Παρασκευή, 01 Μαΐ, 2026

Πιέσεις Τραμπ σε Ευρωπαίους συμμάχους για το Ιράν και την ασφάλεια στην Ευρώπη

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε στις 30 Απριλίου ότι εξετάζει το ενδεχόμενο απόσυρσης μέρους των αμερικανικών στρατευμάτων από την Ιταλία και την Ισπανία, επικαλούμενος την περιορισμένη στήριξη που, όπως υποστήριξε, παρείχαν κατά τη διάρκεια του δίμηνου πολέμου ΗΠΑ–Ισραήλ με το Ιράν. Παράλληλα, εξετάζει και πιθανή μείωση των αμερικανικών στρατευμάτων στη Γερμανία, σημειώνοντας ότι αναμένεται να λάβει τελική απόφαση σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Απαντώντας σε σχετική ερώτηση δημοσιογράφου για το αν θα προχωρούσε σε αντίστοιχα μέτρα για την Ισπανία και την Ιταλία, δεδομένης της συγκρατημένης αντίδρασής τους στις κοινές επιθέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ κατά του Ιράν —οι οποίες ξεκίνησαν στις 28 Φεβρουαρίου με στόχο τον τερματισμό των πυρηνικών δυνατοτήτων του καθεστώτος— ο Τραμπ ανέφερε ότι δεν υπήρχε λόγος να μην το πράξει, προσθέτοντας ότι η Ιταλία δεν είχε προσφέρει βοήθεια, ενώ η Ισπανία είχε επιδείξει εξαιρετικά αρνητική στάση.

Σύμφωνα με στοιχεία του Πενταγώνου, τον Δεκέμβριο του 2025 οι Ηνωμένες Πολιτείες διέθεταν 12.662 εν ενεργεία στρατιωτικούς στην Ιταλία και 3.814 στην Ισπανία. Η Ιταλία κατατάσσεται στην τέταρτη θέση μεταξύ των χωρών με τον μεγαλύτερο αριθμό Αμερικανών στρατιωτικών, μετά την Ιαπωνία, τη Γερμανία και τη Νότια Κορέα.

Η Γερμανία φιλοξενεί τον δεύτερο μεγαλύτερο αριθμό Αμερικανών εν ενεργεία στρατιωτικών στο εξωτερικό, μετά την Ιαπωνία, με 36.436 στρατιωτικούς τον Δεκέμβριο του 2025. Ο Τραμπ έχει αναφερθεί επανειλημμένα στο ενδεχόμενο μείωσης της παρουσίας αυτής, ήδη από τον Ιούνιο του 2020, υποστηρίζοντας ότι η ανάπτυξη δυνάμεων είναι δαπανηρή και άδικη για τους Αμερικανούς φορολογουμένους.

Σύγκρουση Τραμπ – Μερτς

Ο Αμερικανός πρόεδρος άσκησε εκ νέου κριτική στον Γερμανό καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς για τις δηλώσεις του σχετικά με το Ιράν, καλώντας τον να σταματήσει να παρεμβαίνει στη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή και να επικεντρωθεί σε εσωτερικά ζητήματα.

Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα Truth Social στις 30 Απριλίου, ο Τραμπ ανέφερε ότι ο Μερτς θα έπρεπε να αφιερώνει περισσότερο χρόνο στον τερματισμό του πολέμου Ρωσίας–Ουκρανίας —όπου υπήρξε πλήρως αναποτελεσματικός— καθώς και στην αντιμετώπιση προβλημάτων της χώρας του, ιδίως στους τομείς της μετανάστευσης και της ενέργειας, και λιγότερο στο να παρεμβαίνει σε όσους επιχειρούν να εξαλείψουν την ιρανική πυρηνική απειλή, καθιστώντας έτσι τον κόσμο ασφαλέστερο.

Οι εντάσεις μεταξύ των δύο ηγετών κλιμακώθηκαν έπειτα από δηλώσεις του Μερτς στις 27 Απριλίου, κατά τη διάρκεια ομιλίας του σε φοιτητές στο Μάρσμπεργκ της Γερμανίας, όπου ανέφερε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες εξευτελίζονταν από την ιρανική ηγεσία.

Ο Γερμανός καγκελάριος υποστήριξε ότι οι Ιρανοί ήταν ιδιαίτερα ικανοί στο να αποφεύγουν τις διαπραγματεύσεις, επιτρέποντας στους Αμερικανούς να μεταβαίνουν στο Ισλαμαμπάντ και να αποχωρούν χωρίς αποτέλεσμα, ενώ πρόσθεσε ότι ένα ολόκληρο έθνος εξευτελιζόταν, εκφράζοντας την ελπίδα να τερματιστεί η κατάσταση το συντομότερο δυνατό.

Οι δηλώσεις αυτές αφορούσαν την απόφαση του Τραμπ να αποστείλει Αμερικανούς αξιωματούχους στο Πακιστάν στις 27 Απριλίου για διαπραγματεύσεις με το Ιράν, αφού είχε ακυρώσει αιφνιδιαστικά προηγούμενη σύνοδο που είχε προγραμματιστεί δύο ημέρες νωρίτερα.

