Τρίτη, 14 Ιούλ, 2026

Υπερηφάνεια: Ένα θανάσιμο αμάρτημα

Όταν μία κοινωνία καθιερώνει εορτασμούς προβάλλοντας την υπερηφάνεια ως σύνθημα, καλό θα ήταν να αναρωτηθούμε  τι ακριβώς σημαίνει αυτό και τι συμβαίνει κάτω από τη λαμπερή επιφάνεια. Γιατί η υπερηφάνεια είναι ένα συναίσθημα με αρνητικές προεκτάσεις, που έχει στηλιτευθεί όχι μόνο από τον χριστιανικό αλλά και από τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό.

Κατά καιρούς έχει προσλάβει διάφορες αποχρώσεις. Οι φιλόσοφοι άλλοτε προειδοποιούν κατά της κενοδοξίας, άλλοτε κατά της αλαζονείας. Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για ένα πάθος, που απομακρύνει τον άνθρωπο από τη νηφαλιότητα, τη λογική, το μέτρο, τον Θεό.

Σύμβολο της υπερηφάνειας στη δυτική παράδοση είναι το παγώνι, με τα ιριδίζοντα χρώματα και τη μοναδική ουρά που ανοίγει σαν βεντάλια. Αρκετοί είναι οι μύθοι που συνδέονται με το πουλί αυτό, και ο κάθε ένας προσφέρει μία διαφορετική ματιά στις ιδιότητές του. Από τους πιο γνωστούς είναι αυτός του Αισώπου, όπου η ομορφιά του παγωνιού αντιπαραβάλλεται με την ελευθερία του γερανού, θυμίζοντας στους ανθρώπους ότι υπάρχουν πιο ουσιαστικά πράγματα από την εμφάνιση. Υπάρχει όμως και ο μύθος για το παράπονο του παγωνιού, στον οποίο η Ήρα παρηγορεί το πουλί για την άσχημη φωνή του λέγοντας ότι κάθε ζώο έχει το δικό του χάρισμα — που του έδωσαν οι Μοίρες — εκείνο την ομορφιά, το αηδόνι το γλυκό κελάηδισμα, ο αετός τη δύναμη κοκ. Εδώ το μήνυμα είναι η αποδοχή του εαυτού, όπως γεννηθήκαμε, με τις ιδιότητες με τις οποίες μάς προίκισε ο ουρανός.

Όπως έχει καταγραφεί, ο πρώτος που συγκέντρωσε τις αρνητικές ιδιότητες του χαρακτήρα ήταν ένας μοναχός, ο Ευάγριος από τον Πόντο, τον 4ο αιώνα μ.Χ. Σύμφωνα με τον Ευάγριο, τα κύρια αμαρτήματα ήταν οκτώ, με την υπερηφάνεια να κατέχει την τέταρτη θέση ανάμεσά τους: γαστριμαργία, πορνεία, φιλαργυρία, υπερηφάνεια, λύπη, οργή, κενοδοξία, ακηδία.

Αργότερα, στα τέλη του 6ου αιώνα, ο Πάπας Γρηγόριος Α΄ αναθεώρησε και επισημοποίησε τον κατάλογο των μέγιστων αμαρτημάτων. Στη λατινική εκδοχή τους, η υπερηφάνεια ενώθηκε με την κενοδοξία ως ‘αλαζονεία’, και η ακηδία με τη λύπη ως ‘οκνηρία’, ενώ προστέθηκε η ζηλοφθονία, δίνοντας τελικά επτά θανάσιμα αμαρτήματα: λαγνεία, λαιμαργία, απληστία, οκνηρία, οργή, ζηλοφθονία, αλαζονεία.

Ως αμαρτήματα ορίζονται τα πάθη αυτά που απομακρύνουν την ανθρώπινη ψυχή από τον Θεό. Ο χαρακτηρισμός ‘θανάσιμα’ — ο οποίος δεν περιλαμβάνεται στα Ευαγγέλια, αλλά προστέθηκε αργότερα — τονίζει τη σοβαρότητα των συνεπειών τους. Η ηθική αντίληψη των Ελλήνων για τη θεϊκή φύση της λογικής, της ενάργειας και της νηφαλιότητας μεταφέρθηκε και στους χριστιανούς στοχαστές, που επίσης υποστήριξαν ότι τα πάθη φθείρουν την ψυχή και εμποδίζουν την ανύψωσή της.

Από άποψη βαρύτητας, πιο χαμηλά βρίσκονται τα πάθη που συνδέονται με τα ζωικά ένστικτα: το γενετήσιο ένστικτο, η πείνα, η απληστία. Όσο περισσότερο ενδίδουμε σε αυτά τόσο απομακρυνόμαστε από τη θεϊκή μας φύση και πλησιάζουμε τη ζωώδη, αρνούμενοι το θεϊκό δώρο της δυνατότητας να μοιάσουμε στον Δημιουργό. Ανεβαίνοντας την κλίμακα (ή κατεβαίνοντας τα επίπεδα) συναντούμε τα πάθη. Στην κορυφή είναι τοποθετημένη η αλαζονεία/υπερηφάνεια, που προκάλεσε και την πτώση του αγγέλου Εωσφόρου, μετατρέποντάς τον σε Σατανά — δηλαδή, εχθρό.

Στον αντίποδα της υπερηφάνειας βρίσκεται η ταπεινότητα: η αναγνώριση της ανώτερης δύναμης (ή των ανώτερων δυνάμεων) που δημιούργησε και ορίζει τη ζωή, και η παράδοση στην άπειρη αγαθότητά Της, μέσω της οποίας επιτυγχάνεται τελικά η ένωση μαζί Της.

Υπό αυτό το πρίσμα, μοιάζει απολύτως φυσικό που η εποχή μας γιορτάζει την υπερηφάνεια. Πρόκειται για ένα στάδιο μιας διαδικασίας που έχει ξεκινήσει εδώ και δεκαετίες, ίσως και περισσότερο, κατά την οποία οι άνθρωποι απαρνούνται κάθε σχέση με το θείο. Η άρνηση αυτή εκφράζεται με πολλούς τρόπους και σε πολλά επίπεδα. Αν περιορίσουμε τη διερεύνηση στον 20ό αιώνα, μπορούμε να θεωρήσουμε μία από τις πρώτες εκφάνσεις της την επανάσταση απέναντι στην παράδοση και τους καθιερωμένους κανόνες ύπαρξης και συμβίωσης μέσα στην κοινότητα, με την έμφαση να στρέφεται στην έκφραση του εαυτού και γενικότερα στην υποκειμενικότητα.

Στις δυτικές κοινωνίες, ο εαυτός πήρε θηριώδεις διαστάσεις, επισκιάζοντας την αισθητική, τον σεβασμό και τη φροντίδα, το καθήκον και άλλες σημαντικές παραμέτρους της ατομικής και κοινωνικής ζωής. Ακόμη και θεμελιώδεις αρχές και αξίες υποχώρησαν μπροστά στον υποκειμενισμό που αναπτύχθηκε και άρχισε να επιβάλλεται όλο και περισσότερο. Τα πρότυπα διαστρεβλώθηκαν, ενώ το ζητούμενο, το νόημα, η ανταμοιβή, η έννοια μιας καλής ζωής και ο ορισμός ενός καλού ανθρώπου μοιάζει να έχουν διαγραφεί από το συλλογικό ασυνείδητο.

Η γιορτή της Υπερηφάνειας είναι επί της ουσίας μία γιορτή για τη νίκη των ενστίκτων του ανθρώπου επί των ιδανικών του· για την κατίσχυση της ελευθεριότητας επί των ορίων που επιβάλλουν η φρόνηση, η σύνεση, η σεμνότητα, ο σεβασμός· για την αποδέσμευση από την ‘τυραννία’ των ηθικών επιταγών· για την απαλλαγή από τον ζυγό ενός απαιτητικού Θεού που είχε περικλείσει την ανθρώπινη ζωή με εντολές αποστερώντας το ποίμνιο από τις απολαύσεις αυτού του κόσμου. Το επίγειο ‘εγώ’ χαίρει και γιορτάζει την παράδοσή του στο εφήμερο του κόσμου, σαν να μην υπάρχει αύριο, σαν να μην υπάρχει ζωή μετά τον θάνατο, σαν να μην υπάρχει τίποτα υψηλότερο από τα πάθη μας.

Οι απόψεις που διατυπώνονται στο παρόν άρθρο δεν αντικατοπτρίζουν κατ’ ανάγκην τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.

Κίντσουγκι: Η χρυσή ρωγμή και το μάθημα μιας κοινωνίας που δεν πετά ό,τι ραγίζει

Στην Ιαπωνία, όταν ένα πολύτιμο κεραμικό σπάσει, δεν θεωρείται αναγκαστικά άχρηστο. Μπορεί να επισκευαστεί με λάκα και σκόνη χρυσού, ασημιού ή άλλου πολύτιμου μετάλλου, έτσι ώστε η ρωγμή να μη σβηστεί αλλά να φανεί. Η τέχνη αυτή λέγεται κίντσουγκι kintsugi, δηλαδή «χρυσή ένωση» — και συναντάται και ως κιντσουκούροϊ, «χρυσή επισκευή». Δεν είναι απλώς μια τεχνική αποκατάστασης κεραμικών. Είναι ένας τρόπος να βλέπει κανείς τον χρόνο, τη φθορά, την απώλεια και τη συνέχεια.

Η εικόνα είναι απλή και γι’ αυτό δυνατή: ένα πιάτο, ένα μπολ ή ένα κύπελλο της τελετής του τσαγιού πέφτει και σπάει. Σε έναν κόσμο που συνηθίζει να μετρά την αξία με όρους καινούριου, άθικτου και εμπορικά ελκυστικού, η πρώτη αντίδραση θα ήταν να πεταχτεί. Στη λογική του κίντσουγκι, όμως, το αντικείμενο δεν ακυρώνεται από το τραύμα του. Αντιθέτως, το τραύμα εντάσσεται στην ταυτότητά του. Η ρωγμή δεν κρύβεται· φωτίζεται. Το σπάσιμο δεν αντιμετωπίζεται ως ντροπή· γίνεται μέρος της ιστορίας.

Η παραδοσιακή μέθοδος δεν είναι πρόχειρη. Χρησιμοποιεί ουρούσι [urushi], φυσική ιαπωνική λάκα από χυμό δέντρου, και απαιτεί χρόνο, υπομονή και τεχνική. Δεν πρόκειται για ένα βιαστικό «κόλλημα», αλλά για μια διαδικασία φροντίδας. Το αντικείμενο δεν επιστρέφει ακριβώς στην προηγούμενη κατάσταση. Γίνεται κάτι άλλο: παλαιότερο και νέο μαζί, πιο ευάλωτο αλλά και πιο πολύτιμο, επειδή φέρει επάνω του τη μνήμη της θραύσης και της αποκατάστασης.

Εκεί βρίσκεται η ουσία του κίντσουγκι. Δεν αρνείται ότι τα πράγματα σπάνε. Δεν προσποιείται ότι η φθορά δεν υπάρχει. Δεν ζητά να κρύψουμε τις πληγές κάτω από ένα στρώμα ψεύτικης τελειότητας. Λέει κάτι βαθύτερο: ότι όσα έχουν αξία δεν πετιούνται επειδή ράγισαν. Επισκευάζονται με τέτοιον τρόπο ώστε η πληγή τους να γίνει μαρτυρία, μνήμη και κάλλος.

Το κίντσουγκι συνδέεται συχνά με την αισθητική του ουάμπι-σάμπι [wabi-sabi], την ιαπωνική αναγνώριση της ομορφιάς στην απλότητα, στην ατέλεια και στην παροδικότητα. Στη Δύση, η ατέλεια συχνά αντιμετωπίζεται ως αποτυχία. Στην ιαπωνική αυτή παράδοση, όμως, η ατέλεια μπορεί να γίνει βάθος. Το παλιό αντικείμενο, το ραγισμένο κεραμικό, το σημάδι του χρόνου, δεν είναι κατ’ ανάγκην ελάττωμα. Είναι απόδειξη ότι κάτι έζησε, άντεξε, υπέστη βλάβη και δεν εγκαταλείφθηκε.

Από αυτή την τέχνη μπορεί να αντλήσει κανείς ένα ευρύτερο πολιτισμικό μάθημα. Διότι οι κοινωνίες, όπως και τα αντικείμενα, ραγίζουν. Ραγίζουν από οικονομικές κρίσεις, πολέμους, δημογραφική παρακμή, θεσμική κόπωση, ηθική διάβρωση, απώλεια πίστης στην οικογένεια, στην κοινότητα και στην πατρίδα. Το ερώτημα δεν είναι αν θα υπάρξουν ρωγμές. Το ερώτημα είναι τι κάνεις όταν εμφανιστούν.

Μια κοινωνία της αντικατάστασης πετά το παλιό και αγοράζει κάτι νέο. Μια κοινωνία της μνήμης επισκευάζει. Η πρώτη βλέπει το σπάσιμο ως τέλος. Η δεύτερη το βλέπει ως αρχή ευθύνης. Αυτή είναι η μεγάλη διαφορά ανάμεσα σε έναν πολιτισμό που σέβεται τη συνέχεια και σε έναν πολιτισμό που έχει μάθει να ζει με την ευκολία του αναλώσιμου.

Η σύγχρονη Δύση έχει χτίσει μεγάλο μέρος της καθημερινότητάς της πάνω στην αντικατάσταση. Όταν κάτι δυσκολεύει, το αλλάζει. Όταν κάτι παλιώνει, το θεωρεί ξεπερασμένο. Όταν μια σχέση, μια οικογένεια, μια γειτονιά, ένα επάγγελμα, ένας θεσμός ή μια εθνική παράδοση παρουσιάσει ρωγμές, η πρώτη αντίδραση είναι συχνά η εγκατάλειψη. Όχι η επισκευή. Όχι η υπομονή. Όχι η αργή αποκατάσταση. Αλλά η εύκολη λύση: πετάμε, αγοράζουμε, εισάγουμε, αντικαθιστούμε.

Αυτό το πνεύμα δεν περιορίζεται στα αντικείμενα. Περνά στον άνθρωπο, στην πολιτική, στην οικογένεια, στην οικονομία και τελικά στο ίδιο το έθνος. Όταν η δημογραφία καταρρέει, η απάντηση δεν είναι πάντα η ενίσχυση της οικογένειας, η στήριξη των νέων ζευγαριών, η αποκατάσταση της σχέσης του ανθρώπου με τον τόπο του. Πολύ συχνά η απάντηση γίνεται λογιστική: αντικατάσταση πληθυσμού, εισαγωγή εργατικών χεριών, εμπορευματοποίηση της κατοικίας, μετατροπή της παραμονής σε επενδυτικό προϊόν.

Η Ιαπωνία δεν είναι κοινωνία χωρίς προβλήματα. Αντιμετωπίζει βαριά γήρανση, υπογεννητικότητα και μεγάλη πίεση στην αγορά εργασίας. Όμως το δημογραφικό της πρόβλημα έχει διαφορετική μορφή από εκείνο πολλών δυτικών κοινωνιών. Δεν έχει μετατραπεί σε μια γενικευμένη πολιτική αντικατάστασης του εθνικού σώματος ούτε συνοδεύεται από ένα μοντέλο όπου η εγκατάσταση στη χώρα αγοράζεται μέσω ακινήτων. Η Ιαπωνία έχει ξένους κατοίκους και αυξανόμενες ανάγκες ξένης εργασίας, αλλά μέσα σε αυστηρά ορισμένες κατηγορίες παραμονής: εργασία, εξειδικευμένη απασχόληση, σπουδές, οικογενειακοί δεσμοί, επιχειρηματική διαχείριση ή άλλες συγκεκριμένες δραστηριότητες. Οι επίσημες ιαπωνικές κατηγορίες μακράς παραμονής δεν συγκροτούν ένα πρόγραμμα Golden Visa τύπου Ελλάδας, όπου η αγορά ακινήτου λειτουργεί ως βασική οδός για άδεια διαμονής.

Αυτό είναι κρίσιμο. Η Ιαπωνία δεν προσφέρει μια κλασική Golden Visa δεμένη με αγορά κατοικίας. Δεν λέει στον ξένο επενδυτή: αγόρασε ακίνητο και πάρε δικαίωμα παραμονής. Η παραμονή συνδέεται με δραστηριότητα, ιδιότητα, εργασία, οικογένεια ή θεσμικά ορισμένο σκοπό. Η ιδιοκτησία ακινήτου δεν γίνεται από μόνη της διαβατήριο εγκατάστασης. Αυτό δείχνει μια διαφορετική αντίληψη για τη σχέση ανάμεσα στο κράτος, τη γη και την παραμονή.

Ακόμη και στο ζήτημα της παράνομης παραμονής, η ιαπωνική περίπτωση δείχνει διαφορετική κλίμακα και διαφορετική κρατική στάση. Σύμφωνα με την Υπηρεσία Μετανάστευσης της Ιαπωνίας, οι αλλοδαποί που διέμεναν παράνομα στη χώρα ανέρχονταν σε 68.488 την 1η Ιανουαρίου 2026, αριθμός μειωμένος σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Δεν πρόκειται για μηδενικό φαινόμενο· καμία μεγάλη σύγχρονη χώρα δεν είναι απολύτως απαλλαγμένη από τέτοια ζητήματα. Όμως πρόκειται για περιορισμένο και κρατικά καταγεγραμμένο φαινόμενο σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό της χώρας. Την ίδια ώρα, οι ξένοι κάτοικοι της Ιαπωνίας έφτασαν τα 4.125.395 στο τέλος του 2025, σύμφωνα με τα στοιχεία της ιαπωνικής διοίκησης, παραμένοντας περίπου στο 3,3% του συνολικού πληθυσμού.

