Δευτέρα, 13 Ιούλ, 2026

Sony: Το τέλος των δίσκων και οι ανησυχίες για την ψηφιακή ιδιοκτησία

Η Sony Interactive Entertainment ανακοίνωσε ότι από τον Ιανουάριο του 2028 θα σταματήσει η παραγωγή φυσικών δίσκων για όλα τα νέα παιχνίδια που θα κυκλοφορούν σε κονσόλες PlayStation. Από εκεί και πέρα, τα νέα παιχνίδια θα διατίθενται μέσω PlayStation Store ή από καταστήματα λιανικής μόνο σε ψηφιακή μορφή. Η εταιρεία διευκρίνισε ότι η αλλαγή δεν επηρεάζει παιχνίδια που έχουν ήδη κυκλοφορήσει ή θα κυκλοφορήσουν σε δίσκο πριν από τον Ιανουάριο του 2028.

Η Sony παρουσιάζει την απόφαση ως προσαρμογή στις νέες καταναλωτικές συνήθειες, αναφέροντας ότι οι προτιμήσεις των καταναλωτών και της ευρύτερης βιομηχανίας ψυχαγωγίας έχουν μετακινηθεί από τα φυσικά μέσα προς την ψηφιακή διανομή. Σε επίπεδο αριθμών, η επιχειρηματολογία της εταιρείας δεν είναι αβάσιμη: οι ψηφιακές πωλήσεις παιχνιδιών στο PlayStation έχουν πλέον ξεπεράσει κατά πολύ τις φυσικές πωλήσεις, με αναφορές να τοποθετούν το ποσοστό των ψηφιακών αγορών κοντά στο 80% των πλήρων παιχνιδιών.

Εξετάζοντας τα πράγματα πιο προσεκτικά γίνονται διακριτές ευρύτερες συνέπειες. Για τη Sony, η ψηφιακή διανομή σημαίνει λιγότερο κόστος παραγωγής, λιγότερη ανάγκη για μεταφορές, αποθήκες, κουτιά, δίσκους και φυσικό λιανεμπόριο. Σημαίνει επίσης μεγαλύτερο έλεγχο στην τιμολόγηση και στην κυκλοφορία των προϊόντων της. Για τον καταναλωτή, όμως, η μετάβαση σε ένα πλήρως ψηφιακό μοντέλο σημαίνει κάτι διαφορετικό: λιγότερες επιλογές, μικρότερη δυνατότητα μεταπώλησης, δυσκολότερο δανεισμό σε φίλους, εξάρτηση από λογαριασμούς, διακομιστές, άδειες χρήσης και εμπορικές συμφωνίες που μπορεί να αλλάξουν χωρίς ο ίδιος να έχει πραγματικό έλεγχο.

Το θέμα πήρε ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις επειδή λίγες ημέρες μετά την ανακοίνωση καταγράφηκε και μια σημαντική πώληση μετοχών από τον πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο της Sony Group, Χιρόκι Τοτόκι. Σύμφωνα με το έντυπο Form 4 που κατατέθηκε στην αμερικανική Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ο Τοτόκι πούλησε στις 3 Ιουλίου 2026 225.000 κοινές μετοχές της Sony, στην τιμή των 21,02 δολαρίων ανά μετοχή. Μετά τη συναλλαγή, εμφανίζεται να κατέχει άμεσα 173.250 μετοχές.

Αυτό σημαίνει ότι η πώληση αντιστοιχεί σε πάνω από το ήμισυ των άμεσα κατεχόμενων κοινών μετοχών του, αξίας περίπου 4,7 εκατ. δολαρίων. Ωστόσο, χρειάζεται προσοχή: με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, η πώληση έγινε στις 3 Ιουλίου, δηλαδή δύο ημέρες μετά την ανακοίνωση της 1ης Ιουλίου. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία που να αποδεικνύουν παράνομη εσωτερική πληροφόρηση ή αιτιώδη σύνδεση με την ανακοίνωση. Υπάρχει, όμως, ένας χρονισμός που εύλογα προκαλεί ερωτήματα σε μια περίοδο κατά την οποία η εμπιστοσύνη των παικτών προς τη Sony δοκιμάζεται.

Η αντίδραση του κοινού δείχνει ότι η Sony ίσως υποτίμησε το συναισθηματικό και πρακτικό βάρος των φυσικών αντιτύπων. Μέσα σε λίγες ημέρες, δημιουργήθηκε διαδικτυακή καμπάνια υπέρ της διατήρησης των φυσικών δίσκων, η οποία σύμφωνα με το Tom’s Hardware είχε ξεπεράσει τις 172.000 υπογραφές στις 7 Ιουλίου. Το μήνυμα της καμπάνιας ήταν απλό: οι παίκτες δεν είναι εναντίον του ψηφιακού, είναι εναντίον τού να είναι το ψηφιακό η μόνη επιλογή.

Δεν πρόκειται τόσο για νοσταλγία απέναντι στο πλαστικό κουτί ή στον δίσκο ως αντικείμενο όσο για το δικαίωμα της επιλογής και για την έννοια της ιδιοκτησίας. Ένας φυσικός δίσκος μπορεί να αγοραστεί μεταχειρισμένος, να δοθεί σε έναν φίλο, να πουληθεί, να κρατηθεί σε μια βιβλιοθήκη, να παιχτεί χρόνια αργότερα, εφόσον υπάρχει συμβατό μηχάνημα. Ένα ψηφιακό παιχνίδι, αντίθετα, συνδέεται με λογαριασμό, με όρους χρήσης, με την ύπαρξη ηλεκτρονικού καταστήματος και με την καλή λειτουργία μιας πλατφόρμας.

Η Sony ανακοίνωσε την ίδια ημέρα και αλλαγές για το PlayStation Store σε PS3 και PS Vita. Σύμφωνα με την εταιρεία, το κατάστημα του PS3 θα αρχίσει να κλείνει σε επιλεγμένες αγορές από το 2026, ενώ το παγκόσμιο κλείσιμο για PS3 και PS Vita προβλέπεται για τον Ιούλιο του 2027. Η Sony αναφέρει ότι οι χρήστες θα μπορούν να συνεχίσουν να κατεβάζουν ήδη αγορασμένο περιεχόμενο «για το προβλέψιμο μέλλον», μια φράση που από μόνη της δείχνει το πρόβλημα: στο ψηφιακό περιβάλλον, ακόμη και αυτό που έχει πληρωθεί δεν έχει πάντα τον χαρακτήρα μόνιμης κατοχής.

Η ανησυχία των καταναλωτών δεν είναι θεωρητική. Τα τελευταία χρόνια έχουν υπάρξει αρκετές περιπτώσεις όπου ψηφιακό περιεχόμενο που είχε αγοραστεί εμφανίστηκε να κινδυνεύει με αφαίρεση από βιβλιοθήκες χρηστών λόγω αδειών χρήσης. Στην περίπτωση του PlayStation και του Discovery, η ίδια η Sony είχε ανακοινώσει το 2023 ότι, λόγω συμφωνιών αδειοδότησης, οι χρήστες δεν θα μπορούσαν πλέον να παρακολουθούν συγκεκριμένο περιεχόμενο που είχαν αγοράσει και ότι αυτό θα αφαιρούνταν από τις βιβλιοθήκες τους. Η απόφαση τελικά ανακλήθηκε, αλλά το περιστατικό έδειξε πόσο εύθραυστη είναι η έννοια της «αγοράς» όταν το προϊόν δεν βρίσκεται πραγματικά στα χέρια του καταναλωτή.

Το θέμα έχει απασχολήσει και τη νομοθεσία. Στην Καλιφόρνια, από την 1η Ιανουαρίου 2025, τέθηκε σε ισχύ νόμος που απαιτεί από πωλητές ψηφιακών αγαθών να εξηγούν ξεκάθαρα αν ο καταναλωτής αγοράζει πραγματική, απεριόριστη ιδιοκτησία ή απλώς μια ανακλητή άδεια πρόσβασης. Ο νόμος καλύπτει μεταξύ άλλων ψηφιακές ταινίες, μουσική, βιβλία, εφαρμογές και βιντεοπαιχνίδια.

Αυτό ακριβώς είναι το σημείο στο οποίο η συζήτηση ξεφεύγει από τα παιχνίδια και αγγίζει όλη τη σύγχρονη ψηφιακή οικονομία. Οι εταιρείες θέλουν να παρουσιάζουν την ψηφιακή μετάβαση ως ευκολία. Και πράγματι, για πολλούς χρήστες είναι ευκολία: άμεσο κατέβασμα, γρήγορη πρόσβαση, χωρίς φυσικό χώρο αποθήκευσης, χωρίς φθορά δίσκων. Όμως η ευκολία αυτή συνοδεύεται από μια σιωπηρή μεταφορά ισχύος. Ο καταναλωτής δεν έχει στα χέρια του το προϊόν, αλλά μια άδεια. Και η άδεια αυτή υπάρχει όσο υπάρχουν οι όροι, οι διακομιστές, οι λογαριασμοί και οι εμπορικές συμφωνίες που τη στηρίζουν.

Η φυσική αγορά έχει ατέλειες, αλλά έχει και μια βασική αρετή: αφήνει ένα κομμάτι ελέγχου στον πολίτη. Ο δίσκος, το βιβλίο, το DVD, το CD, το παιχνίδι στο ράφι, είναι αντικείμενα που μπορούν να περάσουν από χέρι σε χέρι, και δημιουργούν δευτερογενείς αγορές, συλλογές, πολιτιστική μνήμη, δυνατότητα πρόσβασης χωρίς συνεχή εξάρτηση από έναν κεντρικό πάροχο. Η ψηφιακή οικονομία, αντίθετα, τείνει να συγκεντρώνει όλα αυτά τα δικαιώματα στα χέρια της πλατφόρμας.

Για αυτό και η αντίδραση των παικτών δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ως συναισθηματική υπερβολή. Είναι ένδειξη βαθύτερης δυσπιστίας. Ο κόσμος έχει καταλάβει ότι η ψηφιακή αγορά δεν σημαίνει πάντα ιδιοκτησία. Σημαίνει συχνά προσωρινή πρόσβαση σε κάτι που μοιάζει αγορασμένο, αλλά στην πράξη μπορεί να περιοριστεί, να αφαιρεθεί ή να καταστεί άχρηστο με μια αλλαγή πολιτικής.

Η Sony μπορεί να βλέπει το μέλλον χωρίς δίσκους ως αναπόφευκτο. Μπορεί πράγματι η πλειονότητα των αγορών να γίνεται πλέον ψηφιακά. Όμως άλλο πράγμα η πλειονότητα και άλλο πράγμα η κατάργηση της επιλογής. Το γεγονός ότι πολλοί καταναλωτές χρησιμοποιούν ψηφιακές αγορές δεν σημαίνει ότι θέλουν να απαγορευτεί η φυσική αγορά. Το γεγονός ότι κάποιος αγοράζει συχνά ψηφιακά δεν σημαίνει ότι αποδέχεται να μην έχει εναλλακτική.

Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι απλώς ότι τελειώνει ο δίσκος. Είναι ότι τελειώνει ένα μοντέλο στο οποίο ο καταναλωτής είχε ένα απτό δικαίωμα πάνω σε αυτό που αγόραζε. Αν η βιομηχανία θέλει να περάσει οριστικά σε ένα ψηφιακό μέλλον, θα πρέπει να απαντήσει σε ένα ερώτημα που γίνεται όλο και πιο πιεστικό: όταν πληρώνουμε για κάτι, το αγοράζουμε πραγματικά ή απλώς νοικιάζουμε την πρόσβαση μέχρι νεωτέρας;

Η απόφαση της Sony ίσως αποδειχθεί οικονομικά συμφέρουσα. Μπορεί να ανοίξει τον δρόμο για φθηνότερες κονσόλες χωρίς οδηγό δίσκου, και για μεγαλύτερα περιθώρια κέρδους από το PlayStation Store. Όμως υπάρχει και ένα κόστος που δεν μετριέται εύκολα σε ισολογισμούς: η εμπιστοσύνη. Και όταν μια εταιρεία που έχτισε μέρος της ταυτότητάς της πάνω στην κουλτούρα του παιχνιδιού εμφανίζεται να απομακρύνει από τους παίκτες την αίσθηση της κατοχής, τότε η αντίδραση δεν είναι παράλογη. Είναι προειδοποίηση.

Τουρισμός 2026: Η αγωνία των κρατήσεων στους μεγάλους ελληνικούς προορισμούς

Στις 9 Ιουλίου, η τουριστική σεζόν δεν βρίσκεται πια στην αρχή της. Για προορισμούς όπως η Μύκονος, η Σαντορίνη, η Κρήτη, η Ρόδος, η Κως και η Κέρκυρα, αυτή είναι η καρδιά του καλοκαιριού. Κανονικά, αυτή την περίοδο οι επιχειρήσεις θα ήθελαν να έχουν καθαρή εικόνα για τον Ιούλιο και τον Αύγουστο: πόσα δωμάτια έχουν κλείσει, σε τι τιμές, για πόσες νύχτες και από ποιες αγορές.

Η φετινή εικόνα, όμως, είναι πιο σύνθετη. Και για να διαβαστεί σωστά, πρέπει πρώτα να γίνει διάκριση στους δείκτες.

Οι αφίξεις δείχνουν πόσοι ταξιδιώτες έφτασαν σε έναν προορισμό. Είναι χρήσιμο στοιχείο, αλλά από μόνο του δεν δίνει μία ολοκληρωμένη εικόνα. Ένας προορισμός μπορεί να έχει περισσότερες αφίξεις, αλλά οι επισκέπτες να μένουν λιγότερες ημέρες, να ξοδεύουν πιο προσεκτικά ή να έχουν κλείσει σε χαμηλότερη τιμή.

Οι κρατήσεις δείχνουν τι περιμένει η αγορά. Δείχνουν αν ο ταξιδιώτης έχει αποφασίσει εγκαίρως ή αν περιμένει μέχρι την τελευταία στιγμή. Για μια ξενοδοχειακή επιχείρηση, αυτό είναι κρίσιμο. Άλλο να ξέρεις από τον Μάιο ότι ο Ιούλιος είναι σχεδόν γεμάτος και άλλο να μπαίνεις στον Ιούλιο ακόμα περιμένοντας..

Η πληρότητα δείχνει πόσα δωμάτια γέμισαν. Αλλά ούτε αυτή αρκεί από μόνη της. Ένα ξενοδοχείο μπορεί να γεμίσει, αλλά να έχει αναγκαστεί να ρίξει τις τιμές για να το πετύχει. Η μέση τιμή, η διάρκεια παραμονής και το τελικό έσοδο είναι παράγοντες που επίσης πρέπει να εξεταστούν.

Τα έσοδα, η διάρκεια παραμονής και η δαπάνη δείχνουν αν τελικά βγάζουν χρήματα οι επιχειρήσεις και οι τοπικές οικονομίες. Εκεί κρίνεται η πραγματική απόδοση της σεζόν.

Με αυτή τη διάκριση, η εικόνα του 2026 γίνεται πιο καθαρή. Δεν αρκεί να πούμε ότι κάποιοι προορισμοί έχουν κίνηση. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η κίνηση αυτή έρχεται εγκαίρως, αν πληρώνει ικανοποιητικές τιμές και αν αφήνει αρκετή αξία πίσω.

Σύμφωνα με τη Ναυτεμπορική, ο Μάιος και ο Ιούνιος κινήθηκαν χαμηλότερα από τις προσδοκίες, ενώ οι κρατήσεις της τελευταίας στιγμής αναμένεται να παίξουν καθοριστικό ρόλο στην κορύφωση της σεζόν. Το ίδιο ρεπορτάζ σημειώνει ότι ο Ιούλιος ξεκίνησε πιο δυνατά για δημοφιλείς προορισμούς όπως η Κρήτη και η Μύκονος, αλλά υπάρχουν και περιοχές που εξακολουθούν να υστερούν σε σχέση με πέρυσι, με τη Σαντορίνη να αναφέρεται ως χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Αυτό ακριβώς δείχνει το πρόβλημα της φετινής χρονιάς: η αγορά δεν κινείται με την ίδια βεβαιότητα. Οι κρατήσεις υπάρχουν, αλλά σε αρκετές περιπτώσεις έρχονται αργά. Και όταν οι κρατήσεις έρχονται αργά, οι επιχειρήσεις δεν μπορούν να προγραμματίσουν με ασφάλεια· περιμένουν, κοιτούν καθημερινά την κίνηση, προσαρμόζουν τις τιμές, κάνουν προσφορές και υπολογίζουν αν θα καλύψουν το κόστος.

Ένας βασικός παράγοντας είναι η αστάθεια στην ευρύτερη περιοχή. O πόλεμος στη Μέση Ανατολή έχει αυξήσει τη διεθνή οικονομική αβεβαιότητα και έχει συμβάλει σε αυξήσεις στα αεροπορικά εισιτήρια, οδηγώντας πολλούς ταξιδιώτες να καθυστερούν τις αποφάσεις τους και να περιμένουν να πλησιάσει η ημερομηνία αναχώρησής τους για να κλείσουν εισιτήρια.