Σε απάντηση, ο Τραμπ ανέφερε στις 28 Απριλίου ότι ο Μερτς θεωρούσε αποδεκτό το ενδεχόμενο το Ιράν να αποκτήσει πυρηνικό όπλο, προσθέτοντας ότι ο Γερμανός καγκελάριος δεν γνώριζε για τι μιλούσε και ότι, εάν το Ιράν αποκτούσε τέτοια δυνατότητα, ολόκληρος ο κόσμος θα βρισκόταν σε ομηρία. Υποστήριξε επίσης ότι ο ίδιος λάμβανε μέτρα που άλλες χώρες ή ηγέτες θα έπρεπε να είχαν λάβει εδώ και καιρό, σημειώνοντας ότι δεν προκαλούσε έκπληξη η κακή πορεία της Γερμανίας τόσο οικονομικά όσο και σε άλλους τομείς.

Παρά τις εντάσεις, ο Μερτς δήλωσε στις 29 Απριλίου ότι η προσωπική του σχέση με τον Τραμπ παρέμενε καλή, διευκρινίζοντας ότι εξαρχής είχε επιφυλάξεις για την έναρξη του πολέμου με το Ιράν και ότι για αυτό είχε καταστήσει σαφή τη θέση του. Κατά την επίσκεψή του σε στρατεύματα σε πεδίο εκπαίδευσης στο Μύνστερ, στη βόρεια Γερμανία, αναφέρθηκε στη συνεργασία και στη διατλαντική αλληλεγγύη, υπογραμμίζοντας ότι η κυβέρνησή του έχει καταβάλει σημαντικές προσπάθειες για την ενίσχυση της ασφάλειας της χώρας.

Η αντιπαράθεση εντάσσεται σε ευρύτερη δυσαρέσκεια του Τραμπ προς συμμάχους του ΝΑΤΟ, τους οποίους έχει επικρίνει επειδή δεν απέστειλαν ναυτική υποστήριξη για το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ είχε προειδοποιήσει νωρίτερα μέσα στον μήνα ότι η συμμαχία θα μπορούσε να υποβληθεί σε σοβαρή επανεξέταση.

Το υπουργείο Πολέμου των ΗΠΑ ανέφερε ότι συνεργάζεται με Ευρωπαίους συμμάχους ώστε τα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ να ενισχύσουν τις αμυντικές τους στρατηγικές και υποχρεώσεις, με τη Γερμανία να αναλαμβάνει ηγετικό ρόλο. Σε νέο στρατηγικό έγγραφο, το Βερολίνο δηλώνει ότι θα αναλάβει πρόσθετα βάρη, περιλαμβανομένης της στοχευμένης στρατηγικής ευθύνης για την Ευρώπη σε συμβατικό επίπεδο, ενισχύοντας το βάρος του για τους συμμάχους του, ιδίως για τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η Γερμανία συνεχίζει να παρέχει στρατιωτική βοήθεια στην Ουκρανία και έχει αναβαθμίσει τη σχέση της με το Κίεβο σε στρατηγική εταιρική συνεργασία, με στόχο στενότερους πολιτικούς, αμυντικούς και οικονομικούς δεσμούς.

Το ζήτημα των πυρηνικών του Ιράν

Στο μέτωπο του Ιράν, ο Μερτς έχει καταστήσει σαφές ότι η Τεχεράνη δεν πρέπει να αποκτήσει πυρηνικό όπλο. Στις 30 Απριλίου, ο ηγέτης του Ιράν αγιατολάχ Μοτσταμπά Χαμενεΐ δεσμεύθηκε να προστατεύσει τις πυρηνικές και πυραυλικές δυνατότητες της χώρας.

Σε δήλωση που μεταδόθηκε από την κρατική τηλεόραση, ανέφερε ότι 90 εκατομμύρια Ιρανοί θεωρούν τις πνευματικές, ανθρώπινες, επιστημονικές, βιομηχανικές και τεχνολογικές δυνατότητες της χώρας —από τη νανοτεχνολογία και τη βιοτεχνολογία έως τα πυρηνικά και τα πυραυλικά προγράμματα— ως εθνικά περιουσιακά στοιχεία και θα τα προστατεύσουν όπως προστατεύουν τα ύδατα, τη γη και τον εναέριο χώρο τους.

Ο Χαμενεΐ, ο οποίος σύμφωνα με το Πεντάγωνο τραυματίστηκε στην αεροπορική επιδρομή της 28ης Φεβρουαρίου κατά την οποία σκοτώθηκε ο πατέρας του, Αλί Χαμενεΐ, δεν έχει εμφανιστεί δημόσια από τότε που ανέλαβε την ηγεσία.

Των Jacob Burg και Victoria Friedman

Με πληροφορίες από το Associated Press

Η μεγάλη μεταρρύθμιση της ανώτατης εκπαίδευσης στην Κίνα

Η κινεζική τριτοβάθμια εκπαίδευση βρίσκεται σε μια από τις πιο ριζικές φάσεις μετασχηματισμού των τελευταίων δεκαετιών. Από τον Σεπτέμβριο του 2025, το Πεκίνο έχει επιταχύνει μια εκτεταμένη μεταρρυθμιστική διαδικασία που επαναπροσδιορίζει τον ρόλο των πανεπιστημίων, δίνοντας σαφή προτεραιότητα στους τομείς της επιστήμης, της τεχνολογίας, της μηχανικής και των μαθηματικών (STEM). Τα κινεζικά πανεπιστήμια προχωρούν σε μαζικές καταργήσεις προγραμμάτων σπουδών, ιδιαίτερα σε τομείς όπως η δημόσια διοίκηση, το μάρκετινγκ και οι ανθρωπιστικές επιστήμες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το πανεπιστήμιο Σιτσουάν, το οποίο έχει καταργήσει 39 προπτυχιακά προγράμματα μέσα σε επτά χρόνια. Το Πεκίνο επιταχύνει μια διαδικασία που μετατρέπει τα πανεπιστήμια σε εργαλεία εξυπηρέτησης κρατικών στρατηγικών, περιορίζοντας τον παραδοσιακό τους ρόλο ως χώρων ελεύθερης σκέψης και πολυδιάστατης γνώσης.

