Σάββατο, 30 Μαΐ, 2026

Mercosur, σαλμονέλα και αγροτικές αντιδράσεις

Η συζήτηση για τη συμφωνία Ευρωπαϊκής Ένωσης–Mercosur δεν είναι μια θεωρητική διαμάχη ανάμεσα σε όσους αγαπούν το εμπόριο και όσους το φοβούνται. Είναι μια πολύ πρακτική υπόθεση. Φτάνει μέχρι το ράφι του σούπερ μάρκετ, το πιάτο του καταναλωτή, το εισόδημα του παραγωγού και την ευθύνη του δημόσιου ελέγχου.

Τις τελευταίες εβδομάδες, η υπόθεση των εισαγόμενων πουλερικών από τη Βραζιλία και των ευρημάτων σαλμονέλας έδωσε σε αυτή τη συζήτηση συγκεκριμένο πρόσωπο. Δεν είναι ακριβές να ειπωθεί ότι η συμφωνία Mercosur «έφερε για πρώτη φορά» βραζιλιάνικα κοτόπουλα στην Ευρώπη. Τέτοιες εισαγωγές υπήρχαν ήδη. Ούτε είναι σωστό να παρουσιαστεί κάθε φορτίο από τη Λατινική Αμερική ως ύποπτο ή επικίνδυνο. Αυτό θα ήταν υπερβολή.

Το πραγματικό ζήτημα είναι άλλο: όσο οι εμπορικές ροές μεγαλώνουν και όσο η πίεση για φθηνότερα προϊόντα αυξάνεται, τόσο πιο κρίσιμος γίνεται ο ρόλος εκείνων που ελέγχουν τι περνά τα σύνορα και τι φτάνει τελικά στην αγορά.

Τα επίσημα ευρωπαϊκά συστήματα έχουν καταγράψει περιστατικά σαλμονέλας σε βραζιλιάνικα πουλερικά και πριν από τη νέα φάση της συμφωνίας και μέσα στο 2026. Αυτό δείχνει δύο πράγματα ταυτόχρονα. Πρώτον, ότι ο κίνδυνος δεν είναι φανταστικός. Δεύτερον, ότι το πρόβλημα δεν γεννήθηκε ξαφνικά από τη Mercosur. Προϋπήρχε, καταγραφόταν και αντιμετωπιζόταν μέσα από τους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς ελέγχου.

Στην Ελλάδα, δημοσιεύματα και δηλώσεις συνδικαλιστικών φορέων των γεωτεχνικών έφεραν στο προσκήνιο σοβαρή καταγγελία για παρτίδες κατεψυγμένου κοτόπουλου από τη Βραζιλία στις οποίες φέρεται να εντοπίστηκε σαλμονέλα. Η διατύπωση εδώ χρειάζεται προσοχή. Άλλο πράγμα η καταγγελία ή η συνδικαλιστική δήλωση που αναπαράγεται στον Τύπο, και άλλο η πλήρως τεκμηριωμένη δημόσια ανακοίνωση από επίσημο ευρωπαϊκό σύστημα. Ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Γεωτεχνικών του Δημοσίου, Νίκος Κακαβάς, δήλωσε ότι «τα ευρήματα αφορούν παρτίδες που ήρθαν περίπου την περίοδο του Πάσχα, όταν ξεκίνησε ουσιαστικά η πιλοτική εφαρμογή της συμφωνίας Mercosur», τονίζοντας ότι τα αποτελέσματα των δειγματοληψιών είναι ιδιαίτερα ανησυχητικά: «Όσες παρτίδες εισήχθησαν στη χώρα, περίπου το 80% βρέθηκε με σαλμονέλα». Όπως ήταν φυσικό, το γεγονός αυτό οδήγησε στην άμεση επιστροφή τους.

Και εδώ βρίσκεται η πιο ενδιαφέρουσα πλευρά της ιστορίας. Συνήθως μιλάμε για το κράτος μόνο όταν αποτυγχάνει. Όταν καθυστερεί, όταν ταλαιπωρεί, όταν χάνεται μέσα στη γραφειοκρατία. Σπανιότερα μιλάμε για τους δημόσιους υπαλλήλους, τους κτηνιάτρους, τους γεωτεχνικούς, τα εργαστήρια και τις υπηρεσίες που κάνουν αθόρυβα τη δουλειά τους. Κι όμως, σε υποθέσεις σαν αυτή, η προστασία της αγοράς και της δημόσιας υγείας δεν εξαρτάται από γενικές διαβεβαιώσεις. Εξαρτάται από ανθρώπους που παίρνουν δείγματα, ελέγχουν έγγραφα, διασταυρώνουν πιστοποιητικά, στέλνουν αναλύσεις και, όταν χρειαστεί, μπλοκάρουν ένα φορτίο.

Αυτό δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι η ουσία.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση υποστηρίζει ότι η συμφωνία με τη Mercosur δεν χαλαρώνει τα υγειονομικά πρότυπα. Θεωρητικά, κάθε προϊόν που μπαίνει στην ευρωπαϊκή αγορά πρέπει να συμμορφώνεται με τους ίδιους κανόνες ασφάλειας τροφίμων. Αυτή είναι η επίσημη γραμμή και δεν πρέπει να αγνοείται. Ταυτόχρονα, όμως, οι αγρότες και οι κτηνοτρόφοι αντιτείνουν ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο τι γράφει ο κανονισμός. Είναι αν υπάρχουν αρκετοί έλεγχοι, αρκετό προσωπικό, αρκετά εργαστήρια, αρκετή διαφάνεια και αρκετή πολιτική βούληση για να εφαρμοστούν οι κανόνες στην πράξη.

Γι’ αυτό οι αντιδράσεις των αγροτών τον χειμώνα δεν μπορούν να απορριφθούν ως απλή γκρίνια ή συντεχνιακή άμυνα. Στην Ελλάδα, στη Γαλλία και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, η Mercosur έγινε σύμβολο ενός βαθύτερου φόβου: ότι ο Ευρωπαίος παραγωγός καλείται να παράγει με αυστηρούς κανόνες, υψηλό κόστος, περιβαλλοντικές υποχρεώσεις και κτηνιατρικά πρωτόκολλα, ενώ την ίδια ώρα θα ανταγωνίζεται προϊόντα που έρχονται από χώρες με διαφορετικές συνθήκες παραγωγής και χαμηλότερες τιμές.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε εισαγόμενο προϊόν είναι κακό. Ούτε ότι κάθε εμπορική συμφωνία είναι απειλή. Σημαίνει όμως ότι το ελεύθερο εμπόριο δεν μπορεί να λειτουργεί μόνο με όρους τιμής. Αν η τιμή είναι το μόνο κριτήριο, τότε ο παραγωγός πιέζεται, ο καταναλωτής εκτίθεται και ο δημόσιος έλεγχος μετατρέπεται στο τελευταίο ανάχωμα.

Η υπόθεση των πουλερικών δείχνει ακριβώς αυτό. Δεν αρκεί να λέμε ότι «η αγορά θα ρυθμίσει». Η αγορά δεν κάνει μικροβιολογικούς ελέγχους. Δεν ανοίγει κοντέινερ. Δεν εξετάζει δείγματα για σαλμονέλα. Δεν αποφασίζει αν μια παρτίδα πρέπει να επιστραφεί, να καταστραφεί ή να αποσυρθεί. Αυτή τη δουλειά την κάνουν δημόσιες υπηρεσίες και ελεγκτικοί μηχανισμοί.

Και όταν την κάνουν σωστά, αξίζει να το λέμε.

Το φιλότιμο των δημόσιων ελεγκτών δεν είναι ρομαντική λεπτομέρεια. Είναι θεσμική ανάγκη. Είναι η διαφορά ανάμεσα σε μια αγορά που λειτουργεί με κανόνες και σε μια αγορά όπου ό,τι είναι φθηνότερο περνάει πιο εύκολα. Είναι η ασπίδα του καταναλωτή, αλλά και η δικαίωση του παραγωγού που τηρεί κανόνες, πληρώνει κόστος και απαιτεί να μην ανταγωνίζεται προϊόντα αμφίβολης συμμόρφωσης.

Η Mercosur μπορεί να προσφέρει εξαγωγικές ευκαιρίες. Μπορεί να ανοίξει αγορές. Μπορεί να ωφελήσει ορισμένους κλάδους. Αλλά καμία εμπορική συμφωνία δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν λευκή επιταγή. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν θα υπάρξει εμπόριο. Το κρίσιμο ερώτημα είναι με ποιους όρους θα υπάρξει.

Με ίδιους κανόνες για όλους; Με ελέγχους που δεν θα είναι τυπικοί; Με προσωπικό που επαρκεί; Με εργαστήρια που μπορούν να ανταποκριθούν; Με διαφάνεια στα ευρήματα; Με σεβασμό στον παραγωγό και στον καταναλωτή;

Αν η απάντηση είναι ναι, τότε το εμπόριο μπορεί να λειτουργήσει χωρίς να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη. Αν η απάντηση είναι όχι, τότε οι φόβοι των αγροτών δεν είναι λαϊκισμός. Είναι προειδοποίηση.

Η ιστορία με τα κοτόπουλα και τη σαλμονέλα δεν πρέπει να γίνει εργαλείο πανικού, αλλά να σταθεί ως αφορμή για σοβαρότητα. Γιατί στο τέλος, η ασφάλεια των τροφίμων δεν κρίνεται στις συνεντεύξεις Τύπου ούτε στα μεγάλα λόγια για τις διεθνείς συμφωνίες. Κρίνεται εκεί όπου ένας ελεγκτής κοιτάζει ένα φορτίο και αποφασίζει ότι δεν θα περάσει αν δεν πληροί τους κανόνες.

Και ίσως αυτή να είναι η πιο χρήσιμη υπενθύμιση από όλη την υπόθεση: το κράτος που συχνά κατηγορούμε, όταν λειτουργεί σωστά, είναι αυτό που στέκεται ανάμεσα στον πολίτη και τον κίνδυνο.

Οι απόψεις που διατυπώνονται στο παρόν άρθρο δεν αντικατοπτρίζουν κατ’ ανάγκην τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.

Στρατηγική κίνηση Ιράν στο Πεκίνο πριν τη σύνοδο Τραμπ-Σι

Η πρόσφατη διπλωματική κινητικότητα της Τεχεράνης, με αποκορύφωμα την επίσκεψη του Ιρανού υπουργού Εξωτερικών, Αμπάς Αραγτσί, στο Πεκίνο λίγο πριν την κρίσιμη σύνοδο μεταξύ Ντόναλντ Τραμπ και Σι Τζινπίνγκ, αναδεικνύει την προσπάθεια του Ιράν να κεφαλαιοποιήσει το παρατεταμένο στρατιωτικό αδιέξοδο των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή. Η επίσκεψη αυτή ακολουθεί τις επαφές του Αραγτσί στη Μόσχα — όπου εξασφάλισε την απρόσμενα ισχυρή ρητορική στήριξη του Βλαντίμιρ Πούτιν — και εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική εξασφάλισης διεθνών ερεισμάτων απέναντι στην αμερικανική πίεση.

Το υπόβαθρο αυτής της διπλωματικής εκστρατείας είναι η πορεία των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Ο πόλεμος, ο οποίος σχεδιάστηκε από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ ως μια σύντομη επιχείρηση λίγων ημερών, έχει ξεπεράσει τους δύο μήνες χωρίς να επιτευχθούν οι αρχικοί στρατηγικοί στόχοι. Παρά τον αποκεφαλισμό της ιρανικής ηγεσίας μέσω στοχευμένων χτυπημάτων και τις εκτεταμένες ζημιές στις υποδομές της χώρας, το ιρανικό καθεστώς εξακολουθεί να λειτουργεί συντεταγμένα υπό συνθήκες πολέμου. Επιπλέον, το Ιράν διατηρεί την ικανότητα ανταπόδοσης, πραγματοποιώντας στοχευμένα πλήγματα, όπως αυτά στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα εναντίον στρατηγικών υποδομών της CIA και ενεργειακών δικτύων.

Η παρατεταμένη σύγκρουση φέρνει στο φως μια σοβαρή αστοχία στον αρχικό σχεδιασμό των ΗΠΑ και του Ισραήλ. Το αφήγημα που φέρεται να προώθησε ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου προς τον Ντόναλντ Τραμπ, προέβλεπε ότι τα μαζικά πλήγματα θα προκαλούσαν εσωτερική αποσταθεροποίηση και εξέγερση του ιρανικού λαού, ο οποίος θα υποδεχόταν τις ξένες δυνάμεις ως απελευθερωτές. Το σενάριο αυτό δεν επιβεβαιώθηκε. Παράλληλα, μια χερσαία αμερικανική επέμβαση σε μια χώρα 90 εκατομμυρίων κατοίκων κρίνεται μη υλοποιήσιμη.

Σε αυτό ακριβώς το περιβάλλον, η μετάβαση του Αραγτσί στο Πεκίνο αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Η Τεχεράνη επιδιώκει να αναβαθμίσει τη συνεργασία της με την Κίνα, εστιάζοντας κυρίως στην τεχνολογική υποστήριξη, η οποία εκτιμάται ότι είναι κρίσιμη για τη συνέχιση της αμυντικής της προσπάθειας. Τόσο το Πεκίνο όσο και η Μόσχα έχουν αποφύγει την άμεση στρατιωτική εμπλοκή, επιλέγοντας αντίθετα να παρέχουν εναλλακτικές μορφές στήριξης. Η κίνηση του Ιρανού υπουργού Εξωτερικών στοχεύει στο να καταστήσει το ιρανικό ζήτημα κεντρικό σημείο στη γεωπολιτική σκακιέρα, ακριβώς τη στιγμή που ο Αμερικανός πρόεδρος ετοιμάζεται να καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με τον Κινέζο ομόλογό του.

Οι απόψεις που διατυπώνονται στο παρόν άρθρο δεν αντικατοπτρίζουν κατ’ ανάγκην τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.

Όταν η εξουσία κηρύττει λιτότητα και κρύβει θησαυροφυλάκια

Το πρόβλημα δεν είναι αν ένας ηγέτης δηλώνει εθνικιστής ή επαναστάτης. Το πρόβλημα αρχίζει όταν μια κυβέρνηση ζητά θυσίες από τους πολίτες και την ίδια ώρα γύρω της εμφανίζονται λογαριασμοί, ακίνητα, offshore, συγγενείς-διαχειριστές και επιχειρηματίες-φίλοι. Εκεί τελειώνει η ιδεολογία και αρχίζει η γνωστή, παλιά ιστορία: η δημόσια εξουσία ως ιδιωτικό ταμείο.

Γι’ αυτό χρειάζεται προσοχή. Οι υπερβολές βολεύουν, αλλά αποδυναμώνουν την αλήθεια. Δεν χρειάζεται να γράψει κανείς ότι ο Νικολάς Μαδούρο είχε αποδεδειγμένα «800 εκατομμύρια σε ελβετική τράπεζα» για να θέσει το ηθικό ερώτημα. Αρκεί να μείνει στο τεκμηριωμένο: στην Ελβετία αναφέρθηκαν παγωμένα περιουσιακά στοιχεία ύψους 687 εκατ. ελβετικών φράγκων, προερχόμενα από τη Βενεζουέλα και συνδεδεμένα με πρόσωπα του περιβάλλοντός του. Αυτό δεν είναι το ίδιο με έναν προσωπικό λογαριασμό στο όνομά του, αλλά είναι αρκετό για να ανοίξει μια σοβαρή συζήτηση για το πού καταλήγει ο πλούτος ενός κράτους όταν η πολιτική εξουσία δεν ελέγχεται.

Το ίδιο ισχύει και για τον μύθο των «4 δισεκατομμυρίων» που δήθεν άφησε ο Ούγκο Τσάβες στην κόρη του. Η ιστορία κυκλοφόρησε πολύ, αλλά δεν στέκεται με τα σημερινά δημοσιογραφικά κριτήρια. Αν μπει σε άρθρο ως βεβαιότητα, θα γίνει λάθος. Το πραγματικό θέμα δεν είναι να φορτωθεί σε έναν νεκρό ηγέτη ένα ποσό που δεν αποδεικνύεται· είναι να εξεταστεί πώς καθεστώτα που μιλούν στο όνομα των φτωχών μπορούν να γεννήσουν αυλές, προνόμια και αδιαφανείς οικογενειακές σχέσεις με το κράτος.

Στην περίπτωση του Φιντέλ Κάστρο, το Forbes είχε εκτιμήσει το 2006 την περιουσία του στα 900 εκατ. δολάρια, όχι επειδή παρουσίασε τραπεζικά βιβλιάρια, αλλά επειδή συνέδεσε την προσωπική του ισχύ με τον έλεγχο κρατικών επιχειρήσεων. Ο Κάστρο το αρνήθηκε κατηγορηματικά. Αυτό ακριβώς δείχνει το πρόβλημα: σε συστήματα όπου ο ηγέτης, το κόμμα, το κράτος και η οικονομία γίνονται ένα σώμα, είναι δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς τι είναι δημόσιο, τι είναι προσωπικό και τι είναι απλώς προπαγάνδα.

