Παρασκευή, 15 Μαΐ, 2026

Η Τουρκία στη φθίνουσα ακτίνα της γεωπολιτικής της υπερβολής

Υπάρχουν στιγμές στη διεθνή πολιτική όπου η ουσία δεν βρίσκεται μόνο στις μεγάλες συμφωνίες, στα ανακοινωθέντα και στις δηλώσεις κορυφής, αλλά και στις σιωπές, στα σύμβολα, στις κινήσεις σώματος, στην επιλογή του χρόνου και στον τρόπο με τον οποίο ένας ξένος ηγέτης επιλέγει να σταθεί σε ένα έδαφος. Η πρόσφατη επίσκεψη του εμίρη του Κατάρ στην Αθήνα ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Δεν ήταν απλώς μια ακόμη διπλωματική επαφή. Ήταν μια εικόνα που, αν τη διαβάσει κανείς βαθύτερα, αποτυπώνει μια μετατόπιση ισορροπιών στην Ανατολική Μεσόγειο, στον Κόλπο και στον ευρύτερο χώρο όπου η Τουρκία προσπάθησε επί χρόνια να εμφανιστεί ως αναντικατάστατος ενδιάμεσος.

Ο εμίρης του Κατάρ, σεΐχης Ταμίμ μπιν Χαμάντ αλ Θάνι, συναντήθηκε στην Αθήνα με τον Έλληνα πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη στις 29 Απριλίου 2026. Σύμφωνα με την επίσημη ενημέρωση της ελληνικής κυβέρνησης, στη συνάντηση συζητήθηκαν οι εξελίξεις στο Ιράν και στην ευρύτερη Μέση Ανατολή, η κατάσταση στον Λίβανο, η ανάγκη στήριξης της σταθερότητας, αλλά και η ενίσχυση της συνεργασίας Ελλάδας–Κατάρ σε εμπόριο, ενέργεια, διασυνδεσιμότητα, άμυνα, αγροδιατροφή, πολιτισμό και εκπαίδευση. Συζητήθηκαν επίσης επενδυτικές ευκαιρίες στην Ελλάδα, με έμφαση στις υποδομές, στα κέντρα δεδομένων, στην ενέργεια και στη φιλοξενία.

Από την πλευρά του Κατάρ, η επίσημη ενημέρωση του Διβανίου των Εμίρηδων επιβεβαίωσε ότι οι δύο πλευρές εξέτασαν την περαιτέρω ανάπτυξη της διμερούς συνεργασίας, μεταξύ άλλων στην άμυνα, στο εμπόριο, στις επενδύσεις, στην ενέργεια, στην τεχνολογία, στον πολιτισμό και στην εκπαίδευση. Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι η καταριανή πλευρά αναφέρθηκε ρητά στο ενδιαφέρον για διεύρυνση της συνεργασίας, ακόμη και στον στρατιωτικό τομέα, ενώ οι συζητήσεις περιέλαβαν και την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ και την προστασία των παγκόσμιων ενεργειακών ροών.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης με τον σεΐχη Ταμίμ μπιν Χαμάντ αλ Θάνι, εμίρη του Κατάρ, στο Μέγαρο Μαξίμου. Αθήνα, 29 Απριλίου 2026. (Γραφείο Τύπου του Διβανίου των Εμίρηδων)

 

Αυτά δεν είναι λεπτομέρειες. Είναι δείκτες. Το Κατάρ δεν βλέπει πλέον την περιοχή μόνο μέσα από το πρίσμα της Άγκυρας. Βλέπει την Αθήνα ως σοβαρό, θεσμικό, ευρωπαϊκό και σταθερό συνομιλητή. Και αυτό από μόνο του συνιστά πλήγμα για την τουρκική αυταπάτη ότι ο μουσουλμανικός κόσμος, ο περσικός κόλπος και η Μέση Ανατολή οφείλουν να περνούν υποχρεωτικά από το φίλτρο της τουρκικής επιρροής.

Η Τουρκία επένδυσε επί χρόνια σε μια εικόνα νεο-οθωμανικής ισχύος. Παρουσιάστηκε ως προστάτιδα δύναμη, ως ανερχόμενη αυτοκρατορική σκιά, ως γέφυρα μεταξύ Δύσης και Ισλάμ, ως κράτος που μπορεί να συνομιλεί ταυτόχρονα με τη Μόσχα, την Ουάσιγκτον, την Τεχεράνη, την Ντόχα, τη Χαμάς, το ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Όμως η πολυδιάστατη διπλωματία έχει ένα όριο: όταν γίνεται διαρκής εκβιασμός, παύει να είναι στρατηγική και γίνεται κόπωση. Η Τουρκία έχει κουράσει. Έχει κουράσει τους συμμάχους της, έχει ανησυχήσει τους γείτονές της, έχει επιβαρύνει τους εταίρους της και έχει αποδείξει ότι πολλές φορές αντιλαμβάνεται τη γεωγραφία όχι ως χώρο συνεργασίας, αλλά ως εργαλείο πίεσης.

Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να διαβαστεί και το ζήτημα των Eurofighter. Η Τουρκία επιδιώκει να κλείσει το κενό που δημιούργησε η αποπομπή της από το πρόγραμμα των F-35, μετά την αγορά των ρωσικών S-400. Το Associated Press έχει καταγράψει ότι η Άγκυρα βρισκόταν σε διαπραγματεύσεις με το Κατάρ και το Ομάν για μεταχειρισμένα Eurofighter Typhoon, με τον ίδιο τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να δηλώνει ότι οι συζητήσεις προχωρούσαν θετικά. Λίγες ημέρες αργότερα, η Τουρκία υπέγραψε με τη Βρετανία συμφωνία ύψους 8 δισ. λιρών για είκοσι νέα Eurofighter, ενώ σύμφωνα με το ίδιο ρεπορτάζ η Άγκυρα σχεδίαζε να αποκτήσει επιπλέον δώδεκα μεταχειρισμένα από το Κατάρ και δώδεκα από το Ομάν.

Αν, λοιπόν, οι πληροφορίες περί καθυστέρησης, παγώματος ή αναστολής της καταριανής παράδοσης προς την Τουρκία επιβεβαιωθούν, δεν θα πρόκειται για ένα απλό τεχνικό πρόβλημα. Θα πρόκειται για πολιτικό μήνυμα. Διότι τα μαχητικά αεροσκάφη δεν είναι εμπόρευμα σαν όλα τα άλλα. Είναι σύμβολα εμπιστοσύνης, συμμαχικής προτεραιότητας και στρατηγικού προσανατολισμού. Ένα κράτος δεν παραχωρεί εύκολα τέτοιες δυνατότητες σε μια χώρα που μπορεί αύριο να τις χρησιμοποιήσει για να διαταράξει ισορροπίες σε ένα περιβάλλον όπου όλοι πλέον ζητούν σταθερότητα.

Εδώ βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση της Τουρκίας. Από τη μία ζητά προηγμένα δυτικά αεροσκάφη, επιδιώκει επιστροφή στα F-35, αγοράζει Eurofighter και προσπαθεί να πείσει ότι είναι αναντικατάστατος ΝΑΤΟϊκός παίκτης. Από την άλλη διατηρεί στρατηγικά ανοίγματα προς τη Ρωσία, αμφισβητεί κυριαρχικά δικαιώματα γειτονικών κρατών, εργαλειοποιεί το μεταναστευτικό, απειλεί με casus belli την Ελλάδα για το νόμιμο δικαίωμα επέκτασης των χωρικών υδάτων και συνεχίζει να καλλιεργεί γλώσσα περιφερειακής ηγεμονίας. Αυτή η διπλή ταυτότητα δεν μπορεί να συνεχίζεται επ’ άπειρον χωρίς κόστος.

Το δεύτερο επεισόδιο που δείχνει την τουρκική γεωπολιτική υποβάθμιση είναι η υπόθεση της ονομασίας των Στενών. Στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, η Τουρκία επιχείρησε να χρησιμοποιήσει τον όρο «Τουρκικά Στενά» [«Turkish Straits»], για τον Βόσπορο, τη Θάλασσα του Μαρμαρά και τα Δαρδανέλια. Η ελληνική απάντηση ήταν άμεση και ουσιαστική. Η Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Ελλάδας στον ΟΗΕ τόνισε ότι η Σύμβαση του Μοντρέ του 1936 είναι το μοναδικό διεθνές νομικό κείμενο που ρυθμίζει τη ναυσιπλοΐα μέσα από τα Στενά των Δαρδανελίων, τη Θάλασσα του Μαρμαρά και τον Βόσπορο, κατοχυρώνοντας την ελευθερία της ναυσιπλοΐας. Η ελληνική τοποθέτηση σημείωσε επίσης ότι ο όρος «Τουρκικά Στενά» δεν είναι συμβατός με τη Σύμβαση του Μοντρέ και ότι η ορθή ορολογία είναι «the Straits», δηλαδή τα Στενά, συγκεκριμένα τα Δαρδανέλια, η Θάλασσα του Μαρμαρά και ο Βόσπορος.

Η Άγκυρα αντέδρασε υποστηρίζοντας ότι ο όρος «Τουρκικά Στενά» είναι γεωγραφικά ορθός και συμβατός με τη Σύμβαση του Μοντρέ, επειδή τα Στενά βρίσκονται εντός της τουρκικής επικράτειας.  Όμως η ουσία δεν βρίσκεται μόνο στη γλωσσική διαφωνία. Βρίσκεται στο ότι η Ελλάδα ανάγκασε την Τουρκία να απολογηθεί στο πεδίο της διεθνούς νομιμότητας. Η Αθήνα δεν επέτρεψε να περάσει η τουρκική ορολογία ως αυτονόητη. Και αυτό έχει σημασία, γιατί η Τουρκία συχνά ξεκινά από τις λέξεις για να περάσει στις διεκδικήσεις. Πρώτα αλλάζει την ονομασία, μετά μεταβάλλει το πλαίσιο, ύστερα αμφισβητεί το καθεστώς και στο τέλος ζητά αναγνώριση μιας νέας πραγματικότητας.

Η Ελλάδα, αντιθέτως, κινήθηκε με βάση την αλήθεια και το Διεθνές Δίκαιο. Δεν φώναξε, δεν απείλησε, δεν κατασκεύασε ιδεολογικό αφήγημα. Υπενθύμισε το κείμενο της Συνθήκης. Και στην εποχή της αναθεωρητικής προπαγάνδας, η ψυχρή επίκληση του δικαίου είναι συχνά πιο ισχυρή από τις κραυγές.

Αυτό είναι το νέο περιβάλλον στο οποίο υποβαθμίζεται η Τουρκία. Όχι επειδή παύει να είναι μεγάλη χώρα. Η Τουρκία παραμένει πληθυσμιακά, στρατιωτικά, γεωγραφικά και οικονομικά σημαντικός παράγοντας. Η υποβάθμιση δεν σημαίνει εξαφάνιση ισχύος. Σημαίνει απώλεια αξιοπιστίας. Σημαίνει ότι οι άλλοι παίκτες αρχίζουν να χτίζουν εναλλακτικές χωρίς να ρωτούν την Άγκυρα. Σημαίνει ότι χώρες όπως το Κατάρ συνομιλούν πιο άνετα με την Αθήνα. Σημαίνει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ευρώπη, ο Περσικός Κόλπος και το Ισραήλ αναζητούν σχήματα σταθερότητας στα οποία η Τουρκία δεν είναι πλέον απαραίτητα ο κεντρικός κόμβος.

Η Ελλάδα οφείλει να αξιοποιήσει αυτή τη στιγμή χωρίς αλαζονεία. Η γεωπολιτική δεν συγχωρεί ούτε τον ενθουσιασμό ούτε την αδράνεια. Χρειάζεται σοβαρότητα, συνέχεια, στρατηγική μνήμη και εθνική αυτοπεποίθηση. Η παράδοση μας διδάσκει ότι ο Ελληνισμός μεγαλουργεί όταν συνδυάζει θάρρος με μέτρο, πίστη με λογική, αποφασιστικότητα με θεσμική ακρίβεια. Δεν χρειάζεται να μιμηθούμε την τουρκική υπερβολή. Χρειάζεται να επιμείνουμε στον δικό μας δρόμο: συμμαχίες, Διεθνές Δίκαιο, αποτροπή, οικονομική ισχύς, ναυτική παρουσία, ενεργειακές διασυνδέσεις, πολιτιστική ακτινοβολία.

Οι απόψεις που διατυπώνονται στο παρόν δεν αντικατοπτρίζουν κατ’ ανάγκην τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.

Η εμπλοκή των ΗΑΕ και της Σαουδικής Αραβίας στον πόλεμο με το Ιράν και οι ισορροπίες στον Κόλπο

Η είδηση ότι τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και, σύμφωνα με νεότερες αναφορές, η Σαουδική Αραβία πραγματοποίησαν μυστικά πλήγματα κατά του Ιράν δεν είναι απλώς μία ακόμη εξέλιξη στον ήδη επικίνδυνο πόλεμο της Μέσης Ανατολής. Αν οι πληροφορίες αυτές επιβεβαιώνονται στο σύνολό τους, πρόκειται για μια σοβαρή μεταβολή της στρατηγικής πραγματικότητας στον Περσικό Κόλπο. Τα κράτη του Κόλπου δεν εμφανίζονται πλέον μόνο ως χώρες που δέχονται ιρανικές επιθέσεις, φιλοξενούν αμερικανικές βάσεις ή προσπαθούν να προστατεύσουν τις ενεργειακές τους υποδομές. Εμφανίζονται, έστω και σιωπηρά, ως άμεσοι στρατιωτικοί δρώντες απέναντι στην Τεχεράνη.

Αυτό δεν σημαίνει ότι τα ΗΑΕ ή η Σαουδική Αραβία έχουν εισέλθει σε έναν ανοιχτό, επίσημο πόλεμο με το Ιράν. Δείχνει, ωστόσο, ότι η ουδετερότητα — ή έστω η εικόνα ουδετερότητας — έχει πλέον διαβρωθεί. Ο Κόλπος περνά σε μια πιο επικίνδυνη φάση: τη φάση του συγκεκαλυμμένου πολέμου, των περιορισμένων αντιποίνων, των έμμεσων προειδοποιήσεων και της συνεχούς πιθανότητας λάθος υπολογισμού.