Η στρατηγική αυτή δεν είναι αποσπασματική. Εντάσσεται  σε ένα ευρύτερο  εθνικό όραμα που συνδέεται άμεσα με τις οικονομικές και γεωπολιτικές φιλοδοξίες της χώρας, με τον ηγέτη του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας (ΚΚΚ) Σι Τζινπίνγκ να σπρώχνει προς μία ευθυγράμμιση της εκπαίδευσης με τις ανάγκες της βιομηχανίας. Η προτεραιότητα είναι σαφής. Τεχνολογική αυτάρκεια, ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και δημιουργία ενός εργατικού δυναμικού πλήρως προσαρμοσμένου στους στόχους του κράτους.

Στην πράξη, η μεταρρύθμιση μεταφράζεται σε εκτεταμένες περικοπές. Δεκάδες προγράμματα ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών καταργούνται ή υποβαθμίζονται, ενώ νέα προγράμματα σε τομείς όπως η τεχνητή νοημοσύνη, ψηφιακή οικονομία, κβαντικές τεχνολογίες, τα Big Data και η κυβερνοασφάλεια πολλαπλασιάζονται. Μόνο στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης, έχουν δημιουργηθεί πάνω από 400 νέα προγράμματα μέσα σε πέντε χρόνια. Τα κορυφαία πανεπιστήμια παγκόσμιας κλάσης της Κίνας ηγούνται αυτής της στροφής, ιδρύοντας νέες σχολές αφιερωμένες αποκλειστικά στις νέες τεχνολογίες.

Το φαινόμενο δεν είναι μεμονωμένο. Πανεπιστήμια σε όλη τη χώρα αναστέλλουν εγγραφές σε «μη στρατηγικά» αντικείμενα, καταργούν παραδοσιακές σχολές και δημιουργούν νέα τμήματα με τεχνολογικό προσανατολισμό. Για παράδειγμα, το πανεπιστήμιο του Χουμπέι ανακοίνωσε τον περασμένο Ιούλιο ότι καταργεί τα προπτυχιακά του προγράμματα στην Επιστήμη των Υπολογιστών, τη Μηχανική Logistics, τη Δημόσια Διοίκηση και τη Μηχανική Αυτοκινητοβιομηχανικών Υπηρεσιών. Τα ενημερωμένα προπτυχιακά προγράμματα του Πανεπιστημίου Τζίλιν, που δημοσιεύθηκαν τον Ιανουάριο του τρέχοντος έτους, αποκάλυψαν ότι είχαν καταργηθεί δεκαεννέα προγράμματα, συμπεριλαμβανομένων έξι στις τέχνες.

Ο Λι Να, αντιπρύτανης του πανεπιστημίου Shandong Normal, εξήγησε ότι από το 2017, το πανεπιστήμιο έχει αναστείλει τις εγγραφές σε 25 προπτυχιακά προγράμματα, συμπεριλαμβανομένων των Σπουδών Διοίκησης Ανθρώπινου Δυναμικού και Ραδιοτηλεόρασης, ενώ πρόσθεσε δέκα προγράμματα που θεωρούνται πιο χρήσιμα, όπως η Τεχνητή Νοημοσύνη και η Κυβερνοασφάλεια.

Το αποτέλεσμα είναι μια μονοδιάστατη εκπαιδευτική κατεύθυνση, όπου η χρηστικότητα υπερισχύει της κριτικής σκέψης.

Οι βασικοί άξονες της πολιτικής είναι: ευθυγράμμιση της εκπαίδευσης με τις ανάγκες  της βιομηχανίας, μείωση της ανεργίας των αποφοίτων, ενίσχυση της καινοτομίας με πρακτική εφαρμογή, μείωση της εξάρτησης από ξένες τεχνολογίες. Ωστόσο, αυτή η προσέγγιση εγείρει ερωτήματα για την ισορροπία μεταξύ χρηστικότητας και πνευματικής καλλιέργειας.

Μεταρρύθμιση ή διοικητική βιτρίνα;

Παρά τη ρητορική περί εκσυγχρονισμού, αυξάνονται οι φωνές αμφισβήτησης στο εσωτερικό της Κίνας. Κριτικοί χαρακτηρίζουν τη μεταρρύθμιση ως «επιφανειακή προσαρμογή». Σε αρκετές περιπτώσεις τα προγράμματα απλώς μετονομάζονται χωρίς ουσιαστική αλλαγή περιεχομένου, το ίδιο διδακτικό προσωπικό παραμένει μετακινούμενο σε νέους τίτλους μαθημάτων, χωρίς εξειδίκευση στα νέα αντικείμενα. Καθηγητές ανθρωπιστικών επιστημών μεταφέρονται σε τεχνολογικά πεδία, με αρνητικές συνέπειες για την ποιότητα της διδασκαλίας STEM.