Με άλλα λόγια, η Ιαπωνία γερνά, αλλά παραμένει δημογραφικά συμπαγής. Δεν αντιμετωπίζει το έθνος της ως κάτι που μπορεί απλώς να αντικατασταθεί. Το πρόβλημά της είναι βαθύ, όμως παραμένει εσωτερικό: πώς θα διατηρηθεί η συνέχεια ενός λαού με λίγες γεννήσεις. Το ερώτημα για την Ιαπωνία είναι πώς θα επισκευάσει το ράγισμα χωρίς να αλλάξει το ίδιο το σκεύος. Αυτή ακριβώς είναι η σύνδεση με το κίντσουγκι: η ρωγμή αναγνωρίζεται, αλλά δεν γίνεται πρόσχημα για εγκατάλειψη της ταυτότητας.

Εδώ εισάγεται το ελληνικό ερώτημα. Η Ελλάδα γνωρίζει πολύ καλά τι σημαίνει ρωγμή. Οικονομική κρίση, φυγή νέων ανθρώπων, υπογεννητικότητα, γήρανση, πίεση στην οικογένεια, ακριβά ενοίκια, αποδυνάμωση των τοπικών κοινοτήτων, απώλεια εμπιστοσύνης στους θεσμούς. Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το 2024 καταγράφουν ξανά τη δημογραφική πίεση: οι θάνατοι υπερβαίνουν τις γεννήσεις, επιβεβαιώνοντας τη φυσική μείωση του πληθυσμού. Η χώρα δεν έχει απλώς ένα οικονομικό πρόβλημα. Έχει πρόβλημα συνέχειας.

Το ερώτημα είναι τι κάνει με αυτή τη ρωγμή. Την επισκευάζει με χρυσό ή πουλά το ίδιο το σκεύος;

Σε αυτό το σημείο μπαίνει η συζήτηση για τη Golden Visa. Το ελληνικό πρόγραμμα παρουσιάζεται ως εργαλείο προσέλκυσης επενδύσεων. Και πράγματι, φέρνει κεφάλαια στην αγορά ακινήτων. Όμως η βαθύτερη σημασία του δεν είναι μόνο οικονομική. Είναι πολιτική, κοινωνική και εθνική. Διότι όταν μια χώρα με δημογραφικό πρόβλημα και στεγαστική κρίση συνδέει την άδεια παραμονής με την αγορά ακίνητης περιουσίας, τότε δεν προσελκύει απλώς χρήμα. Αλλάζει τη σχέση ανάμεσα στον τόπο, την κατοικία και την παραμονή.

Σύμφωνα με το υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου, η Golden Visa αφορά τη «μόνιμη άδεια διαμονής επενδυτή» και συνοδεύεται από ειδικά δικαιολογητικά, μεταξύ των οποίων συμβολαιογραφικές πράξεις, στοιχεία ακινήτου και τρόπος καταβολής τιμήματος ή μισθώματος. Στα στοιχεία του Απριλίου 2026, οι ισχύουσες άδειες διαμονής μόνιμου επενδυτή μαζί με τα μέλη οικογένειας ανέρχονταν σε 89.726. Οι άδειες που αφορούσαν τον ίδιο τον μόνιμο επενδυτή ήταν 31.178, από τις οποίες 23.643 αφορούσαν αρχική χορήγηση και 7.535 ανανέωση ή επανέκδοση.

Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η εικόνα των αιτήσεων. Για την περίοδο 2022 έως Απρίλιο 2026, οι αιτήσεις αρχικής χορήγησης και ανανέωσης ανήλθαν σε 39.785. Από αυτές, 29.697 είχαν εκδοθεί, 367 είχαν απορριφθεί, 30 είχαν ανακληθεί και 9.691 παρέμεναν εκκρεμείς. Στο δωδεκάμηνο Απρίλιος 2025–Απρίλιος 2026, καταγράφηκαν 7.077 αιτήματα, εκ των οποίων 2.380 είχαν εκδοθεί έως το τέλος Απριλίου, ενώ 4.676 παρέμεναν εκκρεμή. Οι περισσότερες εκκρεμότητες συγκεντρώνονταν στην Αττική, με 7.332 περιπτώσεις, ενώ ακολουθούσαν οι περιφέρειες Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου, Θεσσαλίας–Στερεάς Ελλάδας και Μακεδονίας–Θράκης. Ως προς τις υπηκοότητες, οι περισσότερες εκκρεμότητες αφορούσαν επενδυτές από την Κίνα, την Τουρκία και το Ισραήλ.

Η κυβέρνηση έχει αυξήσει τα όρια επένδυσης σε περιοχές υψηλής ζήτησης, αναγνωρίζοντας εμμέσως ότι το πρόγραμμα δεν είναι ουδέτερο για την αγορά κατοικίας. Σε Αττική, Θεσσαλονίκη, Μύκονο, Σαντορίνη και νησιά με πληθυσμό άνω των 3.100 κατοίκων το όριο έχει ανέβει στις 800.000 ευρώ, ενώ σε άλλες περιοχές στις 400.000 ευρώ, με ειδικές περιπτώσεις στις 250.000 ευρώ για αλλαγή χρήσης ή αποκατάσταση ακινήτων, υπό όρους. Οι αλλαγές αυτές δείχνουν ότι το κράτος γνωρίζει πως η Golden Visa δεν είναι απλώς ένα τεχνικό εργαλείο επενδύσεων. Επηρεάζει την κατοικία, τις τιμές, τη γεωγραφία της ιδιοκτησίας και τελικά την αίσθηση των πολιτών ότι μπορούν να ζήσουν στον τόπο τους.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ήδη επισημάνει ότι τα προγράμματα επενδυτικής ιθαγένειας και διαμονής, οι λεγόμενες «χρυσές βίζες» και τα «χρυσά διαβατήρια», εγείρουν κινδύνους που σχετίζονται με ασφάλεια, ξέπλυμα χρήματος, φοροδιαφυγή και διαφθορά. Η κριτική, επομένως, δεν είναι μόνο συναισθηματική ή ιδεολογική. Είναι και θεσμική. Όταν η παραμονή σε μια χώρα γίνεται προϊόν αγοράς, τότε η ίδια η έννοια του δεσμού με τον τόπο εξασθενεί.

Το κίντσουγκι μάς βοηθά να δούμε τη διαφορά. Η χρυσή επισκευή δεν σημαίνει ότι ρίχνεις χρήμα πάνω σε μια ρωγμή. Σημαίνει ότι αναγνωρίζεις την πληγή, τη φροντίζεις, τη μετατρέπεις σε μνήμη και την εντάσσεις σε μια συνέχεια. Αντιθέτως, όταν μια χώρα χρησιμοποιεί το ακίνητο ως μέσο εμπορικής πρόσβασης, κινδυνεύει να μπερδέψει τον χρυσό της επισκευής με το χρυσό της εκποίησης.

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να αρνηθεί κάθε επένδυση. Δεν χρειάζεται να κλειστεί στον εαυτό της. Χρειάζεται όμως να θυμηθεί ότι η κατοικία δεν είναι απλώς ένα περιουσιακό στοιχείο, η γειτονιά δεν είναι απλώς προϊόν, η παραμονή δεν είναι απλώς διαδικασία, και ο τόπος δεν είναι απλώς αγορά. Μια χώρα που έχει δημογραφικό πρόβλημα δεν μπορεί να βλέπει τη γη της μόνο ως επενδυτικό πεδίο τρίτων. Μια χώρα που χάνει νέους ανθρώπους δεν μπορεί να απαντά μόνο με εισροές κεφαλαίων. Μια χώρα που γερνά δεν μπορεί να αντικαθιστά την πολιτική οικογένειας με την πολιτική ακινήτων.

Το σπασμένο πιάτο του κίντσουγκι δεν πετιέται. Και φυσικά ούτε πουλιέται κομμάτι κομμάτι. Επισκευάζεται. Το ίδιο ισχύει και για μια κοινωνία. Αν η Ελλάδα έχει ρωγμές — και έχει — η απάντηση δεν μπορεί να είναι η εύκολη αντικατάσταση. Δεν μπορεί να είναι η εκποίηση της κατοικίας, η μετατροπή της παραμονής σε επενδυτικό προϊόν και η λογιστική αντιμετώπιση του δημογραφικού. Η απάντηση πρέπει να είναι μια «χρυσή επισκευή»: στήριξη της οικογένειας, αναζωογόνηση της υπαίθρου, αξιοπρεπής κατοικία για τους νέους, θεσμική σοβαρότητα, προστασία της ιδιοκτησίας των Ελλήνων, σεβασμός στη συνέχεια του έθνους.

Το κίντσουγκι δεν είναι νοσταλγία. Είναι αυστηρό μάθημα ευθύνης. Λέει ότι η φθορά δεν είναι δικαιολογία για παραίτηση. Ότι το παλιό δεν είναι άχρηστο επειδή ράγισε. Ότι η πληγή δεν πρέπει να κρύβεται, αλλά ούτε και να γίνεται αφορμή για διάλυση. Πρέπει να επισκευάζεται με τρόπο που να κάνει το αντικείμενο πιο δυνατό, πιο αληθινό και πιο πολύτιμο.

Αυτό είναι το δίλημμα για την Ελλάδα και συνολικά για τη Δύση. Θα συνεχίσουμε να πετάμε ό,τι ραγίζει, αναζητώντας κάθε φορά κάτι φθηνότερο, πιο γρήγορο και πιο εύκολο; Θα αντιμετωπίζουμε την οικογένεια, την κατοικία, την παράδοση και το έθνος ως παλιά σκεύη που πρέπει να αντικατασταθούν; Ή θα ξαναμάθουμε την τέχνη της επισκευής;

Η Ιαπωνία, με όλες τις δικές της δυσκολίες, μας υπενθυμίζει ότι υπάρχει και άλλος δρόμος: ο δρόμος της συνέχειας, της πειθαρχίας, της μνήμης και της μη εκποίησης της ταυτότητας. Το κίντσουγκι μάς λέει ότι οι ρωγμές μπορούν να γίνουν θησαυρός. Όχι όταν τις πουλάμε. Όταν τις επισκευάζουμε με χρυσό.

Οι απόψεις που διατυπώνονται στο παρόν άρθρο δεν αντικατοπτρίζουν κατ’ ανάγκην τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.

Συνεχίζεται η «συζήτηση» για την παγκόσμια φτώχεια

Η νέα «Έκθεση για την Παγκόσμια Δικαιοσύνη» του World Inequality Lab στη Γαλλία — η οποία ζητά την επιβολή ανώτατων ορίων στην οικονομική ανάπτυξη των πλούσιων χωρών, ανώτατους συντελεστές φόρου εισοδήματος 90% και τη δημιουργία ενός Παγκόσμιου Κρατικού Ταμείου για την αναδιανομή του πλούτου προς τον Παγκόσμιο Νότο — έχει αναζωπυρώσει μία από τις παλαιότερες συζητήσεις στην οικονομική επιστήμη: πώς μπορούμε να βγάλουμε τους ανθρώπους από τη φτώχεια;

Τα στοιχεία δεν αφήνουν περιθώρια αμφιβολίας. Η απάντηση είναι η οικονομική ανάπτυξη. Παρ’ όλα αυτά, πολλοί οικονομολόγοι υποστηρίζουν εδώ και δεκαετίες ότι η ανάπτυξη δεν αρκεί ή δεν είναι τόσο σημαντική όσο η αναπτυξιακή βοήθεια. Η γαλλική έκθεση αποτελεί απλώς μια ριζοσπαστική έκφραση μιας ευρέως διαδεδομένης άποψης. Αξίζει, λοιπόν, να επανεξετάσουμε τα δεδομένα.

Με απλά λόγια, κάθε χώρα που έχει γίνει συνολικά πλουσιότερη έχει επίσης μειώσει τη φτώχεια. Καμία φτωχή χώρα δεν έχει επιτύχει ποτέ αξιοπρεπές βιοτικό επίπεδο χωρίς πρώτα να γίνει πραγματικά πλουσιότερη. Ο πλούτος και η ανθρώπινη ευημερία κινούνται παράλληλα, και αυτή είναι μία σχέση τόσο σταθερή που μοιάζει περισσότερο με φυσικό νόμο παρά με εύρημα των κοινωνικών επιστημών.

Οι άνθρωποι που ζουν σε συνθήκες φτώχειας έχουν περιορισμένη πρόσβαση σε τρόφιμα, καθαρό νερό, αξιοπρεπή στέγαση, βασική ιατρική περίθαλψη και εκπαίδευση. Στη φύση δεν υπάρχει επάρκεια· οι αναγκαίες ποσότητες πρέπει να παραχθούν. Καθώς μια οικονομία αναπτύσσεται, παράγει περισσότερα από αυτά τα αγαθά. Αυτό επιτρέπει περαιτέρω ανάπτυξη, η οποία, με τη σειρά της, βγάζει τις μάζες από τη φτώχεια.

Πριν από δύο αιώνες, περί τα τρία τέταρτα του παγκόσμιου πληθυσμού ζούσαν σε περιορισμένης έκτασης ενδιαιτήματα, με ελάχιστη δυνατότητα θέρμανσης, ενώ η τροφή έφτανε ίσα ίσα για να αποφύγουν τον υποσιτισμό. Πλέον το ποσοστό των ανθρώπων που ζουν υπό αυτές τις συνθήκες είναι πολύ μικρότερο. Αυτό οφείλεται στην εκρηκτική αύξηση της παραγωγής που ξεκίνησε με τη Βιομηχανική Επανάσταση και δεν έχει σταματήσει ακόμα.

Ωστόσο, είναι ευρέως διαδεδομένη η πεποίθηση ότι η οικονομική ανάπτυξη στις φτωχές χώρες ωφελεί τους πλουσιότερους κατοίκους και παρακάμπτει τους άπορους. Ένας μεγάλος όγκος οικονομικής βιβλιογραφίας αποδεικνύει ότι αυτό δεν ισχύει. Για παράδειγμα, η έρευνα των οικονομολόγων της Παγκόσμιας Τράπεζας Ντέιβιντ Ντόλλαρ και Ααρτ Κρέυ [David Dollar, Aart Kraay], καθώς και άλλων, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι όταν αυξάνονται τα μεσαία εισοδήματα, τα εισοδήματα του φτωχότερου 20% του πληθυσμού αυξάνονται ουσιαστικά με τον ίδιο ρυθμό. Με άλλα λόγια, η ανάπτυξη δεν ευνοεί συστηματικά τους πλούσιους σε βάρος των φτωχών.

Επιπλέον, ακόμη και στις χειρότερες περιπτώσεις όπου η ανάπτυξη ευνοεί τις ελίτ, ο αντίκτυπος στην ευημερία των φτωχών χωρών δεν μπορεί να αγνοηθεί. Σε μια πρόσφατη ανάρτηση στο Substack, ο οικονομολόγος ανάπτυξης Λαντ Πρίτσετ [Lant Pritchett] έδειξε ότι η ανάπτυξη που ευνοεί τις ελίτ στην Αιθιοπία συμβάλλει τέσσερις φορές περισσότερο στη βελτίωση των βασικών παραγόντων της ανθρώπινης ευημερίας — νερό, παιδική θνησιμότητα, σχολική εκπαίδευση — από ό,τι η ομοιόμορφη ανάπτυξη στη Δανία. Η Δανία έχει ήδη επιτύχει αυτούς τους βασικούς στόχους. Η Αιθιοπία όχι.

Ως εκ τούτου, το πιο σημαντικό ερώτημα για τις φτωχές χώρες δεν είναι ποιος ωφελείται περισσότερο από την ανάπτυξη, αλλά αν υπάρχει ανάπτυξη. Οι χώρες όπου κατοικεί η πλειονότητα των ανθρώπων που ζουν σε συνθήκες ακραίας φτώχειας — η Μαδαγασκάρη, η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, η Μοζαμβίκη, το Μαλάουι και το Μπουρούντι — δεν αναπτύσσονται εδώ και δεκαετίες. Ο Μαξ Ρόζεν, του «Our World in Data», επισημαίνει ότι το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Μαδαγασκάρης σήμερα είναι περίπου το ίδιο με αυτό του 1950.

Ο λόγος δεν είναι η έλλειψη αναπτυξιακής βοήθειας. Αυτές οι οικονομίες συγκαταλέγονται μεταξύ των πιο εξαρτημένων από οικονομική βοήθεια στον κόσμο. Το Κονγκό έχει λάβει δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια εδώ και πολλές δεκαετίες και 1,3 δισεκατομμύρια δολάρια το 2024 μόνο από τις ΗΠΑ. Τα προηγούμενα χρόνια, η Μοζαμβίκη κάλυπτε έως και το ήμισυ του κρατικού προϋπολογισμού της από ξένη βοήθεια. Αυτές οι χώρες αποτελούν εδώ και γενιές το επίκεντρο αναπτυξιακών προγραμμάτων, δραστηριοτήτων μη κυβερνητικών οργανώσεων, έργων της Παγκόσμιας Τράπεζας, φιλανθρωπικών παρεμβάσεων και δωρεών.

Οι χώρες δεν παραμένουν εγκλωβισμένες στην ακραία φτώχεια επειδή ο κόσμος τις έχει αγνοήσει. Παραμένουν εγκλωβισμένες επειδή δεν παράγουν. Και δεν παράγουν επειδή οι θεσμικές συνθήκες που καθιστούν δυνατή την παραγωγή — ασφαλή δικαιώματα ιδιοκτησίας, κράτος δικαίου, ανοιχτές αγορές, προστασία από καταχρηστικές κυβερνητικές πρακτικές — απουσιάζουν σε μεγάλο βαθμό. Οι χώρες που κατατάσσονται στις τελευταίες θέσεις ή κοντά σε αυτές στους δείκτες οικονομικής ελευθερίας είναι επίσης και οι φτωχότερες. Όσες προχωρούν σε απελευθέρωση βλέπουν γενική αύξηση των εισοδημάτων.

