Τρίτη, 14 Ιούλ, 2026

Ο σεβασμός ως θεμέλιο της ανθρώπινης ζωής

Υπάρχουν έννοιες που, όσο απλές κι αν ακούγονται, αποτελούν τα θεμέλια πάνω στα οποία στέκεται μια ανθρώπινη κοινωνία. Μία από αυτές είναι ο σεβασμός. Όχι ως τυπική ευγένεια, όχι ως εξωτερικός τρόπος συμπεριφοράς, όχι ως κοινωνικό προσωπείο, αλλά ως εσωτερική στάση απέναντι στον άνθρωπο, στη ζωή, στην οικογένεια, στην εργασία, στην πλάση, ακόμη και στον ίδιο μας τον εαυτό.

Ο σεβασμός είναι από εκείνες τις αρετές που δεν φαίνονται πάντα όταν υπάρχουν, αλλά η απουσία τους γίνεται αμέσως αισθητή. Όταν υπάρχει σεβασμός, οι σχέσεις έχουν μέτρο, η επικοινωνία έχει βάθος, η οικογένεια έχει στήριγμα, η κοινωνία έχει συνοχή. Όταν χάνεται, όλα αρχίζουν σιγά-σιγά να διαβρώνονται. Πρώτα ο άνθρωπος εσωτερικά, έπειτα οι σκέψεις του, οι πράξεις του, η συμπεριφορά του, οι σχέσεις του, η οικογένειά του, το στενό του περιβάλλον και, τελικά, ολόκληρη η κοινωνία.

Αυτό που βλέπουμε σήμερα γύρω μας δεν είναι απλώς μια κρίση τρόπων. Είναι κάτι βαθύτερο. Είναι μια κρίση ηθικού αποπροσανατολισμού. Βλέπουμε ανθρώπους να μιλούν χωρίς να ακούν, να απαιτούν χωρίς να προσφέρουν, να διεκδικούν χωρίς να αναγνωρίζουν, να ανταγωνίζονται χωρίς όριο. Βλέπουμε την ευγένεια να θεωρείται αδυναμία, την ταπεινότητα να παρεξηγείται ως υποχώρηση, την αυτοσυγκράτηση να παρουσιάζεται ως έλλειψη φιλοδοξίας. Και βλέπουμε, μέσα σε όλα αυτά, τον σεβασμό να υποχωρεί.

Η καθημερινότητα στις μεγάλες πόλεις είναι ίσως το πιο απλό παράδειγμα. Όλοι βιάζονται. Όλοι προσπαθούν να προλάβουν κάτι. Όλοι φαίνονται να κυνηγούν ένα προσωπικό συμφέρον, έναν στόχο, ένα κέρδος, μια επιβεβαίωση. Στον δρόμο, στην εργασία, στις υπηρεσίες, στα μέσα μεταφοράς, στην αγορά, η ανθρώπινη επαφή μοιάζει συχνά να έχει αντικατασταθεί από μια μηχανική σύγκρουση συμφερόντων. Ο άλλος δεν είναι πια πρόσωπο, αλλά εμπόδιο. Δεν είναι συνάνθρωπος, αλλά καθυστέρηση. Δεν είναι ψυχή, αλλά αριθμός, πελάτης, ανταγωνιστής, άγνωστος.

Αν κάποιος που έχει ζήσει για καιρό μακριά από αυτόν τον ρυθμό βρεθεί ξαφνικά μέσα σε μια μεγαλούπολη και παρατηρήσει από απόσταση τη συμπεριφορά των ανθρώπων, μπορεί να νιώσει ότι βλέπει κάτι παράξενο: έναν κόσμο σε διαρκή ένταση, μια ανθρώπινη μάζα που κινείται γρήγορα, συχνά νευρικά, σχεδόν ενστικτωδώς, σαν να έχει χαθεί η ηρεμία της σκέψης και η ευγένεια της συνύπαρξης. Δεν είναι ότι οι άνθρωποι έγιναν κακοί από τη μια μέρα στην άλλη. Είναι ότι ένα περιβάλλον συνεχούς πίεσης, ανταγωνισμού και επιδίωξης κέρδους έχει αρχίσει να διαμορφώνει χαρακτήρες που ξεχνούν το αυτονόητο: ότι ο άλλος αξίζει σεβασμό επειδή είναι άνθρωπος.

Η έλλειψη σεβασμού, όμως, δεν αφορά μόνο τη συμπεριφορά μας προς τους άλλους. Αφορά και τη σχέση μας με τον εαυτό μας. Και εδώ χρειάζεται μια σημαντική διάκριση. Άλλο πράγμα είναι ο αυτοσεβασμός και άλλο ο ναρκισσισμός.

Ο ναρκισσισμός είναι η λατρεία της εικόνας. Είναι το συνεχές χάιδεμα του εαυτού, η ανάγκη να φαινόμαστε, να επιβεβαιωνόμαστε, να προβάλλουμε μια κατασκευασμένη εκδοχή μας προς τα έξω. Είναι ο άνθρωπος που ερωτεύεται το είδωλό του, αλλά δεν γνωρίζει πραγματικά την ψυχή του. Μπορεί να γεμίζει φωτογραφίες, λόγια και εντυπώσεις, αλλά μέσα του να υπάρχει κενό, ανασφάλεια και δίψα για προσοχή.

Ο αυτοσεβασμός είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Είναι η ήσυχη, σταθερή επίγνωση ότι η ζωή μας έχει αξία και ότι δεν πρέπει να την εξευτελίζουμε. Είναι να βάζουμε όρια στην τοξικότητα. Να προστατεύουμε την υγεία μας. Να μη δεχόμαστε την εκμετάλλευση στο όνομα κάποιου πρόσκαιρου κέρδους. Να μην πουλάμε την αξιοπρέπειά μας για μια θέση, για λίγη αποδοχή, για λίγα χρήματα, για μια ψευδαίσθηση ασφάλειας. Αυτοσεβασμός σημαίνει να μη γίνεσαι οικειοθελώς δούλος κανενός πράγματος: ούτε του χρήματος ούτε της εικόνας ούτε της φιλοδοξίας ούτε της ανάγκης να αρέσεις σε όλους.

Ένας άνθρωπος χωρίς αυτοσεβασμό εύκολα επιτρέπει στους άλλους να τον χρησιμοποιούν. Εύκολα συμβιβάζεται με το λάθος. Εύκολα χάνει το μέτρο. Και όταν ο άνθρωπος χάνει τον σεβασμό προς τον εαυτό του, πολύ δύσκολα μπορεί να δείξει αληθινό σεβασμό προς τους άλλους. Γιατί δεν έχει μέσα του το μέτρο της αξίας. Δεν έχει καταλάβει τι σημαίνει αξιοπρέπεια, όριο, ευθύνη.

Από εκεί ξεκινά και η διάβρωση των σχέσεων. Σε μια σχέση χωρίς σεβασμό, η αγάπη γίνεται έλεγχος, η φροντίδα γίνεται απαίτηση, η ελευθερία γίνεται αδιαφορία και η οικειότητα γίνεται πεδίο σύγκρουσης. Στην οικογένεια, η απουσία σεβασμού τραυματίζει βαθιά, γιατί εκεί διαμορφώνονται τα πρώτα πρότυπα. Το παιδί μαθαίνει τι σημαίνει άνθρωπος από αυτά που βλέπει, όχι μόνο από αυτά που του λένε. Αν βλέπει φωνές, περιφρόνηση, εγωισμό, υποτίμηση, ψέμα και ασυνέπεια, αυτά θα θεωρήσει φυσιολογικά. Αν βλέπει σεβασμό, υπομονή, ευθύνη, όρια και αλήθεια, τότε έχει μπροστά του ένα πρότυπο πάνω στο οποίο μπορεί να χτίσει.

Το μεγάλο ερώτημα, όμως, είναι από πού θα διδαχθεί σήμερα ο άνθρωπος αυτά τα πράγματα. Από πού θα πάρει παραδείγματα; Από το σχολείο; Από την τηλεόραση; Από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης; Από την πολιτική ζωή; Από τη δημόσια συζήτηση;

Δυστυχώς, συχνά συμβαίνει το αντίθετο. Η κοινωνία προβάλλει την επιτυχία χωρίς ήθος, την αναγνώριση χωρίς περιεχόμενο, την επιθετικότητα ως δύναμη, την πρόκληση ως ελευθερία, τον ατομισμό ως αυτοπραγμάτωση. Τα παιδιά μεγαλώνουν σε έναν κόσμο όπου η εικόνα πολλές φορές μετρά περισσότερο από τον χαρακτήρα, όπου η εξυπνάδα ταυτίζεται με την ικανότητα να ξεγελάς, όπου ο σεβασμός παρουσιάζεται σαν παλιό, αδύναμο, ξεπερασμένο πράγμα.

Και όμως, χωρίς σεβασμό δεν υπάρχει αληθινή ελευθερία. Υπάρχει μόνο ασυδοσία. Χωρίς σεβασμό δεν υπάρχει αληθινή πρόοδος. Υπάρχει μόνο τεχνική ανάπτυξη χωρίς ηθικό βάθος. Χωρίς σεβασμό δεν υπάρχει πραγματική κοινωνία. Υπάρχει μόνο συνύπαρξη ανθρώπων που συγκρούονται, ανταγωνίζονται και τελικά απομονώνονται.

Ο ανταγωνισμός, όταν δεν έχει όριο, είναι από τα πιο διαβρωτικά στοιχεία για τον σεβασμό. Δεν μιλάμε για την υγιή προσπάθεια του ανθρώπου να γίνει καλύτερος, να εργαστεί, να δημιουργήσει, να ξεπεράσει τις αδυναμίες του. Αυτό είναι θεμιτό και πολλές φορές αναγκαίο. Μιλάμε για τον ανταγωνισμό που μετατρέπει τον άλλον σε αντίπαλο ακόμη και όταν δεν είναι. Για τη νοοτροπία που λέει ότι για να ανέβω εγώ πρέπει να μικρύνει κάποιος άλλος. Για τη συμπεριφορά που βλέπει την επιτυχία του διπλανού ως απειλή και όχι ως αφορμή για έμπνευση.

Αυτός ο ανταγωνισμός σκοτώνει τον σεβασμό, γιατί σκοτώνει πρώτα τη συμπόνια. Και χωρίς συμπόνια, ο άνθρωπος σκληραίνει. Αρχίζει να βλέπει τους άλλους εργαλειακά. Τι μπορώ να πάρω από αυτόν; Πώς μπορώ να τον χρησιμοποιήσω; Πώς μπορώ να τον ξεπεράσω; Πώς μπορώ να φανώ ανώτερος; Έτσι, σιγά-σιγά, ο άνθρωπος χάνει την εσωτερική του ευγένεια. Και όταν χάνεται αυτή, χάνεται κάτι πολύ πιο σημαντικό από τους καλούς τρόπους: χάνεται η ανθρώπινη ποιότητα.

Ο σεβασμός δεν είναι αδυναμία. Είναι δύναμη. Θέλει εσωτερική πειθαρχία για να μιλήσεις με μέτρο όταν μπορείς να προσβάλεις. Θέλει χαρακτήρα για να κρατήσεις την αξιοπρέπειά σου όταν μπορείς να εκδικηθείς. Θέλει καθαρή σκέψη για να αναγνωρίσεις την αξία του άλλου ακόμη κι όταν διαφωνείς μαζί του. Θέλει αλήθεια για να κοιτάξεις τον εαυτό σου χωρίς ψευδαισθήσεις και να πεις: εδώ πρέπει να σταθώ καλύτερα, εδώ πρέπει να αλλάξω, εδώ πρέπει να βάλω όριο.

Ο σεβασμός προς τον εαυτό μας, προς τους άλλους, προς την οικογένεια, προς τη φύση, προς την πλάση, προς την ίδια τη ζωή, είναι ένα ενιαίο πράγμα. Δεν μπορεί κανείς να λέει ότι σέβεται τον άνθρωπο και ταυτόχρονα να περιφρονεί την αλήθεια. Δεν μπορεί να λέει ότι σέβεται την ελευθερία και να εκμεταλλεύεται την αδυναμία του άλλου. Δεν μπορεί να μιλά για πρόοδο και να καταστρέφει τον χαρακτήρα, την οικογένεια, την κοινωνική εμπιστοσύνη.

Γι’ αυτό χρειάζεται να ξαναμιλήσουμε για αυτά τα πράγματα. Όχι θεωρητικά, όχι με κηρύγματα, αλλά με καθαρότητα. Χρειάζεται να ξαναβάλουμε στον δημόσιο λόγο λέξεις που έχουν σχεδόν εκτοπιστεί: αξιοπρέπεια, μέτρο, ευθύνη, αυτοσυγκράτηση, ευγένεια, αλήθεια, σεβασμός. Χρειάζεται να θυμηθούμε ότι ένας πολιτισμός δεν κρίνεται μόνο από τα κτίριά του, την τεχνολογία του ή την οικονομία του, αλλά από τον τρόπο που οι άνθρωποί του φέρονται ο ένας στον άλλον.

Αν δεν βρίσκουμε αυτά τα πρότυπα εύκολα γύρω μας, τότε πρέπει να αρχίσουμε να τα δημιουργούμε. Στην οικογένεια, στην εργασία, στη γειτονιά, στον δημόσιο λόγο, στα μέσα ενημέρωσης. Και εδώ βρίσκεται η ευθύνη όσων έχουν ακόμη τη δυνατότητα να μιλούν δημόσια. Να μην ακολουθούν απλώς τον θόρυβο της εποχής, αλλά να υπενθυμίζουν αυτά που κρατούν τον άνθρωπο όρθιο.

Η Epoch Times, ως μέσο που θέλει να υπηρετεί την αλήθεια, την παράδοση και την ελπίδα, μπορεί και πρέπει να δίνει χώρο σε τέτοιες έννοιες. Όχι επειδή είναι εύκολες ή δημοφιλείς, αλλά επειδή είναι αναγκαίες. Μια κοινωνία που ξεχνά τον σεβασμό, αργά ή γρήγορα ξεχνά και τον άνθρωπο. Και μια κοινωνία που ξεχνά τον άνθρωπο, όσο πλούσια ή τεχνολογικά προηγμένη κι αν είναι, έχει ήδη αρχίσει να φτωχαίνει εσωτερικά.

Ίσως, λοιπόν, η αρχή να είναι απλή. Να ξανακοιτάξουμε τον άλλον ως άνθρωπο. Να ξανακοιτάξουμε τον εαυτό μας με ειλικρίνεια. Να μη δεχόμαστε τον εκφυλισμό ως κανονικότητα. Να μη βαφτίζουμε την ασέβεια ελευθερία ούτε τον εγωισμό αυτοπεποίθηση. Να θυμηθούμε ότι ο σεβασμός δεν είναι διακοσμητική αρετή, αλλά θεμέλιο της ζωής.

Γιατί όταν ο άνθρωπος σέβεται, δεν μικραίνει. Μεγαλώνει. Και μαζί του μεγαλώνει και ο κόσμος γύρω του.

Οι απόψεις που διατυπώνονται στο παρόν άρθρο δεν αντικατοπτρίζουν κατ’ ανάγκην τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.

Ελ Σαλβαδόρ: Όταν η φυλάκιση των συμμοριών σημαίνει ελευθερία για τους πολίτες

Υπήρχε μια χώρα όπου η ελευθερία δεν περιοριζόταν τόσο από το κράτος όσο από τις συμμορίες. Μια χώρα όπου ο πολίτης δεν φοβόταν μόνο την εγκληματικότητα με την αφηρημένη έννοια, αλλά τον άνθρωπο της γειτονιάς που αποφάσιζε ποιος θα περάσει από ποιον δρόμο, ποιο μαγαζί θα πληρώσει «φόρο», ποιος νέος θα στρατολογηθεί και ποιος θα τιμωρηθεί επειδή δεν υπάκουσε.

Αυτή ήταν για χρόνια η πραγματικότητα στο Ελ Σαλβαδόρ, μια μικρή χώρα της Κεντρικής Αμερικής που είχε γίνει διεθνές παράδειγμα ακραίας εγκληματικότητας. Οι συμμορίες MS-13 και Barrio 18 δεν λειτουργούσαν απλώς ως εγκληματικές οργανώσεις. Σε πολλές περιοχές είχαν αποκτήσει χαρακτηριστικά παράλληλης εξουσίας. Έλεγχαν γειτονιές, επέβαλλαν κανόνες, εκβίαζαν επιχειρήσεις, απειλούσαν οικογένειες και ασκούσαν μια μορφή καθημερινής τυραννίας πάνω στους πιο αδύναμους.

Σε αυτό το περιβάλλον εξελέγη ο Ναγίμπ Μπουκέλε, το 2019, με την υπόσχεση να αντιμετωπίσει τη βία των συμμοριών. Η εκλογή του δεν συνέπεσε με το μεγάλο μακελειό που άλλαξε την πορεία της χώρας. Εκείνο ήρθε αργότερα, τον Μάρτιο του 2022, όταν ο Μπουκέλε ήταν ήδη σχεδόν τρία χρόνια στην εξουσία.