Η πρακτική αυτή ενισχύει την εντύπωση ότι η μεταρρύθμιση λειτουργεί περισσότερο ως διοικητική αναδιάρθρωση παρά ως πραγματική αναβάθμιση της εκπαίδευσης. Αποτελεί μια φαινομενικά εκσυγχρονισμένη βιτρίνα, χωρίς βαθιά ποιοτική αναβάθμιση.

Ένα από τα βασικά επιχειρήματα υπέρ της μεταρρύθμισης είναι η ανάγκη ενίσχυσης της καινοτομίας. Ωστόσο, η πραγματικότητα φαίνεται να είναι πιο σύνθετη. Παρά την αύξηση των επιστημονικών δημοσιεύσεων, το σύστημα επιβραβεύει την ποσότητα αντί της ουσίας, αποθαρρύνει το ρίσκο και τον πειραματισμό και δυσκολεύεται να μετατρέψει τη γνώση σε πρακτικές εφαρμογές.

Ενδεικτικά, πρόσφατες δημόσιες συζητήσεις στην Κίνα ανέδειξαν το χάσμα μεταξύ πανεπιστημιακής έρευνας και πραγματικής καινοτομίας, με παραδείγματα επιτυχημένων επιχειρηματιών που προέρχονται εκτός ακαδημαϊκού συστήματος.

Περιορισμός της  ακαδημαϊκής αυτονομίας

Η αυξανόμενη κρατική παρέμβαση θέτει και ένα βαθύτερο ζήτημα: την ακαδημαϊκή ελευθερία. Όταν τα πανεπιστήμια καλούνται να υπηρετήσουν συγκεκριμένους πολιτικούς και οικονομικούς στόχους, περιορίζεται η ανεξαρτησία της έρευνας, μειώνεται ο χώρος για κριτική σκέψη και ενισχύεται η ομοιομορφία στη γνώση.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η εκπαίδευση κινδυνεύει να μετατραπεί από πεδίο αναζήτησης σε μηχανισμό παραγωγής προκαθορισμένων αποτελεσμάτων.

Η συστηματική υποβάθμιση των ανθρωπιστικών επιστημών ενδέχεται να έχει συνέπειες που δεν είναι άμεσα ορατές: Περιορισμός της δημιουργικότητας και της καινοτομίας, έλλειψη ηθικού και κοινωνικού πλαισίου στην τεχνολογική ανάπτυξη, παραγωγή εξειδικευμένων αλλά μονοδιάστατων αποφοίτων. Η ιστορία  δείχνει ότι οι μεγάλες καινοτομίες συχνά προκύπτουν από τη σύνθεση διαφορετικών πεδίων γνώσης, κάτι που η τρέχουσα πολιτική φαίνεται να αγνοεί.

Η μεταρρύθμιση των κινεζικών πανεπιστημίων αποκαλύπτει μια σαφή προτεραιότητα — την υποταγή της εκπαίδευσης στις ανάγκες του κράτους και της οικονομίας. Αν και η ενίσχυση των τεχνολογικών τομέων είναι αναμενόμενη σε μια εποχή παγκόσμιου ανταγωνισμού, η μονομερής εφαρμογή της εγείρει ερωτήματα.

Οι διπλωματικές κινήσεις του Ιράν προς τη Ρωσία και το παρασκήνιο της κινεζικής επιρροής

Ανάλυση ειδήσεων

Καθώς οι διαπραγματεύσεις για κατάπαυση του πυρός με τις Ηνωμένες Πολιτείες βρέθηκαν σε αδιέξοδο, ο υπουργός Εξωτερικών και ο υφυπουργός Άμυνας του ιρανικού καθεστώτος επισκέφθηκαν τη Ρωσία αναζητώντας βοήθεια.

Αναλυτές δήλωσαν στην εφημερίδα The Epoch Times ότι το κομμουνιστικό καθεστώς της Κίνας βρίσκεται στον πυρήνα του λεγόμενου «άξονα του κακού», στον οποίο περιλαμβάνονται η Κίνα, το Ιράν, η Ρωσία και η Βόρεια Κορέα, και δρα στο παρασκήνιο· ο πόλεμος στο Ιράν ανέδειξε τις αδυναμίες του Πεκίνου στην προβολή σκληρής ισχύος.

Κατά τη διάρκεια συνάντησης στη Μόσχα, στις 27 Απριλίου, ο πρόεδρος της Ρωσίας Βλαντίμιρ Πούτιν επαίνεσε τον ιρανικό λαό για τον αγώνα του να διατηρήσει την ανεξαρτησία του στον πόλεμο κατά των ΗΠΑ και του Ισραήλ και ανέφερε προς τον υπουργό Εξωτερικών του Ιράν Αμπάς Αραγτσί ότι η Ρωσία θα πράξει ό,τι εξυπηρετεί τα συμφέροντα της Τεχεράνης και όλων των λαών της περιοχής, προκειμένου να επιτευχθεί ειρήνη το συντομότερο δυνατό.