Η έρευνα του οικονομολόγου Βίνσεντ Τζελόζο [Vincent Geloso] καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η οικονομική ελευθερία αποτελεί έναν από τους ισχυρότερους παράγοντες πρόβλεψης τού ποιος θα ξεφύγει από τη διαρκή φτώχεια και ποιος θα παραμείνει παγιδευμένος σε αυτήν. Οι Κόλιν Ντόραν και Τόμας Στράτμαν [Colin Doran, Thomas Stratmann] κατέληξαν σε παρόμοια συμπεράσματα. Ο μηχανισμός είναι απλός: τα δικαιώματα ιδιοκτησίας παρέχουν κίνητρο στους ανθρώπους να παράγουν. Τα μικρότερα ρυθμιστικά εμπόδια επιτρέπουν τη δημιουργία επιχειρήσεων και την κινητικότητα του εργατικού δυναμικού προς τις ευκαιρίες. Η άρση των κυβερνητικών παρεμβάσεων ενθαρρύνει τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις. Χωρίς αυτές τις συνθήκες, οι χώρες παραμένουν σε στασιμότητα, ανεξάρτητα από το πόση βοήθεια λαμβάνουν.

Η ανάπτυξη είναι απαραίτητη, αλλά και επαρκής. Καμία χώρα δεν έχει ξεφύγει από τη φτώχεια χωρίς αυτήν. Κάθε χώρα που έχει επιτύχει υψηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ έχει επίσης επιτύχει υψηλά επίπεδα ευημερίας στους βασικούς τομείς. Η στοχευμένη βοήθεια μπορεί να είναι χρήσιμη σε περιθωριακό επίπεδο, αλλά δεν αποτελεί υποκατάστατο της ανάπτυξης. Αν και πολλοί ‘αγωνιστές κατά της φτώχειας’ αγνοούν αυτή την πραγματικότητα, δεν επιτρέπεται να την αγνοούν οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής.

Οι απόψεις που διατυπώνονται στο παρόν άρθρο δεν αντικατοπτρίζουν κατ’ ανάγκην τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.

Το Μπέλφαστ φλέγεται, αλλά τα μέσα ενημέρωσης δεν εξηγούν το γιατί

Τη Δευτέρα 8 Ιουνίου, ένας Σουδανός αιτών άσυλο επιτέθηκε με μαχαίρι σε κάτοικο του Μπέλφαστ, πρωτεύουσας της Βόρειας Ιρλανδίας, κόβοντάς του το πρόσωπο και τον λαιμό. Το βίντεο που αποτύπωσε την επίθεση στον δρόμο διαδόθηκε ευρέως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Το θύμα επέζησε αν και έχασε την όρασή του στο ένα μάτι. Ο ύποπτος, που αναγνωρίστηκε ως Χαντί Αλοντίντ [Hadi Alodid], κατηγορήθηκε για απόπειρα δολοφονίας, κατοχή μαχαιριού σε δημόσιο χώρο και απειλές θανάτου.

Το Μπέλφαστ εξερράγη.

Διαδηλωτές βγήκαν στους δρόμους, πετώντας τούβλα και μπουκάλια στην αστυνομία, βάζοντας φωτιά σε οχήματα και καίγοντας σπίτια σε αρκετές γειτονιές της πόλης που φιλοξενούν μεγάλους πληθυσμούς μεταναστών. Οικογένειες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα φλεγόμενα κτίρια, ενώ η αστυνομία χρησιμοποίησε κανόνια νερού κατά των διαδηλωτών. Η Πυροσβεστική Υπηρεσία της Βόρειας Ιρλανδίας ανταποκρίθηκε σε εξήντα δύο περιστατικά μέσα σε μία μόνο νύχτα. Τουλάχιστον είκοσι επτά άνθρωποι έμειναν άστεγοι.

Ας μην υπάρχει καμία αμφιβολία: οι εμπρησμοί, η βία του όχλου και το κάψιμο σπιτιών αθώων ανθρώπων είναι όλες αδικαιολόγητες πράξεις. Η δύναμη του όχλου είναι, εδώ όπως και αλλού, ο εχθρός του πολιτισμού. Οι μασκοφόροι άνδρες που έβαλαν φωτιά στα σπίτια για να διώξουν τους ενοίκους τους, ατίμασαν τόσο τους εαυτούς τους όσο και τον σκοπό που ισχυρίζονταν ότι υπερασπίζονταν.

Τούτου λεχθέντος, και όσο προφανές κι αν φαίνεται, ιδού το ερώτημα που ο δυτικός Τύπος αρνείται να θέσει: γιατί συνεχίζει να συμβαίνει αυτό;

Επειδή πράγματι συμβαίνει ακόμα. Πριν από έναν χρόνο, η Βόρεια Ιρλανδία συγκλονίστηκε από ταραχές αφότου δύο Ρουμάνοι έφηβοι κατηγορήθηκαν για την απόπειρα βιασμού μιας μαθήτριας. Ένα χρόνο πριν, ταραχές σάρωσαν την ίδια την Αγγλία — από το Σάουθπορτ μέχρι το Ρόδεραμ, από πόλη σε πόλη — μετά από μια μαζική επίθεση με μαχαίρι σε ένα μάθημα χορού κοριτσιών από έναν μουσουλμάνο τρομοκράτη.

Το μοτίβο είναι εμφανές. Διαπράττεται ένα αποτρόπαιο έγκλημα ή μια σειρά από εγκλήματα. Ο δράστης είναι ένας μετανάστης, συχνά με τη μία ή την άλλη μορφή αιτούντος «ασύλου». Η κυβέρνηση απαντά καταδικάζοντας τη βία του θυμωμένου πληθυσμού, αποφεύγοντας παράλληλα οποιαδήποτε αμφισβήτηση των πολιτικών που προκάλεσαν το έγκλημα και την αναπόφευκτη οργή που ακολούθησε. Ο Τύπος, όπως και η σοβιετική εφημερίδα Πράβντα (Αλήθεια), ακολουθεί πιστά την επίσημη, εγκεκριμένη από την κυβέρνηση, αφήγηση.

Η κάλυψη των μέσων ενημέρωσης την περασμένη εβδομάδα ήταν αποκαλυπτική. Η ίδια αφήγηση, που μεταδόθηκε από τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης, επαναλαμβανόταν σχεδόν αυτολεξεί σχεδόν από όλα τα μέσα: «βία κατά των μεταναστών», «ακροδεξιοί διαδηλωτές», «ρατσιστικές ταραχές». Η Πρώτη Υπουργός της Βόρειας Ιρλανδίας αποκάλεσε τους ταραξίες «κακούς», αλλά είπε ελάχιστα για το γεγονός ότι ένας Σουδανός υπήκοος τύφλωσε έναν κάτοικο της μεγαλύτερης πόλης της Βόρειας Ιρλανδίας.

Ο Βρετανός πρωθυπουργός Κηρ Στάρμερ καταδίκασε μεν την επίθεση, χαρακτηρίζοντάς την «αηδιαστική», αλλά αφιέρωσε πολύ περισσότερη ρητορική για να προειδοποιήσει ότι «η βία κατά ανθρώπων λόγω του υποβάθρου τους δεν θα γίνει ανεκτή».

Όπως το έθεσε τόσο εύστοχα ο Καναδός κωμικός Νορμ ΜακΝτόναλντ πριν από περίπου δέκα χρόνια: «Αυτό που με τρομάζει είναι ότι μια μέρα το Ισλαμικό Κράτος θα πυροδοτήσει μια πυρηνική συσκευή και θα σκοτώσει 50 εκατομμύρια Αμερικανούς. Φαντάζεστε τα αντίποινα εναντίον ειρηνικών Μουσουλμάνων;»

Κανείς από τους νυν Βρετανούς ή Ιρλανδούς πολιτικούς ηγέτες δεν έχει αμφισβητήσει σοβαρά το κατά πόσον μια κυβέρνηση που φέρνει ανθρώπους από όλο τον κόσμο, χωρίς επαρκή έλεγχο και χωρίς ουσιαστικά καμία αφομοίωση, φέρει σημαντικό μερίδιο ευθύνης για τις κοινωνικές διαιρέσεις που ξεσπούν τώρα στα Βρετανικά Νησιά. Ποιο είναι το νόημα της αυτοκριτικής; Είναι πολύ πιο εύκολο να κατηγορήσουμε την απειλή των «φασιστών» στους δρόμους.

Όσο για τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης, το πρόβλημά τους δεν είναι ότι δεν καταδικάζουν τη βία του όχλου. Αντιθέτως, την καταδικάζουν δυνατά και με προφανή ηθική ικανοποίηση. Το πραγματικό τους λάθος είναι πιο ύπουλο: έγκειται στη σκόπιμη καταστολή κάθε ειλικρινούς σκέψης σχετικά με τους δεσμούς μεταξύ αιτίας και αποτελέσματος. Είναι η άρνηση να αναρωτηθούν γιατί οι βρετανικές και ιρλανδικές εργατικές τάξεις έχουν φτάσει στο σημείο θραύσης. Το ερώτημα δεν τίθεται ποτέ, οι πολιτικές που βρίσκονται στη ρίζα του προβλήματος δεν εξετάζονται ποτέ και η χύτρα συνεχίζει να βράζει.

Τα σχετικά γεγονότα δεν αμφισβητούνται. Η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου επέβλεψε μια από τις μεγαλύτερες και λιγότερο καλά διαχειριζόμενες επεκτάσεις της μετανάστευσης — και πιο συγκεκριμένα, την επέκταση του μουσουλμανικού πληθυσμού — στη σύγχρονη δυτική ιστορία. Οι αιτήσεις ασύλου, τόσο οι δικαιολογημένες όσο και οι αδικαιολόγητες, εκτοξεύτηκαν στα ύψη. Οι διαδικασίες ελέγχου ήταν γεμάτες ατέλειες. Η ουσιαστική ένταξη στις χώρες υποδοχής υποβιβάστηκε σε δευτερεύον μέλημα.

Οι κοινότητες, που δεν ερωτήθηκαν ποτέ, υπέστησαν τις πιο άμεσες συνέπειες. Τους ειπώθηκε, ξανά και ξανά, ότι η δυσαρέσκειά τους αποκάλυπτε ένα ηθικό έλλειμμα εκ μέρους τους και όχι μια αποτυχία των κυβερνητικών πολιτικών.

Αυτός είναι ο βρετανικός σνομπισμός σε όλο του το μεγαλείο. Ας λέμε τα πράγματα με το όνομά τους: πρόκειται για έναν κοινωνικό μετασχηματισμό χωρίς εκπροσώπηση, ο οποίος είναι βαθιά καταστροφικό. Κάποια στιγμή, όσοι υφίστανται τις συνέπειες των καταστροφικών πολιτικών των ελίτ σταματούν να ζητούν την άδεια για να ακουστούν. Το ζητούμενο δεν είναι να δικαιολογήσουμε τη βία, αλλά να λάβουμε σοβαρά υπ’ όψιν τα υποκείμενα παράπονα πριν ξεσπάσουν.

Ο πρωθυπουργός Κηρ Στάρμερ δεν θέλει να κάνει αυτή τη συζήτηση. Το BBC δεν θέλει να κάνει αυτή τη συζήτηση. Ούτε οι New York Times θέλουν να τη κάνουν. Αλλά το Μπέλφαστ την απαιτεί — και το αποτέλεσμα είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό.

Δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι αυτό θα σταματήσει σύντομα. Όσο οι δυτικές κυβερνήσεις συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν τον σκεπτικισμό απέναντι στη μαζική μετανάστευση ως έγκλημα σκέψης αντί να την αναγνωρίζουν ως εύλογη ανησυχία, οι φλόγες θα συνεχίσουν να μαίνονται.

Οι απόψεις που διατυπώνονται στο παρόν δεν αντικατοπτρίζουν κατ’ ανάγκην τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.

Η ψυχολογία του ολοκληρωτισμού: Επιλέγοντας τις αυθεντίες έναντι του Διαφωτισμού

Σχολιασμός

Σε ένα διάσημο δοκίμιό του, γραμμένο λιγότερο από δέκα χρόνια μετά τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας των ΗΠΑ, ο Γερμανός φιλόσοφος Ιμμάνιουελ Καντ έθεσε ένα επίκαιρο ερώτημα: Τι είναι ο Διαφωτισμός;

Ο Καντ περιέγραψε τον Διαφωτισμό ως την έξοδο της ανθρωπότητας από την «αυτοπροκαλούμενη ανωριμότητα» — μια κατάσταση κατά την οποία τα άτομα παραδίδουν την κρίση τους στην εξουσία άλλων αντί να σκέφτονται μόνα τους. Υποστήριξε ότι ο αληθινός διαφωτισμός απαιτεί θάρρος. Απαιτεί από άνδρες και γυναίκες να εγκαταλείψουν την ασφάλεια της πνευματικής εξάρτησης και να αναλάβουν την ευθύνη της δικής τους σκέψης. «Σκέψου μόνος σου», προέτρεπε ο Καντ.

Για πάνω από δύο αιώνες, ο Διαφωτισμός υμνούνταν ως η μεγάλη απελευθέρωση του ανθρώπινου νου. Έθεσε τέλος στην εξουσία των απόλυτων μοναρχών, αμφισβήτησε τον δογματισμό, προώθησε την επιστημονική έρευνα και καθιέρωσε την αρχή ότι κανένας ανθρώπινος θεσμός δεν πρέπει να είναι υπεράνω ελέγχου.

Σήμερα, ωστόσο, παρά την πρωτοφανή πρόσβαση στην πληροφορία και την εκπαίδευση, οι άνθρωποι εμφανίζονται ολοένα και πιο απρόθυμοι να ασκήσουν την κρίση τους. Αντί να αναζητούν τη γνώση, στρέφονται στους ειδικούς. Αντί να εξετάζουν αντικρουόμενες απόψεις, αναζητούν εγκεκριμένα αφηγήματα. Αντί να παλεύουν με την αμφιβολία, αναζητούν βεβαιότητες που παρέχονται από αυθεντίες.

Η ειρωνεία είναι εμφανής. Ο πολιτισμός που υποσχέθηκε την απελευθέρωση από τη συμμόρφωση είναι πλέον διατεθειμένος να αποδεχθεί νέες μορφές πνευματικής κηδεμονίας — μορφές καλυμμένες από μια προσήλωση στην υποτιθέμενη εξειδίκευση και στην ψευδαίσθηση της προόδου.

Μαζική ψυχολογική ταύτιση

Αυτό το παράδοξο βρίσκεται στον πυρήνα ενός διεισδυτικού βιβλίου του Βέλγου ψυχολόγου Ματτίας Ντεσμέτ. Στο έργο του «Η ψυχολογία του ολοκληρωτισμού» [«The Psychology of Totalitarianism», 2022], ο Ντεσμέτ υποστηρίζει ότι οι σύγχρονες κοινωνίες έχουν καταστεί ευάλωτες σε ένα φαινόμενο που αποκαλεί «σχηματισμό μάζας» (mass formation), μια διαδικασία κατά την οποία μεγάλος αριθμός ανθρώπων προσκολλάται ψυχολογικά σε ένα κοινό αφήγημα που προσφέρει νόημα, ταυτότητα και συναισθηματική ασφάλεια. Η συμμόρφωση που προκύπτει δεν επιβάλλεται δια της βίας· το αντίθετο. Οι άνθρωποι συμμετέχουν πρόθυμα, επειδή το αφήγημα αυτό τους ανακουφίζει από τις εσωτερικές συγκρούσεις και δημιουργεί ένα έντονο αίσθημα του ανήκειν.

Η ανάλυση του Ντεσμέτ αμφισβητεί ορισμένες από τις βαθύτερες σύγχρονες παραδοχές μας. Οι στοχαστές του Διαφωτισμού επεδίωξαν να κατανοήσουν την πραγματικότητα μέσω της λογικής και της επιστημονικής έρευνας. Τα επιτεύγματά τους υπήρξαν εξαιρετικά και αναντικατάστατα. Με την πάροδο του χρόνου, όμως, η εμπιστοσύνη του Διαφωτισμού στη δύναμη της λογικής μετατράπηκε σε κάτι στενότερο και πιο άκαμπτο· μια μηχανιστική κοσμοθεωρία που περιορίζει τον άνθρωπο σε βιολογική και οικονομική μονάδα, μετρήσιμη και διαχειρίσιμη μέσω της τεχνικής εξειδίκευσης.

Σε αυτή την κατάσταση, παύουμε να είμαστε αυτόνομα ηθικά όντα και μετατρεπόμαστε σε αντικείμενα προς βελτίωση. Η κοινωνία οργανώνεται ολοένα και περισσότερο γύρω από την ποσοτικοποίηση και την τεχνοκρατική διαχείριση. Η επιστημονική μέθοδος — ένα πολύτιμο εργαλείο για τη διερεύνηση της πραγματικότητας — υποχωρεί σταδιακά μπροστά στον επιστημονισμό, δηλαδή στην πεποίθηση ότι η τεχνική εξειδίκευση μπορεί να απαντήσει όχι μόνο σε εμπειρικά ερωτήματα αλλά και σε ηθικά και υπαρξιακά ζητήματα.

Οι επιπτώσεις αυτής της εξέλιξης είναι σοβαρές. Καθώς οι παραδοσιακές πηγές νοήματος αποδυναμώνονται, οι κοινωνικοί δεσμοί διαβρώνονται και οι άνθρωποι απομονώνονται. Οι σύγχρονες κοινωνίες παρέχουν υλική ευημερία, αλλά παράλληλα παράγουν μοναξιά, άγχος και αποξένωση. Σύμφωνα με τον Ντεσμέτ, αυτές οι συνθήκες δημιουργούν γόνιμο έδαφος για τον σχηματισμό της μαζικής ψυχολογικής συγκρότησης. Όταν οι άνθρωποι αποσυνδέονται από ουσιαστικές μορφές πίστης, οικογένειας, κοινότητας και έθνους, γίνονται ιδιαίτερα δεκτικοί σε ιδεολογικά αφηγήματα που εξηγούν τη δυσφορία τους και προσφέρουν συλλογικές λύσεις. Οι αφηγήσεις που τροφοδοτούν τον μαζικό σχηματισμό  προσφέρουν κάτι περισσότερο από εξηγήσεις. Δημιουργούν έναν αδιαμφισβήτητο συλλογικό σκοπό.