Η ίδια εικόνα φαίνεται και στα στοιχεία της Nelios, όπως μεταδόθηκαν από το GTP. Οι διαδικτυακές κρατήσεις για ελληνικά ξενοδοχεία ξεκίνησαν το 2026 με αύξηση 14,5% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025, ενώ τα έσοδα από αυτές τις κρατήσεις ήταν αυξημένα κατά 18,1%. Ωστόσο, μετά την κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή στις 28 Φεβρουαρίου, οι κρατήσεις πέρασαν σε πτώση σχεδόν 5% σε ετήσια βάση και τα έσοδα γύρισαν περίπου στο -2%.

Το σημαντικό εδώ είναι ότι η Nelios δεν κατέγραψε κύμα ακυρώσεων. Δηλαδή, οι ταξιδιώτες δεν φαίνεται να εγκαταλείπουν την Ελλάδα, αλλά περισσότερο φαίνεται ότι περιμένουν. Αναβάλλουν την τελική απόφαση, παρακολουθούν τις τιμές, εξετάζουν την ασφάλεια και κλείνουν αργότερα. Η εταιρεία σημείωσε επίσης ότι οι αναζητήσεις για τη φράση «Is Greece safe» αυξήθηκαν έντονα εκείνη την περίοδο, στοιχείο που δείχνει ότι η ψυχολογία της αγοράς επηρεάζεται από τη γεωπολιτική εικόνα.

Η επίδραση δεν είναι ίδια παντού. Στα Δωδεκάνησα, η Nelios κατέγραψε τη μεγαλύτερη επιβάρυνση: από αύξηση 8,9% στις κρατήσεις στην αρχή της χρονιάς, η περιοχή πέρασε σε πτώση περίπου 21% μετά την κρίση. Στις Κυκλάδες, οι κρατήσεις γύρισαν από +37,1% σε -2,3% περίπου, ενώ στα Ιόνια από αύξηση άνω του 42,6% πέρασαν σε πτώση περίπου 3,6%.

Αυτά τα στοιχεία είναι πιο χρήσιμα από μια απλή αναφορά στις αφίξεις, γιατί δείχνουν την εμπορική ψυχολογία της αγοράς. Δείχνουν πώς μετακινείται η πρόθεση του ταξιδιώτη, πότε δεσμεύεται και με τι βαθμό βεβαιότητας κινείται η σεζόν.

Η Σαντορίνη είναι το πιο ευαίσθητο παράδειγμα, γιατί είναι ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους ελληνικούς προορισμούς διεθνώς. Όταν ένας τέτοιος προορισμός εμφανίζει υστέρηση μέσα στην υψηλή περίοδο, η συζήτηση δεν αφορά μόνο το συγκεκριμένο νησί. Αφορά συνολικά το πόσο ανθεκτικό είναι το μοντέλο των πολύ ακριβών, ώριμων τουριστικών προορισμών. Η Σαντορίνη  εξακολουθεί να κινείται κάτω από τα περσινά επίπεδα, ακόμη και ενώ ο Ιούλιος έχει ξεκινήσει πιο δυνατά για άλλες περιοχές.

Η Μύκονος δείχνει διαφορετική εικόνα. Ο Ιούλιος φαίνεται να ξεκινά πιο δυναμικά,  ενώ και τα στοιχεία των αεροπορικών αφίξεων του πρώτου πενταμήνου δείχνουν θετική εικόνα. Όμως ακόμη και εδώ το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι απλώς πόσοι φτάνουν, αλλά τι πληρώνουν, πόσες μέρες μένουν και αν η δαπάνη τους καλύπτει τις προσδοκίες μιας αγοράς που έχει χτιστεί πάνω σε υψηλές τιμές.

Στην Κρήτη, επίσης, η εικόνα είναι πιο δυνατή από άλλους προορισμούς, ειδικά στο ξεκίνημα του Ιουλίου. Όμως η Κρήτη είναι μεγάλο και πολυσύνθετο τουριστικό προϊόν. Άλλη εικόνα μπορεί να έχουν τα μεγάλα ξενοδοχειακά συγκροτήματα, άλλη τα μικρότερα καταλύματα, άλλη οι βραχυχρόνιες μισθώσεις και άλλη οι επιχειρήσεις εστίασης. Γι’ αυτό η πραγματική απόδοση δεν μπορεί να μετρηθεί μόνο με το πόσοι περνούν από τα αεροδρόμια.

Το Βήμα περιγράφει τη φετινή σεζόν ως περίοδο όπου οι κρατήσεις της τελευταίας στιγμής, οι οικονομικές πιέσεις στην Ευρώπη και η διεθνής αβεβαιότητα επηρεάζουν τη συμπεριφορά των ταξιδιωτών. Το ρεπορτάζ σημειώνει ότι οι ξενοδοχειακές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν περιορισμένη ορατότητα, ενώ συχνά χρειάζονται προσφορές ή χαμηλότερες τιμές για να προσελκύσουν πελάτες, την ώρα που το κόστος λειτουργίας αυξάνεται.

Το ΙΟΒΕ έχει επίσης προειδοποιήσει ότι το 2026 είναι πιο απαιτητική χρονιά για τον ελληνικό τουρισμό, λόγω αυξημένου κόστους, γεωπολιτικών εντάσεων και ενεργειακών πιέσεων. Σύμφωνα με την ανάλυση που μετέδωσε το GTP, η κρίση στη Μέση Ανατολή επηρεάζει τον τουρισμό με πολλούς τρόπους: υψηλότερες τιμές ενέργειας, πληθωριστικές πιέσεις, αυξημένο κόστος ταξιδιού και μεταβολές στις τουριστικές ροές.

Ακόμη και η σύγκριση αφίξεων και εσόδων δείχνει γιατί χρειάζεται προσοχή. Σε προηγούμενη ανάλυση του ΙΝΣΕΤΕ, η Κρήτη και τα Ιόνια Νησιά αναφέρονται ως περιοχές όπου η αύξηση των επισκεπτών δεν μεταφράστηκε απαραίτητα σε αντίστοιχη αύξηση εσόδων. Για το 2025, η Κρήτη κατέγραψε μείωση 5% στις ταξιδιωτικές εισπράξεις παρά την αύξηση των επισκεπτών, ενώ στα Ιόνια οι αφίξεις αυξήθηκαν μεν κατά 10% αλλά τα έσοδα μειώθηκαν κατά 4,1%.

Αυτά τα στοιχεία δείχνουν ξεκάθαρα ότι ο αριθμός των επισκεπτών δεν είναι από μόνος του αρκετός. Η τουριστική οικονομία κρίνεται από το συνολικό αποτέλεσμα: κράτηση, τιμή, πληρότητα, διάρκεια παραμονής, δαπάνη και κόστος λειτουργίας.

Το 2026, οι μεγάλοι ελληνικοί προορισμοί δεν κινούνται με μία ενιαία ταχύτητα. Η Μύκονος και η Κρήτη φαίνεται να έχουν καλύτερη εκκίνηση στον Ιούλιο. Η Σαντορίνη δείχνει πιο πιεσμένη. Τα Δωδεκάνησα επηρεάζονται έντονα από τη μεταβολή στις κρατήσεις. Τα Ιόνια έχουν θετικά στοιχεία κίνησης, αλλά και αυτά επηρεάστηκαν από τη στροφή της ζήτησης μετά την κρίση στη Μέση Ανατολή.

Η κοινή γραμμή, όμως, είναι η ίδια: ο ταξιδιώτης του 2026 είναι πιο επιφυλακτικός. Δεν δεσμεύεται τόσο εύκολα, περιμένει καλύτερες τιμές, ζυγίζει την ασφάλεια και επηρεάζεται από το κόστος του ταξιδιού. Αυτό κάνει τις κρατήσεις της τελευταίας στιγμής καθοριστικές για την τελική εικόνα της σεζόν.

Για την Ελλάδα, το καμπανάκι δεν αφορά μόνο τη φετινή χρονιά. Αφορά το ίδιο το τουριστικό μοντέλο. Οι προορισμοί που βασίζονται αποκλειστικά στη φήμη τους, στις υψηλές τιμές και στην αυτονόητη ζήτηση ίσως  χρειαστεί να προσαρμοστούν. Ο επισκέπτης συνεχίζει να θέλει την Ελλάδα, αλλά θέλει και αξία για τα χρήματα που δίνει.

Και όταν η αγορά φτάνει στον Ιούλιο περιμένοντας ακόμη τις κρατήσεις της τελευταίας στιγμής για να ξεκαθαρίσει την εικόνα, αυτό είναι σοβαρό μήνυμα. Όχι μόνο για τον αριθμό των επισκεπτών, αλλά για την προβλεψιμότητα, την κερδοφορία και την ανθεκτικότητα του ελληνικού τουρισμού.

Ο σεβασμός ως θεμέλιο της ανθρώπινης ζωής

Υπάρχουν έννοιες που, όσο απλές κι αν ακούγονται, αποτελούν τα θεμέλια πάνω στα οποία στέκεται μια ανθρώπινη κοινωνία. Μία από αυτές είναι ο σεβασμός. Όχι ως τυπική ευγένεια, όχι ως εξωτερικός τρόπος συμπεριφοράς, όχι ως κοινωνικό προσωπείο, αλλά ως εσωτερική στάση απέναντι στον άνθρωπο, στη ζωή, στην οικογένεια, στην εργασία, στην πλάση, ακόμη και στον ίδιο μας τον εαυτό.

Ο σεβασμός είναι από εκείνες τις αρετές που δεν φαίνονται πάντα όταν υπάρχουν, αλλά η απουσία τους γίνεται αμέσως αισθητή. Όταν υπάρχει σεβασμός, οι σχέσεις έχουν μέτρο, η επικοινωνία έχει βάθος, η οικογένεια έχει στήριγμα, η κοινωνία έχει συνοχή. Όταν χάνεται, όλα αρχίζουν σιγά-σιγά να διαβρώνονται. Πρώτα ο άνθρωπος εσωτερικά, έπειτα οι σκέψεις του, οι πράξεις του, η συμπεριφορά του, οι σχέσεις του, η οικογένειά του, το στενό του περιβάλλον και, τελικά, ολόκληρη η κοινωνία.

Αυτό που βλέπουμε σήμερα γύρω μας δεν είναι απλώς μια κρίση τρόπων. Είναι κάτι βαθύτερο. Είναι μια κρίση ηθικού αποπροσανατολισμού. Βλέπουμε ανθρώπους να μιλούν χωρίς να ακούν, να απαιτούν χωρίς να προσφέρουν, να διεκδικούν χωρίς να αναγνωρίζουν, να ανταγωνίζονται χωρίς όριο. Βλέπουμε την ευγένεια να θεωρείται αδυναμία, την ταπεινότητα να παρεξηγείται ως υποχώρηση, την αυτοσυγκράτηση να παρουσιάζεται ως έλλειψη φιλοδοξίας. Και βλέπουμε, μέσα σε όλα αυτά, τον σεβασμό να υποχωρεί.

Η καθημερινότητα στις μεγάλες πόλεις είναι ίσως το πιο απλό παράδειγμα. Όλοι βιάζονται. Όλοι προσπαθούν να προλάβουν κάτι. Όλοι φαίνονται να κυνηγούν ένα προσωπικό συμφέρον, έναν στόχο, ένα κέρδος, μια επιβεβαίωση. Στον δρόμο, στην εργασία, στις υπηρεσίες, στα μέσα μεταφοράς, στην αγορά, η ανθρώπινη επαφή μοιάζει συχνά να έχει αντικατασταθεί από μια μηχανική σύγκρουση συμφερόντων. Ο άλλος δεν είναι πια πρόσωπο, αλλά εμπόδιο. Δεν είναι συνάνθρωπος, αλλά καθυστέρηση. Δεν είναι ψυχή, αλλά αριθμός, πελάτης, ανταγωνιστής, άγνωστος.

Αν κάποιος που έχει ζήσει για καιρό μακριά από αυτόν τον ρυθμό βρεθεί ξαφνικά μέσα σε μια μεγαλούπολη και παρατηρήσει από απόσταση τη συμπεριφορά των ανθρώπων, μπορεί να νιώσει ότι βλέπει κάτι παράξενο: έναν κόσμο σε διαρκή ένταση, μια ανθρώπινη μάζα που κινείται γρήγορα, συχνά νευρικά, σχεδόν ενστικτωδώς, σαν να έχει χαθεί η ηρεμία της σκέψης και η ευγένεια της συνύπαρξης. Δεν είναι ότι οι άνθρωποι έγιναν κακοί από τη μια μέρα στην άλλη. Είναι ότι ένα περιβάλλον συνεχούς πίεσης, ανταγωνισμού και επιδίωξης κέρδους έχει αρχίσει να διαμορφώνει χαρακτήρες που ξεχνούν το αυτονόητο: ότι ο άλλος αξίζει σεβασμό επειδή είναι άνθρωπος.

Η έλλειψη σεβασμού, όμως, δεν αφορά μόνο τη συμπεριφορά μας προς τους άλλους. Αφορά και τη σχέση μας με τον εαυτό μας. Και εδώ χρειάζεται μια σημαντική διάκριση. Άλλο πράγμα είναι ο αυτοσεβασμός και άλλο ο ναρκισσισμός.

Ο ναρκισσισμός είναι η λατρεία της εικόνας. Είναι το συνεχές χάιδεμα του εαυτού, η ανάγκη να φαινόμαστε, να επιβεβαιωνόμαστε, να προβάλλουμε μια κατασκευασμένη εκδοχή μας προς τα έξω. Είναι ο άνθρωπος που ερωτεύεται το είδωλό του, αλλά δεν γνωρίζει πραγματικά την ψυχή του. Μπορεί να γεμίζει φωτογραφίες, λόγια και εντυπώσεις, αλλά μέσα του να υπάρχει κενό, ανασφάλεια και δίψα για προσοχή.

Ο αυτοσεβασμός είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Είναι η ήσυχη, σταθερή επίγνωση ότι η ζωή μας έχει αξία και ότι δεν πρέπει να την εξευτελίζουμε. Είναι να βάζουμε όρια στην τοξικότητα. Να προστατεύουμε την υγεία μας. Να μη δεχόμαστε την εκμετάλλευση στο όνομα κάποιου πρόσκαιρου κέρδους. Να μην πουλάμε την αξιοπρέπειά μας για μια θέση, για λίγη αποδοχή, για λίγα χρήματα, για μια ψευδαίσθηση ασφάλειας. Αυτοσεβασμός σημαίνει να μη γίνεσαι οικειοθελώς δούλος κανενός πράγματος: ούτε του χρήματος ούτε της εικόνας ούτε της φιλοδοξίας ούτε της ανάγκης να αρέσεις σε όλους.

Ένας άνθρωπος χωρίς αυτοσεβασμό εύκολα επιτρέπει στους άλλους να τον χρησιμοποιούν. Εύκολα συμβιβάζεται με το λάθος. Εύκολα χάνει το μέτρο. Και όταν ο άνθρωπος χάνει τον σεβασμό προς τον εαυτό του, πολύ δύσκολα μπορεί να δείξει αληθινό σεβασμό προς τους άλλους. Γιατί δεν έχει μέσα του το μέτρο της αξίας. Δεν έχει καταλάβει τι σημαίνει αξιοπρέπεια, όριο, ευθύνη.

Από εκεί ξεκινά και η διάβρωση των σχέσεων. Σε μια σχέση χωρίς σεβασμό, η αγάπη γίνεται έλεγχος, η φροντίδα γίνεται απαίτηση, η ελευθερία γίνεται αδιαφορία και η οικειότητα γίνεται πεδίο σύγκρουσης. Στην οικογένεια, η απουσία σεβασμού τραυματίζει βαθιά, γιατί εκεί διαμορφώνονται τα πρώτα πρότυπα. Το παιδί μαθαίνει τι σημαίνει άνθρωπος από αυτά που βλέπει, όχι μόνο από αυτά που του λένε. Αν βλέπει φωνές, περιφρόνηση, εγωισμό, υποτίμηση, ψέμα και ασυνέπεια, αυτά θα θεωρήσει φυσιολογικά. Αν βλέπει σεβασμό, υπομονή, ευθύνη, όρια και αλήθεια, τότε έχει μπροστά του ένα πρότυπο πάνω στο οποίο μπορεί να χτίσει.

Το μεγάλο ερώτημα, όμως, είναι από πού θα διδαχθεί σήμερα ο άνθρωπος αυτά τα πράγματα. Από πού θα πάρει παραδείγματα; Από το σχολείο; Από την τηλεόραση; Από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης; Από την πολιτική ζωή; Από τη δημόσια συζήτηση;

Δυστυχώς, συχνά συμβαίνει το αντίθετο. Η κοινωνία προβάλλει την επιτυχία χωρίς ήθος, την αναγνώριση χωρίς περιεχόμενο, την επιθετικότητα ως δύναμη, την πρόκληση ως ελευθερία, τον ατομισμό ως αυτοπραγμάτωση. Τα παιδιά μεγαλώνουν σε έναν κόσμο όπου η εικόνα πολλές φορές μετρά περισσότερο από τον χαρακτήρα, όπου η εξυπνάδα ταυτίζεται με την ικανότητα να ξεγελάς, όπου ο σεβασμός παρουσιάζεται σαν παλιό, αδύναμο, ξεπερασμένο πράγμα.