Εν τω μεταξύ, ο υφυπουργός Άμυνας του ιρανικού καθεστώτος Ρεζά Ταλαεΐ-Νικ είχε συνομιλίες στις 27 Απριλίου στο Κιργιστάν με τον Ρώσο υπουργό Άμυνας Αντρέι Μπελούσοφ. Σύμφωνα με τον Μπελούσοφ, ο πόλεμος στο Ιράν θα πρέπει να επιλυθεί αποκλειστικά μέσω της διπλωματικής οδού, ενώ Μόσχα και Τεχεράνη θα συνεχίσουν να υποστηρίζουν η μία την άλλη. Οι δύο χώρες υπέγραψαν πέρυσι συμφωνία στρατηγικής συνεργασίας διάρκειας 20 ετών.

Ο Ταλαεΐ-Νικ επισκέφθηκε επίσης τη Λευκορωσία, στενό σύμμαχο της Ρωσίας, όπου συζήτησε την κατάσταση στη Μέση Ανατολή με τον υπουργό Άμυνας της χώρας Βίκτορ Χρένιν. Το κρατικό πρακτορείο ειδήσεων BelTA της Λευκορωσίας μετέδωσε ότι οι δύο αξιωματούχοι συμφώνησαν πως ο μόνος τρόπος επίλυσης της σύγκρουσης είναι η επιστροφή σε πολιτικοδιπλωματική διαδικασία και η εντατικοποίηση των διαπραγματεύσεων.

Σύμφωνα με ανακοίνωση του υπουργείου Άμυνας της Λευκορωσίας, η συνάντηση επιβεβαίωσε το αμοιβαίο ενδιαφέρον Μινσκ και Τεχεράνης για περαιτέρω εμβάθυνση της συνεργασίας τους.

Η κίνηση του ιρανικού καθεστώτος καταδεικνύει ότι βρίσκεται υπό έντονη πίεση από τις Ηνωμένες Πολιτείες και χρειάζεται μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ, καθώς και ευρύτερους διπλωματικούς πόρους σε διάφορα μέτωπα, ανέφερε στην Epoch Times η Χσιε Πέι-Σιουέ (Hsieh Pei-Shiue), αναπληρώτρια ερευνήτρια στο Ινστιτούτο Έρευνας Εθνικής Άμυνας και Ασφάλειας της Ταϊβάν, εξηγώντας ότι για τον λόγο αυτό κρίθηκε απαραίτητη η επίσκεψη σε Ρωσία και Λευκορωσία.

Πρόσθεσε ότι, αν και το κινεζικό καθεστώς παρέχει οικονομική, υλική και διπλωματική στήριξη στο Ιράν, αποφεύγει να προσφέρει σαφείς και ουσιαστικές στρατιωτικές εγγυήσεις ασφαλείας, προκειμένου να μην έρθει σε άμεση σύγκρουση με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η Κίνα αποτελεί τον μεγαλύτερο αγοραστή ιρανικού πετρελαίου υπό κυρώσεις και εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις ενεργειακές ροές που διέρχονται από τα Στενά του Ορμούζ. Η στρατηγική του κινεζικού καθεστώτος είναι να κινείται στο παρασκήνιο και όχι στην πρώτη γραμμή, σημείωσε η ίδια.

Το ΚΚΚ στο παρασκήνιο

Το βασικό γεωπολιτικό τοπίο σήμερα χαρακτηρίζεται από ένα σύγχρονο μπλοκ κρατών-παραβατών, με επίκεντρο το αυταρχικό καθεστώς του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας (ΚΚΚ), το οποίο περιλαμβάνει τη Ρωσία, τη Βόρεια Κορέα, το Ιράν, καθώς και το Πακιστάν, και έχει διαμορφώσει μια ιδιαίτερα στενή και σιωπηρά συντονισμένη συμμαχία, ανέφερε στην Epoch Times ο Κινέζος νομικός και πολιτικός συγγραφέας Γιουάν Χονγκμπίνγκ (Yuan Hongbing), που έχει αυτοεξοριστεί στην Αυστραλία.

Στο πλαίσιο αυτού του μπλοκ, κάθε χώρα διαδραματίζει διαφορετικό ρόλο προσθέτοντας ότι το ΚΚΚ λειτουργεί ως ένας «παράγοντας με διπλό ρόλο», εμφανιζόμενο προς τα έξω ως υπέρμαχος της ειρήνης, ενώ ταυτόχρονα επιδιώκει να αντικαταστήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες στη διαμόρφωση του Διεθνούς Δικαίου και της παγκόσμιας τάξης.

Ο Γιουάν, επικαλούμενος δύο υψηλόβαθμες πηγές εντός του συστήματος του κόμματος, ανέφερε ότι οι στρατηγικές διαπραγμάτευσης που εφαρμόζει σήμερα το Ιράν με τις Ηνωμένες Πολιτείες έχουν σε μεγάλο βαθμό σχεδιαστεί και παρασχεθεί από το ΚΚΚ. Κατά συνέπεια, τόσο η πρόσφατη επίσκεψη του Ιρανού υπουργού Εξωτερικών στη Μόσχα όσο και οι συνομιλίες του με τον Πούτιν συνιστούν στην ουσία αντιπαράθεση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του «άξονα του κακού» που έχει επίκεντρο το κινεζικό καθεστώς.

Αποκάλυψε επίσης ότι, σύμφωνα με πληροφορίες από άτομα εντός του κινεζικού συστήματος, ο υπουργός Εξωτερικών της Κίνας Ουάνγκ Γι έχει καλέσει τη Βόρεια Κορέα και συγκεκριμένα τον Κιμ Γιονγκ Ουν να εντείνει τις εκτοξεύσεις πυραύλων κατά τη διάρκεια του πολέμου στο Ιράν, με στόχο την απόσπαση της προσοχής των ΗΠΑ και την άσκηση αποτροπής έναντι της συμμαχίας ΗΠΑ–Νότιας Κορέας.

