Τετάρτη, 21 Ιαν, 2026

Νέα τάξη πραγμάτων με Κίνα ονειρεύεται ο Καναδός πρωθυπουργός

Αν ο Κάρνεϋ φαντάζεται μια νέα τάξη πραγμάτων όπου ο Καναδάς θα είναι η ‘γέφυρα’ ανάμεσα σε ΗΠΑ και Κίνα, κάνει ένα κλασικό λάθος μεσαίας δύναμης: μπερδεύει την εμπορική ευκαιρία με τη στρατηγική ασφάλεια. Ο Καναδάς μπορεί να εμπορεύεται με την Κίνα — αλλά όταν μιλά για «στρατηγική εταιρική σχέση», και μάλιστα σε πεδία που ακουμπούν την ασφάλεια, πατά πάνω σε ένα πρόσφατο προηγούμενο που φωνάζει «πρόσεχε!». Και αν πράγματι ο στόχος είναι να «μειωθεί η εξάρτηση από τις ΗΠΑ», η πιο ασφαλής διαδρομή δεν είναι να δέσεις την τύχη σου σε έναν εταίρο που έχει αποδείξει ότι χρησιμοποιεί την ισχύ του τιμωρητικά, αλλά να πιέσεις για καλύτερους όρους εντός του δυτικού πλαισίου, όχι έξω από αυτό.

Ο Καναδός πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϋ μοιάζει να ονειρεύεται μια νέα τάξη πραγμάτων, όπου ο Καναδάς θα μειώσει την εξάρτησή του από τις ΗΠΑ και θα ‘ισορροπήσει’ ανάμεσα σε μεγάλες δυνάμεις. Με αυτή τη λογική, η Κίνα αναβαθμίζεται από δύσκολος αντίπαλος σε «στρατηγικός εταίρος». Το πρόβλημα δεν είναι ότι τα κράτη κάνουν εμπορικές συμφωνίες — αυτό συμβαίνει πάντα. Το πραγματικό πρόβλημα είναι η αυταπάτη ότι ένα αυταρχικό καθεστώς, με ιστορικό εργαλειοποίησης του εμπορίου, της διπλωματίας και της πίεσης, μπορεί ξαφνικά να μετατραπεί σε αξιόπιστο στρατηγικό συνομιλητή, πόσο μάλλον σε ζητήματα που ακουμπούν την ασφάλεια.

Η επίσκεψη του Κάρνεϋ στο Πεκίνο παρουσιάστηκε ως μια προσπάθεια «επανεκκίνησης» και «προσαρμογής στη νέα πραγματικότητα». Στο πρακτικό επίπεδο, υπήρξε ξεκάθαρα και οικονομικό κίνητρο: αποκλιμάκωση εντάσεων, άρση ή μείωση δασμών σε κρίσιμα μέτωπα (όπως ηλεκτρικά οχήματα και αγροτικές εξαγωγές) και μια ευρύτερη προσπάθεια διαφοροποίησης του εμπορίου του Καναδά, ώστε να μην εξαρτάται μονομερώς από την αμερικανική αγορά. Όμως άλλο πράγμα είναι η εμπορική ‘αναπνοή’ και άλλο η πολιτική αναβάθμιση της Κίνας σε στρατηγικό εταίρο. Εκεί ξεκινά το ρίσκο να γίνεται υπαρξιακό.

Αυτή η στροφή φαίνεται ακόμη πιο ακραία αν θυμηθεί κανείς το πρόσφατο παρελθόν. Το καθοριστικό σημείο για τη ρήξη των σχέσεων Καναδά–Κίνας ήταν η υπόθεση Μενγκ Ουανζού της Huawei. Η Μενγκ συνελήφθη στον Καναδά το 2018, κατόπιν αιτήματος των ΗΠΑ και στο πλαίσιο διαδικασίας έκδοσης. Η αντίδραση της Κίνας δεν ήταν μια τυπική διπλωματική ένταση. Ήταν μια επίδειξη ισχύος με κόστος για τον Καναδά, ενδεικτική τού πώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει όσους ακουμπούν τα ζωτικά του συμφέροντα. Το 2021, οι ΗΠΑ απέσυραν ουσιαστικά το αίτημα έκδοσης, κλείνοντας την υπόθεση, αλλά το αποτύπωμα έμεινε: ο Καναδάς βίωσε από πρώτο χέρι τι σημαίνει κινεζική πίεση, όταν οι συνθήκες δεν ευνοούν το Πεκίνο.

Από αυτό το επεισόδιο βγαίνουν δύο απλά συμπεράσματα. Πρώτον, η Κίνα δεν βλέπει τις διαφωνίες ως κάτι που λύνεται μέσα σε θεσμικούς κανόνες ή σε κοινά αποδεκτές αρχές. Βλέπει τις διαφορές ως μοχλό καταναγκασμού και δεν διστάζει να μεταφέρει το κόστος στον αντίπαλο για να πετύχει τους στόχους του. Δεύτερον, καμία «νέα εποχή» ή ωραία ρητορική δεν αλλάζει τη δομή ενός καθεστώτος που λειτουργεί με γνώμονα την ισχύ και τον έλεγχο αντί της αμοιβαιότητας και των θεσμικών εγγυήσεων. Η αξιοπιστία δεν χτίζεται με δηλώσεις. Χτίζεται με συνέπεια και προβλεψιμότητα, στοιχεία που λείπουν από μια αυταρχική δύναμη η οποία προτεραιοποιεί τα συμφέροντά της χωρίς περιορισμούς.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εμφανίζεται και το παράδοξο, όπου μια αμερικανική «σκληρή γραμμή» μπορεί να σπρώξει έναν σύμμαχο σε λάθος επιλογές. Το αφήγημα που κυκλοφορεί είναι ότι ο Καναδάς θέλει να μειώσει την εξάρτησή του από τις ΗΠΑ, εν μέρει λόγω εμπορικών πιέσεων και δασμών που αποδίδονται στον Ντόναλντ Τραμπ, και έτσι αναζητά εναλλακτικές. Σε θεωρητικό επίπεδο, η σκέψη μοιάζει απλή: «αν ο γείτονας με δυσκολεύει, θα στραφώ στον ανταγωνιστή του». Στην πραγματικότητα, όμως, αυτό το σχήμα είναι επικίνδυνο, ειδικά για μια χώρα σαν τον Καναδά.

Οι ΗΠΑ δεν είναι απλώς «μια μεγάλη αγορά» για τον Καναδά. Είναι ο βασικός πυλώνας της οικονομίας του, ο κορμός της ασφάλειάς του και ο πυρήνας της γεωπολιτικής του σταθερότητας. Ακόμη κι αν η Οττάβα καταφέρει να ανοίξει εμπορικές ‘βαλβίδες’ προς την Κίνα, αυτές είναι μάλλον βραχυπρόθεσμες και αναστρέψιμες, γιατί η Κίνα έχει αποδείξει ότι μπορεί να αλλάξει στάση ανά πάσα στιγμή όταν αισθανθεί πως δεν εξυπηρετείται. Επιπλέον, το Πεκίνο έχει κάθε λόγο να ενθαρρύνει τους συμμάχους της Ουάσιγκτον να απομακρυνθούν από τις ΗΠΑ στο όνομα μιας δήθεν «στρατηγικής αυτονομίας». Όχι επειδή ενδιαφέρεται για την ανεξαρτησία τους, αλλά επειδή έτσι διαλύεται η συνοχή της Δύσης. Με απλά λόγια, η «έξυπνη αντιστάθμιση» που φαντάζει ελκυστική στην Οττάβα μπορεί να είναι ακριβώς το παιχνίδι που θέλει να παίξει η Κίνα.

Αν μιλάμε για στρατηγική συνεργασία — και ειδικά όταν ακουμπά ζητήματα ασφάλειας — η αξιοπιστία δεν είναι αφηρημένη έννοια. Μετριέται σε κανόνες, διαφάνεια και προβλεψιμότητα. Η Κίνα υστερεί και στα τρία. Οι κανόνες της είναι συχνά επιλεκτικοί και υποταγμένοι στον σκοπό της ισχύος. Η διαφάνειά της είναι περιορισμένη, επειδή η πολιτική της λειτουργία δεν έχει δημοκρατικούς φραγμούς και έλεγχο. Και η προβλεψιμότητά της είναι ασταθής, αφού μπορεί να επαναπροσδιορίσει πολιτικές και ‘συμφωνίες’ όταν το κρίνει αναγκαίο. Αυτό σημαίνει ότι η Κίνα μπορεί να αποτελέσει εμπορικό συνομιλητή υπό όρους, αλλά δεν είναι ασφαλής βάση για στρατηγική εμπιστοσύνη.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο μπαίνει και ο Τραμπ. Χρειάζεται να ξεχωρίσουμε το ύφος από το στρατηγικό αποτέλεσμα. Πολλά μέσα ενημέρωσης επικεντρώνονται στον θόρυβο, στην ένταση και στις συγκρούσεις που δημιουργεί. Όμως στον σκληρό κόσμο της ισχύος, μια πιο ‘ωμή’ γραμμή προς συμμάχους έχει μια λογική: αν η Δύση δεν βάλει καθαρά όρια, η Κίνα θα εκμεταλλευτεί τα κενά. Το ζήτημα δεν είναι ότι ο Τραμπ είναι ‘σκληρός’. Το ζήτημα είναι ότι ορισμένες χώρες απαντούν στη σκληρότητα όχι διαπραγματευόμενες εντός του δυτικού πλαισίου, αλλά επιδιώκοντας λάθος ‘ανεξαρτησία’: δηλαδή με τη βιαστική αναβάθμιση της Κίνας σε στρατηγικό εταίρο. Αυτό δεν είναι ανεξαρτησία. Είναι ρίσκο που μπορεί να μετατραπεί σε εξάρτηση.

Η πιο ρεαλιστική ανάγνωση είναι ότι η Βόρεια Αμερική και συνολικά η Δύση έχουν συμφέρον να κρατήσουν ενιαίο μέτωπο απέναντι σε έναν ανταγωνιστή που επιδιώκει ακριβώς το αντίθετο: διάσπαση, ειδικές συμφωνίες, ξεχωριστές διαδρομές και αποδέσμευση των συμμάχων από την Ουάσιγκτον. Η Κίνα δεν λειτουργεί ως ουδέτερος παίκτης. Λειτουργεί ως δύναμη που θέλει να μετακινήσει την ισορροπία προς όφελός της, και για να το πετύχει αξιοποιεί οικονομικά εργαλεία, πολιτική επιρροή και πίεση.

Αν το δούμε ψύχραιμα, η «νέα τάξη» που ονειρεύεται η καναδική ηγεσία δεν είναι νέα. Είναι μια παλιά αυταπάτη: ότι μπορείς να κάνεις στρατηγικό συνεταίρο έναν ανταγωνιστή της Δύσης, χωρίς να πληρώσεις κόστος. Και η ιστορία δείχνει πως όταν έρθει ο λογαριασμός, συνήθως είναι βαρύς.

Η δήλωση Μακρόν για την υποστήριξη πληροφοριών προς την Ουκρανία

Ο Γάλλος πρόεδρος Εμμανουέλ Μακρόν προέβη πρόσφατα σε μια σημαντική δήλωση σχετικά με τη στήριξη της Ουκρανίας. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι «ενώ πριν από έναν χρόνο η Ουκρανία εξαρτιόταν σε συντριπτικό βαθμό από τις αμερικανικές δυνατότητες πληροφοριών, σήμερα τα δύο τρίτα αυτών των δυνατοτήτων παρέχονται από τη Γαλλία». Τη δήλωση αυτή έκανε σήμερα, Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2026, κατά τη διάρκεια της ετήσιας ομιλίας του προς τις γαλλικές Ένοπλες Δυνάμεις, σε στρατιωτική βάση στην Ιστρ της νότιας Γαλλίας. Η ομιλία μεταδόθηκε ζωντανά από το Μέγαρο των Ηλυσίων, δίνοντας δημοσιότητα στα λεγόμενά του. Με τα λόγια αυτά, ο Μακρόν υπογράμμισε ότι η Γαλλία έχει πλέον αναλάβει τον κύριο ρόλο στην παροχή στρατιωτικών πληροφοριών προς την Ουκρανία, σε αντίθεση με έναν χρόνο πριν όπου οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν ο σχεδόν αποκλειστικός φορέας τέτοιας υποστήριξης.

Η αναφορά αυτή δεν έγινε εν κενώ. Υπάγεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο αλλαγών στη δυτική υποστήριξη προς την Ουκρανία. Λίγους μήνες νωρίτερα, στις αρχές Μαρτίου 2025, η κυβέρνηση των ΗΠΑ υπό τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ είχε ανακοινώσει αιφνιδιαστικά την παύση του διαμοιρασμού ορισμένων πληροφοριών με το Κίεβο, στο πλαίσιο μιας πίεσης για την έναρξη ειρηνευτικών συνομιλιών. Αυτή η απόφαση — μαζί με το προσωρινό πάγωμα στρατιωτικής βοήθειας — προκάλεσε ανησυχία, καθώς στερούσε από την Ουκρανία ζωτικές πληροφορίες για την άμυνά της. Υπό αυτές τις συνθήκες, η Ευρώπη και ειδικά η Γαλλία κλήθηκαν να καλύψουν το κενό. Πράγματι, ο Γάλλος υπουργός Άμυνας Σεμπαστιέν Λεκορνύ διαβεβαίωσε τότε δημόσια ότι η Γαλλία θα συνεχίσει να παρέχει στρατιωτικές πληροφορίες  στην Ουκρανία, παρά το «πάγωμα» από την πλευρά των ΗΠΑ. Με άλλα λόγια, η Γαλλία ανέλαβε την «συνέχιση της υπηρεσίας» παροχής πληροφοριών προς το Κίεβο, αξιοποιώντας τις δικές της δυνατότητες συλλογής πληροφοριών προς όφελος της ουκρανικής άμυνας.

Η σημασία της δήλωσης — Ο ρόλος της Ευρώπης και ο ρόλος των ΗΠΑ

Η δήλωση του Μακρόν έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι υπογραμμίζει μια μετατόπιση βάρους στην υποστήριξη της Ουκρανίας από τις ΗΠΑ προς την Ευρώπη. Ουσιαστικά, ο Γάλλος πρόεδρος διεμήνυσε ότι η Ευρώπη (με τη Γαλλία να πρωτοστατεί) είναι πλέον ικανή και πρόθυμη να αναλάβει μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης στον τομέα της άμυνας και της παροχής πληροφοριών. Αυτό ευθυγραμμίζεται με τη διαχρονική του θέση υπέρ της «ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας» στην άμυνα — μιας αντίληψης ότι η Ευρώπη πρέπει να μπορεί να στηρίζεται στις δικές της δυνάμεις για την ασφάλειά της. Η ικανοποίηση που εξέφρασε ο Μακρόν για το ότι όλο και περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη συμμερίζονται αυτή την άποψη, δείχνει ότι η δήλωσή του εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια ενίσχυσης του ευρωπαϊκού ρόλου στις διεθνείς κρίσεις.