Ο πρόεδρος του Ελ Σαλβαδόρ, Ναγίμπ Μπουκέλε, απευθύνεται στους υποστηρικτές του έξω από τη Νομοθετική Συνέλευση. Σαν Σαλβαδόρ, 9 Φεβρουαρίου 2020. (MARVIN RECINOS/AFP μέσω Getty Images)

 

Η 26η Μαρτίου 2022 ήταν η ημέρα που το Ελ Σαλβαδόρ είδε ξανά, με τον πιο ωμό τρόπο, τι σήμαινε να υπάρχει ένα οργανωμένο εγκληματικό σύστημα ικανό να παραλύσει μια ολόκληρη κοινωνία. Μέσα σε 24 ώρες καταγράφηκαν 62 ανθρωποκτονίες, η πιο αιματηρή ημέρα στη χώρα εδώ και δεκαετίες. Συνολικά, το τριήμερο 25–27 Μαρτίου, σκοτώθηκαν 87 άνθρωποι. Σύμφωνα με το ερευνητικό μέσο El Faro, υψηλόβαθμες πηγές μέσα από τη MS-13 ανέλαβαν την ευθύνη για το κύμα δολοφονιών και το συνέδεσαν με την κατάρρευση παρασκηνιακών συνεννοήσεων μεταξύ συμμοριών και κυβέρνησης — ισχυρισμό που η κυβέρνηση Μπουκέλε αρνήθηκε.

Όποια και αν ήταν η αιτία του μακελειού, το μήνυμα ήταν σαφές: οι συμμορίες μπορούσαν ακόμη να σκοτώνουν μαζικά, να ανεβάζουν τον αριθμό των νεκρών μέσα σε λίγες ώρες και να στέλνουν ένα πολιτικό μήνυμα με πτώματα αθώων πολιτών. Δεν επρόκειτο για μια απλή έξαρση εγκληματικότητας. Ήταν επίδειξη ισχύος.

Η απάντηση του Μπουκέλε ήταν άμεση και εξαιρετικά σκληρή. Στις 27 Μαρτίου 2022, η Βουλή του Ελ Σαλβαδόρ ενέκρινε καθεστώς εξαίρεσης, το οποίο ανέστειλε ορισμένες συνταγματικές εγγυήσεις και έδωσε στις αρχές διευρυμένες εξουσίες για συλλήψεις, κρατήσεις και επιχειρήσεις εναντίον των συμμοριών. Το καθεστώς εξαίρεσης είχε αρχικά παρουσιαστεί ως προσωρινό μέτρο, αλλά παρατάθηκε επανειλημμένα και έγινε ο κεντρικός μηχανισμός της μεγάλης εκστρατείας κατά των συμμοριών.

Η επιχείρηση δεν ξεκίνησε από το μηδέν. Ήδη από τον Ιούνιο του 2019, λίγες ημέρες μετά την ανάληψη της προεδρίας, ο Μπουκέλε είχε ανακοινώσει το λεγόμενο Σχέδιο Εδαφικού Ελέγχου [Territorial Control Plan], ένα σχέδιο για την ανάκτηση του ελέγχου των περιοχών όπου κυριαρχούσαν οι συμμορίες. Το σχέδιο περιελάμβανε φάσεις για την ενίσχυση των σωμάτων ασφαλείας, την αντιμετώπιση της χρηματοδότησης των συμμοριών, την παρουσία στρατού και αστυνομίας σε κρίσιμες περιοχές και την αποκατάσταση της κρατικής κυριαρχίας σε γειτονιές όπου το κράτος είχε πρακτικά υποχωρήσει.

Μετά το μακελειό του Μαρτίου 2022, όμως, η πολιτική αυτή πέρασε σε άλλη κλίμακα. Οι συλλήψεις έγιναν μαζικές. Δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι συνελήφθησαν ως ύποπτοι για συμμετοχή ή σύνδεση με συμμορίες. Σύμφωνα με το Associated Press, μέχρι το τέλος του 2024 είχαν συλληφθεί πάνω από 83.000 άνθρωποι, ενώ ο ίδιος ο Μπουκέλε έχει δηλώσει ότι περίπου 8.000 αθώοι αφέθηκαν ελεύθεροι.

Το αποτέλεσμα, σε επίπεδο δημόσιας ασφάλειας, ήταν εντυπωσιακό. Το Ελ Σαλβαδόρ, που το 2015 είχε έναν από τους υψηλότερους δείκτες ανθρωποκτονιών στον κόσμο, με 105 ανθρωποκτονίες ανά 100.000 κατοίκους σύμφωνα με στοιχεία που αναφέρει η Human Rights Watch, είδε τη βία να μειώνεται θεαματικά μετά το 2019 και ιδίως μετά το 2022. Το 2024, η χώρα έκλεισε τη χρονιά με 114 ανθρωποκτονίες, αριθμό ιστορικά χαμηλό για το Ελ Σαλβαδόρ, με την κυβέρνηση να παρουσιάζει τη χώρα ως μία από τις ασφαλέστερες στο δυτικό ημισφαίριο.

Εδώ βρίσκεται και το κεντρικό πολιτικό και ηθικό ερώτημα της υπόθεσης Μπουκέλε. Οι επικριτές του λένε ότι στέρησε την ελευθερία από δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους, πολλοί από τους οποίους συνελήφθησαν χωρίς τις εγγυήσεις που προβλέπει ένα κανονικό κράτος δικαίου. Το επιχείρημα δεν είναι ασήμαντο. Οργανώσεις όπως η Human Rights Watch και η Amnesty International έχουν καταγγείλει μαζικές αυθαίρετες κρατήσεις, καταχρηστικές δίκες, κακομεταχείριση, ακόμη και θανάτους υπό κράτηση. Η Human Rights Watch έχει κάνει λόγο για αυθαίρετες συλλήψεις, εξαφανίσεις, βασανιστήρια ή άλλη κακομεταχείριση, καθώς και σοβαρές παραβιάσεις της διαδικασίας.

Φρουροί συνοδεύουν έναν νεοαφιχθέντα κρατούμενο στο Κέντρο Κράτησης Τρομοκρατών (CECOT) στην Τεκολούκα. Ελ Σαλβαδόρ,16 Μαρτίου 2025. (Κυβέρνηση του Ελ Σαλβαδόρ μέσω Getty Images)

 

Όμως η άλλη πλευρά του ερωτήματος είναι εξίσου κρίσιμη: τι είδους ελευθερία υπήρχε πριν για τους απλούς πολίτες;

Η ελευθερία δεν είναι μόνο το δικαίωμα ενός υπόπτου να προστατεύεται από αυθαίρετη κρατική σύλληψη. Είναι και το δικαίωμα ενός παιδιού να πάει σχολείο χωρίς να το πλησιάσει μια συμμορία. Είναι το δικαίωμα ενός πατέρα να ανοίξει μαγαζί χωρίς να πληρώνει εκβιαστικά χρήματα. Είναι το δικαίωμα μιας μητέρας να περάσει από μια γειτονιά χωρίς να κινδυνεύει επειδή βρίσκεται σε «λάθος» περιοχή. Είναι το δικαίωμα μιας κοινωνίας να μην κυβερνάται από μαφιόζους.

Στο Ελ Σαλβαδόρ, για χρόνια, αυτή η ελευθερία είχε καταλυθεί. Οι συμμορίες δεν αφαιρούσαν μόνο ζωές. Αφαιρούσαν τον δημόσιο χώρο. Αφαιρούσαν την εμπιστοσύνη. Αφαιρούσαν την καθημερινή δυνατότητα των πολιτών να ζουν χωρίς φόβο. Και όταν μια εγκληματική μειοψηφία στερεί την ελευθερία από τη μεγάλη πλειοψηφία, τότε το κράτος δεν μπορεί να μένει ουδέτερο. Η απραξία δεν είναι σεβασμός των δικαιωμάτων. Είναι εγκατάλειψη των νομοταγών πολιτών.

Αυτό εξηγεί γιατί ο Μπουκέλε έχει ακόμη τόσο μεγάλη λαϊκή αποδοχή στο εσωτερικό της χώρας, παρά τη σκληρή διεθνή κριτική. Ένας εξωτερικός παρατηρητής θα δει πρώτα τις σκληρές συνθήκες που επικρατούν στις φυλακές, τις μαζικές συλλήψεις, τις εικόνες χιλιάδων κρατουμένων με ξυρισμένα κεφάλια. Για έναν κάτοικο, όπως, που ζούσε χρόνια υπό τον έλεγχο των συμμοριών, αυτό που ξεχωρίζει είναι ότι μπορεί πλέον να περπατήσει, να δουλέψει, να μετακινηθεί και να ζήσει χωρίς τον ίδιο τρόμο. Αυτή η εμπειρία εξηγεί πολύ περισσότερα από οποιαδήποτε θεωρητική συζήτηση.

Η περίπτωση Μπουκέλε δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ούτε με αφέλεια ούτε με ιδεολογικά γυαλιά. Δεν αρκεί να πει κανείς ότι «η ασφάλεια επέστρεψε», άρα όλα δικαιολογούνται. Ένα κράτος που αποκτά έκτακτες εξουσίες πρέπει κάποια στιγμή να λογοδοτήσει για το πώς τις χρησιμοποίησε. Αν υπάρχουν αθώοι στη φυλακή, πρέπει να απελευθερωθούν. Αν υπήρξαν βασανιστήρια ή θάνατοι υπό κράτηση, πρέπει να ερευνηθούν. Αν η εξαίρεση γίνει μόνιμη κανονικότητα, τότε υπάρχει πάντα ο κίνδυνος το κράτος που νίκησε τις συμμορίες να συνηθίσει να λειτουργεί χωρίς όρια. Αλλά υπάρχει και η αντίστροφη αφέλεια: να μιλά κανείς για ελευθερία μόνο όταν παρεμβαίνει το κράτος και να την ξεχνά όταν ο πολίτης ζει υπό τον φόβο του εγκληματία. Η ανομία δεν είναι ελευθερία. Είναι μια άλλη μορφή τυραννίας. Και πολλές φορές είναι πιο άμεση, πιο ωμή και πιο καθημερινή από την κρατική αυθαιρεσία.

Το Ελ Σαλβαδόρ αποτελεί ένα παγκόσμιο παράδειγμα ενός δύσκολου διλήμματος. Από τη μία πλευρά, η πολιτική Μπουκέλε έδειξε ότι όταν το κράτος αποφασίσει να ανακτήσει το μονοπώλιο της βίας, μπορεί να διαλύσει εγκληματικές δομές που έμοιαζαν ανίκητες. Από την άλλη, η ίδια πολιτική έδειξε ότι η νίκη επί του εγκλήματος μπορεί να συνοδευτεί από σοβαρούς κινδύνους για τις θεσμικές εγγυήσεις. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν οι κοινωνίες χρειάζονται ασφάλεια. Χωρίς ασφάλεια, η ελευθερία γίνεται προνόμιο όσων μπορούν να πληρώσουν προστασία ή να ζήσουν μακριά από τις επικίνδυνες περιοχές. Το πραγματικό ερώτημα είναι πώς μπορεί ένα κράτος να προστατεύσει τους πολίτες του αποφασιστικά, χωρίς να μετατρέψει την έκτακτη ανάγκη σε μόνιμο τρόπο διακυβέρνησης.

Στην περίπτωση του Ελ Σαλβαδόρ, ένα πράγμα είναι βέβαιο: οι συμμορίες στέρησαν την ελευθερία από πολύ περισσότερους ανθρώπους από όσους συνέλαβε το κράτος. Για χρόνια, ολόκληρες κοινότητες ζούσαν υπό καθεστώς φόβου. Η καταστολή αυτής της βίαιης μειοψηφίας έδωσε σε εκατομμύρια ανθρώπους κάτι που είχαν ξεχάσει: την αίσθηση ότι ο δρόμος, η γειτονιά, το μαγαζί, το σχολείο και το σπίτι τους ανήκουν στους ίδιους.

Αυτό είναι το δυνατότερο επιχείρημα υπέρ του Μπουκέλε. Όχι ότι κάθε μέτρο του ήταν σωστό. Όχι ότι δεν υπάρχουν σοβαρές καταγγελίες που πρέπει να εξεταστούν. Αλλά ότι σε μια κοινωνία όπου οι εγκληματίες είχαν γίνει άτυποι κυβερνήτες, η αποκατάσταση της τάξης δεν ήταν πολυτέλεια. Ήταν προϋπόθεση ελευθερίας.

Το μάθημα του Ελ Σαλβαδόρ είναι σκληρό, αλλά σαφές: όταν το κράτος υποχωρεί, δεν γεννιέται απαραίτητα ελευθερία. Συχνά δημιουργείται χώρος για να κυβερνήσουν οι πιο βίαιοι. Και όταν οι πιο βίαιοι κυβερνούν, οι πρώτοι που χάνουν την ελευθερία τους είναι πάντα οι απλοί, νομοταγείς πολίτες.

Οι απόψεις που διατυπώνονται στο παρόν άρθρο δεν αντικατοπτρίζουν κατ’ ανάγκην τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.

ΗΠΑ: Τα ασυνόδευτα παιδιά που χάνονται μέσα στο σύστημα

Στις 11 Ιουνίου 2026, στην Ουάσιγκτον, το υπουργείο Δικαιοσύνης των Ηνωμένων Πολιτειών φιλοξένησε κοινή συνέντευξη Τύπου του DOJ, του DHS και του HHS με αντικείμενο τις προσπάθειες εντοπισμού και προστασίας ασυνόδευτων παιδιών μεταναστών. Σύμφωνα με την επίσημη καταχώρηση του DOJ, ο υπηρεσιακός υπουργός Δικαιοσύνης Τοντ Μπλανς [Todd Blanche] και ο υπουργός Εσωτερικής Ασφάλειας Μαρκγουέιν Μάλλιν [Markwayne Mullin] παρουσίασαν μια κυβερνητική προσπάθεια για τον εντοπισμό ασυνόδευτων ανηλίκων και για τη δίωξη όσων φέρονται να εκμεταλλεύτηκαν το σύστημα χορηγών.

Η δήλωση που προκάλεσε τη μεγαλύτερη αίσθηση ήταν εκείνη του Μάλλιν. Όπως μετέδωσε το Spectrum News, οι αμερικανικές αρχές ανέφεραν ότι περίπου 146.000 παιδιά έχουν εντοπιστεί, ενώ σχεδόν 300.000 παραμένουν εκτός αποτελεσματικής παρακολούθησης. Ο Μάλλιν είπε επίσης ότι οι αρχές ερευνούν αναφορές παιδιών που κατήγγειλαν ότι είχαν βιαστεί «600 έως 700 φορές».

Πέρα από την ένταση της πολιτικής φράσης, το ουσιαστικό ερώτημα παραμένει αμείλικτο. Πώς είναι δυνατόν ένα κράτος να παραλαμβάνει ένα παιδί, να το μεταφέρει σε κρατική δομή, να το απελευθερώνει σε έναν ενήλικο χορηγό και στη συνέχεια να μην έχει αξιόπιστο τρόπο να γνωρίζει αν το παιδί είναι ασφαλές;

Η υπόθεση δεν αφορά μόνο τη μετανάστευση. Αφορά γενικότερα την προστασία των ανηλίκων. Αφορά το όριο ανάμεσα στη γραφειοκρατική αμέλεια και στην ηθική ευθύνη. Αφορά παιδιά που πέρασαν τα σύνορα χωρίς γονείς, χωρίς δικηγόρους, χωρίς σταθερό περιβάλλον, συχνά χωρίς να γνωρίζουν τη γλώσσα και χωρίς να μπορούν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους απέναντι σε ενήλικες — διακινητές, εργοδότες ή δήθεν «συγγενείς».

Τα στοιχεία που είχαν προηγηθεί των δηλώσεων Μάλλιν ήταν ήδη ανησυχητικά. Έκθεση του Γραφείου Γενικού Επιθεωρητή του DHS, που εκδόθηκε τον Αύγουστο του 2024, ανέφερε ότι ο ICE δεν μπορούσε να παρακολουθεί την τοποθεσία και την κατάσταση όλων των ασυνόδευτων παιδιών που είχαν απελευθερωθεί από την επιμέλεια του DHS και του HHS. Σύμφωνα με την έκθεση, από το οικονομικό έτος 2019 έως το 2023, ο ICE μετέφερε περισσότερα από 448.000 ασυνόδευτα παιδιά στο HHS. Έως τον Μάιο του 2024, περισσότερα από 291.000 δεν είχαν λάβει κλήση για ημερομηνία προσέλευσης σε δικαστήριο μετανάστευσης.

