Κυριακή, 19 Απρ, 2026

Ενδείξεις προόδου στις συνομιλίες Ισραήλ–Λιβάνου

Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο φιλοξένησε στις 14 Απριλίου τους πρέσβεις του Ισραήλ και του Λιβάνου στις Ηνωμένες Πολιτείες για έναν κύκλο απευθείας συνομιλιών, την ώρα που οι ισραηλινές στρατιωτικές επιχειρήσεις συνεχίζονται στον νότιο Λίβανο.

Οι δύο πλευρές έκαναν λόγο για εποικοδομητικές συζητήσεις, χωρίς ωστόσο να προκύψει άμεση συμφωνία από τις συνομιλίες στην Ουάσιγκτον. Το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ ανέφερε σε ανακοίνωσή του, μετά την ολοκλήρωση των συνομιλιών, ότι όλες οι πλευρές συμφώνησαν να ξεκινήσουν απευθείας διαπραγματεύσεις σε χρόνο και τόπο που θα καθοριστούν από κοινού.

Ο Ρούμπιο επεσήμανε ότι οι συναντήσεις δεν αφορούσαν μόνο την κατάπαυση πυρός μεταξύ Ισραήλ και Λιβάνου, αλλά και τον περιορισμό της επιρροής της Χεζμπολάχ — μιας τρομοκρατικής οργάνωσης που δραστηριοποιείται εντός του Λιβάνου. Η Χεζμπολάχ ασκεί επιρροή στον σιιτικό μουσουλμανικό πληθυσμό της χώρας και διατηρεί δεσμούς με τη σιιτική ισλαμική ηγεσία του Ιράν.

Ο Ρούμπιο είχε δηλώσει πριν από τις συνομιλίες της 14ης Απριλίου ότι ο στόχος ήταν να τεθεί ένα μόνιμο τέλος στην επιρροή της Χεζμπολάχ στη Μέση Ανατολή, που μετρά τουλάχιστον δύο ή τρεις δεκαετίες.

Οι ισραηλινές δυνάμεις διατηρούν παρουσία στο έδαφος του νοτίου Λιβάνου από τον Οκτώβριο του 2024, όταν πέρασαν τα σύνορα Ισραήλ–Λιβάνου με στόχο την εξάρθρωση της Χεζμπολάχ. Ισραήλ και Λίβανος κατέληξαν σε συμφωνία κατάπαυσης του πυρός τον Νοέμβριο του 2024, ωστόσο οι ισραηλινές δυνάμεις συνέχισαν τις στρατιωτικές επιχειρήσεις εντός του Λιβάνου.

Μετά την έναρξη ευρείας κλίμακας στρατιωτικών επιχειρήσεων από τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ στο Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου, η Χεζμπολάχ ενέτεινε τις επιθέσεις της κατά του Ισραήλ με μη επανδρωμένα αεροσκάφη και πυραύλους.

Ως απάντηση, οι ισραηλινές δυνάμεις αύξησαν τις αεροπορικές επιδρομές και τις χερσαίες επιχειρήσεις εντός του Λιβάνου. Οι ισραηλινές δυνάμεις συνέχισαν τις πολεμικές επιχειρήσεις στον Λίβανο και μετά την παύση των συγκρούσεων με το ιρανικό καθεστώς στις 7 Απριλίου.

Το υπουργείο Υγείας του Λιβάνου έχει αναφέρει ότι τουλάχιστον 2.124 άνθρωποι έχουν σκοτωθεί και περίπου ένα εκατομμύριο έχει εκτοπιστεί εξαιτίας των πρόσφατων ισραηλινών πληγμάτων. Ο ισραηλινός στρατός έχει καταστήσει σαφές ότι δεν θα επιτρέψει την επιστροφή των εκτοπισμένων στον νότιο Λίβανο έως ότου η περιοχή κριθεί επαρκώς αποστρατιωτικοποιημένη.