Παράλληλα, ο Μακρόν ήθελε να στείλει μήνυμα συνέχειας και αξιοπιστίας προς το Κίεβο. Με τις ΗΠΑ να έχουν μειώσει την άμεση εμπλοκή τους όσον αφορά τις πληροφορίες, η Γαλλία καλύπτει το κενό ώστε η Ουκρανία να μη μείνει «τυφλή» στο πεδίο της μάχης. Οι δυτικές πληροφορίες ήταν καθοριστικές για τον εντοπισμό των κινήσεων των ρωσικών στρατευμάτων και την ικανότητα της Ουκρανίας να πλήττει στόχους υψηλής αξίας. Η ανάληψη των δύο τρίτων αυτής της προσπάθειας από τη Γαλλία σημαίνει ότι η Ουκρανία συνεχίζει να λαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος των κρίσιμων δεδομένων που χρειάζεται, παρά τις διαφοροποιήσεις στη στάση της Ουάσιγκτον. Αυτό ενισχύει το ηθικό του Κιέβου και του δίνει τη δυνατότητα να σχεδιάζει την άμυνά του, γνωρίζοντας ότι η ροή πληροφοριών από τη Δύση δεν θα διακοπεί. Όπως τόνισε ο ίδιος ο Μακρόν, το μήνυμα προς τους Ουκρανούς αλλά και τους Ευρωπαίους εταίρους είναι ότι «είμαστε έτοιμοι» να στηρίξουμε αυτή την προσπάθεια αντίστασης και να αποτρέψουμε νέες επιθέσεις.

Επιπλέον, η ανάδειξη της γαλλικής συμβολής έχει και μια διάσταση γεωπολιτικού γοήτρου. Ο Μακρόν ουσιαστικά δηλώνει ότι η Γαλλία — μια ευρωπαϊκή δύναμη — μπορεί να αντικαταστήσει τις ΗΠΑ σε έναν τόσο κρίσιμο τομέα όπως οι πληροφορίες, έστω και προσωρινά. Αυτό αποτελεί de facto επίδειξη της ενισχυμένης ικανότητας της Ευρώπης να ενεργεί αυτόνομα. Δεν είναι τυχαίο ότι στο ίδιο πλαίσιο ο Γάλλος πρόεδρος έχει απορρίψει τόσο τη «νέα αποικιοκρατία» όσο και την «υποτέλεια και ηττοπάθεια», δείχνοντας την πρόθεση της Γαλλίας να μη συμπεριφέρεται ως υποτελής ή αδύναμος κρίκος στις διεθνείς εξελίξεις. Η Ευρώπη, κατά τον Μακρόν, οφείλει να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων, να θωρακίσει την ανεξαρτησία της και να συνεχίσει να εξοπλίζεται για να ανταποκριθεί σε έναν κόσμο όπου «οι δυνάμεις αποσταθεροποίησης έχουν ξυπνήσει» και αμφισβητούν παλιά δεδομένα.

Ιράν: Φήμες για κατάληψη αρχηγείου, διαδηλώσεις, μπλακάουτ, μειονότητες

Οι τελευταίες ώρες στο Ιράν χαρακτηρίζονται από σημαντική κλιμάκωση της έντασης, καθώς οι μαζικές διαδηλώσεις συνεχίζονται σε πολλές πόλεις, ενώ το κράτος απαντά με αυξημένα μέτρα ασφαλείας, περιορισμούς στις μετακινήσεις και σοβαρές διακοπές στις τηλεπικοινωνίες και στο διαδίκτυο. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, όπου η πρόσβαση σε ανεξάρτητη πληροφόρηση είναι περιορισμένη, κυκλοφόρησαν ανεπιβεβαίωτοι ισχυρισμοί ότι το Κόμμα για την Ελευθερία του Κουρδιστάν (PAK) κατέλαβε αρχηγείο του Σώματος των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC) στην Κερμανσάχ, στη δυτική χώρα. Αν κάτι τέτοιο επιβεβαιωθεί, θα πρόκειται για μια εξαιρετικά σοβαρή εξέλιξη, καθώς θα σηματοδοτούσε μετάβαση από τις συγκρούσεις δρόμου και τις επιθέσεις σε μια πιο οργανωμένη πρόκληση απέναντι στο ιρανικό κράτος.

Ωστόσο, μέχρι στιγμής δεν υπάρχει ανεξάρτητη και αξιόπιστη επιβεβαίωση ότι πράγματι έγινε κατάληψη στρατιωτικής εγκατάστασης του IRGC. Αντίθετα, ιρανικές επίσημες πηγές έχουν αναφερθεί σε περιστατικό πυρκαγιάς σε εγκατάσταση των Φρουρών στην επαρχία Κερμανσάχ, μιλώντας για φωτιά σε χώρο φύλαξης εύφλεκτων υλικών και αναφέροντας ότι τα αίτια διερευνώνται, χωρίς να γίνεται λόγος για επίθεση ή απώλεια ελέγχου του χώρου. Αυτό από μόνο του δείχνει πόσο δύσκολη είναι η επαλήθευση όταν συνυπάρχουν έντονα επεισόδια, περιορισμοί στο διαδίκτυο και διάχυση φημών.

Την ίδια στιγμή, οι ΗΠΑ συστήνουν στους Αμερικανούς πολίτες που βρίσκονται στο Ιράν να εγκαταλείψουν τη χώρα, εφόσον αυτό είναι εφικτό και ασφαλές. Οι προειδοποιήσεις αναφέρονται στην κλιμάκωση των διαμαρτυριών, στην ένταση της καταστολής, στα κλεισίματα δρόμων, στις διακοπές στις δημόσιες συγκοινωνίες και στους περιορισμούς της πρόσβασης σε υπηρεσίες κινητής τηλεφωνίας και διαδικτύου. Παράλληλα, επισημαίνεται πως οι αεροπορικές εταιρείες περιορίζουν ή ακυρώνουν πτήσεις, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις έχουν ανασταλεί δρομολόγια από και προς το Ιράν. Όλα αυτά συνθέτουν μια εικόνα αυξανόμενης αστάθειας, όπου το ενδεχόμενο ταχείας επιδείνωσης της κατάστασης παραμένει ανοιχτό.

Στο επίκεντρο βρίσκεται η Κερμανσάχ, μια περιοχή με ισχυρή κουρδική παρουσία, κοντά στα σύνορα με το Ιράκ. Αυτό της δίνει ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς μια σοβαρή αναταραχή εκεί δεν μένει αναγκαστικά «τοπική»: μπορεί να επηρεάσει συνολικά τη δυτική ζώνη ασφαλείας του Ιράν και να ενισχύσει τη δράση ομάδων που διαθέτουν διασυνοριακές βάσεις ή δίκτυα υποστήριξης. Ακόμη κι αν ο ισχυρισμός περί «κατάληψης αρχηγείου» δεν επιβεβαιωθεί, η ίδια η κυκλοφορία του αποτυπώνει ότι στο πεδίο υπάρχει ήδη αίσθηση πως η κατάσταση ξεπερνά τα όρια μιας απλής κοινωνικής εξέγερσης και ακουμπά πλέον πιο επικίνδυνες μορφές αντιπαράθεσης.

Η κρίση στο Ιράν, όμως, δεν αφορά μόνο το κουρδικό στοιχείο. Η χώρα είναι πολυεθνοτική και σε περιόδους βαθιάς πολιτικής αναταραχής είναι συνηθισμένο να εμφανίζονται παράλληλες δυναμικές σε διαφορετικές περιφέρειες. Σε περιοχές όπως το Σιστάν-Μπαλουχιστάν, όπου υπάρχει μακροχρόνια ένταση και παρουσία ένοπλων οργανώσεων, κάθε γενικευμένη αποσταθεροποίηση δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για περαιτέρω κλιμάκωση. Το ίδιο ισχύει και για το Χουζεστάν, μια περιοχή με αραβική μειονότητα και ιστορικό κινημάτων που κατά καιρούς έχουν αναπτύξει αποσχιστική ή πιο ακραία δράση. Ακόμη και σε περιοχές που παραδοσιακά δεν έχουν έντονη ένοπλη διάσταση, όπως ορισμένες τουρκόφωνες κοινότητες στο βορειοδυτικό Ιράν, η πολιτική πίεση μπορεί να μετατραπεί σε πιο αιχμηρές μορφές σύγκρουσης όσο βαθαίνει η κρίση.

Σε αυτό το σημείο μπαίνει και η παράμετρος της εξωτερικής στήριξης, την οποία συχνά επικαλείται το ιρανικό κράτος. Η Τεχεράνη έχει μια σταθερή γραμμή ότι οι μεγάλες εξεγέρσεις δεν είναι αποκλειστικά «εσωτερικό ζήτημα», αλλά αποτέλεσμα ξένης υποκίνησης και χρηματοδότησης, κάτι που χρησιμοποιεί για τη νομιμοποίηση αυστηρών μέτρων καταστολής. Από την άλλη πλευρά, είναι επίσης γεγονός ότι στη Μέση Ανατολή οι μειονοτικές και αποσχιστικές οργανώσεις συχνά βρίσκουν πολιτικά ή υλικά στηρίγματα εκτός συνόρων, είτε μέσω κρατικών υπηρεσιών είτε μέσω δικτύων διασποράς και ανταγωνιστικών γεωπολιτικών κέντρων. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλες οι διαμαρτυρίες είναι «ξένα σχέδια», αλλά ότι μέσα σε μια γενικευμένη αναταραχή μπορεί να παρεμβληθούν και δυνάμεις που βλέπουν μια ευκαιρία να πιέσουν το ιρανικό καθεστώς από περισσότερα από ένα μέτωπα.

Το πιο κρίσιμο στοιχείο είναι πως αυτή τη στιγμή η αβεβαιότητα παραμένει μεγάλη. Οι περιορισμοί στο διαδίκτυο και οι δυσκολίες πρόσβασης σε ανεξάρτητες εικόνες από το εσωτερικό της χώρας επιτρέπουν να κυκλοφορούν πληροφορίες χωρίς σαφή επιβεβαίωση. Έτσι, ο ισχυρισμός περί «κατάληψης αρχηγείου των Φρουρών» μπορεί να είναι είτε υπερβολή είτε προπαγανδιστική διόγκωση, μπορεί όμως να είναι και ένα πρώτο σημάδι ότι το Ιράν μπαίνει σε μια φάση όπου η κρίση δεν θα περιοριστεί σε διαδηλώσεις, αλλά θα αποκτήσει και πιο στρατιωτικοποιημένα χαρακτηριστικά. Σε κάθε περίπτωση, οι επόμενες ημέρες θα είναι καθοριστικές, τόσο για το αν θα υπάρξει πραγματική επιβεβαίωση των πληροφοριών που διακινούνται όσο και για το αν οι κινητοποιήσεις θα εξελιχθούν σε ευρύτερη εσωτερική ρήξη με πολλαπλά ενεργά «μέτωπα» μέσα στη χώρα.

Οι απόψεις που εκφράζονται σε αυτό το άρθρο ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντικατοπτρίζουν απαραίτητα τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.

Το Ιράν σε ιστορικό σταυροδρόμι

Το Ιράν αντιμετωπίζει τη σοβαρότερη εσωτερική κρίση από την ίδρυση της Ισλαμικής Δημοκρατίας το 1979. Οι μαζικές διαδηλώσεις που ξεκίνησαν στα τέλη Δεκεμβρίου 2025 συνεχίζονται για περισσότερες από δύο εβδομάδες, έχοντας μεν ως αφετηρία την οικονομική κατάρρευση, αλλά με τα αιτήματα να έχουν πάρει ξεκάθαρα πολιτικό χαρακτήρα.

Η σημερινή κρίση είναι πρωτίστως οικονομική. Η κατάρρευση του ιρανικού νομίσματος, ο επίμονα υψηλός πληθωρισμός και η συρρίκνωση της αγοραστικής δύναμης έχουν μετατρέψει την καθημερινή επιβίωση σε αγώνα για εκατομμύρια Ιρανούς.

Ωστόσο αυτό που ξεκίνησε ως κοινωνική διαμαρτυρία έχει εξελιχθεί σε ευθεία πολιτική πρόκληση. Τα συνθήματα στους δρόμους δεν περιορίζονται πλέον σε αιτήματα για χαμηλότερες τιμές ή καλύτερους μισθούς. Στρέφονται ανοιχτά κατά της θεοκρατικής δομής εξουσίας, αμφισβητώντας τον ρόλο του ανώτατου ηγέτη και των Φρουρών της Επανάστασης. Η γεωγραφική εξάπλωση των κινητοποιήσεων, από την Τεχεράνη έως την περιφέρεια, υποδηλώνει ότι η δυσαρέσκεια δεν είναι ούτε αποσπασματική ούτε περιορισμένη σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες.

Σύμφωνα με οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και πληροφορίες από διπλωματικές πηγές, περισσότεροι από 500 άνθρωποι έχουν σκοτωθεί και πάνω από 10.000 έχουν συλληφθεί σε όλη τη χώρα. Κινητοποιήσεις καταγράφονται σε περισσότερες από σαράντα πόλεις, συμπεριλαμβανομένης της Τεχεράνης, του Ισφαχάν, της Σιράζ, της Ταμπρίζ και της Αχβάζ.

Αφορμή των διαδηλώσεων ήταν η κατάρρευση του ιρανικού ριάλ. Τον Ιανουάριο του 2026, το νόμισμα υποχώρησε σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα έναντι του δολαρίου, ξεπερνώντας τα 700.000 ριάλ ανά δολάριο στην ανεπίσημη αγορά.

Ο επίσημος πληθωρισμός κινείται πάω από 45%, ενώ ανεξάρτητες εκτιμήσεις τον τοποθετούν ακόμη υψηλότερα για βασικά αγαθά όπως τρόφιμα, ενέργεια και ενοίκια. Ο κατώτατος μισθός, παρότι αυξήθηκε ονομαστικά, έχει χάσει σημαντικό μέρος της αγοραστικής του δύναμης, ιδιαίτερα στις μεγάλες πόλεις. Η ανεργία στους νέους παραμένει κοντά στο 25%, ενισχύοντας τη δυσαρέσκεια σε μια κοινωνία όπου το 60% του πληθυσμού είναι κάτω των 35 ετών.

