655 εκατ. ευρώ στην τεχνητή νοημοσύνη και θα αναπτύξει δικά της εργαλεία, ανεξάρτητα από τις Ηνωμένες Πολιτείες και άλλες χώρες.

Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X, ο Λεκορνύ ανέφερε ότι η Γαλλία καλείται είτε να ακολουθήσει τις εξελίξεις είτε να πρωταγωνιστήσει στη νέα τεχνολογική εποχή. Παράλληλα, ανακοίνωσε ότι η κυβέρνηση θα δημιουργήσει έναν ενιαίο ψηφιακό βοηθό συνομιλίας για όλες τις δημόσιες υπηρεσίες, καθώς και έναν εξειδικευμένο βοηθό για τον τομέα της υγείας μέσω του Ameli, της κρατικής διαδικτυακής πύλης ασφάλισης υγείας.

Μιλώντας στην έναρξη της έκθεσης VivaTech στο Παρίσι, τόνισε ότι το ερώτημα δεν είναι πλέον αν το κράτος θα αξιοποιήσει την τεχνητή νοημοσύνη, αλλά πόσο γρήγορα θα μετασχηματιστεί μέσω αυτής.

Σε βίντεο που δημοσίευσε στην πλατφόρμα X ανακοίνωσε επίσης ότι η Γενική Διεύθυνση Εσωτερικής Ασφάλειας της Γαλλίας (DGSI) θα αντικαταστήσει την αμερικανική εταιρεία τεχνολογίας Palantir με τη γαλλική ChapsVision. Όπως είπε, η ChapsVision επελέγη από τη DGSI για να διαδεχθεί τον αμερικανικό τεχνολογικό όμιλο.

Η Γαλλία επιδιώκει τεχνολογική αυτονομία

Η Γαλλία πρέπει να χρησιμοποιεί δικά της μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης και δεν μπορεί να αποδεχθεί νέες στρατηγικές εξαρτήσεις στον ψηφιακό τομέα, υποστήριξε ο Λεκορνύ. Όπως είπε, η χώρα δεν μπορεί να στηρίζεται σε τεχνολογικά εργαλεία που αναπτύσσονται από ξένες δυνάμεις και οφείλει να διαθέτει δικές της λύσεις.

Ωστόσο, σε ανακοίνωση που απέστειλε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στην εφημερίδα The Epoch Times, η Palantir ανέφερε ότι η μακροχρόνια σύμβασή της με τη γαλλική DGSI, η οποία ανανεώθηκε στα τέλη του 2025 για αρκετά ακόμη χρόνια, παραμένει πλήρως σε ισχύ. Η εταιρεία σημείωσε ότι υποστηρίζει τη DGSI εδώ και μία δεκαετία και ότι η συνεργασία συνεχίζεται στο πλαίσιο των υφιστάμενων συμβατικών δεσμεύσεων, με πλήρη συμμόρφωση προς τα υψηλότερα πρότυπα ασφάλειας, προστασίας δεδομένων, κανονιστικής συμμόρφωσης και διαφάνειας.

Το γραφείο του Λεκορνύ διευκρίνισε αργότερα ότι τα εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης της Palantir θα συνεχίσουν να χρησιμοποιούνται από τη DGSI «για να αποφευχθεί ένα επιχειρησιακό κενό δυνατοτήτων» έως ότου καταστούν διαθέσιμες αντίστοιχες λύσεις της ChapsVision.

Στις 12 Ιουνίου, η Anthropic, με έδρα την Καλιφόρνια, ανακοίνωσε ότι θα «απενεργοποιήσει αιφνιδιαστικά» τα πλέον προηγμένα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης της για όλους τους χρήστες, αφού η κυβέρνηση των ΗΠΑ της ζήτησε να αποκλείσει την πρόσβαση αλλοδαπών υπηκόων, επικαλούμενη λόγους εθνικής ασφάλειας.

Στις 25 Μαΐου, το Βατικανό παρενέβη επίσης στη συζήτηση για την τεχνητή νοημοσύνη. Ο πάπας Λέων ΙΔ΄ δημοσίευσε κείμενο με το οποίο ζητούσε αυστηρή ρύθμιση και ανεξάρτητη εποπτεία της τεχνητής νοημοσύνης, καλώντας όσους συμμετέχουν στην ανάπτυξή της να μην παραβλέπουν το κοινό καλό στην επιδίωξη του κέρδους και της τεχνολογικής κυριαρχίας. Ο συνιδρυτής της Anthropic, Κρίστοφερ Ολά, υποστήριξε το μήνυμα του πάπα κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου, λέγοντας ότι, εφόσον η τεχνολογία αυτή πρόκειται να διαμορφώσει το μέλλον, θα πρέπει να λειτουργήσει προς όφελος του πλανήτη μας και των επόμενων γενεών.

Η Palantir ιδρύθηκε το 2003 από τον Πήτερ Τιλ, συνιδρυτή και της PayPal. Μεταξύ των επενδυτών της συγκαταλέγεται η In-Q-Tel, ο επενδυτικός βραχίονας της CIA. Ο Τιλ είναι ένας από τους μεγιστάνες του τεχνολογικού κλάδου που συνέβαλαν στη διαμόρφωση της δεύτερης κυβέρνησης Τραμπ μετά τη νίκη του προέδρου των ΗΠΑ στις εκλογές του 2024.

Νέο πλήγμα για την Palantir

Τον Φεβρουάριο, η Palantir ανακοίνωσε ότι η συνολική αξία των συμβάσεων που έκλεισε ανήλθε σε επίπεδο-ρεκόρ 4,26 δισ. δολαρίων, αυξημένη κατά 138% σε ετήσια βάση.

Παρ’ όλα αυτά, το τελευταίο διάστημα έχει βρεθεί αντιμέτωπη με αρκετές δυσκολίες στην Ευρώπη.

Τον Απρίλιο, ο Τόμας Ντάουμ, επικεφαλής της διοίκησης κυβερνοάμυνας των γερμανικών ενόπλων δυνάμεων, δήλωσε στην εφημερίδα Handelsblatt ότι δεν σχεδιάζεται η ανάθεση συμβάσεων στην Palantir. Σύμφωνα με τον Ντάουμ, όσο ελκυστικές κι αν είναι οι δυνατότητες της εταιρείας για τις ανάγκες των βάσεων δεδομένων των ενόπλων δυνάμεων, παραμένει αδιανόητο να δοθεί σε προσωπικό ιδιωτικής εταιρείας πρόσβαση σε εθνική βάση δεδομένων.

Η υπουργός Τεχνολογίας του Ηνωμένου Βασιλείου, Λιζ Κένταλ, δήλωσε στις 9 Ιουνίου ότι εξετάζεται πλήρως η σύμβαση ύψους 330 εκατ. λιρών (382 εκατ. ευρώ) μεταξύ του Εθνικού Συστήματος Υγείας του Ηνωμένου Βασιλείου και της Palantir, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν μπορεί να ενεργοποιηθεί ρήτρα πρόωρης καταγγελίας και να τερματιστεί η συνεργασία με την αμερικανική εταιρεία στις αρχές του 2027.

Την ίδια ημέρα, η εφημερίδα The Guardian ανέφερε ότι η Palantir προσέφυγε δικαστικά κατά του δημάρχου του Λονδίνου Σαντίκ Καν, αφού εκείνος μπλόκαρε συμφωνία ύψους 50 εκατ. λιρών (58 εκατ. ευρώ) για την αγορά εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης από την εταιρεία για λογαριασμό της Μητροπολιτικής Αστυνομίας του Λονδίνου. Εκπρόσωπος του γραφείου του Καν δήλωσε ότι η Μητροπολιτική Αστυνομία δεν παρουσίασε τη στρατηγική προμηθειών της όπως απαιτείται και ότι στην πράξη συνεργάστηκε ουσιαστικά μόνο με έναν υποψήφιο προμηθευτή, την Palantir.

Τον Ιούνιο του 2025, η διευθύντρια παγκόσμιας πολιτικής απορρήτου και πολιτικών ελευθεριών της Palantir Technologies, Κόρτνεϋ Μπόουμαν, διέψευσε δημοσίευμα των New York Times σύμφωνα με το οποίο η εταιρεία δημιουργούσε μια τεράστια ενοποιημένη βάση δεδομένων με προσωπικές πληροφορίες Αμερικανών πολιτών. Η Μπόουμαν δήλωσε στην Epoch Times ότι η εταιρεία δεν αναπτύσσει, δεν της έχει ζητηθεί να αναπτύξει και δεν έχει συνάψει σύμβαση για την ανάπτυξη οποιουδήποτε ομοσπονδιακού κεντρικού καταλόγου ή κεντρικής βάσης δεδομένων που να συνδέει διαφορετικές κρατικές υπηρεσίες.

Η εφημερίδα The Epoch Times επικοινώνησε με την ChapsVision ζητώντας σχόλιο, χωρίς να έχει λάβει απάντηση έως τη στιγμή της δημοσίευσης.

Του Chris Summers

Με πληροφορίες από το Reuters

Η ΕΕ δηλώνει ότι ο κινεζικός στρατός εκπαίδευσε Ρώσους στρατιώτες για τον πόλεμο στην Ουκρανία

Η Κάγια Κάλας, επικεφαλής της εξωτερικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δήλωσε ότι η ΕΕ έχει επαληθεύσει πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες ο κινεζικός στρατός εκπαίδευσε Ρώσους στρατιωτικούς για τον πόλεμο στην Ουκρανία και ότι αξιολογεί προσεκτικά τις συνέπειες αυτής της εξέλιξης.

Η δήλωση έγινε στις 15 Ιουνίου, μετά τη συνεδρίαση του Συμβουλίου Εξωτερικών Υποθέσεων στο Λουξεμβούργο, όπου οι υπουργοί συζήτησαν την Ουκρανία, τις κυρώσεις και τη σχέση της ΕΕ με την Κίνα στον τομέα της ασφάλειας. Με τη δήλωσή της, η Κάλας προσέδωσε θεσμική βαρύτητα σε ισχυρισμό που είχε προηγουμένως δημοσιευθεί από ευρωπαϊκά μέσα ενημέρωσης.

Η Κάλας δεν έδωσε δημοσίως λεπτομέρειες για τον αριθμό των στρατιωτών που εκπαιδεύτηκαν, τον τόπο διεξαγωγής της εκπαίδευσης ή τα στοιχεία που εξέτασαν οι αξιωματούχοι της ΕΕ.

Η δήλωση έγινε την ίδια ημέρα που το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενέκρινε νέο πακέτο κυρώσεων για τον πόλεμο της Ρωσίας στην Ουκρανία, στο οποίο περιλαμβάνονται και δύο κινεζικές εταιρείες. Η δημόσια ανακοίνωση του Συμβουλίου, πάντως, δεν συνέδεσε καμία από αυτές με τους ισχυρισμούς περί εκπαίδευσης.

Κυρώσεις σε δύο κινεζικές εταιρείες

Το πακέτο κυρώσεων προσέθεσε 34 άτομα και 47 οντότητες και περιλαμβάνει μέτρα κατά των ενεργειακών εσόδων της Ρωσίας, του στρατιωτικοβιομηχανικού της συμπλέγματος, δικτύων προπαγάνδας, υβριδικών δραστηριοτήτων και παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Η Κάλας χαρακτήρισε το Πεκίνο «καθοριστικό υποστηρικτή» του πολέμου της Ρωσίας, σημειώνοντας ότι η ΕΕ επέβαλε κυρώσεις και σε αρκετές κινεζικές οντότητες. Το Συμβούλιο συμπεριέλαβε τις Shenzhen Minghuaxin και Xinxiang Richful Lubricant Additive Company στα μέτρα που αφορούν το ρωσικό στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα.

Σύμφωνα με το Συμβούλιο, τα μέτρα στοχεύουν κατασκευαστές και προμηθευτές μη επανδρωμένων αεροσκαφών και άλλου στρατιωτικού εξοπλισμού προς τις ρωσικές ένοπλες δυνάμεις. Η Xinxiang Richful περιγράφηκε ως μία από τις μεγαλύτερες εταιρείες παραγωγής και προμήθειας πρόσθετων λιπαντικών στην Κίνα.

Δημοσιεύματα ανέφεραν εκπαίδευση στην Κίνα

Οι δηλώσεις της Κάλας ακολούθησαν δημοσίευμα του Reuters στις 19 Μαΐου, το οποίο, επικαλούμενο τρεις ευρωπαϊκές υπηρεσίες πληροφοριών και έγγραφα που εξέτασε το πρακτορείο, ανέφερε ότι ο κινεζικός στρατός είχε εκπαιδεύσει μυστικά περίπου 200 Ρώσους στρατιώτες στην Κίνα στα τέλη του 2025.