Σύμφωνα με ρεπορτάζ του Guardian, που επικαλείται τη Wall Street Journal, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα φέρονται να πραγματοποίησαν μυστική επίθεση κατά ιρανικού στόχου ως απάντηση σε προηγούμενα ιρανικά πλήγματα εναντίον εγκαταστάσεών τους. Η αναφορά κάνει λόγο ακόμη και για πλήγμα στο ιρανικό νησί Λαζάν λίγο πριν από την ανακοίνωση της εκεχειρίας της 7ης Απριλίου. Αν αυτό ισχύει, τότε τα ΗΑΕ πέρασαν από τη λογική της αεράμυνας και της προστασίας υποδομών στη λογική της ενεργητικής ανταπόδοσης.

Η διαφορά είναι τεράστια. Μία χώρα που αμύνεται απέναντι σε πυραύλους και μη επανδρωμένα μπορεί να ισχυριστεί ότι προσπαθεί να μείνει εκτός πολέμου. Μία χώρα που πλήττει στόχους μέσα στο Ιράν, ακόμη και μυστικά, δεν μπορεί πλέον να θεωρείται από την Τεχεράνη απλός παρατηρητής. Γίνεται μέρος της εξίσωσης.

Ακόμη πιο σημαντική είναι η αναφορά του Reuters για τη Σαουδική Αραβία. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, σαουδαραβικά μαχητικά φέρονται να εξαπέλυσαν μη ανακοινωμένα πλήγματα κατά του Ιράν στα τέλη Μαρτίου, ως απάντηση σε επιθέσεις που είχε δεχθεί το βασίλειο. Το Ριάντ δεν επιβεβαίωσε ευθέως τις επιθέσεις, ενώ το Reuters δεν μπόρεσε να προσδιορίσει τους ακριβείς στόχους. Η ύπαρξη τέτοιων πληροφοριών δείχνει ότι η Σαουδική Αραβία, παρά τη δημόσια έμφαση στην αυτοσυγκράτηση, είναι διατεθειμένη να χρησιμοποιήσει στρατιωτική ισχύ όταν θεωρεί ότι η ιρανική πίεση ξεπερνά τα όρια.

Η σαουδαραβική στάση διαφέρει από εκείνη των ΗΑΕ. Τα Εμιράτα παρουσιάζονται πιο επιθετικά και πιο πρόθυμα να επιβάλουν κόστος στο Ιράν. Η Σαουδική Αραβία, αντίθετα, φαίνεται να επιδιώκει έναν συνδυασμό αποτροπής και αποκλιμάκωσης. Δηλαδή, χτυπά αν χρειαστεί, αλλά κρατά ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας με την Τεχεράνη. Αυτό εξηγεί γιατί οι αναφορές μιλούν για εντατικές διπλωματικές επαφές μετά τα σαουδαραβικά πλήγματα και για μια άτυπη κατανόηση αποκλιμάκωσης.

Η διαφορά αυτή αντανακλά και τις διαφορετικές προτεραιότητες των δύο χωρών. Τα ΗΑΕ έχουν πιο προωθημένη σχέση με το Ισραήλ λόγω των Συμφωνιών του Αβραάμ και έχουν καλλιεργήσει πιο σκληρή στάση απέναντι στην ιρανική επιρροή. Η Σαουδική Αραβία, από την άλλη, έχει να προστατεύσει ένα πολύ μεγαλύτερο γεωπολιτικό και οικονομικό σχέδιο: την ασφάλεια των πετρελαϊκών εγκαταστάσεων στην ανατολική της ακτή, το προσκύνημα στη Μέκκα, τις υποδομές αφαλάτωσης και, κυρίως, το Όραμα 2030. Ένας ανοιχτός πόλεμος με το Ιράν θα μπορούσε να τινάξει στον αέρα αυτή τη στρατηγική μεταμόρφωσης.

Γι’ αυτό και η ρητορική της σαουδαραβικής ηγεσίας παραμένει προσεκτική. Η λογική του Ριάντ φαίνεται να είναι ότι πρέπει να δείξει στο Ιράν πως δεν είναι εύκολος στόχος, αλλά χωρίς να δώσει στην Τεχεράνη πρόσχημα για ολοκληρωτική αντιπαράθεση. Η αποτροπή πρέπει να είναι αρκετά ισχυρή για να λειτουργεί, αλλά όχι τόσο δημόσια και ταπεινωτική ώστε να υποχρεώσει το Ιράν να απαντήσει μαζικά.

Αυτό ακριβώς είναι και το πιο επικίνδυνο σημείο της νέας φάσης. Όταν οι συγκρούσεις διεξάγονται μυστικά, με περιορισμένα πλήγματα και δημόσιες διαψεύσεις ή ασάφειες, οι κυβερνήσεις αποκτούν περιθώριο αποκλιμάκωσης. Μπορούν να μη μιλήσουν, να μη διαφημίσουν την επίθεση και να αποφύγουν την πίεση της κοινής γνώμης. Ταυτόχρονα, όμως, αυξάνεται ο κίνδυνος λάθους. Ένα πλήγμα που θα σκοτώσει υψηλόβαθμους αξιωματικούς, θα καταστρέψει κρίσιμη υποδομή ή θα θεωρηθεί υπερβολικά προκλητικό μπορεί να οδηγήσει σε αλυσιδωτή κλιμάκωση.

Το Ιράν, από την πλευρά του, έχει ήδη δείξει ότι θεωρεί τα κράτη του Κόλπου μέρος της αμερικανικής και ισραηλινής αρχιτεκτονικής ασφαλείας. Η Τεχεράνη εκτιμά ότι ορισμένες χώρες επέτρεψαν τη χρήση εναέριου χώρου ή βάσεων από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Πιθανό πλήγμα από τα ΗΑΕ και τη Σαουδική Αραβία απευθείας σε ιρανικό έδαφος, προσφέρει στο Ιράν επιπλέον λόγους για αντίποινα.

Οι πιθανοί στόχοι είναι γνωστοί: ενεργειακές εγκαταστάσεις, λιμάνια, αεροδρόμια, βάσεις, σταθμοί αφαλάτωσης, κόμβοι μεταφοράς πετρελαίου και φυσικού αερίου. Στον Κόλπο, η οικονομία και η ασφάλεια είναι άρρηκτα συνδεδεμένες. Ένα πλήγμα σε εγκατάσταση φυσικού αερίου ή σε λιμάνι δεν είναι απλώς ένα στρατιωτικό γεγονός. Είναι μήνυμα προς τις αγορές, προς τις ασφαλιστικές εταιρείες, προς τις ναυτιλιακές γραμμές και προς τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας.

Σε αυτό το πλαίσιο, τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν νευραλγικό σημείο. Οποιαδήποτε ιρανική προσπάθεια να περιορίσει, να ελέγξει ή να φορολογήσει τη ναυσιπλοΐα εκεί θα έχει άμεσες παγκόσμιες επιπτώσεις. Το Ιράν γνωρίζει ότι δεν χρειάζεται απαραίτητα να κλείσει πλήρως τον πορθμό για να προκαλέσει οικονομικό σοκ. Αρκεί να δημιουργήσει αβεβαιότητα. Στις αγορές ενέργειας, η αβεβαιότητα συχνά κοστίζει όσο και η ίδια η καταστροφή.

Η υπόθεση του Κουβέιτ προσθέτει ακόμη μία διάσταση. Η αναφορά ότι μέλη των Φρουρών της Επανάστασης επιχείρησαν να διεισδύσουν στο νησί Μπουμπιγιάν δείχνει ότι η αντιπαράθεση δεν περιορίζεται σε μαχητικά αεροσκάφη και πυραύλους. Περιλαμβάνει κατασκοπεία, σαμποτάζ, ειδικές επιχειρήσεις και ψυχολογική πίεση. Η Τεχεράνη έχει παράδοση στη χρήση σύνθετων εργαλείων πίεσης: κρατικοί φορείς, παραστρατιωτικές οργανώσεις, πληρεξούσιοι, κυβερνοεπιθέσεις και στοχευμένες επιχειρήσεις χαμηλής ορατότητας.

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο αν τα ΗΑΕ και η Σαουδική Αραβία χτύπησαν το Ιράν. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι τι σημαίνει αυτή η μετατόπιση για την περιφερειακή ισορροπία. Η απάντηση είναι ότι ο Κόλπος εισέρχεται σε μια περίοδο πιο ανοιχτής αποτροπής και πιο κλειστής διπλωματίας. Δημόσια, οι χώρες θα μιλούν για σταθερότητα, αυτοσυγκράτηση και προστασία της ναυσιπλοΐας. Παρασκηνιακά, όμως, θα προετοιμάζονται για νέα πλήγματα, νέες άμυνες και νέες διαπραγματεύσεις μέσω μεσαζόντων.

Το πιο πιθανό σενάριο δεν είναι ένας άμεσος γενικευμένος πόλεμος μεταξύ Ιράν και αραβικών κρατών του Κόλπου, αλλά μια παρατεταμένη γκρίζα σύγκρουση: περιορισμένα πλήγματα, άρνηση ευθύνης, διπλωματικές επαφές, απειλές και προσπάθειες ελέγχου της κλιμάκωσης. Όμως αυτό το σενάριο είναι σταθερό μόνο όσο όλοι οι παίκτες διατηρούν την ψυχραιμία τους και όσο η εκεχειρία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν αντέχει.

Αν η εκεχειρία καταρρεύσει, τα ΗΑΕ θα βρεθούν πιθανότατα στην πρώτη γραμμή των ιρανικών αντιποίνων. Η Σαουδική Αραβία θα προσπαθήσει να αποφύγει την πλήρη εμπλοκή, αλλά θα δυσκολευτεί να μείνει έξω αν δεχθεί νέα μαζικά πλήγματα. Και οι Ηνωμένες Πολιτείες, ακόμη κι αν δεν επιθυμούν διεύρυνση της σύγκρουσης, θα πιεστούν να προστατεύσουν εταίρους, βάσεις και ενεργειακές ροές.

Η εμπλοκή των ΗΑΕ και της Σαουδικής Αραβίας, ακόμη και αν παραμένει συγκεκαλυμμένη, ανεβάζει το επίπεδο κινδύνου σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή. Δεν έχουμε απλώς έναν πόλεμο ΗΠΑ–Ιράν ή Ισραήλ–Ιράν. Έχουμε μια περιφερειακή σύγκρουση που απλώνεται στον Κόλπο, στις ενεργειακές οδούς, στις αραβικές μοναρχίες και στις παγκόσμιες αγορές.

Η νέα πραγματικότητα είναι ότι κανείς δεν θέλει επισήμως έναν μεγάλο πόλεμο, αλλά όλο και περισσότεροι δρουν σαν να προετοιμάζονται γι’ αυτόν.

Οι απόψεις που διατυπώνονται στο παρόν δεν αντικατοπτρίζουν κατ’ ανάγκην τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.

Το αίτημα των πολιτών για ασφάλεια: Από τα Τέμπη στη Λευκάδα και από τον Κόλπο στον ελληνικό σιδηρόδρομο

Το περιστατικό με το μη επανδρωμένο θαλάσσης που εντοπίστηκε ανοιχτά της Λευκάδας δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως μια απομονωμένη είδηση ή ως ένα τεχνικό ζήτημα που αφορά μόνο τις στρατιωτικές υπηρεσίες. Όταν ο υπουργός Εθνικής Άμυνας δηλώνει δημόσια ότι οι ελληνικές αρχές γνωρίζουν τι είναι και τι περίπου περιέχει ένα τέτοιο μη επανδρωμένο σκάφος, η συζήτηση ξεπερνά το επίπεδο της απλής περιέργειας. Αφορά την εθνική ασφάλεια, την προστασία των πολιτών και τη θέση της Ελλάδας μέσα σε ένα γεωπολιτικό περιβάλλον που γίνεται ολοένα πιο επικίνδυνο.

Οι υποθέσεις δεν αποτελούν αποδείξεις. Το περιστατικό στη Λευκάδα δεν αποδεικνύει από μόνο του ότι η Ελλάδα έχει μετατραπεί σε πεδίο μυστικών επιχειρήσεων. Δεν αποδεικνύει ότι περνούν συγκεκριμένα πολεμικά φορτία από ελληνικά τρένα. Δεν αποδεικνύει σύνδεση με τα Τέμπη ή με οποιαδήποτε άλλη υπόθεση.

Από την άλλη, η απουσία τελεσίδικης απόδειξης δεν αντιστρατεύεται το δικαίωμα της κοινωνίας να ρωτά. Αντιθέτως, σε μια εποχή όπου οι πόλεμοι δεν διεξάγονται πλέον μόνο με επίσημες ανακοινώσεις, σημαίες και συμβατικά μέτωπα, τα ερωτήματα των πολιτών γίνονται μέρος της δημοκρατικής άμυνας μιας χώρας. Το ζητούμενο δεν είναι να καλλιεργηθεί πανικός, αλλά να υπάρξει αφύπνιση: να γνωρίζουμε πού βρισκόμαστε, τι κινδύνους δημιουργεί η νέα στρατηγική πραγματικότητα και ποια ευθύνη έχει το κράτος να προστατεύει τους πολίτες του.

Η τραγωδία των Τεμπών άλλαξε οριστικά το πλαίσιο αυτής της συζήτησης. Μετά την 28η Φεβρουαρίου 2023, το ερώτημα «τι κουβαλάνε τα τρένα;» δεν είναι υπερβολή ούτε θεωρία συνωμοσίας. Είναι ερώτημα δημόσιας ασφάλειας. Το πόρισμα του ΕΟΔΑΣΑΑΜ, όπως παρουσιάστηκε δημόσια, ανέδειξε σοβαρές ελλείψεις ασφάλειας, υποστελέχωση, προβλήματα στη διερεύνηση και απώλεια κρίσιμων στοιχείων. Παράλληλα, στη δημόσια συζήτηση αναδείχθηκε το ζήτημα πιθανής παρουσίας άγνωστου εύφλεκτου υλικού και ιχνών υδρογονανθράκων, μεταξύ αυτών και ξυλολίου,που συνδέθηκαν με ερωτήματα γύρω από την πυρόσφαιρα και την καύσιμη ύλη που ενεπλάκη στο δυστύχημα. Δημοσιεύματα που επικαλούνται το πόρισμα ανέφεραν ότι η φωτιά άφησε διαφορετικά υπολείμματα και ότι η παρουσία ξυλολίου χαρακτηρίστηκε μη φυσιολογική ή ασυνήθιστη στο συγκεκριμένο πλαίσιο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχει αποδειχθεί δικαστικά η μεταφορά παράνομου φορτίου.