Η συνάντηση της 14ης Απριλίου — στην οποία συμμετείχαν ο πρέσβης του Ισραήλ στις Ηνωμένες Πολιτείες Γεχιέλ Λάιτερ και η πρέσβης του Λιβάνου στις Ηνωμένες Πολιτείες Νάντα Χαμαντέχ Μοαουάντ — ήταν η πρώτη φορά από το 1993 που οι κυβερνήσεις του Ισραήλ και του Λιβάνου προχώρησαν ανοιχτά σε απευθείας διπλωματικές συνομιλίες.

Αναγνωρίζοντας τις τεταμένες σχέσεις των δύο χωρών, ο Ρούμπιο επεσήμανε ότι η πρόοδος στις συνομιλίες θα επιτευχθεί σε βάθος χρόνου, τονίζοντας ότι πρόκειται για μια διαδικασία και όχι για ένα μεμονωμένο γεγονός και ότι η προσπάθεια αυτή υπερβαίνει τη διάρκεια μιας ημέρας. Οι συζητήσεις ολοκληρώθηκαν την ίδια ημέρα, έπειτα από περίπου δύο ώρες.

Το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ ανέφερε ότι οι πλευρές συζήτησαν τη μετατροπή της κατάπαυσης πυρός του Νοεμβρίου 2024 σε μια πιο ολοκληρωμένη συμφωνία ειρήνης. Παράλληλα, σημείωσε ότι η κυβέρνηση του Λιβάνου θα μπορούσε ενδεχομένως να αποκτήσει πρόσβαση σε βοήθεια για την ανοικοδόμηση και στήριξη για την οικονομική της ανάκαμψη, εφ’ όσον συνεχίσει τις συνομιλίες.

Σε δηλώσεις προς δημοσιογράφους μετά την ολοκλήρωση των συνομιλιών, ο Λάιτερ ανέφερε ότι το αίσθημα κοινής αντίθεσης προς τη Χεζμπολάχ ήταν ένα ενθαρρυντικό σημάδι. Ο Ισραηλινός πρέσβης εξήρε επίσης τον πρόεδρο του Λιβάνου Ζοζέφ Αούν, επισημαίνοντας ότι αψήφησε τις εκκλήσεις της Χεζμπολάχ προς την κυβέρνησή του να μην συμμετάσχει στη συνάντηση στην Ουάσιγκτον.

Ο Λάιτερ δήλωσε ότι αυτό είναι η αρχή μιας ισχυρής, σταθερής και ενισχυμένης προσπάθειας κατά της Χεζμπολάχ, προσθέτοντας ότι η οργάνωση έχει αποδυναμωθεί όσο ποτέ άλλοτε και ότι από κοινού θα συνεχιστεί η προσπάθεια εξάλειψης της απειλής που συνιστά ως σύμμαχος του Ιράν, χαρακτηρίζοντάς την ιδιαίτερα επιζήμια για την περιοχή.

Από την πλευρά της, η Μοαουάντ χαρακτήρισε τη συνάντηση της 14ης Απριλίου εποικοδομητική, σε δήλωσή της στο Reuters. Η πρέσβης του Λιβάνου ζήτησε την επίτευξη κατάπαυσης του πυρός και την επιστροφή των εκτοπισμένων στις εστίες τους, ενώ απηύθυνε και έκκληση για παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας προς τον Λίβανο.

Με πληροφορίες από Reuters και Associated Press 

Ο Τραμπ επαναφέρει το ζήτημα αποχώρησης από το ΝΑΤΟ

Ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούττε, συναντήθηκε με τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, στον Λευκό Οίκο στις 8 Απριλίου, μετά τις επικρίσεις του τελευταίου για την έλλειψη στήριξης της Συμμαχίας στις πρόσφατες αμερικανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά του Ιράν, αφού τα κράτη-μέλη της Συμμαχίας είναι απρόθυμα να αποστείλουν δυνάμεις για τη συνδρομή σε πολεμικές επιχειρήσεις κατά του Ιράν. Καθ’ όλη τη διάρκεια της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, αρκετές χώρες του ΝΑΤΟ αρνήθηκαν στις αμερικανικές δυνάμεις ακόμη και την πρόσβαση σε στρατιωτικές βάσεις και τη διέλευση από τον εναέριο χώρο τους για την εκτέλεση επιθέσεων κατά του Ιράν.

Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα Truth Social μετά τη συνάντηση, ο Τραμπ άφησε να εννοηθεί ότι παραμένει δυσαρεστημένος με τη Συμμαχία, σημειώνοντας ότι το ΝΑΤΟ δεν στάθηκε στο πλευρό των ΗΠΑ όταν χρειάστηκε και δεν θα το πράξει ούτε στο μέλλον, καλώντας παράλληλα να «θυμηθούν τη Γροιλανδία, αυτό το μεγάλο, κακοδιοικούμενο κομμάτι πάγου». Ο πρόεδρος Τραμπ έχει επανειλημμένα στο παρελθόν αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο αποχώρησης των Ηνωμένων Πολιτειών από τη Συμμαχία.

Ο Λευκός Οίκος δεν έχει ακόμη δώσει στη δημοσιότητα ενημερωτικό σημείωμα ή πρόσθετες λεπτομέρειες σχετικά με τη συζήτηση. Λίγες ώρες πριν από την επίσκεψη του Ρούττε, η εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου, Καρολάιν Λέβιτ, δήλωσε σε ενημέρωση δημοσιογράφων ότι ήταν ιδιαίτερα λυπηρό το γεγονός ότι το ΝΑΤΟ γύρισε την πλάτη στον αμερικανικό λαό τις τελευταίες έξι εβδομάδες, τη στιγμή που ο ίδιος ο αμερικανικός λαός χρηματοδοτεί την άμυνά του.

Την ίδια ημέρα, η Λέβιτ είχε αναφέρει ότι η συνάντηση του Τραμπ με τον Ρούττε, η οποία πραγματοποιήθηκε κεκλεισμένων των θυρών, θα περιελάμβανε μια ιδιαίτερα ευθεία και ειλικρινή συζήτηση. Ερωτηθείσα σχετικά με την απειλή του Τραμπ για αποχώρηση από το ΝΑΤΟ, η Λέβιτ σημείωσε ότι επρόκειτο για ζήτημα που ο πρόεδρος των ΗΠΑ θα συζητούσε μέσα στις επόμενες ώρες. Μετέφερε επίσης σχόλιο του Τραμπ, σύμφωνα με το οποίο ο πρόεδρος θεωρούσε τη σύγκρουση με το Ιράν ως ένα τεστ στο οποίο το ΝΑΤΟ απέτυχε.

Προς το παρόν, ισχύει κατάπαυση του πυρός διάρκειας δύο εβδομάδων μεταξύ των εμπόλεμων μερών, κατά την οποία τα πλοία θα μπορούν να διέρχονται από τον πορθμό του Ορμούζ, όπως σημείωσε ο Τραμπ σε ανάρτησή του στις 8 Απριλίου και ώρα 01:32 (ώρα Ελλάδος).  Ο Αμερικανός πρόεδρος είχε απειλήσει με εκτεταμένη καταστροφή του ενεργειακού τομέα του Ιράν και άλλων κρίσιμων υποδομών, εάν οι ιρανικές δυνάμεις δεν σταματούσαν τις επιθέσεις στο Ορμούζ έως τις 8 Απριλίου και ώρα 03:00 (ώρα Ελλάδος).

Παράλληλα με την ανακοίνωση της προγραμματισμένης παύσης των εχθροπραξιών, ο Τραμπ ανακοίνωσε ότι είχε λάβει από το Ιράν μια πρόταση δέκα σημείων με στόχο την επίτευξη μιας ευρύτερης και διαρκούς συμφωνίας.