Οι ιρανικές αρχές έχουν ενεργοποιήσει όλους τους βασικούς μηχανισμούς εσωτερικής ασφάλειας. Στους δρόμους έχουν αναπτυχθεί η αστυνομία, οι παραστρατιωτικές δυνάμεις Basij και οι Φρουροί της Επανάστασης (IRGC). Παράλληλα, το κράτος έχει προχωρήσει σε εκτεταμένες διακοπές πρόσβασης στο διαδίκτυο, περιορίζοντας πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης και εφαρμογές μηνυμάτων. Τα μέτρα αυτά εφαρμόζονται κυρίως τις απογευματινές και βραδινές ώρες, όταν κορυφώνονται οι διαδηλώσεις.

Η Δικαιοσύνη έχει προειδοποιήσει δημόσια για την επιβολή βαριών ποινών, συμπεριλαμβανομένης της θανατικής, σε όσους κατηγορούνται για «υπονόμευση της εθνικής ασφάλειας».

Το Ιράν είναι ο τέταρτος μεγαλύτερος παραγωγός πετρελαίου στον ΟΠΕΚ, με παραγωγή που κυμαίνεται κοντά στα 3 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως. Παρά τις κυρώσεις, οι εξαγωγές — κυρίως προς την Ασία — παραμένουν σημαντική πηγή εσόδων του κράτους.

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στις πετρελαιοπαραγωγές περιοχές, όπου μια γενικευμένη απεργία θα μπορούσε να στερήσει από το κράτος κρίσιμα έσοδα. Μέχρι στιγμής, δεν έχουν καταγραφεί μεγάλες διακοπές στην παραγωγή. Ωστόσο, η προσοχή επικεντρώνεται στην επαρχία Χουζεστάν, όπου παράγεται το μεγαλύτερο μέρος του ιρανικού πετρελαίου. Εκκλήσεις για απεργίες στον ενεργειακό τομέα προκαλούν ανησυχία, καθώς ιστορικά παρόμοιες κινητοποιήσεις είχαν καθοριστικό ρόλο στην πτώση του καθεστώτος το 1979. Η ιστορική μνήμη της περιόδου 1978-1979 παραμένει ζωντανή. Τότε , η παράλυση του πετρελαϊκού τομέα συνέβαλε καθοριστικά στην πτώση του σάχη.

Οι διεθνείς αγορές αντέδρασαν άμεσα: η τιμή του Brent αυξήθηκε πάνω από 5% σε διάστημα δύο ημερών, ξεπερνώντας τα 63 δολάρια το βαρέλι.

Διεθνείς αντιδράσεις και γεωπολιτικό πλαίσιο

Οι εξελίξεις στο Ιράν παρακολουθούνται στενά από τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ, τη Ρωσία και τις χώρες του Κόλπου.

Η Ουάσιγκτον έχει υιοθετήσει σκληρή ρητορική, προειδοποιώντας για συνέπειες σε περίπτωση κλιμάκωσης της καταστολής. Το Ισραήλ διατηρεί στενή επικοινωνία με ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, ιδιαίτερα μετά τις πρόσφατες στρατιωτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή.

Για τη Ρωσία, το Ιράν αποτελεί βασικό στρατηγικό εταίρο, τόσο στη Μέση Ανατολή όσο και στο πλαίσιο της αντιπαράθεσης με τη Δύση. Μια αποσταθεροποίηση στην Τεχεράνη θα επηρεάσει άμεσα τη ρωσική περιφερειακή στρατηγική.

Οι χώρες του Κόλπου, αν και έχουν επιδιώξει τα τελευταία χρόνια αποκλιμάκωση των σχέσεων με το Ιράν, εκφράζουν ανησυχία μάλλον για το ενδεχόμενο γενικευμένου χάους και όχι απαραίτητα για την επιβίωση του σημερινού καθεστώτος.

Παρά τη μαζικότητα των διαδηλώσεων, δεν έχει αναδειχθεί ενιαία πολιτική ηγεσία της αντιπολίτευσης. Αυτό μειώνει τις πιθανότητες άμεσης, οργανωμένης ανατροπής του συστήματος.

Οι εξελίξεις στο Ιράν δεν αφορούν μόνο το μέλλον μιας χώρας 90 εκατομμυρίων κατοίκων. Αφορούν την ισορροπία ισχύος στη Μέση Ανατολή, τη σταθερότητα των ενεργειακών αγορών, και σε ευρύτερο επίπεδο, το ερώτημα αν τα αυταρχικά συστήματα μπορούν να επιβιώσουν σε κοινωνίες που έχουν αλλάξει ταχύτερα από τους θεσμούς.

Η πιθανότητα μιας πολιτικής ανατροπής στην Τεχεράνη, είτε μέσω λαϊκής εξέγερσης είτε μέσω εσωτερικής αναδιάταξης, προκαλεί ανησυχία όχι μόνο στους αντιπάλους, αλλά και στους εταίρους του Ιράν. Ο λόγος είναι απλός: η κατάρρευση ενός ισχυρού, συγκεντρωτικού κράτους σε μια τόσο στρατηγική περιοχή σπάνια οδηγεί σε ομαλή μετάβαση.

Για τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους Ευρωπαίους συμμάχους τους, το Ιράν αποτελεί εδώ και δεκαετίες έναν από τους βασικούς γεωπολιτικούς αντιπάλους. Παράλληλα, όμως, η εμπειρία από το Ιράκ, τη Λιβύη και τη Συρία έχει καταστήσει σαφές ότι η κατάρρευση ενός αυταρχικού καθεστώτος δεν εγγυάται δημοκρατία ή σταθερότητα.

Κεντρικός παράγοντας σε κάθε σενάριο παραμένουν οι Φρουροί της Επανάστασης. Με δεκάδες χιλιάδες μέλη, αυτόνομες στρατιωτικές δυνατότητες και βαθιά διείσδυση στην οικονομία, οι Φρουροί δεν είναι απλώς μηχανισμός καταστολής, αλλά πυλώνας εξουσίας.

Η Μέση Ανατολή είναι εξαιρετικά ευαίσθητη σε πολιτικές μεταβολές στο Ιράν. Η Τεχεράνη έχει οικοδομήσει δίκτυα επιρροής σε Λίβανο, Ιράκ, Συρία και Υεμένη. Μια αποδυνάμωση του κεντρικού κράτους θα μπορούσε να οδηγήσει είτε σε αποσύνδεση αυτών των δικτύων, είτε αντιθέτως δε ανεξέλεγκτη δράση τους.

Για το Ισραήλ, μια λιγότερο ισχυρή Τεχεράνη θα μπορούσε να μειώσει την εξωτερική απειλή, αλλά ταυτόχρονα να αυξήσει την αστάθεια στα σύνορά του. Για τις χώρες του Κόλπου, ο βασικός φόβος δεν είναι η πολιτική αλλαγή στο Ιράν, αλλά η διάχυση της αστάθειας σε ολόκληρη την περιοχή.

Το ερώτημα που τίθεται όλο και συχνότερα σε διπλωματικούς και αναλυτικούς κύκλους είναι αν το Ιράν μπορεί να ακολουθήσει μια σταδιακή, ελεγχόμενη μετάβαση. Οι ενδείξεις μέχρι στιγμής δεν είναι ενθαρρυντικές. Η διάσπαση της κοινωνίας και η επιμονή της ηγεσίας στη σκληρή γραμμή περιορίζουν τα περιθώρια συναινετικών λύσεων. Παράλληλα, η νεότερη γενιά Ιρανών δείχνει απρόθυμη να αποδεχτεί ημίμετρα ή συμβολικές παραχωρήσεις.

Το βαθύτερο διακύβευμα

Πέρα από τις άμεσες πολιτικές εξελίξεις, το Ιράν βρίσκεται αντιμέτωπο με ένα υπαρξιακό ερώτημα: μπορεί ένα σύστημα που σχεδιάστηκε πριν από σχεδόν μισό αιώνα να ανταποκριθεί στις ανάγκες μιας σύγχρονης, αστικοποιημένης και δικτυωμένης κοινωνίας;

Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα δεν θα δοθεί μόνο στους δρόμους της Τεχεράνης, αλλά και από τις επιλογές που θα κάνουν οι ελίτ της χώρας, και με τον τρόπο με τον οποίο ο υπόλοιπος κόσμος θα αντιδράσει σε αυτές.

Αν το Ιράν αλλάξει, δεν θα αλλάξει αθόρυβα. Η μετάβαση, όποια μορφή και αν πάρει θα είναι δύσκολη. ‘Όμως η διατήρηση του σημερινού αδιεξόδου ενδέχεται να αποδειχθεί εξίσου δύσκολη και επικίνδυνη.

Για τη διεθνή κοινότητα, το στοίχημα δεν είναι απλώς η πτώση ή η επιβίωση ενός καθεστώτος, αλλά η αποφυγή ενός νέου κύκλου χάους σε μια περιοχή που έχει ήδη πληρώσει βαρύ τίμημα από τις αποτυχημένες μεταβάσεις του παρελθόντος.

Οι απόψεις που εκφράζονται σε αυτό το άρθρο ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντικατοπτρίζουν απαραίτητα τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.

Το έτος του Πύρινου Αλόγου ως γεωπολιτικό πλαίσιο

Παραδοσιακά, το έτος του Πύρινου Αλόγου (ή Αλόγου της Φωτιάς) θεωρείται έτος ριζικών αλλαγών, όπου οι υπάρχουσες δομές δοκιμάζονται και ό,τι είναι αδύναμο καταρρέει.

Το Άλογο είναι το πιο κινητικό ζώδιο του κινεζικού κύκλου. Δεν αντέχει τη στασιμότητα, την επανάληψη ή τον περιορισμό. Όπου εμφανίζεται, φέρνει κίνηση. Στην κινεζική παράδοση, το άλογο δεν είναι απλώς ζώο εργασίας ή μετακίνησης. Συμβολίζει την ελευθερία και την ανεξαρτησία, την ταχύτητα και την αποφασιστικότητα, τη ζωτική ενέργεια και τη φιλοδοξία, τη μετακίνηση και την αλλαγή.

Καθώς το 2026 ξεκινά με πολλαπλά σημάδια γεωπολιτικής έντασης — από τα ανατολικά σύνορα της Ευρώπης έως τον Ινδο-Ειρηνικό και από τη Μέση Ανατολή έως τη Λατινική Αμερική — το κινεζικό ημερολόγιο προσφέρει ένα πολιτισμικό πλαίσιο κατανόησης της ποιότητας της εποχής.

Στις 17 Φεβρουαρίου 2026, με την Κινεζική Πρωτοχρονιά, ξεκινά το Έτος του Πύρινου Αλόγου, ένας σπάνιος συνδυασμός που εμφανίζεται μόνο μία φορά κάθε εξήντα χρόνια και συνδέεται ιστορικά με περιόδους έντονης επιτάχυνσης και σύγκρουσης. Η προηγούμενη χρονιά του Πύρινου Αλόγου ήταν το 1966, ένα έτος που έμεινε στην ιστορία για την έναρξη της Πολιτιστικής Επανάστασης στην Κίνα, αλλά και για παγκόσμιες κοινωνικές αναταράξεις, πολιτικές συγκρούσεις και πολιτισμικές ανατροπές.

Το Πύρινο Άλογο στα κινέζικα δεν είναι ένας συνηθισμένος αστερισμός. Εμφανίζεται, σύμφωνα με την κινέζικη παράδοση, όταν το Τρίτο Ουράνιο Στέλεχος συναντά τον Έβδομο Γήινο Κλάδο, μια σπάνια σύνοδος που θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική στην κινεζική αστρολογία.

Ο εξηντακονταετής κύκλος και η ιστορική μνήμη του 1966

Η κινεζική αντίληψη του χρόνου δεν ακολουθά μια γραμμική πρόοδο αλλά εστιάζει στην επανεμφάνιση μοτίβων. Το 1966, η προηγούμενη χρονιά του Πύρινου Αλόγου, αποτέλεσε σημείο καμπής στον κόσμο:

  • Στην Κίνα, η Πολιτιστική Επανάσταση διέλυσε τις υπάρχουσες δομές εξουσίας στο όνομα της ιδεολογικής «κάθαρσης».
  • Στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη, κοινωνικά κινήματα αμφισβήτησαν ανοιχτά θεσμούς, ιεραρχίες και πολιτισμικά πρότυπα.
  • Ο Ψυχρός Πόλεμος εισήλθε σε φάση αυξημένης πόλωσης και στρατηγικού ρίσκου.

Το κοινό στοιχείο σε κάθε περίπτωση δεν ήταν η ιδεολογία, αλλά η ρήξη με το παρελθόν μέσω ταχύτητας.

Σε γεωπολιτικούς όρους, το Άλογο αντικατοπτρίζεται σήμερα σε κράτη και δρώντες που επιδιώκουν αναθεώρηση συνόρων ή ισορροπιών, αμφισβητούν μεταπολεμικές συμφωνίες, και θεωρούν τον χρόνο στρατηγικό όπλο. Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα, μια επιλογή ταχείας δράσης με στόχο την ανατροπή του υφιστάμενου ευρωπαϊκού πλαισίου ασφαλείας, ανεξαρτήτως του μακροπρόθεσμου κόστους.

Η φωτιά και οι ενεργές εστίες έντασης

Το στοιχείο της φωτιάς αντιπροσωπεύει την ένταση, την ιδεολογική φόρτιση και τη σύγκρουση. Συνδέεται με ιδεολογική πόλωση, επαναστατική ρητορική, τεχνολογική έκρηξη, πολεμική ή προπολεμική δυναμική. Ο συνδυασμός φωτιάς και Αλόγου θεωρείται από τους πιο εκρηκτικούς στην κινεζική αστρολογία. Η ενέργεια δεν ρέει αργά, ξεσπά. Δεν εξελίσσεται σταδιακά, επιταχύνεται.

Στον σημερινό κόσμο, η φωτιά εκδηλώνεται σε πολλαπλά επίπεδα:

Ουκρανία και Ευρώπη: Ο πόλεμος στην Ουκρανία δεν είναι πλέον περιφερειακή σύγκρουση, αλλά δοκιμασία αντοχής για την ευρωπαϊκή ασφάλεια, την ενότητα της Δύσης και την αξιοπιστία των συμμαχιών. Η παράταση της σύγκρουσης, χωρίς ξεκάθαρη στρατηγική κατάληξη, ενισχύει την αίσθηση επιτάχυνσης  χωρίς δίχτυ ασφαλείας.