Η διαπίστωση αυτή βοηθά να εξηγηθεί μία από τις πιο αινιγματικές εξελίξεις του 20ού αιώνα· η διαρκής γοητεία που άσκησε το σοβιετικό εγχείρημα σε πολλούς δυτικούς διανοουμένους, παρά τα συντριπτικά στοιχεία για την καταπίεση και την αποτυχία του. Ο κομμουνισμός προσέφερε αυτό που η νεωτερικότητα παρείχε ολοένα και λιγότερο· μια συνολική ερμηνεία της ιστορίας, μια πειστική εξήγηση της αδικίας, έναν σαφώς αναγνωρίσιμο εχθρό και μια υπόσχεση τελικής λύτρωσης. Μετέτρεπε την πολυπλοκότητα σε βεβαιότητα. Για τους πιο ευάλωτους οπαδούς του, ο μαρξισμός λειτουργούσε όχι απλώς ως οικονομική εναλλακτική πρόταση, αλλά ως κοσμική πίστη. Η ιστορία είχε κατεύθυνση. Η ανθρώπινη οδύνη είχε αιτία. Η επανάσταση θα έφερνε τη σωτηρία.

Ο κίνδυνος της πνευματικής κηδεμονίας

Ο κίνδυνος, φυσικά, είναι ότι κινήματα αφιερωμένα στην ανθρώπινη απελευθέρωση συχνά καταλήγουν να δημιουργούν ιδιαίτερα δογματικά συστήματα. Η ανεξάρτητη σκέψη υποτάσσεται στο ιδεολογικό δόγμα. Η διαφωνία μετατρέπεται σε αίρεση. Τα άτομα αναμένεται να υποταχθούν στην ιστορική αναγκαιότητα, όπως αυτή ερμηνεύεται από θεσμοθετημένες αυθεντίες. Η υπόσχεση της χειραφέτησης καταλήγει σε νέες μορφές εξάρτησης.

Αυτό που καθιστά την ανάλυση του Ντεσμέτ ιδιαίτερα επίκαιρη είναι η άποψή του ότι η ψυχολογική δομή που βρίσκεται πίσω από τα ολοκληρωτικά κινήματα επιβιώνει ακόμη και όταν αλλάζει το ιδεολογικό περιεχόμενο. Η ανθρώπινη ανάγκη για βεβαιότητα, αίσθηση του ανήκειν και νόημα παραμένει σταθερή. Κάθε εποχή απλώς προσφέρει διαφορετικά αφηγήματα — από τον κομμουνισμό και τον προοδευτισμό έως τη λεγόμενη ιδεολογία της πολιτικής αφύπνισης.

Οι σημερινοί προοδευτικοί ιδεολόγοι διαφέρουν από τους κλασικούς μαρξιστές ως προς τους επιμέρους στόχους τους. Διατηρούν όμως παρόμοια ηθική αρχιτεκτονική. Η κοινωνική πραγματικότητα ερμηνεύεται πρωτίστως μέσα από συστήματα ισχύος. Η κοινωνία διαιρείται σε κατηγορίες προνομίων και καταπίεσης. Τα άτομα ενθαρρύνονται να κατανοούν τον εαυτό τους κυρίως μέσω της ομαδικής ταυτότητας. Η ηθική νομιμοποίηση συνδέεται με τη θέση του καθενός μέσα σε αυτό το πλαίσιο. Το σημαντικότερο είναι ότι η διαφωνία δεν αντιμετωπίζεται ως θεμιτή διαφορά άποψης αλλά ως ένδειξη ηθικής παρεκτροπής.

Ο σημερινός μηχανισμός που υποστηρίζει αυτές τις πεποιθήσεις διαφέρει από εκείνον των παλαιότερων επαναστατικών κινημάτων. Αντί για κομματικούς επιτρόπους, η εξουσία ασκείται μέσω ακαδημαϊκών και επαγγελματικών θεσμών, γραφειοκρατών, καλλιτεχνών, ανθρώπων της ψυχαγωγίας, εταιρικών πολιτικών και μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Οι μηχανισμοί είναι πιο ήπιοι, αλλά όχι λιγότερο ισχυροί. Οι κοινωνικές κυρώσεις και ο δημόσιος διασυρμός αντικαθιστούν τη φυλάκιση και τις εκτελέσεις. Η φήμη γίνεται το μέσον με το οποίο επιβάλλεται η συμμόρφωση.

Η γλώσσα που χρησιμοποιείται είναι πάντοτε αποκαλυπτική. Οι περιορισμοί παρουσιάζονται ως προστασία. Η επιτήρηση μετατρέπεται σε ασφάλεια. Η λογοκρισία παρουσιάζεται ως περιορισμός της βλάβης. Η συμμόρφωση μετατρέπεται σε συμπερίληψη. Η εξάρτηση παρουσιάζεται ως ενδυνάμωση. Η πνευματική κηδεμονία καταλήγει σε κατήχηση.

Ο στόχος δεν είναι απλώς η συμμόρφωση, αλλά η ηθική υπακοή. Σε αυτό ακριβώς το σημείο η προειδοποίηση του Ντεσμέτ συναντά με τον πιο σαφή τρόπο το αρχικό όραμα του Καντ. Ο κίνδυνος για τις ελεύθερες κοινωνίες δεν είναι μόνο ότι οι κυβερνήσεις μπορεί να γίνουν αυταρχικές. Ο βαθύτερος κίνδυνος είναι ότι οι πολίτες ενδέχεται να εγκαταλείψουν οικειοθελώς το δύσκολο έργο της ανεξάρτητης κρίσης. Αντιμέτωποι με την αβεβαιότητα και την πολυπλοκότητα, πολλοί θα προτιμήσουν την άνεση των εγκεκριμένων συμπερασμάτων που παρέχονται από θεσμοθετημένες αυθεντίες.

Η γνώση θέλει τόλμη

Σε μια ιδεολογική εποχή που επηρεάζεται έντονα από τον πολιτισμικό μαρξισμό, η μαζική ψυχολογική ταύτιση έχει οδηγήσει στην κυριαρχία της πολιτικής ταυτοτήτων, στην πόλωση, στην αμοιβαία δυσπιστία και στην εγκατάλειψη του «Χρυσού Κανόνα» που ενισχύει την αμοιβαιότητα. Όλα αυτά συμβάλλουν στη διάβρωση αυτού που ο Αμερικανός ακαδημαϊκός Φράνσις Φουκουγιάμα περιέγραψε ως το «κοινωνικό κεφάλαιο» ενός έθνους.

Υπό αυτές τις δυσάρεστες συνθήκες, η πνευματική κηδεμονία είναι ελκυστική επειδή είναι λιγότερο απαιτητική από την ελευθερία. Η ανεξάρτητη σκέψη απαιτεί αποδοχή της αμφισημίας. Απαιτεί ανοχή στη διαφωνία. Απαιτεί αποδοχή της πιθανότητας λάθους. Πάνω απ’ όλα, απαιτεί προσωπική ευθύνη. Οι πολίτες που διαμορφώνουν μόνοι τους κρίση δεν μπορούν απλώς να κατηγορούν ειδικούς, θεσμούς ή πολιτικά κινήματα για τα συμπεράσματά τους. Πρέπει να αναλαμβάνουν την ευθύνη γι’ αυτά.

Ο σχηματισμός μαζικής συναίνεσης προσφέρει επίσης μια εύκολη διέξοδο από το άγχος της διαφωνίας. Επιτρέπει στα άτομα να διαλυθούν μέσα σε μια συλλογική ταυτότητα και να συμμετάσχουν σε ένα ευρύτερο αφήγημα που τους προσφέρει νόημα και βεβαιότητα. Σε αντάλλαγμα, καλούνται να παραδώσουν την ανθρώπινη περιέργεια και την πνευματική τους ακεραιότητα.

Το αποτέλεσμα είναι μια μεγάλη αντιστροφή της σύγχρονης εποχής. Ο Διαφωτισμός επεδίωξε να απελευθερώσει την ανθρωπότητα από την ψυχολογική ευαλωτότητα. Ωστόσο, οι θεσμοί που δημιουργήθηκαν στον απόηχό του ενθαρρύνουν ολοένα και περισσότερο νέες μορφές εξάρτησης. Η πολιτική γλώσσα συγκαλύπτει αυτή τη νέα πραγματικότητα, αλλά ο ολοκληρωτικός πειρασμός παραμένει ο ίδιος: η επιθυμία για ανταλλαγή της ελευθερίας με τη βεβαιότητα και η ποινικοποίηση της διαφωνίας.

Η πρόκληση για την ανθρωπότητα δεν είναι να απορρίψει την επιστήμη, τη λογική και την εξειδίκευση. Είναι να αντισταθεί στη μετατροπή τους σε αντικείμενα αδιαμφισβήτητης πίστης. Η γνήσια επιστήμη παραμένει σκεπτικιστική. Ο γνήσιος διαφωτισμός παραμένει αυτοκριτικός. Η γνήσια ελευθερία απαιτεί το θάρρος να αμφισβητούμε τις κυρίαρχες αντιλήψεις, ακόμη και όταν αξιώνουν ότι εκφράζουν την πρόοδο.

Η προτροπή του Καντ παραμένει σήμερα εξίσου επίκαιρη όσο και τον 18ο αιώνα: «Τόλμησε να γνωρίσεις». Η ελευθερία μιας κοινωνίας εξαρτάται τελικά από την προθυμία των πολιτών να σκέφτονται μόνοι τους αντί να παραδίδουν την κρίση τους σε όσους υπόσχονται βεβαιότητα με αντάλλαγμα την υπακοή.

Διακόσια πενήντα χρόνια μετά από τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας των ΗΠΑ, η ανανέωση της υπόσχεσης του Διαφωτισμού ενδέχεται να εξαρτάται από την ικανότητα της Δύσης να ανακτήσει την αρετή του θάρρους.

Του William Brooks

Οι απόψεις που διατυπώνονται στο παρόν άρθρο δεν αντικατοπτρίζουν κατ’ ανάγκην τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.

Η ιδεολογία φύλου δέχεται άλλο ένα ισχυρό πλήγμα

Σχολιασμός

Ο ισχυρισμός ότι είναι δυνατόν να γίνει μετάβαση από άνδρα σε γυναίκα — και αντίστροφα — αποτελεί μια παράδοξη δήλωση. Επομένως, είναι εύλογο να απαιτούνται εξαιρετικά ισχυρά αποδεικτικά στοιχεία πριν υποστηριχθεί η πρακτική της «φροντίδας επιβεβαίωσης φύλου», η οποία περιλαμβάνει θεραπεία με αναστολείς εφηβείας, ορμόνες του αντίθετου φύλου — οιστρογόνα ή τεστοστερόνη — και, σε ορισμένες περιπτώσεις, χειρουργικές επεμβάσεις για την αφαίρεση των μαστών ή την τροποποίηση των γεννητικών οργάνων.

Και τι διαπιστώνουμε; Ότι αυτά τα αποδεικτικά στοιχεία λείπουν.

Πολλαπλές εκτενείς αναλύσεις, μεταξύ των οποίων η βρετανική «Cass Review» και η έκθεση του υπουργείου Υγείας και Ανθρωπίνων Υπηρεσιών των ΗΠΑ «Treatment for Pediatric Gender Dysphoria: Review of Evidence and Best Practices», έχουν αναδείξει τα περιορισμένα αποδεικτικά στοιχεία στα οποία στηρίζεται αυτή η προσέγγιση και έχουν υποδείξει με σαφήνεια ότι, αντί να προσφέρουν κάποιο όφελος, οι πρακτικές αυτές προκαλούν πραγματική και μόνιμη βλάβη.

Πλέον υπάρχει ακόμη μία μεγάλη και υψηλής ποιότητας μελέτη, η οποία δημοσιεύθηκε πρόσφατα από Φινλανδούς ερευνητές στο επιστημονικό περιοδικό Acta Paediatrica και εγείρει σοβαρές αμφιβολίες σχετικά με την αποτελεσματικότητα της «φροντίδας επιβεβαίωσης φύλου».

Οι Φινλανδοί ερευνητές εξέτασαν την ψυχιατρική κατάσταση σχεδόν 2.100 εφήβων και νεαρών ενηλίκων που αναζήτησαν θεραπεία για δυσφορία φύλου μεταξύ 1996 και 2019 και τους συνέκριναν με ομάδα ελέγχου αντίστοιχης ηλικίας και φύλου.

Τα ευρήματα είναι εντυπωσιακά.

Όχι μόνο η ομάδα με δυσφορία φύλου παρουσίαζε σημαντικά περισσότερα προβλήματα ψυχικής υγείας, αλλά η ψυχική της υγεία επιδεινώθηκε μετά τη λήψη «φροντίδας» σε κλινικές ταυτότητας φύλου. Για τους ασθενείς «από άνδρα σε γυναίκα», τα προβλήματα ψυχικής υγείας, όπως η κατάθλιψη και το άγχος, αυξήθηκαν από 10% πριν από την ιατρική μετάβαση φύλου σε 61% μετά από αυτή. Για τους ασθενείς «από γυναίκα σε άνδρα», η αύξηση ήταν από 22% σε 55%.

Εδώ και χρόνια, οι υποστηρικτές του διεμφυλισμού προβάλλουν την άποψη ότι η «επιβεβαίωση» νέων ανθρώπων που αντιμετωπίζουν δυσκολίες με την ταυτότητα του φύλου τους είναι η μόνη υπεύθυνη επιλογή και ότι είναι απαραίτητη για το καλό τους. Σε πολλές περιπτώσεις, γονείς νέων που αντιμετωπίζουν σύγχυση ως προς το φύλο τους έχουν δεχθεί έντονη πίεση να εγκρίνουν τη φυλομετάβαση για τα παιδιά τους από γιατρούς που διατυπώνουν μια παραλλαγή του εξής διλήμματος: «Θα προτιμούσατε μια νεκρή κόρη ή έναν ζωντανό γιο;»

Ωστόσο, τα ευρήματα των Φινλανδών ερευνητών αμφισβητούν έντονα την αντίληψη ότι η «φροντίδα επιβεβαίωσης φύλου» οδηγεί σε βελτίωση της ψυχικής υγείας. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία, συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο.

Αξίζει να σημειωθεί ότι μία από τις συγγραφείς της φινλανδικής μελέτης είναι η Δρ Ριιτακέρττου Καλτιάλα [Dr. Riittakerttu Kaltiala], ψυχίατρος στο Πανεπιστήμιο του Τάμπερε, η οποία ίδρυσε το 2011 μία από τις δύο παιδιατρικές κλινικές φύλου της Φινλανδίας. Καθώς κατέγραφε τις παρατηρήσεις της με την πάροδο των ετών, η Δρ Καλτιάλα άρχισε να ανησυχεί ολοένα και περισσότερο για τις βλάβες που προκαλούσε το μοντέλο της επιβεβαίωσης φύλου και διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στον σημαντικό περιορισμό των προτεινόμενων ιατρικών παρεμβάσεών του για ανηλίκους. Η Φινλανδία δίνει πλέον προτεραιότητα στην ψυχολογική υποστήριξη και όχι στους αναστολείς εφηβείας και τις ορμόνες του αντίθετου φύλου.

Η Δρ Καλτιάλα παρουσίασε την άποψη που διαμόρφωσε μέσα από την εμπειρία της σε ένα άρθρο που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα The Free Press με τίτλο «Gender-Affirming Care Is Dangerous. I Know Because I Helped Pioneer It» («Η φροντίδα επιβεβαίωσης φύλου είναι επικίνδυνη. Το γνωρίζω επειδή βοήθησα στα πρώτα της βήματα»).

Και άλλες ευρωπαϊκές χώρες έχουν επιβραδύνει την πορεία τους, ενώ στις Ηνωμένες Πολιτείες, αρχίζει επίσης να εδραιώνεται μια επιφυλακτικότητα. Η Αμερικανική Εταιρεία Πλαστικών Χειρουργών, για παράδειγμα, εξέδωσε πρόσφατα ανακοίνωση, η οποία στη συνέχεια εγκρίθηκε από την Αμερικανική Ιατρική Ένωση, με την οποία συνιστά στους χειρουργούς να αναβάλλουν τις επεμβάσεις στο στήθος, τα γεννητικά όργανα και το πρόσωπο, όταν σχετίζονται με την αλλαγή φύλου, έως ότου οι ασθενείς συμπληρώσουν τουλάχιστον το 19ο έτος της ηλικίας τους.

Στον Καναδά, όμως, λίγα έχουν αλλάξει, με εξαίρεση την Αλμπέρτα, της οποίας η κυβέρνηση έχει δεχθεί επικρίσεις για τον περιορισμό των ιατρικών και χειρουργικών παρεμβάσεων σε νέους που αντιμετωπίζουν σύγχυση ως προς το φύλο τους. Το μοντέλο της επιβεβαίωσης φύλου εξακολουθεί να αποτελεί το πρότυπο «φροντίδας» για τα παιδιά στη χώρα, με την πλήρη υποστήριξη της Καναδικής Ιατρικής Ένωσης, της Καναδικής Παιδιατρικής Εταιρείας και των επαρχιακών ιατρικών συλλόγων. Υπό το φως όσων είναι πλέον γνωστά για τους κινδύνους αυτής της προσέγγισης, το γεγονός αυτό είναι πράγματι αξιοσημείωτο.

Κάποιος μπορεί να επιλέξει — όπως κάνουν Καναδοί γιατροί και ηγέτες του ιατρικού χώρου — να αγνοήσει τα δεδομένα της ανθρώπινης βιολογίας και να αρνηθεί τη δυαδική φύση του είδους μας. Παρόλα αυτά, όπως είχε παρατηρήσει ο Άλντους Χάξλεϋ, «τα γεγονότα δεν παύουν να υπάρχουν επειδή τα αγνοούμε».