Σύμφωνα με το Reuters, η εκπαίδευση περιλάμβανε χειρισμό μη επανδρωμένων αεροσκαφών και άλλες δεξιότητες μάχης, ενώ ορισμένοι από τους Ρώσους στρατιώτες επέστρεψαν αργότερα στο μέτωπο. Το πρακτορείο σημείωσε ότι δεν μπόρεσε να επαληθεύσει ανεξάρτητα εάν οι εκπαιδευμένοι στρατιώτες συμμετείχαν σε μάχες στην Ουκρανία.

Το δημοσίευμα του Reuters ανέφερε ακόμη ότι το πρόγραμμα περιγραφόταν σε δίγλωσση ρωσοκινεζική συμφωνία, η οποία οριστικοποιήθηκε από ανώτερους στρατιωτικούς αξιωματούχους στο Πεκίνο στις 2 Ιουλίου 2025. Σύμφωνα με το πρακτορείο, η συμφωνία απαγόρευε τη δημοσιογραφική κάλυψη των επισκέψεων και προέβλεπε ότι τρίτα μέρη δεν θα έπρεπε να ενημερωθούν.

Ξεχωριστό δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας Die Welt ανέφερε ότι απόρρητα έγγραφα αποκάλυπταν ευρύτερη στρατιωτική συμφωνία Κίνας–Ρωσίας, η οποία περιλάμβανε συνεργασία στην εκπαίδευση, μεταφορά γνώσεων από το μέτωπο και νέες παραδόσεις οπλικών συστημάτων. Τα δημοσιεύματα του Reuters και της Die Welt παρέθεσαν διαφορετικά στοιχεία και πηγές, ενώ τα έγγραφα στα οποία βασίστηκαν δεν έχουν δοθεί στη δημοσιότητα.

Ο εκπρόσωπος του κινεζικού υπουργείου Εξωτερικών Λιν Τζιέν απέρριψε στις 16 Ιουνίου τον ισχυρισμό της ΕΕ, λέγοντας ότι δεν έχει «καμία πραγματική βάση» και ότι πρόκειται για «συκοφαντίες». Δεν απάντησε, ωστόσο, στα δημοσιεύματα σχετικά με τον αριθμό των στρατιωτών, τις τοποθεσίες ή το περιεχόμενο της εκπαίδευσης.

Η Μόσχα δεν έχει εκδώσει άμεση δημόσια απάντηση στη δήλωση της Κάλας της 15ης Ιουνίου. Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου Ντμίτρι Πεσκόφ είχε προηγουμένως απορρίψει ως ψευδείς πληροφορίες το δημοσίευμα του Reuters του Μαΐου, χαρακτηρίζοντάς το προϊόν δυτικών μέσων ενημέρωσης.

Ο ηγέτης της Κίνας Σι Τζινπίνγκ και ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν συναντήθηκαν στο Πεκίνο στις 20 Μαΐου, στην πιο πρόσφατη από μια σειρά συναντήσεων υψηλού επιπέδου μεταξύ των δύο ηγετών. Σύμφωνα με το Πεκίνο, οι δύο πλευρές συμφώνησαν να παρατείνουν περαιτέρω τη Συνθήκη Καλής Γειτονίας και Φιλικής Συνεργασίας Κίνας–Ρωσίας και υπέγραψαν κοινή δήλωση για την περαιτέρω ενίσχυση του συνολικού στρατηγικού συντονισμού τους. Το κινεζικό υπουργείο Εξωτερικών ανέφερε ότι επρόκειτο για την 25η επίσκεψη του Πούτιν στην Κίνα.

Η εφημερίδα The Epoch Times επικοινώνησε με το γραφείο Τύπου της Κάλας ζητώντας περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με τις επαληθευμένες πληροφορίες στις οποίες αναφέρθηκε στις δηλώσεις της στις 15 Ιουνίου. Μέχρι τη στιγμή της δημοσίευσης δεν είχε υπάρξει άμεση απάντηση.

Του Arthur Zhang

Έκθεση του ΟΟΣΑ αναζωπυρώνει τη συζήτηση για τις κρατικές επιδοτήσεις της Κίνας

Ανάλυση ειδήσεων

Μια νέα έκθεση του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) αναμένεται να εντείνει μια ήδη έντονη συζήτηση στη Δύση σχετικά με τη χρήση κρατικών επιδοτήσεων από την Κίνα.

Σε μια περίοδο κατά την οποία οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρωπαϊκή Ένωση εστιάζουν όλο και περισσότερο στη βιομηχανική πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα της Κίνας, στα προγράμματα κρατικής στήριξης και στην ασφάλεια των αλυσίδων εφοδιασμού, η έκθεση διαπιστώνει ότι σχεδόν το 60% της αύξησης του παγκόσμιου μεριδίου αγοράς που κατέγραψαν οι κινεζικές επιχειρήσεις τα τελευταία είκοσι χρόνια μπορεί να αποδοθεί σε κρατικές επιδοτήσεις.

Ο ΟΟΣΑ παρομοιάζει τα οφέλη που αποκομίζουν οι επιχειρήσεις από τις επιδοτήσεις με τη χρήση απαγορευμένων ουσιών στον αθλητισμό, υποστηρίζοντας ότι οι επιδοτήσεις προσφέρουν αθέμιτο πλεονέκτημα σε λιγότερο παραγωγικούς ανταγωνιστές.

Αναλυτές εκτιμούν ότι το Πεκίνο έχει βασιστεί σε εκτεταμένη κρατική στήριξη προκειμένου να βοηθήσει τις κινεζικές επιχειρήσεις να αυξήσουν το παγκόσμιο μερίδιο αγοράς τους και να ενισχύσουν τη θέση της χώρας σε κρίσιμες αλυσίδες εφοδιασμού. Η στρατηγική αυτή εξυπηρετεί και ευρύτερους γεωπολιτικούς στόχους. Προειδοποιούν ότι το μοντέλο αυτό ενδέχεται να αποδυναμώσει τη μεταποίηση άλλων χωρών, να προκαλέσει διεθνείς αντιδράσεις και τελικά να εκθέσει την ίδια την Κίνα σε σημαντικούς βιομηχανικούς και χρηματοοικονομικούς κινδύνους.

Οι κινεζικές επιδοτήσεις 

Ο ΟΟΣΑ αποτελείται σήμερα από τριάντα οκτώ κράτη-μέλη, τα περισσότερα εκ των οποίων είναι ανεπτυγμένες οικονομίες της αγοράς. Στην Ασία, μέλη του οργανισμού είναι η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα.

Την 1η Ιουνίου, ο ΟΟΣΑ δημοσίευσε έκθεση για τις βιομηχανικές επιδοτήσεις, βασισμένη στη βάση δεδομένων Manufacturing Groups and Industrial Corporations. Η βάση περιλαμβάνει εκτιμήσεις επιδοτήσεων και οικονομικά στοιχεία για 525 από τους μεγαλύτερους βιομηχανικούς ομίλους παγκοσμίως σε 15 βασικούς κλάδους για την περίοδο 2005–2024.

Στους κλάδους αυτούς περιλαμβάνονται τα ηλιακά πάνελ, οι ημιαγωγοί, ο χάλυβας, το αλουμίνιο, η ναυπηγική βιομηχανία και η αυτοκινητοβιομηχανία — τομείς που βρίσκονται στο επίκεντρο του σημερινού παγκόσμιου βιομηχανικού ανταγωνισμού και της αναδιάταξης των αλυσίδων εφοδιασμού.

Η έκθεση εκτιμά ότι, ακόμη και με συντηρητικές παραδοχές, οι κινεζικές επιχειρήσεις έλαβαν από το 2005 έως το 2024 κρατικές επιδοτήσεις κατά μέσο όρο τρεις έως οκτώ φορές υψηλότερες από εκείνες που έλαβαν επιχειρήσεις σε χώρες-μέλη του ΟΟΣΑ. Τα ποσά αυτά ξεπερνούσαν επίσης σημαντικά τα επίπεδα επιδοτήσεων που έλαβαν εταιρείες σε οικονομίες εκτός ΟΟΣΑ, όπως η Βραζιλία, η Ινδία και η Ινδονησία.

Η μελέτη διαπίστωσε ακόμη ότι μεταξύ των εταιρειών που επεκτάθηκαν την περίοδο 2005–2023, περίπου το 22% της αύξησης του μεριδίου αγοράς τους μπορούσε να συνδεθεί με επιδοτήσεις. Για τις κινεζικές επιχειρήσεις, ωστόσο, το αντίστοιχο ποσοστό πλησίαζε το 60%.

Οι μακροχρόνιες ενστάσεις της Δύσης

Ο γενικός γραμματέας του ΟΟΣΑ, Ματτίας Κόρμαν, δήλωσε κατά τη δημοσίευση της έκθεσης ότι, όπως συμβαίνει με τη χρήση απαγορευμένων ουσιών στον αθλητισμό, οι επιδοτήσεις ενδέχεται να επιτρέπουν σε λιγότερο παραγωγικούς ανταγωνιστές να επικρατούν αθέμιτα εις βάρος πιο καινοτόμων και αποδοτικών επιχειρήσεων. Παρότι οι επιδοτήσεις βοήθησαν τις εταιρείες να αυξήσουν το μερίδιο αγοράς τους, δεν βελτίωσαν ουσιαστικά ούτε την παραγωγικότητα ούτε την κερδοφορία τους. Οι επιχειρήσεις κέρδισαν μερίδιο αγοράς όχι επειδή ήταν πιο αποδοτικές ή καινοτόμες, αλλά επειδή επιδοτήθηκαν περισσότερο.

Στις 4 Ιουνίου, το κινεζικό υπουργείο Εμπορίου επέκρινε την έκθεση, υποστηρίζοντας ότι οι ορισμοί της ήταν ασαφείς, η επιλογή του δείγματος μεροληπτική και τα συμπεράσματά της μονόπλευρα.

Ωστόσο, ο Ντέιβυ Τζουν Χουάνγκ, οικονομολόγος με έδρα τις ΗΠΑ και πρώην αρθρογράφος του κινεζικού κρατικού μέσου CNTV, δήλωσε στην εφημερίδα The Epoch Times στις 5 Ιουνίου ότι τα ευρήματα αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα επειδή προέρχονται από έναν ανεξάρτητο διεθνή οργανισμό. Η έκθεση επιβεβαιώνει ουσιαστικά όσα υποστηρίζουν εδώ και χρόνια οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρώπη· οι ανησυχίες για την πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα, τις πρακτικές πώλησης κάτω του κόστους, τις στρεβλώσεις της αγοράς και τις επιθετικές πρακτικές τιμολόγησης βασίζονται σε πραγματικά στοιχεία και όχι απλώς σε πολιτικά κίνητρα.

Το ερώτημα πίσω από την κινεζική εξαγωγική άνοδο

Σύμφωνα με επίσημα κινεζικά στοιχεία, η Κίνα είναι σήμερα ο μεγαλύτερος εξαγωγέας αγαθών στον κόσμο, με ετήσιες εξαγωγές ύψους 45,47 τρισεκατομμυρίων γουάν (περίπου 5,8 τρισεκατομμύρια ευρώ), οι οποίες αντιστοιχούν περίπου στο 15% των παγκόσμιων εξαγωγών. Τα ηλεκτρικά οχήματα, οι μπαταρίες λιθίου, τα προϊόντα ηλιακής ενέργειας και η ναυπηγική βιομηχανία έχουν αναδειχθεί σε βασικούς μοχλούς της κινεζικής εξαγωγικής ανάπτυξης.

Η επιτυχία των κινεζικών εξαγωγών εγείρει ένα βασικό ερώτημα: οι κινεζικές εταιρείες επικρατούν επειδή είναι πιο ανταγωνιστικές ή επειδή επωφελούνται από εκτεταμένη κρατική στήριξη;

Ο Φρανκ Τιαν Σιε, κάτοχος της έδρας John M. Olin Palmetto στη Διοίκηση Επιχειρήσεων και καθηγητής Μάρκετινγκ στο University of South Carolina Aiken, δήλωσε ότι η ανταγωνιστικότητα από μόνη της δεν αρκεί για να εξηγήσει αυτή την εξέλιξη. Υποστήριξε ότι πολλές επιχειρήσεις εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την κρατική στήριξη και ενδέχεται να δυσκολεύονταν να ανταγωνιστούν στις διεθνείς αγορές χωρίς αυτήν. Πολλές επιχειρήσεις δεν είναι πραγματικά κερδοφόρες, επιβιώνουν χάρη στις επιδοτήσεις και πωλούν τα προϊόντα τους στο εξωτερικό σε τιμή κόστους ή ακόμη και κάτω από αυτό.