Ταϊβάν και Ινδο-Ειρηνικός: Η αυξανόμενη στρατιωτική πίεση της Κίνας γύρω από την Ταιβάν ενσαρκώνει το πνεύμα του Πύρινου Αλόγου, δυναμική επίδειξη ισχύος, συνεχής κίνηση, δοκιμή ορίων. Η περιοχή έχει μετατραπεί σε έναν από τους πιο επικίνδυνους γεωπολιτικούς κόμβους του πλανήτη.

Μέση Ανατολή: Η Μέση Ανατολή παραμένει ένας σταθερά πυριφλεγής τομέας. Οι συγκρούσεις δεν περιορίζονται πλέον σε κρατικά μέτωπα, αλλά εκδηλώνονται μέσω πληρεξουσίων, υβριδικού πολέμου και ενεργειακής πίεσης. Κάθε τοπική ανάφλεξη έχει πλέον παγκόσμιο αντίκτυπο.

Η φωτιά του 21ου αιώνα δεν είναι μόνο στρατιωτική, είναι και τεχνολογική. Η κούρσα στην τεχνητή νοημοσύνη, τα συστήματα αυτόνομων όπλων και τον κυβερνοπόλεμο μετατρέπει την ταχύτητα σε καθοριστικό παράγοντα ισχύος.

Η στρατηγική λογική μεταβάλλεται: όποιος καθυστερεί, χάνει.

Το πύρινο άλογο δεν ευνοεί την ουδετερότητα. Το 2026 πιέζει τις συμμαχίες να πάρουν σαφή θέση, τα κράτη να επενδύσουν σε ανθεκτικότητα, τις κοινωνίες να διαχειριστούν την κόπωση της διαρκούς κρίσης. Η αναβολή αποφάσεων, είτε στην άμυνα είτε στην ενέργεια είτε στην τεχνολογία, μετατρέπεται σε στρατηγικό μειονέκτημα. Το Πύρινο Άλογο δεν ευνοεί ούτε την παθητικότητα. Όσοι προσπαθούν να κρατηθούν από παλιές βεβαιότητες μπορεί να παρασυρθούν, ενώ αντίθετα εκείνοι που διαθέτουν εσωτερική ισορροπία, καθαρή πρόθεση και πειθαρχία, μπορούν να αξιοποιήσουν τη δυναμική του έτους για ουσιαστικές αλλαγές.

Η κινεζική παράδοση δεν αφορά προφητείες αλλά συνειδητοποίηση των συγκυριών. Το Πύρινο Άλογο δεν δημιουργεί τη φωτιά. Αποκαλύπτει πού αυτή καίει. Δεν μιλά για καλή ή κακή χρονιά αλλά για ποιότητα ενέργειας. Το 2026, σύμφωνα με αυτή τη λογική, χαρακτηρίζεται από ταχεία γεγονότα και αιφνίδιες εξελίξεις, έντονη κοινωνική και πολιτική κινητικότητα, καινοτομία αλλά και συγκρούσεις, καθώς και ανάγκη για προσωπική και συλλογική ευθύνη.

Όπως λέει μια παλιά παροιμία: «Όταν το άλογο καλπάζει, η ισορροπία του αναβάτη είναι πιο σημαντική από τη δύναμη του ζώου».

Σε έναν κόσμο ήδη βεβαρυμένο από οικονομική αστάθεια, ενεργειακή ανασφάλεια και τεχνολογικό ανταγωνισμό, το 2026 μοιάζει με χρονιά όπου οι αποφάσεις δεν μπορούν να αναβληθούν.

Το ερώτημα για το 2026 δεν είναι αν θα υπάρξει κίνηση. Το ερώτημα είναι ποιοι θα κινηθούν συνειδητά και ποιοι θα παρασυρθούν.

Οι απόψεις που εκφράζονται σε αυτό το άρθρο ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντικατοπτρίζουν απαραίτητα τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.

Σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο: Το νέο δόγμα των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα

Μια αναλυτική ματιά στα αίτια της αμερικανικής παρέμβασης, στην επιρροή Ιράν, Κούβας και Ρωσίας στο καθεστώς Μαδούρο, και στις επιπτώσεις για τη Λατινική Αμερική και τις διεθνείς ισορροπίες.

Ο πρόσφατος αμερικανικός επιχειρησιακός αιφνιδιασμός που οδήγησε στη σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο σηματοδοτεί μια κρίσιμη καμπή για τη στρατηγική των Ηνωμένων Πολιτειών στη Λατινική Αμερική. Πρόκειται για την πιο ηχηρή εφαρμογή του νέου δόγματος ασφαλείας της Ουάσιγκτον, σύμφωνα με το οποίο το δυτικό ημισφαίριο θεωρείται ζωτικός χώρος των ΗΠΑ και δεν θα γίνεται ανεκτή καμία εξωτερική παρέμβαση. Ο Μαδούρο — ένας ηγέτης που κυβέρνησε τη Βενεζουέλα με αυταρχισμό και κατηγορείται για εγκληματικές πρακτικές — βρέθηκε στο επίκεντρο αυτής της δυναμικής κίνησης. Οι ΗΠΑ θεώρησαν την απομάκρυνσή του απαραίτητη προϋπόθεση για τη σταθεροποίηση της περιοχής, καθώς το καθεστώς του είχε εξελιχθεί σε εστία αποσταθεροποίησης με διεθνείς διασυνδέσεις εις βάρος των αμερικανικών συμφερόντων.

Αίτια της αμερικανικής επέμβασης: Τα βαθύτερα αίτια πίσω από αυτήν την απόφαση εντοπίζονται στο γεγονός ότι η Βενεζουέλα του Μαδούρο είχε μετατραπεί σε «αντιαμερικανικό κόμβο στην αμερικανική αυλή». Η χώρα διαθέτει τα μεγαλύτερα διαπιστωμένα αποθέματα πετρελαίου παγκοσμίως — περίπου 303 δισεκατομμύρια βαρέλια ή το 20% των παγκόσμιων αποθεμάτων. Το καθεστώς Μαδούρο αξιοποίησε αυτόν τον πλούτο με τρόπο ανησυχητικό για τις ΗΠΑ, συνάπτοντας συμφωνίες με την Κίνα για πώληση πετρελαίου σε κινεζικό νόμισμα (γουάν), παρακάμπτοντας το δολάριο και τις αμερικανικές κυρώσεις. Με άλλα λόγια, η Βενεζουέλα επιχειρούσε να υπονομεύσει το καθεστώς του ‘πετροδολαρίου’, κάτι που η Ουάσιγκτον θεωρεί ‘κόκκινη γραμμή’ για την εθνική της ισχύ. Η επιλογή του Μαδούρο να πουλάει φτηνό πετρέλαιο στην Κίνα πληρωμένο σε γουάν — συνδυασμός που ωφελούσε διπλά το Πεκίνο — θεωρήθηκε θανάσιμο στρατηγικό σφάλμα από πλευράς Καράκας.

Παράλληλα, το καθεστώς Μαδούρο κατηγορείται για ευρεία εμπλοκή σε παράνομες δραστηριότητες. Στενοί συνεργάτες του φέρονται να διευκόλυναν το διακρατικό εμπόριο ναρκωτικών (έχει περιγραφεί και ως Cartel de los Soles), διοχετεύοντας κοκαΐνη προς τις ΗΠΑ. Οι αμερικανικές υπηρεσίες καταγγέλλουν ότι μέσω Βενεζουέλας οργανώσεις όπως η λιβανέζικη Χεζμπολάχ χρηματοδοτούσαν το οπλοστάσιό τους από τα έσοδα του ναρκο-εμπορίου. Επιπλέον, η κυβέρνηση Μαδούρο, για να αντέξει την οικονομική ασφυξία, φέρεται να συμμετείχε σε λαθρεμπόριο χρυσού: μεγάλες ποσότητες βενεζουελανικού χρυσού εξάγονταν κρυφά μέσω της Τουρκίας, με τουρκικές εταιρείες να εμπλέκονται στο ξέπλυμα και τη διακίνησή του. Αυτό το πλέγμα «εγκληματικής οικονομίας» ενίσχυε το καθεστώς και παράλληλα υπέσκαπτε την ασφάλεια της ευρύτερης περιοχής αλλά και των ΗΠΑ, καθώς τροφοδοτούσε οργανωμένα εγκλήματα και χρηματοδοτούσε αντι-δυτικές ένοπλες ομάδες.

Στο εσωτερικό, ο Νικολάς Μαδούρο είχε χάσει κάθε δημοκρατική νομιμοποίηση. Μετά το αμφιλεγόμενο αποτέλεσμα των προεδρικών εκλογών του 2018, πολλές δημοκρατικές χώρες (περιλαμβανομένων των ΗΠΑ και ευρωπαϊκών κρατών) δεν τον αναγνώριζαν ως νόμιμο πρόεδρο. Ο Μαδούρο κυβέρνησε με σιδηρά πυγμή: φίμωσε την αντιπολίτευση, φυλάκισε αντιφρονούντες και παρέμεινε στην εξουσία με τη στήριξη του στρατού και ενός στενού κύκλου πιστών αξιωματούχων. Η πολιτική κρίση οξύνθηκε όταν ο επικεφαλής της αντιπολίτευσης Χουάν Γκουαϊδό αναγνωρίστηκε το 2019 από δεκάδες χώρες ως μεταβατικός πρόεδρος, χωρίς όμως αποτέλεσμα στην πράξη. Την ίδια στιγμή, η οικονομία της Βενεζουέλας κατέρρευσε και προκλήθηκε ανθρωπιστική κρίση: εκατομμύρια πολίτες εγκατέλειψαν τη χώρα ως πρόσφυγες, αποσταθεροποιώντας κοινωνικά και οικονομικά τα γειτονικά κράτη. Όλα αυτά τα στοιχεία ενίσχυσαν την πεποίθηση στην Ουάσιγκτον ότι το καθεστώς Μαδούρο δεν ήταν ένα εσωτερικό ζήτημα της Βενεζουέλας, αλλά μια πηγή περιφερειακής αστάθειας που απαιτούσε δραστική αντιμετώπιση.

Η επιρροή του Ιράν, της Κούβας και της Ρωσίας στο καθεστώς: Μια κρίσιμη πτυχή του ζητήματος είναι ο ρόλος που διαδραμάτισαν τρίτες χώρες στη διαιώνιση και την προστασία του καθεστώτος Μαδούρο. Η Κούβα υπήρξε ιστορικά ο πιο στενός σύμμαχος του καθεστώτος στη Λατινική Αμερική. Χιλιάδες Κουβανοί σύμβουλοι ασφαλείας, στρατιωτικοί εκπαιδευτές και γιατροί ήταν επί χρόνια στη Βενεζουέλα, βοηθώντας τον Μαδούρο να διατηρήσει τον έλεγχο του κρατικού μηχανισμού. Η Αβάνα παρείχε στον Μαδούρο πολύτιμη τεχνογνωσία σε θέματα καταστολής και αντικατασκοπείας, ανταλλάσσοντας τις υπηρεσίες αυτές με φθηνό πετρέλαιο. Αυτός ο στενός εναγκαλισμός Κούβας–Βενεζουέλας ενοχλούσε ιδιαίτερα τις ΗΠΑ, καθώς έβλεπαν έναν παραδοσιακό αντίπαλο (την Κούβα) να επεκτείνει την επιρροή του στην ήπειρο. Δεν είναι τυχαίο ότι αμέσως μετά τη σύλληψη Μαδούρο, ο Αμερικανός ηγέτης έστειλε αυστηρό μήνυμα και προς την Κούβα: η Ουάσιγκτον δεν θα ανεχτεί τη συνέχιση υπονόμευσης εκ μέρους της στην περιοχή.

Το Ιράν επίσης αναδείχθηκε σε σημαντικό εξωτερικό στήριγμα του Μαδούρο. Τα τελευταία χρόνια η Τεχεράνη σύσφιξε τις σχέσεις της με το Καράκας, βλέποντας στη Βενεζουέλα έναν σύμμαχο κατά των αμερικανικών πιέσεων. Ιρανικές εταιρείες βοήθησαν τον πετρελαϊκό τομέα της Βενεζουέλας να αντέξει τις κυρώσεις, παρέχοντας τεχνογνωσία και υλικά για τα διυλιστήρια. Επιπλέον, η παρουσία της Χεζμπολάχ — λιβανέζικης σιιτικής οργάνωσης που υποστηρίζεται από το Ιράν — στη Βενεζουέλα έχει τεκμηριωθεί από αναφορές των δυτικών υπηρεσιών. Η Χεζμπολάχ αξιοποίησε τη λατινοαμερικανική διαδρομή ναρκωτικών για να αντλεί έσοδα, συνεργαζόμενη με βενεζουελάνικα κυκλώματα υπό την ανοχή ή και συνέργεια καθεστωτικών παραγόντων. Έτσι, το καθεστώς Μαδούρο έγινε μέρος ενός ευρύτερου «άξονα» με το Ιράν, προσφέροντας στην Τεχεράνη ένα προκεχωρημένο φυλάκιο στην αμερικανική ήπειρο. Αυτό θεωρήθηκε μείζων απειλή από την κυβέρνηση των ΗΠΑ, ιδίως καθώς το νέο δόγμα εθνικής ασφάλειας τονίζει ρητά ότι δεν θα επιτραπεί σε εχθρικές δυνάμεις (όπως το Ιράν ή η Κίνα) να διεισδύουν στη Λατινική Αμερική και να υπονομεύουν την αμερικανική ασφάλεια.

Όσον αφορά τη Ρωσία, η επιρροή της υπήρξε περισσότερο γεωπολιτική και συμβολική. Η Μόσχα στήριξε διπλωματικά τον Μαδούρο στα διεθνή φόρουμ (λόγου χάρη ασκώντας βέτο σε αποφάσεις του ΟΗΕ εναντίον του) και παρείχε κάποια οικονομική βοήθεια μέσω δανείων και επενδύσεων (κυρίως από τη ρωσική πετρελαϊκή Rosneft). Επίσης, Ρώσοι στρατιωτικοί σύμβουλοι και περιορισμένος εξοπλισμός είχαν σταλεί στη Βενεζουέλα ως ένδειξη αλληλεγγύης. Ωστόσο, όταν οι ΗΠΑ κλιμάκωσαν την πίεση, η στάση της Ρωσίας ήταν συγκρατημένη. Μετά τη σύλληψη Μαδούρο, η Μόσχα περιορίστηκε σε μια τυπική καταδικαστική δήλωση — χωρίς περαιτέρω ενέργειες — γεγονός που αναλύθηκε ως σιωπηρή αποδοχή του δυτικού ημισφαιρίου ως τομέα που ανήκει στην αμερικανική σφαίρα επιρροής. Μάλιστα, ορισμένοι αναλυτές δεν απέκλεισαν την ύπαρξη παρασκηνιακής συνεννόησης ανάμεσα σε Ουάσιγκτον και Μόσχα: ενδέχεται η Ρωσία να ‘θυσίασε’ τον Μαδούρο, θεωρώντας τον σχετικά ασήμαντο για τα στρατηγικά της συμφέροντα, ώστε να αποφύγει μια ευθεία σύγκρουση με τις ΗΠΑ στη Λατινική Αμερική.