Και αγνοούμε αυτά τα γεγονότα εις βάρος των παιδιών μας.

Του J. Edward Les

Οι απόψεις που διατυπώνονται στο παρόν άρθρο δεν αντικατοπτρίζουν κατ’ ανάγκην τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.

Άτεκνη κατά λάθος

Σχολιασμός

Όταν ήμουν νέα, ήμουν προσανατολισμένη στην καριέρα, διαμορφωμένη από τη φεμινιστική ιδεολογία. Δούλεψα σκληρά, πάλεψα και τελικά πέτυχα στον ανδροκρατούμενο κόσμο της εστίασης και της επαγγελματικής κουζίνας. Εύκολα θα μπορούσα να είχα καταλήξει σε αυτό που σήμερα περιγράφω ως άτεκνη κατά λάθος.

Δεν απέκτησα το πρώτο μου παιδί πριν από τα 37 μου, ωστόσο κατάφερα τελικά να αποκτήσω τέσσερα παιδιά. Κοιτάζοντας τον κύκλο των φίλων μου και την ευρύτερη οικογένειά μου, συνειδητοποιώ πόσο διαφορετικά θα μπορούσε να είχε εξελιχθεί η ζωή μου.

Αυτό που βλέπω παντού δεν είναι τόσο γυναίκες που απορρίπτουν συνειδητά τη μητρότητα όσο γυναίκες που την αναβάλλουν. Πρώτα η καριέρα. Πρώτα η σταθερότητα. Πρώτα τα ταξίδια. Πρώτα η οικονομική ανεξαρτησία. Πρώτα η προσωπική ανάπτυξη. Και ύστερα, ξαφνικά, η γόνιμη περίοδος αρχίζει αθόρυβα να λιγοστεύει.

Μερικές φίλες μου βρήκαν έναν καλό σύντροφο μετά τα 40, όμως τα παιδιά δεν ήρθαν ποτέ. Άλλες παντρεύτηκαν λίγο πριν τα 40, θεωρώντας ότι τα παιδιά θα έρχονταν φυσικά, μόνο και μόνο για να περάσουν χρόνια και να ξοδέψουν τεράστια ποσά σε θεραπείες γονιμότητας που τελικά απέτυχαν.

Ορισμένες λένε ότι δεν ήθελαν ποτέ παιδιά. Ίσως για κάποιες αυτό να είναι απολύτως αλήθεια. Υποψιάζομαι όμως ότι πολλές γυναίκες απλώς έμαθαν να καταπιέζουν μια βαθιά λαχτάρα που διδάχθηκαν να θεωρούν λιγότερο σημαντική από την προσωπική επιτυχία.

Γνωρίζω ότι υπάρχουν εξαιρετικές γυναίκες χωρίς παιδιά που ζουν βαθιά και ουσιαστικά, και γνωρίζω επίσης ότι η μητρότητα δεν είναι εφικτή για όλες. Μπορώ μόνο να μιλήσω με ειλικρίνεια για όσα έχω παρατηρήσει στον εαυτό μου, στις φιλίες μου και στη γενιά μου.

Το λέω αυτό χωρίς καμία διάθεση κριτικής, επειδή το κατανοώ σε βάθος. Έζησα κι εγώ αυτή τη ζωή.

Είχα ένα μεγάλο σπίτι σε μια οργανωμένη κοινότητα, ακριβό αυτοκίνητο, όμορφη πισίνα, οικονομική άνεση, αμέτρητες κοινωνικές ευκαιρίες και μια καριέρα που μου πρόσφερε αναγνώριση και ταυτότητα. Πίστευα ότι ήμουν ικανοποιημένη. Και πράγματι ήμουν, από πολλές απόψεις.

Όμως τίποτα από αυτά δεν συγκρίνεται με τα παιδιά.

Τίποτα δεν συγκρίνεται με το να ακούς τη λέξη «μαμά». Τίποτα δεν συγκρίνεται με το να δημιουργείς ζωή, να την κυοφορείς, να τη θρέφεις, να την προστατεύεις και να βλέπεις κομμάτια του εαυτού σου να κινούνται μέσα στον κόσμο με τη μορφή ενός άλλου ανθρώπινου όντος.

Για μένα, η μητρότητα ήταν αυτό που τελικά με έκανε να αισθανθώ πλήρως ενήλικη. Γνωρίζω ότι σε κάποιους ανθρώπους χωρίς παιδιά δεν θα αρέσει να το ακούσουν αυτό, αλλά είναι η αλήθεια της δικής μου εμπειρίας.

Ένα θέμα για το οποίο σπάνια ακούω να γίνεται ειλικρινής συζήτηση είναι το πόσο δύσκολη μπορεί να είναι η προσαρμογή στη μητρότητα όταν αυτή έρχεται σε μια ήδη διαμορφωμένη ζωή.

Μέχρι τη στιγμή που πολλές γυναίκες αποκτούν σήμερα παιδιά, έχουν περάσει σχεδόν δύο δεκαετίες χτίζοντας ζωές που περιστρέφονται αποκλειστικά γύρω από τις ίδιες. Το πρόγραμμά τους, η καριέρα τους, τα ταξίδια τους, ο ύπνος τους, οι συνήθειές τους, οι φιλοδοξίες τους, τα οικονομικά τους και το σπίτι τους οργανώνονται γύρω από την αυτονομία και την αυτοδιάθεση τους.

Και ξαφνικά εμφανίζεται ένας μικροσκοπικός άνθρωπος που εξαρτάται πλήρως από εσένα, είναι εξαιρετικά αναποτελεσματικός, έχει αδιάκοπες ανάγκες και αδιαφορεί εντελώς για το πρόγραμμά σου, τον ύπνο σου, τους επαγγελματικούς σου στόχους ή τη συναισθηματική σου αντοχή.

Τα παιδιά διακόπτουν τα πάντα.

Και ίσως αυτό να αποτελεί μέρος του σκοπού τους.

Ο σύγχρονος κόσμος ρωτά ολοένα και περισσότερο: «Πώς μπορώ να διατηρήσω την ελευθερία μου;» Τα παιδιά θέτουν το αντίθετο ερώτημα: «Ποιος είσαι διατεθειμένος να γίνεις για κάποιον άλλον;»

Η μητρότητα με μεταμόρφωσε με όμορφους τρόπους, που ήταν ταυτόχρονα άβολοι. Με ανάγκασε να γίνω λιγότερο εγωκεντρική, λιγότερο εμμονική με τη δική μου άνεση, τις φιλοδοξίες μου, την εικόνα μου και τον έλεγχο. Τα παιδιά απαιτούν αδιάκοπη δοτικότητα. Όχι επιδεικτική δοτικότητα. Πραγματική δοτικότητα. Δοτικότητα στις τρεις τα ξημερώματα. Δοτικότητα όταν είσαι άρρωστη. Δοτικότητα όταν κανείς δεν σε χειροκροτεί. Δοτικότητα όταν δεν υπάρχει κανένα άμεσο αντάλλαγμα.

Και μερικές φορές αναρωτιέμαι μήπως η σύγχρονη κοινωνία μάς εκπαιδεύει να απέχουμε από αυτού του είδους τη θυσία.

Στα πιο απροσδόκητα μέρη, γυναίκες με ρωτούν για τη μητρότητα.

Παραδείγματος χάριν, όταν μιλάω στο τηλέφωνο με μια δικηγόρο που χειρίζεται κάποιο επαγγελματικό ζήτημα και εκείνη μου λέει χαμηλόφωνα: «Μπορώ να σας ρωτήσω κάτι; Μόλις έκανα κρυοσυντήρηση ωαρίων. Πόσων ετών ήσασταν όταν αποκτήσατε το τελευταίο σας παιδί;»

Ή μια αεροσυνοδός που, βλέποντάς με εμφανώς έγκυο στα 44 μου χρόνια, σκύβει προς το μέρος μου και με ρωτά απαλά: «Ελπίζω να μην είναι αγενές αυτό, αλλά πόσων ετών είστε;» Και όταν της απαντώ, ενώνει τα χέρια της και λέει: «Δίνετε ελπίδα σε γυναίκες παντού».

Ή μια γυναίκα πίσω από τον πάγκο ενός κτηνιατρείου που παραδέχεται χαμηλόφωνα: «Είμαι πάνω από 40 και ακόμη ελπίζω να αποκτήσω παιδιά κάποια μέρα».

Παρόμοιες συζητήσεις έχουν επαναληφθεί πολλές φορές, με γυναίκες που αναζητούν ενδείξεις ότι μπορεί ακόμη να συμβεί.

Και μπορεί να συμβεί.

Οι πιθανότητες όμως λιγοστεύουν.

Η σύγχρονη ιατρική έχει παρατείνει τη γονιμότητα με αξιοσημείωτους τρόπους, αλλά δεν μπορεί να υπερκεράσει πλήρως τη βιολογία. Την ίδια στιγμή, εκτιθέμεθα διαρκώς σε ουσίες που διαταράσσουν το ενδοκρινικό σύστημα, επεξεργασμένα τρόφιμα, χρόνιο στρες, μικροπλαστικά, φυτοφάρμακα και άλλες χημικές ουσίες. Πολλοί ερευνητές θεωρούν ότι όλοι αυτοί οι παράγοντες συμβάλλουν στη μείωση της γονιμότητας τόσο στους άνδρες όσο και στις γυναίκες.

Με πολλούς τρόπους, επεκτείνουμε τεχνολογικά τη γονιμότητα ενώ ταυτόχρονα την υποβαθμίζουμε.

Η αλήθεια είναι ότι η βιολογία δεν προσαρμόζεται πλήρως στην ιδεολογία, στον χρονισμό της καριέρας, στην οικονομική ετοιμότητα ή στον σύγχρονο τρόπο ζωής. Οι καλύτερες πιθανότητες εξακολουθούν γενικά να βρίσκονται στη νεότητα, ακόμη κι αν ο πολιτισμός μας αντιμετωπίζει ολοένα και περισσότερο τη νεότητα ως περίοδο αποκλειστικά αφιερωμένη στην ατομικότητα και την ανεξαρτησία.

Στους άνδρες επίσης παρατηρείται αυτή τη μετατόπιση. Η σύγχρονη ενήλικη ζωή περιστρέφεται ολοένα και περισσότερο γύρω από την προσωπική ελευθερία, την παρατεταμένη εφηβεία, την κατανάλωση, τις εμπειρίες και την αυτοπραγμάτωση, τόσο για τους άνδρες όσο και για τις γυναίκες.

Ο χρόνος που περνώ με τα ζώα ενισχύει αυτές τις παρατηρήσεις. Παρακολουθώντας τις αγελάδες χρόνο με τον χρόνο, βλέπω ότι ολόκληρος ο βιολογικός τους ρυθμός περιστρέφεται γύρω από την αναπαραγωγή, τη γέννηση, τη φροντίδα των μικρών και την επανεκκίνηση του κύκλου. Η ίδια η φύση προσανατολίζεται διαρκώς προς τη συνέχιση της ζωής.

Οι άνθρωποι ίσως είναι τα μόνα θηλαστικά που μπορούν να παρακάμψουν πλήρως αυτό το ένστικτο.

Μερικές φορές αναρωτιέμαι πού καταλήγει όλη αυτή η ενέργεια.

Συχνά, ιδιαίτερα ανάμεσα στους πιο προοδευτικούς φίλους μου, βλέπω αυτό το ένστικτο να ανακατευθύνεται προς τον ακτιβισμό, τα κοινωνικά ζητήματα και την προστασία των ευάλωτων ανθρώπων. Δεν αμφισβητώ ότι πολλές από αυτές τις προσπάθειες προέρχονται από γνήσια συμπόνια και καλές προθέσεις. Πιστεύω όμως επίσης ότι ένα μέρος αυτής της ενέργειας μπορεί να αποτελεί μια μορφή μητρικής ενέργειας αποκομμένης από την οικογένεια και κατευθυνόμενης προς την κοινωνία συνολικά.

Όταν το ένστικτο της φροντίδας, της προστασίας, της υπεράσπισης και της θυσίας δεν έχει πλέον στο επίκεντρό του τα παιδιά ή την οικογένεια, αυτή η ενέργεια δεν εξαφανίζεται. Συχνά επανεμφανίζεται πολιτικά, κοινωνικά και ιδεολογικά. Μερικές φορές με εποικοδομητικό τρόπο. Άλλες φορές με καταστροφικό. Και κάποιες φορές με τρόπους που μοιάζουν να αφορούν λιγότερο τη βοήθεια προς πραγματικά ευάλωτους ανθρώπους και περισσότερο την αναζήτηση σκοπού, ταυτότητας και ηθικού νοήματος σε έναν κόσμο που αποσυνδέεται ολοένα και περισσότερο από την οικογένεια και την κοινότητα.

Πρόσφατα φιλοξενήσαμε το δείπνο για την πρόβα γάμου ενός ζευγαριού 22 και 25 ετών, και οι δύο απόφοιτοι του Texas A&M, αφοσιωμένοι στην καθολική πίστη, ανοιχτά προσανατολισμένοι στην οικογένεια και αποφασισμένοι να χτίσουν τη ζωή τους γύρω από κοινές αξίες αντί για ατελείωτη αυτοβελτίωση. Τα διακοσμητικά στα τραπέζια ήταν μεταλλικά κουτιά γεμάτα με ζωντανά φυτά και εικόνες αγίων.

Όταν εγώ ήμουν 22 ετών, οι προτεραιότητές μου ήταν πολύ διαφορετικές. Αλλά πιστεύω ότι αυτά τα παιδιά ίσως είναι στον σωστό δρόμο.

Η κουλτούρα μας λέει στους νέους να καθυστερούν τον γάμο, να αποφεύγουν τη δέσμευση, να μεγιστοποιούν την ελευθερία τους, να ταξιδεύουν, να χτίζουν καριέρες και να απολαμβάνουν τη νεότητά τους όσο μπορούν. Τα παιδιά συχνά παρουσιάζονται ως περιορισμός και όχι ως ολοκλήρωση.

Όλο και περισσότερο αναρωτιέμαι μήπως η κουλτούρα μας έχει ταυτίσει την ελευθερία με την πληρότητα, μόνο και μόνο για να ανακαλύψουν πολλοί άνθρωποι πολύ αργά ότι τα δύο αυτά πράγματα δεν είναι πάντοτε το ίδιο.

Της Mollie Engelhart

Οι απόψεις που διατυπώνονται στο παρόν άρθρο δεν αντικατοπτρίζουν κατ’ ανάγκην τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.

Η άνοδος της Κίνας και η νέα αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ

Σχολιασμός

Στις 14 Μαΐου, κατά τη διάρκεια της επίσκεψης του Ντόναλντ Τραμπ στην Κίνα, ο Σι Τζινπίνγκ, στις εναρκτήριες δηλώσεις του στη σύνοδο κορυφής στο Πεκίνο, δήλωσε: «Ο κόσμος έχει φτάσει σε ένα νέο σταυροδρόμι. Το αν η Κίνα και οι ΗΠΑ μπορούν να ξεπεράσουν την ‘παγίδα του Θουκυδίδη’ είναι ένα ερώτημα της Ιστορίας, ένα ερώτημα του κόσμου και ένα ερώτημα των λαών».

Ήταν η πρώτη φορά που ο Σι απευθύνθηκε δημόσια και άμεσα στον πρόεδρο των ΗΠΑ σε σύνοδο κορυφής, σε επίπεδο σημαντικά διαφορετικό από προηγούμενες κλειστές συναντήσεις ή γενικές ομιλίες.

Η δήλωση αυτή έρχεται σε έντονη αντίθεση με την ομιλία του Σι στο Σηάτλ το 2015, στην οποία είχε αρνηθεί την ύπαρξη της «παγίδας του Θουκυδίδη». Προηγουμένως, τόσο οι Κινέζοι αξιωματούχοι όσο και ο ακαδημαϊκός χώρος στην Κίνα αντιτίθεντο γενικά σε αυτό το σχήμα· πλέον, όμως, το υιοθετούν ενεργά, χρησιμοποιώντας το ακόμη και για να προειδοποιήσουν τις ΗΠΑ να μην υποτιμήσουν την ισχύ της Κίνας.

Γιατί το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (ΚΚΚ) προχώρησε σε αυτή τη μεταβολή στάσης; Ποια είναι τα βαθύτερα κίνητρα;

Γιατί η υπερεκτίμηση της οικονομικής και στρατιωτικής ισχύος του ΚΚΚ οδήγησε τελικά σε στρατηγική λανθασμένη εκτίμηση και αποτυχία;

Η «παγίδα του Θουκυδίδη» προέρχεται από την ανάλυση του αρχαίου Έλληνα ιστορικού Θουκυδίδη στο έργο του «Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου» σχετικά με τους φόβους που προκάλεσε στη Σπάρτη η άνοδος της Αθήνας: «Η πραγματική αιτία που έκανε τον πόλεμο αναπόφευκτο ήταν η αύξηση της δύναμης της Αθήνας και ο φόβος που αυτή η αύξηση προκάλεσε στη Σπάρτη». Ο καθηγητής του Χάρβαρντ Γκράχαμ Άλισον συστηματοποίησε αυτή την έννοια στο βιβλίο του «Destined for War» το 2017, αναλύοντας δεκαέξι περιπτώσεις αναδυόμενων δυνάμεων που αμφισβήτησαν υφιστάμενες ηγεμονίες τα τελευταία 500 χρόνια, εκ των οποίων οι δώδεκα κατέληξαν σε πόλεμο.