Σύμφωνα με τον Γιουάν, η πρόσφατη επίσκεψη Ιρανών αξιωματούχων στη Ρωσία ισοδυναμεί ουσιαστικά με επίσκεψη στην Κίνα, καθώς το κινεζικό καθεστώς αποστέλλει συνεχώς μεγάλες ποσότητες πολιτικού και στρατιωτικού υλικού στο Ιράν μέσω σιδηροδρομικών και οδικών δικτύων, αλλά και θαλάσσιων διαδρομών μέσω Ρωσίας.

Σημείωσε ότι το Πακιστάν, το οποίο λειτουργεί ως διαμεσολαβητής στις πρόσφατες διαπραγματεύσεις ΗΠΑ–Ιράν, υποστηρίζεται πλήρως στο παρασκήνιο από το ΚΚΚ.

Αν και η Ρωσία και το κινεζικό καθεστώς μοιράζονται τον στόχο υπονόμευσης της παγκόσμιας ηγεσίας των Ηνωμένων Πολιτειών, τα συμφέροντά τους στη Μέση Ανατολή δεν ταυτίζονται πλήρως, επεσήμανε η Χσιε, εξηγώντας ότι η Κίνα χρειάζεται μια σταθερή περιοχή για τη διασφάλιση των ενεργειακών της αλυσίδων, ενώ η Ρωσία μάλλον ωφελείται από την αστάθεια και την αύξηση των τιμών του πετρελαίου, καθώς και από τη μετατόπιση της αμερικανικής προσοχής από την Ανατολική Ευρώπη προς τη Μέση Ανατολή.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις, η Ρωσία παρείχε στο Ιράν πληροφορίες σχετικά με τις κινήσεις των αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων κατά τη διάρκεια του πολέμου.

Μετά την ακύρωση του ταξιδιού του Αμερικανού απεσταλμένου στο Πακιστάν για ειρηνευτικές συνομιλίες, το ιρανικό καθεστώς φαίνεται να στερείται διαπραγματευτικών επιλογών, αναφέρει η Χσιε. Η επίσκεψη του Ιρανού υπουργού Εξωτερικών στη Μόσχα αποσκοπεί στο να μεταφέρει ο Πούτιν στον Τραμπ την πρόθεση του Ιράν να συνεχίσει τις διαπραγματεύσεις και ενδεχομένως να ζητήσει ρόλο της Ρωσίας ως εγγυήτριας δύναμης σε μελλοντικές συνομιλίες.

Την ίδια στιγμή, το μοντέλο προβολής ισχύος του ΚΚΚ στη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Ευρώπη παρουσιάζει εγγενείς περιορισμούς, οι οποίοι αναδείχθηκαν από τον πόλεμο, καθώς, παρά τη σημαντική οικονομική επιρροή του, η ικανότητά του να παρέχει εγγυήσεις ασφαλείας παραμένει περιορισμένη.

Ανάπτυξη στρατευμάτων

Παρά τις επαφές του Ιρανού υφυπουργού Άμυνας με ομολόγους του από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία, οι αναλυτές εκτιμούν ότι η πιθανότητα ανάπτυξης στρατευμάτων για υποστήριξη του Ιράν είναι εξαιρετικά μικρή.

Σύμφωνα με τη Χσιε, το Ιράν δεν επιδιώκει άμεση στρατιωτική βοήθεια, όπως ανάπτυξη δυνάμεων ή εγκατάσταση ξένων στρατευμάτων στο έδαφός του, αλλά κυρίως διπλωματική ή επιχειρησιακή υποστήριξη. Εξήγησε ότι η Ρωσία και η Λευκορωσία γνωρίζουν ότι δεν μπορούν να εμπλακούν άμεσα, καθώς μια τέτοια κίνηση θα συνιστούσε σαφή στρατιωτική παρέμβαση.

Ο Γιουάν ανέφερε ότι δεν υπάρχει καμία πιθανότητα αποστολής στρατευμάτων υπό τις παρούσες συνθήκες, υποστηρίζοντας ότι ούτε οι Ηνωμένες Πολιτείες ούτε το ΚΚΚ θεωρούν ότι έχει φτάσει η στιγμή για άμεση στρατιωτική αναμέτρηση.

Ανέφερε ότι στρατιωτικό προσωπικό της Κίνας βρίσκεται ήδη στο Ιράν υπό την κάλυψη πολιτών και ότι σημαντικό μέρος των στρατιωτικών εκπαιδευτών στις ιρανικές ένοπλες δυνάμεις προέρχεται από τον κινεζικό στρατό. Πρόσθεσε ότι ο σχεδιασμός του δικτύου υπόγειων σηράγγων του Ιράν, καθώς και κρίσιμα τεχνολογικά εξαρτήματα για πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη, έχουν παρασχεθεί από την Κίνα, όπως και τα συστήματα δορυφορικού εντοπισμού.

Την ίδια περίοδο, δυνάμεις της Ινδίας και του Ιράν συμμετέχουν σε κοινές στρατιωτικές ασκήσεις με τη Ρωσία και τη Λευκορωσία, σύμφωνα με κινεζικά μέσα ενημέρωσης.