Η υπόθεση Κίρχνερ στην Αργεντινή είναι διαφορετική, γιατί εδώ δεν μιλάμε απλώς για φήμες. Η υπόθεση Vialidad οδήγησε σε καταδίκη για απάτη εις βάρος του Δημοσίου και σε διαδικασίες ανάκτησης τεράστιων ποσών. Αλλά και εδώ η ακρίβεια έχει σημασία: τα 111 ακίνητα δεν πρέπει να παρουσιαστούν σαν να ήταν όλα προσωπικές ιδιοκτησίες της Κριστίνα Κίρχνερ. Αφορούν ένα πλέγμα περιουσιακών στοιχείων που συνδέονται με την ίδια, τα παιδιά της, τον επιχειρηματία Λάσαρο Μπάες και εταιρείες, στο πλαίσιο μιας δικαστικής προσπάθειας να ανακτηθεί η ζημία για το κράτος.

Και εδώ βρίσκεται η ουσία: η διαφθορά δεν έχει μόνο ένα χρώμα. Ο δεξιός δικτάτορας Αουγκούστο Πινοσέτ είναι ίσως το πιο καθαρό παράδειγμα από την άλλη πλευρά του πολιτικού φάσματος. Έρευνα της αμερικανικής Γερουσίας αποκάλυψε δίκτυο τουλάχιστον 125 μυστικών τραπεζικών και επενδυτικών λογαριασμών στις ΗΠΑ, με ψευδώνυμα, offshore εταιρείες και τρίτα πρόσωπα, μέσα από τα οποία μετακινήθηκαν εκατομμύρια δολάρια. Ο Αουγκούστο Πινοσέτ ήταν στρατιωτικός, πολιτικός και πρόεδρος της Χιλής από το 1973 έως το 1990. Κατέλαβε την εξουσία με στρατιωτικό πραξικόπημα ανατρέποντας τη σοσιαλιστική κυβέρνηση του Σαλβαδόρ Αλιέντε.

Άρα το ηθικό ερώτημα δεν είναι «κλέβει η αριστερά;» ή «κλέβει η δεξιά;». Το ερώτημα είναι πιο βαθύ: τι συμβαίνει όταν ένας ηγέτης μένει πολύ καιρό χωρίς πραγματικό έλεγχο; Τι συμβαίνει όταν η Δικαιοσύνη φοβάται, ο Τύπος φιμώνεται, οι συγγενείς αποκτούν ρόλους, οι φίλοι παίρνουν έργα και τα σύνορα ανάμεσα στο δημόσιο ταμείο και την προσωπική περιουσία θολώνουν; Το World Justice Project μετρά την απουσία διαφθοράς ακριβώς μέσα από τέτοιες μορφές κατάχρησης: δωροδοκία, αθέμιτη επιρροή και υπεξαίρεση δημόσιων πόρων από κρατικούς αξιωματούχους.

Ένας ηγέτης μπορεί να έχει περιουσία. Μπορεί να έχει αποκτήσει χρήματα νόμιμα, πριν ή μετά την πολιτική. Αλλά όταν η περιουσία είναι κρυφή, όταν περνά μέσα από συγγενείς, φίλους, τράπεζες του εξωτερικού και εταιρικά σχήματα, τότε δεν μιλάμε πια για ιδιωτική επιτυχία. Μιλάμε για έλλειμμα δημοκρατικής ηθικής.

Ο πολίτης δεν ζητά από τους ηγέτες του να είναι φτωχοί από υποχρέωση. Ζητά να είναι καθαροί. Να δηλώνουν τι έχουν. Να εξηγούν από πού προήλθε. Να μην κυβερνούν μια χώρα φτώχειας με λογαριασμούς σε τραπεζικούς παραδείσους. Να μην καταγγέλλουν τους «ολιγάρχες» ενώ οι ίδιοι χτίζουν τη δική τους αυλή.

Η επανάσταση, η πατρίδα, η αγορά, η τάξη, ο λαός — όλες οι μεγάλες λέξεις μπορούν να γίνουν προπέτασμα καπνού. Το πραγματικό μέτρο είναι απλούστερο: ελέγχεται η εξουσία ή όχι; Αν δεν ελέγχεται, τότε αργά ή γρήγορα ο δρόμος της ιδεολογίας καταλήγει στο ίδιο μέρος — στο θησαυροφυλάκιο.

Οι απόψεις που διατυπώνονται στο παρόν άρθρο δεν αντικατοπτρίζουν κατ’ ανάγκην τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.

Το Μπαμπ ελ Μαντέμπ αναδεικνύεται σε κρίσιμο γεωστρατηγικό πέρασμα στον ανταγωνισμό ΗΠΑ–Κίνας

Σχολιασμός

Η σύγκρουση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν έχει εντείνει τον ανταγωνισμό μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας στον τομέα της ενέργειας. Η αναστάτωση που προκάλεσε το ουσιαστικό κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ ανέδειξε πόσο ευάλωτες είναι οι παγκόσμιες ενεργειακές αγορές σε στενά περάσματα, καθιστώντας ακόμη πιο σημαντικές άλλες κρίσιμες θαλάσσιες οδούς μεταφοράς. Με τα Στενά του Ορμούζ ουσιαστικά κλειστά, η προσοχή έχει στραφεί σε εναλλακτικούς θαλάσσιους διαδρόμους, όπως το Μπαμπ ελ Μαντέμπ, με τον έλεγχο των ενεργειακών ροών να εξελίσσεται σε πεδίο αντιπαράθεσης.

Το Μπαμπ ελ Μαντέμπ, γνωστό ως «Πύλη των Δακρύων», είναι ένα πέρασμα που στο στενότερο σημείο του έχει πλάτος μόλις 30 χιλιόμετρα, και από το οποίο διακινείται καθημερινά περίπου το 12% του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου. Τα πλοία που μεταφέρουν πετρέλαιο από τον Περσικό Κόλπο προς την Ευρώπη πρέπει να κινηθούν βόρεια μέσω της Αραβικής Θάλασσας, να εισέλθουν στον Κόλπο του Άντεν, να περάσουν από το Μπαμπ ελ Μαντέμπ, να εισέλθουν στην Ερυθρά Θάλασσα και να διασχίσουν τη Διώρυγα του Σουέζ προς τη Μεσόγειο, γεγονός που καθιστά το στενό τη νότια πύλη εισόδου σε έναν διάδρομο στον οποίο δεν υπάρχει άλλη πρόσβαση.

Εάν αποκλειστεί οποιοδήποτε από αυτά τα στενά, ολόκληρη η διαδρομή καθίσταται μη λειτουργική, αναγκάζοντας τα πλοία να ανακατευθυνθούν γύρω από το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας, προσθέτοντας περίπου 3.500 ναυτικά μίλια και 10-14 ημέρες σε κάθε ταξίδι.

Οι επιθέσεις των Χούθι στην Ερυθρά Θάλασσα στα τέλη του 2023, διέκοψαν τη ναυσιπλοΐα στην περιοχή· τα πλοία άρχισαν να αποφεύγουν το Μπαμπ Ελ Μαντέμπ, με αποτέλεσμα οι διελεύσεις από τη διώρυγα του Σουέζ να μειωθούν από 2.068 σε 877, μεταξύ του Νοεμβρίου του 2023  και του Οκτωβρίου του 2024, σύμφωνα με την Lloyd’s List Intelligence. Νομικά, το στενό υπάγεται στη δικαιοδοσία τριών παράκτιων κρατών: της Υεμένης στα βορειοανατολικά και του Τζιμπουτί και της Ερυθραίας στα νοτιοδυτικά, χωρίς καμία χώρα να ασκεί πλήρη έλεγχο.

Στην πράξη, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα έχουν εγκαθιδρύσει στρατιωτική παρουσία στις ακτές του Τζιμπουτί, με τη Βάση Υποστήριξης του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού της Κίνας να βρίσκεται σε απόσταση περίπου 11 χιλιομέτρων από την αμερικανική βάση Camp Lemonnier, καθιστώντας το Μπαμπ Ελ Μαντέμπ τον μοναδικό πορθμό όπου οι δύο δυνάμεις ανταγωνίζονται για επιρροή σε τόσο κοντινή απόσταση. Το Camp Lemonnier αποτελεί τη μοναδική μόνιμη αμερικανική στρατιωτική βάση στην Αφρική και φιλοξενεί τη Συνδυασμένη Κοινή Δύναμη Κέρας της Αφρικής της AFRICOM, με περισσότερους από 5.000 στρατιωτικούς και πολιτικό προσωπικό.

Η βάση λειτουργεί ως πλατφόρμα για αποστολές καταπολέμησης της τρομοκρατίας και επιχειρήσεις αντιμετώπισης κρίσεων, συμπεριλαμβανομένης της εκκένωσης του προσωπικού της αμερικανικής πρεσβείας από το Σουδάν το 2023. Μια δεύτερη εγκατάσταση, το αεροδρόμιο Chabelley, ξεκίνησε να χρησιμοποιείται για τη λειτουργία αμερικανικών μη επανδρωμένων αεροσκαφών τον Σεπτέμβριο του 2013, αφού η κυβέρνηση του Τζιμπουτί ζήτησε από τις ΗΠΑ να μεταφέρουν τις επιχειρήσεις αυτές μακριά από το διεθνές αεροδρόμιο.

Το Camp Lemonnier λειτουργεί εντός μιας ευρύτερης στρατιωτικής αρχιτεκτονικής των ΗΠΑ στην περιοχή. Ο 5ος Στόλος των ΗΠΑ, με έδρα το Μπαχρέιν, διευθύνει ναυτικές επιχειρήσεις στον Περσικό Κόλπο, την Ερυθρά Θάλασσα και την Αραβική Θάλασσα. Η βάση στο Ντιέγκο Γκαρσία, στον κεντρικό Ινδικό Ωκεανό, παρέχει το απαραίτητο υλικοτεχνικό βάθος, προμηθεύοντας πλοία σε προκαθορισμένες θέσεις, καύσιμα και πυρομαχικά, που στηρίζουν τις προωθημένες επιχειρήσεις και στα δύο θέατρα επιχειρήσεων.

Η Βάση Υποστήριξης του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού (ΛΑΣ) της Κίνας στο Τζιμπουτί αποτελεί την πρώτη και μοναδική επίσημη υπερπόντια στρατιωτική εγκατάσταση της χώρας. Βρίσκεται δίπλα στο Camp Lemonnier, κοντά στο λιμάνι Ντοραλέχ που λειτουργεί από κινεζική εταιρεία, και κατασκευάστηκε το 2017. Οι ΗΠΑ είχαν μπλοκάρει τη δημιουργία ρωσικής βάσης στο Τζιμπουτί το 2014 και είχαν επενδύσει ένα δισεκατομμύριο δολάρια για την αναβάθμιση του Camp Lemonnier, αλλά αιφνιδιάστηκαν όταν το Τζιμπουτί ενέκρινε την κινεζική βάση δύο χρόνια αργότερα.

Στιγμιότυπο από την τελετή εγκαινίων της στρατιωτικής βάσης της Κίνας στο Τζιμπουτί, την 1η Αυγούστου 2017. (STR/AFP μέσω Getty Images)

 

Η εγγύτητα των δύο εγκαταστάσεων προκαλεί συνεχή ένταση. Τον Μάιο του 2018, η Πολεμική Αεροπορία των ΗΠΑ ανέφερε ότι στρατιωτικής ποιότητας λέιζερ είχαν στοχεύσει τα μάτια Αμερικανών πιλότων, με τα περιστατικά να προέρχονται από την κινεζική βάση. Το Πεκίνο αρνήθηκε την ευθύνη.

Οι δύο βάσεις αποτελούν ανταγωνιστικά σημεία στήριξης στο ίδιο στρατηγικό πέρασμα, αλλά δεν είναι ισοδύναμες ως προς τις δυνατότητες. Η κινεζική εγκατάσταση είναι μια βάση υποστήριξης σχεδιασμένη για υλικοτεχνική υποστήριξη, ανεφοδιασμό και εκκενώσεις αμάχων, όχι για μάχιμη ισχύ. Δεν διαθέτει ομάδα κρούσης αεροπλανοφόρου ούτε ανεξάρτητη ικανότητα προβολής ισχύος πέρα από την περίμετρό της.

Η ασυμμετρία γίνεται πιο εμφανής όταν εξετάζεται το ζήτημα της ενίσχυσης. Οποιαδήποτε κινεζική ναυτική δύναμη αποστέλλεται από την ηπειρωτική χώρα προς το Τζιμπουτί έχει μόνο δύο εναλλακτικές διαδρομές. Μπορεί να περάσει είτε από τα Στενά της Μαλάκκα, όπου οι ΗΠΑ έχουν τη δυνατότητα να την εμποδίσουν χάρη στην αμυντική τους συνεργασία με την Ινδονησία και της πρόσβασής τους στη ναυτική βάση Changi της Σιγκαπούρης. Η δεύτερη διαδρομή περνά από τις δυτικές ακτές της Αυστραλίας και μέσω του Ινδικού Ωκεανού, όπου τα μέσα του 5ου Στόλου των ΗΠΑ και το Ντιέγκο Γκαρσία συγκροτούν ένα δίκτυο υποστήριξης που η Κίνα δεν μπορεί να αναπαράγει.

Εν ολίγοις, δεν υπάρχει διαδρομή από την Κίνα προς το Τζιμπουτί που να μην διέρχεται από ή κοντά σε θαλάσσιες περιοχές υπό την επιρροή των ΗΠΑ. Σε περίπτωση σύγκρουσης, η κινεζική βάση στο Τζιμπουτί θα μπορούσε ουσιαστικά να απομονωθεί, αποκομμένη από ενισχύσεις, ανεφοδιασμό και αντικατάσταση πλοίων. Η Κίνα έχει επιδιώξει την ανάπτυξη ναυτικού ανοιχτής θαλάσσης, αλλά δεν την έχει επιτύχει σε διαρκή επιχειρησιακή βάση — δεν διαθέτει δεύτερη υπερπόντια βάση ικανή να στηρίξει παρατεταμένες ναυτικές επιχειρήσεις ούτε δόγμα ομάδας κρούσης αεροπλανοφόρου δοκιμασμένο σε συνθήκες μάχης.

Η κινεζική εγκατάσταση στο Τζιμπουτί αποτελεί, συνεπώς, μια προωθημένη σταθερή θέση χωρίς αυτοδύναμη εφοδιαστική αλυσίδα. Σε περίπτωση πολεμικής σύγκρουσης συνιστά μεν πλεονέκτημα, είναι ωστόσο ευάλωτη.

Η Κίνα έχει επιδιώξει μια μακροπρόθεσμη αντιστάθμιση μέσω αυτού που οι αναλυτές αποκαλούν «Αλυσίδα των Μαργαριταριών»: ένα δίκτυο συμφωνιών πρόσβασης σε λιμάνια σε όλο τον Ινδικό Ωκεανό, συμπεριλαμβανομένων του γκουαντάρ στο Πακιστάν, του Χαμπαντότα στη Σρι Λάνκα και τοποθεσιών που βρίσκονται υπό συζήτηση στη Βιρμανία (Μιανμάρ) και την Τανζανία. Καμία από αυτές δεν αποτελεί επιχειρησιακή στρατιωτική βάση, αλλά αντιπροσωπεύουν πιθανούς μελλοντικούς κόμβους ανεφοδιασμού που το Πεκίνο αναπτύσσει, αναγνωρίζοντας την ευπάθεια της βάσης του στο Τζιμπουτί.

Το Μπαμπ ελ Μαντέμπ αναδεικνύεται έτσι στο σημείο ασφυξίας όπου ο ανταγωνισμός ΗΠΑ–Κίνας είναι πιο άμεσος και συγκεντρωμένος, με τις δύο δυνάμεις να διατηρούν εγκαταστάσεις στην ίδια ακτογραμμή. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, ωστόσο, διατηρούν το ισχυρότερο πλεονέκτημα. Διαθέτουν μεγαλύτερη βάση, λειτουργικό δίκτυο υποστήριξης, ναυτική υπεροχή στην ανοιχτή θάλασσα και επιχειρησιακή εμπειρία στο συγκεκριμένο πέρασμα, που έχει συσσωρευθεί μέσα από δύο χρόνια επιχειρήσεων κατά των Χούθι. Η Κίνα, από την άλλη, κατέχει μια προωθημένη θέση, την οποία όμως δεν μπορεί να υποστηρίξει σε περίπτωση σύγκρουσης, αφού η σύνδεση γίνεται μέσα από θαλάσσιες οδούς τις οποίες οι ΗΠΑ μπορούν να πλήξουν.

Οι απόψεις που εκφράζονται στο παρόν αποτελούν προσωπικές απόψεις του συγγραφέα και δεν αντανακλούν απαραίτητα τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.

Πετρέλαιο: H αγορά δεν κοιτά πια μόνο την τιμή, αλλά ποιος μπορεί να παραδώσει

Η αγορά πετρελαίου έχει μπει σε μια νέα φάση. Το ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο αν το brent ανεβαίνει ή αν το WTI ακολουθεί. Το πραγματικό ερώτημα είναι ποιος έχει διαθέσιμα βαρέλια, από ποια διαδρομή μπορούν να φύγουν, ποιο διυλιστήριο μπορεί να τα επεξεργαστεί και πόσο γρήγορα θα φτάσουν τα τελικά προϊόντα — ντίζελ, βενζίνη και αεροπορικά καύσιμα — στην πραγματική οικονομία. Το παιχνίδι δεν παίζεται μόνο στο αργό πετρέλαιο, αλλά στη φυσική αγορά, στη διύλιση και στα προϊόντα που τελικά κινούν μεταφορές, εμπόριο, βιομηχανία και τουρισμό.