Στο νέο πλαίσιο της αντιπαράθεσης ΗΠΑ–Κίνας, οι Ηνωμένες Πολιτείες παρομοιάζονται με τη Σπάρτη (την ηγεμονική δύναμη), ενώ η Κίνα θεωρείται η Αθήνα (η αναδυόμενη δύναμη). Ο Άλισον τονίζει ότι η σύγκρουση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Κίνας δεν είναι αναπόφευκτη, αλλά ότι δομικές πιέσεις όπως ο φόβος, το κύρος και τα συμφέροντα μπορούν εύκολα να οδηγήσουν τις σχέσεις ΗΠΑ–Κίνας εκτός ελέγχου, σε συνδυασμό με παράγοντες όπως η Ταϊβάν και η Νότια Σινική Θάλασσα.

Το ΚΚΚ αρχικά απέρριψε αυτό το θεωρητικό πλαίσιο, υποστηρίζοντας ότι αγνοούσε παράγοντες όπως η παγκοσμιοποίηση, η πυρηνική αποτροπή και η αλληλεξάρτηση των οικονομιών ΗΠΑ και Κίνας. Ωστόσο, το ΚΚΚ πλέον υιοθετεί αυτή τη θεωρία, δείχνοντας την πεποίθησή του ότι μπορεί να «ξεπεράσει» τις Ηνωμένες Πολιτείες ή να τις αναγκάσει να αποδεχθούν αυτή τη νέα μετατόπιση παραδείγματος.

Μεταξύ 2013 και 2017, το ΚΚΚ υποβάθμιζε ή αρνιόταν επισήμως την «παγίδα του Θουκυδίδη». Σε ομιλία του στο Σηάτλ το 2015, ο Σι είχε δηλώσει ρητά ότι «δεν υπάρχει κάτι τέτοιο όπως η παγίδα του Θουκυδίδη», τονίζοντας ότι οι λανθασμένοι στρατηγικοί υπολογισμοί οδηγούν στη «δημιουργία της δικής σου παγίδας».

Πρώην Κινέζοι πρεσβευτές στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπως οι Τσούι Τιανκάι και Τσιν Γκανγκ, είχαν επίσης δηλώσει ότι η Κίνα δεν είναι η Αθήνα και οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι η Σπάρτη, προωθώντας έναν «νέο τύπο σχέσεων μεγάλων δυνάμεων» που θα αντικαθιστούσε τα παιχνίδια μηδενικού αθροίσματος με αμοιβαία επωφελή αποτελέσματα.

Κινέζοι ακαδημαϊκοί επικρίνουν τη θεωρία αυτή ως μια νέα εκδοχή της δυτικής «θεωρίας της κινεζικής απειλής», υποστηρίζοντας ότι παραβιάζει την κινεζική πολιτισμική παράδοση της «αρμονίας χωρίς ομοιομορφία» και αγνοεί τα αλληλένδετα συμφέροντα σε έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο.

Ο θεμελιώδης λόγος για τις απόψεις του ΚΚΚ πριν από μία δεκαετία βρισκόταν στην αντίληψή του για την ισχύ της Κίνας εκείνη την εποχή: Το 1980, το ΑΕΠ της Κίνας αντιστοιχούσε μόλις στο 10% εκείνου των Ηνωμένων Πολιτειών (σε όρους ισοτιμίας αγοραστικής δύναμης)· έως το 2026, παρότι η Κίνα είχε γίνει η μεγαλύτερη βιομηχανική χώρα στον κόσμο, εξακολουθούσε να βρίσκεται σε στάδιο «σύγκλισης» στρατιωτικά, υστερώντας έναντι των ΗΠΑ σε αεροπλανοφόρα, πυρηνικά υποβρύχια και αριθμό πυραύλων.

Εκείνη την περίοδο, η αποδοχή της μεταφοράς της παγίδας του Θουκυδίδη θα εδραίωνε τη «θεωρία της κινεζικής απειλής», θα υπονόμευε τη στρατηγική της «ειρηνικής ανάπτυξης» και της πρωτοβουλίας «Μία ζώνη, ένας δρόμος» του ΚΚΚ και θα προκαλούσε ισχυρότερη αμερικανική ανάσχεση. Επομένως, η απόρριψη της μεταφοράς από το ΚΚΚ τότε ήταν απλώς μια στρατηγική υπό πίεση, με στόχο τη «διατήρηση χαμηλού προφίλ» και την εξασφάλιση μιας ευκαιρίας για ανάπτυξη.

Τώρα, το ΚΚΚ έχει αρχίσει να υιοθετεί τη μεταφορά της παγίδας του Θουκυδίδη και η δημόσια αναφορά της στη συνάντηση Τραμπ–Σι το 2026 σηματοδοτεί την ολοκλήρωση αυτής της μεταστροφής. Η βασική κινητήρια δύναμη πίσω από αυτή τη μεταβολή και την αυξημένη αυτοπεποίθηση του ΚΚΚ φαίνεται να προέρχεται από δύο αντιλήψεις εντός και εκτός του κόμματος.

Πρώτον, η οικονομική ισχύς πλησιάζει εκείνη των Ηνωμένων Πολιτειών: Η βιομηχανική παραγωγή της Κίνας είναι ήδη διπλάσια από εκείνη των ΗΠΑ (σε όρους συναλλαγματικών ισοτιμιών), το ΑΕΠ της σε όρους ισοτιμίας αγοραστικής δύναμης είναι το μεγαλύτερο στον κόσμο και η εσωτερική κυκλοφορία και η ανθεκτικότητα της εφοδιαστικής αλυσίδας έχουν βελτιωθεί σημαντικά. Το ΚΚΚ πιστεύει ότι διαθέτει πλέον τη υλική βάση για ένα σενάριο «ανερχόμενης Ανατολής και παρακμάζουσας Δύσης» και δεν χρειάζεται πλέον να αρνείται την άνοδό του.

Δεύτερον, νέα πλεονεκτήματα στον στρατιωτικό τομέα: Η επέκταση των κινεζικών ναυτικών και αεροπορικών δυνάμεων, ιδιαίτερα στα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και την τεχνητή νοημοσύνη, θα μπορούσε να αποτελέσει ασύμμετρο εργαλείο που αλλάζει τα δεδομένα. Η Κίνα έχει ήδη σημειώσει πρόοδο στα σμήνη μη επανδρωμένων αεροσκαφών (όπως το σύστημα Atlas το 2026), ενώ το ΚΚΚ ελπίζει επίσης να αξιοποιήσει την τεχνητή νοημοσύνη ώστε, μέσω της κλίμακας των δεδομένων και της στρατηγικής «στρατιωτικο-πολιτικής ολοκλήρωσης», να την εφαρμόσει γρήγορα σε στρατιωτική διοίκηση, έλεγχο, επικοινωνίες, προσομοιώσεις και αυτόνομες πολεμικές δυνατότητες.

Η δύσκολη θέση των Ηνωμένων Πολιτειών στον πόλεμο με το Ιράν, μαζί με την απροσδόκητη ανθεκτικότητα του Ιράν και ακόμη και μια αποτελεσματική αντεπίθεση, ενίσχυσαν επίσης σημαντικά την αυτοπεποίθηση του ΚΚΚ. Οι κινεζικές αρχές πιστεύουν ξεκάθαρα ότι έχουν αξιοποιήσει μια ιστορική ευκαιρία στη «μεταμόρφωση που συμβαίνει μία φορά ανά αιώνα». Ως εκ τούτου, άρχισαν να χρησιμοποιούν ενεργά τη μεταφορά της «παγίδας» για να περιορίσουν και να υποβαθμίσουν τις Ηνωμένες Πολιτείες: Εάν οι ΗΠΑ δεν αποδεχθούν την άνοδο της Κίνας, ενδέχεται να δημιουργήσουν τη δική τους παγίδα.

Έτσι, το ΚΚΚ μετακινήθηκε από μια στρατηγική χαμηλού προφίλ λόγω αδυναμίας σε μια στρατηγική υψηλού προφίλ λόγω ισχύος, επιδιώκοντας να εξαναγκάσει τις Ηνωμένες Πολιτείες σε στρατηγική αυτοσυγκράτηση.

Ωστόσο, μπορούν πράγματι τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και η τεχνητή νοημοσύνη να δώσουν στρατιωτικό πλεονέκτημα στην Κίνα;

Η απάντηση είναι όχι. Η αποδοχή της παγίδας του Θουκυδίδη από την Κίνα βασίζεται σε τεχνολογική αυτοπεποίθηση, αλλά μια ρεαλιστική ανάλυση δείχνει ότι το ΚΚΚ στην πραγματικότητα υπερεκτιμά τις δυνατότητές του.

Όσον αφορά τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη, η Κίνα πράγματι προηγείται τόσο σε αριθμούς όσο και σε χαμηλού κόστους σμήνη, όπως αποδείχθηκε από τα μη επανδρωμένα εναέρια οχήματα μάχης πρώτου προσώπου (FPV UCAVs) στο ουκρανικό πεδίο επιχειρήσεων. Ωστόσο, η τεχνολογία των μη επανδρωμένων αεροσκαφών δεν είναι ιδιαίτερα προηγμένη· μπορεί να τροποποιηθεί με εξαρτήματα που διατίθενται εμπορικά. Ο αμερικανικός στρατός έχει επιταχύνει τα αντίμετρά του: όπλα κατευθυνόμενης ενέργειας, συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου και δίκτυα αντιμετώπισης μη επανδρωμένων αεροσκαφών με υποβοήθηση τεχνητής νοημοσύνης βρίσκονται ήδη σε φάση ανάπτυξης. Το αμερικανικό ναυτικό αναπτύσσει εντατικά τα δικά του σμήνη μη επανδρωμένων σκαφών επιφανείας (USVs/σμήνη USVs), ενώ η αποσύνδεση της εφοδιαστικής αλυσίδας του από την Κίνα προχωρά ταυτόχρονα.

Μόλις το αμερικανικό στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα μετατοπίσει πλήρως την προσοχή του, οι δυνατότητές του στην τεχνολογική έρευνα και ανάπτυξη και στη βιομηχανία υψηλής τεχνολογίας μπορούν να καλύψουν γρήγορα το κενό. Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν απόλυτο προβάδισμα στην ανάπτυξη συστημάτων αντιμετώπισης μη επανδρωμένων αεροσκαφών (όπως όπλα λέιζερ, μικροκύματα υψηλής ισχύος, ηλεκτρονικές παρεμβολές και σμήνη καταστροφής στόχων).

Το πλεονέκτημα της Κίνας στην παραγωγική ικανότητα θα αντιμετωπίσει φθίνουσες οριακές αποδόσεις απέναντι στις τεχνολογίες ακριβούς άμυνας. Το «πλεονέκτημα» της Κίνας είναι ένα προσωρινό ποσοτικό πλεονέκτημα, όχι ένα ανυπέρβλητο τεχνολογικό φράγμα· μόλις οι Ηνωμένες Πολιτείες επιτύχουν παραγωγή μεγάλης κλίμακας, οι δυνατότητες τους θα ξεπεράσουν γρήγορα εκείνες της Κίνας.

Στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης βρίσκεται το βασικό πεδίο μάχης που θα καθορίσει τη φύση των μελλοντικών στρατιωτικών αντιπαραθέσεων. Η τεχνητή νοημοσύνη θα αναδιαμορφώσει τη διοίκηση, την αναγνώριση, τα πλήγματα και την επιμελητεία, συμπιέζοντας τον χρόνο του κύκλου «OODA» (Observe-Orient-Decide-Act — Παρατήρηση-Προσανατολισμός-Απόφαση-Δράση) σε επίπεδο δευτερολέπτων. Σε αυτόν τον τομέα, οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν σημαντικό πλεονέκτημα:

• Υπολογιστική ισχύς και πρωτοποριακά μοντέλα: Οι αμερικανικοί έλεγχοι εξαγωγών περιορίζουν την παραγωγή προηγμένων κινεζικών τσιπ τεχνητής νοημοσύνης μόλις στο 3% του παγκόσμιου συνόλου, ενώ τα κορυφαία αμερικανικά τσιπ είναι πέντε φορές ισχυρότερα από τα κινεζικά. Οι επενδύσεις κεφαλαίου των αμερικανικών HyperScalers στην ΤΝ προβλέπεται να φτάσουν τα 650 δισεκατομμύρια δολάρια το 2026, υπερβαίνοντας κατά πολύ εκείνες αντίστοιχων κινεζικών εταιρειών. Τα πρωτοποριακά μοντέλα των OpenAI, Anthropic και άλλων παραμένουν αρκετούς μήνες έως και ένα έτος μπροστά από την Κίνα.

• Οικοσύστημα καινοτομίας: Η ανοιχτή συνεργασία ιδιωτικού τομέα, πανεπιστημίων και στρατού στις Ηνωμένες Πολιτείες (προγράμματα DARPA και JADC2) υπερβαίνει κατά πολύ το πλεονέκτημα δεδομένων της Κίνας. Παρότι το «εθνικό της σύστημα» φαίνεται τεράστιο, οι δυνατότητες καινοτομίας του είναι περιορισμένες.

• Παγκόσμιες συμμαχίες: Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν τη συμμαχία Five Eyes, την AUKUS και το QUAD για τον διαμοιρασμό στρατιωτικών εφαρμογών ΤΝ, ενώ η Κίνα είναι σχετικά απομονωμένη.

Παρότι η Κίνα προηγείται στην βιομηχανική ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης και στην κλίμακα δεδομένων, η ταχύτητα διάχυσης της στρατιωτικής ΤΝ δεν μπορεί να καλύψει το χάσμα στην τεχνολογική αιχμή. Το ΚΚΚ πιστεύει λανθασμένα ότι η ποσοτική αλλαγή μπορεί γρήγορα να οδηγήσει σε ποιοτική αλλαγή, αγνοώντας τα διαρθρωτικά πλεονεκτήματα των Ηνωμένων Πολιτειών στους ημιαγωγούς, το ανθρώπινο δυναμικό και το ανοιχτό οικοσύστημα, οδηγούμενο έτσι σε υπερβολικά αισιόδοξη εκτίμηση.

Με λίγα λόγια, η μετατόπιση του Πεκίνου από την απόρριψη στην αποδοχή της παγίδας του Θουκυδίδη είναι ουσιαστικά αποτέλεσμα μιας αλλαγής στην αντίληψή του για την ισχύ: από «αδύναμο και χαμηλών τόνων» σε «ισχυρό και γεμάτο αυτοπεποίθηση». Ωστόσο, αυτή η μεταβολή βασίζεται σε υπερεκτίμηση των βραχυπρόθεσμων πλεονεκτημάτων των μη επανδρωμένων αεροσκαφών και των μακροπρόθεσμων δυνατοτήτων της τεχνητής νοημοσύνης. Τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη αντιμετωπίζονται εύκολα και οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να διατηρούν σταθερά την κυρίαρχη θέση στην κούρσα της τεχνητής νοημοσύνης. Το ΚΚΚ έκανε λανθασμένο υπολογισμό: Στον ανταγωνισμό μεταξύ Σπάρτης (Ηνωμένες Πολιτείες) και Αθήνας (Κίνα), η Αθήνα δεν θα νικήσει.

Ιστορικά, η Αθήνα τελικά ηττήθηκε από τη Σπάρτη· αν οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα πέσουν αμφότερες στην παγίδα σήμερα, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα εξακολουθήσουν να είναι εκείνες που θα καταφέρουν να διαφύγουν. Με τα τεχνολογικά, θεσμικά και συμμαχικά τους πλεονεκτήματα, οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι πιθανότερο να αναγκάσουν την Κίνα να επιδείξει στρατηγική αυτοσυγκράτηση ή να πληρώσει υψηλότερο τίμημα.

Το Πεκίνο θα πρέπει να επιστρέψει στην παλαιότερη πραγματιστική προσέγγισή του περί «αποφυγής στρατηγικών λανθασμένων υπολογισμών», αντί να χρησιμοποιεί τη μεταφορά της «παγίδας» για να συγκαλύψει τις εσωτερικές του προκλήσεις, όπως η απώλεια νομιμοποίησης, η γήρανση του πληθυσμού, οι σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, το αυξανόμενο χρέος, η οικονομική κατάρρευση και ο τεχνολογικός αποκλεισμός. Παρότι είναι πιθανό η Κίνα και οι Ηνωμένες Πολιτείες να υπερβούν τη λογική του μηδενικού αθροίσματος και ίσως να «ξεπεράσουν» την παγίδα, η αναπόφευκτη κατάρρευση του παγκόσμιου κομμουνισμού παραμένει ένας επίμονος εφιάλτης για τους κυβερνώντες του ΚΚΚ.

Του Frank Tian Xie

Οι απόψεις που διατυπώνονται στο παρόν άρθρο δεν αντικατοπτρίζουν κατ’ ανάγκην τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.

Απόλυση με ένα email: H νέα τάση στον εργασιακό χώρο στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης

Υπάρχουν ειδήσεις που δεν είναι απλώς ειδήσεις. Είναι εικόνες μιας εποχής. Η πληροφορία ότι η Meta προχώρησε σε μαζικές απολύσεις χιλιάδων εργαζομένων, με ειδοποιήσεις που στάλθηκαν ηλεκτρονικά και με εργαζομένους σε διαφορετικές ηπείρους να μαθαίνουν μέσα σε λίγα λεπτά ότι η θέση τους καταργείται, δεν είναι ένα απλό εταιρικό γεγονός. Είναι ένα σύμβολο. Είναι η εικόνα ενός κόσμου όπου η ανθρώπινη εργασία μπορεί να διαγραφεί με ένα email, στο όνομα της «αποδοτικότητας», της «αναδιάρθρωσης» και, πλέον, της τεχνητής νοημοσύνης.