Αυτοί οι αριθμοί περιγράφουν μια βαθιά αδυναμία του συστήματος παρακολούθησης. Δεν είναι απλώς «χαρτιά» που λείπουν από έναν φάκελο. Όταν το αντικείμενο του φακέλου είναι ένα παιδί, η χαμένη επαφή μπορεί να σημαίνει απώλεια προστασίας. Μπορεί να σημαίνει ότι κανείς δεν γνωρίζει αν το παιδί πηγαίνει σχολείο, αν εργάζεται παράνομα, αν μένει στο σπίτι που δηλώθηκε, αν απειλείται, αν κακοποιείται ή αν έχει πέσει σε δίκτυο εκμετάλλευσης.

Το πρόβλημα φαίνεται ακόμη πιο σοβαρό όταν εξετάσει κανείς το σύστημα των χορηγών. Το αμερικανικό νομικό πλαίσιο προβλέπει ότι το Office of Refugee Resettlement πρέπει να αξιολογεί την καταλληλότητα ενός χορηγού πριν απελευθερώσει ένα ασυνόδευτο παιδί στην επιμέλειά του. Η αξιολόγηση αφορά, μεταξύ άλλων, την ταυτότητα του χορηγού, τη σχέση του με το παιδί, το περιβάλλον κατοικίας και πιθανούς κινδύνους για την ασφάλεια του ανηλίκου.

Όμως οι ίδιες οι αμερικανικές ελεγκτικές αρχές κατέγραψαν σοβαρά κενά. Έκθεση του HHS Office of Inspector General, τον Φεβρουάριο του 2024, διαπίστωσε ότι στο 16% των φακέλων παιδιών έλειπε τεκμηρίωση ότι είχαν γίνει οι απαιτούμενοι έλεγχοι ασφαλείας των χορηγών. Στο 19% των περιπτώσεων όπου παιδιά απελευθερώθηκαν με εκκρεμείς ελέγχους δακτυλικών αποτυπωμάτων FBI ή μητρώων κακοποίησης και παραμέλησης παιδιών, οι φάκελοι δεν ενημερώθηκαν με τα τελικά αποτελέσματα. Στο 35% των φακέλων υπήρχαν προβλήματα αναγνωσιμότητας στα έγγραφα ταυτότητας που υπέβαλαν οι χορηγοί.

Αυτό σημαίνει ότι, σε αρκετές περιπτώσεις, παιδιά παραδόθηκαν σε ενήλικες χωρίς το κράτος να είχε πλήρως τεκμηριώσει ότι οι άνθρωποι αυτοί είχαν ελεγχθεί όπως έπρεπε. Σε μια πολιτική συζήτηση, αυτό μπορεί να ακουστεί ως «διοικητική αστοχία». Στη ζωή ενός παιδιού, μπορεί να αποδειχθεί μοιραίο.

Η υπόθεση του Χουάν Τιουλ Σι [Juan Tiul Xi] δείχνει πόσο πραγματικός ήταν ο κίνδυνος. Σύμφωνα με ανακοίνωση του αμερικανικού υπουργείου Δικαιοσύνης, ο Σι, υπήκοος Γουατεμάλας, δήλωσε ένοχος στην κατηγορία για υποβοήθηση  διακίνησης παιδιού στις ΗΠΑ και για υποβολή ψευδούς αίτησης χορηγίας, ισχυριζόμενος ότι ήταν αδελφός του παιδιού. Όταν απέκτησε την επιμέλεια, το κακοποίησε σεξουαλικά. Καταδικάστηκε σε οκταετή πολιτειακή κάθειρξη για σεξουαλική επίθεση και σε επιπλέον 26 μήνες ομοσπονδιακής φυλάκισης.

Η συγκεκριμένη υπόθεση δεν είναι μια αφηρημένη στατιστική. Είναι το πρόσωπο πίσω από το πρόβλημα. Ένα παιδί πέρασε από το σύστημα, ένας ενήλικος εμφανίστηκε ως συγγενής, η αίτηση εγκρίθηκε και το παιδί κατέληξε στα χέρια κάποιου που το κακοποίησε. Εκεί βρίσκεται η καρδιά του σκανδάλου: όχι μόνο στο αν κάποιοι παραβίασαν τον νόμο, αλλά στο ότι ένα σύστημα που υπήρχε για να προστατεύει παιδιά άφησε ανοιχτή την πόρτα στην εκμετάλλευσή τους.

Στην ίδια συνέντευξη Τύπου, οι αμερικανικές αρχές αναφέρθηκαν και στους λεγόμενους «υπερχορηγούς» — πρόσωπα, διευθύνσεις ή οργανισμούς που εμφανίζονταν να έχουν αναλάβει περισσότερα από τρία ασυνόδευτα παιδιά. Σύμφωνα με το Spectrum News, η υπηρεσιακή διευθύντρια του ORR, Άντζι Σαλαζάρ [Angie Salazar], ανέφερε ότι είχαν εντοπιστεί περισσότερες από 81.000 διευθύνσεις που χρησιμοποιήθηκαν επανειλημμένα για χορηγίες παιδιών, ενώ μίλησε και για δεκάδες χιλιάδες περιπτώσεις όπου έλειπαν υποχρεωτικοί έλεγχοι ασφαλείας.

Η εικόνα που προκύπτει είναι ενός συστήματος που, υπό πίεση, άρχισε να λειτουργεί σαν μηχανισμός γρήγορης μεταφοράς φακέλων. Παιδιά έφταναν στα σύνορα, καταγράφονταν, περνούσαν σε ομοσπονδιακή επιμέλεια και στη συνέχεια απελευθερώνονταν σε χορηγούς. Η ταχύτητα έγινε προτεραιότητα, με την ασφάλεια, σε πολλές περιπτώσεις, να περνά σε δεύτερο πλάνο.

Το Associated Press είχε ήδη μεταδώσει, με βάση την έκθεση του HHS OIG, ότι η κυβέρνηση δυσκολεύτηκε να ελέγξει και να παρακολουθήσει σπίτια στα οποία τοποθετήθηκαν παιδιά μετά την αύξηση των αφίξεων το 2021. Το ρεπορτάζ ανέφερε ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν υπήρχαν βασικοί έλεγχοι ασφαλείας, όπως έλεγχοι διεύθυνσης ή ποινικού ιστορικού, ενώ οι μεταγενέστερες κλήσεις παρακολούθησης καθυστερούσαν σημαντικά.

Η προστασία των παιδιών δεν μπορεί να είναι ζήτημα κομματικής ευκολίας. Δεν μπορεί να εξαρτάται από το αν το παιδί είναι Αμερικανός πολίτης, μετανάστης, πρόσφυγας ή ασυνόδευτος ανήλικος χωρίς χαρτιά. Ένα παιδί που βρίσκεται μόνο του σε ξένη χώρα δεν παύει να είναι παιδί. Η ευθύνη του κράτους απέναντί του δεν μειώνεται επειδή η πολιτική συζήτηση γύρω από τη μετανάστευση είναι φορτισμένη.

Στις 26 Ιουνίου 2026, δημοσιεύθηκε στο Federal Register πρόταση τροποποίησης του θεμελιώδους κανονισμού για το πρόγραμμα ασυνόδευτων παιδιών. Η πρόταση προβλέπει νέες απαιτήσεις για απόδειξη εισοδήματος, αυστηρότερους ελέγχους ιστορικού και σαφέστερη τεκμηρίωση ταυτότητας των πιθανών χορηγών. Η ίδια η ύπαρξη αυτής της πρότασης δείχνει ότι το πρόβλημα δεν είναι θεωρητικό· οι αμερικανικές αρχές αναγνωρίζουν ότι το πλαίσιο χρειαζόταν ενίσχυση.

Η πολιτική αντιπαράθεση στις ΗΠΑ θα συνεχιστεί. Οι μεν θα μιλούν για αποτυχία της προηγούμενης κυβέρνησης και για ανοιχτά σύνορα. Οι δε θα προειδοποιούν για υπερβολές στη ρητορική και για τον κίνδυνο εργαλειοποίησης του μεταναστευτικού. Όμως μπροστά σε ένα παιδί που κακοποιήθηκε, αυτά τα επιχειρήματα συρρικνώνονται.

Υπάρχουν στιγμές όπου μια κοινωνία κρίνεται όχι από το πόσο αποτελεσματικά υπερασπίζεται τους ισχυρούς, αλλά από το αν μπορεί να προστατεύσει όσους δεν έχουν φωνή. Τα ασυνόδευτα παιδιά είναι ακριβώς αυτή η περίπτωση. Δεν ψηφίζουν, δεν έχουν πολιτική δύναμη, δεν έχουν μέσα ενημέρωσης, δεν έχουν λόμπι, δεν έχουν γονείς δίπλα τους να χτυπήσουν την πόρτα των αρχών. Αν χαθούν, χάνονται σιωπηλά.

Γι’ αυτό η υπόθεση των ασυνόδευτων παιδιών στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι απλώς ένα ακόμη θέμα μεταναστευτικής πολιτικής. Είναι ένα τεστ ηθικής τάξης. Είναι η στιγμή που ένα κράτος πρέπει να αποδείξει ότι η γραφειοκρατία του δεν είναι ισχυρότερη από την αξία της ανθρώπινης ζωής. Είναι η στιγμή που η επιβολή του νόμου, η παιδική προστασία και η αλήθεια πρέπει να σταθούν πάνω από την πολιτική σκοπιμότητα.

Γιατί όταν ένα παιδί παραδίδεται σε έναν άγνωστο ενήλικο χωρίς επαρκή έλεγχο, όταν οι υπηρεσίες δεν γνωρίζουν πού βρίσκεται, όταν οι καταγγελίες κακοποίησης μένουν θαμμένες μέσα σε φακέλους, τότε η αποτυχία δεν είναι μόνο διοικητική. Είναι ανθρώπινη.

Και μια κοινωνία που δεν μπορεί να προστατεύσει τα παιδιά της — ή τα παιδιά που βρέθηκαν στην ευθύνη της — δεν έχει απλώς πρόβλημα πολιτικής. Έχει πρόβλημα συνείδησης.

Οι απόψεις που διατυπώνονται στο παρόν άρθρο δεν αντικατοπτρίζουν κατ’ ανάγκην τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.

Αφγανιστάν: Η σιωπή της Δύσης μπροστά στην εξαφάνιση των γυναικών

Υπάρχουν ειδήσεις που συγκλονίζουν για λίγες ώρες και μετά χάνονται μέσα στον θόρυβο της επικαιρότητας. Και υπάρχουν πραγματικότητες που δεν είναι πια «είδηση», επειδή έχουν γίνει καθεστώς. Το Αφγανιστάν των Ταλιμπάν ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Εκεί, η καταπίεση των γυναικών δεν είναι μεμονωμένο περιστατικό ούτε μια σειρά αυθαιρεσιών κάποιων τοπικών αρχών. Είναι πολιτική. Είναι σύστημα. Είναι μια οργανωμένη προσπάθεια να αφαιρεθεί από τις γυναίκες η μόρφωση, η εργασία, η δημόσια παρουσία, η φωνή και τελικά η ίδια η δυνατότητα να υπάρξουν ως αυτόνομα πρόσωπα.

Από την επιστροφή των Ταλιμπάν στην εξουσία, τον Αύγουστο του 2021, οι γυναίκες και τα κορίτσια στο Αφγανιστάν έχουν δει τον χώρο της ζωής τους να μικραίνει βήμα προς βήμα. Πρώτα ήρθε ο αποκλεισμός των κοριτσιών από τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Έπειτα ήρθε ο αποκλεισμός των γυναικών από τα πανεπιστήμια. Ακολούθησαν περιορισμοί στην εργασία, στην κυκλοφορία, στην πρόσβαση σε δημόσιους χώρους, ακόμη και στον τρόπο με τον οποίο μπορούν να φαίνονται ή να ακούγονται έξω από το σπίτι.

Η UNESCO αναφέρει ότι το Αφγανιστάν είναι η μοναδική χώρα στον κόσμο όπου η δευτεροβάθμια και η ανώτερη εκπαίδευση απαγορεύονται αυστηρά στα κορίτσια και στις γυναίκες. Σύμφωνα με τον οργανισμό, περίπου 2,2 εκατομμύρια κορίτσια και γυναίκες έχουν αποκλειστεί από το σχολείο πέρα από την πρωτοβάθμια βαθμίδα. Αυτό από μόνο του θα έπρεπε να αποτελεί διεθνές σκάνδαλο πρώτης γραμμής. Δεν πρόκειται για ένα εκπαιδευτικό πρόβλημα, αλλά για τη μαζική αφαίρεση του μέλλοντος από μια ολόκληρη γενιά. 

Η UNICEF προειδοποίησε τον Απρίλιο του 2026 ότι οι περιορισμοί στην εκπαίδευση των κοριτσιών και στην εργασία των γυναικών μπορεί να οδηγήσουν, έως το 2030, στην απώλεια έως και 20.000 γυναικών εκπαιδευτικών και 5.400 εργαζομένων στον τομέα της υγείας. Η συνέπεια είναι διπλή. Από τη μία πλευρά, λιγότερα κορίτσια θα μπορούν να μορφωθούν. Από την άλλη, λιγότερες γυναίκες θα μπορούν να έχουν πρόσβαση σε γυναίκες γιατρούς, νοσηλεύτριες και μαίες, σε μια κοινωνία όπου η εξέταση από άνδρα γιατρό μπορεί να είναι κοινωνικά ή πρακτικά απαγορευτική. 

Στα τέλη του 2024, οι Ταλιμπάν απαγόρευσαν στις γυναίκες την ιατρική εκπαίδευση σε ιδιωτικά ιδρύματα. Η Human Rights Watch σημείωσε τότε ότι έκλεισε ένα από τα τελευταία παράθυρα που είχαν απομείνει για την εκπαίδευση μεγαλύτερων κοριτσιών και γυναικών. Η απαγόρευση δεν αφορά μόνο το δικαίωμα μιας γυναίκας να σπουδάσει. Αφορά το αν, αύριο, θα υπάρχουν γυναίκες μαίες, γυναίκες νοσηλεύτριες, γυναίκες εργαζόμενες στην υγεία για να φροντίσουν άλλες γυναίκες. 

Εδώ βρίσκεται η βαθύτερη βαρβαρότητα του καθεστώτος. Στο Αφγανιστάν δεν απαγορεύεται απλώς η εκπαίδευση των κοριτσιών. Απαγορεύεται σταδιακά η ίδια η ύπαρξη της γυναίκας ως αυτόνομου ανθρώπου.

Τον Αύγουστο του 2024, οι Ταλιμπάν επικύρωσαν νέο «νόμο περί αρετής και αποτροπής της κακίας», ο οποίος ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τους περιορισμούς στην καθημερινή ζωή. Η αποστολή του ΟΗΕ στο Αφγανιστάν προειδοποίησε τότε ότι ο νόμος διευρύνει τους ήδη αφόρητους περιορισμούς στα δικαιώματα των γυναικών και των κοριτσιών, φτάνοντας στο σημείο να θεωρείται το άκουσμα γυναικείας φωνής έξω από το σπίτι ηθικό παράπτωμα. 

Αυτή η πολιτική δεν μένει στα χαρτιά. Τον Ιούνιο του 2026, στην πόλη Χεράτ, δεκάδες γυναίκες συνελήφθησαν για παραβίαση του ενδυματολογικού κώδικα. Όταν πολίτες συγκεντρώθηκαν για να διαμαρτυρηθούν, οι δυνάμεις των Ταλιμπάν κατέστειλαν τη διαδήλωση δια της βίας. Η Human Rights Watch ανέφερε ότι οι Ταλιμπάν χρησιμοποίησαν υπερβολική βία εναντίον διαδηλωτών, ενώ ειδικοί του ΟΗΕ καταδίκασαν τις συλλήψεις και τη χρήση βίας. Σύμφωνα με διεθνή ρεπορτάζ, υπήρξαν νεκροί και τραυματίες. 

Παράλληλα, υποθέσεις όπως εκείνη της Αμπίντα [Abida] στην επαρχία Γκορ δείχνουν το σκοτεινό υπόστρωμα μιας κοινωνίας όπου οι γυναίκες βρίσκονται χωρίς ουσιαστική προστασία. Το 2025, αφγανικά μέσα ενημέρωσης μετέδωσαν ότι η νεαρή γυναίκα πέθανε αυτοπυρπολούμενη, επειδή φέρεται να πιέστηκε σε γάμο με συγγενή μέλους των Ταλιμπάν. Ο ειδικός εισηγητής του ΟΗΕ για την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο Αφγανιστάν, Richard Bennett, ζήτησε έρευνα και λογοδοσία για την υπόθεση.

Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο η εκπαίδευση. Είναι ολόκληρη η αρχιτεκτονική της ζωής. Ποιος μπορεί να βγει από το σπίτι. Ποιος μπορεί να εργαστεί. Ποιος μπορεί να ταξιδέψει. Ποιος μπορεί να μιλήσει. Ποιος μπορεί να σπουδάσει. Ποιος μπορεί να προσφύγει στη δικαιοσύνη. Ποιος θεωρείται πλήρες ανθρώπινο πρόσωπο και ποιος θεωρείται ύπαρξη υπό επιτήρηση.