Το ξυλόλιο δεν αποδεικνύει στρατιωτικό φορτίο. Δεν αποδεικνύει ουκρανική εμπλοκή. Δεν αποδεικνύει δόλο. Καταδεικνύει, όμως, ότι οι πολίτες έχουν πλέον κάθε λόγο να απαιτούν πλήρη και αξιόπιστη ασφάλεια στις μεταφορές υψηλού κινδύνου. Όχι απλώς «διαφάνεια» με τη γενική έννοια, αλλά ασφάλεια στην πράξη: έλεγχο φορτίων, καταγραφή επικίνδυνων υλικών, πρωτόκολλα για εύφλεκτες, εκρηκτικές ή διπλής χρήσης ουσίες, λογοδοσία όταν κάτι πάει στραβά. Και, κυρίως, ένα κράτος που δεν ζητά τυφλή εμπιστοσύνη από τους πολίτες, αλλά την κερδίζει με αποδείξεις.

Το ερώτημα για τις στρατιωτικές μεταφορές μέσω ελληνικού εδάφους είναι επίσης απολύτως θεμιτό. Η Ελλάδα δεν είναι εκτός χάρτη. Είναι μέλος του ΝΑΤΟ, βρίσκεται σε κομβική γεωγραφική θέση, διαθέτει λιμάνια στρατηγικής σημασίας και αποτελεί πέρασμα προς τα Βαλκάνια, τη Μαύρη Θάλασσα και την Ανατολική Ευρώπη. Το ίδιο το ΝΑΤΟ έχει παρουσιάσει την Αλεξανδρούπολη ως κόμβο στρατηγικής ανάπτυξης, με τακτικά και υλικοτεχνικά οχήματα να φεύγουν από το λιμάνι σιδηροδρομικώς στο πλαίσιο άσκησης.

Επομένως, το ερώτημα «γίνονται στρατιωτικές μεταφορές και μέσω τρένων;» δεν είναι ακραίο. Είναι αυτονόητο. Το κρίσιμο δεν είναι να δαιμονοποιηθεί κάθε στρατιωτική μεταφορά, αφού κράτη και συμμαχίες έχουν νόμιμες υποχρεώσεις και επιχειρησιακές ανάγκες. Το κρίσιμο είναι αν υπάρχει επαρκές πλαίσιο ασφάλειας. Ποιος γνωρίζει τι μεταφέρεται; Ποιος εγκρίνει τη διέλευση; Ποιος πιστοποιεί το φορτίο; Ποια υπηρεσία ενημερώνεται όταν υπάρχει επικίνδυνο υλικό; Ποια μέτρα λαμβάνονται για εργαζόμενους, κατοικημένες περιοχές, σταθμούς, σήραγγες και κρίσιμες υποδομές;

Η ευρωπαϊκή συζήτηση κινείται ήδη προς αυτή την κατεύθυνση. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε το Military Mobility Package με στόχο την ταχεία, συντονισμένη και ασφαλή μετακίνηση στρατιωτικού προσωπικού και εξοπλισμού μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αναγνωρίζοντας ότι οι μεταφορές στρατιωτικού υλικού δεν είναι περιθωριακό θέμα, αλλά μέρος της ευρωπαϊκής άμυνας και ασφάλειας. Άρα, η Ελλάδα δεν μπορεί να προσποιείται ότι τέτοια ζητήματα δεν την αφορούν. Την αφορούν άμεσα.

Το διεθνές περιβάλλον κάνει αυτή τη συζήτηση ακόμη πιο επείγουσα. Στον Περσικό Κόλπο βλέπουμε μια επικίνδυνη μετάβαση από την κλασική διπλωματία και την ανοιχτή στρατιωτική αντιπαράθεση σε κάτι πιο θολό: περιορισμένα πλήγματα, μυστικές επιχειρήσεις, μη ανακοινωμένες ανταποδόσεις, χρήση μη επανδρωμένων, επιθέσεις σε υποδομές και διαρκή αμφισημία. Ο Guardian ανέφερε, επικαλούμενος τη Wall Street Journal, ότι τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα φέρονται να πραγματοποίησαν μυστική επίθεση κατά ιρανικού στόχου, μεταξύ άλλων στο νησί Λαζάν, λίγο πριν από την ανακοίνωση εκεχειρίας στις 7 Απριλίου. Το ίδιο ρεπορτάζ αναφέρει και τη σύλληψη μελών των Φρουρών της Επανάστασης που φέρονται να επιχείρησαν ενέργειες στο Κουβέιτ.

Ακόμη και αν ορισμένες από αυτές τις πληροφορίες παραμένουν αντικείμενο δημοσιογραφικής και διπλωματικής επιβεβαίωσης, η μεγάλη εικόνα είναι σαφής: η περιοχή μας μπαίνει σε περίοδο γκρίζου πολέμου. Δημόσια, οι κυβερνήσεις μπορεί να μιλούν για αποκλιμάκωση. Παρασκηνιακά, όμως, προετοιμάζονται για πλήγματα, αντίποινα, κυβερνοεπιθέσεις, σαμποτάζ και επιχειρήσεις χαμηλής ορατότητας. Το Al Jazeera μετέδωσε ότι κράτη του Κόλπου ανέφεραν επιθέσεις με πυραύλους και μη επανδρωμένα ακόμη και μετά την ανακοίνωση προσωρινής εκεχειρίας ΗΠΑ–Ιράν, ενώ η Defense News έχει καταγράψει ιρανικά πλήγματα σε υποδομές που υποστηρίζουν την αμερικανική αεροπορική ισχύ στην περιοχή.

Αυτό έχει άμεση σημασία για την Ελλάδα. Όχι επειδή πρέπει να μεταφερθούν μηχανικά όλα τα σενάρια του Κόλπου στο Ιόνιο ή στο ελληνικό σιδηροδρομικό δίκτυο. Αλλά επειδή η λογική του σύγχρονου πολέμου είναι πλέον διακλαδική και υβριδική. Ένα λιμάνι μπορεί να είναι εμπορικό και ταυτόχρονα στρατηγικό. Ένας σιδηρόδρομος μπορεί να μεταφέρει επιβάτες, εμπορεύματα και, σε ορισμένες περιπτώσεις, στρατιωτικό υλικό. Ένα μη επανδρωμένο μπορεί να εμφανιστεί μακριά από το επίσημο μέτωπο. Ένα φορτίο μπορεί να είναι πολιτικό, στρατιωτικό ή διπλής χρήσης. Και μια υποδομή μπορεί να γίνει στόχος όχι επειδή ανήκει στον στρατό, αλλά επειδή εξυπηρετεί στρατιωτική κινητικότητα.

Γι’ αυτό το βασικό αίτημα δεν είναι απλώς «να μάθουμε». Η διαφάνεια είναι μέσο, όχι τελικός σκοπός. Ο σκοπός είναι η παροχή ασφάλειας. Η Πολιτεία οφείλει να μπορεί να πει στους πολίτες, με τρόπο υπεύθυνο και χωρίς να αποκαλύπτει επιχειρησιακά μυστικά: ναι, υπάρχουν πρωτόκολλα· ναι, ελέγχονται τα επικίνδυνα φορτία· ναι, οι σιδηροδρομικές και λιμενικές υποδομές έχουν σχέδια έκτακτης ανάγκης· ναι, οι τοπικές αρχές ξέρουν τι πρέπει να κάνουν· ναι, οι εργαζόμενοι δεν αφήνονται στο σκοτάδι· ναι, μετά τα Τέμπη κάτι ουσιαστικό άλλαξε.

Αντί γι’ αυτό, η κοινωνία συχνά εισπράττει αμηχανία, καθυστερήσεις, αμυντικές ανακοινώσεις και την εύκολη κατηγορία της «συνωμοσιολογίας». Όμως η καχυποψία των πολιτών δεν γεννήθηκε από το πουθενά. Γεννήθηκε από δυστυχήματα, ελλείψεις, αντιφάσεις, χαμένα στοιχεία, ανεπαρκείς εξηγήσεις και μια γενικότερη αίσθηση ότι μεγάλα ζητήματα χειρίζονται πίσω από κλειστές πόρτες. Η απάντηση σε αυτή την καχυποψία δεν μπορεί να είναι η περιφρόνηση. Πρέπει να είναι η θεσμική σοβαρότητα.

Μετά τα Τέμπη, το κράτος οφείλει να αποδεικνύει ότι όλα ελέγχονται. Μετά το περιστατικό στη Λευκάδα, πρέπει να εξηγηθεί, στο μέτρο που επιτρέπεται, τι σημαίνει αυτό για την ασφάλεια της χώρας.

Η Ελλάδα βρίσκεται σε μια περιοχή όπου η γραμμή ανάμεσα στην ειρήνη, την αποτροπή και την εμπλοκή γίνεται ολοένα πιο λεπτή. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να φοβηθούμε. Σημαίνει ότι πρέπει να ζητήσουμε με ψυχραιμία ασφάλεια, ενημέρωση, έλεγχο.

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο τι ήταν το μη επανδρωμένο στη Λευκάδα. Δεν είναι μόνο τι ακριβώς συνέβη με το ξυλόλιο στα Τέμπη. Δεν είναι μόνο αν γίνονται στρατιωτικές μεταφορές από ελληνικά τρένα. Το μεγάλο ερώτημα είναι αν η Ελλάδα διαθέτει κράτος ικανό να προστατεύσει τους πολίτες της σε μια εποχή όπου οι υποδομές, τα λιμάνια, οι σιδηρόδρομοι, τα μη επανδρωμένα και οι γεωπολιτικές συγκρούσεις συνδέονται μεταξύ τους. Και αν εμείς σαν πολίτες ξέρουμε τι συμβαίνει και είμαστε διατεθειμένοι για κάποιο δύσκολο σενάριο.

Οι απόψεις που διατυπώνονται στο παρόν δεν αντικατοπτρίζουν κατ’ ανάγκην τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.

Οι γαλλικοί SCALP, οι τουρκικοί Tayfun-Yildirimhan και η νέα γεωστρατηγική ισορροπία στην Ευρώπη και την ανατολική Μεσόγειο

Αυτό που στον ελληνικό Τύπο συχνά αποκαλείται «SCALP Naval» αντιστοιχεί στο γαλλικό MdCN/NCM και ανήκει στην ίδια οικογένεια βαθιάς κρούσης με το αεροεκτοξευόμενο πύραυλο cruise Storm Shadow/Scalp. Η εφημερίδα Le Parisien έγραψε ότι η γραμμή του MdCN επανεκκινεί έπειτα από διακοπή του 2021, επειδή το Γαλλικό Ναυτικό θέλει να ανανεώσει και να αυξήσει τα αποθέματά του, ενώ η επίσημη γαλλική και η MBDA τεκμηρίωση παρουσιάζουν το MdCN ως ναυτικό πύραυλο cruise πολύ μεγάλου βεληνεκούς για κρούση ξηράς από φρεγάτες FREMM και υποβρύχια Barracuda. Παράλληλα, σε ανώτερο επίπεδο, Λονδίνο και Παρίσι ανακοίνωσαν επισήμως τον Ιούλιο του 2025 ότι παραγγέλλουν περισσότερους Storm Shadow/Scalp και αναβαθμίζουν ξανά τις γραμμές παραγωγής.

Η άλλη είδηση, περί γερμανικής πρόθεσης αγοράς των τουρκικών Yildirimhan και Tayfun Block-4, χρειάζεται πολύ μεγαλύτερη επιφύλαξη. Τα δημόσια και επίσημα τεκμηριωμένα γερμανικά βήματα που εντοπίζονται σήμερα κινούνται αλλού: στη συμφωνία ΗΠΑ-Γερμανίας του 2024 για ανάπτυξη δυνατοτήτων μακρού πλήγματος στη Γερμανία, στη μεταγενέστερη γερμανική αίτηση για Typhon ως λύση-γέφυρα, καθώς και στην ευρωπαϊκή διαδρομή ELSA και στη βρετανογερμανική προσπάθεια Deep Precision Strike.  Με άλλα λόγια, η σχετική είδηση πρέπει προς το παρόν να αντιμετωπίζεται ως δημοσιογραφική αναφορά και όχι ως καθιερωμένη πολιτική απόφαση.

Υπάρχει και μία τρίτη, πιο διακριτική, αλλά ουσιώδης παρατήρηση: τα δημόσια στοιχεία δείχνουν γερμανική προσπάθεια για προμήθεια αμερικανικών Typhon/Tomahawk και ταυτόχρονα νέα γερμανική βιομηχανική κινητικότητα σε pyra;yloyw cruise και Patriot μέσω άλλων σχημάτων, όχι όμως μια ήδη ανακοινωμένη και κλειδωμένη γερμανική γραμμή παραγωγής Tomahawk με σαφές δημόσιο χρονοδιάγραμμα. Άρα ορισμένα στοιχεία  δημοσιευμάτων φαίνεται να προηγούνται των μέχρι τώρα επιβεβαιωμένων τεκμηρίων.

Η γαλλική επανεκκίνηση και τι πραγματικά σημαίνει

Η γαλλική κίνηση δεν είναι απλώς «μια ακόμη παραγγελία πυραύλων». Είναι η επιστροφή της Γαλλίας σε μια λογική αποθέματος, παραγωγικής συνέχειας και στρατηγικής αυτονομίας για όπλα βαθιάς κρούσης. Το MdCN βρίσκεται σε υπηρεσία στο γαλλικό ναυτικό από το 2017, παρέχει δυνατότητα πλήγματος στην ενδοχώρα από ναυτικές πλατφόρμες, και η Γαλλία έδειξε το 2024 ότι το όπλο είναι επιχειρησιακά ώριμο με τον πρώτο ταυτόχρονο διπλό βολισμό από φρεγάτα και υποβρύχιο. Το ότι το Παρίσι ξανανοίγει τώρα τη γραμμή δείχνει πως η Γαλλία δεν θέλει η βαθιά κρούση να παραμείνει μια σπάνια «επίλεκτη» δυνατότητα, αλλά να γίνει ξανά αξιόπιστη, αναπληρώσιμη και μαζικοποιήσιμη σε συνθήκες πολέμου υψηλής έντασης.