Η ένταση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ δεν είναι ένα ακόμη γεωπολιτικό επεισόδιο που απλώς προσθέτει ένα «ασφάλιστρο κινδύνου» στην τιμή. Τα Στενά αποτελούν έναν από τους πιο κρίσιμους διαδρόμους του παγκόσμιου πετρελαίου. Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας, το 2025 περνούσαν από εκεί κατά μέσο όρο περίπου 20 εκατ. βαρέλια αργού και πετρελαϊκών προϊόντων την ημέρα, δηλαδή περίπου το ένα τέταρτο του θαλάσσιου εμπορίου πετρελαίου. Με τόσο μεγάλο όγκο συγκεντρωμένο σε ένα τόσο στενό πέρασμα, ακόμη και μερικός περιορισμός της κυκλοφορίας δεν είναι απλή καθυστέρηση· είναι διαταραχή στην καρδιά της εφοδιαστικής αλυσίδας.

Γι’ αυτό και η σημερινή αναστάτωση δεν μοιάζει με τις συνηθισμένες πετρελαϊκές κρίσεις. Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας ανέφερε στην έκθεση Απριλίου 2026 ότι η παγκόσμια προσφορά πετρελαίου υποχώρησε τον Μάρτιο κατά 10,1 εκατ. βαρέλια την ημέρα, στα 97 εκατ. βαρέλια, εξαιτίας επιθέσεων σε ενεργειακές υποδομές και περιορισμών στη μετακίνηση δεξαμενόπλοιων μέσω των Στενών. Στην ίδια έκθεση καταγράφεται ότι οι ροές μέσω Ορμούζ στις αρχές Απριλίου είχαν περιοριστεί περίπου στα 3,8 εκατ. βαρέλια την ημέρα, από πάνω από 20 εκατ. βαρέλια τον Φεβρουάριο πριν από την κρίση.

Αυτό εξηγεί γιατί οι αγορές αντιδρούν τόσο έντονα. Δεν τιμολογούν μόνο τον φόβο. Τιμολογούν τη δυσκολία να βρεθεί αντικατάσταση για φορτία που έχουν εγκλωβιστεί, καθυστερούν ή δεν μπορούν να φορτωθούν. Όταν το πετρέλαιο υπάρχει στα χαρτιά αλλά δεν κινείται, η χρηματιστηριακή τιμή λέει μόνο τη μισή αλήθεια. Η άλλη μισή βρίσκεται στα premium της φυσικής αγοράς, στις ασφαλίσεις των πλοίων, στη διαθεσιμότητα δεξαμενόπλοιων, στις εναλλακτικές διαδρομές και στο αν τα διυλιστήρια μπορούν να βρουν το σωστό είδος αργού για τις μονάδες τους.

Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη αλλαγή. Η αγορά μετατοπίζει το βάρος από το «πόσο κάνει το βαρέλι» στο «ποιος μπορεί να το παραδώσει». Αυτό δίνει πλεονέκτημα σε παραγωγούς και εμπορικά δίκτυα που θεωρούνται πιο ασφαλή, πιο προσβάσιμα και λιγότερο εκτεθειμένα σε κλειστά περάσματα. Δεν σημαίνει ότι κάποιος «κερδίζει» καθαρά. Σημαίνει όμως ότι η προσβασιμότητα μετατρέπεται σε αξία. Σε μια τέτοια αγορά, ένα βαρέλι που βρίσκεται πιο μακριά αλλά μπορεί να παραδοθεί με βεβαιότητα μπορεί να αξίζει περισσότερο από ένα βαρέλι που είναι φθηνότερο αλλά εγκλωβισμένο.

Η πίεση δεν σταματά στο αργό. Περνά γρήγορα στη διύλιση. Ο IEA αναφέρει ότι τα διυλιστήρια στη Μέση Ανατολή και σε τμήματα της Ασίας που αντιμετωπίζουν έλλειψη πρώτης ύλης περιόρισαν τον Απρίλιο τη λειτουργία τους κατά περίπου 6 εκατ. βαρέλια την ημέρα. Παράλληλα, τα περιθώρια διύλισης εκτινάχθηκαν, με τα μεσαία αποστάγματα — την κατηγορία όπου ανήκουν κυρίως το ντίζελ και τα αεροπορικά καύσιμα — να φτάνουν σε ιστορικά υψηλά επίπεδα. Αυτό είναι κρίσιμο, διότι το ντίζελ δεν είναι απλώς ένα καύσιμο για Ι.Χ. Είναι καύσιμο φορτηγών, μηχανημάτων, εφοδιαστικών αλυσίδων και παραγωγής. Τα αεροπορικά καύσιμα, από την άλλη, επηρεάζουν απευθείας μετακινήσεις, αερομεταφορές και τουρισμό.

Με άλλα λόγια, η ακρίβεια δεν μένει στο χρηματιστήριο. Μεταφέρεται στην αντλία, στο φορτηγό, στο εισιτήριο, στο κόστος μεταφοράς και τελικά στο ράφι. Η αμερικανική Υπηρεσία Πληροφοριών Ενέργειας προέβλεψε στην έκθεση Απριλίου ότι οι υψηλότερες τιμές αργού θα οδηγήσουν σε υψηλότερες τιμές βενζίνης και ντίζελ, με το ντίζελ να παραμένει ιδιαίτερα αυξημένο λόγω στενών παγκόσμιων προμηθειών και χαμηλότερων αμερικανικών αποθεμάτων σε σχέση με τον μέσο όρο πενταετίας.

Το Ιράν, η Ρωσία, οι ΗΠΑ, οι μεγάλοι παραγωγοί, οι ναυλωτές, τα διυλιστήρια και οι καταναλωτές δεν βρίσκονται όλοι στην ίδια θέση. Ένας παραγωγός μπορεί να βλέπει υψηλότερη ονομαστική τιμή, αλλά να χάνει όγκο εξαγωγών. Ένας άλλος μπορεί να διαθέτει πιο ασφαλή διαδρομή, αλλά να πληρώνει πολιτικό ή πληθωριστικό κόστος. Μια χώρα μπορεί να έχει περισσότερη παραγωγή, αλλά ο πολίτης της να πληρώνει ακριβότερα καύσιμα επειδή η αγορά πετρελαίου παραμένει παγκόσμια. Η ΕΙΑ εκτιμά ότι η παραγωγή αργού στις ΗΠΑ παραμένει πολύ υψηλή, στα 13,5 εκατ. βαρέλια την ημέρα για το 2026, όμως αυτό δεν ακυρώνει την επίδραση των διεθνών τιμών στον τελικό καταναλωτή.

Η Ρωσία είναι ειδική περίπτωση. Οι κυρώσεις μετά την εισβολή στην Ουκρανία άλλαξαν τις ροές του ρωσικού πετρελαίου, σπρώχνοντας μεγαλύτερο μέρος των εξαγωγών προς την Ασία. Η ΕΙΑ έχει καταγράψει ότι οι ρωσικές εξαγωγές αργού μειώθηκαν συγκρατημένα μετά το 2022, αλλά οι προορισμοί τους άλλαξαν βαθιά, με την Ευρώπη να υποχωρεί ως αγοραστής και την Ασία να απορροφά μεγαλύτερους όγκους. Αυτό δείχνει ότι η αγορά δεν εξαφανίζει εύκολα τα βαρέλια· τα αναδρομολογεί, συχνά με εκπτώσεις, με μεγαλύτερο ρίσκο και με πιο σύνθετες εμπορικές διαδρομές.

Στις ΗΠΑ, η εικόνα είναι διαφορετική αλλά όχι ανέφελη. Η μεγάλη εγχώρια παραγωγή προσφέρει στρατηγικό βάθος και μικρότερη άμεση εξάρτηση από τον Περσικό Κόλπο σε σχέση με το παρελθόν, όμως η αμερικανική αγορά δεν είναι απομονωμένη από τον υπόλοιπο κόσμο. Όταν το Brent ανεβαίνει, όταν το ντίζελ σφίγγει και όταν η φυσική αγορά πληρώνει premium για σίγουρα φορτία, η πίεση φτάνει και στον Αμερικανό καταναλωτή. Η ΕΙΑ προέβλεψε ότι το brent θα κορυφωθεί στο δεύτερο τρίμηνο του 2026 γύρω στα 115 δολάρια το βαρέλι, υπό την προϋπόθεση ότι η κρίση δεν θα παραταθεί και ότι η κυκλοφορία στα Στενά θα επανέλθει σταδιακά.

Οι τελευταίες κινήσεις των τιμών επιβεβαιώνουν αυτή την ευαισθησία. Στις 4 Μαΐου 2026, το brent έκλεισε πάνω από τα 114 δολάρια το βαρέλι και το WTI πάνω από τα 106 δολάρια, μετά από νέα ένταση που επανέφερε τον φόβο περαιτέρω διαταραχών στην προσφορά. Την επόμενη ημέρα οι τιμές υποχώρησαν ελαφρώς, αλλά παρέμειναν σε υψηλά επίπεδα, ένδειξη ότι η αγορά δεν έχει ηρεμήσει· απλώς ανατιμολογεί κάθε νέα πληροφορία από τη Μέση Ανατολή.

Το κρίσιμο συμπέρασμα είναι ότι η αγορά πετρελαίου πράγματι αλλάζει. Όχι επειδή το πετρέλαιο έγινε ξαφνικά πιο σημαντικό — πάντα ήταν. Αλλά επειδή επιστρέφει στο προσκήνιο η παλιά, σκληρή αλήθεια της ενέργειας: η τιμή έχει σημασία, όμως η φυσική διαθεσιμότητα έχει μεγαλύτερη. Τα αποθέματα μπορούν να αγοράσουν χρόνο, όχι να λύσουν μόνιμα το πρόβλημα. Οι εναλλακτικές διαδρομές μπορούν να μειώσουν την πίεση, όχι να αντικαταστήσουν πλήρως τα Στενά του Ορμούζ. Και τα διυλιστήρια μπορούν να προσαρμοστούν, αλλά όχι από τη μια μέρα στην άλλη.

Οι απόψεις που διατυπώνονται στο παρόν άρθρο δεν αντικατοπτρίζουν κατ’ ανάγκην τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.

Η Ανατολική Μεσόγειος γίνεται το νέο κέντρο βάρους: Η Ελλάδα μέσα στην αμερικανική αναδιάταξη

Η εικόνα που σχηματίζεται δεν είναι μια απλή μετακίνηση στρατευμάτων ούτε μια συγκυριακή διπλωματική προσέγγιση. Είναι κάτι ευρύτερο: η Ανατολική Μεσόγειος παύει σταδιακά να αντιμετωπίζεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες ως περιφερειακός χώρος και μετατρέπεται σε κεντρικό κόμβο ασφάλειας, ενέργειας, εμπορίου, τεχνολογίας και στρατιωτικής προβολής ισχύος. Στο πλαίσιο αυτής της μετατόπισης, η Ελλάδα και η Κύπρος αποκτούν βάρος πολύ μεγαλύτερο από το γεωγραφικό τους μέγεθος, γιατί βρίσκονται ακριβώς στο σημείο όπου συναντώνται η Ευρώπη, η Μέση Ανατολή, η Βόρεια Αφρική, ο Εύξεινος Πόντος και οι νέοι διάδρομοι προς την Ινδία και τον Ινδο-Ειρηνικό.

Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι αυτή η αναδιάταξη δεν μένει στο επίπεδο των δηλώσεων. Στο αμερικανικό Κογκρέσο έχει αποκτήσει πλέον θεσμική μορφή η ιδέα ότι η Ανατολική Μεσόγειος πρέπει να αναβαθμιστεί σε στρατηγική προτεραιότητα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Η πρωτοβουλία Eastern Mediterranean Gateway Act συνδέει ευθέως την περιοχή με τον διάδρομο Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης, με λιμάνια, ψηφιακούς διαδρόμους, ενεργειακές ροές, εφοδιαστικές αλυσίδες και στρατηγικές υποδομές. Δεν πρόκειται μόνο για άμυνα. Πρόκειται για ένα νέο πλέγμα ισχύος, όπου οι πολιτικές υποδομές, οι ενεργειακές διασυνδέσεις, τα καλώδια, τα logistics και οι βάσεις λειτουργούν ως ενιαίο σύστημα.

Η Ελλάδα βρίσκεται στον πυρήνα αυτού του συστήματος για τρεις λόγους. Πρώτον, λόγω θέσης. Δεύτερον, λόγω υποδομών. Τρίτον, λόγω της ήδη υπάρχουσας αμυντικής σχέσης με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η Σούδα, η Αλεξανδρούπολη, η Λάρισα, το Στεφανοβίκειο και το ευρύτερο δίκτυο εγκαταστάσεων που εντάσσονται στην ελληνοαμερικανική αμυντική συνεργασία έχουν μετατρέψει τη χώρα σε κόμβο υποστήριξης επιχειρήσεων προς τη Μαύρη Θάλασσα, τη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Ευρώπη. Η Αλεξανδρούπολη ειδικά έχει αποκτήσει διπλή αξία: στρατιωτική, ως πύλη προς το ανατολικό σκέλος του ΝΑΤΟ, και ενεργειακή, ως κόμβος LNG και διασυνδέσεων προς τα Βαλκάνια και την Κεντρική Ευρώπη.

Η νέα αμερικανική ανάγνωση της περιοχής στηρίζεται σε μια απλή διαπίστωση: οι παλιές βεβαιότητες της Ευρώπης δεν αρκούν πλέον. Η Γερμανία παραμένει κρίσιμη χώρα, αλλά δεν είναι πια το αδιαμφισβήτητο κέντρο βάρους της αμερικανικής παρουσίας στην Ευρώπη. Η απόφαση των ΗΠΑ να αποσύρουν περίπου 5.000 στρατιώτες από τη Γερμανία μέσα στους επόμενους μήνες λειτουργεί ως πολιτικό και στρατηγικό σήμα. Δεν σημαίνει ότι η Γερμανία παύει να έχει σημασία. Σημαίνει ότι η αμερικανική στρατηγική δεν θα εξαρτάται μονοδιάστατα από τη γερμανική ενδοχώρα, αλλά θα αναζητά ευέλικτα σημεία προβολής ισχύος σε περιοχές όπου διασταυρώνονται οι νέες κρίσεις.

Ο πόλεμος με το Ιράν και η ένταση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ επιτάχυναν αυτή τη διαδικασία. Η Ουάσιγκτον είδε για μία ακόμη φορά ότι η ενεργειακή ασφάλεια, η ναυσιπλοΐα, οι αεροπορικές επιχειρήσεις, η προστασία των συμμάχων στον Κόλπο και η πρόσβαση στη Μέση Ανατολή δεν μπορούν να στηρίζονται μόνο σε παραδοσιακές βάσεις ή σε κράτη που πολιτικά διστάζουν. Η Ανατολική Μεσόγειος προσφέρει εναλλακτικό βάθος: Κρήτη, Κύπρος, Ισραήλ, Ελλάδα, Ερυθρά Θάλασσα, Αραβικός Κόλπος και Ινδία μπορούν να συνδεθούν σε μια νέα αλυσίδα στρατηγικής συνέχειας.

Σε αυτό το πλαίσιο, το σχήμα Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ με τις Ηνωμένες Πολιτείες, το γνωστό 3+1, αποκτά πολύ πιο πρακτικό περιεχόμενο. Δεν είναι πλέον απλώς ένα διπλωματικό φόρουμ. Μετατρέπεται σε πλατφόρμα ενεργειακής ασφάλειας, θαλάσσιας επιτήρησης, αντιτρομοκρατικής συνεργασίας, προστασίας υποδομών και τεχνολογικής διασύνδεσης. Η αμερικανική νομοθετική πρωτοβουλία για την αντιτρομοκρατική και ναυτική συνεργασία στο 3+1 προβλέπει μηχανισμούς εκπαίδευσης και υποδομές με αναφορά στη Σούδα και στο κυπριακό CYCLOPS, δείχνοντας ότι η ασφάλεια της περιοχής οργανώνεται πλέον με μόνιμα εργαλεία και όχι μόνο με ασκήσεις ή περιστασιακές συναντήσεις.

Ο διάδρομος Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης (IMEC) είναι το οικονομικό και τεχνολογικό υπόβαθρο αυτής της μετατόπισης. Η αρχική συμφωνία του 2023 προέβλεπε σιδηροδρομικές και θαλάσσιες συνδέσεις, ενεργειακά δίκτυα, τηλεπικοινωνίες και υποθαλάσσια καλώδια που θα ενώνουν την Ινδία με τον Κόλπο, τη Μέση Ανατολή και την Ευρώπη. Για την Ελλάδα, αυτό σημαίνει ότι η γεωγραφία της μπορεί να αποκτήσει ξανά αξία ως πύλη εισόδου στην Ευρώπη, όχι μόνο για εμπορεύματα αλλά και για δεδομένα, ενέργεια και ασφάλεια.