Γι’ αυτό και οργανώσεις και ειδικοί του ΟΗΕ έχουν χρησιμοποιήσει τον όρο «έμφυλο απαρτχάιντ» (gender apartheid) για να περιγράψουν την κατάσταση. Το 2023, ειδικοί του ΟΗΕ ανέφεραν ότι η μεταχείριση των γυναικών και των κοριτσιών από τους Ταλιμπάν μπορεί να ισοδυναμεί με «έμφυλο απαρτχάιντ», δηλαδή με ένα σύστημα διαχωρισμού, αποκλεισμού και υποταγής με βάση το φύλο. Η UN Women έχει χαρακτηρίσει την κατάσταση στο Αφγανιστάν ως τη σοβαρότερη κρίση των γυναικείων δικαιωμάτων στον κόσμο. 

Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο προχώρησε ακόμη περισσότερο. Τον Ιούλιο του 2025, εξέδωσε εντάλματα σύλληψης κατά του ανώτατου ηγέτη των Ταλιμπάν, Χαϊμπατουλλάχ Αχουντζαντά [Haibatullah Akhundzada], και του επικεφαλής της δικαιοσύνης τους, Αβδούλ Χακίμ Χακκανί [Abdul Hakim Haqqani], για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας που σχετίζονται με τη δίωξη γυναικών, κοριτσιών και άλλων προσώπων με βάση το φύλο. Η υπόθεση αυτή δείχνει ότι το πρόβλημα δεν είναι αόριστο ή ρητορικό. Έχει πλέον περάσει και στο πεδίο της διεθνούς ποινικής ευθύνης. 

Και εδώ αρχίζει το ερώτημα που αφορά τη Δύση.

Δεν είναι ακριβές ότι κανείς δεν μιλά. ΟΗΕ, UNICEF, UNESCO, UN Women, Human Rights Watch, Amnesty International και άλλοι οργανισμοί έχουν εκδώσει εκθέσεις, ανακοινώσεις και προειδοποιήσεις. Το πρόβλημα είναι ότι αυτές οι ανακοινώσεις δεν μετατρέπονται σε ανάλογη δημόσια πίεση. Δεν παράγουν πολιτικό κόστος. Δεν γεννούν μαζική κοινωνική κινητοποίηση. Δεν καταλαμβάνουν για ημέρες τα πρωτοσέλιδα. Δεν γίνονται ηθικό τελεσίγραφο προς κυβερνήσεις που δηλώνουν ότι υπερασπίζονται τα δικαιώματα των γυναικών.

Για άλλα ζητήματα, η Δύση υψώνει τη φωνή της· οργανώνει καμπάνιες, ψηφίσματα, δημόσιες δηλώσεις, διαδηλώσεις, πανεπιστημιακές κινητοποιήσεις, πολιτιστικές πρωτοβουλίες. Στην περίπτωση του Αφγανιστάν, όμως, η φρίκη έχει γίνει σχεδόν συνηθισμένη. Η καταπίεση των γυναικών καταγράφεται, καταδικάζεται, αρχειοθετείται και μετά αντικαθίσταται από το επόμενο θέμα.

Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι, την ίδια στιγμή που οι διεθνείς οργανισμοί μιλούν για συστηματική καταπίεση, ευρωπαϊκοί θεσμοί αναζητούν πρακτικούς διαύλους επικοινωνίας με τους Ταλιμπάν. Στις 23 Ιουνίου 2026, αντιπροσωπεία των Ταλιμπάν συμμετείχε σε κλειστές συνομιλίες με αξιωματούχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις Βρυξέλλες, με αντικείμενο κυρίως τις προξενικές υπηρεσίες και τις επιστροφές Αφγανών μεταναστών. Η ΕΕ και το Βέλγιο τόνισαν ότι δεν αναγνωρίζουν την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, όμως η ίδια η συνάντηση προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και Αφγανές ακτιβίστριες. 

Αυτή είναι η αντίφαση: από τη μία, η Δύση δηλώνει ότι υπερασπίζεται τα δικαιώματα των γυναικών. Από την άλλη, όταν ένα καθεστώς αποκλείει τις γυναίκες από το σχολείο, την εργασία, την υγεία και τη δημόσια ζωή, η αντίδραση παραμένει περιορισμένη, τεχνική, διπλωματική, συχνά άτονη. Αντί να συζητείται πρώτα πώς θα πιεστούν οι Ταλιμπάν για τα δικαιώματα των γυναικών, συζητείται πώς θα οργανωθούν επιστροφές ανθρώπων σε μια χώρα όπου οι θεμελιώδεις ελευθερίες έχουν καταρρεύσει.

Το Αφγανιστάν είναι σήμερα ένας καθρέφτης. Δείχνει όχι μόνο τη σκληρότητα των Ταλιμπάν, αλλά και τα όρια της δυτικής ευαισθησίας. Δείχνει πόσο εύκολα τα ανθρώπινα δικαιώματα μπορούν να γίνουν επιλεκτικά. Πόσο εύκολα μια τραγωδία μπορεί να θεωρηθεί «μακρινή». Πόσο γρήγορα η διεθνής κοινή γνώμη συνηθίζει ακόμη και την πιο ακραία αδικία, όταν αυτή δεν ταιριάζει στις προτεραιότητες της ημέρας.

Αν τα δικαιώματα των γυναικών είναι οικουμενική αξία, τότε η αδυναμία της Αφγανής μαθήτριας να πάει σχολείο πρέπει να δονεί τη Δύση με την ίδια ηθική ένταση όπως και κάθε άλλη περίπτωση παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτω. Αν η ελευθερία είναι πραγματική αρχή και όχι επικοινωνιακό σύνθημα, τότε η γυναίκα στην οποία απαγορεύεται να εργαστεί, να σπουδάσει, να κυκλοφορήσει ή να ακουστεί δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως δευτερεύουσα είδηση.

Στο Αφγανιστάν, οι γυναίκες δεν εξαφανίζονται απότομα. Εξαφανίζονται με διατάγματα, απαγορεύσεις, συλλήψεις, φόβο, σιωπή και διεθνή κόπωση. Και ίσως αυτό να είναι το πιο ανησυχητικό: ότι μία χώρα σβήνει το ένα από τα δύο φύλα χωρίς να κρύβεται, και ο κόσμος έχει ήδη αρχίσει να αλλάζει θέμα.

Οι απόψεις που διατυπώνονται στο παρόν άρθρο δεν αντικατοπτρίζουν κατ’ ανάγκην τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.

Πολωνία, Ουγγαρία, Σλοβακία: Το μοντέλο της «κλειστής πόρτας» στο μεταναστευτικό και το ερώτημα της ασφάλειας

Το μεταναστευτικό έχει εξελιχθεί σε ένα από τα πιο κρίσιμα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα της Ευρώπης. Δεν αφορά μόνο την οικονομία, την αγορά εργασίας ή το Διεθνές Δίκαιο. Αφορά και την ασφάλεια, την κοινωνική συνοχή, τη δυνατότητα ένταξης, αλλά και το κατά πόσο οι ίδιες οι κοινωνίες έχουν λόγο για το ποιοι εισέρχονται, με ποιους όρους και με ποιες υποχρεώσεις.

Στον δημόσιο διάλογο κυριαρχούν συχνά δύο ακραίες προσεγγίσεις. Από τη μία, η αντίληψη ότι κάθε αυστηρή μεταναστευτική πολιτική είναι αυτομάτως ξενοφοβική. Από την άλλη, η γενίκευση ότι η εγκληματικότητα ή η αποσταθεροποίηση οφείλονται συλλογικά σε συγκεκριμένες θρησκείες, φυλές ή εθνικές ομάδες. Καμία από τις δύο προσεγγίσεις δεν βοηθά σε μια σοβαρή συζήτηση. Το πραγματικό ερώτημα είναι πιο συγκεκριμένο: μπορεί ένα κράτος να προστατεύει τα σύνορά του, να ελέγχει ποιοι εισέρχονται, να απαιτεί ένταξη και σεβασμό στους νόμους, χωρίς να καταργεί την ανθρωπιστική του ευθύνη;

Η Πολωνία, η Ουγγαρία και η Σλοβακία προσφέρουν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα χωρών που αρνήθηκαν να ακολουθήσουν το μοντέλο της μαζικής, ανεξέλεγκτης ή πολιτικά επιβεβλημένης μετεγκατάστασης μεταναστών. Οι κυβερνήσεις τους, με διαφορετικό ύφος και θεσμικό πλαίσιο η καθεμία, έχουν υποστηρίξει ότι η μεταναστευτική πολιτική δεν μπορεί να επιβάλλεται μηχανικά από τις Βρυξέλλες, αλλά πρέπει να λαμβάνει υπ’ όψιν την εθνική ασφάλεια, τα σύνορα, τη δημογραφική πραγματικότητα και την κοινωνική συνοχή.

Η Πολωνία είναι η πιο ενδιαφέρουσα περίπτωση, γιατί δεν μπορεί εύκολα να παρουσιαστεί ως χώρα που «δεν δέχεται κανέναν». Μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η Πολωνία υποδέχθηκε τεράστιο αριθμό Ουκρανών προσφύγων. Σύμφωνα με στοιχεία της UNHCR, στις 10 Μαρτίου 2026 υπήρχαν περίπου 966.000 πρόσφυγες από την Ουκρανία με ενεργή καταγραφή προσωρινής προστασίας στην Πολωνία, ενώ συνολικά πάνω από 2 εκατομμύρια είχαν υποβάλει αίτηση για προσωρινή προστασία. Αυτό δείχνει ότι η πολωνική πολιτική δεν είναι απλώς «καμία υποδοχή», αλλά μια πολιτική διάκρισης ανάμεσα σε γειτονικούς πρόσφυγες πολέμου και σε υποχρεωτικές μετεγκαταστάσεις πληθυσμών από άλλες διαδρομές μετανάστευσης. 

Την ίδια ώρα, η Βαρσοβία έχει αντιταχθεί επανειλημμένα στις υποχρεωτικές ποσοστώσεις και στις μετεγκαταστάσεις μεταναστών στο πλαίσιο του νέου Συμφώνου Μετανάστευσης και Ασύλου της ΕΕ. Ο πρωθυπουργός Ντόναλντ Τουσκ έχει δηλώσει ότι η Πολωνία δεν θα εφαρμόσει το Σύμφωνο με τρόπο που να αυξάνει τον αριθμό μεταναστών στη χώρα, επικαλούμενος και το βάρος που ήδη φέρει λόγω της Ουκρανίας. Παράλληλα, η Πολωνία αντιμετωπίζει πίεση στα ανατολικά της σύνορα, όπου η εργαλειοποίηση μεταναστευτικών ροών από τη Λευκορωσία και τη Ρωσία έχει αναγνωριστεί ως σοβαρό ζήτημα ασφαλείας από την πολωνική κυβέρνηση. 

Η Ουγγαρία ακολούθησε ακόμη πιο σκληρή γραμμή. Από το 2015 και μετά, η Βουδαπέστη μετέτρεψε το μεταναστευτικό σε κεντρικό ζήτημα εθνικής πολιτικής, κατασκευάζοντας φράχτες στα σύνορα και περιορίζοντας δραστικά την πρόσβαση στο άσυλο. Από το 2020, εφαρμόζεται ένα σύστημα σύμφωνα με το οποίο, πρακτικά, οι αιτήσεις ασύλου πρέπει να περνούν πρώτα από διαδικασία πρόθεσης σε ουγγρικές πρεσβείες εκτός της χώρας, γεγονός που έχει περιορίσει δραστικά τον αριθμό αιτήσεων. Το 2024, η Ουγγαρία είχε εξαιρετικά χαμηλό αριθμό αιτήσεων ασύλου, ενώ σύμφωνα με στοιχεία Eurostat που αναπαράγονται σε σχετικές βάσεις δεδομένων, το 2025 οι πρώτες αιτήσεις ασύλου στην Ουγγαρία ήταν μόλις 105, έναντι 11.155 στην Πολωνία και 130 στη Σλοβακία. 

Είναι ακριβές να πούμε ότι η Ουγγαρία έχει κάνει το σύστημα ασύλου και εγκατάστασης εξαιρετικά μη ελκυστικό για παράτυπες ή μη ελεγχόμενες ροές. Το ότι «έκοψε όλα τα κοινωνικά επιδόματα», ωστόσο, δεν είναι εξίσου και απόλυτα ακριβές. Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι οι παροχές προς αιτούντες άσυλο είναι περιορισμένες και συνδέονται κυρίως με υλικές συνθήκες υποδοχής, υγειονομική περίθαλψη και συγκεκριμένες υπηρεσίες, ενώ διάφορες επιμέρους ενισχύσεις έχουν ανασταλεί ή περιοριστεί. Η ουσία παραμένει: η Ουγγαρία δεν είναι μια χώρα ελκυστική για μετανάστες και έχει συγκρουστεί ανοιχτά με την ΕΕ επ’ αυτού. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης επέβαλε, το 2024, πρόστιμο 200 εκατ. ευρώ στην Ουγγαρία και επιπλέον ημερήσιο πρόστιμο, κρίνοντας ότι παραβίαζε το ευρωπαϊκό δίκαιο ασύλου. 

Η Σλοβακία αποτελεί μια διαφορετική, αλλά επίσης χαρακτηριστική περίπτωση. Η μουσουλμανική κοινότητα είναι μικρή και το Ισλάμ δεν έχει αναγνωριστεί ως επίσημη θρησκευτική κοινότητα, καθώς η νομοθεσία απαιτεί πολύ υψηλό αριθμό μελών για την κρατική αναγνώριση θρησκείας. Το 2016, η χώρα αύξησε το όριο στα 50.000 μέλη, κάτι που πρακτικά εμποδίζει την αναγνώριση του Ισλάμ ως επίσημης θρησκείας στη χώρα. Σύμφωνα με την έκθεση του αμερικανικού Στέιτ Ντιπάρτμεντ για τη θρησκευτική ελευθερία, η μουσουλμανική κοινότητα στη Σλοβακία έχει αναφέρει δυσκολίες ακόμη και στην έκδοση άδειας για την ίδρυση τεμένους ή χώρων λατρείας. 

Η διατύπωση, λοιπόν, ότι η Σλοβακία «δεν έχει ούτε ένα τέμενος» μπορεί να σταθεί, εφόσον αποδοθεί προσεκτικά: δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν καθόλου μουσουλμάνοι ή καθόλου χώροι προσευχής, αλλά ότι δεν υπάρχει επίσημα αναγνωρισμένο τζαμί όπως σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Αυτό συνδέεται με την επιλογή της Σλοβακίας να κρατήσει πολύ περιορισμένη τη θεσμική αναγνώριση θρησκευτικών κοινοτήτων με μικρή αριθμητική παρουσία.

Το επόμενο ερώτημα είναι αν αυτό το μοντέλο συνδέεται με χαμηλότερη εγκληματικότητα. Εδώ χρειάζεται προσοχή. Είναι αλήθεια ότι χώρες όπως η Πολωνία, η Ουγγαρία και η Σλοβακία εμφανίζουν πολύ μικρότερη μεταναστευτική πίεση από χώρες της Δυτικής Ευρώπης και έχουν αποφύγει τις μεγάλες παράλληλες κοινότητες που δημιουργήθηκαν σε μητροπόλεις όπως το Λονδίνο, το Παρίσι, οι Βρυξέλλες ή η Στοκχόλμη. Είναι επίσης αλήθεια ότι στη Βρετανία, και ειδικά στην Αγγλία και την Ουαλία, τα καταγεγραμμένα σεξουαλικά αδικήματα βρίσκονται σε πολύ υψηλά επίπεδα: η βρετανική στατιστική υπηρεσία ONS ανέφερε 209.079 σεξουαλικά αδικήματα που καταγράφηκαν από την αστυνομία μέσα στο έτος έως τον Μάρτιο του 2025, αυξημένα κατά 11% σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά. 

Ωστόσο, δεν είναι επιστημονικά ορθό να γράψουμε απλά ότι «η Αγγλία είναι νούμερο ένα στους βιασμούς», ενώ η Πολωνία, η Ουγγαρία ή η Σλοβακία είναι «καθαρές». Οι διεθνείς συγκρίσεις στα σεξουαλικά αδικήματα είναι από τις πιο δύσκολες, γιατί αλλάζουν οι νομικοί ορισμοί, οι πρακτικές καταγραφής της αστυνομίας, η προθυμία των θυμάτων να καταγγείλουν και η κοινωνική ευαισθητοποίηση. Η ίδια η Eurostat προειδοποιεί ότι οι διαφορές στα καταγεγραμμένα εγκλήματα ανάμεσα στις ευρωπαϊκές χώρες μπορεί να οφείλονται σε διαφορετική νομοθεσία, πρακτικές αστυνομικής καταγραφής και συμπεριφορά καταγγελίας. 