Σύμφωνα με τον Γιουάν, πρόκειται ουσιαστικά για κοινή στρατιωτική δραστηριότητα των δυνάμεων του «άξονα του κακού», με στόχο τη διευκόλυνση των διαπραγματεύσεων μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν. Πρόσθεσε ότι η Ινδία, θεωρώντας απειλή για την ίδια τη σύσφιξη των σχέσεων ΗΠΑ–Πακιστάν, επιδιώκει μέσω της συμμετοχής της να στείλει μήνυμα προς την Ουάσιγκτον να μην προσεγγίσει υπερβολικά το Ισλαμαμπάντ.

Προοπτική του πολέμου στο Ιράν

Οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται σε πόλεμο με το Ιράν με στόχο τη διάλυση του πυρηνικού του προγράμματος, την καταστροφή των στρατιωτικών του δυνατοτήτων και την αλλαγή καθεστώτος, ανέφερε ο Γιουάν.

Τόνισε ότι η επίτευξη αυτού του στόχου μόνο μέσω ναυτικού και οικονομικού αποκλεισμού είναι ουσιαστικά αδύνατη, καθώς το Ιράν υποστηρίζεται από τον «άξονα του κακού», με το ΚΚΚ να συνεχίζει να διοχετεύει στρατιωτικό και πολιτικό υλικό.

Σύμφωνα με τον Γιουάν, υπάρχουν δύο πιθανά σενάρια για την επίτευξη των στόχων των ΗΠΑ: είτε μια ισχυρή στρατιωτική επίθεση με στόχο την ανατροπή του θεοκρατικού καθεστώτος είτε ένας συνδυασμός στρατιωτικών ενεργειών και οικονομικών κυρώσεων που θα ενισχύσει τις εσωτερικές αντιδράσεις και θα οδηγήσει σε εξέγερση.

Σε ό,τι αφορά τον αντίκτυπο στην αγορά πετρελαίου, η Χσιε ανέφερε ότι εάν δεν αντιμετωπιστούν οι βασικές αιτίες της σύγκρουσης, οι παγκόσμιες ενεργειακές αλυσίδες θα δεχθούν πιέσεις, ενδεχομένως προκαλώντας βραχυπρόθεσμες κρίσεις.

Ωστόσο, υπογράμμισε ότι η σημερινή κατάσταση διαφέρει σημαντικά από τις πετρελαϊκές κρίσεις του παρελθόντος, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν επιτύχει σε μεγάλο βαθμό ενεργειακή αυτονομία, ενώ παράγοντες όπως ο έλεγχος των εξαγωγών πετρελαίου της Βενεζουέλας και η αποχώρηση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων από τον ΟΠΕΚ έχουν μειώσει περαιτέρω την εξάρτηση από τη Μέση Ανατολή.

Με τη συμβολή του Luo Ya και πληροφορίες από το Reuters

Αύξηση πληθωρισμού και διατήρηση επιτοκίων στην Ευρωζώνη

Ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη αυξήθηκε σε εκτιμώμενο ποσοστό 3% τον Απρίλιο, κυρίως λόγω της ανόδου των τιμών ενέργειας, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat που δημοσιεύθηκαν στις 30 Απριλίου. Το ποσοστό αυτό καταγράφει άνοδο από 2,6% τον Μάρτιο και 1,9% τον Φεβρουάριο, υπερβαίνοντας τον στόχο του 2% που έχει θέσει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ).

Η ενέργεια κατέγραψε τον υψηλότερο ετήσιο ρυθμό αύξησης, φθάνοντας το 10,9% τον Απρίλιο, από 5,1% τον προηγούμενο μήνα. Ακολούθησαν οι υπηρεσίες με 3% (από 3,2%), τα τρόφιμα, τα αλκοολούχα ποτά και ο καπνός με 2,5% (από 2,4%) και τα μη ενεργειακά βιομηχανικά αγαθά με 0,8% (από 0,5%).

Η Ευρωζώνη, η οποία περιλαμβάνει 21 από τα 27 κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης που χρησιμοποιούν το ευρώ, επηρεάζεται ιδιαίτερα λόγω της εξάρτησής της από εισαγωγές ενέργειας. Οι διαταραχές στις μεταφορές πετρελαίου και φυσικού αερίου μέσω των Στενών του Ορμούζ — μιας κρίσιμης θαλάσσιας οδού από την οποία γίνεται περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας διακίνησης πετρελαίου — εντείνουν την πίεση.

Στις 29 Απριλίου, ο Γερμανός καγκελάριος Φρήντριχ Μερτς ανέφερε ότι η Γερμανία και η Ευρώπη συνολικά υφίστανται τις συνέπειες από το κλείσιμο των Στενών, σημειώνοντας ότι αυτό έχει άμεσο αντίκτυπο στον ενεργειακό εφοδιασμό και σημαντική επίδραση στην οικονομική επίδοση. Παράλληλα, το υπουργείο Οικονομίας της Γερμανίας μείωσε στο μισό τις προβλέψεις ανάπτυξης για το 2026, με την υπουργό Οικονομίας και Ενέργειας Κατερίνα Ράιχε να επισημαίνει ότι η ανάκαμψη θα επιβραδυνθεί λόγω εξωτερικών γεωπολιτικών σοκ.