Και όμως, χωρίς σεβασμό δεν υπάρχει αληθινή ελευθερία. Υπάρχει μόνο ασυδοσία. Χωρίς σεβασμό δεν υπάρχει αληθινή πρόοδος. Υπάρχει μόνο τεχνική ανάπτυξη χωρίς ηθικό βάθος. Χωρίς σεβασμό δεν υπάρχει πραγματική κοινωνία. Υπάρχει μόνο συνύπαρξη ανθρώπων που συγκρούονται, ανταγωνίζονται και τελικά απομονώνονται.

Ο ανταγωνισμός, όταν δεν έχει όριο, είναι από τα πιο διαβρωτικά στοιχεία για τον σεβασμό. Δεν μιλάμε για την υγιή προσπάθεια του ανθρώπου να γίνει καλύτερος, να εργαστεί, να δημιουργήσει, να ξεπεράσει τις αδυναμίες του. Αυτό είναι θεμιτό και πολλές φορές αναγκαίο. Μιλάμε για τον ανταγωνισμό που μετατρέπει τον άλλον σε αντίπαλο ακόμη και όταν δεν είναι. Για τη νοοτροπία που λέει ότι για να ανέβω εγώ πρέπει να μικρύνει κάποιος άλλος. Για τη συμπεριφορά που βλέπει την επιτυχία του διπλανού ως απειλή και όχι ως αφορμή για έμπνευση.

Αυτός ο ανταγωνισμός σκοτώνει τον σεβασμό, γιατί σκοτώνει πρώτα τη συμπόνια. Και χωρίς συμπόνια, ο άνθρωπος σκληραίνει. Αρχίζει να βλέπει τους άλλους εργαλειακά. Τι μπορώ να πάρω από αυτόν; Πώς μπορώ να τον χρησιμοποιήσω; Πώς μπορώ να τον ξεπεράσω; Πώς μπορώ να φανώ ανώτερος; Έτσι, σιγά-σιγά, ο άνθρωπος χάνει την εσωτερική του ευγένεια. Και όταν χάνεται αυτή, χάνεται κάτι πολύ πιο σημαντικό από τους καλούς τρόπους: χάνεται η ανθρώπινη ποιότητα.

Ο σεβασμός δεν είναι αδυναμία. Είναι δύναμη. Θέλει εσωτερική πειθαρχία για να μιλήσεις με μέτρο όταν μπορείς να προσβάλεις. Θέλει χαρακτήρα για να κρατήσεις την αξιοπρέπειά σου όταν μπορείς να εκδικηθείς. Θέλει καθαρή σκέψη για να αναγνωρίσεις την αξία του άλλου ακόμη κι όταν διαφωνείς μαζί του. Θέλει αλήθεια για να κοιτάξεις τον εαυτό σου χωρίς ψευδαισθήσεις και να πεις: εδώ πρέπει να σταθώ καλύτερα, εδώ πρέπει να αλλάξω, εδώ πρέπει να βάλω όριο.

Ο σεβασμός προς τον εαυτό μας, προς τους άλλους, προς την οικογένεια, προς τη φύση, προς την πλάση, προς την ίδια τη ζωή, είναι ένα ενιαίο πράγμα. Δεν μπορεί κανείς να λέει ότι σέβεται τον άνθρωπο και ταυτόχρονα να περιφρονεί την αλήθεια. Δεν μπορεί να λέει ότι σέβεται την ελευθερία και να εκμεταλλεύεται την αδυναμία του άλλου. Δεν μπορεί να μιλά για πρόοδο και να καταστρέφει τον χαρακτήρα, την οικογένεια, την κοινωνική εμπιστοσύνη.

Γι’ αυτό χρειάζεται να ξαναμιλήσουμε για αυτά τα πράγματα. Όχι θεωρητικά, όχι με κηρύγματα, αλλά με καθαρότητα. Χρειάζεται να ξαναβάλουμε στον δημόσιο λόγο λέξεις που έχουν σχεδόν εκτοπιστεί: αξιοπρέπεια, μέτρο, ευθύνη, αυτοσυγκράτηση, ευγένεια, αλήθεια, σεβασμός. Χρειάζεται να θυμηθούμε ότι ένας πολιτισμός δεν κρίνεται μόνο από τα κτίριά του, την τεχνολογία του ή την οικονομία του, αλλά από τον τρόπο που οι άνθρωποί του φέρονται ο ένας στον άλλον.

Αν δεν βρίσκουμε αυτά τα πρότυπα εύκολα γύρω μας, τότε πρέπει να αρχίσουμε να τα δημιουργούμε. Στην οικογένεια, στην εργασία, στη γειτονιά, στον δημόσιο λόγο, στα μέσα ενημέρωσης. Και εδώ βρίσκεται η ευθύνη όσων έχουν ακόμη τη δυνατότητα να μιλούν δημόσια. Να μην ακολουθούν απλώς τον θόρυβο της εποχής, αλλά να υπενθυμίζουν αυτά που κρατούν τον άνθρωπο όρθιο.

Η Epoch Times, ως μέσο που θέλει να υπηρετεί την αλήθεια, την παράδοση και την ελπίδα, μπορεί και πρέπει να δίνει χώρο σε τέτοιες έννοιες. Όχι επειδή είναι εύκολες ή δημοφιλείς, αλλά επειδή είναι αναγκαίες. Μια κοινωνία που ξεχνά τον σεβασμό, αργά ή γρήγορα ξεχνά και τον άνθρωπο. Και μια κοινωνία που ξεχνά τον άνθρωπο, όσο πλούσια ή τεχνολογικά προηγμένη κι αν είναι, έχει ήδη αρχίσει να φτωχαίνει εσωτερικά.

Ίσως, λοιπόν, η αρχή να είναι απλή. Να ξανακοιτάξουμε τον άλλον ως άνθρωπο. Να ξανακοιτάξουμε τον εαυτό μας με ειλικρίνεια. Να μη δεχόμαστε τον εκφυλισμό ως κανονικότητα. Να μη βαφτίζουμε την ασέβεια ελευθερία ούτε τον εγωισμό αυτοπεποίθηση. Να θυμηθούμε ότι ο σεβασμός δεν είναι διακοσμητική αρετή, αλλά θεμέλιο της ζωής.

Γιατί όταν ο άνθρωπος σέβεται, δεν μικραίνει. Μεγαλώνει. Και μαζί του μεγαλώνει και ο κόσμος γύρω του.

Οι απόψεις που διατυπώνονται στο παρόν άρθρο δεν αντικατοπτρίζουν κατ’ ανάγκην τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.

Φιλανθρωπία-βιτρίνα: Εκατομμύρια σε δωρεές, ψίχουλα στους ασθενείς

Η φιλανθρωπία στηρίζεται σε ένα από τα πιο ευαίσθητα σημεία της ανθρώπινης καρδιάς: τη συμπόνια. Ένας γονιός που ακούει για ένα παιδί με σοβαρή ασθένεια, ένας πολίτης που συγκινείται από την ιστορία ενός καρκινοπαθούς, ένας ηλικιωμένος που δίνει λίγα χρήματα από το υστέρημά του, δεν κάνει μια απλή οικονομική συναλλαγή. Δείχνει εμπιστοσύνη.

Ωστόσο, αυτή η εμπιστοσύνη ενίοτε γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, δύο χαρακτηριστικές περιπτώσεις — το Kids Wish Network και το Cancer Fund of America — ανέδειξαν με διαφορετικό τρόπο το ίδιο ευρύτερο πρόβλημα: οργανώσεις που συγκέντρωναν μεγάλα ποσά στο όνομα παιδιών, ασθενών και οικογενειών σε ανάγκη, αλλά τελικά διοχέτευαν μόνο ένα μικρό μέρος των χρημάτων στην πραγματική αποστολή που προέβαλλαν προς τους δωρητές.

Οι υποθέσεις δεν είναι ίδιες νομικά. Το Cancer Fund of America βρέθηκε στο επίκεντρο μεγάλης υπόθεσης της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Εμπορίου των ΗΠΑ, της FTC, μαζί με όλες τις πολιτείες και την Ουάσιγκτον. Το Kids Wish Network, από την άλλη, δεν έκλεισε από την FTC· όμως είχε καταταχθεί στην κορυφή έρευνας για τις «χειρότερες φιλανθρωπικές οργανώσεις» της χώρας, λόγω του τεράστιου ποσοστού των δωρεών που πήγαινε σε επαγγελματίες τηλεπωλητές και διοργανωτές δωρεών αντί να υλοποιείται ως άμεση βοήθεια προς τα παιδιά.

Η εικόνα που προκύπτει είναι ανησυχητική. Δεν πρόκειται απλώς για κακή διαχείριση. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η φιλανθρωπία φαίνεται να μετατράπηκε σε βιτρίνα για ένα ολόκληρο σύστημα που ζούσε από τη συγκίνηση των πολιτών.

Το Kids Wish Network ιδρύθηκε με αποστολή να εκπληρώνει ευχές παιδιών με σοβαρές ή απειλητικές για τη ζωή ασθένειες. Το μήνυμα προς τους δωρητές ήταν συναισθηματικά ισχυρό: μια δωρεά μπορούσε να χαρίσει χαρά σε ένα παιδί που περνούσε δύσκολες στιγμές.

Ωστόσο, η έρευνα των Tampa Bay Times και του Center for Investigative Reporting, την οποία αναπαρήγαγαν και άλλα μέσα, έδειξε μια πολύ διαφορετική εικόνα. Με βάση δέκα χρόνια φορολογικών δηλώσεων, το Kids Wish Network είχε συγκεντρώσει περίπου 127,8 εκατομμύρια δολάρια, από τα οποία περίπου 109,8 εκατομμύρια δαπανήθηκαν για τη συγκέντρωση δωρεών. Το ποσοστό που πήγε σε άμεση οικονομική βοήθεια προς τα παιδιά υπολογίστηκε σε μόλις 2,5%.

Η ίδια έρευνα ανέφερε επίσης ότι η οργάνωση δαπανούσε λιγότερα από τρία σεντς για κάθε δολάριο που συγκέντρωνε υπέρ των παιδιών, ενώ είχε καταβάλει περίπου 4,8 εκατομμύρια δολάρια στον ιδρυτή της και σε εταιρείες συμβούλων που συνδέονταν μαζί του.

Αυτό είναι το σημείο όπου το πράγμα ξεπερνά το απλό ζήτημα «υψηλών εξόδων». Κάθε φιλανθρωπική οργάνωση έχει λειτουργικά κόστη. Χρειάζεται προσωπικό, λογιστές, γραφεία, επικοινωνία, υποδομές. Όμως όταν η αναλογία αντιστρέφεται τόσο δραματικά, όταν οι επαγγελματίες της συγκέντρωσης χρημάτων λαμβάνουν τη μερίδα του λέοντος και οι πραγματικοί παραλήπτες της δωρεάς μένουν με ψίχουλα, τότε η ερώτηση δεν είναι απλώς οικονομική. Είναι ηθική.

Τι ακριβώς αγοράζει ο δωρητής; Βοήθεια για ένα παιδί ή τη συντήρηση ενός μηχανισμού που χρησιμοποιεί την εικόνα του παιδιού για να συγκεντρώνει χρήματα;

Η υπόθεση του Kids Wish Network είχε και συνέχεια. Τον Δεκέμβριο του 2023, ο Γενικός Εισαγγελέας της Μιννεσότα ανακοίνωσε ότι απαγορεύεται στην οργάνωση να ζητήσει δωρεές από κατοίκους της πολιτείας για πέντε χρόνια. Η απόφαση βασίστηκε σε διαβεβαίωση διακοπής πρακτικών, με τις αρχές να αναφέρουν ότι οι εκκλήσεις της οργάνωσης δημιουργούσαν την εντύπωση πως οι δωρεές θα ωφελούσαν παιδιά στη Μιννεσότα.

Ωστόσο, η οργάνωση εξακολουθεί να υπάρχει. Σήμερα εμφανίζεται ακόμη σε βάσεις δεδομένων φιλανθρωπικών οργανώσεων. Το Charity Navigator την καταγράφει με αξιολόγηση 2 στα 4 αστέρια, ενώ τα στοιχεία του ProPublica Nonprofit Explorer για το φορολογικό έτος που έληξε τον Μάιο του 2025 δείχνουν έσοδα περίπου 9,5 εκατομμυρίων δολαρίων και επαγγελματικές αμοιβές fundraising περίπου 6,35 εκατομμυρίων δολαρίων, δηλαδή πάνω από το 62% των συνολικών εξόδων.

Η περίπτωση του Cancer Fund of America ήταν ακόμη πιο βαριά από νομική άποψη.

Το 2015, η FTC, μαζί με 58 συνεργαζόμενες αρχές από όλες τις πολιτείες των ΗΠΑ και την Περιφέρεια της Κολούμπια, κατηγόρησε τέσσερις αντικαρκινικές φιλανθρωπικές οργανώσεις και τους διαχειριστές τους ότι εξαπάτησαν δωρητές για περισσότερα από 187 εκατομμύρια δολάρια. Οι οργανώσεις ήταν το Cancer Fund of America, το Cancer Support Services, το Children’s Cancer Fund of America και το The Breast Cancer Society.

Σύμφωνα με την FTC, οι δωρητές άκουγαν ότι τα χρήματά τους θα βοηθούσαν καρκινοπαθείς παρέχοντας φάρμακα για τον πόνο, μεταφορές σε χημειοθεραπείες, φροντίδα hospice και άλλες κρίσιμες υπηρεσίες. Στην πραγματικότητα, σύμφωνα με την καταγγελία, τα χρήματα δαπανήθηκαν σε αυτοκίνητα, ταξίδια, εισιτήρια αθλητικών εκδηλώσεων, προσωπικές δαπάνες και επαγγελματίες διοργανωτές.

Το 2016, το Cancer Fund of America και το Cancer Support Services συμφώνησαν να διαλυθούν. Ο πρόεδρός τους αποκλείστηκε από το να αποκομίζει κέρδος από τη συλλογή χρημάτων για φιλανθρωπικούς σκοπούς στο μέλλον, ενώ η FTC ανέφερε ότι οι δύο αυτές οργανώσεις είχαν αποκομίσει περισσότερα από 75 εκατομμύρια δολάρια από την υπόθεση.

Επρόκειτο για μία από τις μεγαλύτερες κοινές ενέργειες των αμερικανικών αρχών εναντίον απάτης στον χώρο των φιλανθρωπικών οργανώσεων. Και αποκάλυψε κάτι που συχνά μένει κρυμμένο πίσω από ωραία ονόματα, συγκινητικές καμπάνιες και τηλεφωνήματα γεμάτα συναίσθημα: ότι η φιλανθρωπία μπορεί να γίνει βιομηχανία.

Το μοντέλο είναι απλό. Μια οργάνωση επιλέγει έναν σκοπό που αγγίζει σχεδόν όλους: παιδιά με καρκίνο, καρκινοπαθείς, βετεράνους, αστυνομικούς, πυροσβέστες, θύματα καταστροφών. Έπειτα, αναθέτει τη συγκέντρωση χρημάτων σε επαγγελματικές εταιρείες τηλεμάρκετινγκ ή συγκέντρωσης χρημάτων. Ο πολίτης που δέχεται το τηλεφώνημα δεν γνωρίζει πάντα ποιος βρίσκεται στην άλλη άκρη της γραμμής. Νομίζει ότι μιλά με κάποιον εκπρόσωπο της ίδιας της φιλανθρωπικής οργάνωσης ή με έναν εθελοντή. Στην πραγματικότητα, μπορεί να μιλά με πληρωμένο επαγγελματία, του οποίου η εταιρεία κρατά μεγάλο ποσοστό από τη δωρεά.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε επαγγελματική συγκέντρωση χρημάτων είναι απάτη. Πολλές νόμιμες οργανώσεις χρησιμοποιούν επαγγελματικές υπηρεσίες για να συγκεντρώσουν πόρους. Το πρόβλημα ξεκινά όταν ο δωρητής δεν ενημερώνεται σωστά, όταν το κόστος της καμπάνιας απορροφά δυσανάλογα μεγάλο μέρος των χρημάτων και όταν το τελικό αποτέλεσμα απέχει δραματικά από την εικόνα που παρουσιάστηκε στον πολίτη.

Το φαινόμενο δεν ανήκει μόνο στο παρελθόν. Η Γενική Εισαγγελία της Νέας Υόρκης δημοσιεύει κάθε χρόνο την έκθεση «Pennies for Charity», η οποία εξετάζει καμπάνιες που πραγματοποιούνται από επαγγελματίες. Σύμφωνα με την έκθεση που αφορά τις καμπάνιες του 2024, οι επαγγελματίες διοργανωτές κράτησαν συνολικά το ένα τέταρτο κάθε δολαρίου που δόθηκε για φιλανθρωπία — περισσότερα από 395 εκατομμύρια δολάρια σε αμοιβές και έξοδα.