Παρόμοια άποψη εξέφρασε και ο Χουάνγκ, ο οποίος σημείωσε ότι οι κινεζικές εταιρείες διαθέτουν πλεονεκτήματα κλίμακας και τιμής, αλλά όχι αντίστοιχα πλεονεκτήματα στην αποδοτικότητα της παραγωγής και στην κερδοφορία.

Οι αλυσίδες εφοδιασμού στο επίκεντρο της κινεζικής στρατηγικής

Γιατί, λοιπόν, το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (ΚΚΚ) συνεχίζει να επιδοτεί επιχειρήσεις σε τόσο μεγάλη κλίμακα;

Ο Σιε εκτιμά ότι οι επιδοτήσεις εξυπηρετούν πολλαπλούς στόχους, μεταξύ των οποίων η διατήρηση της απασχόλησης, η απορρόφηση της πλεονάζουσας παραγωγικής ικανότητας και η δημιουργία συναλλαγματικών εσόδων μέσω των εξαγωγών· τα σημαντικά συναλλαγματικά αποθέματα επιτρέπουν στο ΚΚΚ να χρηματοδοτεί δραστηριότητες στο εξωτερικό.

Μεταξύ άλλων, ισχυρίστηκε ότι αυτά μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την άσκηση πολιτικής επιρροής, την προώθηση της κομμουνιστικής ιδεολογίας ή την προσωπική οικονομική ωφέλεια κομματικών ελίτ. Ο μακροπρόθεσμος στόχος είναι η κατάκτηση μεριδίου αγοράς μέσω εξαγωγών χαμηλού κόστους και, σε μεταγενέστερο στάδιο, η απόκτηση ισχύος στον καθορισμό των τιμών.

Ο Χουάνγκ εξέφρασε παρόμοια άποψη, χαρακτηρίζοντας την προσέγγιση του Πεκίνου μορφή «ασύμμετρου ανταγωνισμού» που αποσκοπεί στην παράκαμψη των συνήθων μηχανισμών της αγοράς.

Το τίμημα της κρατικά χρηματοδοτούμενης ανάπτυξης

Σύμφωνα με τον Χουάνγκ, η κρατική στήριξη προς τις κινεζικές επιχειρήσεις εκτείνεται πολύ πέρα από τις άμεσες επιδοτήσεις. Περιλαμβάνει επίσης δημοσιονομικές ενισχύσεις, δωρεάν παραχωρήσεις γης και ευρεία πρόσβαση σε χρηματοδότηση μέσω του κρατικά ελεγχόμενου τραπεζικού συστήματος. Οι επιδοτήσεις αυτές χρηματοδοτούνται τελικά από τους πόρους της κινεζικής κοινωνίας στο σύνολό της. Δημόσιοι πόροι που θα μπορούσαν να κατευθυνθούν στην υγεία, την εκπαίδευση και τη φροντίδα ηλικιωμένων διοχετεύονται αντ’ αυτού σε προγράμματα βιομηχανικής στήριξης.

Ο Σιε επεσήμανε ότι πολλές βαθμίδες της κινεζικής διοίκησης λειτουργούν με σημαντικά δημοσιονομικά ελλείμματα. Εκτίμησε ότι οι αρχές έχουν βασιστεί στη νομισματική επέκταση για να διατηρήσουν τις εξαγωγικές επιδοτήσεις, ενώ παράλληλα διαχειρίζονται τα συναλλαγματικά αποθέματα και τη συναλλαγματική ισοτιμία του γουάν. Οι συνέπειες της δημιουργίας χρήματος — υψηλότερος πληθωρισμός, υποτίμηση του γουάν και μείωση της αγοραστικής δύναμης — επιβαρύνουν τελικά τους Κινέζους πολίτες και το χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Ο Χουάνγκ εκτίμησε ότι το μοντέλο αυτό δύσκολα μπορεί να παραμείνει βιώσιμο επ’ αόριστον, προειδοποιώντας ότι η συνεχής διοχέτευση πόρων στον παγκόσμιο βιομηχανικό ανταγωνισμό θα μπορούσε να οδηγήσει σε συστημικά προβλήματα χρέους και παρατεταμένη αδυναμία της εγχώριας κατανάλωσης.

Η μάχη για τον έλεγχο των αλυσίδων εφοδιασμού

Ο Σιε υποστήριξε ότι πίσω από τις προσπάθειες του Πεκίνου να διευρύνει το παγκόσμιο μερίδιο αγοράς μέσω επιδοτήσεων βρίσκεται μια ευρύτερη στρατηγική επιδίωξη: η δημιουργία ολοκληρωμένων βιομηχανικών οικοσυστημάτων που θα ενισχύσουν τη θέση της Κίνας στις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού. Το Πεκίνο επιδιώκει να μειώσει τη δική του εξάρτηση από άλλες χώρες, αυξάνοντας παράλληλα την εξάρτηση άλλων οικονομιών από την κινεζική παραγωγή, γεγονός που θα μπορούσε να του προσφέρει μεγαλύτερη γεωπολιτική επιρροή και ισχυρότερη θέση στον καθορισμό τιμών σε κρίσιμους κλάδους.

Ο Χουάνγκ συμμερίστηκε την άποψη αυτή, υποστηρίζοντας ότι το μοντέλο μαζικών επιδοτήσεων του ΚΚΚ αποσκοπεί στην εξασφάλιση ισχύος καθορισμού τιμών σε στρατηγικά σημαντικούς τομείς.

Ο Σιε προειδοποίησε ότι εάν η στρατηγική αυτή επιτύχει, οι συνέπειες για τις άλλες χώρες θα μπορούσε να είναι σημαντικές. Οι επιδοτήσεις μεγάλης κλίμακας έχουν ήδη μεταφέρει μέρος της πίεσης στην απασχόληση της Κίνας στο εξωτερικό, έχουν συμβάλει σε εκροές κεφαλαίων από άλλες οικονομίες και έχουν αυξήσει την εξάρτηση από την κινεζική παραγωγή.

Ο Χουάνγκ σημείωσε ακόμη ότι το Πεκίνο κινητοποιεί σημαντικούς κρατικούς πόρους για να ανταγωνιστεί επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα σε άλλες χώρες, μια πρακτική που μπορεί να οδηγήσει σε συρρίκνωση της βιομηχανικής δραστηριότητας, κλείσιμο εργοστασίων, απώλειες θέσεων εργασίας και αποβιομηχάνιση. Τελικά, οι εξελίξεις αυτές ωθούν τις χώρες στην επιβολή εμπορικών φραγμών και τροφοδοτούν παρατεταμένες εμπορικές συγκρούσεις.

Παρότι ορισμένοι παρατηρητές έχουν περιγράψει τον εμπορικό πόλεμο ΗΠΑ–Κίνας ως πρωτοβουλία του προέδρου Τραμπ, η σύγκρουση οφείλεται, σύμφωνα με τον Χουάνγκ, στην άρνηση του ΚΚΚ να συμμορφωθεί με τους καθιερωμένους κανόνες του διεθνούς εμπορίου.

Της Olivia Li

Με τη συμβολή των Cheng Wen and Yi Ru

Νέο βήμα για την ένταξη της Ουκρανίας στην ΕΕ

Η Ευρωπαϊκή Ένωση συμφώνησε να ανοίξει ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την Ουκρανία, μια εξέλιξη που το Κίεβο θεωρεί σημαντική εγγύηση ασφάλειας για τη σταθερότητα της χώρας μετά το τέλος του πολέμου με τη Ρωσία.

Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα ανέφεραν σε κοινή δήλωση, στις 12 Ιουνίου, ότι η απόφαση αποτελεί «ένα σημαντικό βήμα προς τα εμπρός». Όπως σημείωσαν, και τα 27 κράτη-μέλη της Ένωσης συμφώνησαν να ανοίξουν ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την Ουκρανία, ενώ και η Μολδαβία πέρασε στο επόμενο στάδιο της ενταξιακής διαδικασίας.

Οι υποψήφιες προς ένταξη χώρες πρέπει να εναρμονίσουν τη νομοθεσία τους σε 35 τομείς πολιτικής, από τη δικαιοσύνη έως τη γεωργία και την αλιεία. Οι πρώτοι τομείς που θα εξεταστούν αφορούν τα θεμελιώδη ζητήματα και τις βασικές αξίες της Ένωσης, όπως το κράτος δικαίου και οι δημοκρατικοί θεσμοί.

Οι δύο Ευρωπαίοι αξιωματούχοι ανακοίνωσαν επίσης ότι στις 15 Ιουνίου θα πραγματοποιηθεί διακυβερνητική διάσκεψη για το άνοιγμα κεφαλαίων που έχουν ομαδοποιηθεί σε «συστάδες» στο πλαίσιο της διαδικασίας. Σύμφωνα με τη δήλωσή τους, η εξέλιξη αυτή αναγνωρίζει την αποφασιστικότητα, το θάρρος και την πρόοδο που έχουν επιδείξει η Ουκρανία και η Μολδαβία στην προώθηση μεταρρυθμίσεων, παρά τις μεγάλες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν. Όπως σημείωσαν, η διεύρυνση της ΕΕ ενισχύει την ειρήνη, την ασφάλεια και την ευημερία σε ολόκληρη την Ευρώπη και ότι, σε μια περίοδο αυξημένης διεθνούς αβεβαιότητας, μια μεγαλύτερη Ευρωπαϊκή Ένωση εξυπηρετεί το κοινό συμφέρον των κρατών-μελών της.

Η διαδικασία ένταξης είναι συνήθως χρονοβόρα και απαιτεί πολυετή προσπάθεια για την προσαρμογή στα ευρωπαϊκά πρότυπα και την υλοποίηση εσωτερικών μεταρρυθμίσεων. Ωστόσο, η επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας Κάγια Κάλλας είχε δηλώσει τον Νοέμβριο ότι η Ένωση θα μπορούσε να υποδεχθεί νέα μέλη ακόμη και έως το 2030.

Οι φιλοδοξίες του Κιέβου 

Η Ουκρανία επιδιώκει εδώ και δεκαετίες την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, επιθυμία την οποία εξέφρασε για πρώτη φορά το 1993, δύο χρόνια μετά την ανεξαρτησία της από τη Σοβιετική Ένωση.

Η χώρα υπέβαλε αίτηση ένταξης στα τέλη Φεβρουαρίου 2022, λίγες ημέρες μετά την έναρξη της ρωσικής εισβολής. Έκτοτε έχει επιδιώξει συστηματικά τη στενότερη σύνδεσή της με τη Δύση, υποστηρίζοντας ότι η ένταξη στην Ένωση θα εδραίωνε τη θέση της στον πυρήνα της ευρωπαϊκής πολιτικής και θα ενίσχυε την ασφάλειά της.

Ωστόσο, η ισχυρότερη εγγύηση έναντι τυχόν μελλοντικής επιθετικότητας θα ήταν η ένταξη στο ΝΑΤΟ, αν και η κυβέρνηση Τραμπ είχε χαρακτηρίσει τέτοιο ενδεχόμενο είναι απίθανο. Η Ρωσία αντιτίθεται έντονα στην ένταξη της Ουκρανίας στη Βορειοατλαντική Συμμαχία και έχει επικαλεστεί την προοπτική αυτή ως έναν από τους λόγους της εισβολής της το 2022, ενώ δεν έχει εκφράσει αντιρρήσεις για ενδεχόμενη ένταξη της Ουκρανίας στην ΕΕ.

Ο πρόεδρος της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι ευχαρίστησε τους Ευρωπαίους εταίρους σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X, στις 12 Ιουνίου, χαρακτηρίζοντας την έναρξη των πρώτων ενταξιακών κεφαλαίων σημαντική πολιτική και ηθική στήριξη για το ουκρανικό κράτος και τον λαό του. Παράλληλα, ευχαρίστησε όσους αγωνίζονται για την Ουκρανία και τους ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το βήμα αυτό, υποστηρίζοντας ότι η χώρα του υπερασπίζεται όχι μόνο τον εαυτό της αλλά και την ιδέα μιας Ευρώπης ενωμένης, ελεύθερης και ειρηνικής.

Διαπραγματεύσεις για την ειρήνη

Ο καγκελάριος της Γερμανίας Φρήντριχ Μερτς είχε καλέσει τον περασμένο μήνα τους εταίρους του στην Ευρωπαϊκή Ένωση να εξετάσουν το ενδεχόμενο προσφοράς «συνδεδεμένης ιδιότητας μέλους» στην Ουκρανία. Στο πλαίσιο αυτής της πρότασης, η Ουκρανία θα συμμετείχε σε συναντήσεις και συνόδους κορυφής χωρίς δικαίωμα ψήφου, ενώ θα διέθετε εκπροσώπους χωρίς δικαίωμα ψήφου τόσο στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο όσο και στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ο Μερτς πρότεινε επίσης τα κράτη-μέλη να δεσμευθούν ότι θα εφαρμόσουν στην Ουκρανία τη ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής της Ένωσης, ώστε να δημιουργηθεί μια ουσιαστική εγγύηση ασφαλείας.