Η κίνηση αποκτά ακόμη μεγαλύτερο βάρος αν ενταχθεί στη συνολική γαλλοβρετανική τροχιά. Η επίσημη ανακοίνωση του Ηνωμένου Βασιλείου τον Ιούλιο του 2025 μιλά ανοικτά για νέες παραγγελίες Storm Shadow, αναβάθμιση των υφιστάμενων γραμμών παραγωγής και ταυτόχρονη προώθηση του διαδόχου τους, ενώ η βρετανική κυβέρνηση στις αρχές του 2026 συνέδεσε τη γαλλοβρετανική και βρετανογερμανική συνεργασία με νέα όπλα μακράς ακτίνας και υπερηχητικές δυνατότητες. Στην πράξη, η Γαλλία δεν ξανανοίγει μία παλιά γραμμή απλώς για να «γεμίσει αποθήκες», αλλά συμμετέχει σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό οικοσύστημα βαθιάς κρούσης που πάει από την αεροπορική κρούση και τη ναυτική κρούση έως τις μελλοντικές χερσαίες λύσεις.

Αυτό ταιριάζει απολύτως με τη γαλλική στρατηγική. Η Γαλλία είναι το μόνο κράτος-μέλος της ΕΕ που διαθέτει πυρηνικά όπλα, ενώ το αεροπλανοφόρο της παραμένει εργαλείο πολιτικής και στρατηγικής πρώτης γραμμής, συνδεδεμένο ακόμη και με την αεροναυτική πυρηνική αποτροπή μέσω του ASMP-A. Όταν, λοιπόν, το Παρίσι επενδύει ταυτόχρονα σε φορείς ναυτικής κρούσης, σε SCALP/Storm Shadow και σε ευρωπαϊκά προγράμματα μακρού πλήγματος, δεν ενεργεί ως «συνηθισμένος εισαγωγέας οπλικών συστημάτων», αλλά ως δύναμη που θέλει να παραμείνει ο ευρωπαϊκός πυλώνας στρατηγικής κυριαρχίας.

Η τουρκική πυραυλική επιτάχυνση και τα όριά της

Η Τουρκία πράγματι επιταχύνει. Το Tayfun είναι σήμερα η πιο ώριμη, επιβεβαιωμένη πλευρά αυτής της εικόνας. Η ίδια η Roketsan το παρουσιάζει ως σύστημα βαλλιστικού πλήγματος κατά «βαθέων στόχων», με ισχυρή αντοχή σε παρεμβολές και επισήμως δεδηλωμένο βεληνεκές άνω των 280 χλμ. στην ανοικτή τεκμηρίωση της εταιρείας, ενώ τον Απρίλιο του 2026 η Roketsan ανακοίνωσε παραδόσεις Tayfun στις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις και νέες επενδύσεις που θα αυξήσουν πολλαπλάσια τη σειριακή παραγωγή. Άρα, το κρίσιμο εδώ δεν είναι μόνο ότι η Τουρκία «έχει έναν πύραυλο», αλλά ότι ο Tayfun φαίνεται να μετατρέπεται από επίδειξη σε γραμμή παραγωγής και παράδοση σε μονάδες.

Για τον Tayfun Block-4, όμως, η εικόνα είναι διαφορετική από ό,τι αφήνουν να εννοηθούν αρκετοί τίτλοι. Στην επίσημη παρουσίαση της Roketsan στο IDEF 2025 χαρακτηρίζεται ως «υπερηχητική» έκδοση του Tayfun, με βάρος πάνω από 7 τόνους, μήκος περίπου 10 μέτρα και ρόλο προσβολής στρατηγικών στόχων από μεγάλη απόσταση. Ωστόσο, στο επίσημο υλικό δεν δημοσιεύεται καθαρό, τεχνικά επαληθευμένο βεληνεκές, ενώ τουρκικές δηλώσεις του καλοκαιριού του 2025 ανέφεραν ότι επρόκειτο να αρχίσουν οι δοκιμές του Block-4. Με άλλα λόγια, ο Block-4 είναι σημαντικός ως ένδειξη τεχνολογικής κατεύθυνσης και βιομηχανικής φιλοδοξίας, αλλά όχι ακόμη ως πλήρως τεκμηριωμένη επιχειρησιακή ικανότητα με καθαρά δημοσιευμένα χαρακτηριστικά.

Ο Yildirimhan είναι ακόμη πιο εντυπωσιακός σε επίπεδο σήματος — και ακόμη πιο αβέβαιος σε επίπεδο ωριμότητας. Το τουρκικό υπουργείο Άμυνας και αμυντικά μέσα παρουσίασαν στη SAHA 2026 ένα όπλο που περιγράφεται ως το πρώτο τουρκικό διηπειρωτικό βαλλιστικό βλήμα, με υγρά καύσιμα, πολεμική κεφαλή τριών τόνων και βεληνεκές 6.000 χλ.. Όμως τα ίδια τα τουρκικά στοιχεία λένε πως έχουν ολοκληρωθεί οι εργαστηριακές δοκιμές και ότι οι δοκιμές πεδίου/εδάφους αναμένονται. Ακόμη και αναλυτικά κείμενα που αντιμετωπίζουν σοβαρά το πρόγραμμα επισημαίνουν ότι αυτό που παρουσιάστηκε στο SAHA 2026 ήταν ένα μοντέλο επίδειξης και ότι τα μεγάλα ερωτήματα για την πραγματική επιχειρησιακή του κατάσταση παραμένουν ανοιχτά. Συνεπώς, ο Yildirimhan πρέπει να ιδωθεί σήμερα περισσότερο ως στρατηγικό μήνυμα και πρόγραμμα υπό εξέλιξη παρά ως όπλο έτοιμο για αξιόπιστη επιχειρησιακή υπηρεσία.

Υπάρχει και ένα τελευταίο τεχνικό σημείο που αξίζει προσοχής. Στις τουρκικές πηγές ο όρος «υπερηχητικός» χρησιμοποιείται ευρέως για Tayfun Block-4 και Yildirimhan, αλλά τα επίσημα υλικά  τεκμηριώνουν πρωτίστως ταχύτητα και όχι απαραίτητα μια ολοκληρωμένη αρχιτεκτονική κατά το πρότυπο του υπερηχητικού οχήματος ολίσθησης (hypersonic glide vehicle – HGV) με τα χαρακτηριστικά που συνδέονται συνήθως με τις πιο προηγμένες κατηγορίες τέτοιων όπλων. Άρα, η πολιτική σημασία των τουρκικών προγραμμάτων είναι μεγάλη, αλλά η τεχνική τους αποτίμηση θέλει ψυχραιμία.

Η γερμανική αναζήτηση βαθιάς κρούσης

Η πραγματική ιστορία πίσω από όλα αυτά είναι η γερμανική αγωνία για τις δυνατότητες βαθιάς κρούσης στην Ευρώπη. Το 2024, Ουάσιγκτον και Βερολίνο ανακοίνωσαν ότι οι ΗΠΑ θα ξεκινούσαν από το 2026 περιοδικές αναπτύξεις οπλικών συστημάτων μακρού πλήγματος στη Γερμανία, με μελλοντική σύνθεση που θα περιελάμβανε SM-6, Tomahawk και αναπτυσσόμενα υπερηχητικά όπλα. Αυτό είχε σαφή λογική: να καλυφθεί ένα ευρωπαϊκό κενό αποτροπής. Το 2025 το Βερολίνο έκανε και επίσημο βήμα προς αγορά του Typhon, δηλαδή του αμερικανικού επίγειου εκτοξευτή που μπορεί να βάλλει Tomahawk και SM-6. Το 2026, όμως, με την αμερικανική αναδίπλωση και τις συζητήσεις για αποσύρσεις, ο Μπόρις Πιστόριους, υπουργός Άμυνας της Γερμανίας, μίλησε ανοιχτά για «κενό ικανότητας» που ανοίγει ξανά.

Η γερμανική απάντηση είναι τριπλή και αρκετά καθαρή στα δημόσια τεκμήρια. Πρώτον, εκσυγχρονισμός των υπαρχόντων Taurus και επιτάχυνση του Taurus Neo. Δεύτερον, αναζήτηση διαθέσιμης λύσης από την αγορά, με βασικό υποψήφιο το αμερικανικό Typhon/Tomahawk. Τρίτον, ανάπτυξη ευρωπαϊκής βάσης μέσω του ELSA, στο οποίο συμμετέχουν Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Πολωνία, Σουηδία και Ηνωμένο Βασίλειο, καθώς και μέσω της βρετανογερμανικής προσπάθειας Deep Precision Strike με εμβέλεια άνω των 2.000 χλμ. Αυτή είναι η δημόσια, τεκμηριωμένη στρατηγική. Γι’ αυτό και, με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, το τουρκικό σενάριο δεν εμφανίζεται σήμερα ως η επίσημη κύρια γραμμή του Βερολίνου αλλά, στην καλύτερη περίπτωση, ως μια δυνητική, ανεπιβεβαίωτη παράλληλη σκέψη.

Υπάρχει και ο ευρωπαϊκός χρηματοδοτικός παράγοντας. Το SAFE είναι σχεδιασμένο για κοινές προμήθειες και καλύπτει ρητά πυραύλους και βαθιά πλήγματα. Όμως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Συμβούλιο ξεκαθαρίζουν ότι μόνο η Ουκρανία και οι χώρες EEA-EFTA συμμετέχουν εξ αρχής «επί ίσοις όροις» και ως προς την προμήθεια από τις αμυντικές τους βιομηχανίες. Οι υποψήφιες χώρες της ΕΕ — κατηγορία στην οποία ανήκει η Τουρκία — μπορούν να συμμετέχουν σε κοινές προμήθειες, αλλά τα ζητήματα βιομηχανικής επιλεξιμότητας δεν είναι αυτόματα λυμένα και, επιπλέον, τα συμβόλαια πρέπει να τηρούν τον κανόνα ότι το ποσοστό εξωευρωπαϊκών/μη επιλέξιμων εξαρτημάτων δεν υπερβαίνει το 35%. Άρα, ακόμη κι αν υπήρχε πολιτική βούληση, η χρηματοδότηση μιας καθαρά τουρκικής λύσης μέσω SAFE δεν θα ήταν απλή.

Αυτό βοηθά να διαβαστεί πιο ψύχραιμα η γερμανική διάσταση: το Βερολίνο δεν ψάχνει «τουρκικό πύραυλο» επειδή ξαφνικά άλλαξε γεωπολιτικό στρατόπεδο. Ψάχνει άμεσα διαθέσιμη βαθιά κρούση επειδή η συστηματική γερμανική αδυναμία σε αυτόν τον τομέα αποκαλύφθηκε από τον πόλεμο στην Ουκρανία και οξύνθηκε από την αβεβαιότητα ως προς τις ΗΠΑ. Αυτό είναι το στρατηγικό υπόστρωμα όλης της συζήτησης.

Η ευρύτερη γεωπολιτική και γεωστρατηγική ανάγνωση

Αν το δούμε με όρους «μεσογειακές δυνάμεις, χερσαίες δυνάμεις, θαλάσσιες δυνάμεις», οι τρεις χώρες μπαίνουν σε διαφορετικά κουτιά. Η Γαλλία είναι η κατ’ εξοχήν ευρωπαϊκή θαλάσσια-στρατηγική δύναμη: έχει πυρηνική αποτροπή ως μοναδικό κράτος της ΕΕ με πυρηνικά όπλα, διαθέτει αεροπλανοφόρο με ρόλο υψηλής στρατηγικής αξίας και κατέχει ώριμη ναυτική δυνατότητα βαθιάς κρούσης με το MdCN. Η Γερμανία είναι η ευρωπαϊκή ηπειρωτική-βιομηχανική δύναμη: το ίδιο το BMVg μιλά για στόχο να εξελιχθεί η Bundeswehr στην ισχυρότερη συμβατική στρατιωτική δύναμη της Ευρώπης, με προτεραιότητα στη χερσαία και συμμαχική άμυνα. Η Τουρκία, τέλος, είναι μια ηπειρωτική-περιφερειακή δύναμη-κόμβος, με τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό στο ΝΑΤΟ, έλεγχο κρίσιμου γεωγραφικού χώρου μεταξύ Μαύρης Θάλασσας, Αιγαίου και ανατολικής Μεσογείου, και διαρκώς αυξανόμενη εγχώρια πυραυλική βιομηχανία.

Από αυτή την οπτική, η γαλλική επανεκκίνηση των SCALP/MdCN και η τουρκική προβολή Tayfun/Yildirimhan δεν είναι το ίδιο φαινόμενο. Η Γαλλία επενδύει σε μια ώριμη, κυρίαρχη ικανότητα που της επιτρέπει να χτυπά από θάλασσα και αέρα χωρίς να ζητά άδεια χρήσης βάσεων τρίτων χωρών. Η Τουρκία επενδύει σε μια λογική χερσαίας αποτροπής, εμβέλειας και βιομηχανικής αυτονόμησης, με ισχυρό στοιχείο επίδειξης πολιτικής ισχύος. Η Γαλλία εκφράζει την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία από τη σκοπιά της θαλάσσιας και αεροπορικής προβολής ισχύος. Η Τουρκία επιχειρεί να μετατρέψει την εγχώρια αμυντική βιομηχανία σε μοχλό περιφερειακής και διαθεσμικής αναβάθμισης μέσα στο ΝΑΤΟ και πέρα από αυτό.

Το πιο βαθύ συμπέρασμα είναι ότι η Ευρώπη μπαίνει ξανά σε εποχή επίγειας βαθιάς κρούσης. Μετά από δεκαετίες όπου η αποτροπή βασιζόταν κυρίως στην αμερικανική ομπρέλα, στην αεροπορία και στις ναυτικές δυνατότητες, τώρα επιστρέφουν στο κέντρο της συζήτησης οι χερσαίοι εκτοξευτές, τα βλήματα 500+ χλμ., τα όπλα ακριβείας άνω των 2.000 χλμ, ακόμη και τα «φθηνά» μη επανδρωμένα μίας χρήσεως (one-way effectors). Αυτό το επιβεβαιώνουν το αμερικανογερμανικό πλαίσιο του 2024, η γερμανική στροφή σε Typhon/Tomahawk, οι ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες ELSA και DPS, και η τουρκική επιτάχυνση στην εγχώρια παραγωγή. Η Ανατολική Μεσόγειος επηρεάζεται άμεσα, όχι επειδή είναι η μόνη εστία αυτής της αλλαγής, αλλά επειδή εκεί τέμνονται το ναυτικό βάθος της Γαλλίας, η χερσαία-θαλάσσια ανάδυση της Τουρκίας και η νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ.