Αυτό δεν αναιρεί το πρόβλημα. Αντιθέτως, το κάνει πιο σοβαρό. Η Eurostat κατέγραψε ότι το 2024 στην ΕΕ υπήρχαν 256.302 καταγεγραμμένα αδικήματα σεξουαλικής βίας, εκ των οποίων τα 98.190 ήταν βιασμοί. Σε σύγκριση με το 2014, τα καταγεγραμμένα αδικήματα σεξουαλικής βίας αυξήθηκαν κατά 94% και οι βιασμοί κατά 150%. Η Eurostat σημειώνει ότι μέρος της αύξησης μπορεί να συνδέεται με μεγαλύτερη κοινωνική ευαισθητοποίηση και περισσότερες καταγγελίες, αλλά η τάση παραμένει πολιτικά και κοινωνικά ανησυχητική. 

Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι να στοχοποιηθούν συλλογικά οι μετανάστες ή οι μουσουλμάνοι. Το ζήτημα είναι να τεθεί ένα αυτονόητο ερώτημα πολιτικής: μπορεί μια χώρα να δέχεται μεγάλους αριθμούς ανθρώπων από διαφορετικά πολιτισμικά, θρησκευτικά και κοινωνικά περιβάλλοντα χωρίς αυστηρή ταυτοποίηση, χωρίς πραγματική ένταξη, χωρίς έλεγχο ποινικού μητρώου, χωρίς υποχρέωση σεβασμού στους νόμους και να απελαύνει όσους παρανομούν; Η εμπειρία αρκετών δυτικοευρωπαϊκών χωρών δείχνει ότι η απάντηση είναι αρνητική.

Η ασφάλεια δεν απειλείται από τη διαφορετικότητα καθεαυτή. Απειλείται όταν το κράτος χάνει τον έλεγχο: όταν δεν ξέρει ποιος μπαίνει, όταν δεν μπορεί να απελάσει όσους δεν δικαιούνται παραμονή, όταν ανέχεται κλειστές παράλληλες κοινότητες, όταν φοβάται να μιλήσει για εγκληματικότητα μήπως κατηγορηθεί για ρατσισμό, και όταν μετατρέπει την ένταξη από υποχρέωση σε ευχολόγιο.

Υπάρχει και μια δεύτερη διάσταση που συχνά αποσιωπάται: η συζήτηση για τον ρατσισμό στη Δύση γίνεται επιλεκτικά. Η σύγχρονη δουλεία, η εμπορία ανθρώπων και η βίαιη εκμετάλλευση εξακολουθούν να υπάρχουν σε πολλές περιοχές του κόσμου, συμπεριλαμβανομένης της Αφρικής. Ο Global Slavery Index της Walk Free καταγράφει ότι η Αφρική είναι από τις περιοχές με τη μεγαλύτερη ευαλωτότητα στη σύγχρονη δουλεία, με χώρες όπως το Νότιο Σουδάν, η Σομαλία, η Κεντροαφρικανική Δημοκρατία και η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό να συγκαταλέγονται στις πιο ευάλωτες. 

Αυτό όμως δεν πρέπει να μετατρέπεται σε φυλετικό επιχείρημα τύπου «οι λευκοί δεν το κάνουν» ή «οι μαύροι το κάνουν». Η ιστορία της δουλείας είναι πολύ πιο σύνθετη και βαραίνει πολλούς πολιτισμούς, αυτοκρατορίες και κοινωνίες. Η Βρετανία έπαιξε πράγματι σημαντικό ρόλο στην κατάργηση του δουλεμπορίου: το 1807 πέρασε ο νόμος για την κατάργηση του βρετανικού δουλεμπορίου και στη συνέχεια το Βασιλικό Ναυτικό, μέσω της West Africa Squadron, κατέσχεσε πλοία δουλεμπόρων και απελευθέρωσε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους. Όμως η ίδια η Βρετανική Αυτοκρατορία είχε προηγουμένως βαθιά εμπλοκή στο δουλεμπόριο, ενώ η πλήρης κατάργηση της δουλείας στις περισσότερες βρετανικές αποικίες ήρθε αργότερα, με τον νόμο του 1833. 

Το χρήσιμο πολιτικό συμπέρασμα δεν είναι φυλετικό. Είναι θεσμικό: οι κοινωνίες που θέλουν να παραμείνουν ασφαλείς και συνεκτικές πρέπει να έχουν σύνορα, κανόνες, δικαιοσύνη και πολιτισμική αυτοπεποίθηση. Η Πολωνία, η Ουγγαρία και η Σλοβακία επέλεξαν να μη μετατρέψουν τη μεταναστευτική πολιτική σε μηχανισμό κοινωνικού πειραματισμού. Μπορεί κανείς να διαφωνεί με επιμέρους πλευρές αυτής της πολιτικής, ιδίως σε σχέση με το ευρωπαϊκό δίκαιο ή τη θρησκευτική ελευθερία. Δεν μπορεί όμως να αγνοήσει ότι οι χώρες αυτές έθεσαν από νωρίς ένα ζήτημα που σήμερα συζητείται πλέον σε όλη την Ευρώπη: χωρίς έλεγχο συνόρων, χωρίς ένταξη και χωρίς επιβολή του νόμου, η κοινωνική συνοχή διαλύεται.

Για χώρες όπως η Ελλάδα, το μάθημα είναι σαφές. Η ανθρωπιά δεν μπορεί να σημαίνει αφέλεια. Η προστασία προσφύγων πολέμου δεν μπορεί να ταυτίζεται με την ανεξέλεγκτη, παράνομη μετανάστευση. Η θρησκευτική ελευθερία δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για παράλληλες κοινωνίες που δεν σέβονται το Σύνταγμα. Και η ασφάλεια των πολιτών δεν μπορεί να μπαίνει σε δεύτερη μοίρα για να μη θιγούν ιδεολογικά ταμπού.

Η Ευρώπη δεν χρειάζεται υστερία. Χρειάζεται σοβαρότητα. Χρειάζεται σύνορα που φυλάσσονται, αιτήσεις ασύλου που εξετάζονται γρήγορα, απελάσεις που εφαρμόζονται, πραγματική ένταξη για όσους έχουν δικαίωμα παραμονής και μηδενική ανοχή στην εγκληματικότητα, ανεξάρτητα από την καταγωγή ή τη θρησκεία του δράστη. Αυτό είναι το σημείο όπου η συζήτηση πρέπει να φύγει από τα συνθήματα και να επιστρέψει στην πολιτική πραγματικότητα.

Οι απόψεις που διατυπώνονται στο παρόν άρθρο δεν αντικατοπτρίζουν κατ’ ανάγκην τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.

Χάρτινα καλαμάκια στην Ευρώπη, βιομηχανική ρύπανση στην Ασία

Τα τελευταία χρόνια ο Ευρωπαίος πολίτης εκπαιδεύτηκε να βλέπει την οικολογική ευθύνη μέσα από μικρές, καθημερινές αλλαγές. Το πλαστικό καλαμάκι καταργήθηκε ή αντικαταστάθηκε. Το καπάκι του μπουκαλιού έμεινε δεμένο πάνω στη συσκευασία. Οι σακούλες άρχισαν να χρεώνονται. Η ανακύκλωση έγινε σχεδόν ηθική υποχρέωση. Όλα αυτά παρουσιάστηκαν ως βήματα προς έναν καθαρότερο κόσμο.

Και πράγματι, δεν είναι άχρηστα. Κανένα σκουπίδι δεν πρέπει να καταλήγει στη θάλασσα, σε ένα ποτάμι ή σε μια παραλία. Κανένα πλαστικό καπάκι δεν είναι «αθώο» όταν το καταπίνει ένα ψάρι ή όταν διασπάται σε μικροπλαστικά. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η πολιτική και δημόσια συζήτηση περιορίζεται σε αυτά τα μικρά σύμβολα, ενώ αποφεύγει να αγγίξει τη ρίζα του ζητήματος: πού παράγονται τα προϊόντα που καταναλώνουμε, με τι ενέργεια παράγονται, με ποια περιβαλλοντικά πρότυπα, πού καταλήγουν τα απόβλητα και ποιος πληρώνει το πραγματικό κόστος.

Η παγκοσμιοποίηση δεν εξαφάνισε τη ρύπανση. Τη μετέφερε. Για δεκαετίες, η Ευρώπη και συνολικά η Δύση αποβιομηχάνισαν μεγάλο μέρος της παραγωγής τους και άρχισαν να εισάγουν όλο και περισσότερα προϊόντα από την Ασία. Ρούχα, ηλεκτρονικά, μπαταρίες, εξαρτήματα, παιχνίδια, εργαλεία, πλαστικές συσκευασίες, φθηνά καταναλωτικά αγαθά: ένα τεράστιο μέρος της καθημερινής ζωής του Ευρωπαίου έχει περάσει από ασιατικές γραμμές παραγωγής πριν φτάσει στα ράφια των καταστημάτων.

Αυτό δημιούργησε μια βολική ψευδαίσθηση καθαρότητας. Η ευρωπαϊκή πόλη φαίνεται καθαρότερη, το εργοστάσιο που κάπνιζε κάποτε έξω από τη γειτονιά έκλεισε, οι βαριές βιομηχανίες περιορίστηκαν, οι ρύποι στις ευρωπαϊκές στατιστικές μειώθηκαν. Όμως το προϊόν ακόμα παράγεται. Απλώς παράγεται αλλού. Και οι εκπομπές που παράγονται από την κατασκευή του δεν εξαφανίζονται επειδή δεν βγήκαν από καμινάδα στο Βέλγιο, στη Γερμανία ή στην Ελλάδα.

Αυτό είναι το μεγάλο τυφλό σημείο της σημερινής «πράσινης» συζήτησης. Μετράμε πολύ αυστηρά αυτό που συμβαίνει εντός των συνόρων μας, αλλά επί χρόνια κλείνουμε τα μάτια σε αυτό που συμβαίνει στις χώρες από τις οποίες εισάγουμε. Έτσι, ο Ευρωπαίος πολίτης μπορεί να πίνει από μπουκάλι με δεμένο καπάκι, να χρησιμοποιεί χάρτινο καλαμάκι και την ίδια ώρα να αγοράζει ένα φθηνό προϊόν που έχει παραχθεί σε μια χώρα με πολύ πιο βρόμικο ενεργειακό μείγμα, με χαμηλότερα πρότυπα ελέγχου, με ελλιπή διαχείριση αποβλήτων και με μεγαλύτερο περιβαλλοντικό κόστος.

Η Ασία και η Ωκεανία αποτελούν πλέον το κέντρο της παγκόσμιας μεταποίησης. Δεν μιλάμε για μια απλή συμμετοχή στην παγκόσμια παραγωγή, αλλά για κυρίαρχη θέση. Η περιοχή συγκεντρώνει πάνω από το μισό της παγκόσμιας μεταποιητικής προστιθέμενης αξίας. Η Κίνα παραμένει ο μεγάλος βιομηχανικός πυρήνας, αλλά δίπλα της βρίσκονται η Ινδία, το Βιετνάμ, το Μπαγκλαντές, η Ινδονησία, η Νότια Κορέα, η Ταϊβάν, η Ταϊλάνδη, η Μαλαισία και άλλες οικονομίες που αποτελούν κρίκους της ίδιας αλυσίδας. Εκεί παράγεται ένα μεγάλο μέρος αυτού που καταναλώνει ο πλανήτης.

Αντίστοιχα, εκεί συγκεντρώνεται και τεράστιο μέρος των εκπομπών. Η περιοχή Ασίας-Ειρηνικού αντιπροσωπεύει πολύ μεγάλο ποσοστό των παγκόσμιων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, καθώς συνδυάζει βιομηχανική παραγωγή, ταχύτατη αστικοποίηση, τεράστια ενεργειακή ζήτηση και ακόμη μεγάλη εξάρτηση από τον άνθρακα. Η Κίνα, η Ινδία και η Νοτιοανατολική Ασία εξακολουθούν να βρίσκονται στο επίκεντρο της αύξησης της κατανάλωσης άνθρακα και ενέργειας. Αυτή είναι η πραγματικότητα που συχνά χάνεται πίσω από τις ευρωπαϊκές καμπάνιες για το καλαμάκι.

Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η εικόνα στα απόβλητα. Στον ανεπτυγμένο κόσμο, η διαχείριση απορριμμάτων έχει κόστος, κανόνες, πρόστιμα, εγκαταστάσεις, αδειοδοτήσεις, ελέγχους. Στον αναπτυσσόμενο κόσμο, και ιδιαίτερα σε περιοχές με ταχεία αστικοποίηση, η πραγματικότητα συχνά είναι πολύ πιο σκληρή. Πόλεις μεγαλώνουν γρηγορότερα από τις υποδομές τους. Η συλλογή απορριμμάτων δεν καλύπτει όλο τον πληθυσμό. Τα λύματα δεν υφίστανται επαρκή επεξεργασία. Βιομηχανικά απόβλητα, πλαστικά, μπάζα και αστικά σκουπίδια καταλήγουν σε ρέματα, κανάλια και ποτάμια.

Δεν χρειάζεται να βασιστεί κανείς σε εικόνες που κυκλοφορούν στα κοινωνικά δίκτυα για να διαπιστώσει το πρόβλημα. Οι ίδιες οι διεθνείς μελέτες δείχνουν ότι τα ποτάμια είναι βασικός δρόμος μεταφοράς πλαστικών προς τις θάλασσες. Η συσσώρευση πλαστικών στα ποτάμια είναι ήδη τεράστια, ενώ κάθε χρόνο εκατομμύρια τόνοι πλαστικών διαρρέουν στο περιβάλλον. Η ρύπανση δεν ξεκινά στη θάλασσα. Ξεκινά στην ξηρά, στις πόλεις, στις χωματερές, στις όχθες των ποταμών, στα σημεία όπου η αποκομιδή και η επεξεργασία αποβλήτων αποτυγχάνουν.

Το Πακιστάν είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της πραγματικότητας. Η λεκάνη του Ινδού ποταμού δέχεται πιέσεις από πλαστικά απόβλητα, αστικά απορρίμματα και ανεπαρκείς υποδομές διαχείρισης. Η Ασιατική Τράπεζα Ανάπτυξης έχει επισημάνει ότι η χώρα χρειάζεται ενίσχυση και εκσυγχρονισμό στη συλλογή και διάθεση δημοτικών, βιομηχανικών, ηλεκτρονικών και νοσοκομειακών αποβλήτων. Η Παγκόσμια Τράπεζα έχει ασχοληθεί ειδικά με το πρόβλημα των πλαστικών στον Ινδό. Αυτά δεν είναι περιθωριακά φαινόμενα. Είναι συμπτώματα μιας παγκόσμιας παραγωγικής και καταναλωτικής αλυσίδας που δημιουργεί απόβλητα ταχύτερα από όσο μπορούν να τα διαχειριστούν πολλές χώρες.

Εδώ βρίσκεται η αντίφαση. Στην Ευρώπη, ο πολίτης αισθάνεται ότι συμμετέχει στη σωτηρία του πλανήτη επειδή δεν του δίνεται πλέον πλαστικό καλαμάκι. Την ίδια ώρα, σε μεγάλες περιοχές του πλανήτη, ολόκληρα φορτία αποβλήτων καταλήγουν σε ποτάμια ή ανεξέλεγκτες χωματερές. Στην Ευρώπη, το καπάκι πρέπει να μένει πάνω στο μπουκάλι. Αλλού, ολόκληρα συστήματα αποχέτευσης και διαχείρισης απορριμμάτων δεν επαρκούν. Στην Ευρώπη, ο καταναλωτής διδάσκεται να πλένει τη συσκευασία πριν τη βάλει στον μπλε κάδο. Σε άλλες ηπείρους, οι πόλεις δεν έχουν επαρκείς κάδους, μονάδες επεξεργασίας, ελέγχους ή χρηματοδότηση.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ευρώπη πρέπει να εγκαταλείψει τους κανόνες της. Σημαίνει ότι πρέπει να σταματήσει να συγχέει το μικρό μέτρο με τη μεγάλη λύση. Η απαγόρευση ορισμένων πλαστικών μιας χρήσης μπορεί να μειώσει συγκεκριμένες μορφές ρύπανσης. Τα δεμένα καπάκια συμβάλλουν ώστε λιγότερα μικρά πλαστικά κομμάτια να χάνονται στο περιβάλλον. Όμως αυτά είναι εργαλεία περιορισμένης εμβέλειας. Δεν απαντούν στο βασικό ερώτημα: τι γίνεται με την παραγωγή, την ενέργεια, τις εισαγωγές, τα εργοστάσια, τα βιομηχανικά απόβλητα και τις χώρες που σηκώνουν το βάρος της παγκόσμιας κατανάλωσης;

Η Ευρώπη έχει αρχίσει να αναγνωρίζει το πρόβλημα μέσα από πολιτικές όπως ο Μηχανισμός Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα. Η λογική του είναι απλή: αν ένα προϊόν παράγεται εκτός Ευρώπης με υψηλές εκπομπές, δεν μπορεί να εισέρχεται στην ευρωπαϊκή αγορά σαν να μην υπάρχει περιβαλλοντικό κόστος. Πρόκειται για ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση, διότι μεταφέρει τη συζήτηση από τον καταναλωτή στο προϊόν και από το σύμβολο στην εφοδιαστική αλυσίδα. Όμως και αυτό πρέπει να επεκταθεί, να εφαρμοστεί δίκαια και να συνοδευτεί από πραγματική βιομηχανική στρατηγική.