Η πρόοδος στη διαδικασία ένταξης σημειώνεται την ώρα που οι Ευρωπαίοι ηγέτες επιδιώκουν να διαπραγματευτούν τον τερματισμό του πολέμου, ο οποίος έχει πλέον εισέλθει στο πέμπτο έτος του. Την περασμένη εβδομάδα, οι πρεσβευτές της Γαλλίας, της Γερμανίας και του Ηνωμένου Βασιλείου συναντήθηκαν στη Μόσχα με τον αναπληρωτή υπουργό Εξωτερικών της Ρωσίας Μιχαήλ Γκαλούζιν, στο πλαίσιο της προσπάθειας για επίτευξη κατάπαυσης του πυρός.

Ο Βρετανός διπλωμάτης Νάιτζελ Κέισι, ο Γάλλος Νικολά ντε Ριβιέρ και ο Γερμανός Αλεξάντερ Γκραφ Λάμπσντορφ εκπροσωπούν τις χώρες της E3, μιας άτυπης συμμαχίας ασφάλειας που αποτελεί έναν από τους βασικούς υποστηρικτές της Ουκρανίας στον πόλεμο με τη Ρωσία. Η συνάντηση ακολούθησε τη σύνοδο των ηγετών της E3 με τον Ζελένσκι στο Λονδίνο, στις 7 Ιουνίου, κατά την οποία εξέφρασαν τη στήριξή τους στο αίτημα του Ουκρανού προέδρου για απευθείας συνομιλίες με τον πρόεδρο της Ρωσίας Βλαντίμιρ Πούτιν με στόχο την επίτευξη κατάπαυσης του πυρός.

Της Victoria Friedman

Με τη συμβολή της Rachel Roberts και πληροφορίες από το Associated Press

ΗΠΑ–Ιράν: Τα βασικά σημεία της συμφωνίας για αποκλιμάκωση στη Μέση Ανατολή

Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν υπέγραψαν στις 14 Ιουνίου προκαταρκτική συμφωνία για το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ και την έναρξη δίμηνων διαπραγματεύσεων με στόχο τον τερματισμό της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή.

Αν και το μνημόνιο κατανόησης δεν είχε δημοσιοποιηθεί έως τις 15 Ιουνίου, ανώτεροι Αμερικανοί αξιωματούχοι παρουσίασαν βασικές λεπτομέρειές του σε ενημέρωση δημοσιογράφων την ίδια ημέρα. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ αναφέρθηκε επίσης συνοπτικά στο περιεχόμενό του μετά τη συνάντησή του με τον Γάλλο πρόεδρο Εμμανουέλ Μακρόν στο Εβιάν-λε-Μπαιν της Γαλλίας, στο περιθώριο της συνόδου κορυφής της G7.

Ακολουθούν πέντε βασικά συμπεράσματα από την αρχική συμφωνία.

Υπογραφή της συμφωνίας

Ο Τραμπ και ο αντιπρόεδρος Τζ. Ντ. Βανς υπέγραψαν ψηφιακά το μνημόνιο κατανόησης μαζί με τον πρόεδρο του ιρανικού Κοινοβουλίου, Μοχαμάντ Μπαγέρ Γκαλιμπάφ. Η επίσημη τελετή υπογραφής αναμένεται να πραγματοποιηθεί στη Γενεύη, στις 19 Ιουνίου.

Μετά από τη συνάντηση που είχε με τον Μακρόν, στις 15 Ιουνίου, ο Τραμπ δήλωσε ότι το Ιράν αποδέχθηκε μηχανισμούς αυστηρής επιτήρησης και ελέγχου, που θα διασφαλίζουν ότι δεν θα αποκτήσει πυρηνικά όπλα, και ανακοίνωσε ότι το πλήρες κείμενο της συμφωνίας θα κοινοποιηθεί  πολύ σύντομα κατά πάσα πιθανότητα.

Σύμφωνα με ανώτερο Αμερικανό αξιωματούχο, οι δύο πλευρές θα ξεκινήσουν δίμηνες διαπραγματεύσεις, με επικεφαλής τον Βανς, ο οποίος θα αναλάβει τη διευθέτηση των τεχνικών λεπτομερειών. Κατά τη διάρκεια των συνομιλιών, οι ΗΠΑ θα διατηρήσουν την τρέχουσα στρατιωτική τους παρουσία στην περιοχή. Όπως σημείωσε άλλος αξιωματούχος, οι αποφάσεις που θα λάβει η ιρανική ηγεσία τις επόμενες εβδομάδες θα καθορίσουν εάν η συμφωνία θα αποδειχθεί τελικά επιτυχής.

Άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ

Ο Τραμπ δήλωσε στις 15 Ιουνίου ότι αν και τα Στενά του Ορμούζ είναι ήδη μερικώς ανοικτά, θα ανοίξουν πλήρως μέσα στις επόμενες πέντε ημέρες. Όπως ανέφερε, βρίσκονται σε εξέλιξη επιχειρήσεις εντοπισμού και απομάκρυνσης ιρανικών ναρκών, ενώ «στην ουσία τα πλοία έχουν ήδη αρχίσει να εξέρχονται».

Σύμφωνα με Αμερικανούς αξιωματούχους, ο διάπλους θα γίνεται χωρίς διόδια τους δύο μήνες που θα εξελίσσονται οι διαπραγματεύσεις, ενώ ενδέχεται η απαγόρευση επιβολής διοδίων να καταστεί μόνιμη. Εκτίμησαν ακόμη ότι σύντομα θα μπορούν να διέρχονται καθημερινά σαράντα έως πενήντα πλοία και ότι εντός τριάντα ημερών από την ολοκλήρωση της αποναρκοθέτησης η ναυσιπλοΐα θα επανέλθει σε φυσιολογικά επίπεδα.

Στην επιχείρηση αποναρκοθέτησης ενδέχεται να συμμετάσχουν και άλλες χώρες. Τον Απρίλιο, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία ανακοίνωσαν τη δημιουργία διεθνούς συμμαχίας για την εκκαθάριση των ναρκών μόλις οι συνθήκες το επιτρέψουν, μετά από μια βιώσιμη συμφωνία κατάπαυσης του πυρός.

Άρση κυρώσεων κατά του Ιράν

Παραμένουν πολλά ερωτήματα σχετικά με το μέλλον των υφιστάμενων κυρώσεων κατά του Ιράν, όπως το εάν θα αρθούν και πότε θα μπορούσε να αρχίσει μια διαδικασία ελάφρυνσης.

Ερωτηθείς σχετικά από δημοσιογράφους, ο Τραμπ απάντησε ότι το ζήτημα εξαρτάται από τις ενέργειες της ιρανικής πλευράς, σημειώνοντας ότι η διαδικασία θα αρχίσει να εφαρμόζεται εφόσον το Ιράν τηρήσει όσα προβλέπονται.

Αμερικανοί αξιωματούχοι δήλωσαν ότι η Ουάσιγκτον είναι έτοιμη να προσφέρει σημαντικά οικονομικά κίνητρα, ευρεία ελάφρυνση κυρώσεων και στήριξη για το άνοιγμα της ιρανικής οικονομίας, υπό την προϋπόθεση ότι η Τεχεράνη θα τηρήσει τις δεσμεύσεις της. Οι δύο πλευρές συζήτησαν επίσης το ενδεχόμενο δημιουργίας ταμείου ύψους 300 δισεκατομμυρίων δολαρίων για τη στήριξη της ανοικοδόμησης του Ιράν, με Αμερικανούς αξιωματούχους να τονίζουν ότι και αυτό θα εξαρτηθεί από την εφαρμογή της συμφωνίας.

Παγωμένα ιρανικά περιουσιακά στοιχεία

Ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα αφορά τα παγωμένα ιρανικά περιουσιακά στοιχεία. Αμερικανοί αξιωματούχοι επιβεβαίωσαν ότι δεν έχει αποδεσμευθεί κανένα ποσό βάσει του μνημονίου κατανόησης και ότι περίπου 24 δισεκατομμύρια δολάρια παραμένουν δεσμευμένα.

Τόνισαν ότι οποιαδήποτε αποδέσμευση παγωμένων κεφαλαίων ή ελάφρυνση κυρώσεων θα γίνει σταδιακά και θα συνδέεται με επαληθεύσιμα ορόσημα και την τήρηση των δεσμεύσεων του Ιράν. Όπως ανέφερε ένας αξιωματούχος, οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι πρόθυμες να προχωρήσουν σε περιορισμένες κινήσεις καλής θέλησης εφόσον η Τεχεράνη κάνει το πρώτο βήμα και αποδείξει ότι είναι έτοιμη να τηρήσει τις υποχρεώσεις της.

Παράλληλα, το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ έχει εξετάσει το ενδεχόμενο χρήσης παγωμένων ιρανικών περιουσιακών στοιχείων για την αποζημίωση χωρών του Κόλπου για ζημίες που υπέστησαν κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης με το Ιράν, αν και παραμένει ασαφές εάν το σχέδιο εξακολουθεί να βρίσκεται υπό συζήτηση.

Πιθανή μελλοντική στρατιωτική δράση

Η κυβέρνηση Τραμπ αναμένει να διαπιστώσει εάν το Ιράν θα τηρήσει τις δεσμεύσεις που απορρέουν από το μνημόνιο κατανόησης. Για τον λόγο αυτό, Αμερικανοί αξιωματούχοι δήλωσαν ότι η Ουάσιγκτον θα διατηρήσει την υφιστάμενη στρατιωτική της διάταξη στην περιοχή καθ’ όλη τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων.

Σύμφωνα με τους ίδιους αξιωματούχους, παρότι οι Ηνωμένες Πολιτείες επιθυμούν να μειώσουν την παρουσία των δυνάμεών τους, οποιαδήποτε αποχώρηση θα εξαρτηθεί από την επιτυχή ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων και την επικύρωση μιας τελικής συμφωνίας με το ιρανικό καθεστώς.

Ο Τραμπ έχει επανειλημμένα προειδοποιήσει ότι είναι πιθανό οι Ηνωμένες Πολιτείες να επαναλάβουν στρατιωτικές επιχειρήσεις εάν οι διαπραγματεύσεις δεν οδηγήσουν σε οριστική συμφωνία. Αμερικανοί αξιωματούχοι ανέφεραν ότι οποιαδήποτε τελική συμφωνία θα απαιτεί από το Ιράν δεσμευτικές υποχρεώσεις για την εγκατάλειψη των πυρηνικών του φιλοδοξιών και τον τερματισμό της υποστήριξης προς τον ριζοσπαστισμό και την τρομοκρατία στην ευρύτερη περιοχή.

Των Jacob Burg και Emel Akan

ΗΠΑ: Η Κίνα χρησιμοποιεί το συνέδριο ανθρωπίνων δικαιωμάτων για να διαστρεβλώνει τις διεθνείς αρχές

Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ των ΗΠΑ επέκρινε το πρόσφατο συνέδριο ανθρωπίνων δικαιωμάτων που διοργάνωσε το Πεκίνο, υποστηρίζοντας ότι οι κινεζικές αρχές χρησιμοποίησαν την εκδήλωση για να διαστρεβλώσουν διεθνώς αναγνωρισμένες αρχές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ενώ παράλληλα αποκρύπτουν παραβιάσεις τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό.

Το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ ανέφερε σε ηλεκτρονικό μήνυμα προς το Voice of America ότι εξακολουθεί να ανησυχεί βαθιά για τις παραβιάσεις που στοχεύουν θρησκευτικές ομάδες, αντιφρονούντες, Ουιγούρους, Θιβετιανούς, χριστιανούς και άλλους. Παράλληλα, δήλωσε ότι αντιτίθεται στη διεθνική καταστολή που ασκεί το Πεκίνο, επισημαίνοντας ότι τέτοιες ενέργειες παραβιάζουν την κυριαρχία των Ηνωμένων Πολιτειών και άλλων χωρών.

Το Πεκίνο φιλοξένησε το Διεθνές Συνέδριο Παγκόσμιας Διακυβέρνησης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων 2026 από τις 11 έως τις 12 Ιουνίου. Το κινεζικό υπουργείο Εξωτερικών ανακοίνωσε ότι συνδιοργάνωσε το συνέδριο μαζί με το Γραφείο Πληροφοριών του Κρατικού Συμβουλίου της Κίνας και ότι αυτό εντάχθηκε στο πλαίσιο της 40ής επετείου της Διακήρυξης του ΟΗΕ για το Δικαίωμα στην Ανάπτυξη.