Αν, επιπλέον, συνυπολογίσει κανείς ότι το Βερολίνο έχει ήδη δείξει μεγαλύτερο πραγματισμό στις αμυντικές σχέσεις με την Άγκυρα, αίροντας το 2025 το γερμανικό βέτο για την εξαγωγή Eurofighter Typhoon στην Τουρκία, τότε η ιδέα μιας ευρύτερης αμυντικής εξομάλυνσης Γερμανίας-Τουρκίας δεν είναι αδιανόητη. Αυτό δεν αποδεικνύει γερμανική αγορά Tayfun ή Yildirimhan, αλλά εξηγεί γιατί τέτοια σενάρια ακούγονται πλέον περισσότερο «πολιτικά πιθανά» από ό,τι θα ακούγονταν πριν δύο ή τρία χρόνια.

Τι σημαίνει αυτό για Ελλάδα και Κύπρο

Για την Ελλάδα, η πρώτη άμεση ανάγνωση είναι ότι η γαλλική επανεκκίνηση λειτουργεί θετικά. Η MBDA υπέγραψε ήδη από το 2023 συμβόλαιο εκσυγχρονισμού μέσης ζωής για τους ελληνικούς SCALP της Πολεμικής Αεροπορίας, ενώ η εταιρεία υπογραμμίζει ότι το όπλο εξοπλίζει τόσο τα Mirage 2000-5 όσο και τα Rafale της Ελλάδας. Άρα, η επιστροφή της γραμμής SCALP/MdCN και η γαλλοβρετανική ώθηση σε νέες παραγγελίες και διαδόχους ενισχύουν τη βιωσιμότητα του οικοσυστήματος βαθιάς κρούσης στο οποίο ήδη συμμετέχει η Αθήνα.

Η δεύτερη ανάγνωση είναι πιο απαιτητική. Αν μια γερμανική-τουρκική συνεργασία σε πυραυλικά συστήματα προχωρούσε πράγματι, ο κύριος κίνδυνος για την Ελλάδα και την Κύπρο δεν θα ήταν κατ’ ανάγκην το άμεσο επιχειρησιακό σοκ από τον Yildirimhan, ο οποίος ακόμη δεν έχει δοκιμαστεί στο πεδίο, αλλά η πολιτική και βιομηχανική κανονικοποίηση της Τουρκίας ως προμηθευτή βαθιάς κρούσης για ευρωπαϊκές και νατοϊκές ανάγκες. Αυτό θα ήταν αλλαγή επιπέδου: από «δύσκολος αλλά αναγκαίος σύμμαχος» της νοτιοανατολικής πτέρυγας σε δυνητικό βιομηχανικό κόμβο της ευρωπαϊκής επανεξοπλιστικής προσπάθειας. Η ουσία, δηλαδή, θα βρισκόταν λιγότερο στα χιλιόμετρα εμβέλειας και περισσότερο στη θέση της Τουρκίας μέσα στις αρχιτεκτονικές προμήθειας και νομιμοποίησης της Δύσης. Αυτό είναι αναλυτικό συμπέρασμα που προκύπτει από το γεγονός ότι ο Yildirimhan είναι ακόμη σε προ-δοκιμαστική φάση, ενώ η γερμανική αναζήτηση λύσεων είναι άμεση και δομική.

Για την Κύπρο ειδικά, το κρίσιμο πεδίο είναι και θεσμικό. Το SAFE δείχνει ότι η μάχη για την ευρωπαϊκή άμυνα δεν θα κριθεί μόνο στα πεδία βολών αλλά και στους κανόνες επιλεξιμότητας, στις κοινές προμήθειες και στις πολιτικές συμμαχίες γύρω από αυτές. Εφ’ όσον η Τουρκία δεν είναι από τις χώρες που συμμετέχουν εξ αρχής «επί ίσοις όροις» ως προς την προμήθεια από την αμυντική τους βιομηχανία, κάθε απόπειρα ένταξης τουρκικών συστημάτων σε τέτοια σχήματα θα είναι αντικείμενο διαπραγμάτευσης και πολιτικής τριβής. Αυτό δίνει σε Αθήνα και Λευκωσία ένα πεδίο παρέμβασης που δεν είναι στρατιωτικό με τη στενή έννοια, αλλά ευρωπαϊκό-κανονιστικό.

Η ελληνική οπτική καλείται να ξεχωρίσει τα ώριμα και παραγωγικά τεκμηριωμένα από τα προωθητικά και ακόμη αδοκίμαστα, και ταυτόχρονα να αντιληφθεί ότι η μεγάλη εικόνα αφορά την παραγωγή, τα αποθέματα, τις εφοδιαστικές αλυσίδες και τα θεσμικά κανάλια της Δύσης. Στον έναν πόλο, η Γαλλία ξαναχτίζει αποθέματα και ευρωπαϊκή βιομηχανική συνέχεια. Στον άλλον, η Τουρκία επιχειρεί να κεφαλαιοποιήσει την άνοδο της δικής της αμυντικής βιομηχανίας. Στη μέση, η Γερμανία ψάχνει επειγόντως να καλύψει τα κενά της. Αυτή είναι η πραγματική τριγωνική δυναμική που πρέπει να παρακολουθεί η Αθήνα.

Μαρτυρία: «Έζησα τις συνέπειες της φροντίδας επιβεβαίωσης φύλου»

Σχολιασμός

Επί χρόνια, το κοινό βομβαρδίζεται με ένα ψευδές αφήγημα: τα παιδιά που βιώνουν δυσφορία φύλου πρέπει να επιβεβαιώνονται — κοινωνικά, ορμονικά και χειρουργικά — διαφορετικά η ψυχικά τους υγεία θα κλονιστεί. Ωστόσο, τα δεδομένα που προκύπτουν σκιαγραφούν μια διαφορετική εικόνα.

Μια μεγάλης κλίμακας φινλανδική μελέτη, η οποία παρακολούθησε νέους που πήραν παραπεμπτικό λόγω δυσφορίας φύλου, διαπίστωσε ότι ο βασικός παράγοντας που οδηγούσε σε αρνητικά αποτελέσματα ψυχικής υγείας δεν ήταν η ίδια η ταυτότητα φύλου, αλλά υποκείμενες ψυχιατρικές παθήσεις. Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι ιατρικές παρεμβάσεις, όπως οι ορμόνες και οι χειρουργικές επεμβάσεις, δεν έδειξαν σαφή επίδραση στη μείωση των αυτοκτονικών τάσεων.

Με άλλα λόγια, οι θεραπείες που παρουσιάζονται ως σωτήριες δεν αντιμετωπίζουν καθόλου τον πόνο ούτε τη ρίζα του προβλήματος. Το σημερινό μοντέλο αντιμετώπισης των νέων που βιώνουν σύγχυση γύρω από το φύλο δεν εκπληρώνει τις υποσχέσεις του.

Όταν ήμουν έφηβη, υπέστην πίεση ώστε να «γίνω» αγόρι, επειδή οι γιατροί και οι σύμβουλοί μου προωθούσαν αυτό ως  λύση σε όλα μου τα προβλήματα. Τελικά, δεν ήταν.

Θυμάμαι έντονα να μπαινοβγαίνω σε ιατρεία γιατρών και γραφεία θεραπευτών. Είχα κατάθλιψη και διατροφική διαταραχή, ενώ είχα μεγαλώσει σε ένα ταραγμένο περιβάλλον ως παιδί. Αυτός ο συνδυασμός συνήθως αποτελεί συνταγή καταστροφής. Η βασική αιτία δεν ήταν ότι ήμουν διεμφυλική — ήταν ότι είχα περάσει τραυματικές εμπειρίες επαρκώς καταστροφικές για την ψυχική υγεία των παιδιών και των εφήβων.

Είμαι άτομο που πέρασε από τις διαδικασίες της λεγόμενης «φροντίδας επιβεβαίωσης φύλου» και πλέον έχει επιστρέψει στην ταύτιση με το βιολογικό της φύλο — το γυναικείο.

Η εμπειρία μου δεν είναι μοναδική. Αρκετοί φίλοι και συνομήλικοί μου βίωσαν την ίδια πίεση και εξαναγκασμό να «αποδεχθούν» ότι ανήκουν στο άλλο φύλο.

Η φινλανδική μελέτη δεν είναι η μόνη. Μια άλλη μελέτη, που πραγματοποιήθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο, διαπίστωσε ότι τα στοιχεία υπέρ της παιδιατρικής φύλου είναι «εντυπωσιακά αδύναμα» και ότι οι νεαροί ασθενείς συχνά παρουσιάζουν σύνθετες ψυχικές ανάγκες, οι οποίες απαιτούν ολοκληρωμένη ψυχολογική φροντίδα και όχι χειρουργικό ακρωτηριασμό.

Συνδυάζοντας αυτές τις δύο σημαντικές μελέτες, διαμορφώνεται μια ξεκάθαρη εικόνα: ο τρόπος με τον οποίο διαχειριζόμαστε σήμερα αυτά τα ζητήματα είναι εντελώς λανθασμένος.

Παιδιά που εμφανίζουν ψυχική δυσφορία, δύσκολη οικογενειακή ζωή και χρόνια έκθεση στο διαδίκτυο συχνά τοποθετούνται σε μια «γραμμή παραγωγής» κοινωνικής μετάβασης φύλου, αναστολέων εφηβείας, ορμονών του αντίθετου φύλου και μη αναστρέψιμων χειρουργικών επεμβάσεων. Ακόμη πιο εξοργιστικό είναι ότι ορισμένα από αυτά μπορεί να εγκριθούν μέσα σε ένα ιατρείο χωρίς τη συγκατάθεση γονέα ή κηδεμόνα. Το να γίνονται αυτά πίσω από την πλάτη των γονέων και να ενθαρρύνεται η μυστικότητα γύρω από την κοινωνική μετάβαση φύλου θα έπρεπε να αποτελεί έγκλημα.

Το αποτέλεσμα αυτών των πρακτικών υπήρξε καταστροφικό για την εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς μας, προς το σύστημα υγείας μας, ακόμη και προς τις σχολικές περιφέρειες. Η κλιμάκωση αυτών των λεγόμενων «θεραπειών» απλώς ενισχύει περαιτέρω τις επιβλαβείς συνέπειές τους.

Οι ορμονικές παρεμβάσεις επηρεάζουν την οστική πυκνότητα, τη γονιμότητα και τη μακροπρόθεσμη λειτουργία του ενδοκρινικού συστήματος. Οι χειρουργικές παρεμβάσεις είναι μη αναστρέψιμες. Πρόκειται για βαθιά σημαντικές ιατρικές αποφάσεις που λαμβάνονται για ασθενείς οι οποίοι, εξ ορισμού, βρίσκονται ακόμη στη φάση της ανάπτυξης.

Ο αγώνας μου για δικαιοσύνη δεν αφορά απλώς τη δική μου εμπειρία, παρότι έχω περάσει τα πάνδεινα. Πρόκειται θεμελιωδώς για ένα ζήτημα ιατρικής ηθικής, στο οποίο το νομικό σύστημα πρέπει να δώσει απάντηση. Τα στοιχεία συσσωρεύονται εναντίον του ψευδούς αφηγήματος ότι οι χειρουργικές επεμβάσεις αλλαγής φύλου ισοδυναμούν με σωτήρια φροντίδα. Τα παιδιά που τοποθετούνται σε αυτή την πορεία δεν κατανοούν πλήρως — και δεν θα κατανοήσουν — τις συνέπειες παρά μόνο χρόνια αργότερα. Μέχρι τότε, η ζημιά έχει ήδη γίνει.

Χωρίς δράση σε κάθε πολιτεία, σε κάθε ιατρικό ίδρυμα και σε κάθε διοικητικό φορέα, θα συνεχιστεί η πίεση για λατρεία μιας ιδεολογίας χωρίς επιστημονική τεκμηρίωση. Τα δεδομένα πλέον δεν αμφισβητούνται. Τα στοιχεία είναι ξεκάθαρα. Πιστεύω ότι είναι πλέον σαφές ότι πρέπει να τερματιστεί άμεσα αυτή η αποτρόπαιη πρακτική.

Της Prisha Mosley

Οι απόψεις που διατυπώνονται στο παρόν δεν αντικατοπτρίζουν κατ’ ανάγκην τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.

Mercosur, σαλμονέλα και αγροτικές αντιδράσεις

Η συζήτηση για τη συμφωνία Ευρωπαϊκής Ένωσης–Mercosur δεν είναι μια θεωρητική διαμάχη ανάμεσα σε όσους αγαπούν το εμπόριο και όσους το φοβούνται. Είναι μια πολύ πρακτική υπόθεση. Φτάνει μέχρι το ράφι του σούπερ μάρκετ, το πιάτο του καταναλωτή, το εισόδημα του παραγωγού και την ευθύνη του δημόσιου ελέγχου.

Τις τελευταίες εβδομάδες, η υπόθεση των εισαγόμενων πουλερικών από τη Βραζιλία και των ευρημάτων σαλμονέλας έδωσε σε αυτή τη συζήτηση συγκεκριμένο πρόσωπο. Δεν είναι ακριβές να ειπωθεί ότι η συμφωνία Mercosur «έφερε για πρώτη φορά» βραζιλιάνικα κοτόπουλα στην Ευρώπη. Τέτοιες εισαγωγές υπήρχαν ήδη. Ούτε είναι σωστό να παρουσιαστεί κάθε φορτίο από τη Λατινική Αμερική ως ύποπτο ή επικίνδυνο. Αυτό θα ήταν υπερβολή.

Το πραγματικό ζήτημα είναι άλλο: όσο οι εμπορικές ροές μεγαλώνουν και όσο η πίεση για φθηνότερα προϊόντα αυξάνεται, τόσο πιο κρίσιμος γίνεται ο ρόλος εκείνων που ελέγχουν τι περνά τα σύνορα και τι φτάνει τελικά στην αγορά.