Σε μέσο όρο, οι φιλανθρωπικές οργανώσεις έλαβαν το 75% των δωρεών στις συγκεκριμένες καμπάνιες. Αυτό το ποσοστό δεν συγκρίνεται με τα ακραία παραδείγματα του Kids Wish Network ή του Cancer Fund of America. Δείχνει όμως ότι το ζήτημα της διαφάνειας παραμένει υπαρκτό: ο δωρητής πρέπει να γνωρίζει όχι μόνο ποιον σκοπό υποστηρίζει, αλλά και πόσα από τα χρήματά του φτάνουν πραγματικά εκεί.

Η FTC συμβουλεύει τους πολίτες να ερευνούν μια οργάνωση πριν δωρίσουν, να ελέγχουν το ακριβές της όνομα, να αναζητούν οικονομικά στοιχεία, να προσέχουν οργανώσεις με ονόματα που μοιάζουν με γνωστές φιλανθρωπίες και να μην παρασύρονται από επείγοντα τηλεφωνήματα ή συναισθηματικές εκκλήσεις.

Αυτή η συμβουλή ακούγεται απλή, αλλά είναι ουσιαστική. Η απάτη στον χώρο της φιλανθρωπίας σπάνια εμφανίζεται με σκληρό πρόσωπο. Εμφανίζεται με φωτογραφίες παιδιών, με ιστορίες ασθενών, με λέξεις όπως «ελπίδα», «φροντίδα», «ευχή», «μάχη», «ζωή». Δεν ζητά από τον άνθρωπο να σκεφτεί λογικά. Του ζητά να νιώσει γρήγορα.

Και εκεί ακριβώς βρίσκεται ο κίνδυνος.

Η προσφορά είναι στοιχείο πολιτισμού. Είναι τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι αναγνωρίζουν ότι δεν ζουν μόνο για τον εαυτό τους. Μια κοινωνία χωρίς φιλανθρωπία είναι μια κοινωνία πιο φτωχή, όχι μόνο οικονομικά αλλά και πνευματικά.

Όμως η καλή πρόθεση δεν πρέπει να γίνεται άλλοθι για αφέλεια. Όσο πιο ιερός είναι ένας σκοπός τόσο μεγαλύτερη η ευθύνη εκείνων που τον υπηρετούν. Και όσο πιο ευαίσθητος είναι ο δωρητής τόσο μεγαλύτερη πρέπει να είναι η προσοχή του απέναντι σε όσους ζητούν την εμπιστοσύνη του.

Οι υποθέσεις αυτές υπενθυμίζουν ότι η φιλανθρωπία δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο στο συναίσθημα. Η συμπόνια είναι από τα πιο καθαρά στοιχεία της ανθρώπινης καρδιάς· ακριβώς γι’ αυτό μπορεί να γίνει εύκολος στόχος για όσους γνωρίζουν πώς να την εκμεταλλευτούν. Όταν ο πολίτης δίνει από το υστέρημά του για ένα άρρωστο παιδί ή έναν καρκινοπαθή, δεν αγοράζει μια υπηρεσία. Δείχνει εμπιστοσύνη. Αν δεν υπάρχει διαφάνεια και έλεγχος, η εμπιστοσύνη του μπορεί κάλλιστα να μετατραπεί σε πεδίο κερδοσκοπίας.

Υπάρχει όμως και μια βαθύτερη πλευρά. Το πολύ χρήμα, ακόμη και όταν συνδέεται με ευγενείς σκοπούς, μπορεί να διαφθείρει καρδιές, να αλλοιώσει προθέσεις και να μετατρέψει την προσφορά σε μηχανισμό εξουσίας και πλουτισμού. Γι’ αυτό η πραγματική φιλανθρωπία απαιτεί όχι μόνο γενναιοδωρία, αλλά και ακεραιότητα. Ανθρώπους που δίνουν με καθαρή πρόθεση, αλλά και οργανώσεις που λογοδοτούν με καθαρό τρόπο.

Τα παραπάνω δείχνουν ότι μια ανοιχτή καρδιά χρειάζεται και έναν καθαρό νου, που ελέγχει, ρωτά και διασταυρώνει, παρά τη συγκίνηση που προκαλούν οι φορτισμένες εικόνες και λέξεις. Γιατί η συμπόνια είναι πολύτιμη, και ακριβώς επειδή είναι πολύτιμη, χρήζει προστασίας.

Παρενόχληση: Μια τακτική πίεσης των ασκουμένων του Φάλουν Γκονγκ στην Κίνα

Μια 79χρονη γυναίκα από την πόλη Μπαοντίνγκ, στην επαρχία Χεμπέι της Κίνας, φέρεται να βρίσκεται εδώ και χρόνια στο στόχαστρο των τοπικών αρχών επειδή ασκεί Φάλουν Γκονγκ, μια πνευματική άσκηση που διώκεται από το κινεζικό κομμουνιστικό καθεστώς από το 1999. Σύμφωνα με δημοσίευμα του Minghui.org στις 5 Ιουλίου 2026, η Μπάι Γιουσού έχει υποστεί επανειλημμένες εφόδους στο σπίτι της, ανακρίσεις, παρακολουθήσεις, κατασχέσεις βιβλίων και προσωπικών αντικειμένων, ενώ πρόσφατα τοποθετήθηκε κάμερα παρακολούθησης σε κολόνα έξω από την κατοικία της, έτσι ώστε να ελέγχει την κεντρική της είσοδο.

Η υπόθεση της Μπάι δεν αφορά μόνο μια ηλικιωμένη γυναίκα που αντιμετωπίζει αστυνομική πίεση. Φωτίζει και μια ευρύτερη πραγματικότητα μέσα στην κινεζική κοινωνία: τον τρόπο με τον οποίο η κρατική δίωξη δεν περιορίζεται στην ευθεία καταστολή, αλλά επεκτείνεται στην καθημερινότητα, στις οικογενειακές σχέσεις, στη γειτονιά και στην κοινωνική απομόνωση. Όπως αναφέρει το Minghui, η Μπάι δεν μπορεί πλέον να ζήσει μια φυσιολογική ζωή, ενώ πολλοί συγγενείς, φίλοι και γείτονές της έχουν απομακρυνθεί, φοβούμενοι ότι η επαφή μαζί της θα μπορούσε να φέρει και τους ίδιους αντιμέτωπους με τις αρχές.

Η Μπάι άρχισε να ασκεί Φάλουν Γκονγκ έπειτα από σοβαρά προβλήματα υγείας. Το 2008 υποβλήθηκε σε θωρακοτομή και, μετά την επέμβαση, εμφανίστηκαν εξογκώματα στις δύο πλευρές της βάσης της γλώσσας της. Σύμφωνα με το ίδιο δημοσίευμα, δοκίμασε διάφορες θεραπείες χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα. Έπειτα από παρότρυνση φίλης της, άρχισε να ασκεί Φάλουν Γκονγκ και, όπως αναφέρεται, σε σύντομο χρονικό διάστημα ανέκτησε την υγεία της. Από τότε συνέχισε την πρακτική, η οποία βασίζεται στις αρχές Αλήθεια, Καλοσύνη και Ανεκτικότητα.

Η πρώτη μεγάλη έφοδος στο σπίτι της καταγράφεται στις 22 Ιανουαρίου 2016. Δύο αστυνομικοί, με επικεφαλής τον Φαν Τζενχουά, τότε επικεφαλής του Γραφείου Εσωτερικής Ασφάλειας της κομητείας Φουπίνγκ, εισέβαλαν στην κατοικία της και κατέσχεσαν τέσσερα βιβλία του Φάλουν Γκονγκ, ενημερωτικό υλικό και περισσότερα από σαράντα πανό. Η Μπάι οδηγήθηκε στο Γραφείο Εσωτερικής Ασφάλειας, όπου ανακρίθηκε από τις 10:30 το πρωί έως τις 4 το απόγευμα. Αφού τη γύρισαν στο σπίτι της, οι αρχές φέρονται να πραγματοποίησαν νέα έρευνα, κατά την οποία κατασχέθηκαν σχεδόν 1.000 φυλλάδια και άλλο ενημερωτικό υλικό.

Η υπόθεση δεν σταμάτησε εκεί. Στις 16 Μαΐου 2017, σύμφωνα με το Minghui, έξι αστυνομικοί με πολιτικά την πλησίασαν στον δρόμο, της άρπαξαν την τσάντα και την έριξαν στο έδαφος. Η ίδια ένιωσε έντονο πόνο στα χέρια και δυσκολεύτηκε να σηκωθεί. Όταν αρνήθηκε να τους ακολουθήσει στο αστυνομικό τμήμα, οι αστυνομικοί τη μετέφεραν με φορείο. Στη συνέχεια πήγαν στο σπίτι της και ανάγκασαν τον γιο της να ανοίξει την πόρτα. Κατά την έρευνα, κατασχέθηκαν βιβλία του Φάλουν Γκονγκ, συσκευή αναπαραγωγής μέσων και ενημερωτικό υλικό. Σύμφωνα με την καταγγελία, κανένας από τους αστυνομικούς δεν επέδειξε ταυτότητα ή ένταλμα έρευνας.

Τρίτη έφοδος καταγράφεται στις 19 Μαρτίου 2019, όταν ο Τζια Σιαοχούι, επικεφαλής του Γραφείου Εσωτερικής Ασφάλειας, μαζί με τον εκπαιδευτή Γκουό Τζιντζέν και άλλους τρεις αστυνομικούς, εισέβαλαν στο σπίτι της Μπάι. Κατάσχεσαν μια μεγάλη τσάντα με υλικό του Φάλουν Γκονγκ και μια προσωπογραφία του δασκάλου της πρακτικής. Την ώρα της εφόδου, στο σπίτι της Μπάι βρισκόταν για επίσκεψη η Γιανγκ Τζενγκχουά, επίσης ασκούμενη του Φάλουν Γκονγκ. Οι αστυνομικοί έψαξαν την τσάντα της και, όταν βρήκαν υλικό σχετικό με το Φάλουν Γκονγκ, την έδεσαν και τη μετέφεραν στο αστυνομικό τμήμα για ανάκριση. Αφέθηκε ελεύθερη νωρίς το βράδυ.

Από το 2020 έως το 2025, η παρενόχληση, σύμφωνα με το δημοσίευμα, έγινε σχεδόν μόνιμο στοιχείο της ζωής της. Αστυνομικοί και στελέχη τοπικών επιτροπών την επισκέπτονταν επανειλημμένα, την παρακολουθούσαν όταν πήγαινε να δει άλλους ασκούμενους ή συγγενείς της και αφαιρούσαν αφίσες ή φυλλάδια που εκείνη τοποθετούσε. Σε μία περίπτωση, αστυνομικοί φέρονται να είπαν σε άλλη ασκούμενη ότι ακολουθούν την Μπάι όταν μοιράζει υλικό για το Φάλουν Γκονγκ και κατεβάζουν ό,τι αναρτά.

Το Minghui αναφέρει επίσης περιστατικά βανδαλισμού και εκφοβισμού γύρω από το σπίτι της. Η πόρτα της βρέθηκε λερωμένη με γκράφιτι, ενώ προσωπογραφία του δασκάλου του Φάλουν Γκονγκ φέρεται να είχε κολληθεί ανάποδα επάνω της. Σε άλλες περιπτώσεις, η κλειδαριά της πόρτας ήταν κολλημένη με κόλλα, αναγκάζοντάς την να την αντικαταστήσει. Η μπαταρία του ηλεκτρικού της αμαξιδίου φέρεται επίσης να κλάπηκε πολλές φορές. Παρότι η Μπάι κατήγγειλε τα περιστατικά στην αστυνομία, σύμφωνα με το δημοσίευμα δεν έλαβε ποτέ ουσιαστική ενημέρωση για κάποια έρευνα.

Τα τελευταία χρόνια καταγράφονται αλλεπάλληλα επεισόδια. Τον Ιούλιο του 2020, τρία στελέχη της τοπικής επιτροπής Ναντζιέ πήγαν στο σπίτι της και την απείλησαν να μην διανέμει υλικό του Φάλουν Γκονγκ. Τον Μάιο του 2021, τρεις αστυνομικοί πήγαν στην κατοικία της, αλλά δεν τη βρήκαν. Τον Ιούλιο του 2022, δύο αστυνομικοί την παρενόχλησαν και έψαξαν το σπίτι της. Τον Αύγουστο του 2023, δύο αστυνομικοί την εντόπισαν ενώ τοποθετούσε αφίσες του Φάλουν Γκονγκ, έκαναν έρευνα στο σπίτι της και κατέσχεσαν υλικό.

Το 2024, τα περιστατικά συνεχίστηκαν. Οι αστυνομικοί Λι Γιονγκτζίν και Λι Σουέγουεν φέρονται να εισέβαλαν στο σπίτι της στις 24 και 25 Απριλίου, κατάσχοντας υλικό του Φάλουν Γκονγκ. Την ίδια χρονιά φέρονται να πήραν και ένα αντίτυπο του «Τζούαν Φάλουν», του βασικού βιβλίου της πρακτικής, καθώς και ένα αντίτυπο του βιβλίου «Εννέα Σχόλια για το Κομμουνιστικό Κόμμα». Στις 16 Αυγούστου 2024 επέστρεψαν, ισχυριζόμενοι ότι κάποιος την είχε καταγγείλει, και πραγματοποίησαν νέα έρευνα.

Στις 12 Μαΐου 2025, δύο αστυνομικοί πήγαν στο σπίτι της Μπάι και κατάσχεσαν στοίβα βιβλίων του Φάλουν Γκονγκ. Η ίδια μετέβη αρκετές φορές στο αστυνομικό τμήμα ζητώντας την επιστροφή τους, αλλά, σύμφωνα με το Minghui, πήρε πίσω μόνο περίπου δέκα βιβλία. Λίγους μήνες αργότερα, στις 25 Αυγούστου 2025, ο Λι Γιονγκτζίν φέρεται να την ακολούθησε μέχρι το σπίτι της και προσπάθησε να την αναγκάσει να ανοίξει την πόρτα. Κατά τη διάρκεια της έντασης, το χέρι της πιάστηκε στην πόρτα και τραυματίστηκε, ενώ οι αστυνομικοί φέρονται να παρενόχλησαν και γείτονές της.

Η υπόθεση της 79χρονης Μπάι Γιούσου αναδεικνύει μια μορφή δίωξης που δεν περιορίζεται σε συλλήψεις ή ποινές φυλάκισης. Πρόκειται για μια διαρκή πίεση χαμηλής αλλά επίμονης έντασης: παρακολούθηση, απειλές, κοινωνική απομόνωση, παραβίαση οικογενειακού ασύλου, κατασχέσεις θρησκευτικών και πνευματικών βιβλίων, εκφοβισμός γειτόνων και συγγενών. Για έναν ηλικιωμένο άνθρωπο, μια τέτοια κατάσταση δεν είναι απλώς διοικητική παρενόχληση· είναι καθημερινή ανασφάλεια.

Το Φάλουν Γκονγκ, γνωστό και ως Φάλουν Ντάφα, έγινε ευρέως γνωστό στην Κίνα τη δεκαετία του 1990, όμως από το 1999 τέθηκε στο στόχαστρο του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας. Έκτοτε, οργανώσεις και μέσα που παρακολουθούν τη δίωξη έχουν καταγράψει πολυάριθμες περιπτώσεις συλλήψεων, φυλακίσεων, βασανιστηρίων και θανάτων ασκουμένων. Η ιστορία της Μπάι, εντάσσεται σε αυτό το ευρύτερο πλαίσιο: μια ηλικιωμένη γυναίκα, χωρίς βίαιη δράση, αντιμετωπίζεται ως απειλή επειδή επιμένει να ασκεί και να διατηρεί την πίστη της.

Πηγή: Minghui.org 

Ελ Σαλβαδόρ: Όταν η φυλάκιση των συμμοριών σημαίνει ελευθερία για τους πολίτες

Υπήρχε μια χώρα όπου η ελευθερία δεν περιοριζόταν τόσο από το κράτος όσο από τις συμμορίες. Μια χώρα όπου ο πολίτης δεν φοβόταν μόνο την εγκληματικότητα με την αφηρημένη έννοια, αλλά τον άνθρωπο της γειτονιάς που αποφάσιζε ποιος θα περάσει από ποιον δρόμο, ποιο μαγαζί θα πληρώσει «φόρο», ποιος νέος θα στρατολογηθεί και ποιος θα τιμωρηθεί επειδή δεν υπάκουσε.

Αυτή ήταν για χρόνια η πραγματικότητα στο Ελ Σαλβαδόρ, μια μικρή χώρα της Κεντρικής Αμερικής που είχε γίνει διεθνές παράδειγμα ακραίας εγκληματικότητας. Οι συμμορίες MS-13 και Barrio 18 δεν λειτουργούσαν απλώς ως εγκληματικές οργανώσεις. Σε πολλές περιοχές είχαν αποκτήσει χαρακτηριστικά παράλληλης εξουσίας. Έλεγχαν γειτονιές, επέβαλλαν κανόνες, εκβίαζαν επιχειρήσεις, απειλούσαν οικογένειες και ασκούσαν μια μορφή καθημερινής τυραννίας πάνω στους πιο αδύναμους.