Σύμφωνα με δημοσιεύματα, η Meta προχώρησε σε περικοπές περίπου 8.000 εργαζομένων, δηλαδή περίπου το 10% του προσωπικού της, ενώ ταυτόχρονα μετακινεί χιλιάδες άλλους υπαλλήλους σε νέες ομάδες που σχετίζονται με την τεχνητή νοημοσύνη. Την ίδια περίοδο, η εταιρεία αναμένει τεράστιες κεφαλαιουχικές δαπάνες για το 2026, της τάξεως των 125 έως 145 δισεκατομμυρίων δολαρίων, κυρίως για υποδομές, κέντρα δεδομένων και τεχνολογικές επενδύσεις που θα στηρίξουν την επόμενη φάση της ΤΝ.

Αν κοιτάξει κανείς μόνο τους αριθμούς, ίσως χάσει την ουσία. Οκτώ χιλιάδες άνθρωποι δεν είναι ένα λογιστικό μέγεθος. Δεν είναι μια γραμμή σε έναν πίνακα κόστους. Είναι οικογένειες, ενοίκια, δάνεια, παιδιά, σχέδια, αγωνίες, χρόνια εργασίας, μετακομίσεις, υπερωρίες, προσδοκίες. Είναι άνθρωποι που εργάστηκαν για να χτιστούν πλατφόρμες και προϊόντα που χρησιμοποιούν καθημερινά δισεκατομμύρια χρήστες. Και ξαφνικά, σε μια στιγμή, η σχέση τους με την εταιρεία τελειώνει με μια ψυχρή ειδοποίηση.

Ανησυχητικό δεν είναι μόνο το μέγεθος των απολύσεων, αλλά και ο τρόπος. Η απόλυση μέσω email έχει κάτι βαθιά απάνθρωπο. Δεν υπάρχει βλέμμα. Δεν υπάρχει διάλογος. Δεν υπάρχει προσωπική αναγνώριση της προσφοράς. Υπάρχει ένα μήνυμα, μια τυποποιημένη φράση, μια ημερομηνία λήξης και συχνά μια άμεση διακοπή πρόσβασης στα εταιρικά συστήματα. Ο εργαζόμενος δεν αντιμετωπίζεται ως πρόσωπο, αλλά ως εγγραφή σε μια βάση δεδομένων. Το σύστημα αποφάσισε, το email εστάλη, η πρόσβαση κόπηκε και η ζωή συνεχίζεται — για την εταιρεία.

Το παράδειγμα της Meta είναι ίσως το πιο πρόσφατο και πιο ηχηρό, αλλά δεν είναι μεμονωμένο. Η Microsoft, το 2025, απέλυσε περίπου 6.000 εργαζομένους, σχεδόν το 3% του παγκόσμιου δυναμικού της, ενώ την ίδια περίοδο δαπανούσε τεράστια ποσά για κέντρα δεδομένων και τεχνητή νοημοσύνη. Η εταιρεία μίλησε για ανάγκη οργανωτικών αλλαγών, λιγότερα επίπεδα διοίκησης και μεγαλύτερη ευελιξία. Όμως πίσω από αυτές τις λέξεις υπάρχει μια σκληρή πραγματικότητα: ακόμη και οι πιο ισχυρές, κερδοφόρες και τεχνολογικά προηγμένες εταιρείες του κόσμου θεωρούν πλέον ότι μπορούν να λειτουργούν με λιγότερους ανθρώπους.

Η Amazon είναι ακόμη ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Το 2025, ανακοίνωσε περικοπές περίπου 14.000 εταιρικών θέσεων εργασίας, σε μια κίνηση που συνδέθηκε με τη μείωση της γραφειοκρατίας, την αφαίρεση διοικητικών επιπέδων και την αυξημένη χρήση τεχνητής νοημοσύνης. Σύμφωνα με το Reuters, εργαζόμενοι ενημερώθηκαν για την κατάργηση των θέσεών τους μέσω email, ενώ η εταιρεία τόνισε ότι η ΤΝ και οι αυτοματισμοί θα αλλάξουν τον τρόπο με τον οποίο γίνεται η εργασία.

Ακόμη πιο άμεσο είναι το παράδειγμα της Salesforce. Εκεί, η σύνδεση ανάμεσα στην τεχνητή νοημοσύνη και τις θέσεις εργασίας έγινε σχεδόν χωρίς περιστροφές. Ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, Μαρκ Μπένιοφ, ανέφερε ότι η Salesforce μείωσε περίπου 4.000 θέσεις στην εξυπηρέτηση πελατών, καθώς η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί πλέον να αναλαμβάνει μεγάλο μέρος της αλληλεπίδρασης με πελάτες. Αυτό δεν είναι απλώς «αναδιάρθρωση». Είναι η αντικατάσταση συγκεκριμένων ανθρώπινων λειτουργιών από λογισμικό. ([theregister][4])

Η IBM είχε δώσει από νωρίς το σήμα. Ήδη από το 2023, ο διευθύνων σύμβουλός της, Άρβιντ Κρίσνα, είχε δηλώσει ότι περίπου 7.800 θέσεις θα μπορούσαν να αντικατασταθούν από τεχνητή νοημοσύνη μέσα στα επόμενα χρόνια, κυρίως σε υποστηρικτικές λειτουργίες. Δηλαδή όχι μόνο σε προγραμματιστές ή τεχνικά επαγγέλματα, αλλά και σε διοικητικές υπηρεσίες, ανθρώπινο δυναμικό, επεξεργασία δεδομένων και εσωτερικές λειτουργίες.

Το φαινόμενο έχει πλέον περάσει και έξω από τα στενά όρια της Silicon Valley. Η Standard Chartered ανακοίνωσε σχέδια για περισσότερες από 7.000 περικοπές θέσεων εργασίας μέσα στα επόμενα χρόνια, καθώς αυξάνει τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης και αυτοματοποίησης. Η HP ανακοίνωσε ότι θα κόψει από 4.000 έως 6.000 θέσεις μέχρι το 2028, επίσης στο πλαίσιο μεγαλύτερης ενσωμάτωσης ΤΝ σε προϊόντα, λειτουργίες και εξυπηρέτηση πελατών.

Άρα, δεν μιλάμε πια για μια μεμονωμένη εταιρεία. Μιλάμε για μια νέα λογική. Η τεχνητή νοημοσύνη παρουσιάζεται ως επανάσταση παραγωγικότητας. Οι εταιρείες υπόσχονται ότι με λιγότερους ανθρώπους θα παράγουν περισσότερα, γρηγορότερα και φθηνότερα. Στα μάτια των μετόχων, αυτό ακούγεται θετικό. Στα μάτια των εργαζομένων, όμως, μοιάζει με απειλή. Γιατί το ερώτημα είναι απλό: όταν η ΤΝ αυξάνει την παραγωγικότητα, ποιος κερδίζει; Κερδίζει ο εργαζόμενος περισσότερο ελεύθερο χρόνο, καλύτερες συνθήκες, υψηλότερο μισθό και εκπαίδευση σε νέες δεξιότητες; Ή κερδίζουν κυρίως οι εταιρείες, μειώνοντας μισθοδοσία και αυξάνοντας περιθώρια κέρδους;

Η γλώσσα που χρησιμοποιούν οι εταιρείες έχει επίσης σημασία. Δεν λένε «απολύουμε ανθρώπους για να τους αντικαταστήσουμε με μηχανές». Λένε «γινόμαστε πιο ευέλικτοι». Λένε «μειώνουμε επίπεδα διοίκησης». Λένε «ανακατανέμουμε πόρους». Λένε «επενδύουμε στο μέλλον». Όλες αυτές οι φράσεις ακούγονται ουδέτερες, σχεδόν επιστημονικές. Όμως πίσω τους βρίσκεται η ίδια πραγματικότητα: άνθρωποι χάνουν τη δουλειά τους, ενώ δισεκατομμύρια μεταφέρονται από τη μισθοδοσία προς τα κέντρα δεδομένων, τους αλγορίθμους και την υπολογιστική ισχύ.

Αυτό είναι το νέο κοινωνικό ερώτημα της εποχής. Δεν είναι αν η τεχνητή νοημοσύνη είναι καλή ή κακή από μόνη της. Η τεχνολογία δεν είναι ηθική ή ανήθικη από μόνη της· η χρήση της είναι που αποκτά ηθικό περιεχόμενο. Η ΤΝ μπορεί να βοηθήσει στην ιατρική, στην εκπαίδευση, στην έρευνα, στη μετάφραση, στην ανάλυση δεδομένων, στην καθημερινή παραγωγικότητα. Μπορεί να απαλλάξει ανθρώπους από βαρετές, επαναλαμβανόμενες ή επικίνδυνες εργασίες. Μπορεί να γίνει εργαλείο προόδου. Όταν όμως χρησιμοποιείται κυρίως ως μηχανισμός συμπίεσης κόστους και μείωσης προσωπικού, τότε η πρόοδος αποκτά μια σκοτεινή πλευρά.

Οι μεγάλες εταιρείες συχνά μιλούν για «κουλτούρα», «ομάδα», «συνεργασία», «ταλέντο» και «ανθρώπινο δυναμικό». Σε περιόδους ανάπτυξης, οι εργαζόμενοι καλούνται να πιστέψουν στο όραμα της εταιρείας, να δείξουν αφοσίωση, να γίνουν μέρος μιας μεγάλης αποστολής. Όταν όμως αλλάξουν οι προτεραιότητες, ο ίδιος εργαζόμενος μπορεί να γίνει «πλεονάζουσα θέση». Η εταιρική οικογένεια διαλύεται με ένα email.

Αυτό δημιουργεί βαθιά κρίση εμπιστοσύνης. Πώς να πιστέψει ένας εργαζόμενος στα μεγάλα λόγια περί αποστολής και αξιών, όταν βλέπει συναδέλφους να απολύονται μαζικά παρά τα μεγάλα κέρδη; Πώς να εμπιστευτεί την υπόσχεση ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα «ενισχύσει» τον άνθρωπο, όταν η πρώτη της μεγάλη εφαρμογή στην αγορά εργασίας φαίνεται να είναι η περικοπή θέσεων; Πώς να επενδύσει συναισθηματικά σε μια εταιρεία που μπορεί να τον ενημερώσει για το τέλος της εργασίας του με ένα αυτοματοποιημένο μήνυμα;

Υπάρχει και μια ακόμη αντίφαση. Οι απολύσεις αυτές δεν συμβαίνουν πάντα σε εταιρείες που καταρρέουν, δεν πρόκειται για επιχειρήσεις στα πρόθυρα χρεοκοπίας. Πολλές από αυτές είναι κολοσσοί με τεράστια έσοδα, ισχυρή θέση στην αγορά και πρόσβαση σε κεφάλαια που ξεπερνούν τους προϋπολογισμούς ολόκληρων κρατών. Αυτό σημαίνει ότι δεν βρισκόμαστε μπροστά σε κλασικές απολύσεις κρίσης. Βρισκόμαστε μπροστά σε απολύσεις μετάβασης. Οι εταιρείες δεν λένε «δεν έχουμε χρήματα». Λένε, με τον τρόπο τους, «θέλουμε να βάλουμε τα χρήματα αλλού».

Και αυτό το «αλλού» είναι η τεχνητή νοημοσύνη.

Η συζήτηση δεν μπορεί να περιοριστεί στο αν οι εταιρείες έχουν δικαίωμα να αναδιαρθρώνονται. Προφανώς έχουν. Καμία επιχείρηση δεν μπορεί να μείνει αναλλοίωτη σε έναν κόσμο που αλλάζει. Το ερώτημα είναι πώς γίνεται αυτή η μετάβαση. Με ποιον σεβασμό προς τους εργαζομένους; Με ποια προετοιμασία; Με ποια επανεκπαίδευση; Με ποια κοινωνική ευθύνη; Με ποιο πλαίσιο προστασίας;

Αν η τεχνητή νοημοσύνη γίνει απλώς το εργαλείο με το οποίο οι εταιρείες θα απολύουν γρηγορότερα, φθηνότερα και μαζικότερα, τότε δεν θα μιλάμε για πρόοδο. Θα μιλάμε για τεχνολογική επιτάχυνση χωρίς ανθρώπινο μέτρο. Θα έχουμε πιο έξυπνα συστήματα, αλλά πιο ανασφαλείς ανθρώπους. Περισσότερη παραγωγικότητα, αλλά λιγότερη αξιοπρέπεια. Περισσότερα κέντρα δεδομένων, αλλά λιγότερη κοινωνική συνοχή.

Η εικόνα του εργαζομένου που ξυπνά και βρίσκει στο inbox του ένα μήνυμα απόλυσης είναι μια εικόνα που πρέπει να μας προβληματίσει βαθιά. Γιατί μπορεί σήμερα να αφορά τη Meta, τη Microsoft, την Amazon ή τη Salesforce. Αύριο, όμως, μπορεί να αφορά τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρείες, μέσα ενημέρωσης, λογιστήρια, τηλεφωνικά κέντρα, δημόσιες υπηρεσίες, εκπαιδευτικούς οργανισμούς, ακόμα και επαγγέλματα που μέχρι χθες θεωρούσαμε ασφαλή.

Οι απόψεις που διατυπώνονται στο παρόν άρθρο δεν αντικατοπτρίζουν κατ’ ανάγκην τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.

Η Ελλάδα μπροστά στην πυρηνική εποχή: H γαλλική συνεργασία, οι ελληνικές δυνατότητες και τα μεγάλα ερωτήματα

Η συζήτηση για την πυρηνική ενέργεια στην Ελλάδα έχει περάσει σε μια νέα φάση. Για δεκαετίες, η λέξη «πυρηνικά» προκαλούσε σχεδόν αυτόματα αμηχανία, φόβο ή απόρριψη. Στη δημόσια συζήτηση ταυτιζόταν συχνά με τα μεγάλα ατυχήματα του Τσερνόμπιλ και της Φουκουσίμα, με την πυρηνική απειλή και με μια τεχνολογία που θεωρούνταν ξένη προς τις ελληνικές ανάγκες. Σήμερα, χωρίς να έχει ληφθεί καμία απόφαση για κατασκευή πυρηνικού σταθμού στην Ελλάδα, το θέμα επιστρέφει με διαφορετικούς όρους: ως ζήτημα ενεργειακής ασφάλειας, τεχνολογικής προετοιμασίας, βιομηχανικής συμμετοχής και στρατηγικών συμμαχιών.

Η πρόσφατη συνεργασία Ελλάδας και Γαλλίας στον τομέα της πυρηνικής τεχνολογίας είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της μετατόπισης. Τον Απρίλιο του 2026, στο πλαίσιο της επίσημης επίσκεψης του Γάλλου προέδρου Εμμανουέλ Μακρόν στην Αθήνα, υπεγράφη δήλωση προθέσεων μεταξύ του Έλληνα υπουργού Ανάπτυξης Τάκη Θεοδωρικάκου και του Γάλλου υπουργού Οικονομίας, Οικονομικών και Βιομηχανικής, Ενεργειακής και Ψηφιακής Κυριαρχίας Ρολάν Λεσκύρ, στον τομέα της πυρηνικής τεχνολογίας. Σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση του υπουργείου Ανάπτυξης, η συνεργασία αφορά την έρευνα, την καινοτομία, την πυρηνική ασφάλεια, την ανταλλαγή τεχνογνωσίας, την ανάπτυξη δεξιοτήτων και τη διαμόρφωση θεσμικού και κανονιστικού πλαισίου για τις ειρηνικές χρήσεις της πυρηνικής τεχνολογίας.

Αυτό είναι το πρώτο σημείο που πρέπει να ξεκαθαριστεί: η ελληνογαλλική συμφωνία δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα αποφάσισε να κατασκευάσει πυρηνικό εργοστάσιο. Δεν πρόκειται για ένα έργο άμεσης υλοποίησης. Πρόκειται για ένα πλαίσιο συνεργασίας με μια χώρα που διαθέτει βαθιά τεχνογνωσία στην πυρηνική ενέργεια και έχει οικοδομήσει επί δεκαετίες ένα από τα ισχυρότερα πυρηνικά οικοσυστήματα στην Ευρώπη. Η Γαλλία παράγει εδώ και πολλά χρόνια μεγάλο μέρος της ηλεκτρικής της ενέργειας από πυρηνικούς σταθμούς και παραμένει η κατεξοχήν πυρηνική δύναμη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Γι’ αυτό και για την Ελλάδα η συνεργασία αυτή έχει αξία κυρίως ως «γέφυρα γνώσης»: εκπαίδευση, ρυθμιστική εμπειρία, τεχνική κουλτούρα, ασφάλεια, έρευνα και πρόσβαση σε ένα ώριμο ευρωπαϊκό μοντέλο.

Η Ελλάδα δεν είναι πυρηνική χώρα με την έννοια της ηλεκτροπαραγωγής. Δεν διαθέτει πυρηνικούς σταθμούς και δεν έχει σήμερα εμπορικό πυρηνικό πρόγραμμα. Έχει όμως επαφή με τις ειρηνικές χρήσεις της πυρηνικής τεχνολογίας. Η Ελληνική Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας είναι η εθνική ρυθμιστική αρχή που έχει αρμοδιότητα για τον έλεγχο, τη ρύθμιση και την εποπτεία στους τομείς της πυρηνικής ενέργειας, της πυρηνικής τεχνολογίας, της ακτινοπροστασίας και της πυρηνικής και ραδιολογικής ασφάλειας. Επίσης, στο ΕΚΕΦΕ «Δημόκριτος» υπάρχει ο ερευνητικός αντιδραστήρας GRR-1, ο οποίος όμως δεν συνιστά πυρηνική ηλεκτροπαραγωγή και βρίσκεται εκτός του πλαισίου ενός εμπορικού ενεργειακού προγράμματος. Ο Διεθνής Οργανισμός Ατομικής Ενέργειας έχει επισημάνει ότι η Ελλάδα έχει δημιουργήσει βάση για την ασφαλή διαχείριση ραδιενεργών αποβλήτων, αλλά και ότι υπάρχουν πεδία που απαιτούν περαιτέρω βελτίωση.