Η Τουρκία αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο αυτής της αρχιτεκτονικής, γιατί το βασικό της πρόβλημα δεν είναι απλώς ότι κάποιοι διάδρομοι την παρακάμπτουν. Είναι ότι η παράκαμψη αυτή μειώνει το στρατηγικό της μονοπώλιο. Για δεκαετίες η Άγκυρα επένδυε στην ιδέα ότι καμία σοβαρή δυτική πολιτική προς τη Μέση Ανατολή, τον Καύκασο, την Κεντρική Ασία ή τη Μαύρη Θάλασσα δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την Τουρκία. Τώρα εμφανίζονται εναλλακτικές: Ελλάδα–Κύπρος–Ισραήλ, Ινδία–Κόλπος–Ανατολική Μεσόγειος, κάθετοι ενεργειακοί διάδρομοι στα Βαλκάνια και νέες θαλάσσιες αλυσίδες μέσω ελληνικών λιμανιών. Η τουρκική απάντηση είναι η προώθηση εναλλακτικών διαδρομών μέσω Ιράκ, Συρίας, Ιορδανίας και Τουρκίας, όμως αυτές οι διαδρομές σκοντάφτουν σε ζητήματα ασφάλειας, χρηματοδότησης και πολιτικής σταθερότητας.

H στάση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων προσθέτει ένα ακόμη κομμάτι στο παζλ. Η απόφαση των Εμιράτων να αποχωρήσουν από τον ΟΠΕΚ και τον ΟΠΕΚ+ από την 1η Μαΐου 2026 δεν είναι μόνο ενεργειακή κίνηση. Είναι και γεωπολιτικό μήνυμα. Τα Εμιράτα επιδιώκουν μεγαλύτερη ελευθερία στην παραγωγή τους, αλλά ταυτόχρονα δείχνουν ότι θέλουν να κινηθούν πιο καθαρά μέσα σε ένα δυτικότροπο πλαίσιο ασφάλειας, με έμφαση στην ελευθερία ναυσιπλοΐας, την αποτροπή του Ιράν και τη στενότερη σύνδεση με ΗΠΑ, Ισραήλ, Ελλάδα, Κύπρο και Ινδία.

Εδώ βρίσκεται και η μεγαλύτερη στρατηγική ευκαιρία για την Ελλάδα. Η χώρα δεν πρέπει να δει την αμερικανική αναδιάταξη στενά, σαν θέμα «βάσεων». Οι βάσεις είναι μόνο το ορατό μέρος. Το πραγματικό πεδίο είναι η δημιουργία αλυσίδων αλληλεξάρτησης: ενέργεια, λιμάνια, ναυπηγεία, αμυντική βιομηχανία, κυβερνοασφάλεια, δορυφορικές επικοινωνίες, τεχνητή νοημοσύνη, εκπαίδευση στελεχών, κέντρα επιτήρησης, μη επανδρωμένα, logistics και προστασία κρίσιμων υποδομών. Αν η Ελλάδα περιοριστεί στο να προσφέρει έδαφος, θα χάσει το μεγαλύτερο μέρος της αξίας. Αν όμως μετατρέψει την παρουσία των συμμάχων σε επενδύσεις, τεχνογνωσία, βιομηχανική συμμετοχή και μόνιμες υποδομές, τότε μπορεί να αλλάξει κατηγορία.

Η τεχνολογική διάσταση δεν είναι δευτερεύουσα. Η συζήτηση για εγκατάσταση δορυφορικού κόμβου Starlink στην Πρέβεζα, με στόχο την εξυπηρέτηση της ευρύτερης περιοχής των Βαλκανίων και της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, δείχνει ακριβώς αυτή την πλευρά της νέας αρχιτεκτονικής. Όταν μια χώρα γίνεται κόμβος επικοινωνιών, δεδομένων και δορυφορικών υπηρεσιών, δεν είναι απλώς «χώρος διέλευσης». Αποκτά ρόλο σε υποδομές που έχουν πολιτική, οικονομική και στρατιωτική σημασία.

Η Γαλλία παραμένει ξεχωριστή περίπτωση μέσα σε αυτή την ευρωπαϊκή αναδιάταξη. Δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί όπως η Γερμανία ή η Ισπανία, γιατί είναι ναυτική, πυρηνική και μεσογειακή δύναμη. Για την Ελλάδα, η γαλλική σχέση είναι συμπληρωματική της αμερικανικής, όχι ανταγωνιστική. Η ελληνογαλλική στρατηγική εταιρική σχέση με ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής προσφέρει ευρωπαϊκό βάθος στην ελληνική ασφάλεια, ενώ η αμερικανική σχέση προσφέρει παγκόσμια ισχύ και πρόσβαση σε τεχνολογία, πληροφορίες και επιχειρησιακή υποστήριξη. Το ελληνικό συμφέρον είναι να μην επιλέξει μονοδιάστατα, αλλά να χτίσει τριπλή αρχιτεκτονική: ατλαντική με τις ΗΠΑ, ευρωπαϊκή με τη Γαλλία και περιφερειακή με το Ισραήλ και την Κύπρο.

Το Ισραήλ είναι ο κρίσιμος περιφερειακός εταίρος γιατί διαθέτει αυτό που χρειάζεται η Ελλάδα αλλά δεν έχει ακόμη σε επάρκεια: τεχνολογικό βάθος, επιχειρησιακή εμπειρία, αντιπυραυλική τεχνογνωσία, πληροφοριακά δίκτυα και ικανότητα γρήγορης προσαρμογής. Η συνεργασία Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ δεν είναι ιδεολογικό σχήμα. Είναι πρακτική απάντηση σε ένα περιβάλλον όπου η Τουρκία διεκδικεί ρόλο ηγεμονικής δύναμης, το Ιράν χρησιμοποιεί δίκτυα πληρεξουσίων και η Ανατολική Μεσόγειος μετατρέπεται σε ενιαίο χώρο κρίσεων. Το ίδιο το Ισραήλ, παρά τις πιέσεις, επεκτείνει τις συνεργασίες του και στα Βαλκάνια, όπως δείχνει η ενίσχυση των αμυντικών δεσμών με τη Σερβία.

Η Σερβία αξίζει προσοχής γιατί βρίσκεται πάνω στη βαλκανική ενδοχώρα που συνδέει την Ελλάδα με την Κεντρική Ευρώπη. Αν η Ελλάδα θέλει να λειτουργήσει ως νότια πύλη μιας νέας δυτικής αρχιτεκτονικής, δεν αρκεί να κοιτάζει μόνο το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Πρέπει να κοιτάζει και τον βαλκανικό άξονα: Σερβία, Βουλγαρία, Ρουμανία, Βόρεια Μακεδονία, Μαυροβούνιο, Αδριατική. Η γεωπολιτική αξία ενός λιμανιού ή ενός ενεργειακού κόμβου πολλαπλασιάζεται όταν συνδέεται με ενδοχώρα. Γι’ αυτό η Αλεξανδρούπολη, η Θεσσαλονίκη, η Καβάλα, ο Βόλος, η Πάτρα και η Ηγουμενίτσα δεν είναι απλώς ελληνικά λιμάνια. Είναι κρίκοι ενός δυνητικού ευρωμεσογειακού δικτύου.

Το μέτωπο της Αφρικής κάνει αυτή την εικόνα ακόμη πιο πιεστική. Η αστάθεια στο Σαχέλ, η άνοδος τζιχαντιστικών οργανώσεων, οι επιθέσεις στο Μάλι και η επέκταση της βίας προς βορρά δημιουργούν ένα δεύτερο τόξο πίεσης προς τη Μεσόγειο. Η Ευρώπη συχνά αντιμετωπίζει την Αφρική σαν μακρινό πρόβλημα, αλλά η πραγματικότητα είναι ότι η αστάθεια στο Σαχέλ μεταφράζεται σε τρομοκρατικά δίκτυα, μεταναστευτικές πιέσεις, ενεργειακή ανασφάλεια και ρωγμές στη νότια ευρωπαϊκή περιφέρεια. Σε αυτό το περιβάλλον, η Κρήτη, η Κύπρος και η Ανατολική Μεσόγειος αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη αξία ως χώροι επιτήρησης, υποστήριξης και ανάσχεσης.

Η μεγάλη εικόνα, λοιπόν, είναι καθαρή: οι Ηνωμένες Πολιτείες αναπροσαρμόζουν τις προτεραιότητές τους, όχι εγκαταλείποντας την Ευρώπη, αλλά αλλάζοντας το εσωτερικό της βάρος. Η παλιά Ευρώπη δεν εξαφανίζεται, όμως δεν μονοπωλεί πλέον την αμερικανική στρατηγική σκέψη. Το κέντρο βάρους μετατοπίζεται προς τους χώρους όπου κρίνονται η ενέργεια, οι θαλάσσιες οδοί, οι εφοδιαστικές αλυσίδες, η αναχαίτιση του Ιράν, η πίεση προς την Τουρκία, η ασφάλεια του Ισραήλ, η πρόσβαση στην Ινδία και η σταθερότητα της νότιας πτέρυγας του ΝΑΤΟ.

Για την Ελλάδα, αυτό είναι παράθυρο ισχύος. Όχι εγγύηση. Παράθυρο. Οι διεθνείς σχέσεις δεν λειτουργούν με μόνιμες φιλίες, αλλά με συμφέροντα που πρέπει να μετατρέπονται σε δομές. Αν η Ελλάδα αξιοποιήσει τη συγκυρία μόνο ρητορικά, θα μείνει με τίτλους και φωτογραφίες. Αν όμως κινηθεί θεσμικά, βιομηχανικά και στρατηγικά, μπορεί να κλειδώσει νέα δεδομένα: αμερικανικές και ευρωπαϊκές επενδύσεις σε υποδομές, ισραηλινή τεχνολογία, γαλλική αμυντική κάλυψη, εμιρατινά κεφάλαια, κυπριακό συντονισμό και βαλκανικό βάθος.

Η αναδιάταξη της Ευρώπης δεν θα γίνει με μία απόφαση ούτε με μία κρίση. Θα γίνει σταδιακά, μέσα από βάσεις, νόμους, διαδρόμους, λιμάνια, καλώδια, ασκήσεις, συμφωνίες, ενεργειακές ροές και περιφερειακές συνεργασίες. Και σε αυτή τη διαδικασία, η Ελλάδα έχει μπροστά της τη σπάνια δυνατότητα να περάσει από το περιθώριο στο κέντρο. Το ερώτημα δεν είναι αν οι άλλοι τη χρειάζονται. Το ερώτημα είναι αν η ίδια θα οργανωθεί ώστε να καταστήσει αυτή την ανάγκη μόνιμο στρατηγικό κεκτημένο.

Οι απόψεις που διατυπώνονται στο παρόν άρθρο δεν αντικατοπτρίζουν κατ’ ανάγκην τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.

Η κρίση γύρω από τον Αραγτσί και η αναμέτρηση για τον έλεγχο του ιρανικού κράτους

Μέχρι τις 4 Μαΐου 2026, η υπόθεση του Αμπάς Αραγτσί δεν διαβάζεται απλώς ως μια διαφωνία προσώπων στο εσωτερικό της κυβέρνησης της Τεχεράνης. Οι αναφορές της 30ής Απριλίου, ότι ο πρόεδρος Μασούντ Πεζεσκιάν και ο πρόεδρος της Βουλής Μοχάμεντ Μπαγκέρ Γκαλιμπάφ επιδιώκουν την απομάκρυνσή του, ήρθαν αμέσως μετά τον πρώτο γύρο των συνομιλιών στο Ισλαμαμπάντ στις 11-12 Απριλίου, στις οποίες το ίδιο το Πακιστάν ευχαρίστησε την ιρανική ηγεσία για την αποστολή αντιπροσωπείας με επικεφαλής τον Γκαλιμπάφ και με συμμετοχή του Αραγτσί. Δηλαδή, ο υπουργός Εξωτερικών βρέθηκε ταυτόχρονα στο προσκήνιο της διπλωματίας και στο στόχαστρο της εσωτερικής εξουσίας.

Η χρονική σύμπτωση έχει βαρύτητα επειδή το εξωτερικό μέτωπο παραμένει ενεργό και εύθραυστο. Την 1η Μαΐου, ο Ντόναλντ Τραμπ απέρριψε τη νεότερη ιρανική πρόταση για τερματισμό του πολέμου, μίλησε για «διχασμένη» και «ασύνδετη» ηγεσία στην Τεχεράνη και ξεκαθάρισε ότι οι επαφές συνεχίζονται τηλεφωνικά, έπειτα από την ακύρωση αποστολής Αμερικανών απεσταλμένων στο Πακιστάν. Άρα η συζήτηση για τον Αραγτσί δεν γίνεται σε μεταπολεμικό κενό, αλλά στο κέντρο μιας ακόμη ανοιχτής διαπραγμάτευσης με τις ΗΠΑ.

Η κρίση ξεκινά από το ποιος κρατά την εντολή

Το βαθύτερο νόημα της σύγκρουσης είναι θεσμικό και όχι προσωπικό. Η σημερινή ιρανική εικόνα είναι μεταχαμενεϊκή: μετά τον θάνατο του Αλί Χαμενεΐ στον πόλεμο, ο Μοτσταμπά Χαμενεΐ βρίσκεται τυπικά στην κορυφή, αλλά η αποτύπωση της περιόδου δείχνει ότι το επιχειρησιακό βάρος έχει μετακινηθεί σε έναν στενότερο πυρήνα γύρω από το γραφείο του ηγέτη, το Ανώτατο Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας και τους Φρουρούς της Επανάστασης, οι οποίοι πλέον κυριαρχούν όχι μόνο στη στρατιωτική στρατηγική αλλά και σε κομβικές πολιτικές αποφάσεις.

Αυτό έχει σημασία επειδή το Ανώτατο Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας δεν είναι μια περιφερειακή δομή, αλλά ο κεντρικός κόμβος όπου συναντιούνται προεδρία, κοινοβούλιο, στρατιωτική ηγεσία, υπουργείο Εξωτερικών, υπηρεσίες ασφαλείας και εκπρόσωποι του ανώτατου ηγέτη. Το Συμβούλιο προεδρεύεται από τον πρόεδρο και περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τον πρόεδρο της Βουλής, τον υπουργό Εξωτερικών και τους στρατιωτικούς επικεφαλής. Με άλλα λόγια, όταν ο Πεζεσκιάν, ο Γκαλιμπάφ, ο Αραγτσί και ο Βαχίντι βρίσκονται σε τριβή, η διαμάχη δεν εκτυλίσσεται στην περιφέρεια του συστήματος· εκτυλίσσεται στον ίδιο τον πυρήνα του.

Ο Γκαλιμπάφ από αρχιδιαπραγματευτής σε εσωτερικό παίκτη ισορροπίας

Ο Γκαλιμπάφ είναι το κλειδί για να καταλάβει κανείς αυτήν τη μετατόπιση. Στις αρχές Απριλίου είχε αναδειχθεί σε κεντρικό διαπραγματευτή της Τεχεράνης με την Ουάσιγκτον, ακριβώς επειδή συνδύαζε τρεις ιδιότητες: είναι κοινοβουλευτικός θεσμός, πρώην στέλεχος των Φρουρών και άνθρωπος που μπορούσε να δώσει σήμα συνοχής σε πολλαπλά κέντρα του καθεστώτος. Γι’ αυτό και στη διεθνή κάλυψη των συνομιλιών του Ισλαμαμπάντ εμφανίστηκε ως ο βασικός «μεταφραστής» του ιρανικού συστήματος προς τα έξω.

Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι ότι ο Γκαλιμπάφ δεν βρέθηκε απέναντι στις συνομιλίες, αλλά τις υπερασπίστηκε δημόσια. Σε τηλεοπτική του εμφάνιση παρουσίασε τη διπλωματία ως συνέχεια της σύγκρουσης με άλλα μέσα, την ώρα που δεχόταν σφοδρή επίθεση από ακραίους κύκλους που τον κατηγορούσαν για «προδοσία». Λίγες ημέρες αργότερα, 261 βουλευτές στήριξαν κοινοβουλευτικά την ομάδα των διαπραγματευτών, ενώ βουλευτές που συνδέονται με το στρατόπεδο του Σαΐντ Τζαλίλι αρνήθηκαν να υπογράψουν. Η ρωγμή, λοιπόν, δεν περνά μόνο ανάμεσα σε «πολιτικούς» και «Φρουρούς», αλλά και μέσα στο ίδιο το σκληρό στρατόπεδο.

Ο Αραγτσί ως σημείο σύγκρουσης

Ο Αραγτσί βρίσκεται σήμερα στο μάτι του κυκλώνα επειδή πάνω του συναντιούνται όλες οι αντιφάσεις του συστήματος. Από τη μία πλευρά, οι διαρροές της 30ής Απριλίου τον εμφανίζουν να κινείται σε πλήρη συντονισμό με τον Αχμάντ Βαχίντι, τον σημερινό διοικητή των Φρουρών της Επανάστασης, και χωρίς επαρκή ενημέρωση του Πεζεσκιάν. Από την άλλη, ο ίδιος παραμένει το διεθνώς αναγνωρίσιμο πρόσωπο της ιρανικής διπλωματίας, αυτός που μιλά σε πρωτεύουσες, μεσολαβητές και ξένους υπουργούς. Έτσι, ο Αραγτσί δεν λειτουργεί τόσο ως αιτία της κρίσης όσο ως το σημείο όπου αποκαλύπτεται ποιος δίνει τελικά τη γραμμή.