Σε αυτό το περιβάλλον εξελέγη ο Ναγίμπ Μπουκέλε, το 2019, με την υπόσχεση να αντιμετωπίσει τη βία των συμμοριών. Η εκλογή του δεν συνέπεσε με το μεγάλο μακελειό που άλλαξε την πορεία της χώρας. Εκείνο ήρθε αργότερα, τον Μάρτιο του 2022, όταν ο Μπουκέλε ήταν ήδη σχεδόν τρία χρόνια στην εξουσία.

Ο πρόεδρος του Ελ Σαλβαδόρ, Ναγίμπ Μπουκέλε, απευθύνεται στους υποστηρικτές του έξω από τη Νομοθετική Συνέλευση. Σαν Σαλβαδόρ, 9 Φεβρουαρίου 2020. (MARVIN RECINOS/AFP μέσω Getty Images)

 

Η 26η Μαρτίου 2022 ήταν η ημέρα που το Ελ Σαλβαδόρ είδε ξανά, με τον πιο ωμό τρόπο, τι σήμαινε να υπάρχει ένα οργανωμένο εγκληματικό σύστημα ικανό να παραλύσει μια ολόκληρη κοινωνία. Μέσα σε 24 ώρες καταγράφηκαν 62 ανθρωποκτονίες, η πιο αιματηρή ημέρα στη χώρα εδώ και δεκαετίες. Συνολικά, το τριήμερο 25–27 Μαρτίου, σκοτώθηκαν 87 άνθρωποι. Σύμφωνα με το ερευνητικό μέσο El Faro, υψηλόβαθμες πηγές μέσα από τη MS-13 ανέλαβαν την ευθύνη για το κύμα δολοφονιών και το συνέδεσαν με την κατάρρευση παρασκηνιακών συνεννοήσεων μεταξύ συμμοριών και κυβέρνησης — ισχυρισμό που η κυβέρνηση Μπουκέλε αρνήθηκε.

Όποια και αν ήταν η αιτία του μακελειού, το μήνυμα ήταν σαφές: οι συμμορίες μπορούσαν ακόμη να σκοτώνουν μαζικά, να ανεβάζουν τον αριθμό των νεκρών μέσα σε λίγες ώρες και να στέλνουν ένα πολιτικό μήνυμα με πτώματα αθώων πολιτών. Δεν επρόκειτο για μια απλή έξαρση εγκληματικότητας. Ήταν επίδειξη ισχύος.

Η απάντηση του Μπουκέλε ήταν άμεση και εξαιρετικά σκληρή. Στις 27 Μαρτίου 2022, η Βουλή του Ελ Σαλβαδόρ ενέκρινε καθεστώς εξαίρεσης, το οποίο ανέστειλε ορισμένες συνταγματικές εγγυήσεις και έδωσε στις αρχές διευρυμένες εξουσίες για συλλήψεις, κρατήσεις και επιχειρήσεις εναντίον των συμμοριών. Το καθεστώς εξαίρεσης είχε αρχικά παρουσιαστεί ως προσωρινό μέτρο, αλλά παρατάθηκε επανειλημμένα και έγινε ο κεντρικός μηχανισμός της μεγάλης εκστρατείας κατά των συμμοριών.

Η επιχείρηση δεν ξεκίνησε από το μηδέν. Ήδη από τον Ιούνιο του 2019, λίγες ημέρες μετά την ανάληψη της προεδρίας, ο Μπουκέλε είχε ανακοινώσει το λεγόμενο Σχέδιο Εδαφικού Ελέγχου [Territorial Control Plan], ένα σχέδιο για την ανάκτηση του ελέγχου των περιοχών όπου κυριαρχούσαν οι συμμορίες. Το σχέδιο περιελάμβανε φάσεις για την ενίσχυση των σωμάτων ασφαλείας, την αντιμετώπιση της χρηματοδότησης των συμμοριών, την παρουσία στρατού και αστυνομίας σε κρίσιμες περιοχές και την αποκατάσταση της κρατικής κυριαρχίας σε γειτονιές όπου το κράτος είχε πρακτικά υποχωρήσει.

Μετά το μακελειό του Μαρτίου 2022, όμως, η πολιτική αυτή πέρασε σε άλλη κλίμακα. Οι συλλήψεις έγιναν μαζικές. Δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι συνελήφθησαν ως ύποπτοι για συμμετοχή ή σύνδεση με συμμορίες. Σύμφωνα με το Associated Press, μέχρι το τέλος του 2024 είχαν συλληφθεί πάνω από 83.000 άνθρωποι, ενώ ο ίδιος ο Μπουκέλε έχει δηλώσει ότι περίπου 8.000 αθώοι αφέθηκαν ελεύθεροι.

Το αποτέλεσμα, σε επίπεδο δημόσιας ασφάλειας, ήταν εντυπωσιακό. Το Ελ Σαλβαδόρ, που το 2015 είχε έναν από τους υψηλότερους δείκτες ανθρωποκτονιών στον κόσμο, με 105 ανθρωποκτονίες ανά 100.000 κατοίκους σύμφωνα με στοιχεία που αναφέρει η Human Rights Watch, είδε τη βία να μειώνεται θεαματικά μετά το 2019 και ιδίως μετά το 2022. Το 2024, η χώρα έκλεισε τη χρονιά με 114 ανθρωποκτονίες, αριθμό ιστορικά χαμηλό για το Ελ Σαλβαδόρ, με την κυβέρνηση να παρουσιάζει τη χώρα ως μία από τις ασφαλέστερες στο δυτικό ημισφαίριο.

Εδώ βρίσκεται και το κεντρικό πολιτικό και ηθικό ερώτημα της υπόθεσης Μπουκέλε. Οι επικριτές του λένε ότι στέρησε την ελευθερία από δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους, πολλοί από τους οποίους συνελήφθησαν χωρίς τις εγγυήσεις που προβλέπει ένα κανονικό κράτος δικαίου. Το επιχείρημα δεν είναι ασήμαντο. Οργανώσεις όπως η Human Rights Watch και η Amnesty International έχουν καταγγείλει μαζικές αυθαίρετες κρατήσεις, καταχρηστικές δίκες, κακομεταχείριση, ακόμη και θανάτους υπό κράτηση. Η Human Rights Watch έχει κάνει λόγο για αυθαίρετες συλλήψεις, εξαφανίσεις, βασανιστήρια ή άλλη κακομεταχείριση, καθώς και σοβαρές παραβιάσεις της διαδικασίας.

Φρουροί συνοδεύουν έναν νεοαφιχθέντα κρατούμενο στο Κέντρο Κράτησης Τρομοκρατών (CECOT) στην Τεκολούκα. Ελ Σαλβαδόρ,16 Μαρτίου 2025. (Κυβέρνηση του Ελ Σαλβαδόρ μέσω Getty Images)

 

Όμως η άλλη πλευρά του ερωτήματος είναι εξίσου κρίσιμη: τι είδους ελευθερία υπήρχε πριν για τους απλούς πολίτες;

Η ελευθερία δεν είναι μόνο το δικαίωμα ενός υπόπτου να προστατεύεται από αυθαίρετη κρατική σύλληψη. Είναι και το δικαίωμα ενός παιδιού να πάει σχολείο χωρίς να το πλησιάσει μια συμμορία. Είναι το δικαίωμα ενός πατέρα να ανοίξει μαγαζί χωρίς να πληρώνει εκβιαστικά χρήματα. Είναι το δικαίωμα μιας μητέρας να περάσει από μια γειτονιά χωρίς να κινδυνεύει επειδή βρίσκεται σε «λάθος» περιοχή. Είναι το δικαίωμα μιας κοινωνίας να μην κυβερνάται από μαφιόζους.

Στο Ελ Σαλβαδόρ, για χρόνια, αυτή η ελευθερία είχε καταλυθεί. Οι συμμορίες δεν αφαιρούσαν μόνο ζωές. Αφαιρούσαν τον δημόσιο χώρο. Αφαιρούσαν την εμπιστοσύνη. Αφαιρούσαν την καθημερινή δυνατότητα των πολιτών να ζουν χωρίς φόβο. Και όταν μια εγκληματική μειοψηφία στερεί την ελευθερία από τη μεγάλη πλειοψηφία, τότε το κράτος δεν μπορεί να μένει ουδέτερο. Η απραξία δεν είναι σεβασμός των δικαιωμάτων. Είναι εγκατάλειψη των νομοταγών πολιτών.

Αυτό εξηγεί γιατί ο Μπουκέλε έχει ακόμη τόσο μεγάλη λαϊκή αποδοχή στο εσωτερικό της χώρας, παρά τη σκληρή διεθνή κριτική. Ένας εξωτερικός παρατηρητής θα δει πρώτα τις σκληρές συνθήκες που επικρατούν στις φυλακές, τις μαζικές συλλήψεις, τις εικόνες χιλιάδων κρατουμένων με ξυρισμένα κεφάλια. Για έναν κάτοικο, όπως, που ζούσε χρόνια υπό τον έλεγχο των συμμοριών, αυτό που ξεχωρίζει είναι ότι μπορεί πλέον να περπατήσει, να δουλέψει, να μετακινηθεί και να ζήσει χωρίς τον ίδιο τρόμο. Αυτή η εμπειρία εξηγεί πολύ περισσότερα από οποιαδήποτε θεωρητική συζήτηση.

Η περίπτωση Μπουκέλε δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ούτε με αφέλεια ούτε με ιδεολογικά γυαλιά. Δεν αρκεί να πει κανείς ότι «η ασφάλεια επέστρεψε», άρα όλα δικαιολογούνται. Ένα κράτος που αποκτά έκτακτες εξουσίες πρέπει κάποια στιγμή να λογοδοτήσει για το πώς τις χρησιμοποίησε. Αν υπάρχουν αθώοι στη φυλακή, πρέπει να απελευθερωθούν. Αν υπήρξαν βασανιστήρια ή θάνατοι υπό κράτηση, πρέπει να ερευνηθούν. Αν η εξαίρεση γίνει μόνιμη κανονικότητα, τότε υπάρχει πάντα ο κίνδυνος το κράτος που νίκησε τις συμμορίες να συνηθίσει να λειτουργεί χωρίς όρια. Αλλά υπάρχει και η αντίστροφη αφέλεια: να μιλά κανείς για ελευθερία μόνο όταν παρεμβαίνει το κράτος και να την ξεχνά όταν ο πολίτης ζει υπό τον φόβο του εγκληματία. Η ανομία δεν είναι ελευθερία. Είναι μια άλλη μορφή τυραννίας. Και πολλές φορές είναι πιο άμεση, πιο ωμή και πιο καθημερινή από την κρατική αυθαιρεσία.

Το Ελ Σαλβαδόρ αποτελεί ένα παγκόσμιο παράδειγμα ενός δύσκολου διλήμματος. Από τη μία πλευρά, η πολιτική Μπουκέλε έδειξε ότι όταν το κράτος αποφασίσει να ανακτήσει το μονοπώλιο της βίας, μπορεί να διαλύσει εγκληματικές δομές που έμοιαζαν ανίκητες. Από την άλλη, η ίδια πολιτική έδειξε ότι η νίκη επί του εγκλήματος μπορεί να συνοδευτεί από σοβαρούς κινδύνους για τις θεσμικές εγγυήσεις. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν οι κοινωνίες χρειάζονται ασφάλεια. Χωρίς ασφάλεια, η ελευθερία γίνεται προνόμιο όσων μπορούν να πληρώσουν προστασία ή να ζήσουν μακριά από τις επικίνδυνες περιοχές. Το πραγματικό ερώτημα είναι πώς μπορεί ένα κράτος να προστατεύσει τους πολίτες του αποφασιστικά, χωρίς να μετατρέψει την έκτακτη ανάγκη σε μόνιμο τρόπο διακυβέρνησης.

Στην περίπτωση του Ελ Σαλβαδόρ, ένα πράγμα είναι βέβαιο: οι συμμορίες στέρησαν την ελευθερία από πολύ περισσότερους ανθρώπους από όσους συνέλαβε το κράτος. Για χρόνια, ολόκληρες κοινότητες ζούσαν υπό καθεστώς φόβου. Η καταστολή αυτής της βίαιης μειοψηφίας έδωσε σε εκατομμύρια ανθρώπους κάτι που είχαν ξεχάσει: την αίσθηση ότι ο δρόμος, η γειτονιά, το μαγαζί, το σχολείο και το σπίτι τους ανήκουν στους ίδιους.

Αυτό είναι το δυνατότερο επιχείρημα υπέρ του Μπουκέλε. Όχι ότι κάθε μέτρο του ήταν σωστό. Όχι ότι δεν υπάρχουν σοβαρές καταγγελίες που πρέπει να εξεταστούν. Αλλά ότι σε μια κοινωνία όπου οι εγκληματίες είχαν γίνει άτυποι κυβερνήτες, η αποκατάσταση της τάξης δεν ήταν πολυτέλεια. Ήταν προϋπόθεση ελευθερίας.

Το μάθημα του Ελ Σαλβαδόρ είναι σκληρό, αλλά σαφές: όταν το κράτος υποχωρεί, δεν γεννιέται απαραίτητα ελευθερία. Συχνά δημιουργείται χώρος για να κυβερνήσουν οι πιο βίαιοι. Και όταν οι πιο βίαιοι κυβερνούν, οι πρώτοι που χάνουν την ελευθερία τους είναι πάντα οι απλοί, νομοταγείς πολίτες.

Οι απόψεις που διατυπώνονται στο παρόν άρθρο δεν αντικατοπτρίζουν κατ’ ανάγκην τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.

Η νέα αγροτική επανάσταση: Όταν τα ρομπότ μπαίνουν στα χωράφια

Η εικόνα του αγρότη που ανεβαίνει στο τρακτέρ πριν ξημερώσει και περνά ολόκληρη την ημέρα στο χωράφι δεν πρόκειται να εξαφανιστεί από τη μία στιγμή στην άλλη. Όμως, δίπλα της εμφανίζεται σταδιακά μια νέα εικόνα: αυτόνομα τρακτέρ που κινούνται χωρίς οδηγό, μικρά ρομπότ που ξεχορταριάζουν με ακρίβεια εκατοστού, ιπτάμενα μη επανδρωμένα που παρακολουθούν την υγεία των φυτών, αισθητήρες που μετρούν υγρασία και θρεπτικά στοιχεία, μηχανές που ψεκάζουν μόνο εκεί όπου υπάρχει πραγματική ανάγκη και συστήματα τεχνητής νοημοσύνης που βοηθούν τον παραγωγό να αποφασίσει πότε, πού και πόσο θα επέμβει.

Η αγροτική παραγωγή βρίσκεται στην αρχή μιας νέας τεχνολογικής μετάβασης. Μετά τη μεγάλη μηχανοποίηση του 20ού αιώνα, η οποία αντικατέστησε σε μεγάλο βαθμό τη χειρωνακτική εργασία με τρακτέρ, θεριζοαλωνιστικές μηχανές και αρδευτικά συστήματα, έρχεται τώρα η εποχή της αυτοματοποίησης και της ‘ρομποτοποίησης’. Η διαφορά είναι ουσιαστική. Η μηχανή του προηγούμενου αιώνα προστίθετο στη δύναμη του ανθρώπου. Η ρομποτική μηχανή του 21ου αιώνα αρχίζει να αναλαμβάνει και μέρος της κρίσης, της παρατήρησης και της απόφασης.

Ο Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ, στην έκθεσή του για την αυτοματοποίηση στα αγροδιατροφικά συστήματα, περιγράφει την αγροτική αυτοματοποίηση ως έναν παράγοντα που μπορεί να συμβάλει στην αντιμετώπιση της έλλειψης εργατικών χεριών, στην αύξηση της παραγωγικότητας, στη βελτίωση της ποιότητας των προϊόντων, στην αποδοτικότερη χρήση πόρων και στη μεγαλύτερη ανθεκτικότητα της παραγωγής. Ταυτόχρονα, όμως, επισημαίνει ότι η πρόσβαση σε αυτές τις τεχνολογίες δεν είναι δεδομένη για όλους, ιδίως για μικρότερους παραγωγούς που αντιμετωπίζουν κόστος, έλλειψη ψηφιακών δεξιοτήτων, περιορισμένη συνδεσιμότητα και δυσκολία χρηματοδότησης.

Το μεγάλο ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν τα ρομπότ θα μπουν στη γεωργία. Ήδη μπαίνουν. Το ερώτημα είναι με ποιους όρους, σε ποιες καλλιέργειες, για ποιους παραγωγούς και με ποια σχέση ανάμεσα στον άνθρωπο, τη γη και την τεχνολογία.

Η ρομποτοποίηση της αγροτικής διαδικασίας δεν αφορά μόνο ένα αυτόνομο τρακτέρ. Αφορά ολόκληρη την αλυσίδα παραγωγής. Ξεκινά από την προετοιμασία του εδάφους, περνά στη σπορά και τη φύτευση, συνεχίζεται με την παρακολούθηση της καλλιέργειας, την άρδευση, τη λίπανση, τη φυτοπροστασία, το ξεχορτάριασμα και φτάνει μέχρι τη συγκομιδή, τη διαλογή και την αποθήκευση.