Με απλά λόγια, η χώρα διαθέτει ρυθμιστική και επιστημονική εμπειρία σε ζητήματα ακτινοπροστασίας, ιατρικών και ερευνητικών εφαρμογών, αλλά δεν διαθέτει ακόμη το θεσμικό, τεχνικό και κοινωνικό υπόβαθρο που θα απαιτούσε ένα κανονικό πυρηνικό πρόγραμμα ηλεκτροπαραγωγής. Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η σημασία της τρέχουσας συζήτησης: πριν μιλήσει κανείς για αντιδραστήρες, πρέπει να μιλήσει για θεσμούς, ανθρώπινο δυναμικό, ασφάλεια, αδειοδοτήσεις, διαχείριση αποβλήτων, διεθνείς συμφωνίες, χρηματοδότηση και κοινωνική αποδοχή.

Η αλλαγή στάσης της ελληνικής κυβέρνησης φάνηκε καθαρά τον Μάρτιο του 2026, όταν ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης μίλησε στο 2ο Nuclear Energy Summit στο Παρίσι. Εκεί ανέφερε ότι η Ελλάδα γυρίζει σελίδα και ότι ήρθε η ώρα να εξεταστεί αν η πυρηνική ενέργεια, και ειδικότερα οι μικροί αρθρωτοί αντιδραστήρες, οι γνωστοί SMR, μπορούν να παίξουν ρόλο στο ελληνικό ενεργειακό σύστημα. Ανακοίνωσε επίσης τη σύσταση υψηλού επιπέδου διυπουργικής επιτροπής που θα καταθέσει συγκεκριμένη εισήγηση προς την κυβέρνηση. Λίγες εβδομάδες αργότερα, σε συζήτηση στο Energy Transition Summit: East Med & Southeast Europe, ο πρωθυπουργός επανέλαβε ότι δεν υπάρχουν ειλημμένες αποφάσεις και ότι η διερεύνηση της μη στρατιωτικής πυρηνικής ενέργειας στην Ελλάδα είναι υπόθεση δεκαετίας, όχι άμεσο σχέδιο.

Το ενδιαφέρον για τους SMR δεν είναι ελληνική ιδιοτροπία. Εντάσσεται σε μια ευρύτερη ευρωπαϊκή και διεθνή συζήτηση. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει δημιουργήσει την Ευρωπαϊκή Βιομηχανική Συμμαχία για τους Μικρούς Μορφωτικούς Αντιδραστήρες [European Industrial Alliance on Small Modular Reactors], με στόχο να επιταχύνει την ανάπτυξη, την επίδειξη και την εγκατάσταση μικρών αρθρωτών αντιδραστήρων στην Ευρώπη στις αρχές της δεκαετίας του 2030. Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι οι επενδυτικές ανάγκες για την πυρηνική ενέργεια στην ΕΕ έως το 2050 ανέρχονται περίπου στα 241 δισ. ευρώ, χωρίς να υπολογίζονται πλήρως οι πρόσθετες ανάγκες για SMR, προηγμένους αρθρωτούς αντιδραστήρες και μικροαντιδραστήρες.

Οι μικροί αρθρωτοί αντιδραστήρες παρουσιάζονται διεθνώς ως μια πιο ευέλικτη μορφή πυρηνικής τεχνολογίας. Σε αντίθεση με τους μεγάλους συμβατικούς πυρηνικούς σταθμούς, οι SMR υπόσχονται μικρότερη ισχύ ανά μονάδα, δυνατότητα τυποποιημένης παραγωγής, δυνητικά χαμηλότερο αρχικό κόστος ανά έργο και εφαρμογές πέρα από την κλασική ηλεκτροπαραγωγή. Μπορούν θεωρητικά να χρησιμοποιηθούν για σταθερή ηλεκτρική ισχύ, βιομηχανική θερμότητα, παραγωγή υδρογόνου, αφαλάτωση, ενεργειακή στήριξη απομονωμένων περιοχών, λιμένων ή μεγάλων βιομηχανικών εγκαταστάσεων.

Ωστόσο, η λέξη «θεωρητικά» έχει μεγάλη σημασία. Ο ΟΟΣΑ και ο Οργανισμός Πυρηνικής Ενέργειας [Nuclear Energy Agency – NEA] επισημαίνουν ότι η μεγάλης κλίμακας ανάπτυξη των SMR εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τεχνικές, οικονομικές, ρυθμιστικές και εφοδιαστικές προκλήσεις. Η οικονομική τους βιωσιμότητα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το αν θα δημιουργηθεί πραγματική διεθνής αγορά, αν θα υπάρξει σειριακή παραγωγή και αν τα κράτη θα διαμορφώσουν αποτελεσματικά πλαίσια αδειοδότησης και συνεργασίας. Άρα, δεν μιλάμε για μια ώριμη λύση που μπορεί αύριο το πρωί να εγκατασταθεί οπουδήποτε χωρίς κόστος, ρίσκο και μεγάλη προετοιμασία. Μιλάμε για μια τεχνολογία με προοπτικές, αλλά και με αβεβαιότητες.

Γιατί, λοιπόν, η Ελλάδα να μπει σε αυτή τη συζήτηση; Ο πρώτος λόγος είναι η ενεργειακή ασφάλεια. Η χώρα έχει κάνει εντυπωσιακή πρόοδο στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Ο ήλιος και ο άνεμος είναι μεγάλα ελληνικά πλεονεκτήματα. Όμως οι ΑΠΕ είναι μεταβλητές. Παράγουν όταν υπάρχουν οι κατάλληλες καιρικές συνθήκες, όχι όταν το σύστημα έχει τη μεγαλύτερη ανάγκη. Η αποθήκευση ενέργειας αναπτύσσεται, αλλά παραμένει ακριβή και ακόμη δεν μπορεί να καλύψει όλα τα σενάρια μεγάλης διάρκειας. Το φυσικό αέριο προσφέρει ευελιξία, αλλά είναι εισαγόμενο, εκτεθειμένο σε γεωπολιτικούς κινδύνους και δεν είναι μηδενικού άνθρακα. Η πυρηνική ενέργεια, αντίθετα, προσφέρει σταθερή παραγωγή χαμηλών εκπομπών. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι αυτομάτως κατάλληλη για την Ελλάδα, αλλά εξηγεί γιατί επανέρχεται η συζήτηση για την ισχύ βάσης.

Ο δεύτερος λόγος είναι βιομηχανικός. Η πυρηνική τεχνολογία δεν αφορά μόνο την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Αφορά εφοδιαστικές αλυσίδες, ειδικά υλικά, βαριά βιομηχανία, μεταλλουργία, μηχανολογικό εξοπλισμό, ναυπηγεία, λιμενικές υποδομές, ερευνητικά κέντρα, πανεπιστήμια και εταιρείες τεχνολογίας. Σύμφωνα με δημοσίευμα του Directus.gr, που αναφέρεται στις διεργασίες γύρω από το ελληνικό πυρηνικό εγχείρημα, στην Ελλάδα εξετάζεται η σύσταση δύο επιτροπών: μιας διυπουργικής που θα χαρτογραφήσει θεσμικές και τεχνολογικές ανάγκες και μιας δεύτερης ομάδας εργασίας με συμμετοχή αγοράς, βιομηχανίας, πανεπιστημίων, ερευνητικών ιδρυμάτων, ναυπηγείων και Πολιτείας. ([Directus][9])

Η πιο ενδιαφέρουσα διάσταση είναι ότι η συζήτηση δεν περιορίζεται στο αν θα εγκατασταθεί κάποτε ένας αντιδραστήρας στην Ελλάδα. Αφορά και το αν η χώρα μπορεί να αποκτήσει ρόλο στην αλυσίδα αξίας των νέων πυρηνικών τεχνολογιών. Το ίδιο δημοσίευμα κάνει λόγο για ένα πιθανό «made in Greece» αποτύπωμα στον τομέα των SMRs, μέσω συμμετοχής ελληνικών βιομηχανιών στην παραγωγή εξαρτημάτων, υποδομών ή ειδικών υλικών. Αναφέρει επίσης ενδιαφέρον από ενεργειακές εταιρείες, τσιμεντοβιομηχανίες, μεταλλουργίες, ναυπηγεία και βιομηχανίες βαριάς κατασκευής. ([Directus][9]) Αυτό το σενάριο ίσως είναι πιο ρεαλιστικό βραχυπρόθεσμα από την ίδια την πυρηνική ηλεκτροπαραγωγή: όχι απαραίτητα «πυρηνικός σταθμός στην Ελλάδα», αλλά ελληνική συμμετοχή σε μια νέα ευρωπαϊκή βιομηχανική αλυσίδα.

Υπάρχουν και πιο ειδικά σενάρια που δείχνουν το εύρος της συζήτησης. Πιθανές εφαρμογές είναι οι πλωτοί μικροί πυρηνικοί αντιδραστήρες σε λιμένες ή θαλάσσιες ενεργειακές υποδομές, η αξιοποίηση SMR σε νησιωτικές περιοχές, η αφαλάτωση, η παραγωγή υδρογόνου, η υποστήριξη μεγάλων κέντρων δεδομένων και η παροχή ενέργειας σε ενεργοβόρες βιομηχανικές δραστηριότητες. Το Directus.gr αναφέρει ότι στο μικροσκόπιο βρίσκονται, σε επίπεδο συζήτησης, μεγάλοι λιμένες όπως ο Πειραιάς και το Ηράκλειο Κρήτης, ενώ η Δυτική Μακεδονία εμφανίζεται επίσης ως περιοχή ενδιαφέροντος λόγω της ενεργειακής της παράδοσης και της μετάβασης στη μεταλιγνιτική εποχή.

Αυτά τα σενάρια ακούγονται φιλόδοξα, αλλά χρειάζεται προσοχή. Η Ελλάδα είναι σεισμογενής χώρα, με έντονη νησιωτικότητα, ευαίσθητα οικοσυστήματα και κοινωνίες που συχνά αντιδρούν σε μεγάλα έργα υψηλής επικινδυνότητας/όχλησης. Ένα πυρηνικό εγχείρημα δεν μπορεί να στηριχθεί μόνο σε τεχνικές μελέτες ή κυβερνητικές αποφάσεις. Χρειάζεται εμπιστοσύνη. Και η εμπιστοσύνη δεν χτίζεται με επικοινωνιακές καμπάνιες, αλλά με διαφάνεια, ανεξάρτητη εποπτεία, δημόσια διαβούλευση, επιστημονική σοβαρότητα και καθαρούς κανόνες.

Το μεγαλύτερο ζήτημα είναι η ασφάλεια. Η πυρηνική ενέργεια μπορεί να έχει πολύ χαμηλές εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, αλλά δεν είναι μια απλή τεχνολογία. Απαιτεί διαρκή έλεγχο, αυστηρή αδειοδότηση, εξειδικευμένο προσωπικό, σχέδια έκτακτης ανάγκης, κουλτούρα ασφαλείας και ανεξάρτητη ρυθμιστική αρχή με επαρκείς πόρους. Η Ελλάδα θα έπρεπε να αναβαθμίσει σημαντικά το θεσμικό της πλαίσιο αν ήθελε κάποια στιγμή να περάσει από τη θεωρητική διερεύνηση στην πρακτική εφαρμογή.

Το δεύτερο μεγάλο ζήτημα είναι τα απόβλητα. Σήμερα, τα ραδιενεργά απόβλητα της χώρας προέρχονται κυρίως από περιορισμένες ιατρικές, ερευνητικές και βιομηχανικές εφαρμογές, όχι από πυρηνική ηλεκτροπαραγωγή. Ένα εμπορικό πυρηνικό πρόγραμμα θα άλλαζε ριζικά την κλίμακα και τη φύση της διαχείρισης. Θα απαιτούσε μακροχρόνια στρατηγική, διεθνείς συμφωνίες, ειδικές υποδομές και θεσμική συνέχεια για δεκαετίες. Σε μια χώρα όπου συχνά δυσκολευόμαστε να συντηρήσουμε βασικές δημόσιες υποδομές, το ερώτημα της μακροχρόνιας αξιοπιστίας του κράτους δεν είναι δευτερεύον. Είναι κεντρικό.

Το τρίτο ζήτημα είναι το κόστος. Η πυρηνική ενέργεια έχει υψηλό αρχικό κόστος, μεγάλους χρόνους αδειοδότησης και συχνά σημαντικές υπερβάσεις προϋπολογισμού σε διεθνή έργα. Οι SMR υπόσχονται ότι θα μειώσουν μέρος αυτών των προβλημάτων μέσω τυποποίησης και μικρότερης κλίμακας, αλλά αυτό μένει να αποδειχθεί στην πράξη. Η Ελλάδα δεν μπορεί να στηρίξει μια τέτοια επιλογή σε υποθέσεις. Θα πρέπει να εξετάσει με ψυχραιμία το συνολικό κόστος ανά μεγαβατώρα, τη χρηματοδότηση, την ασφάλιση, την ευθύνη σε περίπτωση ατυχήματος, τη διαχείριση αποβλήτων και το κόστος αποξήλωσης στο τέλος της ζωής μιας εγκατάστασης.

Υπάρχει και η αμυντική διάσταση των ελληνογαλλικών σχέσεων, που συχνά μπερδεύεται με την ενεργειακή. Η Γαλλία είναι πυρηνική δύναμη και το τελευταίο διάστημα διεξάγεται ευρύτερη ευρωπαϊκή συζήτηση για τον ρόλο της γαλλικής πυρηνικής αποτροπής στην ασφάλεια της Ευρώπης. Όμως αυτό πρέπει να διαχωρίζεται καθαρά από τη συνεργασία στις ειρηνικές χρήσεις της πυρηνικής τεχνολογίας. Άλλο η πυρηνική ενέργεια, άλλο η πυρηνική αποτροπή. Μπορεί γεωπολιτικά να συνδέονται στο πλαίσιο μιας στρατηγικής σχέσης με τη Γαλλία, αλλά τεχνολογικά, θεσμικά και ηθικά είναι διαφορετικά πεδία.

Πού βρισκόμαστε, λοιπόν; Βρισκόμαστε στην αρχή μιας διερεύνησης. Η Ελλάδα δεν έχει αποφασίσει να γίνει πυρηνική χώρα στην ηλεκτροπαραγωγή. Έχει όμως αρχίσει να εγκαταλείπει την παλιά παθητικότητα. Συμμετέχει στον ευρωπαϊκό διάλογο, αναζητά συνεργασίες, εξετάζει τους SMR, συζητά τη δημιουργία επιτροπών, ενδιαφέρεται για την αλυσίδα αξίας και επιχειρεί να καταλάβει αν η πυρηνική τεχνολογία μπορεί να συνδεθεί με την ενεργειακή ασφάλεια, την απανθρακοποίηση και τη βιομηχανική αναβάθμιση.

Πού πάμε; Το πιο πιθανό είναι ότι η επόμενη δεκαετία θα είναι δεκαετία προετοιμασίας και όχι άμεσης υλοποίησης. Η Ελλάδα θα χρειαστεί να απαντήσει σε συγκεκριμένα ερωτήματα. Θέλει απλώς να αποκτήσει τεχνογνωσία; Θέλει να συμμετάσχει στην ευρωπαϊκή βιομηχανική αλυσίδα των SMR; Θέλει να εξετάσει ειδικές εφαρμογές σε λιμένες, νησιά, ναυτιλία ή βιομηχανία; Ή θέλει, μακροπρόθεσμα, να ανοίξει πραγματικά τον δρόμο για πυρηνική ηλεκτροπαραγωγή στο έδαφός της; Κάθε απάντηση οδηγεί σε διαφορετική πολιτική, διαφορετικό κόστος και διαφορετικό βαθμό κοινωνικής δυσκολίας.

Μπροστά σε αυτές τις προοπτικές, απαιτείται να αφήσουμε στην άκρη τόσο τον ενθουσιασμό όσο και τον φόβο. Ο ενθουσιασμός μπορεί να οδηγήσει σε υποτίμηση των κινδύνων και του κόστους. Ο φόβος μπορεί να αποκλείσει τη χώρα από μια τεχνολογική και βιομηχανική εξέλιξη που ήδη προχωρά στην Ευρώπη. Για να εξετάσουμε το ενδεχόμενο της πυρηνικής ανάπτυξης, καλούμαστε να το γνωρίσουμε πρώτα σε βάθος: να μελετήσουμε, να εκπαιδεύσουμε ανθρώπους, να ενισχύσουμε τους θεσμούς, να συνεργαστούμε με χώρες που ξέρουν, να ενημερώσουμε την κοινωνία και να αποφασίσουμε χωρίς ιδεοληψίες.

Η ελληνογαλλική συνεργασία είναι, σε αυτό το πλαίσιο, ένα σημαντικό βήμα. Όχι επειδή λύνει το πυρηνικό ζήτημα, αλλά επειδή το ανοίγει με θεσμικό τρόπο. Η Ελλάδα αποκτά πρόσβαση σε τεχνογνωσία, σε ευρωπαϊκό διάλογο και σε μια χώρα που έχει χτίσει επί δεκαετίες πυρηνική εμπειρία. Το αν αυτό θα οδηγήσει σε ελληνική συμμετοχή στην αλυσίδα αξίας των SMR, σε ειδικές εφαρμογές ή κάποτε σε πυρηνική ηλεκτροπαραγωγή, θα εξαρτηθεί από την τεχνολογία, την οικονομία, την κοινωνία και την πολιτική βούληση.

Η πυρηνική ενέργεια είναι ένα ερώτημα μακροπρόθεσμο. Δεν απαντάται με συνθήματα. Απαντάται με πεντηκονταετές σχέδιο. Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη πρόκληση για την Ελλάδα και τους πολίτες της: όχι απλώς αν μπορεί να συζητήσει για την πυρηνική ενέργεια, αλλά αν μπορεί να σχεδιάσει με σοβαρότητα ένα μέλλον πέρα από τον επόμενο εκλογικό κύκλο.

Οι απόψεις που διατυπώνονται στο παρόν άρθρο δεν αντικατοπτρίζουν κατ’ ανάγκην τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.