Το ενδιαφέρον είναι ότι η σύγκρουση δεν φαίνεται να αφορά καν το αν πρέπει να υπάρξει διαπραγμάτευση, αλλά ποιος θα ορίζει το περιεχόμενο και τη σειρά των θεμάτων. Στις 24 Απριλίου, δημοσιεύτηκε ότι ο Γκαλιμπάφ αποχώρησε από την ηγεσία της διαπραγματευτικής ομάδας έπειτα από επίπληξη, επειδή προσπάθησε να συμπεριλάβει το πυρηνικό ζήτημα στις συνομιλίες με την Ουάσιγκτον. Επιπλέον, μία ημέρα νωρίτερα είχαν υπάρξει αναφορές ότι ένα ταξίδι ιρανικής αντιπροσωπείας στο Ισλαμαμπάντ μπλοκαρίστηκε την τελευταία στιγμή από μήνυμα του στενού κύκλου του Μοτσταμπά Χαμενεΐ, που απέκλειε τη συζήτηση του πυρηνικού. Όμως η επίσημη ιρανική γραμμή, ήδη από τις 12 Απριλίου, έλεγε ότι στο Ισλαμαμπάντ συζητήθηκαν μαζί το Ορμούζ, το πυρηνικό, οι πολεμικές επανορθώσεις, οι κυρώσεις και ο τερματισμός του πολέμου. Το πραγματικό ρήγμα, επομένως, δεν φαίνεται να είναι αν το πυρηνικό συζητείται, αλλά ποιος έχει το δικαίωμα να το ανοίγει, να το παγώνει και να το ιεραρχεί.

Πακιστάν, Ορμούζ και πυρηνικό ως τριπλό μέτωπο τριβής

Η επίσημη ιρανική γραμμή δεν είναι μια απλή άρνηση διαλόγου. Ο Πεζεσκιάν έχει δηλώσει ότι η Τεχεράνη δεν θα μπει σε «επιβεβλημένες» συνομιλίες υπό πίεση, απειλή και αποκλεισμό, αλλά παραμένει ανοιχτή σε μια λογική και σεβαστή οδό επίλυσης διαφορών. Παράλληλα, ο εκπρόσωπος του ιρανικού ΥΠΕΞ επιμένει ότι επίσημος μεσολαβητής παραμένει το Πακιστάν και ότι η αμερικανική πλευρά δεν προσεγγίζει με σοβαρότητα ούτε το πυρηνικό ούτε τις κυρώσεις. Αυτό πρακτικά σημαίνει πως η ιρανική ηγεσία θέλει διαπραγμάτευση, αλλά όχι διαπραγμάτευση με αμερικανικούς όρους και αμερικανική ατζέντα.

Την ίδια στιγμή, ο Αραγτσί συνεχίζει να λειτουργεί ως η φωνή της Τεχεράνης. Στις 24 Απριλίου, αναμενόταν να ταξιδέψει στο Ισλαμαμπάντ με μικρή ομάδα για νέα φάση επαφών, και την 1η Μαΐου το κρατικό IRNA τον εμφάνιζε να ενημερώνει διαδοχικά τους υπουργούς Εξωτερικών της Τουρκίας, της Αιγύπτου, του Κατάρ, της Σαουδικής Αραβίας, του Ιράκ και του Αζερμπαϊτζάν, καθώς και την Κάγια Κάλλας, για την ιρανική γραμμή γύρω από τον τερματισμό του πολέμου. Άρα, ακόμη κι αν εσωτερικά αμφισβητείται, εξωτερικά παραμένει λειτουργικά αναγκαίος. Αυτό ακριβώς κάνει την κρίση πιο σύνθετη: ο άνθρωπος που αμφισβητείται στο κέντρο είναι ο ίδιος που συντηρεί το μόνο ανοιχτό διπλωματικό κανάλι του καθεστώτος.

Τι δείχνει αυτή η υπόθεση για την επόμενη μέρα του ιρανικού καθεστώτος

Στις 23 Απριλίου, ο Πεζεσκιάν, ο Αραγτσί και ο Γκαλιμπάφ συντάχθηκαν δημόσια με το μήνυμα του κράτους περί ενότητας, πειθαρχίας και πλήρους υπακοής στην ανώτατη ηγεσία, απορρίπτοντας τους αμερικανικούς ισχυρισμούς περί ρήγματος. Αυτή η δημόσια σκηνοθεσία ενότητας, όμως, συνυπάρχει με μια πραγματική πίεση από την οικονομία και τον χρόνο. Το AP κατέγραψε νέο ιστορικό χαμηλό του ριάλ, αύξηση του πληθωρισμού και άνοδο στις ελλείψεις βασικών εισαγόμενων αγαθών, την ώρα που ο ναυτικός αποκλεισμός των ιρανικών λιμανιών πιέζει τα κρατικά έσοδα και το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ επιβαρύνει ευρύτερα την περιφερειακή και παγκόσμια οικονομία. Με άλλα λόγια, το καθεστώς επιμένει να εμφανίζεται «ως μία ψυχή», αλλά το κοινωνικοοικονομικό κόστος κάνει όλο και δυσκολότερο να παραμείνει η στρατιωτική λογική η μόνη λογική του συστήματος.

Η ουσία, λοιπόν, είναι ότι η κρίση γύρω από τον Αραγτσί είναι επεισόδιο μιας μεγαλύτερης αναδιάταξης. Δεν πρόκειται απλώς για μια παλιά αντιπαράθεση «μετριοπαθών» και «σκληρών». Πρόκειται για αγώνα μέσα στον ίδιο τον συντηρητικό και ασφαλειοκρατικό πυρήνα του καθεστώτος για το ποιος κατέχει το δικαίωμα της διαπραγματευτικής υπογραφής στη μεταχαμενεϊκή εποχή. Αν ο Αραγτσί απομακρυνθεί, το μήνυμα θα είναι ότι η διαπραγμάτευση περνά ακόμη πιο καθαρά στη λογική των Φρουρών και του Βαχίντι. Αν παραμείνει, το πιθανότερο δεν είναι η επιστροφή μιας «πολιτικής κανονικότητας», αλλά η διατήρησή του ως διπλωματικού προσώπου και μιας γραμμής που θα ορίζεται από στενότερο κέντρο γύρω από το Ανώτατο Συμβούλιο, το γραφείο του ηγέτη και τους Φρουρούς. Σε κάθε εκδοχή, η υπόθεση δείχνει ότι στην Τεχεράνη το βασικό ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο τι θέλει το Ιράν από τις ΗΠΑ, αλλά ποιος νομιμοποιείται να το πει και να το υπογράψει.

Οι απόψεις που διατυπώνονται στο παρόν άρθρο δεν αντικατοπτρίζουν κατ’ ανάγκην τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.

Νέος νόμος της Κίνας κατοχυρώνει τη διεθνική καταστολή

Σχολιασμός

Το Εθνικό Λαϊκό Κογκρέσο της Κίνας ενέκρινε πρόσφατα έναν νέο νόμο, με τίτλο «Προώθηση της Εθνοτικής Ενότητας και Προόδου», ο οποίος αναμένεται να έχει σημαντικές επιπτώσεις στις μειονότητες και στους Κινέζους του εξωτερικού.

Ο νόμος κωδικοποιεί την εθνοτική πολιτική του Σι Τζινπίνγκ και δεν ανταποκρίνεται στο περιεχόμενο που υποδηλώνει ο τίτλος του, παρά τον παραπλανητικό τίτλο άρθρου της China Daily στις 21 Απριλίου, σύμφωνα με τον οποίο το Σιντζιάνγκ θα ευημερήσει περαιτέρω υπό τον νέο νόμο.

Η ρήτρα της εξωεδαφικότητας

Το άρθρο 63 του νέου νόμου προβλέπει ότι ο νόμος εφαρμόζεται και σε ξένους οργανισμούς ή άτομα που «διαπράττουν πράξεις που στοχεύουν τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας (ΛΔΚ) και υπονομεύουν την εθνοτική ενότητα και πρόοδο ή δημιουργούν εθνοτικές διαιρέσεις». Ο νόμος δεν καθορίζει τις ποινές, οι οποίες επιβάλλονται βάσει άλλων εφαρμοστέων διατάξεων. Κατά συνέπεια, η υποκίνηση εθνοτικού μίσους ή διακρίσεων τιμωρείται (όπως καθορίζεται κατά την κρίση του κράτους) με έως 15 ημέρες κράτησης βάσει της νομοθεσίας για τα αδικήματα δημόσιας τάξης ή με έως 10 έτη φυλάκισης βάσει του ποινικού κώδικα.

Σημαντικό είναι ότι η εμβέλεια του νόμου δεν περιορίζεται σε τιμωρητικά μέτρα. Το άρθρο 17 προβλέπει την προώθηση του ιδεολογικού του πλαισίου μέσω ανταλλαγών με ξένα πανεπιστήμια, οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και ερευνητικά ινστιτούτα, καθώς και την καλλιέργεια αυτής της αντίληψης στις κινεζικές κοινότητες του εξωτερικού, με στόχο την ενίσχυση της συνείδησης ότι ανήκουν στο κινεζικό έθνος. Με αυτόν τον τρόπο διαμορφώνεται ένα διπλό σχήμα: ήπια ιδεολογική διείσδυση μέσω του Τμήματος Εργασίας του Ενιαίου Μετώπου (United Front Work Department – UFWD) αφ’ ενός και αυστηρή νομική ευθύνη βάσει του άρθρου 63 αφ’ ετέρου. Αυτό αποτελεί τη βάση για τη διεθνική καταστολή.

Η ευρύτερη αρχιτεκτονική της εξωεδαφικής νομικής εμβέλειας

Το άρθρο 63 του νόμου για την εθνοτική ενότητα δεν αποτελεί μεμονωμένη περίπτωση. Συνιστά την πιο πρόσφατη προσθήκη σε ένα ολοένα και πιο σύνθετο σύνολο κινεζικής εξωεδαφικής νομοθεσίας, το οποίο παρουσιάζει το ίδιο διαρθρωτικό πρόβλημα από την οπτική του Διεθνούς Δικαίου· ποινικοποιεί συμπεριφορές που είναι νόμιμες — και συχνά συνταγματικά κατοχυρωμένες (όπως η ελευθερία του λόγου) — στις χώρες όπου λαμβάνουν χώρα.

Ο νόμος εθνικής ασφάλειας του Χονγκ Κονγκ του 2020 αποτελεί το πιο γνωστό προηγούμενο. Το άρθρο 38 του νόμου αυτού επεκτείνει τη δικαιοδοσία του εκτός Χονγκ Κονγκ, σε πρόσωπα που δεν είναι κάτοικοι της περιοχής, ποινικοποιώντας πράξεις υπονόμευσης όπως αυτές ορίζονται στο ίδιο το νομοθέτημα. Ο νόμος αυτός έχει ευρύτερη εμβέλεια ακόμη και από την ίδια την ποινική νομοθεσία της Κίνας.

Οι κατευθυντήριες γραμμές του 2024 για τους «αμετανόητους αυτονομιστές» στην Ταϊβάν προχώρησαν ακόμη περισσότερο. Η Κίνα διαθέτει ήδη νόμους και κανονισμούς κατά των υποστηρικτών της ανεξαρτησίας της Ταϊβάν, συμπεριλαμβανομένων οδηγιών που δημοσιεύθηκαν το 2024 για την τιμωρία «αμετανόητων» ακτιβιστών — ακόμη και με τη θανατική ποινή — παρότι τα κινεζικά δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία στο νησί.

Ο νόμος για την εθνοτική ενότητα επεκτείνει αυτή την αρχιτεκτονική από την πολιτική διαφωνία ειδικά, στην εθνοτική και πολιτισμική έκφραση ευρύτερα. Αξιωματούχοι της Ταϊβάν επεσήμαναν ότι ο νόμος αυτός σηματοδοτεί αλλαγή τακτικής· ενώ προηγουμένως η κινεζική νομοθεσία στόχευε στην αντίθεση προς ορισμένες πεποιθήσεις, πλέον απειλεί με τιμωρία εάν οι πολίτες δεν προωθούν ενεργά την ενότητα της Κίνας.

Τι ισχύει ως προς το Διεθνές Δίκαιο

Σύμφωνα με το εθιμικό Διεθνές Δίκαιο, ένα κράτος μπορεί να ασκήσει δικαιοδοσία βάσει ορισμένων αναγνωρισμένων αρχών: της εδαφικότητας (όπου λαμβάνει χώρα η πράξη), της ιθαγένειας (όταν ο δράστης είναι πολίτης), της παθητικής προσωπικότητας (όταν το θύμα είναι πολίτης), της αρχής προστασίας (όταν οι πράξεις στρέφονται κατά ζωτικών συμφερόντων του κράτους) και της καθολικής δικαιοδοσίας (που αφορά τα σοβαρότερα εγκλήματα, όπως η γενοκτονία και η πειρατεία).

Οι εξωεδαφικές αξιώσεις της Κίνας, τόσο στον νόμο εθνικής ασφάλειας όσο και στον νόμο για την εθνοτική ενότητα, στηρίζονται κυρίως στην αρχή προστασίας, αλλά την εφαρμόζουν σε συμπεριφορές που είναι τόσο αόριστα ορισμένες και τόσο απομακρυσμένες από τις παραδοσιακές απειλές κατά της εθνικής ασφάλειας, ώστε η επίκληση αυτής της αρχής καθίσταται νομικά αμφισβητήσιμη.

Κυβερνητικό ενημερωτικό πανό για τον νόμο εθνικής ασφάλειας. Χονγκ Κονγκ, 15 Ιουλίου 2020. (Anthony Wallace / AFP μέσω Getty Images)

 

Η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών δήλωσε τον Ιούλιο του 2022 ότι ο νόμος εθνικής ασφάλειας δεν συνάδει με το Διεθνές Σύμφωνο για τα Αστικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Η Κίνα δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στο σύμφωνο, γεγονός που περιορίζει τη νομική δυνατότητα επιβολής, ωστόσο η ανάλυση της επιτροπής είναι ενδεικτική· η αοριστία αδικημάτων όπως η «υπονόμευση της εθνοτικής ενότητας» δεν πληροί την απαίτηση του δικαίου των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, σύμφωνα με την οποία οι περιορισμοί στην έκφραση πρέπει να είναι αναγκαίοι, αναλογικοί και σαφώς προσδιορισμένοι.

Ο ρόλος του Τμήματος Εργασίας του Ενιαίου Μετώπου

Ο νόμος για την εθνοτική ενότητα αναθέτει ρητά την αρμοδιότητα εφαρμογής στο Τμήμα Εργασίας του Ενιαίου Μετώπου (UFWD) και στην Εθνική Επιτροπή Εθνοτικών Υποθέσεων (η οποία υπάγεται στο πρώτο από το 2018). Αυτό αποτελεί τον κρίσιμο θεσμικό σύνδεσμο. Το UFWD αποτελούσε ήδη τον βασικό μηχανισμό επέκτασης του ελέγχου του Κόμματος στις κοινότητες της διασποράς· πλέον, ο νόμος παρέχει σε αυτόν τον μηχανισμό και νομική θεμελίωση.

Το UFWD διαχειρίζεται σχέσεις, συλλέγει πληροφορίες και επιδιώκει να ασκήσει επιρροή σε εξέχοντα πρόσωπα και οργανισμούς τόσο εντός όσο και εκτός ηπειρωτικής Κίνας. Εστιάζει σε άτομα και φορείς εκτός του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας (ΚΚΚ) — ιδίως στην κινεζική διασπορά — που διαθέτουν πολιτική, οικονομική, θρησκευτική ή ακαδημαϊκή επιρροή.

Μέθοδοι πίεσης και παρενόχλησης στο πλαίσιο του Ενιαίου Μετώπου, συμπεριλαμβανομένων απειλών κατά συγγενών στην Κίνα, εφαρμόζονται σε μέλη της διασποράς που ανήκουν σε διωκόμενες εθνοτικές και θρησκευτικές μειονότητες. Ο νόμος για την εθνοτική ενότητα παρέχει νομική κάλυψη για αυτές τις πρακτικές.

Πού εντάσσεται το υπουργείο Κρατικής Ασφάλειας

Ενώ το UFWD διεξάγει επιχειρήσεις επιρροής και ασκεί ήπια πίεση, το υπουργείο Κρατικής Ασφάλειας (MSS) αποτελεί τον μυστικό βραχίονα πληροφοριών και επιβολής. Στο εσωτερικό, το MSS πραγματοποιεί παρακολούθηση εθνοτικών μειονοτήτων, ιδίως στο Θιβέτ και στο Σιντζιάνγκ. Μία από τις αναγνωρισμένες αρμοδιότητές του είναι η διείσδυση σε ομάδες Κινέζων αντιφρονούντων στο εξωτερικό — σε αυτές που αποκαλεί «πέντε δηλητήρια»: φιλοδημοκρατικούς, Ταϊβανούς, Θιβετιανούς, Ουιγούρους και ασκούμενους του Φάλουν Γκονγκ.