Στο χωράφι, τα αυτόνομα οχήματα μπορούν να κινούνται με GPS, αισθητήρες, κάμερες, lidar και αλγορίθμους τεχνητής νοημοσύνης. Η John Deere παρουσίασε ήδη από το 2022 ένα πλήρως αυτόνομο τρακτέρ βασισμένο στην πλατφόρμα 8R, συνδυάζοντας μηχανή, GPS, σύστημα κατεργασίας εδάφους και τεχνολογίες υπολογιστικής όρασης, ώστε ο αγρότης να μπορεί να παρακολουθεί την εργασία απομακρυσμένα.  Το 2025, η εταιρεία παρουσίασε και νέα γενιά αυτόνομων οχημάτων, μεταξύ των οποίων αυτόνομα τρακτέρ και εξειδικευμένες λύσεις για οπωρώνες, με στόχο την αντιμετώπιση των ελλείψεων εργατικού δυναμικού και την αύξηση της παραγωγικότητας.

Αυτή η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη σημασία σε χώρες όπου η αγροτική εργασία γίνεται ολοένα και πιο δυσεύρετη. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, τα στοιχεία του USDA δείχνουν τη μακροχρόνια συρρίκνωση της οικογενειακής και αυτοαπασχολούμενης αγροτικής εργασίας: από 7,6 εκατομμύρια εργαζομένους το 1950 σε 2,06 εκατομμύρια το 2000.  Η εικόνα αυτή δεν αφορά μόνο την Αμερική. Σε πολλές ανεπτυγμένες οικονομίες, ο αγροτικός πληθυσμός γερνά, οι νεότεροι εγκαταλείπουν την ύπαιθρο και οι εποχικές εργασίες γίνονται όλο και δυσκολότερες οργανωτικά και οικονομικά.

Η ρομποτοποίηση δεν έρχεται μόνο επειδή η τεχνολογία το επιτρέπει. Έρχεται και επειδή η ίδια η αγροτική πραγματικότητα πιέζει προς τα εκεί.

Ένας από τους βασικούς τομείς όπου η ρομποτική υπόσχεται μεγάλες αλλαγές είναι η φυτοπροστασία. Η συμβατική γεωργία βασίστηκε για δεκαετίες στη μαζική εφαρμογή χημικών ουσιών: ζιζανιοκτόνων, μυκητοκτόνων, εντομοκτόνων. Το πρόβλημα είναι ότι ο μαζικός ψεκασμός συχνά αντιμετωπίζει το χωράφι ως ενιαία επιφάνεια, ακόμη και όταν το πρόβλημα βρίσκεται μόνο σε συγκεκριμένα σημεία. Η γεωργία ακριβείας αλλάζει αυτή τη λογική. Με κάμερες και αλγορίθμους, ένα ρομπότ μπορεί να αναγνωρίζει το ζιζάνιο, το άρρωστο φύλλο ή οποιοδήποτε προβληματικό σημείο και να επεμβαίνει μόνο εκεί.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, η επέμβαση μπορεί να είναι χημική αλλά στοχευμένη, με πολύ μικρότερη ποσότητα. Σε άλλες, μπορεί να είναι μηχανική, όπως με μικροεργαλεία που ξεριζώνουν ζιζάνια. Σε άλλες, μπορεί να είναι θερμική, ηλεκτρική, λέιζερ ή ακόμη και φωτεινή, όπως στην περίπτωση συστημάτων που χρησιμοποιούν υπεριώδη ακτινοβολία UV-C για την καταστολή παθογόνων οργανισμών. Το παράδειγμα των ρομπότ που περνούν τη νύχτα ανάμεσα στις φράουλες και εκθέτουν τα φυτά σε UV-C δεν είναι απλώς ένα τεχνολογικό παράδοξο. Είναι σύμπτωμα μιας ευρύτερης αλλαγής: η φυτοπροστασία μετακινείται από τη λογική τού «ψεκάζω όλο το χωράφι» στη λογική τού «βλέπω, αναγνωρίζω και επεμβαίνω με ακρίβεια».

Η ίδια τάση εμφανίζεται και στην Ευρώπη. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζει την ψηφιοποίηση ως κεντρικό παράγοντα για τον μετασχηματισμό της γεωργίας, ενώ η Κοινή Αγροτική Πολιτική και ευρωπαϊκά ερευνητικά δίκτυα εξετάζουν τρόπους ώστε τεχνολογίες όπως η ρομποτική, η τεχνητή νοημοσύνη και η γεωργία ακριβείας να γίνουν πρακτικά χρήσιμες για τους παραγωγούς.  Το EU CAP Network έχει αναδείξει και το μοντέλο «Robotics as a Service», δηλαδή ρομποτικές υπηρεσίες με πληρωμή ανά χρήση ή αποτέλεσμα, ως πιθανό τρόπο ώστε μικρές και μεσαίες εκμεταλλεύσεις να αποκτήσουν πρόσβαση σε ακριβό εξοπλισμό χωρίς τεράστια αρχική επένδυση.

Αυτό είναι κρίσιμο. Αν η νέα αγροτική τεχνολογία μείνει μόνο στα χέρια μεγάλων εταιρικών εκμεταλλεύσεων, τότε μπορεί να ενισχύσει τη συγκέντρωση της παραγωγής. Αν όμως οργανωθεί με συνεργατικά σχήματα, συνεταιρισμούς, υπηρεσίες κατά παραγγελία και δημόσια στήριξη, μπορεί να βοηθήσει και μικρότερους παραγωγούς να μειώσουν κόστος, σπατάλες και εξάρτηση από εργατικά χέρια που συχνά δεν υπάρχουν.

Η αγορά των αγροτικών ρομπότ βρίσκεται ακόμη σε πρώιμη φάση. Σύμφωνα με τη Διεθνή Ομοσπονδία Ρομποτικής, οι πωλήσεις αγροτικών ρομπότ κατέλαβαν την τέταρτη θέση στις επαγγελματικές εφαρμογές ρομποτικής, με περίπου 19.500 μονάδες το 2024, αν και σημειώθηκε μικρή μείωση 6%, κυρίως λόγω των εφαρμογών καλλιέργειας και αρμέγματος.  Το στοιχείο αυτό δείχνει δύο πράγματα ταυτόχρονα: η τεχνολογία έχει περάσει από το εργαστήριο στην αγορά, αλλά δεν έχει ακόμη ωριμάσει σε τέτοιο βαθμό ώστε να γίνει καθολική.

Οι πιο ώριμες εφαρμογές βρίσκονται σήμερα σε εργασίες όπου υπάρχει ξεκάθαρο οικονομικό πρόβλημα: έλλειψη εργατών, υψηλό κόστος εισροών, ανάγκη για επαναλαμβανόμενη ακρίβεια ή κίνδυνος για τον άνθρωπο. Γι’ αυτό βλέπουμε ταχύτερη ανάπτυξη σε αυτόνομα τρακτέρ, ρομποτικά αρμεκτικά συστήματα, ιπτάμενα συστήματα παρακολούθησης, μηχανές ακριβείας για ζιζάνια, ρομπότ σε θερμοκήπια και συστήματα διαλογής καρπών. Η συγκομιδή ευαίσθητων προϊόντων, όπως φρούτα και λαχανικά, παραμένει πιο δύσκολη, επειδή απαιτεί λεπτή κίνηση, αναγνώριση ωριμότητας και χειρισμό που δεν προκαλεί ζημιά στο προϊόν.

Η τεχνητή νοημοσύνη είναι ο δεύτερος μεγάλος πυλώνας αυτής της μετάβασης. Ένα ρομπότ δεν αρκεί να κινείται. Πρέπει να «βλέπει» και να ερμηνεύει. Πρέπει να ξεχωρίζει το ζιζάνιο από το φυτό, την έλλειψη νερού από μια ασθένεια, την ωρίμανση από την αλλοίωση. Η Παγκόσμια Τράπεζα, σε έκθεσή της για την τεχνητή νοημοσύνη στα αγροδιατροφικά συστήματα, επισημαίνει ότι η ΤΝ μπορεί να αξιοποιηθεί σε εφαρμογές όπως η παρακολούθηση καλλιεργειών, η πρόβλεψη κινδύνων, η διαχείριση νερού, η φυτοπροστασία και η υποστήριξη αποφάσεων, υπό την προϋπόθεση ότι η ανάπτυξή της θα γίνει με υπεύθυνο, συμπεριληπτικό τρόπο, με προοπτικές επέκτασης.

Στη μείωση της σπατάλης εντοπίζεται και η μεγάλη υπόσχεση της ρομποτοποιημένης γεωργίας: λιγότερο νερό, λιγότερο λίπασμα, λιγότερα φυτοφάρμακα, λιγότερα καύσιμα, λιγότερες άσκοπες διελεύσεις βαρέων μηχανημάτων πάνω στο έδαφος. Ο ΟΟΣΑ σημειώνει ότι οι ψηφιακές τεχνολογίες και η καινοτομία στη γεωργία μπορούν να συμβάλουν σε μεγαλύτερη παραγωγικότητα, περιβαλλοντική βιωσιμότητα και πρόσβαση σε νέες αγορές, ενώ μπορούν να κάνουν και τις δημόσιες πολιτικές πιο στοχευμένες και αποτελεσματικές.

Στους κινδύνους της νέας τεχνολογίας εντάσσεται η πιθανότητα νέων εξαρτήσεων. Ο αγρότης του μέλλοντος μπορεί να αποκτήσει καλύτερα εργαλεία, αλλά μπορεί επίσης να βρεθεί δεμένος με λογισμικά, συνδρομές, κλειστά οικοσυστήματα, δικαιώματα επισκευής, πλατφόρμες δεδομένων και εταιρείες που ελέγχουν όχι μόνο το μηχάνημα, αλλά και τις πληροφορίες του χωραφιού του. Η συζήτηση για τα αγροτικά δεδομένα — ποιος τα συλλέγει, ποιος τα κατέχει, ποιος τα αξιοποιεί και ποιος κερδίζει από αυτά — θα γίνει τα επόμενα χρόνια εξίσου σημαντική με τη συζήτηση για τους σπόρους, τα λιπάσματα και τα μηχανήματα.

Γι’ αυτό η ρομποτοποίηση της γεωργίας δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί μόνο ως τεχνικό ζήτημα. Είναι οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό ζήτημα. Μπορεί να κάνει τη γεωργία πιο ελκυστική για νέους ανθρώπους που δεν θέλουν να ζήσουν την αγροτική εργασία ως εξαντλητική χειρωνακτική απασχόληση, αλλά ως τεχνολογικά προηγμένη δραστηριότητα. Μπορεί να επιτρέψει σε έναν παραγωγό να διαχειρίζεται περισσότερα στρέμματα με λιγότερη σωματική φθορά. Μπορεί να μειώσει την έκθεση των εργατών σε χημικές ουσίες και επικίνδυνες εργασίες. Μπορεί όμως και να αφήσει πίσω όσους δεν έχουν πρόσβαση σε κεφάλαιο, εκπαίδευση ή συνδεσιμότητα.

Η πραγματική πρόκληση είναι να μη χαθεί ο άνθρωπος από το κέντρο της αγροτικής παραγωγής. Ο αγρότης δεν χρειάζεται να γίνει απλός χειριστής μιας πλατφόρμας. Χρειάζεται να γίνει καλύτερα εξοπλισμένος διαχειριστής της γης του. Να έχει περισσότερα δεδομένα, αλλά και δικαίωμα να τα ελέγχει. Να έχει πιο έξυπνα μηχανήματα, αλλά και δυνατότητα να τα επισκευάζει, να τα μοιράζεται, να τα προσαρμόζει στις δικές του ανάγκες. Να χρησιμοποιεί την τεχνολογία όχι για να αποκοπεί από το χωράφι, αλλά για να το καταλαβαίνει καλύτερα.

Η γεωργία πάντα ήταν τεχνολογική δραστηριότητα. Το άροτρο, η άρδευση, η επιλογή σπόρων, το τρακτέρ, το θερμοκήπιο, όλα ήταν κάποτε καινοτομίες. Η διαφορά σήμερα είναι ότι η καινοτομία δεν αφορά μόνο τη δύναμη ή την ταχύτητα, αλλά την πληροφορία. Το χωράφι γίνεται πλέον ένα πεδίο δεδομένων: εικόνες, θερμοκρασίες, υγρασία, θρεπτικά στοιχεία, ανάπτυξη φυτών, παρουσία ζιζανίων, μικροκλίμα, ασθένειες. Και πάνω σε αυτά τα δεδομένα έρχονται να κινηθούν τα ρομπότ.

Η εικόνα των αυτόνομων ρομποτικών τρακτέρ που περιπολούν τη νύχτα τα χωράφια με υπεριώδες φως είναι εντυπωσιακή. Όμως είναι μόνο ένα μικρό μέρος του ευρύτερου μέλλοντος που διαμορφώνεται. Το μεγάλο θέμα δεν είναι ένα συγκεκριμένο ρομπότ ή μία εταιρεία. Είναι η μετάβαση από τη γεωργία της γενικής επέμβασης στη γεωργία της ακριβούς επέμβασης. Από το «ρίχνω παντού» στο «επεμβαίνω εκεί που πρέπει». Από το «δουλεύω περισσότερο» στο «δουλεύω εξυπνότερα». Από τη μηχανή που απλώς υπακούει, στη μηχανή που παρατηρεί, υπολογίζει και συνεργάζεται.

Αν αυτή η μετάβαση γίνει σωστά, μπορεί να βοηθήσει την αγροτική παραγωγή να αντιμετωπίσει ταυτόχρονα τρία πιεστικά ζητήματα: την ανάγκη για περισσότερη τροφή, την έλλειψη εργατικών χεριών και την περιβαλλοντική επιβάρυνση από την υπερβολική χρήση πόρων και χημικών. Αν γίνει λάθος, μπορεί να οδηγήσει σε μεγαλύτερη εξάρτηση των παραγωγών από λίγες εταιρείες, σε τεχνολογικό αποκλεισμό των μικρών αγροτών και σε ακόμη μεγαλύτερη συγκέντρωση της αγροτικής οικονομίας.

Η ρομποτοποίηση της αγροτικής διαδικασίας, λοιπόν, δεν είναι ούτε απειλή ούτε σωτήρια από μόνη της. Είναι εργαλείο. Και όπως κάθε μεγάλο εργαλείο στην ιστορία της γεωργίας, η αξία του θα κριθεί από το ποιος το ελέγχει, ποιος το πληρώνει, ποιος ωφελείται και αν τελικά υπηρετεί τον άνθρωπο, τη γη και την τροφή — ή απλώς μια νέα αγορά τεχνολογικής εξάρτησης.

Νέα δικαστική ήττα για τον Έλον Μασκ στην υπόθεση Twitter — Οι αποζημιώσεις μπορεί να ξεπεράσουν τα 2,5 δισ. δολάρια

Νέα δικαστική ήττα υπέστη ο Έλον Μασκ στην υπόθεση της εξαγοράς του Twitter, καθώς ομοσπονδιακός δικαστής στις Ηνωμένες Πολιτείες απέρριψε, κατά το μεγαλύτερο μέρος του, την προσπάθειά του να ακυρώσει την απόφαση ενόρκων που τον έκρινε υπεύθυνο για παραπλάνηση επενδυτών κατά τη διάρκεια της πολύκροτης εξαγοράς της πλατφόρμας το 2022.

Ο δικαστής Τσαρλς Ρ. Μπρέυερ [Charles R. Breyer], του Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου της Βόρειας Περιφέρειας της Καλιφόρνιας, απέρριψε το αίτημα του Μασκ να ανατραπεί η ετυμηγορία, διατηρώντας σε ισχύ τον βασικό πυρήνα της απόφασης. Παράλληλα, απέρριψε και την προσπάθειά του να αποχαρακτηριστεί η υπόθεση ως ομαδική αγωγή, ενώ έκανε δεκτό το αίτημα των εναγόντων για προδικαστικούς τόκους.

Η υπόθεση αφορά δηλώσεις και αναρτήσεις του Μασκ την περίοδο που είχε συμφωνήσει να αποκτήσει το Twitter έναντι 44 δισ. δολαρίων, πριν από την ολοκλήρωση της συμφωνίας τον Οκτώβριο του 2022. Οι επενδυτές υποστήριξαν ότι ο Μασκ έκανε παραπλανητικές δηλώσεις για τα ψεύτικα και ανεπιθύμητα προφίλ της πλατφόρμας, με αποτέλεσμα να πιεστεί προς τα κάτω η τιμή της μετοχής του Twitter.

Η ομαδική αγωγή αφορά πρόσωπα και οντότητες που πούλησαν μετοχές ή call options του Twitter ή αγόρασαν put options, από τις 13 Μαΐου έως τις 4 Οκτωβρίου 2022, και ισχυρίζονται ότι υπέστησαν ζημία από την παραβίαση της νομοθεσίας περί κινητών αξιών. (twitteracquisitionlitigation.com)

Στις 20 Μαρτίου 2026, οι ένορκοι έκριναν ότι ο Μασκ παραβίασε το άρθρο 10(b) του Securities Exchange Act του 1934 και τον κανόνα 10b-5(b), βασικές διατάξεις της αμερικανικής νομοθεσίας για την απάτη στις αγορές. Η απόφαση του δικαστηρίου προέβλεπε ότι οι ενάγοντες και η τάξη των επενδυτών μπορούν να ανακτήσουν αποζημιώσεις, με βάση υπολογισμό ανά μετοχή ή δικαίωμα προαίρεσης και ανά ημέρα της επίδικης περιόδου.