Διότι το περιβάλλον δεν σώζεται μόνο με απαγορεύσεις μικρών αντικειμένων. Σώζεται με καθαρότερη παραγωγή, με ενεργειακή μετάβαση εκεί όπου παράγονται τα αγαθά, με σοβαρούς ελέγχους στις εισαγωγές, με διαφάνεια στην προέλευση των προϊόντων, με επενδύσεις σε υποδομές αποβλήτων στις χώρες που πνίγονται από τα σκουπίδια τους και με επαναφορά κρίσιμων παραγωγικών δραστηριοτήτων σε χώρες που μπορούν να τις ελέγχουν περιβαλλοντικά.

Η Δύση δεν μπορεί να εμφανίζεται ως οικολογικά ενάρετη απλώς επειδή καθάρισε τη δική της αυλή, όταν συνεχίζει να γεμίζει το σπίτι της με προϊόντα που παράχθηκαν σε πολύ πιο βρόμικες αυλές. Αυτό δεν είναι πραγματική πράσινη πολιτική. Είναι λογιστική μεταφορά της ρύπανσης. Είναι σαν να πετάς τα σκουπίδια σου στον γείτονα και μετά να καμαρώνεις επειδή το δικό σου σαλόνι είναι καθαρό.

Η αληθινή οικολογική ευθύνη απαιτεί ειλικρίνεια. Και η ειλικρίνεια λέει ότι το πλαστικό καλαμάκι ήταν ένα εύκολο σύμβολο. Το δεμένο καπάκι ήταν μια μικρή τεχνική ρύθμιση. Η ανακύκλωση είναι αναγκαία, αλλά δεν αρκεί. Το μεγάλο ζήτημα είναι η παγκόσμια παραγωγή, η κατανάλωση, η μεταφορά βιομηχανίας σε περιοχές με χαμηλότερους κανόνες και η αποτυχία πολλών κρατών να διαχειριστούν τα απόβλητα που παράγουν οι δικές τους κοινωνίες και η διεθνής αγορά.

Αν θέλουμε λοιπόν να μιλήσουμε σοβαρά για το περιβάλλον, πρέπει να σταματήσουμε να ηθικολογούμε μόνο πάνω στον καταναλωτή που κρατά ένα πλαστικό ποτήρι. Πρέπει να κοιτάξουμε το εργοστάσιο που παρήγαγε το προϊόν, το καύσιμο που το τροφοδότησε, το πλοίο που το μετέφερε, τη συσκευασία που το τύλιξε, το ποτάμι όπου κατέληξαν τα απόβλητα και το κράτος που δεν μπόρεσε ή δεν θέλησε να τα ελέγξει.

Η οικολογία που περιορίζεται στο καλαμάκι είναι βολική. Η οικολογία που κοιτάζει την παγκόσμια παραγωγή είναι δύσκολη. Αλλά μόνο η δεύτερη μπορεί να έχει πραγματικό αποτέλεσμα.

Οι απόψεις που διατυπώνονται στο παρόν άρθρο δεν αντικατοπτρίζουν κατ’ ανάγκην τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.

Γιατί ο Νετανιάχου αντιτίθεται στην ειρήνη με το Ιράν;

Αν και ο στόχος του Τραμπ είναι η σταθεροποίηση ολόκληρης της Μέσης Ανατολής, οι διαπραγματεύσεις της Ελβετίας με στόχο τη σταθεροποίηση της κατάστασης στο Ιράν δεν αρέσουν στο Ισραήλ.

Ισραηλινές στρατιωτικές πηγές υποστηρίζουν ότι αν δεν «αντιμετωπιστούν στη ρίζα τους οι αιτίες της σύγκρουσης» και οι «δομικές διαφορές», στο μέλλον ενδέχεται να επανεμφανιστεί μια κρίση. Η επιτυχία του μνημονίου, λένε στην Ιερουσαλήμ, δεν θα εξαρτηθεί τόσο από την τυπική εφαρμογή των όρων όσο από τις πραγματικές προθέσεις των μερών και από τον τρόπο με τον οποίο το καθένα θα ερμηνεύσει τις δεσμεύσεις του.

Η ισραηλινή γραμμή παραμένει σταθερή: ο Τραμπ κάνει λάθος επειδή φοβάται ότι το να «ολοκληρώσει το έργο» στο Ιράν μπορεί να του κοστίσει τις ενδιάμεσες εκλογές, που θα διεξαχθούν σε λίγους μήνες· υπονοείται δε πως δεν θα είχε ιδιαίτερη σημασία αν η «ολοκληρωθεί του έργου» απαιτούσε τον θάνατο εκατομμυρίων αμάχων και την επιστροφή του Ιράν στον Μεσαίωνα. Ή μια εισβολή στα χνάρια του «Ατελείωτου Πολέμου» του Τζορτζ Μπους στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν…

Ένα άλλο σημείο — πιθανώς το πιο σημαντικό — που υπογραμμίζουν οι ισραηλινές πηγές είναι ότι το μνημόνιο δεν περιορίζεται στη διαχείριση της υπάρχουσας σύγκρουσης, αλλά αντιπροσωπεύει μια ποιοτική αλλαγή στις σχέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών με το Ιράν: μια πλήρη αναδιοργάνωση των σχέσεων στη Μέση Ανατολή, με στόχο τον επανασχεδιασμό της συνολικής ισορροπίας (άλλωστε, το πολιτικό σχέδιο του Τραμπ που αποτελεί τη βάση των Συμφωνιών του Αβραάμ είναι πλέον φανερό).

Αυτό που προκαλεί ανησυχία στην Ιερουσαλήμ είναι, επομένως, ο γενικός επαναπροσδιορισμός των σχέσεων μεταξύ Ουάσινγκτον και Τεχεράνης και, μακροπρόθεσμα, η ανάδυση μιας στρατηγικής συνεργασίας για τη διαχείριση των αμέτρητων κρίσεων που ξεσπούν και/ή χρονίζουν στη Μέση Ανατολή. Ο φόβος του Ισραήλ δεν πηγάζει μόνο από το περιεχόμενο του μνημονίου καθεαυτό, αλλά από την αντίληψη ότι βρίσκεται σε εξέλιξη μια μετατόπιση της ισορροπίας εξουσίας. Στην Ιερουσαλήμ διαπιστώνουν τη βούληση των ΗΠΑ να δημιουργήσουν μια νέα περιφερειακή τάξη πραγμάτων, στην οποία το Ιράν δεν θα αποτελεί πλέον ένα απομονωμένο υποκείμενο και αιτία συγκρούσεων, αλλά μάλλον ένα κανονικό κράτος αναγνωρισμένο σε διεθνές επίπεδο.

Ουσιαστικά, η κατηγορία (τουλάχιστον από ορισμένους ισραηλινούς κύκλους) είναι ότι η κυβέρνηση Τραμπ προσπαθεί να «αποκαταστήσει» το Ιράν, παρά το γεγονός ότι αυτό εξακολουθεί να είναι το κύριο τρομοκρατικό κράτος στον κόσμο· μια οπτική που παραβλέπει, ωστόσο, το γεγονός ότι ο Τραμπ έθεσε στο Ιράν τον όρο να σταματήσει να χρηματοδοτεί την τρομοκρατία: μια conditio sine qua non για οποιαδήποτε συμφωνία, μαζί με την εγκατάλειψη του πυρηνικού προγράμματος. Επιπλέον, ο Τραμπ έχει επαναλάβει συχνά ότι η ομάδα εξουσίας με την οποία διαπραγματεύεται επί του παρόντος είναι εντελώς διαφορετική από εκείνη που αποκαλούσε την Αμερική «Μεγάλο Σατανά» και το Ισραήλ «Μικρό Σατανά»: εκείνοι οι Πασνταράν (καθώς και οι βοηθοί τους), λέει ο Αμερικανός πρόεδρος, έχουν όλοι πεθάνει. Αυτή η άποψη επιβεβαιώνεται και από διάφορους αναλυτές, οι οποίοι υπογραμμίζουν ότι οι Πασνταράν δεν πλέον το μονοπώλιο της εξουσίας, όπως συνέβαινε μέχρι πριν από λίγους μήνες, αλλά ότι στο Ιράν υπάρχουν διάφορες ανταγωνιστικές φατρίες (ορισμένες από τις οποίες δεν είναι τζιχαντιστικές), οι οποίες είναι λιγότερο ή περισσότερο ανοικτές στο ειρηνευτικό σχέδιο των Ηνωμένων Πολιτειών.

Στην Ουάσιγκτον, σύμφωνα με ορισμένους παρατηρητές, υπήρχε ο φόβος ότι ο Νετανιάχου θα καταφέρει να ακυρώσει το μνημόνιο, δεδομένης της εντατικοποίησης των στρατιωτικών επιχειρήσεων στο Λίβανο. Το Ισραήλ δεν δεσμευόταν από το μνημόνιο ΗΠΑ-Ιράν (κατ’ επιλογή του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος το απέκλεισε από τις διαπραγματεύσεις) και ο Νετανιάχου — ο οποίος επιδιώκει την επανεκλογή του και, ως εκ τούτου, πρέπει να δείξει τη μαξιμαλιστική του πλευρά, όπως αναφέρουν διάφοροι αναλυτές — έχει επαναλάβει επανειλημμένα ότι το εβραϊκό κράτος θα συνεχίσει να προστατεύει τα συμφέροντά του χωρίς περιορισμούς.

Από την άλλη πλευρά, τα μηνύματα που προέρχονται από τον Λευκό Οίκο υποδηλώνουν τη βούληση να επιδιωχθεί η σταθεροποίηση στη Μέση Ανατολή, ακόμη και αν αυτό σημαίνει την αποδοχή ενός ορισμένου βαθμού έντασης με το Ισραήλ: δεδομένου ότι δεκαετίες αντιπαράθεσης δεν έκαναν τίποτα άλλο παρά να ρίξουν λάδι στη φωτιά της σύγκρουσης, σύμφωνα με την άποψη αυτή, ο κύριος στόχος του Ντόναλντ Τραμπ είναι πλέον η σταθεροποίηση αυτής της πυριτιδαποθήκης του πλανήτη. Και αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά μόνο μέσω διαπραγματεύσεων και αμοιβαίων παραχωρήσεων, πάντα βέβαια υπό την κυριαρχία της αμερικανικής ισχύος.

Του Giovanni Donato

Οι απόψεις που διατυπώνονται στο παρόν άρθρο δεν αντικατοπτρίζουν κατ’ ανάγκην τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.

Μην ξεχνάτε το ευρύτερο πλαίσιο του ιρανικού μνημονίου

Σχολιασμός

Το προσωρινό «μνημόνιο κατανόησης» με το Ιράν προκάλεσε αγαλλίαση στην Αριστερά και αναβρασμό σε μεγάλο μέρος της Δεξιάς. Η Αριστερά ίσως καλωσορίζει την «ειρήνη», αλλά σίγουρα  απολαμβάνει περισσότερο τις εσωτερικές διαμάχες στη Δεξιά για τις λεπτομέρειες.

Αν την περασμένη εβδομάδα οι Δημοκρατικοί αποκαλούσαν τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ φασίστα πολεμοκάπηλο, τώρα χλευάζουν τις ειρηνευτικές του προσπάθειες σαν να ήταν ένας αφελής Νέβιλ Τσάμπερλαιν [Neville Chamberlain]. Μέσα σε 24 ώρες, τα επιχειρήματα της Αριστεράς πέρασαν από το «τρελός βομβαρδιστής τύπου Κέρτις ΛεΜέυ [Curtis LeMay] στον Λευκό Οίκο» στο «ανίκανος κατευναστής».

Πριν από μία εβδομάδα, ορισμένοι Ρεπουμπλικανοί υποστήριζαν ότι κανένας από τους επτά προηγούμενους προέδρους δεν είχε τολμήσει να χρησιμοποιήσει βία για να σταματήσει το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Τώρα ορισμένοι από αυτούς τον χλευάζουν ως υποστηρικτή του Ιράν.

Τι μας διαφεύγει

Υπάρχουν θεμιτές ανησυχίες για το προσωρινό μνημόνιο, ανάμεσά τους η ιδέα ότι τρίτα μέρη θα διοχετεύσουν ρευστό στο καθεστώς, καθώς και οι ισχυρισμοί ότι για τη βία στον Λίβανο φταίει κατά κάποιον τρόπο το Ισραήλ. Στην πραγματικότητα, η ιστορία δείχνει ότι η Χεζμπολάχ, με ιρανική οικονομική στήριξη, διαρκώς υποκινεί δολοφονίες και έπειτα θρηνεί όταν το Ισραήλ — ή οι Ηνωμένες Πολιτείες σε παλαιότερες συγκρούσεις — απαντούν δυσανάλογα.

Παρ’ όλα αυτά, μεγάλο μέρος της σημερινής υστερίας προϋποθέτει ριζική αλλαγή στη στρατηγική του Τραμπ, αντί για μια συνέχεια που μας έφερε στη σημερινή κατάληξη. Επίσης, δεν λαμβάνει υπ’ όψιν το ευρύτερο στρατηγικό πλαίσιο του μνημονίου, τον κρίσιμο ρόλο της εγχώριας κοινής γνώμης για το πώς διεξάγονται οι πόλεμοι και την ευρύτερη στρατηγική απομόνωσης και αποδυνάμωσης του καθεστώτος.

Μια πιο προσεκτική ματιά στη σημερινή θέση των Ηνωμένων Πολιτειών υποδηλώνει ότι έχουν προκαλέσει τεράστια δημοσιονομική, οικονομική και στρατιωτική ζημιά στο Ιράν — η πλήρης έκταση της οποίας δεν θα γίνει γνωστή μέχρι να επιτραπεί σε ξένους η είσοδος στη χώρα.

Με πληθυσμό 93 εκατομμυρίων, το Ιράν δεν είναι ούτε Ιράκ ούτε Αφγανιστάν, που σε συνδυασμό απορρόφησαν δεκαετίες αμερικανικών χερσαίων δυνάμεων, 2 τρισεκατομμύρια δολάρια, 7.000 Αμερικανούς νεκρούς και 53.000 τραυματίες, και μάλιστα χωρίς τελικά να υπάρξουν σταθερές, δυτικού τύπου κυβερνήσεις, ευθυγραμμισμένες με τα αμερικανικά συμφέροντα.

Ούτε το Αφγανιστάν ούτε το Ιράκ ήταν τόσο μεγάλα ούτε τόσο απειλητικά όσο το Ιράν. Για να υπαγορεύσουν μονομερώς όρους στο Ιράν, σαν να ήταν ένα αδρανές προτεκτοράτο, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα έπρεπε είτε να το κάνουν σκόνη είτε να στείλουν χιλιάδες χερσαίες δυνάμεις — και τα δύο πολιτικά απαράδεκτα για τον αμερικανικό λαό. Ο Τραμπ πρέπει να διαχειριστεί το ότι οι Αμερικανοί έχουν βαρεθεί εδώ και χρόνια να ασχολούνται με τη Μέση Ανατολή και πλέον πιστεύουν ότι κάθε δαπανηρή, επιβεβλημένη αλλαγή καθεστώτος στο έδαφος — όπως και κάθε πολυετής ζώνη απαγόρευσης πτήσεων — δεν αξίζει τη ζωή ούτε ενός Αμερικανού στρατιώτη.

Ο πόλεμος που τελείωσε και δεν τελείωσε

Κι όμως το Ιράν παραμένει στρατιωτικά νικημένο, αν όχι κατεστραμμένο. Η ικανότητά του να προκαλεί χάος δεν πρέπει να συγχέεται με την ικανότητα των ΗΠΑ να προκαλέσουν ακόμα μεγαλύτερη ζημιά στην ιρανική οικονομία, χωρίς σοβαρή ανησυχία ότι θα υποστούν απώλειες σε έναν «αιώνιο» πόλεμο.

Αν το Ιράν επιλέξει να πλήξει το Κουβέιτ με πυραύλους αυτή την εβδομάδα, ο Τραμπ μπορεί να υιοθετήσει την προσέγγιση που ακολούθησε ο Μπιλ Κλίντον του 1999 στη Σερβία — κάτι που μέχρι στιγμής έχει και πάλι αποφύγει.