Σύμφωνα με ειδικούς που μίλησαν στην εφημερίδα The Epoch Times, το συνέδριο εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας (ΚΚΚ) να επαναπροσδιορίσει τα ανθρώπινα δικαιώματα γύρω από την κρατικά κατευθυνόμενη ανάπτυξη και τον πολιτικό έλεγχο, αντί για τις ατομικές ελευθερίες.

Ο Τσενγκ Τσιεν-γουάν, μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Ένωσης της Ταϊβάν για τη Δημοκρατία στην Ηπειρωτική Κίνα, δήλωσε ότι το πλαίσιο ανθρωπίνων δικαιωμάτων του Πεκίνου τοποθετεί το κράτος στο επίκεντρο των δικαιωμάτων και όχι το άτομο. Σύμφωνα με τον Τσενγκ, στις δυτικές δημοκρατίες το άτομο είναι το υποκείμενο των δικαιωμάτων, ενώ κατά την αντίληψη του Πεκίνου το κράτος είναι το υποκείμενο, ενεργώντας ως διαιτητής των προτεραιοτήτων και ισχυριζόμενο ότι επιλύει ζητήματα επιβίωσης μέσω της άσκησης κρατικής εξουσίας. Όπως επεσήμανε, αυτή η προσέγγιση επιτρέπει στο ΚΚΚ να αντιμετωπίζει τα αστικά και πολιτικά δικαιώματα ως δευτερεύοντα σε σχέση με αυτό που το Πεκίνο αποκαλεί δικαίωμα στην επιβίωση και την ανάπτυξη.

Η Σενγκ Σουέ, Καναδή συγγραφέας και σχολιάστρια κινεζικής καταγωγής, δήλωσε ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν περιορίζονται σε ζητήματα υλικών αναγκών, επικαλούμενη το διεθνές δίκαιο, κατά το οποίο τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι κάτι πολύ περισσότερο από την απουσία πείνας. Όπως ανέφερε, χωρίς ελευθερία του λόγου, προσωπική ασφάλεια και ελεύθερο Τύπο, το λεγόμενο «δικαίωμα στην επιβίωση» είναι προσχηματικό. Όπως υπογράμμισε, το ιστορικό του ΚΚΚ στις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, με διώξεις αντιφρονούντων, θρησκευόμενων πολιτών και υπερασπιστών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, του αφαιρεί το ηθικό έρεισμα να φιλοξενεί συνέδριο ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Διεθνική καταστολή

Η κριτική του Στέιτ Ντιπάρτμεντ διατυπώθηκε μία εβδομάδα μετά τη συνεδρίαση της Εκτελεστικής Επιτροπής του Κογκρέσου για την Κίνα (CECC), η οποία εξέτασε την ολοένα αυξανόμενη χρήση διεθνικής καταστολής και επιχειρήσεων αθέμιτης επιρροής από το κινεζικό καθεστώς στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η επιτροπή ανέφερε ότι κοινότητες της διασποράς, εταιρείες, πανεπιστήμια, πολιτιστικά ιδρύματα, δημόσιοι αξιωματούχοι και οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών αντιμετώπισαν τα τελευταία χρόνια πιέσεις, όταν τα λόγια ή οι ενέργειές τους αμφισβήτησαν το εκάστοτε αφήγημα που προωθούσε το ΚΚΚ.

Το Κέντρο Πληροφόρησης Φάλουν Ντάφα, σε γραπτή κατάθεση που υπέβαλε για την ακρόαση της CECC στις 4 Ιουνίου, ανέφερε ότι το ΚΚΚ έχει εντείνει από το 2022 την εκστρατεία διεθνικής καταστολής εναντίον ασκουμένων του Φάλουν Γκονγκ στις Ηνωμένες Πολιτείες και σε άλλες χώρες. Η οργάνωση κατέγραψε 388 περιστατικά σε είκοσι πέντε χώρες από τον Μάρτιο του 2024 έως τον Μάιο του 2026, εκ των οποίων τα 218 σημειώθηκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Όσοι υπέβαλαν την κατάθεση ανέφεραν ότι η εκστρατεία περιλαμβάνει κατασκοπεία, παρακολούθηση, κατάχρηση νομικών διαδικασιών, εκστρατείες παραπληροφόρησης, πλαστοπροσωπία, ψευδείς απειλές, δολιοφθορές, επιθέσεις, σωματικό εκφοβισμό, διπλωματικές πιέσεις και κινητοποίηση τρίτων προσώπων.

Η κατάθεση υπογράμμισε ότι το Shen Yun Performing Arts, εταιρεία κλασικού κινεζικού χορού με έδρα τη Νέα Υόρκη, η οποία ιδρύθηκε από ασκούμενους του Φάλουν Γκονγκ, έχει καταστεί ο βασικός στόχος της εκστρατείας, αντιπροσωπεύοντας την πλειονότητα των καταγεγραμμένων περιστατικών.

Το Φάλουν Γκονγκ, γνωστό και ως Φάλουν Ντάφα, είναι μία πνευματική πρακτική που συνδυάζει ασκήσεις διαλογισμού και ηθικές διδασκαλίες που βασίζονται στις αρχές της Αλήθειας, της Καλοσύνης και της Ανεκτικότητας. Παρουσιάστηκε δημόσια στην Κίνα το 1992 και γνώρισε γρήγορα μεγάλη απήχηση. Το ΚΚΚ άρχισε να θεωρεί τη δημοτικότητά του απειλή για την εξουσία του και, τον Ιούλιο του 1999, ξεκίνησε εκστρατεία δίωξης με στόχο την εξάλειψή του.

Σύμφωνα με το Minghui, αμερικανική μη κερδοσκοπική οργάνωση που καταγράφει τη δίωξη των ασκουμένων του Φάλουν Γκονγκ, έχει επιβεβαιωθεί ότι 5.339 ασκούμενοι έχασαν τη ζωή τους ως αποτέλεσμα της δίωξης. Ο ιστότοπος αναφέρει ότι ο πραγματικός αριθμός των θανάτων είναι πολύ υψηλότερος, αλλά πολλές περιπτώσεις είτε δεν έχουν καταγραφεί είτε απαιτούν περαιτέρω διερεύνηση λόγω της αυστηρής λογοκρισίας στην Κίνα.

Το αρχείο διώξεων του Minghui περιλαμβάνει μαρτυρίες και στοιχεία σχετικά με θανάτους, βασανιστήρια, εξαναγκαστικές αφαιρέσεις οργάνων, φυλακίσεις και καταναγκαστική εργασία, εξαφανίσεις, διώξεις εκτός Κίνας, δράστες και προπαγάνδα του ΚΚΚ.

Η CECC πραγματοποίησε επίσης ακρόαση στα μέσα Μαΐου με τίτλο «Μια αγορά χτισμένη πάνω στα θύματα: Σταματώντας την παράνομη διακίνηση οργάνων στην Κίνα και πέρα από αυτήν» [«A Market Built on Victims: Stopping Illegal Organ Trafficking in China and Beyond»].

Η επιτροπή ανέφερε ότι η συστηματική, εκτεταμένη και χωρίς συναίνεση αφαίρεση ανθρώπινων οργάνων για μεταμόσχευση — μια πρακτική που συχνά περιγράφεται ως εξαναγκαστικές αφαιρέσεις οργάνων ή παράνομη διακίνηση οργάνων — εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις σοβαρότερες ανησυχίες για τα ανθρώπινα δικαιώματα που συνδέονται με την Κίνα.

Σύμφωνα με την επιτροπή, εκθέσεις ερευνητών, υπερασπιστών ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ειδικών στην ιατρική δεοντολογία έχουν εγείρει σοβαρές ανησυχίες ότι κρατούμενοι συνείδησης, συμπεριλαμβανομένων ασκούμενων του Φάλουν Γκονγκ, Ουιγούρων και άλλων ομάδων κρατουμένων συνείδησης, έχουν στοχοποιηθεί στο πλαίσιο ενός κρατικά υποστηριζόμενου συστήματος μεταμοσχεύσεων.

Το δικαίωμα στην ανάπτυξη 

Η Διακήρυξη των Ηνωμένων Εθνών για το Δικαίωμα στην Ανάπτυξη αναφέρει ότι κάθε άνθρωπος και όλοι οι λαοί δικαιούνται να συμμετέχουν, να συμβάλλουν και να απολαμβάνουν την οικονομική, κοινωνική, πολιτιστική και πολιτική ανάπτυξη. Η διακήρυξη αναφέρει επίσης ότι η ανάπτυξη πρέπει να πραγματοποιείται μέσα σε ένα πλαίσιο στο οποίο «όλα τα ανθρώπινα δικαιώματα και οι θεμελιώδεις ελευθερίες μπορούν να πραγματωθούν πλήρως».

Η αναπληρώτρια διευθύντρια του τμήματος Ασίας της Human Rights Watch, Μάγια Γουάνγκ, δήλωσε στο Voice of America ότι τα κοινωνικά, οικονομικά, πολιτιστικά, αστικά και πολιτικά δικαιώματα συνθέτουν από κοινού το διεθνές σύστημα ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Επεσήμανε ότι το Πεκίνο έχει μεν δεσμευθεί να προστατεύει αυτά τα δικαιώματα, αλλά τελικά επιχειρεί να τα επαναπροσδιορίσει με τρόπο που αποδυναμώνει την αποτελεσματικότητά τους.

Η παγκόσμια έκθεση της Human Rights Watch για το 2026 αναφέρει ότι οι κινεζικές αρχές αρνούνται συστηματικά την ελευθερία της έκφρασης, του συνεταιρίζεσθαι, της συνάθροισης και της θρησκείας, ενώ παράλληλα διώκουν όσους επικρίνουν την κυβέρνηση.

Η Κίνα υπέγραψε το Διεθνές Σύμφωνο για τα Αστικά και Πολιτικά Δικαιώματα το 1998, αλλά δεν το έχει επικυρώσει.

Του Arthur Zhang

Με τη συμβολή των Tang Bing και Yi Ru

Καναδάς: Αυστηρότεροι κανόνες για εισαγωγές προϊόντων καταναγκαστικής εργασίας

Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση του Καναδά κατέθεσε νομοσχέδιο με στόχο την ενίσχυση του νομικού πλαισίου της χώρας ώστε να αποτρέπεται η είσοδος στην καναδική αγορά προϊόντων που έχουν παραχθεί με καταναγκαστική εργασία. Το νομοσχέδιο κατατέθηκε μετά την απειλή της αμερικανικής κυβέρνησης, στις 2 Ιουνίου, να επιβάλει πρόσθετους δασμούς σε εξήντα χώρες, συμπεριλαμβανομένου του Καναδά, υποστηρίζοντας ότι δεν έχουν θεσπίσει επαρκείς περιορισμούς κατά της καταναγκαστικής εργασίας.

Η υπουργός Εξωτερικών Ανίτα Άναντ βρισκόταν στο Παρίσι μαζί με τον πρωθυπουργό Μαρκ Κάρνεϋ όταν το νομοσχέδιο κατατέθηκε στις 12 Ιουνίου από τον κοινοβουλευτικό της γραμματέα, Ρομπ Όλιφαντ.

Το Νομοσχέδιο C-35, με τίτλο «Νόμος σχετικά με την απαγόρευση εισαγωγής αγαθών που παράγονται με καταναγκαστική εργασία», θα επιτρέπει στην Άναντ να καταρτίζει κατάλογο αγαθών για τα οποία υπάρχουν «εύλογοι λόγοι» να θεωρείται ότι παράγονται με καταναγκαστική εργασία. Ο Όλιφαντ δήλωσε στους δημοσιογράφους στις 12 Ιουνίου ότι ο κατάλογος θα περιλαμβάνει επίσης περιοχές ή χώρες όπου υπάρχει πιθανότητα χρήσης καταναγκαστικής εργασίας.

Παράλληλα, όποιος εισάγει προϊόντα που περιλαμβάνονται στον κατάλογο θα υποχρεούται, εφόσον του ζητηθεί από τελωνειακό υπάλληλο, να αποδείξει στην Υπηρεσία Συνοριακών Υπηρεσιών του Καναδά (CBSA) ότι τα προϊόντα δεν έχουν παραχθεί με καταναγκαστική εργασία. Διαφορετικά, τα προϊόντα θα θεωρούνται απαγορευμένα για εισαγωγή. Η ευθύνη εφαρμογής της νομοθεσίας βάσει του καταλόγου θα ανήκει στη CBSA.

Το νομοσχέδιο προβλέπει επίσης συναφείς τροποποιήσεις στον Τελωνειακό Δασμολογικό Νόμο, τον οποίο ο Καναδάς τροποποίησε τον Μάρτιο του 2020 ώστε να περιλαμβάνει προϊόντα που έχουν «εξορυχθεί, κατασκευαστεί ή παραχθεί εξ ολοκλήρου ή εν μέρει με καταναγκαστική εργασία», απαγορεύοντας έτσι την εισαγωγή τους.