Τα επίσημα ευρωπαϊκά συστήματα έχουν καταγράψει περιστατικά σαλμονέλας σε βραζιλιάνικα πουλερικά και πριν από τη νέα φάση της συμφωνίας και μέσα στο 2026. Αυτό δείχνει δύο πράγματα ταυτόχρονα. Πρώτον, ότι ο κίνδυνος δεν είναι φανταστικός. Δεύτερον, ότι το πρόβλημα δεν γεννήθηκε ξαφνικά από τη Mercosur. Προϋπήρχε, καταγραφόταν και αντιμετωπιζόταν μέσα από τους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς ελέγχου.

Στην Ελλάδα, δημοσιεύματα και δηλώσεις συνδικαλιστικών φορέων των γεωτεχνικών έφεραν στο προσκήνιο σοβαρή καταγγελία για παρτίδες κατεψυγμένου κοτόπουλου από τη Βραζιλία στις οποίες φέρεται να εντοπίστηκε σαλμονέλα. Η διατύπωση εδώ χρειάζεται προσοχή. Άλλο πράγμα η καταγγελία ή η συνδικαλιστική δήλωση που αναπαράγεται στον Τύπο, και άλλο η πλήρως τεκμηριωμένη δημόσια ανακοίνωση από επίσημο ευρωπαϊκό σύστημα. Ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Γεωτεχνικών του Δημοσίου, Νίκος Κακαβάς, δήλωσε ότι «τα ευρήματα αφορούν παρτίδες που ήρθαν περίπου την περίοδο του Πάσχα, όταν ξεκίνησε ουσιαστικά η πιλοτική εφαρμογή της συμφωνίας Mercosur», τονίζοντας ότι τα αποτελέσματα των δειγματοληψιών είναι ιδιαίτερα ανησυχητικά: «Όσες παρτίδες εισήχθησαν στη χώρα, περίπου το 80% βρέθηκε με σαλμονέλα». Όπως ήταν φυσικό, το γεγονός αυτό οδήγησε στην άμεση επιστροφή τους.

Και εδώ βρίσκεται η πιο ενδιαφέρουσα πλευρά της ιστορίας. Συνήθως μιλάμε για το κράτος μόνο όταν αποτυγχάνει. Όταν καθυστερεί, όταν ταλαιπωρεί, όταν χάνεται μέσα στη γραφειοκρατία. Σπανιότερα μιλάμε για τους δημόσιους υπαλλήλους, τους κτηνιάτρους, τους γεωτεχνικούς, τα εργαστήρια και τις υπηρεσίες που κάνουν αθόρυβα τη δουλειά τους. Κι όμως, σε υποθέσεις σαν αυτή, η προστασία της αγοράς και της δημόσιας υγείας δεν εξαρτάται από γενικές διαβεβαιώσεις. Εξαρτάται από ανθρώπους που παίρνουν δείγματα, ελέγχουν έγγραφα, διασταυρώνουν πιστοποιητικά, στέλνουν αναλύσεις και, όταν χρειαστεί, μπλοκάρουν ένα φορτίο.

Αυτό δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι η ουσία.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση υποστηρίζει ότι η συμφωνία με τη Mercosur δεν χαλαρώνει τα υγειονομικά πρότυπα. Θεωρητικά, κάθε προϊόν που μπαίνει στην ευρωπαϊκή αγορά πρέπει να συμμορφώνεται με τους ίδιους κανόνες ασφάλειας τροφίμων. Αυτή είναι η επίσημη γραμμή και δεν πρέπει να αγνοείται. Ταυτόχρονα, όμως, οι αγρότες και οι κτηνοτρόφοι αντιτείνουν ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο τι γράφει ο κανονισμός. Είναι αν υπάρχουν αρκετοί έλεγχοι, αρκετό προσωπικό, αρκετά εργαστήρια, αρκετή διαφάνεια και αρκετή πολιτική βούληση για να εφαρμοστούν οι κανόνες στην πράξη.

Γι’ αυτό οι αντιδράσεις των αγροτών τον χειμώνα δεν μπορούν να απορριφθούν ως απλή γκρίνια ή συντεχνιακή άμυνα. Στην Ελλάδα, στη Γαλλία και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, η Mercosur έγινε σύμβολο ενός βαθύτερου φόβου: ότι ο Ευρωπαίος παραγωγός καλείται να παράγει με αυστηρούς κανόνες, υψηλό κόστος, περιβαλλοντικές υποχρεώσεις και κτηνιατρικά πρωτόκολλα, ενώ την ίδια ώρα θα ανταγωνίζεται προϊόντα που έρχονται από χώρες με διαφορετικές συνθήκες παραγωγής και χαμηλότερες τιμές.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε εισαγόμενο προϊόν είναι κακό. Ούτε ότι κάθε εμπορική συμφωνία είναι απειλή. Σημαίνει όμως ότι το ελεύθερο εμπόριο δεν μπορεί να λειτουργεί μόνο με όρους τιμής. Αν η τιμή είναι το μόνο κριτήριο, τότε ο παραγωγός πιέζεται, ο καταναλωτής εκτίθεται και ο δημόσιος έλεγχος μετατρέπεται στο τελευταίο ανάχωμα.

Η υπόθεση των πουλερικών δείχνει ακριβώς αυτό. Δεν αρκεί να λέμε ότι «η αγορά θα ρυθμίσει». Η αγορά δεν κάνει μικροβιολογικούς ελέγχους. Δεν ανοίγει κοντέινερ. Δεν εξετάζει δείγματα για σαλμονέλα. Δεν αποφασίζει αν μια παρτίδα πρέπει να επιστραφεί, να καταστραφεί ή να αποσυρθεί. Αυτή τη δουλειά την κάνουν δημόσιες υπηρεσίες και ελεγκτικοί μηχανισμοί.

Και όταν την κάνουν σωστά, αξίζει να το λέμε.

Το φιλότιμο των δημόσιων ελεγκτών δεν είναι ρομαντική λεπτομέρεια. Είναι θεσμική ανάγκη. Είναι η διαφορά ανάμεσα σε μια αγορά που λειτουργεί με κανόνες και σε μια αγορά όπου ό,τι είναι φθηνότερο περνάει πιο εύκολα. Είναι η ασπίδα του καταναλωτή, αλλά και η δικαίωση του παραγωγού που τηρεί κανόνες, πληρώνει κόστος και απαιτεί να μην ανταγωνίζεται προϊόντα αμφίβολης συμμόρφωσης.

Η Mercosur μπορεί να προσφέρει εξαγωγικές ευκαιρίες. Μπορεί να ανοίξει αγορές. Μπορεί να ωφελήσει ορισμένους κλάδους. Αλλά καμία εμπορική συμφωνία δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν λευκή επιταγή. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν θα υπάρξει εμπόριο. Το κρίσιμο ερώτημα είναι με ποιους όρους θα υπάρξει.

Με ίδιους κανόνες για όλους; Με ελέγχους που δεν θα είναι τυπικοί; Με προσωπικό που επαρκεί; Με εργαστήρια που μπορούν να ανταποκριθούν; Με διαφάνεια στα ευρήματα; Με σεβασμό στον παραγωγό και στον καταναλωτή;

Αν η απάντηση είναι ναι, τότε το εμπόριο μπορεί να λειτουργήσει χωρίς να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη. Αν η απάντηση είναι όχι, τότε οι φόβοι των αγροτών δεν είναι λαϊκισμός. Είναι προειδοποίηση.

Η ιστορία με τα κοτόπουλα και τη σαλμονέλα δεν πρέπει να γίνει εργαλείο πανικού, αλλά να σταθεί ως αφορμή για σοβαρότητα. Γιατί στο τέλος, η ασφάλεια των τροφίμων δεν κρίνεται στις συνεντεύξεις Τύπου ούτε στα μεγάλα λόγια για τις διεθνείς συμφωνίες. Κρίνεται εκεί όπου ένας ελεγκτής κοιτάζει ένα φορτίο και αποφασίζει ότι δεν θα περάσει αν δεν πληροί τους κανόνες.

Και ίσως αυτή να είναι η πιο χρήσιμη υπενθύμιση από όλη την υπόθεση: το κράτος που συχνά κατηγορούμε, όταν λειτουργεί σωστά, είναι αυτό που στέκεται ανάμεσα στον πολίτη και τον κίνδυνο.

Οι απόψεις που διατυπώνονται στο παρόν άρθρο δεν αντικατοπτρίζουν κατ’ ανάγκην τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.

Στρατηγική κίνηση Ιράν στο Πεκίνο πριν τη σύνοδο Τραμπ-Σι

Η πρόσφατη διπλωματική κινητικότητα της Τεχεράνης, με αποκορύφωμα την επίσκεψη του Ιρανού υπουργού Εξωτερικών, Αμπάς Αραγτσί, στο Πεκίνο λίγο πριν την κρίσιμη σύνοδο μεταξύ Ντόναλντ Τραμπ και Σι Τζινπίνγκ, αναδεικνύει την προσπάθεια του Ιράν να κεφαλαιοποιήσει το παρατεταμένο στρατιωτικό αδιέξοδο των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή. Η επίσκεψη αυτή ακολουθεί τις επαφές του Αραγτσί στη Μόσχα — όπου εξασφάλισε την απρόσμενα ισχυρή ρητορική στήριξη του Βλαντίμιρ Πούτιν — και εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική εξασφάλισης διεθνών ερεισμάτων απέναντι στην αμερικανική πίεση.

Το υπόβαθρο αυτής της διπλωματικής εκστρατείας είναι η πορεία των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Ο πόλεμος, ο οποίος σχεδιάστηκε από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ ως μια σύντομη επιχείρηση λίγων ημερών, έχει ξεπεράσει τους δύο μήνες χωρίς να επιτευχθούν οι αρχικοί στρατηγικοί στόχοι. Παρά τον αποκεφαλισμό της ιρανικής ηγεσίας μέσω στοχευμένων χτυπημάτων και τις εκτεταμένες ζημιές στις υποδομές της χώρας, το ιρανικό καθεστώς εξακολουθεί να λειτουργεί συντεταγμένα υπό συνθήκες πολέμου. Επιπλέον, το Ιράν διατηρεί την ικανότητα ανταπόδοσης, πραγματοποιώντας στοχευμένα πλήγματα, όπως αυτά στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα εναντίον στρατηγικών υποδομών της CIA και ενεργειακών δικτύων.

Η παρατεταμένη σύγκρουση φέρνει στο φως μια σοβαρή αστοχία στον αρχικό σχεδιασμό των ΗΠΑ και του Ισραήλ. Το αφήγημα που φέρεται να προώθησε ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου προς τον Ντόναλντ Τραμπ, προέβλεπε ότι τα μαζικά πλήγματα θα προκαλούσαν εσωτερική αποσταθεροποίηση και εξέγερση του ιρανικού λαού, ο οποίος θα υποδεχόταν τις ξένες δυνάμεις ως απελευθερωτές. Το σενάριο αυτό δεν επιβεβαιώθηκε. Παράλληλα, μια χερσαία αμερικανική επέμβαση σε μια χώρα 90 εκατομμυρίων κατοίκων κρίνεται μη υλοποιήσιμη.

Σε αυτό ακριβώς το περιβάλλον, η μετάβαση του Αραγτσί στο Πεκίνο αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Η Τεχεράνη επιδιώκει να αναβαθμίσει τη συνεργασία της με την Κίνα, εστιάζοντας κυρίως στην τεχνολογική υποστήριξη, η οποία εκτιμάται ότι είναι κρίσιμη για τη συνέχιση της αμυντικής της προσπάθειας. Τόσο το Πεκίνο όσο και η Μόσχα έχουν αποφύγει την άμεση στρατιωτική εμπλοκή, επιλέγοντας αντίθετα να παρέχουν εναλλακτικές μορφές στήριξης. Η κίνηση του Ιρανού υπουργού Εξωτερικών στοχεύει στο να καταστήσει το ιρανικό ζήτημα κεντρικό σημείο στη γεωπολιτική σκακιέρα, ακριβώς τη στιγμή που ο Αμερικανός πρόεδρος ετοιμάζεται να καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με τον Κινέζο ομόλογό του.

Οι απόψεις που διατυπώνονται στο παρόν άρθρο δεν αντικατοπτρίζουν κατ’ ανάγκην τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.

Όταν η εξουσία κηρύττει λιτότητα και κρύβει θησαυροφυλάκια

Το πρόβλημα δεν είναι αν ένας ηγέτης δηλώνει εθνικιστής ή επαναστάτης. Το πρόβλημα αρχίζει όταν μια κυβέρνηση ζητά θυσίες από τους πολίτες και την ίδια ώρα γύρω της εμφανίζονται λογαριασμοί, ακίνητα, offshore, συγγενείς-διαχειριστές και επιχειρηματίες-φίλοι. Εκεί τελειώνει η ιδεολογία και αρχίζει η γνωστή, παλιά ιστορία: η δημόσια εξουσία ως ιδιωτικό ταμείο.

Γι’ αυτό χρειάζεται προσοχή. Οι υπερβολές βολεύουν, αλλά αποδυναμώνουν την αλήθεια. Δεν χρειάζεται να γράψει κανείς ότι ο Νικολάς Μαδούρο είχε αποδεδειγμένα «800 εκατομμύρια σε ελβετική τράπεζα» για να θέσει το ηθικό ερώτημα. Αρκεί να μείνει στο τεκμηριωμένο: στην Ελβετία αναφέρθηκαν παγωμένα περιουσιακά στοιχεία ύψους 687 εκατ. ελβετικών φράγκων, προερχόμενα από τη Βενεζουέλα και συνδεδεμένα με πρόσωπα του περιβάλλοντός του. Αυτό δεν είναι το ίδιο με έναν προσωπικό λογαριασμό στο όνομά του, αλλά είναι αρκετό για να ανοίξει μια σοβαρή συζήτηση για το πού καταλήγει ο πλούτος ενός κράτους όταν η πολιτική εξουσία δεν ελέγχεται.

Το ίδιο ισχύει και για τον μύθο των «4 δισεκατομμυρίων» που δήθεν άφησε ο Ούγκο Τσάβες στην κόρη του. Η ιστορία κυκλοφόρησε πολύ, αλλά δεν στέκεται με τα σημερινά δημοσιογραφικά κριτήρια. Αν μπει σε άρθρο ως βεβαιότητα, θα γίνει λάθος. Το πραγματικό θέμα δεν είναι να φορτωθεί σε έναν νεκρό ηγέτη ένα ποσό που δεν αποδεικνύεται· είναι να εξεταστεί πώς καθεστώτα που μιλούν στο όνομα των φτωχών μπορούν να γεννήσουν αυλές, προνόμια και αδιαφανείς οικογενειακές σχέσεις με το κράτος.