Στο επίκεντρο της υπόθεσης βρέθηκε ανάρτηση του Μασκ στις 13 Μαΐου 2022, στην οποία ανέφερε ότι η συμφωνία για το Twitter ήταν «προσωρινά σε αναστολή», εν αναμονή στοιχείων που θα υποστήριζαν τον υπολογισμό ότι τα fake και spam accounts αντιπροσώπευαν λιγότερο από το 5% των χρηστών. Ο δικαστής Μπρέυερ έκρινε ότι υπήρχαν επαρκή στοιχεία ώστε οι ένορκοι να συμπεράνουν πως η συγκεκριμένη ανάρτηση δεν ήταν αληθής και είχε επίδραση στην τιμή της μετοχής.

Ο δικαστής σημείωσε ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία της δίκης, ο Μασκ δεν είχε πράγματι σταματήσει τις εργασίες για την εξαγορά ούτε είχε δώσει τέτοια εντολή στην ομάδα του. Αντιθέτως, η υπόθεση στηρίχθηκε στο ότι η δήλωση περί «παγώματος» της συμφωνίας δεν ανταποκρινόταν στην πραγματική κατάσταση των διαπραγματεύσεων.

Το δικαστήριο δικαίωσε μερικώς τον Μασκ, μόνο ως προς μία μεταγενέστερη ανάρτηση της 17ης Μαΐου 2022. Ο Μπρέυερ έκρινε ότι δεν υπήρχαν επαρκή στοιχεία για να αποδειχθεί ότι η συγκεκριμένη ανάρτηση προκάλεσε ζημία στην αγορά, καθώς οι ενάγοντες δεν είχαν παρουσιάσει την αναγκαία ειδική ανάλυση για τη διατήρηση της τιμής.

Παρά τη μερική αυτή δικαίωση, η συνολική ευθύνη του Μασκ παραμένει. Το δικαστήριο διατήρησε σε ισχύ το βασικό συμπέρασμα των ενόρκων ότι η ανάρτηση της 13ης Μαΐου μπορούσε να θεμελιώσει ευθύνη για παραπλάνηση επενδυτών.

Το ύψος των τελικών αποζημιώσεων δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί. Σύμφωνα με δικηγόρους των εναγόντων, οι εκτιμώμενες αποζημιώσεις μπορεί να ξεπεράσουν τα 2,6 δισ. δολάρια, ενώ ο υπολογισμός θα εξαρτηθεί από τις αξιώσεις που θα υποβάλουν τα μέλη της τάξης των επενδυτών.

Η υπόθεση έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι αφορά τη σχέση ανάμεσα στις δημόσιες δηλώσεις ισχυρών επιχειρηματικών προσώπων και την επίδρασή τους στις αγορές. Στην απόφασή του, ο Μπρέυερ υπογράμμισε ότι οι νόμοι περί κινητών αξιών βασίζονται στην εμπιστοσύνη πως οι αγορές λειτουργούν με διαφάνεια και χωρίς χειραγώγηση.

Η εξαγορά του Twitter ολοκληρώθηκε τελικά στα 54,20 δολάρια ανά μετοχή, αφού η ίδια η εταιρεία είχε κινηθεί δικαστικά στο Ντέλαγουερ για να υποχρεώσει τον Μασκ να τηρήσει την αρχική συμφωνία. Μετά την ολοκλήρωση της εξαγοράς, η πλατφόρμα μετονομάστηκε σε X.

Με πληροφορίες από το Reuters

ΗΠΑ: Τα ασυνόδευτα παιδιά που χάνονται μέσα στο σύστημα

Στις 11 Ιουνίου 2026, στην Ουάσιγκτον, το υπουργείο Δικαιοσύνης των Ηνωμένων Πολιτειών φιλοξένησε κοινή συνέντευξη Τύπου του DOJ, του DHS και του HHS με αντικείμενο τις προσπάθειες εντοπισμού και προστασίας ασυνόδευτων παιδιών μεταναστών. Σύμφωνα με την επίσημη καταχώρηση του DOJ, ο υπηρεσιακός υπουργός Δικαιοσύνης Τοντ Μπλανς [Todd Blanche] και ο υπουργός Εσωτερικής Ασφάλειας Μαρκγουέιν Μάλλιν [Markwayne Mullin] παρουσίασαν μια κυβερνητική προσπάθεια για τον εντοπισμό ασυνόδευτων ανηλίκων και για τη δίωξη όσων φέρονται να εκμεταλλεύτηκαν το σύστημα χορηγών.

Η δήλωση που προκάλεσε τη μεγαλύτερη αίσθηση ήταν εκείνη του Μάλλιν. Όπως μετέδωσε το Spectrum News, οι αμερικανικές αρχές ανέφεραν ότι περίπου 146.000 παιδιά έχουν εντοπιστεί, ενώ σχεδόν 300.000 παραμένουν εκτός αποτελεσματικής παρακολούθησης. Ο Μάλλιν είπε επίσης ότι οι αρχές ερευνούν αναφορές παιδιών που κατήγγειλαν ότι είχαν βιαστεί «600 έως 700 φορές».

Πέρα από την ένταση της πολιτικής φράσης, το ουσιαστικό ερώτημα παραμένει αμείλικτο. Πώς είναι δυνατόν ένα κράτος να παραλαμβάνει ένα παιδί, να το μεταφέρει σε κρατική δομή, να το απελευθερώνει σε έναν ενήλικο χορηγό και στη συνέχεια να μην έχει αξιόπιστο τρόπο να γνωρίζει αν το παιδί είναι ασφαλές;

Η υπόθεση δεν αφορά μόνο τη μετανάστευση. Αφορά γενικότερα την προστασία των ανηλίκων. Αφορά το όριο ανάμεσα στη γραφειοκρατική αμέλεια και στην ηθική ευθύνη. Αφορά παιδιά που πέρασαν τα σύνορα χωρίς γονείς, χωρίς δικηγόρους, χωρίς σταθερό περιβάλλον, συχνά χωρίς να γνωρίζουν τη γλώσσα και χωρίς να μπορούν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους απέναντι σε ενήλικες — διακινητές, εργοδότες ή δήθεν «συγγενείς».

Τα στοιχεία που είχαν προηγηθεί των δηλώσεων Μάλλιν ήταν ήδη ανησυχητικά. Έκθεση του Γραφείου Γενικού Επιθεωρητή του DHS, που εκδόθηκε τον Αύγουστο του 2024, ανέφερε ότι ο ICE δεν μπορούσε να παρακολουθεί την τοποθεσία και την κατάσταση όλων των ασυνόδευτων παιδιών που είχαν απελευθερωθεί από την επιμέλεια του DHS και του HHS. Σύμφωνα με την έκθεση, από το οικονομικό έτος 2019 έως το 2023, ο ICE μετέφερε περισσότερα από 448.000 ασυνόδευτα παιδιά στο HHS. Έως τον Μάιο του 2024, περισσότερα από 291.000 δεν είχαν λάβει κλήση για ημερομηνία προσέλευσης σε δικαστήριο μετανάστευσης.

Αυτοί οι αριθμοί περιγράφουν μια βαθιά αδυναμία του συστήματος παρακολούθησης. Δεν είναι απλώς «χαρτιά» που λείπουν από έναν φάκελο. Όταν το αντικείμενο του φακέλου είναι ένα παιδί, η χαμένη επαφή μπορεί να σημαίνει απώλεια προστασίας. Μπορεί να σημαίνει ότι κανείς δεν γνωρίζει αν το παιδί πηγαίνει σχολείο, αν εργάζεται παράνομα, αν μένει στο σπίτι που δηλώθηκε, αν απειλείται, αν κακοποιείται ή αν έχει πέσει σε δίκτυο εκμετάλλευσης.

Το πρόβλημα φαίνεται ακόμη πιο σοβαρό όταν εξετάσει κανείς το σύστημα των χορηγών. Το αμερικανικό νομικό πλαίσιο προβλέπει ότι το Office of Refugee Resettlement πρέπει να αξιολογεί την καταλληλότητα ενός χορηγού πριν απελευθερώσει ένα ασυνόδευτο παιδί στην επιμέλειά του. Η αξιολόγηση αφορά, μεταξύ άλλων, την ταυτότητα του χορηγού, τη σχέση του με το παιδί, το περιβάλλον κατοικίας και πιθανούς κινδύνους για την ασφάλεια του ανηλίκου.

Όμως οι ίδιες οι αμερικανικές ελεγκτικές αρχές κατέγραψαν σοβαρά κενά. Έκθεση του HHS Office of Inspector General, τον Φεβρουάριο του 2024, διαπίστωσε ότι στο 16% των φακέλων παιδιών έλειπε τεκμηρίωση ότι είχαν γίνει οι απαιτούμενοι έλεγχοι ασφαλείας των χορηγών. Στο 19% των περιπτώσεων όπου παιδιά απελευθερώθηκαν με εκκρεμείς ελέγχους δακτυλικών αποτυπωμάτων FBI ή μητρώων κακοποίησης και παραμέλησης παιδιών, οι φάκελοι δεν ενημερώθηκαν με τα τελικά αποτελέσματα. Στο 35% των φακέλων υπήρχαν προβλήματα αναγνωσιμότητας στα έγγραφα ταυτότητας που υπέβαλαν οι χορηγοί.

Αυτό σημαίνει ότι, σε αρκετές περιπτώσεις, παιδιά παραδόθηκαν σε ενήλικες χωρίς το κράτος να είχε πλήρως τεκμηριώσει ότι οι άνθρωποι αυτοί είχαν ελεγχθεί όπως έπρεπε. Σε μια πολιτική συζήτηση, αυτό μπορεί να ακουστεί ως «διοικητική αστοχία». Στη ζωή ενός παιδιού, μπορεί να αποδειχθεί μοιραίο.

Η υπόθεση του Χουάν Τιουλ Σι [Juan Tiul Xi] δείχνει πόσο πραγματικός ήταν ο κίνδυνος. Σύμφωνα με ανακοίνωση του αμερικανικού υπουργείου Δικαιοσύνης, ο Σι, υπήκοος Γουατεμάλας, δήλωσε ένοχος στην κατηγορία για υποβοήθηση  διακίνησης παιδιού στις ΗΠΑ και για υποβολή ψευδούς αίτησης χορηγίας, ισχυριζόμενος ότι ήταν αδελφός του παιδιού. Όταν απέκτησε την επιμέλεια, το κακοποίησε σεξουαλικά. Καταδικάστηκε σε οκταετή πολιτειακή κάθειρξη για σεξουαλική επίθεση και σε επιπλέον 26 μήνες ομοσπονδιακής φυλάκισης.

Η συγκεκριμένη υπόθεση δεν είναι μια αφηρημένη στατιστική. Είναι το πρόσωπο πίσω από το πρόβλημα. Ένα παιδί πέρασε από το σύστημα, ένας ενήλικος εμφανίστηκε ως συγγενής, η αίτηση εγκρίθηκε και το παιδί κατέληξε στα χέρια κάποιου που το κακοποίησε. Εκεί βρίσκεται η καρδιά του σκανδάλου: όχι μόνο στο αν κάποιοι παραβίασαν τον νόμο, αλλά στο ότι ένα σύστημα που υπήρχε για να προστατεύει παιδιά άφησε ανοιχτή την πόρτα στην εκμετάλλευσή τους.

Στην ίδια συνέντευξη Τύπου, οι αμερικανικές αρχές αναφέρθηκαν και στους λεγόμενους «υπερχορηγούς» — πρόσωπα, διευθύνσεις ή οργανισμούς που εμφανίζονταν να έχουν αναλάβει περισσότερα από τρία ασυνόδευτα παιδιά. Σύμφωνα με το Spectrum News, η υπηρεσιακή διευθύντρια του ORR, Άντζι Σαλαζάρ [Angie Salazar], ανέφερε ότι είχαν εντοπιστεί περισσότερες από 81.000 διευθύνσεις που χρησιμοποιήθηκαν επανειλημμένα για χορηγίες παιδιών, ενώ μίλησε και για δεκάδες χιλιάδες περιπτώσεις όπου έλειπαν υποχρεωτικοί έλεγχοι ασφαλείας.

Η εικόνα που προκύπτει είναι ενός συστήματος που, υπό πίεση, άρχισε να λειτουργεί σαν μηχανισμός γρήγορης μεταφοράς φακέλων. Παιδιά έφταναν στα σύνορα, καταγράφονταν, περνούσαν σε ομοσπονδιακή επιμέλεια και στη συνέχεια απελευθερώνονταν σε χορηγούς. Η ταχύτητα έγινε προτεραιότητα, με την ασφάλεια, σε πολλές περιπτώσεις, να περνά σε δεύτερο πλάνο.

Το Associated Press είχε ήδη μεταδώσει, με βάση την έκθεση του HHS OIG, ότι η κυβέρνηση δυσκολεύτηκε να ελέγξει και να παρακολουθήσει σπίτια στα οποία τοποθετήθηκαν παιδιά μετά την αύξηση των αφίξεων το 2021. Το ρεπορτάζ ανέφερε ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν υπήρχαν βασικοί έλεγχοι ασφαλείας, όπως έλεγχοι διεύθυνσης ή ποινικού ιστορικού, ενώ οι μεταγενέστερες κλήσεις παρακολούθησης καθυστερούσαν σημαντικά.

Η προστασία των παιδιών δεν μπορεί να είναι ζήτημα κομματικής ευκολίας. Δεν μπορεί να εξαρτάται από το αν το παιδί είναι Αμερικανός πολίτης, μετανάστης, πρόσφυγας ή ασυνόδευτος ανήλικος χωρίς χαρτιά. Ένα παιδί που βρίσκεται μόνο του σε ξένη χώρα δεν παύει να είναι παιδί. Η ευθύνη του κράτους απέναντί του δεν μειώνεται επειδή η πολιτική συζήτηση γύρω από τη μετανάστευση είναι φορτισμένη.

Στις 26 Ιουνίου 2026, δημοσιεύθηκε στο Federal Register πρόταση τροποποίησης του θεμελιώδους κανονισμού για το πρόγραμμα ασυνόδευτων παιδιών. Η πρόταση προβλέπει νέες απαιτήσεις για απόδειξη εισοδήματος, αυστηρότερους ελέγχους ιστορικού και σαφέστερη τεκμηρίωση ταυτότητας των πιθανών χορηγών. Η ίδια η ύπαρξη αυτής της πρότασης δείχνει ότι το πρόβλημα δεν είναι θεωρητικό· οι αμερικανικές αρχές αναγνωρίζουν ότι το πλαίσιο χρειαζόταν ενίσχυση.

Η πολιτική αντιπαράθεση στις ΗΠΑ θα συνεχιστεί. Οι μεν θα μιλούν για αποτυχία της προηγούμενης κυβέρνησης και για ανοιχτά σύνορα. Οι δε θα προειδοποιούν για υπερβολές στη ρητορική και για τον κίνδυνο εργαλειοποίησης του μεταναστευτικού. Όμως μπροστά σε ένα παιδί που κακοποιήθηκε, αυτά τα επιχειρήματα συρρικνώνονται.

Υπάρχουν στιγμές όπου μια κοινωνία κρίνεται όχι από το πόσο αποτελεσματικά υπερασπίζεται τους ισχυρούς, αλλά από το αν μπορεί να προστατεύσει όσους δεν έχουν φωνή. Τα ασυνόδευτα παιδιά είναι ακριβώς αυτή η περίπτωση. Δεν ψηφίζουν, δεν έχουν πολιτική δύναμη, δεν έχουν μέσα ενημέρωσης, δεν έχουν λόμπι, δεν έχουν γονείς δίπλα τους να χτυπήσουν την πόρτα των αρχών. Αν χαθούν, χάνονται σιωπηλά.

Γι’ αυτό η υπόθεση των ασυνόδευτων παιδιών στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι απλώς ένα ακόμη θέμα μεταναστευτικής πολιτικής. Είναι ένα τεστ ηθικής τάξης. Είναι η στιγμή που ένα κράτος πρέπει να αποδείξει ότι η γραφειοκρατία του δεν είναι ισχυρότερη από την αξία της ανθρώπινης ζωής. Είναι η στιγμή που η επιβολή του νόμου, η παιδική προστασία και η αλήθεια πρέπει να σταθούν πάνω από την πολιτική σκοπιμότητα.

Γιατί όταν ένα παιδί παραδίδεται σε έναν άγνωστο ενήλικο χωρίς επαρκή έλεγχο, όταν οι υπηρεσίες δεν γνωρίζουν πού βρίσκεται, όταν οι καταγγελίες κακοποίησης μένουν θαμμένες μέσα σε φακέλους, τότε η αποτυχία δεν είναι μόνο διοικητική. Είναι ανθρώπινη.

Και μια κοινωνία που δεν μπορεί να προστατεύσει τα παιδιά της — ή τα παιδιά που βρέθηκαν στην ευθύνη της — δεν έχει απλώς πρόβλημα πολιτικής. Έχει πρόβλημα συνείδησης.