Πέρα από τις χώρες που συζητήθηκαν, αξίζει να σημειωθεί και ο ρόλος της Κίνας στο βενεζουελάνικο δράμα. Το Πεκίνο ήταν ίσως ο μεγαλύτερος οικονομικός υποστηρικτής του Μαδούρο, έχοντας επενδύσει δισεκατομμύρια δολάρια στη Βενεζουέλα μέσω δανείων που αποπληρώνονταν με πετρέλαιο. Η προθυμία του Μαδούρο να στραφεί στην Κίνα για να παρακάμψει τη δυτική πίεση (με αποκορύφωμα τις πετρελαϊκές συναλλαγές σε γουάν) κατέστησε τη Βενεζουέλα προγεφύρωμα κινεζικής επιρροής στο κατώφλι των ΗΠΑ. Η αμερικανική πλευρά αντιμετώπισε αυτή την εξέλιξη ως εξαιρετικά ανησυχητική: θεωρήθηκε ότι η Κίνα, το Ιράν, η Ρωσία και άλλοι προσπαθούσαν να αποκτήσουν ένα στρατηγικό πάτημα στην αμερικανική ήπειρο μέσω του καθεστώτος Μαδούρο, δημιουργώντας έναν συνασπισμό αντίπαλων δυνάμεων που απειλούσε ευθέως τα συμφέροντα και την ασφάλειά της. Το συμπέρασμα στην Ουάσιγκτον ήταν ότι η κατάσταση αυτή δεν μπορούσε να μείνει χωρίς απάντηση.

Μια νέα εκδοχή του Δόγματος Μονρό και το μήνυμα των ΗΠΑ: Οι παραπάνω λόγοι εξηγούν γιατί η κυβέρνηση των ΗΠΑ, υπό τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, επέλεξε μια τόσο δραστική λύση όπως η απευθείας σύλληψη ενός εν ενεργεία αρχηγού κράτους (κάτι που είχε να συμβεί από την εποχή της σύλληψης του δικτάτορα Μανουέλ Νοριέγα στον Παναμά, το 1989). Πράγματι, περίπου έναν μήνα πριν τα γεγονότα στη Βενεζουέλα δημοσιοποιήθηκε από την Ουάσιγκτον η νέα Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας, η οποία προέβλεπε ξεκάθαρα την επιστροφή στις αρχές του Δόγματος Μονρό στη Λατινική Αμερική. Με απλά λόγια, οι ΗΠΑ διακήρυξαν ότι δεν θα επιτρέψουν πλέον σε καμία εξωηπειρωτική δύναμη να παρεμβαίνει στην ‘πίσω αυλή’ τους. Ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ, αμέσως μετά την επιχείρηση σύλληψης του Μαδούρο, δήλωσε σε θριαμβευτικό τόνο ότι «ολόκληρο το δυτικό ημισφαίριο μάς ανήκει», ξεκαθαρίζοντας πως κανείς δεν μπορεί να αναμειγνύεται χωρίς συνέπειες. Δεν δίστασε μάλιστα να κάνει λογοπαίγνιο με το όνομά του και εκείνο του 5ου Αμερικανού προέδρου Τζέημς Μονρό, υπονοώντας ότι εγκαινιάζει ένα ακόμα πιο αυστηρό δόγμα προστασίας της αμερικανικής ηπείρου.

Το μήνυμα αυτό είχε αποδέκτες εντός και εκτός Βενεζουέλας. Στο εσωτερικό της χώρας, έγινε σαφές στους υπόλοιπους αξιωματούχους του καθεστώτος ότι καμία εγκληματική δραστηριότητα ή συνεργασία με ξένες δυνάμεις δεν θα διασφαλίσει την ασυλία τους. Ήδη η επομένη της σύλληψης βρήκε την Βενεζουέλα σε κατάσταση ρευστότητας, με την αντιπολίτευση να προσπαθεί να γεμίσει το κενό εξουσίας και τον στρατό να δίνει διαβεβαιώσεις ότι δεν θα εμπλακεί σε νέες περιπέτειες. Για την ευρύτερη περιοχή της Λατινικής Αμερικής, το προηγούμενο που δημιουργήθηκε είναι ισχυρό: οι ΗΠΑ δείχνουν αποφασισμένες να επέμβουν ξανά, αν χρειαστεί, ώστε να αποτρέψουν ανάλογες εστίες αστάθειας. Η Ουάσιγκτον προειδοποίησε ευθέως χώρες όπως η Κούβα, το Μεξικό και η Κολομβία να λάβουν το μήνυμα και να ανακόψουν δραστηριότητες (καρτέλ ναρκωτικών, συνεργασία με αντιδυτικές δυνάμεις) που θεωρούνται επικίνδυνες. Αναλυτές επισημαίνουν ότι ενδέχεται να υπάρξει συνέχεια: ενδεχομένως μέσω πολιτικής πίεσης ή άλλων επιχειρήσεων σε κράτη όπου διαπιστώνεται παρόμοιο μοτίβο ξένης επιρροής που υπονομεύει την αμερικανική ασφάλεια. Με άλλα λόγια, οι εξελίξεις αυτές επαναχαράσσουν τις κόκκινες γραμμές στην αμερικανική ήπειρο.

Διεθνείς αντιδράσεις και επιπτώσεις: Η τολμηρή αμερικανική κίνηση στη Βενεζουέλα δεν άφησε αδιάφορη τη διεθνή κοινότητα — αντίθετα, λειτούργησε ως καταλύτης για τον ανακαθορισμό συμμαχιών και αντιπαλοτήτων. Χώρες που είχαν επενδύσει στο καθεστώς Μαδούρο εξοργίστηκαν: η Τουρκία, για παράδειγμα, εξέδωσε οξύτατη ανακοίνωση διαμαρτυρίας, καθώς είδε να χάνεται η συνεργασία της με τον Μαδούρο (τόσο στο εμπόριο χρυσού όσο και σε γεωπολιτικό επίπεδο). Το Ιράν επίσης καταδίκασε έντονα την αμερικανική επέμβαση, αντιλαμβανόμενο ότι χάνει έναν σύμμαχο και ότι οι ΗΠΑ στέλνουν μήνυμα και προς τη δική του κυβέρνηση. Η Κίνα εμφανίστηκε πανικόβλητη από τις εξελίξεις: το Πεκίνο, πέρα από το στρατηγικό πλήγμα απώλειας επιρροής, χάνει και την πρόσβαση στο φθηνό βενεζουελανικό πετρέλαιο που τροφοδοτούσε την οικονομία του. Αντίθετα, περιφερειακές δυνάμεις που τάσσονται παραδοσιακά με τις ΗΠΑ — όπως, η Βραζιλία και η γειτονική Κολομβία — εξέφρασαν ανακούφιση, ελπίζοντας ότι η αλλαγή καθεστώτος στη Βενεζουέλα θα περιορίσει την εγκληματικότητα και τις μεταναστευτικές ροές που επιβάρυναν και τις ίδιες.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η στάση της Ευρώπης. Αρχικά, σημειώθηκε μια διπλωματική αμηχανία: ο Βρετανός πρωθυπουργός και ο Γάλλος υπουργός Εξωτερικών επέκριναν ανοιχτά την αμερικανική ενέργεια, κάνοντας λόγο για παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου. Ωστόσο, μέσα σε λίγες ώρες, οι τόνοι άλλαξαν. Μετά από έντονες διαβουλεύσεις και τηλεφωνήματα από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, το Λονδίνο ανασκεύασε πλήρως — ο Βρετανός ηγέτης δήλωσε ότι η χώρα του «ποτέ δεν θεωρούσε τον Μαδούρο νόμιμο πρόεδρο» και πως «δεν πρόκειται να χύσει δάκρυα» για την απομάκρυνσή του. Ομοίως αναδιπλώθηκε και το Παρίσι : ο ίδιος ο πρόεδρος Εμμανουέλ Μακρόν φρόντισε να μαζέψει την αρχική αντίδραση του υπουργού του, ξεκαθαρίζοντας ότι η Γαλλία ουδέποτε στήριξε τον Μαδούρο. Η Ευρωπαϊκή Ένωση συνολικά κινήθηκε σε προσεκτικούς τόνους, καλώντας σε ηρεμία και πολιτική λύση, αλλά χωρίς να καταδικάσει ευθέως τις ΗΠΑ. Εν τέλει, σχεδόν κανείς στη Δύση δεν υπερασπίστηκε ανοιχτά τον Μαδούρο, δεδομένης και της αμφιλεγόμενης φήμης του. Το αρχικό ρήγμα στις διατλαντικές σχέσεις επουλώθηκε γρήγορα, επιβεβαιώνοντας τη συνεχιζόμενη επιρροή της Ουάσιγκτον στους συμμάχους της.

Αντιθέτως, το διεθνές μπλοκ που αντιτίθεται στην αμερικανική ηγεμονία σύσφιξε ακόμη περισσότερο τις γραμμές του μετά τα γεγονότα της Βενεζουέλας. Μόσχα, Πεκίνο, Τεχεράνη και Άγκυρα — παρά τις επιμέρους διαφορές τους — βλέπουν την αμερικανική επέμβαση ως προάγγελο μιας πιο επιθετικής στάσης των ΗΠΑ παγκοσμίως και ανησυχούν ότι ενδέχεται να βρεθούν οι ίδιες στο στόχαστρο ανάλογων ενεργειών. Η κινεζική και η ρωσική κυβέρνηση, ειδικότερα, εξέλαβαν την ανάκαμψη του Δόγματος Μονρό ως απειλή για τις παγκόσμιες σφαίρες επιρροής: εάν οι ΗΠΑ διεκδικούν πλήρη έλεγχο στο δικό τους ‘γήπεδο’, ίσως επιχειρήσουν κάτι ανάλογο και αλλού — ή αντιστρόφως, ίσως ενθαρρυνθούν και άλλες μεγάλες δυνάμεις να πράξουν το ίδιο στις δικές τους γειτονιές. Δεν αποκλείεται, λοιπόν, η σκληρή αυτή στάση των Αμερικανών στη Βενεζουέλα να αντανακλαστεί μελλοντικά και σε άλλα μέτωπα. Ήδη, οι ΗΠΑ έχουν αφήσει να εννοηθεί ότι παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις στο Ιράν, όπου αντιμετωπίζουν επίσης ένα καθεστώς που θεωρούν εχθρικό και αποσταθεροποιητικό — μάλιστα ο Ντόναλντ Τραμπ προειδοποίησε προσφάτως ότι αν η ιρανική ηγεσία καταφύγει σε βία κατά αντικυβερνητικών διαδηλωτών, η Ουάσιγκτον «δεν θα μείνει αμέτοχη», υπονοώντας πιθανή επέμβαση. Όλα αυτά είναι ενδείξεις ότι το διεθνές σύστημα εισέρχεται σε φάση έντονου ανασχηματισμού και αναδιάταξης: οι μεγάλες δυνάμεις επαναπροσδιορίζουν μέχρι πού φτάνει η επιρροή τους και πότε θα αντιδράσουν δυναμικά.

Με ψύχραιμη ματιά, η υπόθεση της Βενεζουέλας καταδεικνύει πώς μια αυταρχική διακυβέρνηση με εγκληματικές διασυνδέσεις μπορεί να αναδειχθεί σε πεδίο γεωπολιτικής αντιπαράθεσης. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η στρατιωτικοπολιτική πίεση στο καθεστώς Μαδούρο αποτέλεσε ένα αναγκαίο βήμα προκειμένου να αποκατασταθεί — κατά την αντίληψή τους — η τάξη και η ασφάλεια στην περιοχή. Οι λόγοι πίσω από αυτήν την απόφαση συνδέονται άμεσα με την υπεράσπιση ζωτικών αμερικανικών συμφερόντων: την προστασία του δολαρίου, την αποτροπή της κινεζικής και ιρανικής διείσδυσης στον ζωτικό χώρο των ΗΠΑ, και τον τερματισμό ενός δικτατορικού καθεστώτος που είχε μετατρέψει μια πλούσια χώρα σε χρεοκοπημένο κράτος. Αν και η νομιμότητα μιας μονομερούς επέμβασης θα συνεχίσει να συζητείται, δεν χωρά αμφιβολία ότι τα γεγονότα στη Βενεζουέλα έστειλαν ηχηρό μήνυμα: η Ουάσιγκτον είναι διατεθειμένη να αναλάβει ενεργό ρόλο για τη διαμόρφωση των περιφερειακών και διεθνών συσχετισμών ισχύος, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει ρήξη με τις πρακτικές του παρελθόντος. Το πού θα οδηγήσει αυτή η νέα πραγματικότητα μένει να φανεί, όμως για την ώρα η Λατινική Αμερική — και ο κόσμος ολόκληρος — παρακολουθούν με προσοχή τη διαμόρφωση ενός ανανεωμένου δόγματος ισχύος.

Οι απόψεις που εκφράζονται σε αυτό το άρθρο ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντικατοπτρίζουν απαραίτητα τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.

«Να μη ζεις με ψέματα»: Υπερασπίζοντας τους ακαδημαϊκούς που αμφισβητούν

Σχολιασμός

Τον Φεβρουάριο του 1974, ο Αλεξάντρ Σολζενίτσιν συνελήφθη από την KGB, του αφαιρέθηκε η υπηκοότητα και απελάθηκε από τη Σοβιετική Ένωση. Την παραμονή της σύλληψής του, κυκλοφόρησε στους διανοουμένους της Μόσχας ένα σύντομο δοκίμιο με τίτλο «Να μη ζεις με ψέματα».

Το δοκίμιο δεν ήταν ούτε επαναστατικό μανιφέστο ούτε έκκληση για ανατροπή του κράτους. Αντίθετα, ήταν ένα ήσυχο ηθικό κάλεσμα. Ο Σολζενίτσιν προέτρεπε τους απλούς πολίτες να αποσύρουν τη συγκατάθεσή τους από το ψεύδος· να αρνηθούν να επαναλαμβάνουν όσα γνώριζαν ότι ήταν ψευδή, ακόμη κι όταν η σιωπή υποσχόταν την ασφάλειά τους. Η τυραννία, υποστήριζε, δεν στηρίζεται μόνο στη ωμή βία· επιβιώνει επειδή οι άνθρωποι εξαναγκάζονται να συμμετέχουν σε ένα ψέμα, συχνά από φόβο, ευκολία ή ηθική κόπωση.