Ένας νεαρός Ουιγούρος κρατά μια αφίσα που γράφει «Κίνα, πού είναι η γιαγιά μου;!», κατά τη διάρκεια διαδήλωσης έξω από το υπουργείο Εξωτερικών στο Βερολίνο, όπου ο Κινέζος υπουργός Εξωτερικών αναμενόταν να πραγματοποιήσει συνομιλίες με τον Γερμανό ομόλογό του, την 1η Σεπτεμβρίου 2020. (Tobias Schwarz/AFP μέσω Getty Images)

 

Η Κίνα διεξάγει δραστηριότητες κατασκοπείας στο εξωτερικό μέσω διαφόρων μεθόδων, με τη συμμετοχή του MSS, του υπουργείου Δημόσιας Ασφάλειας, του UFWD, της Διεύθυνσης Πληροφοριών του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού και πολυάριθμων οργανισμών που λειτουργούν ως βιτρίνες. Πράκτορες του MSS και συνεργάτες τους εμπλέκονται σε μη εξουσιοδοτημένες και μυστικές δραστηριότητες επιβολής του νόμου σε ξένο έδαφος, συμπεριλαμβανομένων παρακολουθήσεων, καταδίωξης και παρενόχλησης στόχων, από τους οποίους πολλοί είναι νόμιμοι κάτοικοι ή ακόμη και πολίτες άλλων χωρών.

Μια βασική και ιδιαίτερα σκληρή τακτική είναι η «πίεση μέσω τρίτων». Δηλαδή, για να εξαναγκαστεί ένας στόχος να επιστρέψει στην Κίνα, οι αρχές του MSS παρενοχλούν, κρατούν και σε ορισμένες περιπτώσεις βασανίζουν συγγενείς που παραμένουν στην κομμουνιστική Κίνα.

Το UFWD και το MSS δεν είναι πλήρως διακριτοί μηχανισμοί. Το UFWD και οι συνδεδεμένες με αυτό οργανώσεις-βιτρίνες έχουν χρησιμοποιηθεί ως κάλυψη για πράκτορες πληροφοριών του υπουργείου Κρατικής Ασφάλειας. Αξιωματούχοι της κρατικής ασφάλειας έχουν εμφανιστεί με την ιδιότητα στελεχών του Τμήματος Εργασίας του Ενιαίου Μετώπου, γραφείων υποθέσεων υπερπόντιων Κινέζων και γραφείων εξωτερικών υποθέσεων, παρέχοντας «επίσημη κάλυψη» για επιχειρήσεις πληροφοριών.

Ο νόμος για την εθνοτική ενότητα, αναθέτοντας επισήμως στο UFWD την εφαρμογή του στο εξωτερικό, θολώνει ακόμη περισσότερο αυτή την ήδη ασαφή γραμμή και δυσχεραίνει το έργο των υπηρεσιών αντικατασκοπείας άλλων χωρών να ξεχωρίσουν ανάμεσα σε φαινομενικές δραστηριότητες ενίσχυσης κοινοτήτων και σε ενεργές επιχειρήσεις πληροφοριών.

Θεσμικός συντονισμός

Το σημαντικότερο σημείο είναι ότι το άρθρο 63 του νόμου για την εθνοτική ενότητα, ο νόμος εθνικής ασφάλειας, το Τμήμα Εργασίας του Ενιαίου Μετώπου και το υπουργείο Κρατικής Ασφάλειας δεν αποτελούν τέσσερα ξεχωριστά σύνολα· συνιστούν στοιχεία ενός ενιαίου, συντονισμένου συστήματος διεθνικής καταστολής. Η αρχιτεκτονική αυτή λειτουργεί ως εξής:

* Ο νόμος εθνικής ασφάλειας καθιέρωσε το προηγούμενο ότι η κινεζική ποινική νομοθεσία μπορεί να εφαρμόζεται σε οποιονδήποτε, οπουδήποτε, για πολιτικούς λόγους.

* Ο νόμος για την εθνοτική ενότητα επεκτείνει την αρχή αυτή από την καθαρά πολιτική διαφωνία (απόσχιση, ανατροπή) στην εθνοτική και πολιτισμική έκφραση (κριτική στις εθνοτικές πολιτικές, διατήρηση μειονοτικής ταυτότητας εκτός Κίνας).

* Το Τμήμα Εργασίας του Ενιαίου Μετώπου παρέχει την υποδομή ήπιας ισχύος· ένα παγκόσμιο δίκτυο οργανώσεων κοινοτήτων, Ινστιτούτων «Κομφούκιος», φοιτητικών συλλόγων και εμπορικών επιμελητηρίων που συλλέγουν πληροφορίες, επιβάλλουν κοινωνική συμμόρφωση στις κοινότητες της διασποράς και εντοπίζουν στόχους για πιο αυστηρή επιβολή.

* Το υπουργείο Κρατικής Ασφάλειας παρέχει την υποδομή σκληρής ισχύος· μυστική παρακολούθηση, κυβερνοκατασκοπεία, παρενόχληση συγγενών και εξαναγκασμό για «εθελοντική» επιστροφή στην Κίνα.

Ο νόμος για την εθνοτική ενότητα παρέχει πλέον τη νομική βάση για αυτές τις ενέργειες.

Συμπεράσματα

Δυστυχώς, το Διεθνές Δίκαιο δεν είναι επαρκώς εξοπλισμένο για να περιορίσει την αρχιτεκτονική διεθνικής καταστολής της Κίνας. Δύο λόγοι ξεχωρίζουν.

Πρώτον, η Κίνα δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στις βασικές διεθνείς συνθήκες ανθρωπίνων δικαιωμάτων που θα παρείχαν τους πιο άμεσους νομικούς περιορισμούς — ιδίως στο Διεθνές Σύμφωνο για τα Αστικά και Πολιτικά Δικαιώματα — και έχει επικυρώσει άλλες, όπως το Διεθνές Σύμφωνο για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Μορφωτικά Δικαιώματα, με ερμηνευτικές επιφυλάξεις που περιορίζουν την πρακτική εφαρμογή τους.

Δεύτερον, το βασικό όργανο επιβολής σε αυτά τα ζητήματα, το Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, υπόκειται σε πολιτικές ισορροπίες, και η Κίνα έχει καταφέρει να συγκροτήσει ομάδες στήριξης από αναπτυσσόμενες χώρες ώστε να αποτρέπει αποφάσεις λογοδοσίας. Για παράδειγμα, η ψηφοφορία του 2022 για το αν θα συζητηθεί έκθεση σχετικά με καταχρήσεις στο Σιντζιάνγκ απορρίφθηκε με 19 ψήφους έναντι 17, με τις ψήφους των συμμάχων της Κίνας να αποδεικνύονται καθοριστικές.

Αυτό που μπορεί να προσφέρει το Διεθνές Δίκαιο είναι κυρίως κανονιστικό και έμμεσο· αιτήματα έκδοσης δεν θα γίνονται δεκτά στις περισσότερες δημοκρατίες, νόμοι καταγραφής ξένων πρακτόρων μπορούν να αποκαλύψουν και να διαταράξουν οργανώσεις-βιτρίνες του Τμήματος Εργασίας του Ενιαίου Μετώπου και στοχευμένες κυρώσεις μπορούν να επιβληθούν σε πρόσωπα που κατηγορούνται για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Η ρήτρα εξωεδαφικότητας του νόμου για την εθνοτική ενότητα δεν πρόκειται να εφαρμοστεί μέσω διεθνών δικαστηρίων ή διαδικασιών έκδοσης στις δημοκρατικές χώρες. Οι πραγματικοί μηχανισμοί επιβολής της είναι τα δίκτυα κοινωνικής πίεσης του Τμήματος Εργασίας του Ενιαίου Μετώπου, οι καταναγκαστικές επιχειρήσεις του υπουργείου Κρατικής Ασφάλειας και η διαρκής απειλή που αιωρείται πάνω από τους συγγενείς που βρίσκονται στην Κίνα. Αυτοί λειτουργούν εκτός εμβέλειας του τυπικού Διεθνούς Δικαίου και παραμένουν σε μεγάλο βαθμό αόρατοι σε αυτό — γεγονός που εξηγεί γιατί το Πεκίνο σχεδίασε το σύστημα με αυτόν τον τρόπο.

Αυτές δεν είναι πρακτικές μιας πολιτισμένης κοινωνίας.

Του Stu Cvrk

Οι απόψεις που εκφράζονται σε αυτό το άρθρο αποτελούν προσωπικές απόψεις του συγγραφέα και δεν αντανακλούν απαραίτητα τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.

Αγιάν Χίρσι Άλι: Η διάδοση των ισλαμιστικών κινημάτων στην Ευρώπη ως απειλή για τους θεσμούς

Με φόντο τις νέες εντάσεις στη Μέση Ανατολή και την αμερικανο-ισραηλινή επίθεση κατά του ισλαμικού καθεστώτος στο Ιράν, η Αγιάν Χίρσι Άλι [Ayaan Hirsi Ali] προβλέπει ότι σε περίπτωση που υποστούν ήττα στην περιοχή τους, είναι  πολύ πιθανόν οι ηγέτες των ισλαμιστικών κινημάτων να αναζητήσουν ασφαλές καταφύγιο στη Δύση, και δη στην Ευρώπη, όπου υπάρχουν οι βάσεις και οι υποδομές για να φιλοξενηθούν και να βρουν ευήκοα ώτα.

Το φαινόμενο της διείσδυσης του Ισλάμ στη Δύση απασχολεί την Άλι εδώ και χρόνια· περιγράφει τη διαδικασία ως μακρά και σταδιακή, και την εξετάζει τόσο από την πλευρά των ευρωπαϊκών πολιτικών όσο και από τη μεριά της ισλαμικής ατζέντας, αξιοποιώντας το πλεονέκτημά της να έχει έρθει σε στενή επαφή με όλες τις δεσπόζουσες ιδεολογίες της εποχής μας ήδη από μικρή ηλικία: Ισλάμ, Χριστιανισμό, αθεΐα, κομμουνισμό, φιλελευθερισμό, ισλαμικά και αριστερά κινήματα…

Αυτό που ξεχωρίζει την Άλι — η οποία σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο του Leiden, στην Ολλανδία —από τους περισσότερους μελετητές είναι ότι στη δική της περίπτωση το βίωμα προηγήθηκε της θεωρίας, δημιουργώντας τη βάση για μια βαθιά και εκ των έσω γνώση. Η ίδια περιγράφει τη ζωή της ως ταραγμένη και γεμάτη ανατροπές — και πράγματι έτσι ήταν.

Εδώ και χρόνια, είναι γνωστή για τη δριμεία κριτική που ασκεί στο Ισλάμ και τις παραδόσεις του, ακόμη και στα ιερά κείμενα του Κορανίου και στη ζωή του Μωάμεθ, έχοντας η ίδια βιώσει μερικές από τις πιο σκληρές πλευρές του. Ένα μέρος της παιδικής της ηλικίας το πέρασε στη Σαουδική Αραβία, ενώ στην εφηβεία της στην Κένυα ήρθε σε επαφή με την προπαγάνδα των ισλαμιστικών κινημάτων, που στρατολογούσαν νέους για την προώθηση του οράματος της αναβίωσης του χαλιφάτου και της καταστροφής της Δύσης.

Το κάλεσμα σε τζιχάντ, ιερό πόλεμο, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του ισλαμισμού, ισχυρίζεται η Άλι. Αν και στη θρησκεία του Ισλάμ μπορεί να ερμηνευτεί κυρίως ως εσωτερικός αγώνας κατά των πειρασμών, σύμφωνα με μελετητές, η πολιτική διάσταση του μωαμεθανισμού εστιάζει στην κυριολεκτική του έννοια, θεωρώντας κάθε ‘άπιστο’ — δηλαδή, κάθε μη μουσουλμάνο — ως εχθρό, ο οποίος πρέπει είτε να εξισλαμιστεί είτε να εξοντωθεί. Ο θάνατος ενός απίστου, δηλαδή μη μουσουλμάνου, δεν θεωρείται αμαρτία αλλά διδάσκεται ως καθήκον, εξηγεί, προσθέτοντας ότι οι παραινέσεις για καλοσύνη και συγχώρεση στα ιερά μουσουλμανικά κείμενα αφορούν τους μουσουλμάνους και όχι τους ‘απίστους’, ακόμα και στο μετριοπαθές Ισλάμ. Σύμφωνα με τα λεγόμενά της, η εξάπλωση του Ισλάμ και η κατάκτηση του μη μουσουλμανικού κόσμου βρίσκεται στο Κοράνι, στη βιογραφία του Προφήτη, στα χαντίθ — τα λόγια του Προφήτη.

Ο αγώνας των τζιχαντιστών έχει δύο μορφές, αναφέρει: τον ένοπλο αγώνα, που περιλαμβάνει τρομοκρατικά χτυπήματα κατά μεγαλύτερων ή μικρότερων στόχων, και τη διείσδυση, η οποία συνίσταται σε εξάπλωση των ισλαμιστών στις δυτικές κοινωνίες, αντίσταση στην αφομοίωση, και διάβρωση των δυτικών κοινοτήτων εκ των έσω. Όπως σημειώνει σε ομιλία της, οι θρησκευτικοί ηγέτες δίνουν μεγάλη έμφαση στους ηθικούς κινδύνους της αφομοίωσης, στις εκκλήσεις τους προς τους μουσουλμάνους που ζουν σε ευρωπαϊκές πόλεις.

Σε συνδυασμό με τη σημαντική αύξηση του πληθυσμού των ισλαμικών κοινοτήτων στη Δύση σε σχέση με τον πληθυσμό των χριστιανών, η μη αφομοίωσή τους και η σταθερή αντίσταση στις ευρωπαϊκές αξίες έχει αρχίσει να έχει εμφανή αντίκτυπο στη Δύση, ιδιαίτερα στην Ευρώπη. Οι κοινωνίες αλλάζουν, η πολιτική επηρεάζεται, τα ήθη ομοίως. Οι ισλαμιστές, έχοντας διαμορφώσει μία «ανίερη συμμαχία» — όπως τη χαρακτηρίζει η Άλι — με την αριστερά, καθοδηγούν τις μουσουλμανικές κοινότητες να δίνουν την ψήφο τους στα εργατικά κόμματα, λαμβάνοντας ως αντάλλαγμα υποστήριξη μέσω των πολιτικών υπέρ της πολυπολιτισμικότητας, κατά της ‘ισλαμοφοβίας’ και του ρατσισμού, κατά του καταδικαστέου προτύπου του ‘λευκού αποικιοκράτη καταπιεστή’. Οι αρχικές αδιόρατες μεταβολές διογκώθηκαν με την πάροδο του χρόνου, κυρίως μετά το 2000, δημιουργώντας τα φαινόμενα που βλέπουμε σήμερα περισσότερο στην Ευρώπη, αλλά και στον Καναδά, στις ΗΠΑ, στην Αυστραλία, σε επίπεδο πολιτικό, κοινωνικό, αξιακό.

Ως μέρος της επιρροής τους αναφέρει και την αποδυνάμωση της διδασκαλίας για το Ολοκαύτωμα στα ολλανδικά σχολεία. Αυτό, όπως υπογραμμίζει η Άλι, είχε ως αποτέλεσμα την ελλιπή μόρφωση των νεότερων γενεών και τελικά τη δυσκολία τους να αναγνωρίζουν τον αντισημιτισμό για αυτό που είναι. Τα σύγχρονα κινήματα για την «απελευθέρωση της Παλαιστίνης» συνδέονται σε μεγάλο βαθμό με τα προαναφερθέντα φαινόμενα.

Για το Ισλάμ, αναφέρει, το Ισραήλ είναι ο «μικρός Σατανάς», ενώ η Αμερική ο «μεγάλος». Η εξάλειψη των Εβραίων αποτελεί έναν από τους στόχους των ισλαμιστών, σημειώνει δε ότι αυτός ο στόχος δεν συνδέεται με την ύπαρξη ή όχι ενός παλαιστινιακού κράτους. Μεγάλο μέρος της ισλαμιστικής ρητορείας είναι αφιερωμένο στην καλλιέργεια αντισημιτικών αισθημάτων μεταξύ των πιστών του Ισλάμ, ρητορεία που διαδίδεται μέσω των χώρων λατρείας (τζαμιών), των μουσουλμανικών σχολείων, έντυπου υλικού, κλπ. Μέσω αυτής της ρητορείας, υποστηρίζει, και σε συνδυασμό με τις αριστερές αφηγήσεις και την έλλειψη ιστορικών γνώσεων, οι Εβραίοι δαιμονοποιούνται εκ νέου στη Δύση, με αποτέλεσμα την επικράτηση μιας στρεβλής αντίληψης για τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή. Για την Άλι, κρίσιμο είναι και το γεγονός ότι οι Δυτικοί υποτιμούν τη θρησκευτική διάσταση του ζητήματος.