Η Άναντ ανέφερε σε ανακοίνωσή της ότι ο Καναδάς δεν θα ανεχθεί την παρουσία προϊόντων που παράγονται μέσω καταναγκαστικής εργασίας στις αγορές του. Δήλωσε ότι η νομοθεσία ενισχύει τη δέσμευση της χώρας στα ανθρώπινα δικαιώματα και στο δίκαιο και διαφανές εμπόριο, παρέχοντας ισχυρότερα εργαλεία για τον εντοπισμό και την παρεμπόδιση τέτοιων προϊόντων στα σύνορα, καθώς και για την προστασία της ακεραιότητας των εφοδιαστικών αλυσίδων.

Ο Όλιφαντ σημείωσε ότι η κυβέρνηση έχει εντοπίσει κενά στο υφιστάμενο πλαίσιο αντιμετώπισης της καταναγκαστικής εργασίας. Όπως δήλωσε στους δημοσιογράφους, το Νομοσχέδιο C-35 όχι μόνο θα το ενισχύσει, αλλά θα επιφέρει και ιδιαίτερα σημαντικές αλλαγές. Πρόσθεσε ότι το νομοσχέδιο βασίζεται στις υποχρεώσεις του Καναδά βάσει της Συμφωνίας Ελεύθερου Εμπορίου Καναδά–Ηνωμένων Πολιτειών–Μεξικού (CUSMA), η οποία τέθηκε σε ισχύ τον Ιούλιο του 2020 και προβλέπει την αποτροπή εισόδου στη χώρα προϊόντων που παράγονται με καταναγκαστική εργασία.

Σύμφωνα με τον Όλιφαντ, η κυβέρνηση δεν επιθυμεί τη διοχέτευση φθηνότερων πρώτων υλών και αγαθών στον Καναδά όταν αυτά παράγονται με καταναγκαστική εργασία, καθώς αυτό δημιουργεί αθέμιτο ανταγωνισμό για τις μικρές, μεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις της χώρας. Παράλληλα, υποστήριξε ότι η απειλή νέων δασμών από την αμερικανική κυβέρνηση δεν αποτελεί τον βασικό λόγο για την κατάθεση της νομοθεσίας, προσθέτοντας ότι η κυβέρνηση είχε προτείνει παρόμοιο νομοσχέδιο και το 2024, το οποίο όμως δεν ψηφίστηκε ποτέ.

Όπως ανέφερε, η κυβέρνηση θεωρεί ότι η νέα νομοθεσία θα αντιμετωπίσει ταυτόχρονα και τυχόν ανησυχίες άλλων χωρών, συμπεριλαμβανομένων των Ηνωμένων Πολιτειών.

Έρευνα του USTR

Το Γραφείο του Εμπορικού Αντιπροσώπου των ΗΠΑ (USTR) ξεκίνησε τον Μάρτιο έρευνα για τις εμπορικές πρακτικές εξήντα εμπορικών εταίρων των Ηνωμένων Πολιτειών, εκφράζοντας ανησυχίες ότι ορισμένες χώρες δεν διασφαλίζουν επαρκώς πως προϊόντα που παράγονται με καταναγκαστική εργασία δεν εισέρχονται στην αμερικανική αγορά. Η έρευνα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Καναδάς ούτε έχει επιβάλει ούτε έχει εφαρμόσει αποτελεσματικά την απαγόρευση εισαγωγών προϊόντων καταναγκαστικής εργασίας, γεγονός που, σύμφωνα με το USTR, «επιβαρύνει ή περιορίζει το αμερικανικό εμπόριο».

Το USTR πρότεινε την επιβολή πρόσθετου δασμού 10% σε δεκαέξι χώρες, μεταξύ των οποίων ο Καναδάς, το Μεξικό, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ευρωπαϊκή Ένωση, λόγω ανεπαρκών περιορισμών κατά της καταναγκαστικής εργασίας. Για τις υπόλοιπες χώρες, περιλαμβανομένων της Κίνας, της Ινδίας και της Ιαπωνίας, πρότεινε δασμό 12,5%. Σύμφωνα με έκθεση του USTR που δημοσιεύθηκε στις 2 Ιουνίου, παρότι η καναδική απαγόρευση εισαγωγών τέθηκε σε ισχύ σχεδόν πριν από έξι χρόνια, ο αριθμός των ενεργειών που έχει αναλάβει ο Καναδάς για να αποτρέψει την είσοδο προϊόντων καταναγκαστικής εργασίας παραμένει περιορισμένος.

Τα καναδικά στατιστικά στοιχεία δείχνουν ότι από το 2020 έχουν κρατηθεί και αποκλειστεί ελάχιστες αποστολές που θεωρήθηκαν ύποπτες για μεταφορά προϊόντων καταναγκαστικής εργασίας. Η CBSA δήλωσε στην εφημερίδα The Epoch Times τον Απρίλιο ότι από τις σαράντα οκτώ αποστολές που κράτησε από το 2020 έως τα τέλη του 2025, μόνο δύο αποκλείστηκαν τελικά από την είσοδο στη χώρα: μία αποστολή υφαντουργικών προϊόντων το 2024 και μία αποστολή κατεψυγμένων θαλασσινών το 2025, αμφότερες προερχόμενες από την Κίνα.

Συγκριτικά, το ίδιο διάστημα, οι αμερικανικές τελωνειακές αρχές απέκλεισαν σχεδόν 23.000 αποστολές που θεωρήθηκε ότι μπορεί να περιείχαν προϊόντα καταναγκαστικής εργασίας, βάσει του Νόμου για την Πρόληψη της Καταναγκαστικής Εργασίας των Ουιγούρων.

Η CBSA ανέφερε ότι, παρότι η χώρα ή η περιοχή προέλευσης μπορεί να αποτελεί ένδειξη κινδύνου, η καναδική νομοθεσία δεν επιτρέπει την απαγόρευση προϊόντων αποκλειστικά και μόνο βάσει αυτού του κριτηρίου. Επιπλέον, η συνοριακή υπηρεσία σημείωσε ότι ενώ η αμερικανική νομοθεσία επιτρέπει στους συνοριακούς υπαλλήλους να απαγορεύουν την είσοδο προϊόντων εκτός εάν αποδειχθεί το αντίθετο, η καναδική νομοθεσία δεν προβλέπει αντίστοιχη δυνατότητα. Ως εκ τούτου, οι υπάλληλοι της CBSA οφείλουν να αξιολογούν κάθε εισαγόμενο προϊόν ξεχωριστά, ανά περίπτωση και ανά αποστολή.

Το αμερικανικό εμπορικό γραφείο παρέπεμψε επίσης σε έκθεση του 2021 της καναδικής οργάνωσης ανθρωπίνων δικαιωμάτων Above Ground, η οποία διαπίστωσε «υψηλό κίνδυνο» καναδικές εταιρείες να αποκομίζουν οφέλη από καταναγκαστική εργασία στο εξωτερικό, μεταξύ άλλων στους τομείς των θαλασσινών, του καφέ, του κακάο και του βαμβακιού. Το USTR αναμένεται να πραγματοποιήσει ακροάσεις για τους προτεινόμενους δασμούς στις 7 Ιουλίου.

Ο Κάρνεϋ δήλωσε στους δημοσιογράφους, στις 3 Ιουνίου, ότι η πλειονότητα των καναδικών εξαγωγών θα εξακολουθήσει να εξαιρείται από τους προτεινόμενους δασμούς της Ουάσιγκτον βάσει της CUSMA.

Ο βουλευτής των Συντηρητικών και αρμόδιος για θέματα εξωτερικών υποθέσεων του κόμματος, Μάικλ Τσονγκ, δήλωσε στη Βουλή των Κοινοτήτων στις 12 Ιουνίου ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση υποστηρίζει εδώ και εβδομάδες πως εφαρμόζονται ήδη ισχυρά μέτρα για την αντιμετώπιση της εισαγωγής προϊόντων που παράγονται με καταναγκαστική εργασία. Ρώτησε, συνεπώς, γιατί η κυβέρνηση προωθεί τώρα το Νομοσχέδιο C-35, εφόσον αυτό ισχύει.

Της Olivia Gomm

Σύνοδος G7: Προώθηση της παγκόσμιας οικονομικής συνεργασίας

Από σήμερα, Δευτέρα 15 Ιουνίου, έως την Τετάρτη, η πόλη Εβιάν της Γαλλίας θα φιλοξενήσει τη σύνοδο κορυφής της G7, η οποία προβλέπεται να εστιάσει στους πολέμους που είναι σε εξέλιξη και στην οικονομική συνεργασία. Πέραν των ηγετών των επτά κρατών-μελών της ομάδας, έχουν προσκληθεί κορυφαίοι πολιτικοί και από άλλες χώρες, και αναμένονται συναντήσεις ΗΠΑ, Ισραήλ, και κορυφαίων πολιτικών της Μέσης Ανατολής.

Η G7 περιλαμβάνει τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Μεγάλη Βρετανία, τον Καναδά, τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ιταλία και την Ιαπωνία. Ο Γάλλος πρόεδρος Εμμανουέλ Μακρόν έχει προσκαλέσει συνολικά δεκαέξι χώρες να συμμετάσχουν στη σύνοδο κορυφής, περιλαμβανομένων των ηγετών της Βραζιλίας, της Νότιας Κορέας, της Αιγύπτου, της Ινδίας και της Κένυας, οι οποίοι θα λάβουν μέρος σε ορισμένα μέρη της συνόδου κορυφής. Με αυτή την κίνηση, η γαλλική προεδρία ελπίζει να διασκεδάσει τις επικρίσεις για ‘ελιτισμό’ και τις κατηγορίες ότι ο περιορισμένος αριθμός των μελών της G7 λαμβάνει αποφάσεις με διεθνή αντίκτυπο.

Στη Γενεύη, όπου θα αφιχθούν οι ηγέτες σήμερα, έχουν ήδη λάβει χώρα οι πρώτες αντιδράσεις κατά της συνόδου. Θυμούμενοι τα επεισόδια και τις καταστροφές της προηγούμενης συνόδου της G7 στο Εβιάν, το 2003, οι κάτοικοι της ελβετικής πόλης προετοιμάζονται εδώ και αρκετές ημέρες για τις διαδηλώσεις.

Η αμερικανική ατζέντα

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ θα φτάσει στο Εβιάν σήμερα το απόγευμα, και το πρόγραμμά του περιλαμβάνει ξεχωριστές συναντήσεις με πολιτικούς της Μέσης Ανατολής, σύμφωνα με ανακοίνωση του Λευκού Οίκου. Βασικός στόχος του Αμερικανού προέδρου είναι η προώθηση της παγκόσμιας οικονομικής ανάπτυξης. Σύμφωνα με υψηλόβαθμους κυβερνητικούς αξιωματούχους, θα συζητηθούν επίσης ο πόλεμος στην Ουκρανία και η ειρηνευτική συμφωνία για τη Λωρίδα της Γάζας. Επιπλέον, έχουν προγραμματιστεί συνομιλίες μεταξύ Λιβάνου και Ισραήλ.

Πρώτη στην ατζέντα του Τραμπ είναι η συνάντηση με τον Εμμανουέλ Μακρόν, απόψε, για διμερείς συνομιλίες. Στη συνέχεια, θα συναντηθεί με τους άλλους αρχηγούς κρατών και κυβερνήσεων της G7 για την επίσημη υποδοχή και το γεύμα εργασίας.

Δεν έχουν προγραμματιστεί διμερείς συνομιλίες με τον Ουκρανό πρόεδρο Βολοντίμιρ Ζελένσκι, αν και οι δύο ηγέτες ενδέχεται να συναντηθούν στο περιθώριο της συνόδου.

Θα ακολουθήσουν, μέχρι και το πρωί της Τετάρτης, συναντήσεις με τους αρχηγούς κρατών και κυβερνήσεων των κρατών της G7 και των κρατών-εταίρων, με τις αμοιβαία επωφελείς διεθνείς επενδυτικές συνεργασίες να βρίσκονται στο επίκεντρο των συζητήσεων. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ αναμένεται να καλέσει τα κορυφαία βιομηχανικά έθνη να προωθήσουν την παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη «μειώνοντας τα γραφειοκρατικά εμπόδια και διασφαλίζοντας άφθονο ενεργειακό εφοδιασμό», σύμφωνα με ανώτερο κυβερνητικό αξιωματούχο.