Πάνω από μισό αιώνα αργότερα, η ηθική της διαφωνίας του Σολζενίτσιν αποκτά απροσδόκητη επικαιρότητα στον Καναδά. Μια μικρή ομάδα Καναδών ακαδημαϊκών και δημοσιογράφων, συντελεστών στις πρόσφατες εκδόσεις «Grave Error» («Θανάσιμο σφάλμα») και «Dead Wrong» («Εντελώς λάθος»), αμφισβήτησε τις κυρίαρχες θέσεις γύρω από τα οικοτροφεία για παιδιά ιθαγενών, και ειδικότερα τον ισχυρισμό ότι ο Καναδάς διέπραξε «γενοκτονία» μέσω ενός συστήματος που προκάλεσε τον θάνατο χιλιάδων παιδιών που αγνοούνταν, τα οποία τοποθετήθηκαν σε ανώνυμους τάφους.

Το έργο αυτών των ερευνητών δεν αποτέλεσε άσκηση άρνησης ή αδιαφορίας απέναντι στην οδύνη των ιθαγενών. Αντιθέτως, συνιστά προσπάθεια να διαχωριστεί το επαληθεύσιμο στοιχείο από την εικασία, και η ηθική αποτίμηση από τη μυθοπλασία. Με αυτόν τον τρόπο, πληρώνουν ένα τίμημα που θα ήταν οικείο σε οποιονδήποτε έχει μελετήσει τη ζωή του Αλεξάντρ Σολζενίτσιν.

Το αφήγημα που αμφισβητούν διαμορφώθηκε μέσα από τη Συνοπτική Έκθεση του Ιουνίου 2015 της Επιτροπής Αλήθειας και Συμφιλίωσης του Καναδά (Truth and Reconciliation Commission – TRC). Η έκθεση αυτή υποστήριζε ότι περίπου 150.000 παιδιά των Πρώτων Εθνών, των Ινουίτ και των Μετίς απομακρύνθηκαν βίαια από τις οικογένειές τους από τα μέσα του 19ου αιώνα έως το 1996 και τοποθετήθηκαν σε ιδρύματα που είχαν σχεδιαστεί για να εξαλείψουν τον πολιτισμό των ιθαγενών. Επιπλέον, ανέφερε ότι περίπου 6.000 παιδιά πέθαναν κατά την περίοδο που ήταν εγγεγραμμένα στο σύστημα των οικοτροφείων και χαρακτήριζε ολόκληρη την επιχείρηση ως «πολιτιστική γενοκτονία». Τα συμπεράσματα αυτά έγιναν δεκτά με εκτεταμένη δημόσια συμπάθεια και γρήγορα μετατράπηκαν σε θεμέλιο της ηθικής αυτοαντίληψης του Καναδά.

Το αφήγημα περί γενοκτονίας απέκτησε εξαιρετική δυναμική την άνοιξη του 2021, όταν το Πρώτο Έθνος Tk’emlúps te Secwépemc (Τκ’εμλούπς τε Σεκουέπεμκ) ανακοίνωσε ότι έρευνες με ραντάρ διείσδυσης εδάφους (Ground-Penetrating Radar – GPR) είχαν εντοπίσει κάτι που περιγράφηκε ως τα λείψανα 215 παιδιών κοντά στο πρώην Kamloops Indian Residential School (Ινδιάνικο Οικοτροφείο του Κάμλουπς). Διεθνή μέσα ενημέρωσης ανέφεραν αμέσως ότι είχαν ανακαλυφθεί ομαδικοί τάφοι. Σημαίες κατέβηκαν μεσίστιες σε όλο τον Καναδά. Εκκλησίες βανδαλίστηκαν ή πυρπολήθηκαν. Πολιτικοί ηγέτες μίλησαν με απόλυτη βεβαιότητα για δολοφονημένα παιδιά, θαμμένα κρυφά.

Ωστόσο, όπως κατέγραψαν οι συντελεστές των «Grave Error» και «Dead Wrong», αυτές οι αναφορές ξεπέρασαν κατά πολύ όσα επέτρεπε το διαθέσιμο αποδεικτικό υλικό. Η τεχνολογία GPR ανιχνεύει διαταραχές στο έδαφος — ανωμαλίες — όχι ανθρώπινα λείψανα. Δεν έγινε εκταφή κανενός σώματος. Καμία ιατροδικαστική έρευνα δεν επιβεβαίωσε τάφους, πόσο μάλλον δολοφονίες. Ακόμη και η ηγεσία των Tk’emlúps te Secwépemc διευκρίνισε αργότερα ότι τα ευρήματα ήταν προκαταρκτικά και μη επαληθευμένα. Παρ’ όλα αυτά, η διόρθωση δεν είχε ποτέ την ίδια συναισθηματική ένταση με την αρχική καταγγελία.

Όσοι αμφισβήτησαν το αφήγημα περί γενοκτονίας δεν αντιμετωπίστηκαν με τεκμηριωμένες απαντήσεις. Αντίθετα, βρέθηκαν αντιμέτωποι με ηθική καταδίκη. Όσοι έθεταν προσεκτικά ερωτήματα κατηγορήθηκαν για «άρνηση». Ακαδημαϊκοί που επεσήμαναν ιστορικά ποσοστά θνησιμότητας, ελλιπή αρχεία ή εναλλακτικές εξηγήσεις για πρακτικές ταφής στιγματίστηκαν ως ρατσιστές. Πολιτικοί, ανεξαρτήτως παράταξης, προειδοποίησαν ενάντια στο «να αμφισβητούνται οι επιζώντες». Παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης αντιμετώπισαν τον σκεπτικισμό ως απόδειξη κακοπιστίας. Σε αρκετές περιπτώσεις, άνθρωποι έχασαν επαγγελματικές θέσεις ή το κύρος τους, απλώς επειδή επέμειναν ότι τόσο φρικτοί ισχυρισμοί απαιτούν ισχυρά τεκμήρια.

Εδώ ακριβώς ο παραλληλισμός με τον Σολζενίτσιν αποκτά σημασία. Ο Σολζενίτσιν υποστήριζε ότι η τυραννία επιβιώνει όχι μόνο μέσω της βίας αλλά και μέσω της απαίτησης των Αρχών οι πολίτες να αποδέχονται και να συμμετέχουν τακτικά σε προφανή ψεύδη. Φοβούμενοι την απομόνωση περισσότερο από την αδικία, οι άνθρωποι υποχωρούν συνειδησιακά για χάρη της άνεσης.

Η απελευθέρωση, έλεγε, δεν ξεκινά από κάποια διαμαρτυρία ή επανάσταση, αλλά από μια προσωπική ηθική άρνηση· από την απόφαση να μην επαναλαμβάνει, να μην εγκρίνει ή να μη ζει με κατασκευάσματα, στερώντας από τα ψέματα την ικανότητά τους να επιβιώνουν. Ορισμένοι Καναδοί ακαδημαϊκοί προχώρησαν ακριβώς σε αυτή την κίνηση. Δεν αρνήθηκαν ότι πρώην μαθητές των οικοτροφείων μπορεί να βίωσαν τραύμα. Αυτό που κατήγγειλαν ήταν η εύκολη ηθική λύση με την οποία αμφισβητούμενοι ισχυρισμοί αντιμετωπίζονταν ως αδιαμφισβήτητη αλήθεια.

Η αντίδραση στο έργο τους αποκαλύπτει κάτι ανησυχητικό για το σημερινό πνευματικό κλίμα στον Καναδά. Μια κοινωνία που είναι βέβαιη για τις αξίες της θα έπρεπε να καλωσορίζει τον έλεγχο, ιδίως σε ζητήματα ιστορικής βαρύτητας. Αντ’ αυτού, ο Καναδάς φαίνεται να έχει διολισθήσει σε μια κουλτούρα όπου τα αφηγήματα θωρακίζονται από την αμφισβήτηση μέσω ιδεολογικών ταμπού. Όταν ένας ισχυρισμός πλαισιώνεται ως προστασία των θυμάτων, η αμφισβήτησή του αντιμετωπίζεται ως πράξη επίθεσης. Η αλήθεια υποχωρεί μπροστά στο συναίσθημα· τα τεκμήρια λυγίζουν μπροστά στη συναίνεση.

Αυτό δεν φτάνει στο επίπεδο καταστολής της σοβιετικής εποχής. Κανείς δεν συλλαμβάνεται τα ξημερώματα ούτε απελαύνεται από τη χώρα. Ωστόσο, η πολιτισμική καταπίεση λειτουργεί διαφορετικά στις φιλελεύθερες δημοκρατίες. Εκδηλώνεται μέσω επαγγελματικού αποκλεισμού, πλήγματος της φήμης, και της σιωπηρής γνώσης ότι η διατύπωση ορισμένων ερωτημάτων κοστίζει περισσότερο από όσο αξίζουν οι απαντήσεις. Ο Σολζενίτσιν προειδοποιούσε ότι τέτοια κλίματα δεν διατηρούνται μόνο από τη μυστική αστυνομία, αλλά και από απλούς ανθρώπους που επαναλαμβάνουν πράγματα στα οποία δεν πιστεύουν πλήρως, επειδή είναι πιο ασφαλές να συμμορφωθούν παρά να διαφοροποιηθούν.

Η ειρωνεία είναι ότι αυτό το κλίμα υπονομεύει τελικά την ίδια τη συμφιλίωση. Η γνήσια συμφιλίωση προϋποθέτει εμπιστοσύνη, και η εμπιστοσύνη προϋποθέτει αλήθεια. Όταν οι θεσμοί υπερβάλλουν ή αρνούνται να διορθώσουν σφάλματα, καλλιεργούν κυνισμό. Όταν οι δημοσιογράφοι εγκαταλείπουν τον σκεπτικισμό, αποδυναμώνουν την αξιοπιστία τους. Όταν οι ακαδημαϊκοί αυτολογοκρίνονται, φτωχαίνουν τη δημόσια κατανόηση. Και οι ίδιες οι κοινότητες των ιθαγενών δεν ωφελούνται από αφηγήματα που δεν αντέχουν στον έλεγχο, διότι το επιχείρημά τους θα χάσει τελικά το κύρος του υπό το βάρος αναπάντητων ερωτημάτων.

Πώς μπορούμε να ξεφύγουμε από ανεξέλεγκτα κατασκευασμένους ισχυρισμούς; Η απάντηση του Σολζενίτσιν ήταν μετριοπαθής αλλά απαιτητική. Δεν ζητούσε μεγαλειώδεις χειρονομίες. Απλώς καλούσε τους ανθρώπους να αρνηθούν τη συμμετοχή στο ψεύδος· να μιλούν προσεκτικά, να επαληθεύουν τους ισχυρισμούς, να διορθώνουν τα λάθη και να αποδέχονται το κόστος της ειλικρίνειας. Εφαρμοσμένο σήμερα, αυτό σημαίνει προάσπιση του δικαιώματος να τίθενται ερωτήματα ακόμη και για τους πιο φορτισμένους συναισθηματικά ισχυρισμούς. Σημαίνει απαίτηση υψηλών προτύπων τεκμηρίωσης πριν διατυπωθούν κατηγορίες για γενοκτονία. Σημαίνει διαχωρισμό της ενσυναίσθησης από την επιστημολογία.

Ο Καναδάς δεν χρειάζεται λιγότερες συζητήσεις για το παρελθόν του· χρειάζεται καλύτερες. Οι ακαδημαϊκοί και οι δημοσιογράφοι που συνέβαλαν στα «Grave Error» και «Dead Wrong» έδειξαν τι απαιτούν τέτοιες συζητήσεις: θάρρος χωρίς σκληρότητα, σκεπτικισμό χωρίς κυνισμό και συμπόνια που να στηρίζεται σε τεκμήρια. Σε μια εποχή όπου τα ψέματα διαδίδονται ταχύτερα από την αλήθεια και ο ηθικός ζήλος συχνά υποκαθιστά την απόδειξη, το έργο τους στέκει ως μια ήσυχη πράξη αντίστασης.

Το να μη ζει κανείς με ψέματα δεν σημαίνει να αρνείται τον πόνο. Σημαίνει να τον τιμά, αρνούμενος να χτίσει τη συμφιλίωση πάνω σε καταγγελίες που δεν μπορούν να αντέξουν το βάρος των γεγονότων.

Του William Brooks

Οι απόψεις που εκφράζονται σε αυτό το άρθρο ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντικατοπτρίζουν απαραίτητα τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.

Made in China: Η υπερπαραγωγή ως γεωπολιτικό όπλο

Η Κίνα δεν κρύβει πλέον τις προθέσεις της. Η βιομηχανική της ισχύς δεν αποτελεί απλώς μοχλό οικονομικής ανάπτυξης, αλλά βασικό εργαλείο γεωπολιτικής επιβολής. Όπως επισημαίνει ο Economist, η κινεζική ηγεσία γνωρίζει ότι η χώρα έχει υπερβολικά πολλά ζημιογόνα εργοστάσια, ότι οι επιχειρήσεις αιμορραγούν σε έναν αδυσώπητο εσωτερικό πόλεμο τιμών και ότι η εσωτερική ζήτηση αδυνατεί να απορροφήσει την παραγωγή. Παρ’ όλα αυτά, το Πεκίνο δεν αλλάζει πορεία. Αντίθετα, διπλασιάζει το στοίχημα.

Η στρατηγική είναι σαφής: υπερπαραγωγή στο εσωτερικό, εξαγωγική πλημμυρίδα στο εξωτερικό και τεχνολογική αυτάρκεια ως απάντηση στη Δύση.

Η κινεζική υπερπαραγωγή: Πρόβλημα ή στρατηγική επιλογή;

Σε μια κανονική οικονομία αγοράς, τρία χρόνια πτώσης των τιμών παραγωγών και μαζικές ζημιές θα οδηγούσαν σε λουκέτα, συγχωνεύσεις και αναδιάρθρωση. Στην Κίνα, όμως, η βιομηχανική υπερπαραγωγή δεν θεωρείται παθολογία, θεωρείται πλεονέκτημα ισχύος.

Παρότι οι τοπικές κυβερνήσεις έλαβαν εντολή να περιορίσουν τη στήριξη επιχειρήσεων-«ζόμπι» και έγιναν προσπάθειες τόνωσης της κατανάλωσης, η βιομηχανική παραγωγή αυξάνεται ταχύτερα από τη ζήτηση. Το αποτέλεσμα είναι ότι οι εξαγωγές καλούνται να ισορροπήσουν ολόκληρη την κινεζική οικονομία.