Στην περίπτωση του Φιντέλ Κάστρο, το Forbes είχε εκτιμήσει το 2006 την περιουσία του στα 900 εκατ. δολάρια, όχι επειδή παρουσίασε τραπεζικά βιβλιάρια, αλλά επειδή συνέδεσε την προσωπική του ισχύ με τον έλεγχο κρατικών επιχειρήσεων. Ο Κάστρο το αρνήθηκε κατηγορηματικά. Αυτό ακριβώς δείχνει το πρόβλημα: σε συστήματα όπου ο ηγέτης, το κόμμα, το κράτος και η οικονομία γίνονται ένα σώμα, είναι δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς τι είναι δημόσιο, τι είναι προσωπικό και τι είναι απλώς προπαγάνδα.

Η υπόθεση Κίρχνερ στην Αργεντινή είναι διαφορετική, γιατί εδώ δεν μιλάμε απλώς για φήμες. Η υπόθεση Vialidad οδήγησε σε καταδίκη για απάτη εις βάρος του Δημοσίου και σε διαδικασίες ανάκτησης τεράστιων ποσών. Αλλά και εδώ η ακρίβεια έχει σημασία: τα 111 ακίνητα δεν πρέπει να παρουσιαστούν σαν να ήταν όλα προσωπικές ιδιοκτησίες της Κριστίνα Κίρχνερ. Αφορούν ένα πλέγμα περιουσιακών στοιχείων που συνδέονται με την ίδια, τα παιδιά της, τον επιχειρηματία Λάσαρο Μπάες και εταιρείες, στο πλαίσιο μιας δικαστικής προσπάθειας να ανακτηθεί η ζημία για το κράτος.

Και εδώ βρίσκεται η ουσία: η διαφθορά δεν έχει μόνο ένα χρώμα. Ο δεξιός δικτάτορας Αουγκούστο Πινοσέτ είναι ίσως το πιο καθαρό παράδειγμα από την άλλη πλευρά του πολιτικού φάσματος. Έρευνα της αμερικανικής Γερουσίας αποκάλυψε δίκτυο τουλάχιστον 125 μυστικών τραπεζικών και επενδυτικών λογαριασμών στις ΗΠΑ, με ψευδώνυμα, offshore εταιρείες και τρίτα πρόσωπα, μέσα από τα οποία μετακινήθηκαν εκατομμύρια δολάρια. Ο Αουγκούστο Πινοσέτ ήταν στρατιωτικός, πολιτικός και πρόεδρος της Χιλής από το 1973 έως το 1990. Κατέλαβε την εξουσία με στρατιωτικό πραξικόπημα ανατρέποντας τη σοσιαλιστική κυβέρνηση του Σαλβαδόρ Αλιέντε.

Άρα το ηθικό ερώτημα δεν είναι «κλέβει η αριστερά;» ή «κλέβει η δεξιά;». Το ερώτημα είναι πιο βαθύ: τι συμβαίνει όταν ένας ηγέτης μένει πολύ καιρό χωρίς πραγματικό έλεγχο; Τι συμβαίνει όταν η Δικαιοσύνη φοβάται, ο Τύπος φιμώνεται, οι συγγενείς αποκτούν ρόλους, οι φίλοι παίρνουν έργα και τα σύνορα ανάμεσα στο δημόσιο ταμείο και την προσωπική περιουσία θολώνουν; Το World Justice Project μετρά την απουσία διαφθοράς ακριβώς μέσα από τέτοιες μορφές κατάχρησης: δωροδοκία, αθέμιτη επιρροή και υπεξαίρεση δημόσιων πόρων από κρατικούς αξιωματούχους.

Ένας ηγέτης μπορεί να έχει περιουσία. Μπορεί να έχει αποκτήσει χρήματα νόμιμα, πριν ή μετά την πολιτική. Αλλά όταν η περιουσία είναι κρυφή, όταν περνά μέσα από συγγενείς, φίλους, τράπεζες του εξωτερικού και εταιρικά σχήματα, τότε δεν μιλάμε πια για ιδιωτική επιτυχία. Μιλάμε για έλλειμμα δημοκρατικής ηθικής.

Ο πολίτης δεν ζητά από τους ηγέτες του να είναι φτωχοί από υποχρέωση. Ζητά να είναι καθαροί. Να δηλώνουν τι έχουν. Να εξηγούν από πού προήλθε. Να μην κυβερνούν μια χώρα φτώχειας με λογαριασμούς σε τραπεζικούς παραδείσους. Να μην καταγγέλλουν τους «ολιγάρχες» ενώ οι ίδιοι χτίζουν τη δική τους αυλή.

Η επανάσταση, η πατρίδα, η αγορά, η τάξη, ο λαός — όλες οι μεγάλες λέξεις μπορούν να γίνουν προπέτασμα καπνού. Το πραγματικό μέτρο είναι απλούστερο: ελέγχεται η εξουσία ή όχι; Αν δεν ελέγχεται, τότε αργά ή γρήγορα ο δρόμος της ιδεολογίας καταλήγει στο ίδιο μέρος — στο θησαυροφυλάκιο.

Οι απόψεις που διατυπώνονται στο παρόν άρθρο δεν αντικατοπτρίζουν κατ’ ανάγκην τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.

Το Μπαμπ ελ Μαντέμπ αναδεικνύεται σε κρίσιμο γεωστρατηγικό πέρασμα στον ανταγωνισμό ΗΠΑ–Κίνας

Σχολιασμός

Η σύγκρουση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν έχει εντείνει τον ανταγωνισμό μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας στον τομέα της ενέργειας. Η αναστάτωση που προκάλεσε το ουσιαστικό κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ ανέδειξε πόσο ευάλωτες είναι οι παγκόσμιες ενεργειακές αγορές σε στενά περάσματα, καθιστώντας ακόμη πιο σημαντικές άλλες κρίσιμες θαλάσσιες οδούς μεταφοράς. Με τα Στενά του Ορμούζ ουσιαστικά κλειστά, η προσοχή έχει στραφεί σε εναλλακτικούς θαλάσσιους διαδρόμους, όπως το Μπαμπ ελ Μαντέμπ, με τον έλεγχο των ενεργειακών ροών να εξελίσσεται σε πεδίο αντιπαράθεσης.

Το Μπαμπ ελ Μαντέμπ, γνωστό ως «Πύλη των Δακρύων», είναι ένα πέρασμα που στο στενότερο σημείο του έχει πλάτος μόλις 30 χιλιόμετρα, και από το οποίο διακινείται καθημερινά περίπου το 12% του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου. Τα πλοία που μεταφέρουν πετρέλαιο από τον Περσικό Κόλπο προς την Ευρώπη πρέπει να κινηθούν βόρεια μέσω της Αραβικής Θάλασσας, να εισέλθουν στον Κόλπο του Άντεν, να περάσουν από το Μπαμπ ελ Μαντέμπ, να εισέλθουν στην Ερυθρά Θάλασσα και να διασχίσουν τη Διώρυγα του Σουέζ προς τη Μεσόγειο, γεγονός που καθιστά το στενό τη νότια πύλη εισόδου σε έναν διάδρομο στον οποίο δεν υπάρχει άλλη πρόσβαση.

Εάν αποκλειστεί οποιοδήποτε από αυτά τα στενά, ολόκληρη η διαδρομή καθίσταται μη λειτουργική, αναγκάζοντας τα πλοία να ανακατευθυνθούν γύρω από το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας, προσθέτοντας περίπου 3.500 ναυτικά μίλια και 10-14 ημέρες σε κάθε ταξίδι.

Οι επιθέσεις των Χούθι στην Ερυθρά Θάλασσα στα τέλη του 2023, διέκοψαν τη ναυσιπλοΐα στην περιοχή· τα πλοία άρχισαν να αποφεύγουν το Μπαμπ Ελ Μαντέμπ, με αποτέλεσμα οι διελεύσεις από τη διώρυγα του Σουέζ να μειωθούν από 2.068 σε 877, μεταξύ του Νοεμβρίου του 2023  και του Οκτωβρίου του 2024, σύμφωνα με την Lloyd’s List Intelligence. Νομικά, το στενό υπάγεται στη δικαιοδοσία τριών παράκτιων κρατών: της Υεμένης στα βορειοανατολικά και του Τζιμπουτί και της Ερυθραίας στα νοτιοδυτικά, χωρίς καμία χώρα να ασκεί πλήρη έλεγχο.

Στην πράξη, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα έχουν εγκαθιδρύσει στρατιωτική παρουσία στις ακτές του Τζιμπουτί, με τη Βάση Υποστήριξης του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού της Κίνας να βρίσκεται σε απόσταση περίπου 11 χιλιομέτρων από την αμερικανική βάση Camp Lemonnier, καθιστώντας το Μπαμπ Ελ Μαντέμπ τον μοναδικό πορθμό όπου οι δύο δυνάμεις ανταγωνίζονται για επιρροή σε τόσο κοντινή απόσταση. Το Camp Lemonnier αποτελεί τη μοναδική μόνιμη αμερικανική στρατιωτική βάση στην Αφρική και φιλοξενεί τη Συνδυασμένη Κοινή Δύναμη Κέρας της Αφρικής της AFRICOM, με περισσότερους από 5.000 στρατιωτικούς και πολιτικό προσωπικό.

Η βάση λειτουργεί ως πλατφόρμα για αποστολές καταπολέμησης της τρομοκρατίας και επιχειρήσεις αντιμετώπισης κρίσεων, συμπεριλαμβανομένης της εκκένωσης του προσωπικού της αμερικανικής πρεσβείας από το Σουδάν το 2023. Μια δεύτερη εγκατάσταση, το αεροδρόμιο Chabelley, ξεκίνησε να χρησιμοποιείται για τη λειτουργία αμερικανικών μη επανδρωμένων αεροσκαφών τον Σεπτέμβριο του 2013, αφού η κυβέρνηση του Τζιμπουτί ζήτησε από τις ΗΠΑ να μεταφέρουν τις επιχειρήσεις αυτές μακριά από το διεθνές αεροδρόμιο.

Το Camp Lemonnier λειτουργεί εντός μιας ευρύτερης στρατιωτικής αρχιτεκτονικής των ΗΠΑ στην περιοχή. Ο 5ος Στόλος των ΗΠΑ, με έδρα το Μπαχρέιν, διευθύνει ναυτικές επιχειρήσεις στον Περσικό Κόλπο, την Ερυθρά Θάλασσα και την Αραβική Θάλασσα. Η βάση στο Ντιέγκο Γκαρσία, στον κεντρικό Ινδικό Ωκεανό, παρέχει το απαραίτητο υλικοτεχνικό βάθος, προμηθεύοντας πλοία σε προκαθορισμένες θέσεις, καύσιμα και πυρομαχικά, που στηρίζουν τις προωθημένες επιχειρήσεις και στα δύο θέατρα επιχειρήσεων.

Η Βάση Υποστήριξης του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού (ΛΑΣ) της Κίνας στο Τζιμπουτί αποτελεί την πρώτη και μοναδική επίσημη υπερπόντια στρατιωτική εγκατάσταση της χώρας. Βρίσκεται δίπλα στο Camp Lemonnier, κοντά στο λιμάνι Ντοραλέχ που λειτουργεί από κινεζική εταιρεία, και κατασκευάστηκε το 2017. Οι ΗΠΑ είχαν μπλοκάρει τη δημιουργία ρωσικής βάσης στο Τζιμπουτί το 2014 και είχαν επενδύσει ένα δισεκατομμύριο δολάρια για την αναβάθμιση του Camp Lemonnier, αλλά αιφνιδιάστηκαν όταν το Τζιμπουτί ενέκρινε την κινεζική βάση δύο χρόνια αργότερα.

Στιγμιότυπο από την τελετή εγκαινίων της στρατιωτικής βάσης της Κίνας στο Τζιμπουτί, την 1η Αυγούστου 2017. (STR/AFP μέσω Getty Images)

 

Η εγγύτητα των δύο εγκαταστάσεων προκαλεί συνεχή ένταση. Τον Μάιο του 2018, η Πολεμική Αεροπορία των ΗΠΑ ανέφερε ότι στρατιωτικής ποιότητας λέιζερ είχαν στοχεύσει τα μάτια Αμερικανών πιλότων, με τα περιστατικά να προέρχονται από την κινεζική βάση. Το Πεκίνο αρνήθηκε την ευθύνη.

Οι δύο βάσεις αποτελούν ανταγωνιστικά σημεία στήριξης στο ίδιο στρατηγικό πέρασμα, αλλά δεν είναι ισοδύναμες ως προς τις δυνατότητες. Η κινεζική εγκατάσταση είναι μια βάση υποστήριξης σχεδιασμένη για υλικοτεχνική υποστήριξη, ανεφοδιασμό και εκκενώσεις αμάχων, όχι για μάχιμη ισχύ. Δεν διαθέτει ομάδα κρούσης αεροπλανοφόρου ούτε ανεξάρτητη ικανότητα προβολής ισχύος πέρα από την περίμετρό της.

Η ασυμμετρία γίνεται πιο εμφανής όταν εξετάζεται το ζήτημα της ενίσχυσης. Οποιαδήποτε κινεζική ναυτική δύναμη αποστέλλεται από την ηπειρωτική χώρα προς το Τζιμπουτί έχει μόνο δύο εναλλακτικές διαδρομές. Μπορεί να περάσει είτε από τα Στενά της Μαλάκκα, όπου οι ΗΠΑ έχουν τη δυνατότητα να την εμποδίσουν χάρη στην αμυντική τους συνεργασία με την Ινδονησία και της πρόσβασής τους στη ναυτική βάση Changi της Σιγκαπούρης. Η δεύτερη διαδρομή περνά από τις δυτικές ακτές της Αυστραλίας και μέσω του Ινδικού Ωκεανού, όπου τα μέσα του 5ου Στόλου των ΗΠΑ και το Ντιέγκο Γκαρσία συγκροτούν ένα δίκτυο υποστήριξης που η Κίνα δεν μπορεί να αναπαράγει.