Θα ασχοληθεί επίσης με θέματα όπως η προώθηση της καινοτομίας και η ανθεκτικότητα της εφοδιαστικής αλυσίδας, καθώς και η λήψη ισχυρότερων μέτρων κατά της παράνομης μετανάστευσης και της διακίνησης ναρκωτικών. Επιπλέον, θα υποστηρίξει την τεχνολογία της τεχνητής νοημοσύνης, στην ανάπτυξη της οποίας οι ΗΠΑ κατέχουν ηγετική θέση παγκοσμίως.

Την τελευταία ημέρα της συνόδου, ο Τραμπ σχεδιάζει να πραγματοποιήσει διμερείς συνομιλίες με τον Αιγύπτιο πρόεδρο Αμπντέλ Φατάχ αλ-Σίσι και τον Ινδό πρωθυπουργό Ναρέντρα Μόντι, με τον οποίο θα συζητηθεί η πιθανότητα μίας διμερούς εμπορικής συμφωνίας.

Μετά το πέρας της συνόδου, ο Τραμπ θα παρακαθίσει σε δείπνο με τον Μακρόν στο Παλάτι των Βερσαλλιών, για να τιμήσει την 250ή επέτειο της ανεξαρτησίας των ΗΠΑ πριν επιστρέψει στην Ουάσιγκτον. Οι ΗΠΑ θα αναλάβουν την εκ περιτροπής προεδρία της G7 την 1η Ιανουαρίου 2027.

Ο Μακρόν υποστηρίζει πιο ισορροπημένες οικονομίες

Η Γαλλία είχε δηλώσει πριν από την έναρξη της συνόδου ότι θέλει να προωθήσει τη συζήτηση για την παγκόσμια οικονομική συνεργασία, στο πλαίσιο προσπάθειάς της να «αποκαταστήσει μια ισχυρή βιομηχανική βάση στην Ευρώπη και να εξισορροπήσει το εμπόριο τόσο με την Κίνα όσο και με τις Ηνωμένες Πολιτείες». Ο Μακρόν εξηγεί σε ανάρτησή του στο X: «Χτίζοντας πιο ισορροπημένες οικονομίες, δημιουργούμε τις συνθήκες για βιώσιμη, σταθερή και κοινή ανάπτυξη».

Ένας αξιωματούχος της αμερικανικής κυβέρνησης δήλωσε σε δημοσιογράφους το Σάββατο ότι ήταν συνετό και σωστό εκ μέρους της Γαλλίας να θέσει το ζήτημα της παγκόσμιας ανισορροπίας στην ατζέντα της G7. Αυτή ήταν μια πτυχή την οποία ο Τραμπ προωθεί εδώ και χρόνια, ενίοτε ακόμη και μόνος του.

Οι ΗΠΑ είναι έτοιμες να συνεργαστούν με άλλες χώρες για την αντιμετώπιση των παγκόσμιων εμπορικών ανισορροπιών, οι οποίες προκαλούνται κυρίως από χώρες με μεγάλα πλεονάσματα, όπως η Κίνα, αλλά και από την Ευρωπαϊκή Ένωση, στην οποία μεταφέρθηκε η παραγωγική ικανότητα των ΗΠΑ πριν ο Τραμπ ασκήσει πίεση μετά την ανάληψη των καθηκόντων του.

Μέτρα ασφαλείας και αντιδράσεις

Την Κυριακή, μία ημέρα πριν από την έναρξη της συνόδου κορυφής της G7, μια μεγάλη διαδήλωση κατά της συνόδου κορυφής πραγματοποιήθηκε στη Γενεύη. Επικαλούμενο αστυνομικές αναφορές, το γερμανικό ειδησεογραφικό πρόγραμμα Tagesschau ανέφερε έως και 50.000 συμμετέχοντες που διαμαρτύρονταν για τις πολιτικές των επτά μεγάλων βιομηχανικών χωρών. Σύμφωνα με ειδησεογραφικά πρακτορεία, ο συνασπισμός των πολέμιων της G7 περιλαμβάνει φιλοπαλαιστίνιους και αντικαπιταλιστές ακτιβιστές.

Αρκετές μη κυβερνητικές οργανώσεις επικρίνουν την απουσία διεθνώς σημαντικών ζητημάτων στη σύνοδο κορυφής της G7. Σε αυτά περιλαμβάνονται η καταπολέμηση των συνεπειών της κλιματικής αλλαγής και η αλληλεγγύη με τις αναπτυσσόμενες χώρες. Επικρίνουν επίσης το γεγονός ότι η εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα και η ακραία συγκέντρωση πλούτου δεν βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη.

Οι διαμαρτυρίες λαμβάνουν χώρα στη Γενεύη, επειδή οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων των χωρών μελών της G7 και των πέντε προσκεκλημένων χωρών θα φτάσουν εκεί τη Δευτέρα. Η Γενεύη, αν και στην Ελβετία, απέχει λίγο λιγότερο από 45 χιλιόμετρα από το Εβιάν-λε-Μπαιν, το οποίο βρίσκεται στη γαλλική νότια όχθη της λίμνης της Γενεύης. Αν και η Ελβετία δεν συμμετέχει επίσημα στη σύνοδο κορυφής, συνεισφέρει περίπου 4.000 στρατιώτες για την ασφάλεια, ενώ από τη γαλλική πλευρά έχουν αναπτυχθεί περίπου 16.000 μέλη προσωπικού ασφαλείας και πυροσβέστες. Επιπλέον μέτρα ασφαλείας έχουν επίσης ληφθεί στο αεροδρόμιο της Γενεύης.

Στη Γενεύη, πολλοί καταστηματάρχες είχαν καλύψει τα παράθυρά τους με κόντρα πλακέ τις τελευταίες ημέρες φοβούμενοι βίαια επεισόδια κατά τη διάρκεια των διαμαρτυριών κατά της G7. Το πανεπιστημιακό νοσοκομείο έστησε σκηνές για να παρέχει άμεση περίθαλψη σε τυχόν τραυματίες. Μια αντισύνοδος κορυφής που είχε προγραμματιστεί να διεξαχθεί στην Ανμάς της Γαλλίας ακυρώθηκε λόγω αυστηρών απαιτήσεων ασφαλείας.

Για την Ελβετία, η σύνοδος κορυφής της G8 του 2003 στο Εβιάν (στην οποία συμμετείχε και η Ρωσία) παραμένει μια οδυνηρή ανάμνηση. Καθώς η μικρή πόλη-θέρετρο στη λίμνη της Γενεύης είχε αποκλειστεί από δρακόντεια μέτρα ασφαλείας, οι διαμαρτυρίες μεταφέρθηκαν στις ελβετικές πόλεις Λωζάνη και Γενεύη, όπου οι διαδηλωτές συγκρούστηκαν βίαια με την αστυνομία. Πολλά καταστήματα υπέστησαν βανδαλισμούς, και οι ζημιές εκτιμήθηκαν σε έξι εκατομμύρια ελβετικά φράγκα. Μέχρι σήμερα, η Ελβετία ζητά αποζημίωση, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Ως χειρονομία καλής θέλησης, ο Ελβετός Ομοσπονδιακός Πρόεδρος, Γκυ Παρμελέν, προσκλήθηκε σε δείπνο στη σύνοδο κορυφής.

Hôtel Royal

Οι συμμετέχοντες θα φιλοξενηθούν στο Hôtel Royal, το οποίο είχε επιστρατευθεί και στη σύνοδο του 2003. Τότε, τις μεγαλύτερες σουίτες στον πέμπτο όροφο κατείχαν ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ Τζορτζ Μπους, ο Γάλλος πρόεδρος Ζακ Σιράκ και ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν. Εκείνη την εποχή, ο πόλεμος στο Ιράκ όρισε την κατανομή των δωματίων: «Ο Πούτιν στην ανατολική πτέρυγα, ο Μπους στη δυτική πτέρυγα και ο Σιράκ στη μέση», αποφάσισε ο Ροζέ Μερσιέ, τότε επικεφαλής της εταιρείας Évian Resort. Το πολυτελές ξενοδοχείο προετοιμάζεται για τη σύνοδο κορυφής της G7 εδώ και περίπου ένα χρόνο.

Το ξενοδοχείο οφείλει το όνομά του στον Βρετανό βασιλιά Εδουάρδο Ζ΄, για τον οποίο είχε κρατηθεί σουίτα από την ίδρυσή του. Το ξενοδοχείο άνοιξε το 1909, αλλά ο βασιλιάς πέθανε ένα χρόνο αργότερα χωρίς να έχει μείνει εκεί. Σύμφωνα με το ξενοδοχείο, πολλές διασημότητες έμειναν εκεί τα επόμενα χρόνια. Σε αυτές περιλαμβάνονται η Αμερικανίδα ηθοποιός Ρίτα Χέιγουορθ, ο ντράμερ των Beatles Ρίνγκο Σταρ και η βασίλισσα της Αγγλίας Ελισάβετ Β΄. Λέγεται ότι ο Γάλλος συγγραφέας Μαρσέλ Προυστ έγραψε εκεί ορισμένα κεφάλαια του βιβλίου του, Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο.

Με υλικό από ειδησεογραφικά πρακτορεία

Του Oliver Signus

Η σύνοδος Σι–Κιμ αφήνει εκτός ατζέντας την αποπυρηνικοποίηση της Βόρειας Κορέας

Ανάλυση ειδήσεων

Η επίσκεψη του Κινέζου ηγέτη Σι Τζινπίνγκ στην Πιονγκγιάνγκ δεν συνέβαλε ουσιαστικά στον περιορισμό των πυρηνικών φιλοδοξιών της Βόρειας Κορέας, μια διπλωματική αποτυχία που, σύμφωνα με ειδικούς, απειλεί να αποσταθεροποιήσει τη Βορειοανατολική Ασία. Το ταξίδι ήταν η πρώτη επίσκεψη του Σι στο απομονωμένο κράτος έπειτα από επτά χρόνια και η πρώτη κρατική επίσκεψή του για το 2026.

Ο ίδιος ο Σι, ολοκληρώνοντας τη διήμερη επίσκεψή του στην Πιονγκγιάνγκ, στις 9 Ιουνίου, δήλωσε ότι κατέληξε σε «σημαντική συναίνεση» με τον Βορειοκορεάτη ηγέτη Κιμ Γιονγκ Ουν για την ανάπτυξη των διμερών σχέσεων, σύμφωνα με το κινεζικό κρατικό πρακτορείο ειδήσεων Xinhua.

Ο Κινέζος ηγέτης ζήτησε, στη συνάντηση που είχε με τον Κιμ την προηγουμένη, την ενίσχυση των ανταλλαγών μεταξύ των δύο χωρών στους τομείς της διπλωματίας, της επιβολής του νόμου και των στρατιωτικών υποθέσεων. Στην ατζέντα περιελήφθησαν η πλήρης αξιοποίηση των συνόρων που έχουν ανοίξει και η επανέναρξη των πολιτικών αεροπορικών συνδέσεων, με στόχο την ενίσχυση των δεσμών μεταξύ των κοινωνιών των δύο χωρών.

Από την πλευρά του, ο Κιμ δεσμεύθηκε να τηρήσει την «αρχή της μίας Κίνας» — σύμφωνα με την οποία η δημοκρατικά αυτοδιοικούμενη Ταϊβάν θεωρείται τμήμα της επικράτειας του κομμουνιστικού καθεστώτος της Κίνας — και να υποστηρίξει σταθερά το Πεκίνο στην προστασία των βασικών συμφερόντων του.

Ωστόσο, κανένα από τα κρατικά μέσα ενημέρωσης των δύο κομμουνιστικών καθεστώτων δεν έκανε οποιαδήποτε αναφορά στην αποπυρηνικοποίηση της Βόρειας Κορέας.

Περιορισμένα αποτελέσματα

Ο Λιν Τσιχ-χάο, επίκουρος ερευνητής στο Ινστιτούτο Εθνικής Άμυνας και Έρευνας Ασφάλειας της Ταϊβάν, δήλωσε ότι ο κύριος στόχος της επίσκεψης ήταν η σταθεροποίηση και η αναβάθμιση των σχέσεων μεταξύ Πεκίνου και Πιονγκγιάνγκ.

Σύμφωνα με τον Λιν, το κομμουνιστικό καθεστώς της Κίνας διαμορφώνει τη στρατηγική του για την Κορεατική Χερσόνησο γύρω από την «παγκόσμια διακυβέρνηση» — μια προσπάθεια αναδιαμόρφωσης των διεθνών θεσμών και κανόνων — στο πλαίσιο του ανταγωνισμού με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Όπως ανέφερε στην εφημερίδα The Epoch Times, το Πεκίνο επιδιώκει να αποτρέψει τη σύσφιξη των σχέσεων Βόρειας Κορέας–Ρωσίας εις βάρος της επιρροής της ίδιας της Κίνας. Στις 12 Ιουνίου, Εθνική Ημέρα της Ρωσίας, ο Κιμ είχε δηλώσει ότι οι σχέσεις μεταξύ Πιονγκγιάνγκ και Μόσχας έχουν εξελιχθεί σε «συμμαχία», δεσμευόμενος ότι η Βόρεια Κορέα θα βρίσκεται «πάντα στο πλευρό» της Ρωσίας.