Οι στρατηγικές θαλάσσιες οδοί παραμένουν ουσιαστικά κλειστές από τις αρχές Μαρτίου, μετά την έναρξη του πολέμου με το Ιράν στα τέλη Φεβρουαρίου. Οι τιμές του πετρελαίου έφτασαν σε υψηλό τετραετίας (στα 126,41 δολάρια το βαρέλι) πριν υποχωρήσουν, εν μέσω ανησυχιών για περαιτέρω κλιμάκωση της σύγκρουσης και διαταραχές στις ροές από τη Μέση Ανατολή.

Σε αυτό το περιβάλλον, η ΕΚΤ διατήρησε αμετάβλητα τα βασικά επιτόκια στις 30 Απριλίου. Το επιτόκιο καταθέσεων παρέμεινε στο 2%, το επιτόκιο των κύριων πράξεων αναχρηματοδότησης στο 2,15% και το επιτόκιο της διευκόλυνσης οριακής χρηματοδότησης στο 2,4%.

Η πρόεδρος της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ ανέφερε ότι οι επιπτώσεις του πολέμου με το Ιράν στον μεσοπρόθεσμο πληθωρισμό και την οικονομική δραστηριότητα εξαρτώνται από την ένταση και τη διάρκεια του ενεργειακού σοκ. Τόνισε ότι όσο περισσότερο διαρκεί ο πόλεμος και παραμένουν υψηλές οι τιμές ενέργειας, τόσο ισχυρότερος θα είναι ο αντίκτυπος στον συνολικό πληθωρισμό και την οικονομία. Υπογράμμισε ότι η ΕΚΤ παραμένει προσηλωμένη στην επιστροφή του πληθωρισμού στον στόχο του 2% και είναι έτοιμη να προσαρμόσει όλα τα διαθέσιμα εργαλεία της, στο πλαίσιο της εντολής της, ώστε να διασφαλιστεί η διατηρήσιμη σταθεροποίηση των τιμών.

Ανάλογες κινήσεις σημειώθηκαν και από άλλες κεντρικές τράπεζες. Η Τράπεζα της Αγγλίας διατήρησε το βασικό επιτόκιο στο 3,75%, προβλέποντας περαιτέρω πληθωριστικές πιέσεις λόγω ενέργειας, ενώ η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ κράτησε το εύρος επιτοκίων στο 3,5–3,75%. Η Τράπεζα της Ιαπωνίας διατήρησε το βραχυπρόθεσμο επιτόκιό της στο 0,75%.

Προοπτικές ανάπτυξης

Την ίδια ώρα, τα οικονομικά στοιχεία δείχνουν επιβράδυνση της δραστηριότητας. Σύμφωνα με τη Eurostat, το εποχικά προσαρμοσμένο ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 0,1% το πρώτο τρίμηνο του 2026, τόσο στην Ευρωζώνη όσο και στο σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από 0,2% το προηγούμενο τρίμηνο. Σε ετήσια βάση, η αύξηση διαμορφώθηκε στο 0,8% στη ζώνη του ευρώ και στο 1,0% στην ΕΕ, από 1,3% και 1,4% αντίστοιχα το προηγούμενο τρίμηνο.

Έρευνες υποδεικνύουν επιβράδυνση της ανάπτυξης και μείωση της εμπιστοσύνης μεταξύ επιχειρήσεων και καταναλωτών από την έναρξη της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή. Το αυξημένο ενεργειακό κόστος αναμένεται να επιβαρύνει τα εισοδήματα των νοικοκυριών και τις επενδύσεις των επιχειρήσεων, ενώ οι πιέσεις στις εφοδιαστικές αλυσίδες επανεμφανίζονται, με μεγαλύτερους χρόνους παράδοσης και αυξημένο κόστος εισροών.

Παρά τις πιέσεις αυτές, η αγορά εργασίας παραμένει σχετικά ανθεκτική, με την ανεργία στη ζώνη του ευρώ να διαμορφώνεται στο 6,2% τον Μάρτιο, αν και η ζήτηση για εργασία εμφανίζει σημάδια επιβράδυνσης.

Οι χρηματοπιστωτικές συνθήκες έχουν γίνει αυστηρότερες, με αύξηση του κόστους δανεισμού και αυστηρότερα πιστοδοτικά κριτήρια. Το κόστος έκδοσης χρέους μέσω αγορών αυξήθηκε στο 3,9% τον Μάρτιο από 3,5% τον Φεβρουάριο. Εν τω μεταξύ, η ζήτηση για δάνεια από επιχειρήσεις έχει υποχωρήσει, ιδιαίτερα για επενδυτικούς σκοπούς, ενώ και η αύξηση των στεγαστικών δανείων έχει επιβραδυνθεί.

Η ΕΚΤ επισημαίνει ότι οι εξελίξεις αυτές αντανακλούν μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα τόσο από τις τράπεζες όσο και από τους δανειολήπτες, εν μέσω αυξημένης αβεβαιότητας. Όπως σημείωσε η Λαγκάρντ, η κεντρική τράπεζα θα παρακολουθεί στενά την εξέλιξη των τιμών ενέργειας και τον αντίκτυπό τους στη διαμόρφωση τιμών και μισθών, στις προσδοκίες για τον πληθωρισμό και στη συνολική πορεία της οικονομίας.

Των Victoria Friedman και Evgenia Filimianova