Όταν εκείνος ο βομβαρδισμός βάλτωσε στην πέμπτη εβδομάδα του και ο Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς παρέμενε αμετακίνητος, ο Κλίντον διέταξε την καταστροφή των γεφυρών του Δούναβη. Και όταν δεν υπήρξαν ακόμη παραχωρήσεις, αεροσκάφη του ΝΑΤΟ άρχισαν να ρίχνουν βόμβες γραφίτη για να θέσουν εκτός λειτουργίας το 70% του δικτύου ηλεκτροδότησης του Βελιγραδίου, κάτι που, μαζί με άλλα πλήγματα σε στόχους διπλής χρήσης, ανάγκασε τελικά τη Σερβία να εγκαταλείψει το Κόσοβο.

Μέχρι στιγμής ο Τραμπ έχει αποφύγει τους βομβαρδισμούς τύπου Κλίντον–Ομπάμα σε Σερβία και Λιβύη (π.χ. λιβυκούς τηλεοπτικούς/ραδιοφωνικούς σταθμούς, βιομηχανικές εγκαταστάσεις, αποβάθρες, λιμάνια, ιδιωτικές κατοικίες και συγκροτήματα κλπ). Αλλά αν το Ιράν αρχίσει να αγνοεί τις υποσχέσεις του και να αθετεί τις συμφωνίες του (και θα το κάνει), το καθεστώς δεν θα είχε καμία δυνατότητα να κρατήσει λειτουργικές τις υποδομές κοινής ωφέλειας, τους δρόμους και τις μεταφορές του, αν οι Ηνωμένες Πολιτείες χρειάζονταν έστω και μόνο 48 ώρες για να τα ισοπεδώσουν όλα.

Με δυο λόγια, οι Ηνωμένες Πολιτείες, χτυπώντας δυσανάλογα μια ολόκληρη σειρά στόχων διπλής χρήσης, μπορούν να αναγκάσουν το Ιράν να τηρήσει τους όρους στους οποίους έχει συμφωνήσει ανά πάσα στιγμή.

Η πολιτική επιβίωση του Τραμπ;

Γιατί, λοιπόν, ο Τραμπ συμφώνησε στο μνημόνιο αντί για λίγες ημέρες πληγμάτων σε στόχους διπλής χρήσης;

Πιθανότατα το έκανε πιστεύοντας ότι θα μπορούσε να διαχειριστεί τους επόμενους τέσσερις μήνες μέχρι τις ενδιάμεσες εκλογές, χωρίς ύφεση εντός ή εκτός ΗΠΑ που να πυροδοτηθεί από την ενεργειακή κρίση και τα ΜΜΕ — κάτι που θα είχε μάλλον ως συνέπεια να χάσουν οι Ρεπουμπλικανοί τη Βουλή των Αντιπροσώπων και ίσως και τη Γερουσία. Και ένα Κογκρέσο ελεγχόμενο από τους Δημοκρατικούς θα παρέλυε την ατζέντα του MAGA, θα εγγυόταν δύο χρόνια φρενήρων κλητεύσεων από τη Βουλή και θα προκαλούσε ένα ασταμάτητο θέατρο παραπομπών.

Ωστόσο, ενώ σε 38 από τις τελευταίες 41 ενδιάμεσες εκλογές το κυβερνών κόμμα έχασε έδρες στο Κογκρέσο, δεν είναι προδιαγεγραμμένη μια ήττα των Ρεπουμπλικανών αυτόν τον Νοέμβριο. Το πιο πιθανό είναι οι Ρεπουμπλικάνοι να κερδίσουν τους πολέμους του επανασχεδιασμού των εκλογικών περιφερειών, τόσο στα νομοθετικά σώματα των «κόκκινων» πολιτειών όσο και μέσω της κατάργησης της φυλετικής «εκλογικής γεωμετρίας» (gerrymandering) από το Ανώτατο Δικαστήριο. Έτσι ενδέχεται να κερδίσουν πέντε έως δέκα νέες έδρες.

Το Δημοκρατικό Κόμμα έχει στραφεί πλήρως στον σοσιαλισμό. Και έχει υιοθετήσει εκ των πραγμάτων μια σειρά αντιδημοφιλών ζητημάτων «30/70», όπως οι κατασχέσεις περιουσιών, τα ανοιχτά σύνορα, ο τρανσέξουαλ σωβινισμός, η επαναφορά των προγραμμάτων διαφορετικότητας (DEI), η Νέα Πράσινη Συμφωνία και οι 10.000 παράνομες είσοδοι στα σύνορα την ημέρα.

Το άνοιγμα του Ορμούζ σύντομα θα ρίξει κατακόρυφα την τιμή του πετρελαίου στα προπολεμικά επίπεδα. Και η αμερικανική οικονομία, παρ’ όλη την υστερική καταστροφολογία, προχωρά ολοταχώς με ρεκόρ χρηματιστηριακών τιμών, ισχυρά στοιχεία απασχόλησης, ρεκόρ ξένων επενδύσεων, περισσότερη ανάπτυξη ορυκτών καυσίμων και μαζική απορρύθμιση και φορολογικές περικοπές σε εξέλιξη.

Το μνημόνιο δεν είναι το τέλος αλλά η αρχή

Ο τερματισμός των αμερικανικών βομβαρδισμών και του οικονομικού στραγγαλισμού του Ιράν θα σημάνει την αρχή ενός νέου κύκλου προβλημάτων για το Ιράν. Μόλις έρθει η «ειρήνη», θα έρθει και η σύνδεση στο διαδίκτυο στο Ιράν, και μαζί μ’ αυτό, ένα πλήθος δυτικών ρεπόρτερ. Και τότε ο κόσμος θα αρχίσει να βλέπει τις ζημιές — αξίας εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων — που υπέστη το ιρανικό στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα.

Ο ήδη ανήσυχος λαός θα νιώσει ακόμα μεγαλύτερη περιφρόνηση για την αμετροέπεια των Φρουρών της Επανάστασης και της θεοκρατίας, των οποίων η ανοησία και η αδυναμία προκάλεσαν την καταστροφή της χώρας τους. Θα αγανακτήσουν ιδιαίτερα για την προσπάθεια του καθεστώτος να ανοικοδομήσει μια στρατιωτική υποδομή μισού αιώνα και πολλών δισεκατομμυρίων, ενώ επιδοτεί μηδενιστές Άραβες τρομοκράτες — όλα εις βάρος τους. Ο εξοπλισμός της αντίστασης είναι ένα ακόμη εργαλείο όταν το Ιράν αθετεί τον λόγο του.

Όσοι επικρίνουν, όχι αβάσιμα, το προκαταρκτικό μνημόνιο κατανόησης, υποστηρίζουν ότι οι χώρες του Κόλπου θα χρηματοδοτήσουν στην ουσία την ανοικοδόμηση της πολιτικής και στρατιωτικής υποδομής του Ιράν. Και δυστυχώς, ίσως έχουν δίκιο.

Αλλά όχι άμεσα. Όσα λένε τώρα οι χώρες του Κόλπου και όσα πραγματικά κάνουν είναι, όπως γνωρίζουμε από το παρελθόν, δύο διαφορετικά πράγματα. Κανείς στον Κόλπο δεν θα υποστήριζε την ανοικοδόμηση ενός Ιράν που είχε βομβαρδίσει προληπτικά αεροδρόμια, ξενοδοχεία, τουριστικά κέντρα και διυλιστήρια σε αυτές τις χώρες, προκαλώντας ζημίες δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Ο χρόνος δεν είναι με το μέρος του Ιράν

Το Ιράν νομίζει ότι ο χρόνος είναι με το μέρος του, καθώς ο Τραμπ — τουλάχιστον προς το παρόν — αντιμετωπίζει υψηλές τιμές βενζίνης και τις ενδιάμεσες εκλογές. Στην πραγματικότητα, ο χρόνος και η παράταση των διαπραγματεύσεων δεν είναι προς το συμφέρον του Ιράν, δεδομένου ότι οι ενδιάμεσες εκλογές δεν είναι σίγουρο στοίχημα για τους Δημοκρατικούς, και η τιμή της βενζίνης ήδη πέφτει στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ακόμη κι αν συμπεριφερθεί κόσμια τους επόμενους τέσσερις μήνες, καθώς το μνημόνιο κατανόησης μετεξελίσσεται σε διαπραγματεύσεις ανακωχής, αργά ή γρήγορα το ιρανικό καθεστώς θα επιστρέψει στην εγγενώς τρομοκρατική φύση του και θα αρχίσει να παραβιάζει τις συμφωνίες του. Και τότε ο Τραμπ θα μπορεί να πλήξει σκληρά το Ιράν, αλλά όχι σε σημείο που να καταρρεύσουν οι τιμές του πετρελαίου ή να ξαναρχίσει ο πόλεμος.

Και μόλις τελειώσουν οι ενδιάμεσες εκλογές και οι τιμές του πετρελαίου επιστρέψουν — ή πέσουν κάτω — από τα προπολεμικά επίπεδα, ο Τραμπ θα έχει τα χέρια του λυμένα για να αναγκάσει το Ιράν να συμμορφωθεί με νέες απαιτήσεις ή να το αφήσει να θρηνεί και να τρίζει τα δόντια του ανάμεσα στα ερείπια της δικής του καταστροφής.

Ο κόσμος του πετρελαίου αλλάζει

Ακόμα πιο ανησυχητική για το Ιράν είναι η τρέχουσα φρενήρης προσπάθεια των χωρών του Κόλπου να κατασκευάσουν νέους ή να επεκτείνουν υπάρχοντες αγωγούς προς την Ερυθρά Θάλασσα, τη Μεσόγειο και την Αραβική Θάλασσα, εξουδετερώνοντας τη στρατηγική σημασία των Στενών του Ορμούζ.

Πράγματι, σε έναν-δύο χρόνια, το Ιράν μπορεί να διαπιστώσει ότι οι εχθροί του θα μπορούν να μπλοκάρουν τις εισαγωγές και τις εξαγωγές του κλείνοντας τα Στενά, ενώ το ίδιο δεν θα μπορεί να κάνει τίποτε για να διακόψει τις εξαγωγές πετρελαίου των παραγωγών του Κόλπου.

Αν το Ιράν αυξήσει την παραγωγή πετρελαίου, μαζί με τη Ρωσία και τη διευρυμένη παραγωγή στις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Βενεζουέλα, οι τιμές πιθανότατα θα πέσουν — ίσως απότομα — και αυτό θα έπληττε τις οικονομίες των ανελεύθερων καθεστώτων της Μόσχας και της Τεχεράνης πολύ περισσότερο απ’ ό,τι την οικονομία των Ηνωμένων Πολιτειών.

Η γεωστρατηγική δεν ευνοεί το Ιράν και τους πρώην συμμάχους του

Παρά τις πρόσφατες λεκτικές, θεατρινίστικες διαμαρτυρίες των ΗΠΑ κατά του Ισραήλ, ο Κόλπος και το Ισραήλ θα δουν τα συμφέροντά τους να ευθυγραμμίζονται ολοένα και περισσότερο· παρά τη δαιμονοποίηση του Ισραήλ, αυτό δεν αποτελεί απειλή για τον Κόλπο και τα μετριοπαθή αραβικά κράτη. Άλλωστε, στο παρελθόν έχει εξουδετερώσει δύο πυρηνικούς αντιδραστήρες σε ένα ασταθές Ιράκ και Συρία, ισοπέδωσε τη Χαμάς, εκφόβισε τους Χούθι και προκάλεσε στη Χεζμπολάχ μεγαλύτερη ζημιά από οποιοδήποτε άλλο δυτικό έθνος — όλα προς όφελος των χωρών του Κόλπου και των Ηνωμένων Πολιτειών.

Η Ευρώπη μπορεί να απεχθάνεται τον Τραμπ, αλλά τα καμώματά του την ώθησαν να δαπανήσει περισσότερα χρήματα για την άμυνα, και πιο γρήγορα από κάθε άλλη στιγμή στην ιστορία του ΝΑΤΟ. Και μέσα σε έναν χρόνο, μια αιμορραγούσα Ρωσία θα έχει περιορισμένη δυνατότητα να απειλήσει τα ευρωπαϊκά κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ. Τα περισσότερα στρέφονται προς τα δεξιά και, παρά τις διαψεύσεις, τείνουν προς το μοντέλο Τραμπ της αύξησης της παραγωγής ορυκτών καυσίμων, του εξοπλισμού, των αυστηρότερων συνόρων, της απέλασης αλλοδαπών που εγκληματούν και της πάταξης του εγκλήματος.

Στο μεταξύ, η Ρωσία χάνει ή έχει βαλτώσει στην Ουκρανία. Η Κίνα δεν μπορεί πλέον να αγοράζει φθηνό πετρέλαιο που τελεί υπό κυρώσεις. Παρά τις συζητήσεις για την άνοδο της οικονομίας της, το Πεκίνο εισάγει πλέον πάνω από 10 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου ημερησίως και το 30% των τροφίμων του.

Η τεχνολογική θέση της Κίνας εξαρτάται από την κατασκοπεία και από την αποστολή στη Δύση μισού εκατομμυρίου Κινέζων φοιτητών κάθε χρόνο — σε μια εποχή που η παράνομη και νόμιμη μετανάστευση, μαζί με τις φοιτητικές βίζες και τις πράσινες κάρτες, βρίσκονται όλες υπό εξονυχιστικό έλεγχο στην Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ψέματα για το παρελθόν

Δύο ακόμη παράλογα επιχειρήματα της Αριστεράς ισχυρίζονται ότι το Ιράν βρίσκεται σε καλύτερη θέση τώρα απ’ ό,τι στην εποχή του «Iran Deal» του Ομπάμα το 2015, όταν δεν είχε βομβαρδιστεί ποτέ, και ότι μόνο ο Τραμπ οδήγησε στο κλείσιμο του Ορμούζ, που ήταν ανοιχτό πριν από την τρέχουσα σύρραξη.

Η γερουσιαστής Ελίζαμπεθ Γουόρρεν [Elizabeth Warren] επαναλαμβάνει και τις δύο αυτές ανοησίες. Ίσως θα έπρεπε να ρωτήσει τον αείμνηστο Ανώτατο Ηγέτη [Αλί Χαμενεΐ και ογδόντα από τους θεοκρατικούς τρομοκράτες συντρόφους του αν θα προτιμούσαν τα ανερχόμενα χρόνια του Ομπάμα πριν από μια δεκαετία αντί για τη σημερινή επικράτειά τους μέσα σε ένα πύρινο κολαστήριο.

Πρέπει άραγε να πιστέψουμε την τρέλα ότι η ιρανική αεροπορία, η αντιαεροπορική άμυνα, το ναυτικό και το οπλοστάσιο πυραύλων ήταν στην πραγματικότητα σε κακή κατάσταση κατά τα χρόνια Ομπάμα και Μπάιντεν εξαιτίας της αμερικανικής σοφιστείας και ρητορικής, και ότι τώρα, μετά από σαράντα ημέρες βομβαρδισμών, βρίσκονται σε φόρμα;

Το Ορμούζ έκλεισε για λίγες εβδομάδες επειδή το Ιράν έχασε το μεγαλύτερο μέρος του στρατού του και είδε το πυρηνικό του πρόγραμμα θαμμένο κάτω από μια καταιγίδα βομβών. Παρέμεινε ως επί το πλείστον ανοιχτό υπό τους προηγούμενους προέδρους, οι οποίοι επανειλημμένα προειδοποιούσαν το Ιράν να σταματήσει τις εργασίες για βόμβα και έπειτα δεν στήριζαν τις απειλές τους.

Φέτος, το πολιορκημένο Ιράν ήταν τόσο απελπισμένο ώστε να κλείσει το Ορμούζ, καθώς η Τεχεράνη έβλεπε τον στρατό και την οικονομία της σε ερείπια και τις πυρηνικές της φιλοδοξίες θαμμένες κάτω από τα συντρίμμια. Το προπολεμικό Ιράν αρκούνταν στο να κρατά τον πορθμό ανοιχτό, ενώ το καθεστώς σκόρπιζε τρόμο και φόβο σε όλη τη Μέση Ανατολή και πέρα απ’ αυτήν, χωρίς φόβο συνεπειών.

Συνοψίζοντας, το μνημόνιο και όσα ακολουθούν δεν είναι το τέλος της ιστορίας αλλά απλώς η αρχή. Όσα θα ακολουθήσουν — χρόνια δαπανηρής ιρανικής ανοικοδόμησης, η απουσία πυρηνικής αποτροπής, η δυνατότητα των Ηνωμένων Πολιτειών να πλήττουν κατά βούληση, η περιθωριοποίηση των Στενών του Ορμούζ, η αποδυνάμωση των ιρανικών οργανώσεων-αντιπροσώπων, οι νέες αντι-ιρανικές συμμαχίες, η απώλεια των πυρηνικών προστατών και ένας ακόμη πιο οργισμένος και ανήσυχος πληθυσμός — δεν θα απαιτήσουν επέμβαση τύπου Ιράκ ή Αφγανιστάν.