Δεν είναι τυχαίο ότι πάνω από το 36% των παγκόσμιων εξαγωγικών κοντέινερ περιέχουν κινέζικα προϊόντα, ενώ η Κίνα αντιπροσωπεύει μόλις το 20% του παγκόσμιου ΑΕΠ. Η Κίνα δεν εξάγει απλώς προϊόντα, εξάγει αποπληθωρισμό, πιέζοντας τις τιμές και τα περιθώρια κέρδους παγκοσμίως. Το νέο πενταετές πλάνο (2026-2030) δείχνει ξεκάθαρα τον στόχο: η μετατροπή της Κίνας σε επιστημονική και τεχνολογική υπερδύναμη, με έμφαση σε τεχνητή νοημοσύνη, ρομποτική, μπαταρίες, προηγμένη μεταποίηση, κρίσιμες πρώτες ύλες (σπάνιες γαίες, μαγνήτες).

Ο περιορισμός των εξαγωγών σπάνιων γαιών απέδειξε πόσο αποτελεσματικά μπορεί το Πεκίνο να εργαλειοποιήσει την κυριαρχία του στις αλυσίδες εφοδιασμού. Ο παγκόσμιος πανικός που ακολούθησε ενίσχυσε την κινεζική αυτοπεποίθηση, ίσως υπερβολικά. Η Κίνα δεν σταμάτησε πλήρως τις εξαγωγές σπάνιων γαιών και μόνιμων μαγνητών. Έκανε κάτι πιο έξυπνο και ανησυχητικό. Εισήγαγε αδειοδοτήσεις, ελέγχους και καθυστερήσεις, δημιούργησε αβεβαιότητα αντί για σαφή απαγόρευση και στόχευσε υλικά απαραίτητα για ηλεκτρικά οχήματα, ανεμογεννήτριες, μη επανδρωμένα αεροσκάφη, πυραυλικά συστήματα, ρομποτική και AI hardware. Δηλαδή, δεν έκλεισε τον ‘διακόπτη’, αλλά έδειξε ότι έχει το χέρι της επάνω του. Ο πανικός δεν προήλθε από έλλειψη εκείνη τη στιγμή, αλλά από τη συνειδητοποίηση της εξάρτησης.

Οι βιομηχανίες σε ΗΠΑ, Ευρώπη, Ιαπωνία αντιλήφθησαν πλήρως ότι πάνω από το 80-90% της παγκόσμιας επεξεργασίας σπάνιων γαιών γίνεται στην Κίνα, ότι δεν υπάρχουν γρήγορες εναλλακτικές (ούτε σε έξι μήνες ούτε σε δύο χρόνια) και ότι χωρίς αυτά τα υλικά σταματάει ολόκληρη η πράσινη και ψηφιακή μετάβαση. Ο πανικός ήταν λοιπόν στρατηγικός, όχι εμπορικός.

Από κινεζική σκοπιά, το επεισόδιο αυτό λειτούργησε σαν πείραμα ισχύος. Το μήνυμα που έλαβε η ηγεσία ήταν:

1. Η εξάρτηση είναι βαθύτερη απ’ όσο πίστευαν οι Δυτικοί

2. Μικρές κινήσεις αρκούν να προκαλέσουν μεγάλη αναστάτωση

3. Η Δύση φοβάται το σοκ στις εφοδιαστικές αλυσίδες περισσότερο από μια εμπορική σύγκρουση

4. Δεν υπήρξε άμεση, ενιαία και σκληρή απάντηση

Αυτό ενίσχυσε την κινεζική αυτοπεποίθηση ότι διαθέτει δομική, όχι συγκυριακή ισχύ, ότι μπορεί να απαντά σε πιέσεις ασύμμετρα και ότι έχει περισσότερους μοχλούς από όσους νομίζουν οι αντίπαλοί της. Και εδώ είναι το κρίσιμο σημείο. Όταν ένα κράτος διαπιστώνει ότι μπορεί να προκαλεί παγκόσμιο κόστος, χωρίς στρατιωτική κλιμάκωση, χωρίς παραβίαση διεθνών κανόνων (τυπικά) και χωρίς σοβαρά αντίποινα τότε η αποτροπή αντιστρέφεται.

Η Κίνα αρχίζει να σκέφτεται: «Γιατί να υποχωρήσουμε σε διαπραγματεύσεις, αφού το ρίσκο το έχουν οι άλλοι;» Αυτό εξηγεί την αυξανόμενη αδιαλλαξία στις εμπορικές συνομιλίες, την άνεση με την οποία απειλεί αντίποινα, τη βεβαιότητα ότι ο χρόνος δουλεύει υπέρ της.

Η Δύση διχασμένη και η Ευρώπη παγιδευμένη

Οι Ευρωπαίοι ηγέτες πιέζονται από τις κοινωνίες τους να προστατεύσουν την εγχώρια βιομηχανία από τον κινεζικό ανταγωνισμό. Ταυτόχρονα όμως, επιδιώκουν κινεζικές επενδύσεις σε εργοστάσια μπαταριών, πράσινη ενέργεια, ηλεκτρικά οχήματα, κρίσιμες υποδομές.

Αυτό το διπλό μήνυμα αποδυναμώνει κάθε διαπραγματευτική θέση. Όταν Ευρωπαίοι αξιωματούχοι ζητούν ίση μεταχείριση, διαφάνεια ή περιορισμό εξαγωγών που ενισχύουν τη ρωσική πολεμική μηχανή, συναντούν, όπως σημειώνει ο Economist, τείχος αδιαλλαξίας, συνοδευόμενο από απειλές αντιποίνων.

Η Ευρώπη βρίσκεται σε ένα επικίνδυνο σημείο. Εξαρτάται από κινεζικά προϊόντα, αλλά βλέπει τη βιομηχανική της βάση να διαβρώνεται χωρίς ενιαία στρατηγική απάντηση.

Τι σημαίνει αυτό ειδικά για την Ελλάδα

Για την Ελλάδα, οι εξελίξεις αυτές έχουν πολυεπίπεδες συνέπειες.

1. Βιομηχανία και μεταποίηση

Η Ελλάδα διαθέτει ήδη περιορισμένη βιομηχανική βάση. Η εισροή ολοένα φθηνότερων κινεζικών προϊόντων πιέζει τις εναπομείνασες ελληνικές μεταποιητικές επιχειρήσεις, καθιστά σχεδόν αδύνατη την ανάπτυξη ανταγωνιστικής εγχώριας παραγωγής χαμηλού και μεσαίου κόστους, ενισχύει την εξάρτηση από τις εισαγωγές.

Χωρίς ευρωπαϊκή προστασία ή στοχευμένη εθνική στρατηγική, η αποβιομηχάνιση κινδυνεύει να παγιωθεί.

2. Λιμάνια, logistics και γεωοικονομία

Η Ελλάδα κατέχει κομβική θέση στη ναυτιλία και τα logistics , κάτι που η Κίνα γνωρίζει καλά. Το λιμάνι του Πειραιά αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς η Ελλάδα επωφελείται βραχυπρόθεσμα από επενδύσεις, ενώ ταυτόχρονα ενσωματώνεται βαθύτερα στην κινεζική εφοδιαστική στρατηγική.

Το ερώτημα δεν είναι αν οι επενδύσεις είναι χρήσιμες, αλλά ποιος ελέγχει τα κρίσιμα σημεία και με ποιους γεωπολιτικούς όρους.

3. Ενέργεια, πράσινη μετάβαση και τεχνολογία

Η ελληνική ενεργειακή μετάβαση εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από κινεζικά φωτοβολταϊκά , μπαταρίες, εξοπλισμό ΑΠΕ (Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας), δηλαδή ό,τι χρειάζεται για να μετατρέπεται ο ήλιος, ο άνεμος, το νερό ή η βιομάζα σε ηλεκτρική ή θερμική ενέργεια.

Αυτό μειώνει το κόστος βραχυπρόθεσμα, αλλά αυξάνει τη στρατηγική εξάρτηση. Αν η Κίνα περιορίσει τις εξαγωγές της, όπως έκανε με τις σπάνιες γαίες, η Ελλάδα θα βρεθεί χωρίς εναλλακτικές.

Τυχόν περιορισμοί ή αυξήσεις τιμών παγώνουν έργα, με αποτέλεσμα στρατηγική εξάρτηση, όχι απλώς εμπορική. Η συζήτηση για ΑΠΕ σήμερα δεν είναι μόνο περιβαλλοντική, είναι γεωπολιτική και βιομηχανική. Όποιος έχει τον έλεγχο του εξοπλισμού ΑΠΕ έχει και σημαντικό βαθμό ελέγχου στην ενεργειακή ασφάλεια των άλλων.

4. Εθνική στρατηγική ή απλός θεατής;

Η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να αντιμετωπίζει το ζήτημα αποσπασματικά. Χωρίς ευθυγράμμιση με μια σοβαρή ευρωπαϊκή βιομηχανική πολιτική, επένδυση σε ναυτιλιακή τεχνολογία, άμυνα και προστασία κρίσιμων υποδομών κινδυνεύει να καταλήξει καταναλωτής και διαμετακομιστής ξένης υπερπαραγωγής, αντί να είναι παραγωγός αξίας.

Η κινεζική αδιαλλαξία δεν είναι συγκυριακή. Είναι προϊόν ενός βαθιά ριζωμένου δόγματος που θεωρεί τη βιομηχανική κυριαρχία όχι μόνο δικαίωμα αλλά ιστορική αναγκαιότητα. Η ηγεσία του ΚΚΚ πιστεύει ότι οι πολιτικές Τραμπ — κρατικός παρεμβατισμός, δασμοί, πίεση για αυτάρκεια — δικαιώνουν το κινεζικό μοντέλο.

Όμως η υπερβολική αυτοπεποίθηση κρύβει κινδύνους. Αν η Ευρώπη και άλλες χώρες κινηθούν συντονισμένα προς τη διαφοροποίηση των εφοδιαστικών αλυσίδων τους, η κινεζική στρατηγική υπερπαραγωγής μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπη με τα φυσικά της όρια.

Για την Ευρώπη, και ειδικά για την Ελλάδα, το ερώτημα δεν είναι αν η Κίνα θα συνεχίσει. Το ερώτημα είναι αν θα υπάρξει σχέδιο δράσης ή αν θα συνεχιστεί η στρατηγική αδράνεια. Γιατί σε αυτόν τον παγκόσμιο βιομηχανικό πόλεμο, η ουδετερότητα δεν προστατεύει. Αντίθετα, η ουδέτερη στάση που το κράτος τηρεί χωρίς να προβαίνει σε ενέργειες απλώς αναβάλλει και διογκώνει το πρόβλημα.

Οι απόψεις που εκφράζονται σε αυτό το άρθρο ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντικατοπτρίζουν απαραίτητα τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.

Εμπόριο ή παραγωγή; Ποιο είναι το DNA της Ελλάδας;

Συχνά η Ελλάδα περιγράφεται ως μια χώρα με διαχρονική κλίση προς το εμπόριο και τη ναυτιλία μάλλον παρά προς την εγχώρια παραγωγή με την έννοια της αυτάρκειας. Η αντίληψη αυτή δεν προκύπτει αυθαίρετα· έχει βαθιές ιστορικές ρίζες. Από την αρχαιότητα, οι Έλληνες έμαθαν να λειτουργούν μέσα σε ένα περιβάλλον περιορισμένων φυσικών πόρων, δύσκολου αναγλύφου και μικρών εύφορων εκτάσεων. Αντί να επιδιώξουν την πλήρη αυτάρκεια, που δεν ταίριαζε στη γεωγραφία τους, ανέπτυξαν δίκτυα εμπορίου, ναυσιπλοΐας και διακίνησης αγαθών, χτίζοντας ισχύ πάνω στη ροή και όχι στην κατοχή των μέσων παραγωγής.

Στην κλασική αρχαιότητα, αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές. Η Αθήνα, παρά την πολιτική και στρατιωτική της ισχύ, δεν μπορούσε να καλύψει τις διατροφικές της ανάγκες αποκλειστικά από την αττική γη. Η παραγωγή σιτηρών ήταν ανεπαρκής για τον πληθυσμό της πόλης-κράτους, γεγονός που την ανάγκασε να στηριχθεί σε συστηματικές εισαγωγές από περιοχές με υψηλή αγροτική απόδοση, όπως η Μαύρη Θάλασσα και η Αίγυπτος. Η εξασφάλιση αυτών των ροών δεν ήταν δευτερεύον ζήτημα αλλά κεντρικό στοιχείο στρατηγικής και επιβίωσης. Οι θαλάσσιες οδοί, τα λιμάνια και η ασφάλεια της ναυσιπλοΐας ήταν ζωτικής σημασίας.

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι οι αρχαίοι Έλληνες «δεν παρήγαγαν». Παρήγαγαν, αλλά με διαφορετική λογική. Εξειδικεύτηκαν σε προϊόντα υψηλότερης προστιθέμενης αξίας, όπως το ελαιόλαδο, το κρασί, τα κεραμικά, η μεταλλουργία και η ναυπηγική. Αυτά τα προϊόντα δεν κάλυπταν μόνο εσωτερικές ανάγκες αλλά εξάγονταν, λειτουργώντας ως αντάλλαγμα για τις απαραίτητες εισαγωγές τροφίμων και πρώτων υλών. Ουσιαστικά, διαμορφώθηκε ένα μοντέλο όπου η οικονομική δύναμη δεν προερχόταν από την αυτάρκεια, αλλά από τη δυνατότητα διαμεσολάβησης, ανταλλαγής και ελέγχου των ροών.

Η έμφαση στο εμπόριο και στη ναυτική ισχύ ήταν συνεπώς προϊόν ρεαλισμού και όχι αδυναμίας. Οι Έλληνες κατάλαβαν νωρίς ότι η γεωγραφία τους τούς ωθούσε να είναι θαλασσινοί, έμποροι και διακινητές, όχι μεγάλοι γαιοκτήμονες ή κάτοχοι φέουδων. Αυτή η λογική διαπερνά αιώνες.

Με τη μετάβαση στη βυζαντινή περίοδο, το πλαίσιο αλλάζει. Οι Έλληνες πλέον αποτελούν τον βασικό κορμό μιας μεγάλης αυτοκρατορίας με εκτεταμένη ενδοχώρα. Η αγροτική παραγωγή αποκτά κεντρικό ρόλο, τόσο για τη διατροφή όσο και για τη φορολογική βάση του κράτους. Η οικονομία του Βυζαντίου στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στη γεωργία και στην κατοχή γης, κάτι που διαφοροποιεί ριζικά την κατάσταση σε σχέση με τις πόλεις-κράτη της αρχαιότητας. Για πρώτη φορά, οι ελληνόφωνοι πληθυσμοί έχουν στη διάθεσή τους μέσα παραγωγής σε μεγάλη κλίμακα.