Εν ολίγοις, δεν υπάρχει διαδρομή από την Κίνα προς το Τζιμπουτί που να μην διέρχεται από ή κοντά σε θαλάσσιες περιοχές υπό την επιρροή των ΗΠΑ. Σε περίπτωση σύγκρουσης, η κινεζική βάση στο Τζιμπουτί θα μπορούσε ουσιαστικά να απομονωθεί, αποκομμένη από ενισχύσεις, ανεφοδιασμό και αντικατάσταση πλοίων. Η Κίνα έχει επιδιώξει την ανάπτυξη ναυτικού ανοιχτής θαλάσσης, αλλά δεν την έχει επιτύχει σε διαρκή επιχειρησιακή βάση — δεν διαθέτει δεύτερη υπερπόντια βάση ικανή να στηρίξει παρατεταμένες ναυτικές επιχειρήσεις ούτε δόγμα ομάδας κρούσης αεροπλανοφόρου δοκιμασμένο σε συνθήκες μάχης.

Η κινεζική εγκατάσταση στο Τζιμπουτί αποτελεί, συνεπώς, μια προωθημένη σταθερή θέση χωρίς αυτοδύναμη εφοδιαστική αλυσίδα. Σε περίπτωση πολεμικής σύγκρουσης συνιστά μεν πλεονέκτημα, είναι ωστόσο ευάλωτη.

Η Κίνα έχει επιδιώξει μια μακροπρόθεσμη αντιστάθμιση μέσω αυτού που οι αναλυτές αποκαλούν «Αλυσίδα των Μαργαριταριών»: ένα δίκτυο συμφωνιών πρόσβασης σε λιμάνια σε όλο τον Ινδικό Ωκεανό, συμπεριλαμβανομένων του γκουαντάρ στο Πακιστάν, του Χαμπαντότα στη Σρι Λάνκα και τοποθεσιών που βρίσκονται υπό συζήτηση στη Βιρμανία (Μιανμάρ) και την Τανζανία. Καμία από αυτές δεν αποτελεί επιχειρησιακή στρατιωτική βάση, αλλά αντιπροσωπεύουν πιθανούς μελλοντικούς κόμβους ανεφοδιασμού που το Πεκίνο αναπτύσσει, αναγνωρίζοντας την ευπάθεια της βάσης του στο Τζιμπουτί.

Το Μπαμπ ελ Μαντέμπ αναδεικνύεται έτσι στο σημείο ασφυξίας όπου ο ανταγωνισμός ΗΠΑ–Κίνας είναι πιο άμεσος και συγκεντρωμένος, με τις δύο δυνάμεις να διατηρούν εγκαταστάσεις στην ίδια ακτογραμμή. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, ωστόσο, διατηρούν το ισχυρότερο πλεονέκτημα. Διαθέτουν μεγαλύτερη βάση, λειτουργικό δίκτυο υποστήριξης, ναυτική υπεροχή στην ανοιχτή θάλασσα και επιχειρησιακή εμπειρία στο συγκεκριμένο πέρασμα, που έχει συσσωρευθεί μέσα από δύο χρόνια επιχειρήσεων κατά των Χούθι. Η Κίνα, από την άλλη, κατέχει μια προωθημένη θέση, την οποία όμως δεν μπορεί να υποστηρίξει σε περίπτωση σύγκρουσης, αφού η σύνδεση γίνεται μέσα από θαλάσσιες οδούς τις οποίες οι ΗΠΑ μπορούν να πλήξουν.

Οι απόψεις που εκφράζονται στο παρόν αποτελούν προσωπικές απόψεις του συγγραφέα και δεν αντανακλούν απαραίτητα τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.

Πετρέλαιο: H αγορά δεν κοιτά πια μόνο την τιμή, αλλά ποιος μπορεί να παραδώσει

Η αγορά πετρελαίου έχει μπει σε μια νέα φάση. Το ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο αν το brent ανεβαίνει ή αν το WTI ακολουθεί. Το πραγματικό ερώτημα είναι ποιος έχει διαθέσιμα βαρέλια, από ποια διαδρομή μπορούν να φύγουν, ποιο διυλιστήριο μπορεί να τα επεξεργαστεί και πόσο γρήγορα θα φτάσουν τα τελικά προϊόντα — ντίζελ, βενζίνη και αεροπορικά καύσιμα — στην πραγματική οικονομία. Το παιχνίδι δεν παίζεται μόνο στο αργό πετρέλαιο, αλλά στη φυσική αγορά, στη διύλιση και στα προϊόντα που τελικά κινούν μεταφορές, εμπόριο, βιομηχανία και τουρισμό.

Η ένταση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ δεν είναι ένα ακόμη γεωπολιτικό επεισόδιο που απλώς προσθέτει ένα «ασφάλιστρο κινδύνου» στην τιμή. Τα Στενά αποτελούν έναν από τους πιο κρίσιμους διαδρόμους του παγκόσμιου πετρελαίου. Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας, το 2025 περνούσαν από εκεί κατά μέσο όρο περίπου 20 εκατ. βαρέλια αργού και πετρελαϊκών προϊόντων την ημέρα, δηλαδή περίπου το ένα τέταρτο του θαλάσσιου εμπορίου πετρελαίου. Με τόσο μεγάλο όγκο συγκεντρωμένο σε ένα τόσο στενό πέρασμα, ακόμη και μερικός περιορισμός της κυκλοφορίας δεν είναι απλή καθυστέρηση· είναι διαταραχή στην καρδιά της εφοδιαστικής αλυσίδας.

Γι’ αυτό και η σημερινή αναστάτωση δεν μοιάζει με τις συνηθισμένες πετρελαϊκές κρίσεις. Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας ανέφερε στην έκθεση Απριλίου 2026 ότι η παγκόσμια προσφορά πετρελαίου υποχώρησε τον Μάρτιο κατά 10,1 εκατ. βαρέλια την ημέρα, στα 97 εκατ. βαρέλια, εξαιτίας επιθέσεων σε ενεργειακές υποδομές και περιορισμών στη μετακίνηση δεξαμενόπλοιων μέσω των Στενών. Στην ίδια έκθεση καταγράφεται ότι οι ροές μέσω Ορμούζ στις αρχές Απριλίου είχαν περιοριστεί περίπου στα 3,8 εκατ. βαρέλια την ημέρα, από πάνω από 20 εκατ. βαρέλια τον Φεβρουάριο πριν από την κρίση.

Αυτό εξηγεί γιατί οι αγορές αντιδρούν τόσο έντονα. Δεν τιμολογούν μόνο τον φόβο. Τιμολογούν τη δυσκολία να βρεθεί αντικατάσταση για φορτία που έχουν εγκλωβιστεί, καθυστερούν ή δεν μπορούν να φορτωθούν. Όταν το πετρέλαιο υπάρχει στα χαρτιά αλλά δεν κινείται, η χρηματιστηριακή τιμή λέει μόνο τη μισή αλήθεια. Η άλλη μισή βρίσκεται στα premium της φυσικής αγοράς, στις ασφαλίσεις των πλοίων, στη διαθεσιμότητα δεξαμενόπλοιων, στις εναλλακτικές διαδρομές και στο αν τα διυλιστήρια μπορούν να βρουν το σωστό είδος αργού για τις μονάδες τους.

Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη αλλαγή. Η αγορά μετατοπίζει το βάρος από το «πόσο κάνει το βαρέλι» στο «ποιος μπορεί να το παραδώσει». Αυτό δίνει πλεονέκτημα σε παραγωγούς και εμπορικά δίκτυα που θεωρούνται πιο ασφαλή, πιο προσβάσιμα και λιγότερο εκτεθειμένα σε κλειστά περάσματα. Δεν σημαίνει ότι κάποιος «κερδίζει» καθαρά. Σημαίνει όμως ότι η προσβασιμότητα μετατρέπεται σε αξία. Σε μια τέτοια αγορά, ένα βαρέλι που βρίσκεται πιο μακριά αλλά μπορεί να παραδοθεί με βεβαιότητα μπορεί να αξίζει περισσότερο από ένα βαρέλι που είναι φθηνότερο αλλά εγκλωβισμένο.

Η πίεση δεν σταματά στο αργό. Περνά γρήγορα στη διύλιση. Ο IEA αναφέρει ότι τα διυλιστήρια στη Μέση Ανατολή και σε τμήματα της Ασίας που αντιμετωπίζουν έλλειψη πρώτης ύλης περιόρισαν τον Απρίλιο τη λειτουργία τους κατά περίπου 6 εκατ. βαρέλια την ημέρα. Παράλληλα, τα περιθώρια διύλισης εκτινάχθηκαν, με τα μεσαία αποστάγματα — την κατηγορία όπου ανήκουν κυρίως το ντίζελ και τα αεροπορικά καύσιμα — να φτάνουν σε ιστορικά υψηλά επίπεδα. Αυτό είναι κρίσιμο, διότι το ντίζελ δεν είναι απλώς ένα καύσιμο για Ι.Χ. Είναι καύσιμο φορτηγών, μηχανημάτων, εφοδιαστικών αλυσίδων και παραγωγής. Τα αεροπορικά καύσιμα, από την άλλη, επηρεάζουν απευθείας μετακινήσεις, αερομεταφορές και τουρισμό.

Με άλλα λόγια, η ακρίβεια δεν μένει στο χρηματιστήριο. Μεταφέρεται στην αντλία, στο φορτηγό, στο εισιτήριο, στο κόστος μεταφοράς και τελικά στο ράφι. Η αμερικανική Υπηρεσία Πληροφοριών Ενέργειας προέβλεψε στην έκθεση Απριλίου ότι οι υψηλότερες τιμές αργού θα οδηγήσουν σε υψηλότερες τιμές βενζίνης και ντίζελ, με το ντίζελ να παραμένει ιδιαίτερα αυξημένο λόγω στενών παγκόσμιων προμηθειών και χαμηλότερων αμερικανικών αποθεμάτων σε σχέση με τον μέσο όρο πενταετίας.

Το Ιράν, η Ρωσία, οι ΗΠΑ, οι μεγάλοι παραγωγοί, οι ναυλωτές, τα διυλιστήρια και οι καταναλωτές δεν βρίσκονται όλοι στην ίδια θέση. Ένας παραγωγός μπορεί να βλέπει υψηλότερη ονομαστική τιμή, αλλά να χάνει όγκο εξαγωγών. Ένας άλλος μπορεί να διαθέτει πιο ασφαλή διαδρομή, αλλά να πληρώνει πολιτικό ή πληθωριστικό κόστος. Μια χώρα μπορεί να έχει περισσότερη παραγωγή, αλλά ο πολίτης της να πληρώνει ακριβότερα καύσιμα επειδή η αγορά πετρελαίου παραμένει παγκόσμια. Η ΕΙΑ εκτιμά ότι η παραγωγή αργού στις ΗΠΑ παραμένει πολύ υψηλή, στα 13,5 εκατ. βαρέλια την ημέρα για το 2026, όμως αυτό δεν ακυρώνει την επίδραση των διεθνών τιμών στον τελικό καταναλωτή.

Η Ρωσία είναι ειδική περίπτωση. Οι κυρώσεις μετά την εισβολή στην Ουκρανία άλλαξαν τις ροές του ρωσικού πετρελαίου, σπρώχνοντας μεγαλύτερο μέρος των εξαγωγών προς την Ασία. Η ΕΙΑ έχει καταγράψει ότι οι ρωσικές εξαγωγές αργού μειώθηκαν συγκρατημένα μετά το 2022, αλλά οι προορισμοί τους άλλαξαν βαθιά, με την Ευρώπη να υποχωρεί ως αγοραστής και την Ασία να απορροφά μεγαλύτερους όγκους. Αυτό δείχνει ότι η αγορά δεν εξαφανίζει εύκολα τα βαρέλια· τα αναδρομολογεί, συχνά με εκπτώσεις, με μεγαλύτερο ρίσκο και με πιο σύνθετες εμπορικές διαδρομές.

Στις ΗΠΑ, η εικόνα είναι διαφορετική αλλά όχι ανέφελη. Η μεγάλη εγχώρια παραγωγή προσφέρει στρατηγικό βάθος και μικρότερη άμεση εξάρτηση από τον Περσικό Κόλπο σε σχέση με το παρελθόν, όμως η αμερικανική αγορά δεν είναι απομονωμένη από τον υπόλοιπο κόσμο. Όταν το Brent ανεβαίνει, όταν το ντίζελ σφίγγει και όταν η φυσική αγορά πληρώνει premium για σίγουρα φορτία, η πίεση φτάνει και στον Αμερικανό καταναλωτή. Η ΕΙΑ προέβλεψε ότι το brent θα κορυφωθεί στο δεύτερο τρίμηνο του 2026 γύρω στα 115 δολάρια το βαρέλι, υπό την προϋπόθεση ότι η κρίση δεν θα παραταθεί και ότι η κυκλοφορία στα Στενά θα επανέλθει σταδιακά.

Οι τελευταίες κινήσεις των τιμών επιβεβαιώνουν αυτή την ευαισθησία. Στις 4 Μαΐου 2026, το brent έκλεισε πάνω από τα 114 δολάρια το βαρέλι και το WTI πάνω από τα 106 δολάρια, μετά από νέα ένταση που επανέφερε τον φόβο περαιτέρω διαταραχών στην προσφορά. Την επόμενη ημέρα οι τιμές υποχώρησαν ελαφρώς, αλλά παρέμειναν σε υψηλά επίπεδα, ένδειξη ότι η αγορά δεν έχει ηρεμήσει· απλώς ανατιμολογεί κάθε νέα πληροφορία από τη Μέση Ανατολή.

Το κρίσιμο συμπέρασμα είναι ότι η αγορά πετρελαίου πράγματι αλλάζει. Όχι επειδή το πετρέλαιο έγινε ξαφνικά πιο σημαντικό — πάντα ήταν. Αλλά επειδή επιστρέφει στο προσκήνιο η παλιά, σκληρή αλήθεια της ενέργειας: η τιμή έχει σημασία, όμως η φυσική διαθεσιμότητα έχει μεγαλύτερη. Τα αποθέματα μπορούν να αγοράσουν χρόνο, όχι να λύσουν μόνιμα το πρόβλημα. Οι εναλλακτικές διαδρομές μπορούν να μειώσουν την πίεση, όχι να αντικαταστήσουν πλήρως τα Στενά του Ορμούζ. Και τα διυλιστήρια μπορούν να προσαρμοστούν, αλλά όχι από τη μια μέρα στην άλλη.

Οι απόψεις που διατυπώνονται στο παρόν άρθρο δεν αντικατοπτρίζουν κατ’ ανάγκην τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.