Οι απόψεις που διατυπώνονται στο παρόν άρθρο δεν αντικατοπτρίζουν κατ’ ανάγκην τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.

Ο Σαμ Άλτμαν θέλει να δώσει μερίδιο της ΤΝ στους πολίτες — αλλά μέσω του κράτους

Η τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι πλέον απλώς ένα τεχνολογικό προϊόν. Είναι υποδομή, βιομηχανία, εργαλείο κρατικής ισχύος και, όλο και περισσότερο, ένα νέο πεδίο όπου η πολιτική αναγκάζεται να απαντήσει σε ένα παλιό ερώτημα: όταν μια τεχνολογία μεταμορφώνει ολόκληρη την οικονομία, ποιος πρέπει να ωφεληθεί από την αξία που παράγει;

Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται η πρόταση που, σύμφωνα με τους Financial Times, έχει συζητήσει ο Σαμ Άλτμαν και στελέχη της OpenAI: οι μεγαλύτερες αμερικανικές εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης να παραχωρήσουν ποσοστό περίπου 5% του μετοχικού τους κεφαλαίου σε ένα δημόσιο επενδυτικό όχημα, ώστε οι Αμερικανοί πολίτες να αποκτήσουν άμεσο οικονομικό μερίδιο στην άνοδο της ΤΝ. Σύμφωνα με το ίδιο ρεπορτάζ, η ιδέα αφορά όχι μόνο την OpenAI, αλλά δυνητικά και άλλους μεγάλους ομίλους του κλάδου, όπως η Anthropic, η Google και η Meta, αν και δεν υπάρχει συμφωνία ούτε τελική πολιτική απόφαση.

Η πρόταση, όπως έχει παρουσιαστεί, θυμίζει το μοντέλο του Alaska Permanent Fund: ένα δημόσιο ταμείο που επενδύει πλούτο προερχόμενο από φυσικούς πόρους και διανέμει μέρισμα στους κατοίκους της Αλάσκας. Η Alaska Permanent Fund Corporation περιγράφεται επισήμως ως κρατική εταιρεία που διαχειρίζεται τα περιουσιακά στοιχεία του ταμείου, ενώ η αρμόδια υπηρεσία της Αλάσκα αναφέρει ότι το πρόγραμμα μερίσματος διανέμει ετήσιο ποσό σε ορισμένους κατοίκους από επενδυτικά έσοδα που σχετίζονται με δικαιώματα επί ορυκτών πόρων.

Η πολιτική μεταφορά είναι προφανής: αν το πετρέλαιο της Αλάσκας θεωρήθηκε πλούτος που δεν έπρεπε να καταναλωθεί μόνο από το κράτος ή τις εταιρείες, αλλά να επιστρέφει και στους πολίτες, τότε μήπως η τεχνητή νοημοσύνη — η νέα πρώτη ύλη της οικονομίας — πρέπει να αντιμετωπιστεί με παρόμοιο τρόπο;

Από το «όφελος για όλη την ανθρωπότητα» στο δημόσιο μέρισμα

Η ιδέα δεν εμφανίζεται από το πουθενά. Από την ίδρυσή της, η OpenAI έχει προσπαθήσει να παρουσιαστεί όχι ως μια απλή εταιρεία τεχνολογίας, αλλά ως ένας οργανισμός με αποστολή. Στο επίσημο καταστατικό της αναφέρει ότι στόχος της είναι η τεχνητή γενική νοημοσύνη να «ωφελήσει όλη την ανθρωπότητα» και ότι δεσμεύεται να αποφύγει χρήσεις που βλάπτουν την ανθρωπότητα ή συγκεντρώνουν υπερβολικά την εξουσία.

Αυτή η διατύπωση είχε πάντοτε μια εσωτερική ένταση. Από τη μία, η OpenAI ξεκίνησε ως μη κερδοσκοπικός οργανισμός με υψηλό ηθικό στόχο. Από την άλλη, η ανάπτυξη των πιο προηγμένων μοντέλων ΤΝ απαιτεί τεράστια κεφάλαια, υπολογιστική ισχύ, ενεργειακές υποδομές και συνεργασίες με μερικούς από τους ισχυρότερους εμπορικούς παίκτες του πλανήτη. Η ίδια η OpenAI έχει αναγνωρίσει αυτή την ανάγκη, υποστηρίζοντας ότι η μετεξέλιξη της δομής της σε Public Benefit Corporation θα της επιτρέψει να αντλήσει τα κεφάλαια που απαιτούνται, ενώ ο μη κερδοσκοπικός βραχίονας θα συνεχίσει να έχει έλεγχο και οικονομική συμμετοχή στην επιτυχία της εταιρείας.

Με άλλα λόγια, η OpenAI κινείται εδώ και χρόνια πάνω σε μια λεπτή γραμμή: χρειάζεται την αγορά για να αναπτυχθεί, αλλά δεν θέλει να εμφανίζεται ως μια εταιρεία που υπηρετεί μόνο την αγορά. Η πρόταση για δημόσιο ταμείο ΤΝ επιχειρεί να δώσει πολιτική απάντηση σε αυτή την αντίφαση. Αν η τεχνητή νοημοσύνη δημιουργήσει τεράστιο πλούτο, τότε ένα μέρος αυτού του πλούτου δεν θα πάει μόνο σε ιδρυτές, επενδυτές και μετόχους, αλλά — τουλάχιστον θεωρητικά — και στους πολίτες.

Αυτή η σκέψη υπάρχει ήδη σε επίσημο κείμενο πολιτικής της OpenAI. Στο έγγραφο Industrial Policy for the Intelligence Age, που δημοσιεύθηκε τον Ιούνιο του 2026, η εταιρεία προτείνει τη δημιουργία ενός ταμείου δημόσιου πλούτου, το οποίο θα δίνει σε κάθε πολίτη, ακόμη και σε όσους δεν έχουν επενδύσεις στις χρηματαγορές, συμμετοχή στην οικονομική άνοδο που επιφέρει η τεχνητή νοημοσύνη. Το ταμείο, σύμφωνα με την OpenAI, θα μπορούσε να επενδύει σε μακροπρόθεσμα και διαφοροποιημένα περιουσιακά στοιχεία που αποτυπώνουν τόσο την ανάπτυξη των εταιρειών ΤΝ όσο και την ευρύτερη υιοθέτηση της τεχνητής νοημοσύνης από την οικονομία.

Η OpenAI πλησιάζει το κράτος

Η πρόταση, όμως, δεν είναι μόνο κοινωνική. Είναι και βαθιά πολιτική.

Τα τελευταία χρόνια, η σχέση της OpenAI με το αμερικανικό Δημόσιο έχει γίνει όλο και στενότερη. Το 2023, η OpenAI ήταν ανάμεσα στις επτά μεγάλες εταιρείες — μαζί με Amazon, Anthropic, Google, Inflection, Meta και Microsoft — που προσήλθαν στον Λευκό Οίκο και ανέλαβαν εθελοντικές δεσμεύσεις για ασφαλή, υπεύθυνη και διαφανή ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης. Η τότε αμερικανική κυβέρνηση παρουσίασε τις δεσμεύσεις αυτές ως πρώτο βήμα, δηλώνοντας ότι θα προχωρήσει σε εκτελεστικά μέτρα και θα επιδιώξει νομοθεσία.

Στη συνέχεια, η OpenAI άρχισε να κινείται πιο οργανωμένα προς την κρατική αγορά. Τον Ιούνιο του 2025 ανακοίνωσε το OpenAI for Government, μια πρωτοβουλία για παροχή προηγμένων εργαλείων ΤΝ σε ομοσπονδιακές, πολιτειακές και τοπικές υπηρεσίες των ΗΠΑ. Η εταιρεία ανέφερε ότι στο πλαίσιο αυτό εντάσσονται συνεργασίες με τα εθνικά εργαστήρια, τη NASA, τα NIH, το υπουργείο Οικονομικών και την Πολεμική Αεροπορία, ενώ ανακοίνωσε και πιλοτικό πρόγραμμα με το αμερικανικό υπουργείο Άμυνας, με ανώτατο όριο σύμβασης 200 εκατ. δολάρια.

Παράλληλα, η OpenAI βρέθηκε στο επίκεντρο της μεγάλης συζήτησης για την αμερικανική βιομηχανική ισχύ. Το Stargate Project, που ανακοινώθηκε τον Ιανουάριο του 2025, προβλέπει επένδυση έως 500 δισ. δολάρια σε τέσσερα χρόνια για τη δημιουργία υποδομών ΤΝ στις Ηνωμένες Πολιτείες, με άμεση ανάπτυξη 100 δισ. δολαρίων. Η OpenAI παρουσίασε το έργο ως υποδομή που θα ενισχύσει την αμερικανική ηγεσία στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης, θα δημιουργήσει εκατοντάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας και θα προσφέρει στρατηγική δυνατότητα για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ και των συμμάχων τους.

Αυτό είναι και το κλειδί. Η τεχνητή νοημοσύνη δεν αντιμετωπίζεται πια μόνο ως εφαρμογή λογισμικού. Αντιμετωπίζεται ως ηλεκτρικό δίκτυο, ως εργοστάσιο, ως πυρηνική βιομηχανία, ως αμυντική υποδομή. Χρειάζεται κέντρα δεδομένων, ενέργεια, μικροτσίπ, νερό, άδειες, γεωπολιτική ασφάλεια. Και όπου υπάρχει τέτοια κλίμακα, το κράτος δεν μένει απλός θεατής.

Δημόσιο όφελος ή πολιτική ασπίδα;

Η πρόταση Άλτμαν μπορεί να διαβαστεί με δύο τρόπους.

Η θετική ανάγνωση είναι ότι πρόκειται για μια σοβαρή προσπάθεια να απαντηθεί εγκαίρως ένα πρόβλημα που ήδη φαίνεται στον ορίζοντα: η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να αυξήσει την παραγωγικότητα, να δημιουργήσει νέες εταιρικές αξίες, να αυτοματοποιήσει εργασίες, να αλλάξει επαγγέλματα και να συγκεντρώσει τεράστιο πλούτο σε λίγες επιχειρήσεις. Αν αυτό συμβεί χωρίς μηχανισμό αναδιανομής, τότε το κοινωνικό χάσμα μπορεί να μεγαλώσει. Ένα δημόσιο επενδυτικό ταμείο θα μπορούσε να λειτουργήσει ως τρόπος συμμετοχής των πολιτών στην αξία που οι ίδιοι, άμεσα ή έμμεσα, βοηθούν να παραχθεί: ως εργαζόμενοι, χρήστες, φορολογούμενοι, παραγωγοί δεδομένων και μέλη μιας κοινωνίας που προσαρμόζεται στην τεχνολογική μετάβαση.

Η πιο επιφυλακτική ανάγνωση είναι ότι η πρόταση αποτελεί και πολιτική ασπίδα. Οι εταιρείες ΤΝ γνωρίζουν ότι βρίσκονται αντιμέτωπες με ερωτήματα για εργασία, πνευματικά δικαιώματα, ασφάλεια, ενέργεια, ανταγωνισμό, παραπληροφόρηση και εθνική ασφάλεια. Αν το Δημόσιο γίνει μέτοχος, έστω παθητικός, τότε η σχέση κράτους και εταιρείας αλλάζει. Η κυβέρνηση δεν θα είναι μόνο ρυθμιστής. Θα έχει και οικονομικό συμφέρον από την άνοδο των εταιρειών που καλείται να ελέγξει.

Αυτό δεν είναι θεωρητικό πρόβλημα. Το αμερικανικό κράτος έχει ήδη κάνει βήματα προς πιο ενεργή βιομηχανική πολιτική στον τεχνολογικό τομέα. Το 2025, η κυβέρνηση των ΗΠΑ συμφώνησε να αγοράσει 433,3 εκατ. μετοχές της Intel, αποκτώντας ποσοστό 9,9% στην εταιρεία, με επένδυση 8,9 δισ. δολαρίων που συνδέθηκε με κονδύλια του CHIPS and Science Act και το πρόγραμμα Secure Enclave. Η Intel ανακοίνωσε ότι η συμμετοχή του Δημοσίου θα είναι παθητική, χωρίς θέση στο διοικητικό συμβούλιο ή ειδικά δικαιώματα πληροφόρησης.

Η περίπτωση της OpenAI όμως είναι διαφορετική. Η Intel είναι βιομηχανία ημιαγωγών, με εργοστάσια, παραγωγή και σαφή στρατηγική σημασία. Η OpenAI είναι μια πρωτοπόρος εταιρεία ΤΝ, δηλαδή αναπτύσσει συστήματα που μπορεί να επηρεάσουν την εργασία, τη γνώση, την εκπαίδευση, την άμυνα, την επικοινωνία και τη λειτουργία του ίδιου του κράτους. Αν το Δημόσιο γίνει μέτοχος σε τέτοιες εταιρείες, το ερώτημα δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι θεσμικό.

Πώς θα ελέγχει η κυβέρνηση μια εταιρεία από την οποία ταυτόχρονα προσδοκά οικονομική απόδοση; Πώς θα αποφεύγεται η ευνοϊκή μεταχείριση έναντι ανταγωνιστών; Ποιος θα αποφασίζει αν τα μερίσματα θα πηγαίνουν απευθείας στους πολίτες, στον προϋπολογισμό, σε εκπαιδευτικά προγράμματα ή σε κοινωνική ασφάλεια; Και ποιος θα προστατεύει το ταμείο από το να γίνει εργαλείο πολιτικής προβολής ή πελατειακής διαχείρισης;

Αυτά τα ερωτήματα εξηγούν γιατί οι συνομιλίες παραμένουν σε πρώιμο και «εννοιολογικό» στάδιο και πιθανότατα να χρειαστεί νομοθετική παρέμβαση από το Κογκρέσο.

Το ενδιαφέρον είναι ότι η ιδέα διαπερνά παραδοσιακές πολιτικές γραμμές. Από τη μία πλευρά, μπορεί να παρουσιαστεί ως πατριωτική βιομηχανική πολιτική: οι ΗΠΑ κρατούν την τεχνητή νοημοσύνη εντός εθνικού πλαισίου και οι πολίτες συμμετέχουν στην υπεραξία. Από την άλλη, θυμίζει προοδευτικές προτάσεις δημόσιας ιδιοκτησίας και αναδιανομής τεχνολογικού πλούτου. Δεν είναι τυχαίο ότι, σύμφωνα με τα σχετικά ρεπορτάζ, ο Άλτμαν έχει συζητήσει την ιδέα τόσο με πρόσωπα της κυβέρνησης Τραμπ όσο και με τον Μπέρνι Σάντερς [Bernie Sanders], ο οποίος προωθεί πολύ πιο επιθετικό μοντέλο δημόσιου ταμείου χρηματοδοτούμενου από τις μεγάλες εταιρείες ΤΝ.

Η μεγάλη εικόνα είναι ότι η τεχνητή νοημοσύνη αρχίζει να αντιμετωπίζεται όπως οι προηγούμενες στρατηγικές πηγές ισχύος: πετρέλαιο, ηλεκτρισμός, σιδηρόδρομοι, ημιαγωγοί. Στην αρχή, κάθε νέα τεχνολογία εμφανίζεται ως υπόθεση ιδιωτικής καινοτομίας. Όταν όμως γίνεται τόσο κεντρική ώστε να επηρεάζει την εργασία, την εθνική ασφάλεια και τη διεθνή ανταγωνιστικότητα, το κράτος επιστρέφει στο προσκήνιο.

Η πρόταση Άλτμαν, είτε προχωρήσει είτε όχι, δείχνει ότι η συζήτηση έχει αλλάξει. Το ερώτημα δεν αφορά πλέον μόνο το αν η τεχνητή νοημοσύνη είναι ασφαλής, έξυπνη ή παραγωγική. Το ερώτημα είναι ποιος θα την ελέγχει, ποιος θα πληρώνει το κόστος της μετάβασης και ποιος θα εισπράττει τα κέρδη της.

Αν η τεχνητή νοημοσύνη αποδειχθεί πράγματι η επόμενη μεγάλη βιομηχανική επανάσταση, τότε η κοινωνία δεν θα αρκεστεί σε υποσχέσεις ότι «η ανάπτυξη θα ωφελήσει όλους» κάποια στιγμή στο μέλλον. Θα ζητήσει μηχανισμούς, θεσμούς και εγγυήσεις. Το δημόσιο ταμείο ΤΝ είναι μια πρώτη απάντηση σε αυτή την απαίτηση. Μπορεί να είναι μία έξυπνη θεσμική καινοτομία. Μπορεί όμως και να εξελιχθεί σε έναν νέο τύπο κρατικο-εταιρικής διαπλοκής.

Η τελική διαφορά θα κριθεί στις λεπτομέρειες: στη διαφάνεια, στη λογοδοσία, στην ανεξαρτησία του ταμείου, στον τρόπο διανομής των αποδόσεων και, κυρίως, στο αν το Δημόσιο θα λειτουργήσει ως εκπρόσωπος των πολιτών ή ως συνέταιρος των τεχνολογικών κολοσσών.