Ωστόσο, ακόμη και τότε, το εμπόριο δεν παύει να είναι κομβικό. Η Κωνσταντινούπολη εξελίσσεται σε έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς κόμβους του κόσμου, ακριβώς επειδή βρίσκεται στο σταυροδρόμι Ευρώπης και Ασίας. Η διαφορά είναι ότι στο Βυζάντιο συνυπάρχουν δύο στοιχεία: παραγωγική ενδοχώρα και εμπορικός έλεγχος. Αυτό δεν αναιρεί την εμπορική ταυτότητα, απλώς τη συμπληρώνει.

Μετά την άλωση και κατά την οθωμανική περίοδο, το ελληνικό στοιχείο χάνει την πολιτική κυριαρχία αλλά διατηρεί και ενισχύει τον εμπορικό του ρόλο. Έλληνες έμποροι και ναυτικοί αναπτύσσουν ισχυρές παροικίες σε μεγάλα λιμάνια και εμπορικά κέντρα της Ευρώπης και της Ανατολής. Δημιουργούνται δίκτυα διασποράς που ελέγχουν διαμετακομιστικό εμπόριο, χρηματοδοτούν δραστηριότητες και συσσωρεύουν πλούτο και τεχνογνωσία.

Ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι η εμπλοκή των Ελλήνων στο σιτηρεμπόριο από τη Μαύρη Θάλασσα προς την Ευρώπη, ειδικά τον 18ο αιώνα. Η ναυτιλία γίνεται ξανά το μέσο μέσω του οποίου ο ελληνισμός αποκτά ισχύ, χωρίς να διαθέτει κρατική υπόσταση. Τα νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου πλουτίζουν από το εμπόριο και τη ναυτιλία· κατά την Επανάσταση του 1821, αυτή η οικονομική δύναμη μετατρέπεται σε πολιτική και στρατιωτική ισχύ.

Στη σύγχρονη εποχή, η συνέχεια είναι εντυπωσιακή. Παρά το μικρό μέγεθος της χώρας, η ελληνική ναυτιλία κατέχει παγκόσμια πρωταγωνιστική θέση. Ο ελληνόκτητος στόλος μεταφέρει ένα τεράστιο ποσοστό των παγκόσμιων θαλάσσιων φορτίων, ειδικά σε κρίσιμες κατηγορίες όπως ενέργεια, πρώτες ύλες και σιτηρά. Αυτό δίνει ουσιαστικό περιεχόμενο στη φράση «ελέγχουμε τις θάλασσες», όχι με στρατιωτικούς όρους, αλλά με όρους εμπορικής ροής.

Η ναυτιλία προσφέρει συνάλλαγμα, γεωοικονομική βαρύτητα και ένα ολόκληρο οικοσύστημα υπηρεσιών. Ταυτόχρονα, μειώνει τον κίνδυνο εφοδιαστικής απομόνωσης: η Ελλάδα είναι ενσωματωμένη βαθιά στις παγκόσμιες αγορές. Όμως, εδώ εμφανίζεται ένα κρίσιμο ερώτημα. Αρκεί αυτό; Μπορεί μια χώρα να στηρίζεται αποκλειστικά στο ότι μεταφέρει αγαθά, χωρίς να παράγει αξία;

Η απάντηση είναι σύνθετη. Η δυνατότητα εισαγωγών εξασφαλίζει επιβίωση, αλλά όχι απαραίτητα ευημερία. Η οικονομική ισχύς κρίνεται και από το τι παράγεις, τι εξάγεις και ποια θέση κατέχεις στην αλυσίδα αξίας. Εκεί ακριβώς εισέρχεται η συζήτηση για τη μεταποίηση και την υψηλή τεχνολογία.

Η μεταποίηση δεν σημαίνει επιστροφή σε ένα μοντέλο βαριάς βιομηχανίας ή μαζικής αγροτικής παραγωγής. Σημαίνει αξιοποίηση πρώτων υλών — εγχώριων ή εισαγόμενων — για τη δημιουργία προϊόντων υψηλότερης αξίας, με πιστοποίηση, ποιότητα και εξαγωγικό προσανατολισμό. Είναι μια λογική που ιστορικά ταιριάζει στην Ελλάδα.

Η υψηλή τεχνολογία, από την άλλη, βασίζεται στο ανθρώπινο κεφάλαιο και όχι στους φυσικούς πόρους. Σε έναν κόσμο όπου η γνώση, το λογισμικό, η καινοτομία και τα δεδομένα αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη σημασία, η Ελλάδα μπορεί να συμμετέχει χωρίς να χρειάζεται να αντιγράψει μοντέλα που δεν της ταιριάζουν.

Το να πει κανείς ότι «μόνο» αυτοί οι τομείς έχουν αξία ίσως είναι υπερβολή. Ο πρωτογενής τομέας, ο τουρισμός και βασικές παραγωγικές δραστηριότητες παραμένουν κρίσιμοι, ειδικά σε περιόδους κρίσεων. Όμως το κεντρικό επιχείρημα στέκει: η Ελλάδα δεν χρειάζεται να πιεστεί να γίνει κάτι που ποτέ δεν ήταν. Η ιστορική της ταυτότητα είναι αυτή του εμπόρου, του ναυτικού, του διαμεσολαβητή και, σήμερα, του παραγωγού γνώσης και εξειδικευμένης αξίας.

Το πραγματικό στοίχημα είναι η σύνθεση. Να χρησιμοποιηθεί η ναυτιλία και το εμπόριο ως πλατφόρμα και πολλαπλασιαστής, και πάνω σε αυτά να χτιστεί μεταποίηση και τεχνολογία. Όχι αυτάρκεια για λόγους ιδεολογίας, αλλά παραγωγή εκεί που έχει νόημα. Όχι μεμψιμοιρία για όσα δεν είμαστε, αλλά αξιοποίηση όσων διαχρονικά ξέρουμε να κάνουμε καλά.

Αυτό είναι ένα ρεαλιστικό ζητούμενο.

Οι απόψεις που εκφράζονται σε αυτό το άρθρο ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντικατοπτρίζουν απαραίτητα τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.

Οι ασφαλιστικές δικλίδες δεν συνιστούν στρατηγική απέναντι στην Κίνα

Σχολιασμός

Ο πρωθυπουργός του Καναδά Μαρκ Κάρνεϋ έχει αρχίσει να περιγράφει αυτό που αποκαλεί «ασφαλιστικές δικλίδες» για την ανανεωμένη προσέγγιση του Καναδά με την Κίνα. Η τεχνητή νοημοσύνη (ΑΙ), τα κρίσιμα ορυκτά και η άμυνα, όπως υποστηρίζει, θα παραμείνουν εκτός πεδίου για βαθιά συνεργασία. Η διαφοροποίηση του εμπορίου, εν τω μεταξύ, παρουσιάζεται ως συνετή αντιστάθμιση έναντι της υπερβολικής εξάρτησης από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Σε πρώτη ανάγνωση, αυτό ακούγεται λογικό. Στην πράξη, όμως, στηρίζεται σε μια εσφαλμένη υπόθεση· ότι η Κίνα μπορεί να προσεγγιστεί επιλεκτικά, τμηματικά, χωρίς στρατηγικές συνέπειες.

Όμως, η Κίνα δεν λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο. Το Πεκίνο δεν διαχωρίζει την οικονομία από την ισχύ, την τεχνολογία από την επιρροή ή το εμπόριο από τον εξαναγκασμό. Η τεχνητή νοημοσύνη, τα κρίσιμα ορυκτά, οι ακαδημαϊκές ανταλλαγές, η πρόσβαση στην αγορά και η πίεση στην κινεζική διασπορά δεν αποτελούν ανεξάρτητους τομείς. Είναι ενοποιημένα εργαλεία κρατικής πολιτικής. Η ιδέα ότι ο Καναδάς μπορεί να χαράξει καθαρά όρια γύρω από την προσέγγισή του συνιστά παρεξήγηση της φύσης του καθεστώτος με το οποίο έχει να κάνει.

Αυτό δεν είναι εικασία. Ο Καναδάς έχει ήδη βιώσει πώς οι οικονομικοί δεσμοί μετατρέπονται σε μοχλό πίεσης. Το είδαμε με τους αυθαίρετους δασμούς στην ελαιοκράμβη. Το είδαμε με την κράτηση Καναδών πολιτών. Το βλέπουμε στις διαρκείς προσπάθειες ξένης παρέμβασης και στον εκφοβισμό Καναδών κινεζικής καταγωγής που μιλούν δημόσια. Αυτά δεν ήταν παρεξηγήσεις ή πρόσκαιρες παρεκκλίσεις. Ήταν μηνύματα.

Το βαθύτερο ζήτημα είναι η επιβολή. Οι ασφαλιστικές δικλίδες έχουν σημασία μόνο αν η υπέρβασή τους συνεπάγεται συνέπειες. Ωστόσο, ο Καναδάς δυσκολεύεται να επιβάλει κόστος όταν το Πεκίνο ανταποδίδει ή παραβιάζει κανόνες. Καθυστερεί στην εφαρμογή μητρώου ξένων πρακτόρων. Διστάζει να αντιμετωπίσει άμεσα την παρέμβαση. Προσφέρει διαβεβαιώσεις στις πληττόμενες κοινότητες, αλλά σπάνια αποφασιστική δράση. Η διακήρυξη «κόκκινων γραμμών» είναι εύκολη. Η υπεράσπισή τους είναι δυσκολότερη. Μέχρι σήμερα, ο Καναδάς δεν έχει δείξει ότι είναι έτοιμος να πράξει το δεύτερο.

Ο πρωθυπουργός του Καναδά παρουσιάζει επίσης τη διαφοροποίηση ως διόρθωση της υπερβολικής εξάρτησης από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η διαφοροποίηση είναι λογική. Η εξίσωση της Ουάσιγκτον και του Πεκίνου ως συγκρίσιμων κινδύνων δεν είναι. Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι ένας ατελής σύμμαχος, αλλά δεν αποτελούν αντίπαλη δύναμη που επιδιώκει να υπονομεύσει την καναδική κυριαρχία ή τους δημοκρατικούς θεσμούς. Μας συνδέουν κοινά συμφέροντα, αξίες και αμυντικές ρυθμίσεις. Η Κίνα είναι ένας στρατηγικός ανταγωνιστής που λειτουργεί υπό αυταρχικό σύστημα και χρησιμοποιεί την πρόσβαση ως μοχλό, ενώ η αμοιβαιότητα, αν υφίσταται, εφαρμόζεται επιλεκτικά.

Από οπτική άμυνας και ασφάλειας, οι κίνδυνοι είναι οξύτεροι ακριβώς στους τομείς που κατονομάζει ο Κάρνεϋ. Η τεχνητή νοημοσύνη και τα κρίσιμα ορυκτά δεν είναι απλώς εμπορικά περιουσιακά στοιχεία. Αποτελούν θεμέλια της μελλοντικής στρατιωτικής ικανότητας, της ανθεκτικότητας των εφοδιαστικών αλυσίδων και της διαλειτουργικότητας των συμμαχιών. Η εισαγωγή κινεζικού κεφαλαίου, επιρροής ή μοχλών αγοράς σε αυτά τα οικοσυστήματα δημιουργεί μακροπρόθεσμα στρατηγική ευαλωτότητα, ακόμη κι αν η αρχική συνεργασία εμφανίζεται περιορισμένη ή ως μια απλή συναλλαγή.

Υπάρχει επίσης μια συμμαχική διάσταση που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Η αξιοπιστία του Καναδά στο πλαίσιο των Five Eyes και του ΝΑΤΟ στηρίζεται στην κρίση και την αξιοπιστία, όχι στη ρητορική. Οι σύμμαχοι θα προσπεράσουν τη γλώσσα των «ασφαλιστικών δικλίδων» και θα αξιολογήσουν τη συμπεριφορά. Μια στάση που μοιάζει οικονομικά ευκαιριακή και στρατηγικά αμφίσημη κινδυνεύει να διαβρώσει την εμπιστοσύνη ακριβώς τη στιγμή που η συνοχή μεταξύ των δημοκρατικών κρατών έχει τη μεγαλύτερη σημασία.

Τίποτε από αυτά δεν υποστηρίζει την απομόνωση ή την αποδέσμευση. Ο Καναδάς θα εμπορεύεται με την Κίνα. Η διπλωματία θα συνεχιστεί. Ο διάλογος είναι αναγκαίος. Όμως η συνεργασία πρέπει να εδράζεται στον ρεαλισμό, όχι στην ελπίδα ότι η προσεκτική διατύπωση μπορεί να εξουδετερώσει τον δομικό κίνδυνο. Πρέπει να βασίζεται στην παραδοχή ότι ο ανταγωνισμός θα είναι διαρκής, ότι η συμπεριφορά θα είναι ασύμμετρη και ότι το Πεκίνο θα εκμεταλλεύεται πρόθυμα κάθε άνοιγμα.

Αν ο Καναδάς είναι πράγματι σοβαρός ως προς τη διαφοροποίηση, ο ασφαλέστερος δρόμος βρίσκεται σε χώρες με κοινές αντιλήψεις: την Ευρώπη, την Ιαπωνία, τη Νότια Κορέα, αξιόπιστα κράτη του Ινδο-Ειρηνικού και δημοκρατικές οικονομίες όπου οι εμπορικοί δεσμοί δεν λειτουργούν ταυτόχρονα ως εργαλεία εξαναγκασμού. Αυτές οι σχέσεις μπορεί να αναπτύσσονται πιο αργά και να μην είναι άμεσα προσοδοφόρες, αλλά δεν φέρουν τα ίδια στρατηγικά βάρη.

Οι ασφαλιστικές δικλίδες δεν συνιστούν στρατηγική. Είναι αξιόπιστες μόνο στον βαθμό που υπάρχει βούληση να επιβληθούν. Χωρίς αυτή την αποφασιστικότητα, ο Καναδάς κινδυνεύει να παρασυρθεί σε μια σχέση που προσφέρει βραχυπρόθεσμη οικονομική άνεση με μακροπρόθεσμο στρατηγικό κόστος. Ασφαλιστικές δικλίδες χωρίς αποφασιστικότητα δεν είναι προστασία. Είναι προσποίηση.

Του Bryan Brulotte

Οι απόψεις που εκφράζονται σε αυτό το άρθρο ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντικατοπτρίζουν απαραίτητα τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.