Η νέα άνοδος του αντισημιτισμού, η αποδοχή της ισλαμιστικής ρητορικής, η ανοχή σε πράξεις και αντιλήψεις που στην πραγματικότητα αντιβαίνουν τις αρχές και τις αξίες πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε η Ευρώπη και οι άλλες δυτικές κοινωνίες, έγιναν δυνατά — κατά την Άλι — χάρη στην υπονόμευση των θεμελιωδών ευρωπαϊκών αξιών, στην ανάπτυξη ενός ενοχικού συνδρόμου και στην έλλειψη γνώσεων.

Κατονομάζοντας αυτά τα κενά, η Άλι μιλά για την απαξίωση και γελοιοποίηση του Χριστιανισμού, που κατήντησε ένα «δεισιδαιμονικό αξεσουάρ» (sic) για μια γραφική μερίδα του πληθυσμού· για το ενοχικό σύνδρομο που ανέπτυξε η Δύση για τις κατακτήσεις της, την αποικιοκρατία, το δουλεμπόριο και την ευμάρεια που απολάμβανε για χρόνια εις βάρος άλλων λαών, η οποία συμπυκνώθηκε στη δαιμονοποίηση του ‘λευκού (αρσενικού) αποικιοκράτη/καταπιεστή’, συμπαρασύροντας και κάθε θετικό στοιχείο που συνδεόταν με εκείνη την εποχή· για την άγνοια της εβραϊκής ιστορίας — που ξεκίνησε από τα εδάφη όπου ιδρύθηκε το σύγχρονο Ισραήλ — αλλά και της αληθινής φύσης του Ισλάμ.

Όπως εξηγεί, οι δυτικές κοινωνίες αδυνατούν να κατανοήσουν το Ισλάμ, αφ΄ενός γιατί το βλέπουν υπό το πρίσμα του πολιτισμικού σχετικισμού, σύμφωνα με τον οποίο όλοι οι πολιτισμοί είναι καλοί, απλώς διαφορετικοί, αφ’ ετέρου γιατί το αντιλαμβάνονται σαν μια παραλλαγή του Χριστιανισμού — ως ακόμη μία μονοθεϊστική θρησκεία, που καλλιεργεί μία προσωπική σχέση με τον Θεό. Ωστόσο, οι διαφορές μεταξύ των δύο θρησκειών είναι θεμελιώδεις και δεν μπορούν να καλυφθούν, σημειώνει, με κυριότερη τη θέση που παίρνει η κάθε μία σε σχέση με τα εγκόσμια. Για τους χριστιανούς, η διάκριση μεταξύ της Πολιτείας και του θείου νόμου είναι σαφής, και ενυπάρχει στη διδασκαλία του Χριστού: «Απόδοτε του Καίσαρος Καίσαρι, και τα του Θεού τω Θεώ». Στις χριστιανικές κοινωνίες, δηλαδή, οι υποθέσεις μεταξύ των ανθρώπων ρυθμίζονται από την κοσμική εξουσία, και αυτό είναι σύμφωνο με τη θεία τάξη των πραγμάτων. Στον αντίποδα, οι μουσουλμάνοι δεν αναγνωρίζουν άλλον νόμο από τον θεϊκό, κατά συνέπεια ούτε το δικαίωμα του ανθρώπου να νομοθετεί, και οι κοινωνίες τους μπορούν να είναι μόνο θεοκρατικές.

Ερωτηθείσα για το αν το Ισλάμ είναι συμβατό με τη δημοκρατία, απαντά χωρίς δισταγμό αρνητικά, αναφέροντας ότι η υποταγή στους ανθρώπινους νόμους είναι αντι-ισλαμική. Ως πυλώνες του Ισλάμ αναφέρει τον φόβο (Θεού, αλλά και ανθρώπων), την απόλυτη υποταγή και υπακοή (στον Θεό και τους θρησκευτικούς ηγέτες), την απουσία ερωτήσεων και αμφισβήτησης.

Συγκρίνοντας τις βασικές διδασκαλίες των δύο θρησκειών, υπενθυμίζει ότι ο Χριστιανισμός διδάσκει την αγάπη για τον πλησίον και τη συνεργασία· «Ο Χριστός ζήτησε από τους μαθητές Του να μην ασκήσουν ποτέ βία στο όνομά Του ούτε να εξαναγκάσουν κανέναν να πιστέψει», σημειώνει. Ωστόσο, λέει ότι το Ισλάμ διδάσκει ότι είναι μια θεάρεστη πράξη η εξολόθρευση ενός απίστου, αν αυτός δεν συμφωνήσει να εξισλαμιστεί.

Στο φαινόμενο της ισλαμοποίησης των ευρωπαϊκών κοινωνιών αντιτάσσει την αφομοίωση των μεταναστών: «Οι δυτικές χώρες πρέπει να απαιτήσουν από τους μουσουλμάνους που έρχονται να ζήσουν σε αυτές να αναγνωρίσουν τους νόμους και τις αρχές τους […] Κανείς δεν μπορεί να υπηρετεί δύο κυρίους», τονίζει. «Οι δομές που διαδίδουν ιδέες που αντίκεινται στις δυτικές αξίες πρέπει να καταργηθούν και η Σαρία (σ.σ. ο ισλαμικός θρησκευτικός νόμος) να απαγορευτεί [στις δυτικές χώρες]». Απαντώντας σε μια πιθανή ένσταση περί ατομικών ελευθεριών και ελευθερίας συνείδησης, τονίζει ότι αυτό δεν αφορά την  προσωπική πίστη αλλά την οργανωμένη, και οτιδήποτε υποσκάπτει τα θεμέλια των δυτικών κοινωνιών, υποστηρίζοντας ότι μια μεγάλη μερίδα μουσουλμάνων λειτουργεί καθοδηγούμενη από τους θρησκευτικούς ηγέτες. «Για τη Δύση, είναι θέμα αυτοσυντήρησης».

Οι απόψεις που διατυπώνονται στο παρόν άρθρο δεν αντικατοπτρίζουν κατ’ ανάγκην τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.

Η στρατηγική τοποθέτηση των ΗΑΕ στην Ανατολική Μεσόγειο και η θέση της Ελλάδας

Tα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα εξελίσσονται σε βασικό, στρατηγικό εταίρο της Ελλάδας στην ευρύτερη ζώνη της Ανατολικής Μεσογείου. Δεν υποκαθιστούν τις ΗΠΑ, την ΕΕ ή τη Γαλλία ως πυλώνες της ελληνικής στρατηγικής ούτε αντικαθιστούν τη σημασία της Σαουδικής Αραβίας στον αραβικό κόσμο. Όμως, συνδυάζουν κάτι που σήμερα λίγοι περιφερειακοί παίκτες διαθέτουν ταυτόχρονα: μεγάλη επενδυτική ισχύ, ευελιξία στη γεωοικονομική δράση, έντονο αποτύπωμα σε λιμάνια και logistics, λειτουργικές αμυντικές σχέσεις με την Αθήνα, και στενή διασύνδεση με αμερικανικά και ισραηλινά δίκτυα ισχύος. Αυτή η συνάρθρωση συμφερόντων καθιστά τα ΗΑΕ ιδιαίτερα χρήσιμα για την Ελλάδα σε ενέργεια, υποδομές, αλυσίδες εφοδιασμού και περιφερειακή ασφάλεια.

Η στροφή αυτή δεν είναι συγκυριακή. Η οικονομία των ΗΑΕ μετατοπίζεται συστηματικά πέρα από το πετρέλαιο: το μη πετρελαϊκό ΑΕΠ αντιστοιχούσε στο 74,6% του πραγματικού ΑΕΠ στο εννεάμηνο του 2024 και το σχετικό μερίδιο των πετρελαϊκών δραστηριοτήτων στο α΄ τρίμηνο του 2025 υποχώρησε στο 22,7%, με εμπόριο, μεταποίηση, χρηματοοικονομικές υπηρεσίες και κατασκευές να οδηγούν την ανάπτυξη. Παράλληλα, οι επενδυτικοί βραχίονες του Άμπου Ντάμπι διαθέτουν τεράστια οικονομική ισχύ: η Mubadala ανακοίνωσε το 2024 υπό διαχείριση κεφάλαια AED 1,212 τρισ., η Lunate δηλώνει AUM 115 δισ. δολ., ενώ το 2026 τα περιουσιακά στοιχεία της ADQ ενσωματώθηκαν κάτω από τη νέα ομπρέλα της L’IMAD.

Για την Ελλάδα, το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι μόνο το μέγεθος του εμιρατινού κεφαλαίου, αλλά η κατεύθυνσή του: τα ΗΑΕ επενδύουν σε διαδρόμους, λιμάνια, ενέργεια και υποδομές που εφάπτονται της ελληνικής γεωοικονομικής θέσης. Ο ΙΜΕC, ο Κάθετος Διάδρομος φυσικού αερίου, το νέο σιδηροδρομικό έργο Άκαμπα–ορυχεία–λιμένας στην Ιορδανία, οι κινήσεις σε Αίγυπτο, Κύπρο, Ιορδανία, Σομαλιλάνδη και η πρόσφατη ενεργειακή κινητικότητα προς την Αλβανία συνθέτουν ένα πλέγμα στο οποίο η Ελλάδα μπορεί να λειτουργήσει ως θαλάσσιος, ενεργειακός, χρηματοδοτικός και κανονιστικός κόμβος προς την ΕΕ.

Ωστόσο, η ευκαιρία συνοδεύεται από ουσιώδεις κινδύνους. Πρώτον, η εμβάθυνση της ελληνο-εμιρατινής σχέσης εντάσσεται σε περιβάλλον αυξημένου ανταγωνισμού ΗΑΕ–Σαουδικής Αραβίας και, σε μικρότερο αλλά υπαρκτό βαθμό, ΗΑΕ–Κατάρ. Δεύτερον, η νέα στρατηγική αυτονομία του Άμπου Ντάμπι ενισχύει μεν τη χρησιμότητά του για την Αθήνα, αλλά αυξάνει και την πιθανότητα απότομων αναπροσαρμογών. Τρίτον, η ανακοίνωση αποχώρησης των ΗΑΕ από τον ΟΠΕΚ/ΟΠΕΚ+ στις 28 Απριλίου αποτελεί ένδειξη μεγαλύτερης ανεξαρτησίας από το σαουδαραβικό πλαίσιο, αλλά και σημάδι υψηλότερης μεταβλητότητας στη μελλοντική τους ενεργειακή στρατηγική.

Σε όρους πολιτικής, η Ελλάδα έχει συμφέρον να αντιμετωπίσει τα ΗΑΕ ως εταίρο υψηλής αξίας σε τρεις άξονες: άμυνα και ασφάλεια, ενέργεια και διασυνδεσιμότητα, και στοχευμένες επενδύσεις σε logistics/τεχνολογία. Αλλά πρέπει να το κάνει με τρόπο που να μην την «κλειδώσει» αποκλειστικά στο εμιρατινό στρατόπεδο απέναντι σε Σαουδική Αραβία ή Κατάρ. Η σωστή στρατηγική είναι η πολυευθυγράμμιση: στενή συνεργασία με τα ΗΑΕ, χωρίς απώλεια πρόσβασης στο Ριάντ και την Ντόχα. Η πρόσφατη συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη τόσο με τον Αλβανό πρωθυπουργό Έντι Ράμα όσο και με τον εμίρη του Κατάρ μέσα στον Απρίλιο του 2026 δείχνει ότι η Αθήνα ήδη κινείται προς αυτή την κατεύθυνση.

Η στρατηγική μετατόπιση των ΗΑΕ

Το σημαντικότερο δομικό στοιχείο της εμιρατινής πολιτικής είναι ότι τα ΗΑΕ δεν επενδύουν πλέον απλώς τα πετρελαϊκά τους πλεονάσματα· επενδύουν την ίδια τη μετάβασή τους προς ένα καθεστώς εμπορίου, χρηματοοικονομικών, logistics, τεχνολογίας, βιομηχανίας και ενέργειας πολλαπλών καυσίμων. Τα επίσημα στοιχεία των ΗΑΕ δείχνουν ότι η βαρύτητα του μη πετρελαϊκού τομέα είναι πλέον κυρίαρχη, ενώ το ΔΝΤ εκτιμά ότι η ανάπτυξη του 2025 και 2026 θα στηριχθεί από τη διαφοροποίηση, τις εξαγωγές και τις επενδύσεις σε υποδομές, ακόμη και αν η παραγωγή υδρογονανθράκων παραμένει σημαντική.

Η μετατόπιση αυτή συνοδεύεται από πολύ μεγάλη διαθεσιμότητα κεφαλαίων. Η Mubadala ανακοίνωσε για το 2024 υπό διαχείριση κεφάλαια AED 1,212 τρισ., η Lunate δηλώνει 115 δισ. δολάρια AUM, ενώ η αναδιάρθρωση του Ιανουαρίου 2026 ενοποίησε την ADQ κάτω από την L’IMAD, δημιουργώντας μια νέα και ακόμη πιο ευέλικτη πλατφόρμα κρατικού επενδυτικού συντονισμού στο Άμπου Ντάμπι. Αυτό σημαίνει ότι τα ΗΑΕ διαθέτουν όχι μόνο ρευστότητα, αλλά και θεσμικούς μηχανισμούς για να αναπτύσσουν πολιτική επιρροή μέσω επενδύσεων σε κρίσιμες υποδομές.

Η ανακοίνωση εξόδου των ΗΑΕ από τον ΟΠΕΚ/ΟΠΕΚ+ στις 28 Απριλίου πρέπει να διαβαστεί μέσα σε αυτό το πλαίσιο. Εφόσον η αποχώρηση τεθεί πλήρως σε ισχύ από την 1η Μαΐου, όπως μετέδωσαν το Reuters και το AP, πρόκειται για σαφή ένδειξη ότι το Άμπου Ντάμπι θέλει μεγαλύτερη ελευθερία παραγωγής, στρατηγικής τιμολόγησης και συνολικής τοποθέτησης στη διεθνή αγορά ενέργειας. Η συγκυρία είναι ρευστή, καθώς ο ιστότοπος του ΟΠΕΚ δεν είχε ακόμη ενσωματώσει πλήρως την εξέλιξη όταν συντάχθηκε η παρούσα αναφορά, στοιχείο που υπογραμμίζει τον πρόσφατο χαρακτήρα της απόφασης.

Για την Ελλάδα, αυτή η εξέλιξη έχει διττή σημασία. Από τη μία, αυξάνει την αυτονομία των ΗΑΕ από τη σαουδαραβική ενεργειακή πειθαρχία και καθιστά το εμιρατινό κράτος πιο πρόθυμο να επενδύσει σε ευρύτερα γεωοικονομικά χαρτοφυλάκια. Από την άλλη, υποδηλώνει ότι η Αθήνα δεν πρέπει να υποθέτει ότι οι εμιρατινές επιλογές θα είναι πάντα ευθυγραμμισμένες με την ευρωπαϊκή ανάγκη σταθερότητας τιμών ή με τις προτεραιότητες του Ριάντ. Πρόκειται για μια ευκαιρία συνεργασίας με έναν πιο ανεξάρτητο παίκτη, αλλά και για μια υπενθύμιση ότι η νέα στρατηγική των ΗΑΕ είναι πρωτίστως εμιρατοκεντρική.

Παράλληλα, τα ΗΑΕ παραμένουν κεντρικός εταίρος των ΗΠΑ. Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ περιγράφει τα ΗΑΕ ως «ζωτικής σημασίας εταίρο», ενώ επίσημα αμερικανικά κείμενα του 2025 και 2026 τα χαρακτηρίζουν «εξέχοντα εταίρο στην άμυνα». Η στρατηγική αυτή σύνδεση με την Ουάσιγκτον περιλαμβάνει άμυνα, εξοπλισμούς, τεχνολογία και πλέον και συνεργασία σε AI και υποδομές. Για την Ελλάδα, αυτό αυξάνει την αξία των ΗΑΕ ως εταίρου που μπορεί να λειτουργήσει και ως γέφυρα προς αμερικανικές πρωτοβουλίες, ειδικά σε ενέργεια και αμυντική βιομηχανία.

Διάδρομοι, λιμάνια και ενεργειακές ροές

Το πιο χειροπιαστό πεδίο όπου αναδεικνύεται ο ρόλος των ΗΑΕ είναι η γεωοικονομία των διαδρόμων. Ο IMEC, που ανακοινώθηκε στη συνάντηση των G20 το 2023 από ΗΠΑ, Ινδία, Σαουδική Αραβία, ΗΑΕ, ΕΕ, Γαλλία, Γερμανία και Ιταλία, δεν είναι ένα μεμονωμένο έργο. Είναι ένα πλαίσιο σύνδεσης θαλάσσιων μεταφορών, σιδηροδρόμων, ενέργειας και ψηφιακών υποδομών. Για την Ελλάδα, η σημασία του έγκειται στο ότι η Ανατολική Μεσόγειος επανεισάγεται στον παγκόσμιο χάρτη συνδεσιμότητας ως τερματικός ευρωπαϊκός βραχίονας, και τα ΗΑΕ είναι από τους πλέον δραστήριους χρηματοδοτικούς και λειτουργικούς κόμβους του εγχειρήματος.