Κατά τη διάρκεια ενημέρωσης στο Πεντάγωνο στις 8 Απριλίου, ο υπουργός Πολέμου Πητ Χέγκσεθ ευχαρίστησε τις ισραηλινές δυνάμεις για τον ρόλο τους στις επιθετικές επιχειρήσεις κατά του Ιράν, επισημαίνοντας ότι εξέφρασε ευχαριστίες προς τους Ισραηλινούς συμμάχους για τη γενναία, ικανή και πρόθυμη συμβολή τους στο πεδίο της μάχης, σχολιάζοντας ότι ο υπόλοιπος κόσμος και οι λεγόμενοι σύμμαχοι είχαν την ευκαιρία να δουν πώς μοιάζουν οι πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες και όφειλαν να αντλήσουν διδάγματα.

Με τη συμβολή του Joseph Lord

ΗΠΑ και Ευρωπαϊκή Ένωση επιταχύνουν τις συνομιλίες για εμπορική συμφωνία και κρίσιμα ορυκτά

Ο Ευρωπαίος Επίτροπος Εμπορίου Μάρος Σέφτσοβιτς και ο εμπορικός αντιπρόσωπος των Ηνωμένων Πολιτειών Τζέιμισον Γκρηρ ανακοίνωσαν ότι είχαν μια παραγωγική συνάντηση στο περιθώριο της υπουργικής συνόδου του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου στο Καμερούν, στις 28 Μαρτίου, ενώ ο Σέφτσοβιτς επιδιώκει να επισκεφθεί τις Ηνωμένες Πολιτείες προκειμένου να συνεχιστεί η προώθηση των εμπορικών σχέσεων.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετωπίζει δυσκολίες ως προς το πώς θα εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της στο πλαίσιο της συμφωνίας ελεύθερου εμπορίου που επιτεύχθηκε το περασμένο καλοκαίρι μεταξύ του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ και της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν. Η συμφωνία περιλαμβάνει μέτρα για την εξίσωση των δασμών μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο πρέσβης των ΗΠΑ στην Ευρωπαϊκή Ένωση Άντριου Πάζντερ προειδοποίησε πρόσφατα ότι η Ένωση κινδυνεύει να χάσει την ευνοϊκή πρόσβαση σε αποστολές υγροποιημένου φυσικού αερίου εάν δεν εφαρμόσει τη συμφωνία, με την οποία έχει δεσμευτεί να αγοράσει ενέργεια αξίας 750 δισεκατομμυρίων δολαρίων από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στις 26 Μαρτίου, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ψήφισε υπέρ ενός σχεδίου για την εφαρμογή της συμφωνίας, το οποίο περιλαμβάνει διατάξεις ασφαλείας που επιτρέπουν την αύξηση των δασμών εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες προχωρήσουν σε αντίστοιχη αύξηση ή εάν οι εισαγωγές από τις ΗΠΑ φτάσουν σε επίπεδα που θεωρούνται επιζήμια για την ευρωπαϊκή βιομηχανία.

Ο Σέφτσοβιτς δήλωσε, στις 28 Μαρτίου, ότι ήταν ιδιαίτερα σημαντική η θετική ψήφος στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, καθώς καταδεικνύει ότι και οι δύο πλευρές, παρά τις αναταράξεις στο παγκόσμιο περιβάλλον, παραμένουν προσηλωμένες στη συμφωνία και ότι αυτή έχει μεγάλη σημασία για αυτές.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν τον μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με τις εξαγωγές της Ένωσης προς τις ΗΠΑ το 2025 να ανέρχονται σε επίπεδο-ρεκόρ, ύψους 641 δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Πέραν της εξίσωσης των εμπορικών όρων, ο Σέφτσοβιτς ανέφερε ότι με τον Γκρηρ συμφώνησαν να προωθήσουν τη συνεργασία στον τομέα των κρίσιμων ορυκτών. Όπως είπε, αναζητείται ημερομηνία για επίσκεψή του στις Ηνωμένες Πολιτείες και εκτίμησε ότι πολλά από τα ζητήματα, είτε πολυμερή είτε διμερή, θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν στο πλαίσιο αυτής της επίσκεψης.

Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X σχετικά με τη συνάντηση, ο Γκρηρ ανέφερε ότι αναμένεται να επισκεφθεί ο Σέφτσοβιτς τις Ηνωμένες Πολιτείες κάποια στιγμή τον Απρίλιο, προκειμένου να συνεχιστεί η εργασία για τη μείωση των μη δασμολογικών εμποδίων και τη διευκόλυνση των αμερικανικών εξαγωγών υγροποιημένου φυσικού αερίου και καυσίμων, προϊόντων ξυλείας και ψηφιακών υπηρεσιών. Επιβεβαίωσε επίσης ότι συνεχίζονται οι προσπάθειες για την ενίσχυση της συνεργασίας στον τομέα των κρίσιμων ορυκτών.

Οι προσπάθειες για την εφαρμογή της εμπορικής συμφωνίας ΗΠΑ-Ευρωπαϊκής Ένωσης πραγματοποιούνται σε μια περίοδο κατά την οποία οι συνεχιζόμενες συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή έχουν ακινητοποιήσει σχεδόν τη θαλάσσια ναυσιπλοΐα στην περιοχή, επηρεάζοντας τις παγκόσμιες προμήθειες καυσίμων, λιπασμάτων και άλλων βασικών αγαθών.

Ο Τραμπ επέκρινε το ΝΑΤΟ, στο οποίο συμμετέχουν τριάντα (30) ευρωπαϊκά κράτη, για τη στάση του στη σύρραξη, υποστηρίζοντας ότι παρέχει περιορισμένη στήριξη στην αμερικανική επιχείρηση κατά του ιρανικού καθεστώτος.

Με πληροφορίες από το Reuters

Αμερικανός αξιωματούχος αμφισβητεί τον ισχυρισμό Ζελένσκι για σύνδεση εγγυήσεων ασφαλείας με παραχώρηση του Ντονμπάς

Αμερικανός αξιωματούχος αντέκρουσε δήλωση του Ουκρανού προέδρου Βολοντίμιρ Ζελένσκι, σύμφωνα με την οποία οι εγγυήσεις ασφαλείας των ΗΠΑ προς την Ουκρανία εξαρτώνται από την παραχώρηση του ελέγχου της περιοχής του Ντονμπάς στη Ρωσία.

Ο Ζελένσκι ανέφερε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι έτοιμες να παράσχουν εγγυήσεις ασφαλείας «μόλις η Ουκρανία είναι έτοιμη να αποσυρθεί από το Ντονμπάς». Ωστόσο, Αμερικανός αξιωματούχος αντέδρασε, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό του Ουκρανού προέδρου.

Παρότι ο Ζελένσκι έχει επιμείνει ότι η χώρα του πρέπει να διαθέτει εγγυήσεις προστασίας έναντι μελλοντικών επιθέσεων, έχει εμφανιστεί απρόθυμος να εγκαταλείψει εδάφη ως προϋπόθεση για τον τερματισμό της συνεχιζόμενης σύγκρουσης με τη Ρωσία, η οποία διανύει πλέον το πέμπτο έτος της.

Σε συνέντευξη στο Reuters στις 25 Μαρτίου, ο Ζελένσκι υποστήριξε ότι η Ρωσία ασκεί υπερβολική επιρροή στους όρους της ειρηνευτικής διαδικασίας, εκτιμώντας ότι, κατά την άποψή του, οι Αμερικανοί είναι έτοιμοι να οριστικοποιήσουν αυτές τις εγγυήσεις σε υψηλό επίπεδο, εφόσον η Ουκρανία είναι έτοιμη να αποχωρήσει από το Ντονμπάς.