Ο Λιν εκτίμησε ότι η ενεργή υποστήριξη της Βόρειας Κορέας στην «αρχή της μίας Κίνας» του Σι υποδηλώνει ότι η χώρα προσφέρει στο Πεκίνο μια δημόσια επίδειξη διπλωματικής στήριξης. Πρόσθεσε ότι οι δύο πλευρές είναι πιθανό να υπογράψουν περισσότερες συγκεκριμένες συμφωνίες στους τομείς της διπλωματίας, της ασφάλειας, του στρατού, της οικονομίας και του πολιτισμού πριν από το τέλος του 2026.

Ωστόσο, ο Τσενγκ Τσιν-μο, αναπληρωτής καθηγητής διπλωματίας και διεθνών σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Ταμκάνγκ της Ταϊβάν, εκτίμησε ότι η κρατική επίσκεψη του Σι παρήγαγε περιορισμένα αποτελέσματα. Όπως δήλωσε στην Epoch Times, ο Σι βρίσκεται αντιμέτωπος με οικονομική επιβράδυνση και έντονες πολιτικές πιέσεις στο εσωτερικό της χώρας, γεγονός που τον ωθεί να αναζητεί επειγόντως διπλωματικά ερείσματα για να ενισχύσει τον έλεγχό του στην εξουσία.

Παράλληλα, σημείωσε ότι, καθώς η Βόρεια Κορέα αυξάνει την υποστήριξή της προς τη Ρωσία στον πόλεμο της Ουκρανίας, η επιρροή του Πεκίνου στην Πιονγκγιάνγκ πιθανότατα εξασθενεί. Περίπου 15.000 Βορειοκορεάτες στρατιώτες, καθώς και συμβατικός στρατιωτικός εξοπλισμός, έχουν αναπτυχθεί ή αποσταλεί για να υποστηριχθεί η πολεμική προσπάθεια της Ρωσίας στην Ουκρανία από το 2024, σύμφωνα με το νοτιοκορεατικό πρακτορείο ειδήσεων Yonhap στα τέλη Απριλίου.

Η επιρροή του Πεκίνου σε φθίνουσα πορεία

Ο Λιν ανέφερε ότι η παρουσία ανώτερων οικονομικών αξιωματούχων στην κινεζική αντιπροσωπεία, μεταξύ των οποίων ο επικεφαλής της Εθνικής Επιτροπής Ανάπτυξης και Μεταρρυθμίσεων Τζενγκ Σαντζιέ και ο υπουργός Εμπορίου Γουάνγκ Γουεντάο, αντανακλά την προσπάθεια του Πεκίνου να εμβαθύνει την οικονομική του επιρροή στην Πιονγκγιάνγκ.

Σύμφωνα με τον Λιν, η κατάρρευση της βορειοκορεατικής οικονομίας θα απειλούσε άμεσα την ασφάλεια της Κίνας. «Χωρίς συνεχή οικονομική στήριξη προς τη Βόρεια Κορέα, η βορειοανατολική Κίνα θα βυθιζόταν σε αστάθεια», ανέφερε. Η Κίνα αντιπροσωπεύει το 95% του συνολικού εμπορίου της Βόρειας Κορέας και περίπου το 85% των εξαγωγών της, σύμφωνα με το ερευνητικό κέντρο National Committee on North Korea, με έδρα την Ουάσιγκτον.

Ο Λιν σημείωσε ότι ακόμη και το 2017, περίοδο που οι δημόσιες εκκλήσεις του Πεκίνου προς την Πιονγκγιάνγκ να σταματήσει τις πυρηνικές δοκιμές επιβάρυναν τις διμερείς σχέσεις, το διασυνοριακό εμπόριο και οι μεταφορές εμπορευμάτων δεν διακόπηκαν, αλλά μόνο περιορίστηκαν. Παρά τα σημάδια αμοιβαίου ενδιαφέροντος για βαθύτερες οικονομικές σχέσεις, η Πιονγκγιάνγκ εξακολουθεί να κρατά το Πεκίνο σε απόσταση.

Όπως ανέφερε, τα δημόσια διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι αν και τα σύνορα μεταξύ Κίνας και Βόρειας Κορέας έχουν αρχίσει να ανοίγουν, η διαδικασία βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο. Σημείωσε δε ότι οι κινήσεις του Πεκίνου αποσκοπούν μάλλον στην ενίσχυση της θέσης του έναντι της Ουάσιγκτον, στρατηγική την οποία η Πιονγκγιάνγκ φαίνεται απρόθυμη να ακολουθήσει.

Ο Τσενγκ συμφώνησε με αυτή την εκτίμηση, δηλώνοντας ότι η Πιονγκγιάνγκ ασφαλώς καλωσορίζει τους οικονομικούς δεσμούς με την Κίνα, αλλά το Πεκίνο δεν μπορεί να μετατρέψει αυτή την οικονομική εξάρτηση σε πολιτικό έλεγχο. Οι επαφές μεταξύ των δύο πλευρών έχουν μειωθεί σε σχέση με το παρελθόν και η Πιονγκγιάνγκ δεν έχει καμία πρόθεση να μετατραπεί σε κράτος-δορυφόρο του Πεκίνου.

Κίνδυνος κλιμάκωσης

Δύο ημέρες πριν από την άφιξη του Σι, η Κιμ Γιο Γιονγκ, αδελφή του Κιμ Γιονγκ Ουν, δήλωσε ότι η κατοχή πυρηνικών όπλων αποτελεί για το καθεστώς της Βόρειας Κορέας «κόκκινη γραμμή» από την οποία δεν πρόκειται να υπαναχωρήσει, σύμφωνα με ανακοίνωση που δημοσίευσε η Rodong Sinmun, η επίσημη εφημερίδα του καθεστώτος.

Ο Τσενγκ εκτίμησε ότι αυτή η σκληρή στάση, σε συνδυασμό με τη δημόσια σιωπή και των δύο πλευρών για την αποπυρηνικοποίηση, υποδηλώνει ότι ακόμη και το Πεκίνο δεν έχει λόγο στο πυρηνικό πρόγραμμα της Πιονγκγιάνγκ. Όπως εξήγησε, επιφανειακά τα πυρηνικά όπλα της Βόρειας Κορέας στοχεύουν τη Νότια Κορέα και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Στην πραγματικότητα, όμως, λειτουργούν και ως μέσο εξισορρόπησης απέναντι σε ενδεχόμενες απειλές από την Κίνα.

Ο Τσενγκ υποστήριξε επίσης ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας ενδέχεται να χάσει τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί το πυρηνικό οπλοστάσιο της Πιονγκγιάνγκ ως μέσο πίεσης απέναντι στην Ουάσιγκτον. Όπως σημείωσε, η Πιονγκγιάνγκ υπέγραψε πρόσφατα συνθήκη στρατηγικής εταιρικής σχέσης με τη Μόσχα, εξασφαλίζοντας ρωσική τεχνολογία για πυρηνοκίνητα υποβρύχια και πυραυλικά συστήματα, γεγονός που την καθιστά ολοένα και λιγότερο εξαρτημένη από την Κίνα. Ο Κιμ διαμηνύει στον Σι πως κάθε προσπάθεια πίεσης προς την Πιονγκγιάνγκ για αποπυρηνικοποίηση, ακόμη και σε συντονισμό με την Ουάσιγκτον, θα πυροδοτήσει αντίποινα.

Το Πεκίνο ηγήθηκε στο παρελθόν των Εξαμερών Συνομιλιών — ενός πολυμερούς φόρουμ στο οποίο συμμετείχαν η Κίνα, η Βόρεια Κορέα, οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Νότια Κορέα, η Ιαπωνία και η Ρωσία, με στόχο τον περιορισμό των πυρηνικών φιλοδοξιών της Πιονγκγιάνγκ — όμως η διαδικασία είναι σε παύση από τότε που η Βόρεια Κορέα αποχώρησε το 2009.

Ο Λιν προειδοποίησε ότι η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε να επιταχύνει ένα «φαινόμενο ντόμινο» σε ολόκληρη τη Βορειοανατολική Ασία, ωθώντας τις γειτονικές χώρες να ενισχύσουν τις αμυντικές τους δυνατότητες χωρίς να προχωρήσουν στην ανάπτυξη πυρηνικών όπλων. Ως παραδείγματα ανέφερε ότι η Νότια Κορέα θα μπορούσε να αναπτύξει το πρώτο της πυρηνοκίνητο υποβρύχιο, ενώ η Ιαπωνία θα μπορούσε να προωθήσει περαιτέρω τον αντιπλοϊκό πύραυλο Type-12. Το ανεξέλεγκτο πυρηνικό πρόγραμμα της Βόρειας Κορέας αναγκάζει τις γειτονικές χώρες να εξοπλίζονται, γεγονός που αναπόφευκτα αυξάνει την ένταση στην περιοχή.

Του Jarvis Lim

Τηλεφωνικές συνομιλίες Τραμπ με Πούτιν και Ζελένσκι για τον πόλεμο στην Ουκρανία

Ο Αμερικανός πρόεδρος επανέλαβε την προθυμία του να συμβάλει στην προσπάθεια για ειρηνευτική διευθέτηση του πολέμου, κατά τη διάρκεια ωριαίας τηλεφωνικής επικοινωνίας με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν.

Ο σύμβουλος εξωτερικής πολιτικής του Κρεμλίνου Γιούρι Ουσάκοφ ανέφερε σε ανακοίνωσή του ότι η συνομιλία δεν περιορίστηκε σε μια τυπική ανταλλαγή φιλοφρονήσεων. Σύμφωνα με τον Ουσάκοφ, η συζήτηση μεταξύ των δύο ηγετών ήταν ανεπίσημη και ο Τραμπ «τόνισε για ακόμη μία φορά τη σημασία της παύσης των εχθροπραξιών», προσθέτοντας ότι σκοπεύει να επαναλάβει τη θέση αυτή και στη Σύνοδο Κορυφής της G7, η οποία διεξάγεται αυτές τις ημέρες, από τις 15 έως τις 17 Ιουνίου, στη Γαλλία.

Σύμφωνα με την περίληψη της συνομιλίας Τραμπ–Πούτιν που έδωσε στη δημοσιότητα ο Ρώσος αξιωματούχος, ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε ότι είναι έτοιμος να ασκήσει επιρροή τόσο στους Ευρωπαίους συμμάχους του όσο και στο Κίεβο, μεταξύ άλλων και κατά τις επαφές που θα έχει στο περιθώριο της συνόδου της G7. Ο Τραμπ φέρεται επίσης να ανέφερε ότι η ταχύτερη λήξη του πολέμου στην Ουκρανία θα μπορούσε να δημιουργήσει νέες προοπτικές στις σχέσεις μεταξύ Ρωσίας και Ηνωμένων Πολιτειών.

Η εφημερίδα The Epoch Times επικοινώνησε με τον Λευκό Οίκο ζητώντας σχόλιο, χωρίς να λάβει απάντηση έως τη στιγμή της δημοσίευσης.

Ο Τραμπ είχε ξεχωριστή τηλεφωνική επικοινωνία και με τον Ουκρανό πρόεδρο Βολοντίμιρ Ζελένσκι.

Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X την Κυριακή, ο Ζελένσκι ανέφερε ότι είχε μια πολύ καλή συνομιλία με τον πρόεδρο Τραμπ για μια σειρά σημαντικών ζητημάτων, μεταξύ των οποίων ο πόλεμος, οι αιτίες του, οι διπλωματικές προοπτικές και οι θέσεις των εταίρων των δύο χωρών.

Ο Ουκρανός πρόεδρος σημείωσε ότι ευχαρίστησε τον πρόεδρο των ΗΠΑ για τη βοήθεια που έχουν προσφέρει οι Ηνωμένες Πολιτείες και ότι συμφώνησαν να συναντηθούν. Ανέφερε δε πως οι συνεδριάσεις της G7 που θα πραγματοποιηθούν τις επόμενες ημέρες στην Ευρώπη θα περιλαμβάνουν μεταξύ των βασικών θεμάτων την Ουκρανία, την άμυνά της και τις προοπτικές επίτευξης ειρήνης.

Οι τηλεφωνικές επικοινωνίες του Τραμπ με τους ηγέτες της Ρωσίας και της Ουκρανίας πραγματοποιήθηκαν λίγο πριν ανακοινωθεί η συμφωνία μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης.

Της Jacki Thrapp