Η Ιορδανία είναι το πρώτο σημείο όπου το εμιρατινό σχέδιο παίρνει απτή υλική μορφή στην Ανατολική Μεσόγειο. Στις 15 Απριλίου, Ιορδανία και ΗΑΕ υπέγραψαν τη συμφωνία για τον σιδηρόδρομο της Άκαμπα, έργο 2,3 δισ. δολαρίων, μήκους περίπου 360 χλμ., με προβλεπόμενη μεταφορική ικανότητα περίπου 16 εκατ. τόνων ετησίως. Η Petra και η WAM το παρουσιάζουν ως πρώτο στάδιο του εθνικού σιδηροδρομικού δικτύου της Ιορδανίας και μέρος ευρύτερου πλαισίου 5,5 δισ. δολ. που συμφωνήθηκε στα τέλη του 2023. Το έργο ενισχύει την Άκαμπα ως πύλη logistics για τη μεταφορά φωσφορικών και ποτάσας από την ενδοχώρα στο λιμάνι, ενώ δυνητικά επεκτείνει μελλοντικά τη συνδεσιμότητα προς Συρία, Μεσόγειο, Τουρκία και αραβικές αγορές.

Η περίπτωση της Ιορδανίας είναι κρίσιμη για την Ελλάδα για δύο λόγους. Πρώτον, η Ελλάδα έχει ήδη ενεργό πολιτικό κανάλι με την Ιορδανία μέσω του τριμερούς σχήματος Ελλάδας–Κύπρου–Ιορδανίας και των διμερών επαφών του 2024 και του 2026. Δεύτερον, εάν η Άκαμπα ενισχυθεί ως νότιος κόμβος, η Ελλάδα μπορεί να τοποθετηθεί ως ευρωπαϊκός βόρειος κόμβος στους θαλάσσιους και ενεργειακούς κλάδους ενός ευρύτερου άξονα Ανατολικής Μεσογείου–Βαλκανίων.

Ως προς το φυσικό αέριο, οι ΗΠΑ υποστηρίζουν ανοιχτά τον Κάθετο Διάδρομο Ελλάδας–Βουλγαρίας–Ρουμανίας–Μολδαβίας–Ουκρανίας. Το αμερικανικό υπουργείο Ενέργειας δήλωσε ότι οι ΗΠΑ είναι έτοιμες να διευκολύνουν την παροχή LNG σε ελληνικούς τερματικούς σταθμούς ώστε να τροφοδοτηθεί αυτή η διαδρομή, ενώ τον Φεβρουάριο του 2026 φιλοξένησε σχετική συνάντηση υψηλού επιπέδου. Στο ίδιο πλαίσιο, η Atlantic See LNG Trade, κοινό σχήμα του ελληνικού Aktor με τη ΔΕΠΑ Εμπορίας, υπέγραψε συμφωνίες αμερικανικού LNG με ορίζοντα 20ετίας, ενώ η Aktor δημοσιοποίησε στις 28 Απριλίου 2026 νέα εικοσαετή συμφωνία της θυγατρικής Aktor LNG USA με την κρατική αλβανική Albgaz. Η αλληλουχία αυτή δείχνει ότι η αμερικανική ενεργειακή στρατηγική στη ΝΑ Ευρώπη και τα Βαλκάνια περνά όλο και περισσότερο από δίκτυα στα οποία Ελλάδα και περιφερειακοί εταίροι λειτουργούν ως ενδιάμεσοι κόμβοι.

Η χρονική σύμπτωση είναι αξιοσημείωτη. Η συνάντηση Μητσοτάκη–Ράμα έγινε στην Αθήνα στις 22 Απριλίου 2026, ενώ η ανακοίνωση της συμφωνίας Aktor–Albgaz ακολούθησε στις 28 Απριλίου. H ελληνο-αλβανική εξομάλυνση και η αμερικανική προώθηση του LNG δημιουργούν χώρο για ταχύτερη περιφερειακή ενεργειακή ολοκλήρωση.

Στο θαλάσσιο σκέλος, τα ΗΑΕ διαθέτουν το ισχυρότερο εξωστρεφές αποτύπωμα στην περιοχή. Η DP World λειτουργεί περισσότερα από εξήντα λιμάνια και τερματικά διεθνώς, με το Τζεμπέλ Αλί να παραμένει ένας από τους μεγαλύτερους κόμβους εμπορευματοκιβωτίων παγκοσμίως και να συνδέεται άμεσα με περισσότερα από 150 λιμάνια. Η εταιρεία έχει ενισχύσει κρίσιμους κόμβους στην Αίγυπτο και άνοιξε νέα στρατηγική θαλάσσια σύνδεση Τζεμπέλ Αλί–Μπερμπέρα, προσφέροντας εναλλακτική διαδρομή προς Σομαλιλάνδη και Αιθιοπία. Επιπλέον, η DP World έχει παρουσία και στην Κύπρο.

Παράλληλα, η AD Ports Group διευρύνει ταχύτατα το αποτύπωμά της. Η WAM ανέφερε ότι το 2026 το διεθνές χαρτοφυλάκιο της AD Ports έφθασε τα 36 λιμάνια/τερματικούς μετά την προσθήκη του λιμένα πολλαπλών χρήσεων της Άκαμπα. Στην Αίγυπτο, η AD Ports προωθεί κέντρο διανομής 1,1 τ.χλμ. στην Αλεξάνδρεια, λειτουργεί ή αναπτύσσει επενδυτικά αγαθά σε Σαφάγκα και Πορτ Σάιντ, και έχει ενισχύσει τη θέση της και σε τερματικούς λιμένες της Μεσογείου όπως η Αλεξάνδρεια και η Ντεχκέιλα. Για την Ελλάδα, αυτό σημαίνει ότι το εμιρατινό σύστημα λιμένων και logistics «αγκαλιάζει» πλέον τον άξονα Ερυθρά Θάλασσα–Σουέζ–Ανατολική Μεσόγειος–Λεβάντε.

Ανταγωνισμός με Σαουδική Αραβία και Κατάρ

Η σχέση ΗΑΕ–Σαουδικής Αραβίας δεν είναι πλέον απλώς συνεργατική. Ευρωπαϊκές και αμερικανικές αναλύσεις καταγράφουν από το 2025 και ιδίως το 2026 αυξανόμενη απόκλιση στα μέτωπα της Υεμένης, του Σουδάν, της Ερυθράς Θάλασσας και του Κέρατος της Αφρικής. Το ECFR μιλά ευθέως για αγώνα ισχύος στη ζώνη Ερυθράς–Χορν, ενώ άλλο κείμενο του ECFR περιγράφει τη ρήξη ως μετάβαση της σχέσης από εταιρική σε ανταγωνιστική. Αυτό δεν σημαίνει αναπόφευκτη σύγκρουση, αλλά σημαίνει ότι το Άμπου Ντάμπι και το Ριάντ ανταγωνίζονται για το ποιος θα καθορίζει τους όρους συνδεσιμότητας, επιρροής και ασφάλειας στις νότιες πύλες της Ανατολικής Μεσογείου.

Στη Σομαλιλάνδη και ευρύτερα στο κέρας , η εμιρατινή παρουσία είναι διαχρονικά πιο επιχειρησιακή. Η DP World έχει αναπτύξει το Berbera ως εναλλακτική διαδρομή προς την Αιθιοπία, ενώ το ECFR επισημαίνει ότι η σομαλική κυβέρνηση αποδίδει κρίσιμο ρόλο στο εμιρατινό αποτύπωμα πίσω από κινήσεις στην περιοχή. Άλλες αναλύσεις δείχνουν ότι το Άμπου Ντάμπι χρησιμοποιεί πιο ευέλικτη στρατηγική προκεχωρημένων σταθμών και λιμενικών/στρατιωτικών συνεργασιών, ενώ το Ριάντ κινείται περισσότερο μέσα από κρατικές πρωτοβουλίες και ευρύτερες εξισορροπήσεις. Για την Ελλάδα, το συμπέρασμα είναι ότι τα ΗΑΕ είναι πιο δραστήριος παίκτης σε σημεία που επηρεάζουν τις θαλάσσιες ροές προς το Σουέζ και την Ανατολική Μεσόγειο.

Με το Κατάρ, το τοπίο είναι διαφορετικό. Η ανοιχτή ρήξη του 2017 έχει λήξει, αλλά η αντιπαλότητα δεν εξαφανίστηκε· μετακινήθηκε σε πιο εκλεπτυσμένα πεδία: αερομεταφορές, επιρροή μέσων ενημέρωσης, χρηματοοικονομικά κέντρα, κεφάλαια επιχειρηματικού κινδύνου, ενεργειακή διπλωματία και διαμεσολάβηση. Το Carnegie καταγράφει ότι Σαουδική Αραβία, Κατάρ και ΗΑΕ κινούνται πλέον ως ανταγωνιστικοί πόλοι διαφοροποίησης εντός GCC, ενώ οι FT/ECFR επισημαίνουν τη χρήση κρατικών επενδυτικών ταμείων ως εργαλεία προσέλκυσης κεφαλαίων και ταλέντου. Για την Αθήνα, αυτό σημαίνει ότι η στενή σχέση με τα ΗΑΕ δεν πρέπει να αποκόψει την πρόσβαση στην Ντόχα, ειδικά όταν η Ελλάδα επιδιώκει πολυμερή θέση στον Κόλπο. Η πρόσφατη συνάντηση Μητσοτάκη με τον εμίρη του Κατάρ, στις 29 Απριλίου 2026, επιβεβαιώνει αυτό το ισοζύγιο.

Σε επίπεδο ασφάλειας, οι ελληνο-εμιρατινές σχέσεις είναι πιο ώριμες από ό,τι συνήθως αναγνωρίζεται. Η Αθήνα και το Άμπου Ντάμπι θεσμοποίησαν το 2020 την αμυντική και εξωτερικοπολιτική τους συνεργασία, ενώ τον Απρίλιο του 2025 υπεγράφη νέο πρόγραμμα στρατιωτικής συνεργασίας. Η Πολεμική Αεροπορία της Ελλάδας καταγράφει σταθερή συμμετοχή της εμιρατινής αεροπορίας στον «Ηνίοχο», ενώ η ελληνική ηγεσία άμυνας διατηρεί ενεργή παρουσία σε αμυντικά φόρουμ στο Άμπου Ντάμπι. Πρόκειται για ουσιαστικό δίκτυο διαλειτουργικότητας και εμπιστοσύνης, που σπανίζει στις σχέσεις Ελλάδας με αραβικά κράτη.

Αυτό το δίκτυο διασταυρώνεται με το σχήμα Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ. Το τριμερές σχήμα ανανεώθηκε πολιτικά στην Ιερουσαλήμ τον Δεκέμβριο του 2025 και η αμυντική συνεργασία Ελλάδας–Ισραήλ βαθαίνει, όπως δείχνουν οι συμφωνίες για ρουκετικά συστήματα και αντι-drone συνεργασία. Η σημασία των Συμφωνιών του Αβραάμ είναι ότι η σχέση ΗΑΕ–Ισραήλ επιτρέπει στο Άμπου Ντάμπι να κινείται στο ίδιο επιχειρησιακό περιβάλλον με ένα δίκτυο όπου η Ελλάδα ήδη συμμετέχει. Δεν υπάρχει επίσημο τετραμερές Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ–ΗΑΕ, αλλά υπάρχει ντε φάκτο γεωστρατηγική συμβατότητα σε αρκετά ζητήματα.

Τι σημαίνει αυτό για την Ελλάδα

Για την Ελλάδα, τα οφέλη από μια αναβαθμισμένη σχέση με τα ΗΑΕ είναι τέσσερα.

Πρώτον, επενδυτικό βάθος. Η ελληνική κυβέρνηση δήλωσε τον Φεβρουάριο του 2025 ότι ο στόχος άμεσων επενδύσεων ύψους 4 δισ. ευρώ από τα ΗΑΕ που είχε τεθεί το 2022 έχει ήδη υπερκαλυφθεί. Αυτό συνιστά απτό προηγούμενο πολιτικής εμπιστοσύνης, που δεν υπάρχει στον ίδιο βαθμό με άλλους παίκτες του Κόλπου.

Δεύτερον, ενεργειακή και logistics αναβάθμιση της Ελλάδας. Αν ο Κάθετος Διάδρομος αποκτήσει μόνιμο όγκο ροών και αν το δίκτυο ΗΑΕ–Ιορδανίας–Αιγύπτου–Βαλκανίων συνεχίσουν να πυκνώνουν, η Ελλάδα μπορεί να ενισχυθεί όχι μόνο ως σημείο εισόδου LNG, αλλά και ως ευρωπαϊκός κόμβος κανόνων, αποθήκευσης, εμπορίας, ασφάλισης, χρηματοδότησης και διασύνδεσης θαλάσσιων–σιδηροδρομικών αλυσίδων. Αυτό είναι γεωοικονομική υπεραξία, που ξεπερνά τον τομέα των μεταφορών.

Τρίτον, αμυντική εξισορρόπηση. Η ελληνο-εμιρατινή σχέση προσθέτει αραβικό βάθος στην ελληνική αποτροπή, ειδικά όταν συνδέεται με τις ΗΠΑ, τη Γαλλία, την Κύπρο και το Ισραήλ. Η αξία της δεν είναι ότι δημιουργεί μια «συμμαχία εναντίον κάποιου», αλλά ότι διευρύνει το πλέγμα κρατών που έχουν συμφέρον στη σταθερότητα της Ανατολικής Μεσογείου και στην αποτροπή κρίσεων που θα διέκοπταν τη ροή του εμπορίου, της ενέργειας και της ναυσιπλοΐας.

Τέταρτον, διπλωματική μόχλευση στον αραβικό κόσμο. Η Αθήνα έχει κάθε συμφέρον να οικοδομήσει με τα ΗΑΕ μία σχέση που να της δίνει πρόσβαση σε κόμβους όπως η Ιορδανία, η Αίγυπτος και, έμμεσα, τα Βαλκάνια μέσω της ενεργειακής διασυνδεσιμότητας. Η πρόσφατη κινητικότητα γύρω από Άκαμπα, Αλεξάνδρεια, Σαφάγκα και Αλβανία δείχνει ότι η περιοχή πηγαίνει προς δικτυωμένη συνδεσιμότητα. Η Ελλάδα μπορεί να βρίσκεται μέσα σε αυτά τα δίκτυα, αρκεί να κινηθεί έγκαιρα.

Οι κίνδυνοι είναι επίσης σαφείς.

Ο πρώτος είναι ο κίνδυνος υπερεξάρτησης από ένα μόνο εταίρο στον Περσικό κόλπο. Αν η Αθήνα δώσει την εντύπωση ότι στοιχίζεται πλήρως με το Άμπου Ντάμπι, μπορεί να χάσει περιθώρια με το Ριάντ ή τη Ντόχα. Η συνάντηση Μητσοτάκη με τον εμίρη του Κατάρ δείχνει ότι αυτό έχει γίνει αντιληπτό από την ελληνική διπλωματία.

Ο δεύτερος είναι ο γεωπολιτικός κίνδυνος της περιφερειακής ανάφλεξης. Η Παγκόσμια Τράπεζα προειδοποιεί ότι η παρατεταμένη αστάθεια μπορεί να πλήξει το εμπόριο, τον τουρισμό, τις αερομεταφορές και τα logistics των ΗΑΕ, ενώ το Chatham House υπογραμμίζει το κόστος του πολέμου με το Ιράν για τους εξαγωγείς του Κόλπου. Για την Ελλάδα, αυτό σημαίνει ότι οποιαδήποτε στρατηγική συνέργεια με τα ΗΑΕ πρέπει να περιλαμβάνει ισχυρούς μηχανισμούς διαχείρισης κινδύνων και σχεδιασμού έκτακτης ανάγκης για ναυσιπλοΐα, ασφάλεια υποδομών και ασφαλιστικό κόστος.

Βραχυπρόθεσμα, η Ελλάδα πρέπει να θεσμοποιήσει έναν μόνιμο ελληνο-εμιρατινό διάλογο για λιμάνια, logistics, ενέργεια και αμυντική βιομηχανία, με συμμετοχή και του ιδιωτικού τομέα. Στόχος να συνδεθούν σε μία ατζέντα Αλεξανδρούπολη, Θεσσαλονίκη, Πειραιάς, Ρεβυθούσα, FSRU και υποδομές τεχνητής νοημοσύνης και δεδομένων.

Μεσοπρόθεσμα, η Αθήνα πρέπει να ζητήσει συγκεκριμένα εμιρατινή συγχρηματοδότηση για έργα σε βιομηχανική εφοδιαστική, λιμενικές υπηρεσίες, αποθήκευση ενέργειας, πράσινα καύσιμα και logistics διπλής χρήσης. Το προηγούμενο του στόχου των 4 δισ. ευρώ δείχνει ότι υπάρχουν οι βάσεις.

Μακροπρόθεσμα, η Ελλάδα πρέπει να εντάξει τα ΗΑΕ σε μία πολυεπίπεδη στρατηγική που θα περιλαμβάνει ταυτόχρονα Σαουδική Αραβία, Κατάρ, Ιορδανία, Αίγυπτο, Κύπρο, Ισραήλ, ΗΠΑ και ΕΕ. Το ζητούμενο δεν είναι μια διμερής «ειδική σχέση» με αποκλεισμούς, αλλά η μετατροπή της Ελλάδας σε ευρωπαϊκή πύλη πολλαπλών διαδρόμων.