Καθώς οι Ιρανοί τα αφομοιώνουν αυτά, θα σταματήσουν να κομπάζουν για το μνημόνιο και θα καταφεύγουν ολοένα και περισσότερο σε ψέματα και ραδιουργίες, προσπαθώντας να ξεφύγουν από τον φαύλο κύκλο καταστροφής τους — προσπάθεια που θα διασφαλίσει μόνο τον περαιτέρω κατακερματισμό και την καταστροφή του καθεστώτος.

Οι απόψεις που εκφράζονται στο παρόν άρθρο είναι απόψεις του συντάκτη και δεν αντικατοπτρίζουν κατ’ ανάγκη τις απόψεις της Epoch Times.

Οι ζωές που καταψύχουμε και τα ερωτήματα που αποφεύγουμε

Ένα ζευγάρι από τη Φλόριντα κατέφυγε στην εξωσωματική γονιμοποίηση με την ίδια ελπίδα που οδηγεί κάθε οικογένεια σε αυτή τη διαδικασία. Ήθελαν ένα παιδί. Ύστερα από χρόνια, η γυναίκα έμεινε έγκυος. Όμως, όταν γεννήθηκε το μωρό τους, είχαν την αίσθηση ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Αυτό που έβλεπαν δεν αντιστοιχούσε σε αυτό που περίμεναν.

Αυτή η διαίσθηση τους οδήγησε σε εξετάσεις και τα αποτελέσματα επιβεβαίωσαν το αδιανόητο. Το παιδί που έφεραν στο σπίτι δεν ήταν γενετικά δικό τους. Το έμβρυο που προοριζόταν για εκείνους είχε τοποθετηθεί κατά λάθος αλλού και, μέχρι σήμερα, δεν γνωρίζουν πού βρίσκεται.

Στην Καλιφόρνια, ένα άλλο ζευγάρι βίωσε μια παρόμοια αλλά ακόμη πιο δραματική εμπειρία. Δύο οικογένειες υποβλήθηκαν σε εξωσωματική γονιμοποίηση στην ίδια κλινική. Οι δύο γυναίκες ολοκλήρωσαν κανονικά την εγκυμοσύνη τους, γέννησαν και… επέστρεψαν στο σπίτι με το λάθος μωρό. Οι δύο οικογένειες συναντήθηκαν και κατέληξαν σε μια δύσκολη απόφαση: η κάθε μητέρα αποχωρίστηκε το παιδί που είχε κυοφορήσει, δίνοντάς το στους βιολογικούς του γονείς, και παίρνοντας το γενετικά δικό της μωρό, το οποίο είχε μεγαλώσει στη μήτρα της άλλης μητέρας — μια συναισθηματική κατάσταση από τις πιο σύνθετες.

Αυτές οι ιστορίες συγκλονίζουν, επειδή δίνουν την αίσθηση ότι κάτι έχει πάει τρομερά στραβά. Το σύστημα απέτυχε. Έγινε ένα λάθος. Ένα παιδί τοποθετήθηκε στη λάθος μήτρα.

Αυτές είναι οι περιπτώσεις για τις οποίες ακούμε· εκείνες που αναγκαστικά έρχονται στο φως, επειδή επειδή κάτι προδίδει ότι δεν είναι όπως θα έπρεπε. Οδηγούν σε εξετάσεις, σε ερωτήματα, σε απαντήσεις. Όμως δεν παρουσιάζεται κάθε περίπτωση τόσο ξεκάθαρα. Αν η ανακάλυψη εξαρτάται από το αν κάτι είναι προφανές, τότε αξίζει να αναρωτηθούμε πόσες περιπτώσεις δεν αποκαλύπτονται ποτέ.

Ωστόσο, το ερώτημα δεν είναι μόνο τι συμβαίνει όταν ένα επιθυμητό παιδί γεννιέται σε λάθος ζευγάρι. Το βαθύτερο ερώτημα είναι τι συμβαίνει με όλα τα παιδιά που δεν γεννιούνται ποτέ.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, φυλάσσονται περισσότερα από ένα εκατομμύριο κατεψυγμένα έμβρυα. Πολλά από αυτά δημιουργήθηκαν με πρόθεση και ελπίδα. Οικογένειες υποβλήθηκαν σε ιατρικές διαδικασίες, δαπάνησαν σημαντικά ποσά και υπέστησαν μεγάλη συναισθηματική δοκιμασία για να τα δημιουργήσουν. Όμως, μόλις αποκτήσουν τον αριθμό των παιδιών που επιθυμούν, τα εναπομείναντα έμβρυα συχνά μένουν πίσω.

Ορισμένα παραμένουν επ’ αόριστον στην κατάψυξη. Ορισμένα καταστρέφονται, άλλα δωρίζονται, ενώ ένα μεγάλο ποσοστό παραμένει σε μια κατάσταση αναστολής, χωρίς να προχωρά προς κάποια κατεύθυνση, αλλά και χωρίς να εγκαταλείπεται οριστικά.

Για όσους πιστεύουν ότι η ζωή αρχίζει με τη σύλληψη, αυτό εγείρει ένα ερώτημα που δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί. Αν ένα έμβρυο είναι ζωή, τότε τι σημαίνει να διατηρείται αυτή η ζωή σε τον πάγο, σε μια αόριστη αναμονή, χωρίς χρονικό ορίζοντα, χωρίς σχέδιο και, συχνά, χωρίς καμία κατάληξη;

Ζούμε σε μια εποχή κατά την οποία ο άνθρωπος έχει την ικανότητα να δημιουργεί ζωή έξω από το ανθρώπινο σώμα, να την αποθηκεύει, να τη μεταφέρει, να τη διαχειρίζεται — πολλές φορές λανθασμένα. Ναι, έχουμε κατακτήσει την τεχνική πλευρά της διαδικασίας, αλλά δυσκολευόμαστε να κατανοήσουμε το νόημά της.

Πότε αρχίζει η ζωή; Πότε αποκτά σημασία; Και πότε αναλαμβάνουμε την ευθύνη απέναντί της;

Αυτά δεν είναι καινούργια ερωτήματα, όμως η τεχνολογία τα έχει μεταφέρει σε ένα νέο πλαίσιο. Δεν πρόκειται πλέον για μια θεωρητική συζήτηση. Βρίσκονται σε εγκαταστάσεις αποθήκευσης σε ολόκληρη τη χώρα — με ετικέτες, καταχωρισμένα και σε αναμονή.

Κάποιοι θα πουν ότι το έμβρυο δεν είναι ακόμη άνθρωπος. Άλλοι θα πουν ότι αποτελεί ήδη μια ζωή με εγγενή αξία. Και κάποιοι άλλοι θα αποφύγουν εντελώς το ερώτημα, επιλέγοντας να μην αποφασίσουν. Όμως τα έμβρυα παραμένουν εκεί. Δεν γίνονται πρωτοσέλιδα, όπως τα περιστατικά ανταλλαγής εμβρύων ή μωρών που γίνονται είδηση σε εθνικό επίπεδο. Δεν συνοδεύονται από θεαματικές δικαστικές υποθέσεις ή συγκινητικές επανενώσεις. Υπάρχουν σιωπηρά, μακριά από τα βλέμματα, μέσα σε ένα σύστημα το οποίο ελάχιστοι άνθρωποι σκέφτονται όταν ολοκληρωθεί η δική τους προσπάθεια.

Αν πρόκειται να κάνουμε μια σοβαρή συζήτηση για τη ζωή, για την οικογένεια και για τον ρόλο της τεχνολογίας και στα δύο, τότε δεν μπορούμε να σταματήσουμε στις ιστορίες που μας σοκάρουν. Πρέπει να είμαστε πρόθυμοι να εξετάσουμε και εκείνες που πλέον θεωρούμε φυσιολογικές.

Έχουμε μάθει πώς να δημιουργούμε ζωή σε ένα εργαστήριο. Είμαστε όμως πραγματικά έτοιμοι να αναλάβουμε το βάρος όσων συνεπάγεται αυτή η δυνατότητα;

Της Mollie Engelhart

Οι απόψεις που διατυπώνονται στο παρόν άρθρο δεν αντικατοπτρίζουν κατ’ ανάγκην τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.

Fed: Ο Γουόρς ανάμεσα στη Σκύλλα και τη Χάρυβδη

Στην «Οδύσσεια», ο ομώνυμος ήρωας πλέει μέσα από τις θύελλες του «οινωπού πόντου», επιζητώντας να επιστρέψει στην πατρίδα και την οικογένειά του ύστερα από δέκα χρόνια πολέμου. Κάποια στιγμή, πρέπει να περάσει από ένα στενό πέρασμα, ανάμεσα από δύο θανατηφόρα στοιχεία. Στα αριστερά βρίσκεται η Σκύλλα, ένα τέρας που ζει στους βραχώδεις γκρεμούς και αρπάζει και καταβροχθίζει τους ναυτικούς που περνούν. Στην άλλη πλευρά είναι η Χάρυβδις, μια δίνη ικανή να ρουφήξει τον Οδυσσέα και τους άνδρες του και να συντρίψει το πλοίο του.

Ο πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας (Fed), Κέβιν Γουόρς [Kevin Warsh], βρίσκεται κατά παρόμοιο τρόπο ανάμεσα στη Σκύλλα και τη Χάρυβδη. Όπως ο Οδυσσέας, ο Γουόρς πρέπει να διασχίσει ένα στενό πέρασμα — θα μπορούσε κανείς να φανταστεί τα Στενά του Ορμούζ — ανάμεσα στους υφάλους της οικονομικής ύφεσης από τη μία, και στη δίνη του ανεξέλεγκτου πληθωρισμού από την άλλη.

Ενώ η Επιτροπή Ανοιχτής Αγοράς (FOMC) της Fed αποφάσισε τον Ιούνιο να διατηρήσει τα επιτόκια μίας ημέρας στο τρέχον εύρος-στόχο του 3,5% έως 3,75%, ο Γουόρς υιοθέτησε πιο επιθετικό τόνο, ενώ οι μισοί από τα μέλη της επιτροπής αναμένουν αύξηση των επιτοκίων αργότερα μέσα στη χρονιά. Οι επενδυτές τοποθετούν προς το παρόν στα δύο στα τρία τις πιθανότητες για τουλάχιστον μία αύξηση επιτοκίων το 2026.

Οι κίνδυνοι μιας απότομης ανόδου των επιτοκίων

Η αύξηση των επιτοκίων σε υπερβολικό βαθμό ή με υπερβολικά γρήγορο ρυθμό ενέχει αρκετές σοβαρές συνέπειες.

Πρώτον, θα αυξήσει το κόστος της πίστωσης και του δανεισμού για τις επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα σε μια στιγμή που λίγες μπορούν να το αντέξουν. Η οικονομία αναπτύσσεται, αλλά αργά, με ανισόρροπη κλίση προς λίγους «καυτούς» κλάδους, όπως η τεχνητή νοημοσύνη (ΤΝ). Η εκτίμηση για την πραγματική ανάπτυξη του ΑΕΠ το α΄ τρίμηνο μόλις αναθεωρήθηκε προς τα κάτω, από 2,0% σε 1,6%, και η συναινετική πρόβλεψη για τη συνολική ανάπτυξη του 2026 κυμαίνεται γύρω στο 2%.

Σε ένα σενάριο που εξαρχής δύσκολα χαρακτηρίζεται ρωμαλέο, τα υψηλότερα επιτόκια, όπως και το υψηλότερο κόστος καυσίμων και ενέργειας, θα περιορίσουν περαιτέρω την οικονομική ανάπτυξη.

Δεύτερον, τα υψηλότερα επιτόκια θα αυξήσουν το κόστος δανεισμού για την αμερικανική κυβέρνηση, καθώς επιδιώκει να αναχρηματοδοτήσει το εθνικό της χρέος των 38 τρισεκατομμυρίων δολαρίων και να αντλήσει ακόμη περισσότερο χρέος για να στηρίξει τη συνεχιζόμενη ελλειμματική δαπάνη για τον πόλεμο με το Ιράν και για πλήθος προγραμμάτων κοινωνικών παροχών που κανείς δεν τολμά να αγγίξει. Για να μην αναφέρουμε τον κίνδυνο να σκάσει η φούσκα που διογκώνεται αυτή τη στιγμή στις αμερικανικές χρηματιστηριακές αγορές.

Βεβαίως, το μπαλόνι του χρηματιστηρίου πρέπει να απελευθερώσει λίγο αέρα, ωστόσο αυτό θα έπρεπε να συμβεί σταδιακά, και ενώ η πραγματική οικονομία συνεχίζει να αναπτύσσεται, και όχι με έναν ξαφνικό κρότο, όπως είδαμε στη φούσκα των dot-com και στην παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση.

Η Χάρυβδις του πληθωρισμού

Η μείωση των επιτοκίων εγκυμονεί τον κίνδυνο να αναζωπυρώσει και να επεκτείνει την πύρινη λαίλαπα του πληθωρισμού. Ο δείκτης τιμών καταναλωτή (ΔΤΚ) του Μαΐου, στο 4,2% (από 3,8% τον Απρίλιο), οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στην άνοδο των τιμών της ενέργειας λόγω του πολέμου με το Ιράν.

Ο δομικός πληθωρισμός (core CPI), που εξαιρεί τις τιμές των τροφίμων και της ενέργειας, ανήλθε στο 2,9%, σε συμφωνία με το εύρος του ~3% στο οποίο κινείται τα δύο τελευταία χρόνια. Ο δομικός πληθωρισμός αποδείχθηκε «επίμονος», όχι «παροδικός», ακόμη και με υψηλότερα επιτόκια, και αρκετά πάνω από τον στόχο του 2% της Fed.

Η μείωση των επιτοκίων θα δώσει περαιτέρω ώθηση στον κερδοσκοπικό πυρετό γύρω από τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία και θα οδηγήσει σε υψηλότερες τιμές αγαθών και υπηρεσιών σε ολόκληρη την πραγματική οικονομία. Ο πληθωρισμός θα ευνοήσει την κυβέρνηση (τον μεγαλύτερο οφειλέτη της χώρας) και τη Wall Street, αλλά θα πλήξει τον καταναλωτή και τις μικρές επιχειρήσεις της πραγματικής οικονομίας, που ήδη στενάζουν υπό το βάρος των υψηλότερων τιμών.

Από το 2020, η αγοραστική δύναμη του δολαρίου έχει υποχωρήσει κατά σχεδόν 30%. Είχε ειπωθεί ότι ο αμερικανικός πληθωρισμός ήταν προσωρινός, όμως οι τιμές των τροφίμων, της στέγασης και των μεταφορών δεν έχουν υποχωρήσει όσο  ήλπιζαν ορισμένοι. Η δίνη μοιάζει εύστοχη μεταφορά του πληθωρισμού για τους Αμερικανούς, που βλέπουν να χάνεται η αξία των χρημάτων τους.

Κρατώντας πορεία προς το ουδέτερο επιτόκιο

Έτσι, ο σύγχρονος Οδυσσέας μας πρέπει με κάποιον τρόπο να κρατήσει τη μέση πορεία, καθώς αναλαμβάνει το πηδάλιο της αμερικανικής νομισματικής πολιτικής, το τιμόνι που κατευθύνει το πλοίο της εθνικής μας οικονομίας. Αν στρίψει υπερβολικά αριστερά (υψηλότερα επιτόκια), η οικονομία ναυαγεί στους βράχους της ύφεσης. Αν στρίψει υπερβολικά δεξιά (χαμηλότερα επιτόκια), η δίνη του πληθωρισμού υποσκάπτει τα αμερικανικά νοικοκυριά.

Οι πολιτικές πιέσεις — όχι μόνο από τον Λευκό Οίκο, αλλά και από το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών, που είναι υπεύθυνο για την αναχρηματοδότηση του χρέους — γέρνουν αποφασιστικά προς τα δεξιά και προς χαμηλότερα επιτόκια. Όταν οι κυβερνήσεις — και οι πολιτικοί που ανησυχούν για τη θέση τους — αναγκάζονται να επιλέξουν ανάμεσα στην ύφεση και την ανεργία, από τη μία, και τον πληθωρισμό, από την άλλη, κατά κανόνα και κατ’ επανάληψη επιλέγουν τον πληθωρισμό.

Ας ελπίσουμε ότι ο ήρωάς μας θα βρει στην πυξίδα του τον δρόμο προς ένα ουδέτερο επιτόκιο — ένα επιτόκιο ούτε υπερβολικά τονωτικό ούτε υπερβολικά περιοριστικό — και το θάρρος να κρατήσει πορεία προς έναν ασφαλή διάπλου, όσο αντιδημοφιλές κι αν είναι αυτό.

Του Michael Wilkerson

Οι απόψεις που εκφράζονται στο παρόν άρθρο είναι απόψεις του συγγραφέα και δεν αντικατοπτρίζουν κατ’ ανάγκη τις θέσεις της Epoch Times.