Παράλληλα, εξέφρασε την εκτίμηση ότι η ρωσική πλευρά διαμορφώνει το κλίμα στον διάλογό της με τους Αμερικανούς γύρω από αυτήν ακριβώς την ιδέα, δηλαδή ότι η Ουκρανία θα πρέπει να αποσυρθεί από το Ντονμπάς, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα παράσχουν τότε τις εγγυήσεις ασφαλείας που ζητά το Κίεβο και η Ρωσία θα τερματίσει τον πόλεμο. Πρόσθεσε ότι, σε γενικές γραμμές, αυτό είναι το «τρίγωνο» στο οποίο βρίσκεται η κατάσταση.

Αμερικανός αξιωματούχος που γνωρίζει τις συνεχιζόμενες διαβουλεύσεις αμφισβήτησε τα λεγόμενα του Ζελένσκι, δηλώνοντας στην εφημερίδα The Epoch Times ότι η περιγραφή του δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

Ομάδες από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ουκρανία συναντήθηκαν στο Μαϊάμι το Σαββατοκύριακο, προκειμένου να προωθήσουν τις συνομιλίες. Στην αμερικανική αντιπροσωπεία συμμετείχαν ο ειδικός απεσταλμένος Στιβ Γουίτκοφ και ο Τζάρεντ Κούσνερ. Σε ανάρτησή του στις 22 Μαρτίου στο X, ο Γουίτκοφ ανέφερε ότι οι συζητήσεις επικεντρώθηκαν σε βασικά σημεία για τον καθορισμό ενός διαρκούς και αξιόπιστου πλαισίου ασφαλείας για την Ουκρανία, καθώς και σε κρίσιμες ανθρωπιστικές προσπάθειες στην περιοχή.

Σύμφωνα με τον Ζελένσκι, οι συνεχιζόμενες συγκρούσεις μεταξύ αμερικανικών και ιρανικών δυνάμεων στη Μέση Ανατολή έχουν περιπλέξει τις διαπραγματεύσεις μεταξύ Ουκρανίας και Ρωσίας, σημειώνοντας σε ανάρτησή του στις 24 Μαρτίου στο X ότι η γεωπολιτική κατάσταση έχει γίνει πιο σύνθετη λόγω του πολέμου κατά του Ιράν και ότι, δυστυχώς, αυτό ενθαρρύνει τη Ρωσία.

Ο Ουκρανός πρόεδρος πρόσθεσε ότι, με τις συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή, ο Ντόναλντ Τραμπ ενδέχεται να αισθάνεται πίεση να επιταχύνει τη διαδικασία ειρήνευσης μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει πιο ευνοϊκούς όρους για τη Μόσχα. Εκτίμησε επίσης ότι η κατάσταση στη Μέση Ανατολή επηρεάζει σαφώς τον πρόεδρο Τραμπ και τα επόμενα βήματά του, προσθέτοντας ότι ο Τραμπ εξακολουθεί να επιλέγει μια στρατηγική που ασκεί μεγαλύτερη πίεση στην ουκρανική πλευρά.

Κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου στον Λευκό Οίκο στις 24 Μαρτίου, ο Τραμπ δεν φάνηκε να δεσμεύεται σε συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για την επίτευξη συμφωνίας ειρήνης μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας. Ερωτηθείς αν αναμένει πρόοδο έως τις ενδιάμεσες εκλογές του 2026, ανέφερε ότι οι δύο πλευρές βρίσκονται κοντά σε συμφωνία, σημειώνοντας όμως ότι αυτή την εκτίμηση την επαναλαμβάνει εδώ και καιρό.

Πρόσθεσε ακόμη ότι έχει διευθετήσει οκτώ πολέμους, οι οποίοι θα έπρεπε να ήταν πιο δύσκολοι από αυτόν, χαρακτηρίζοντας την παρούσα σύγκρουση ως εκείνη που θα έπρεπε να είναι η ευκολότερη. Ωστόσο, υπογράμμισε ότι πρόκειται για δύο πλευρές που πραγματικά μισούν η μία την άλλη, επισημαίνοντας ότι το μίσος δεν ευνοεί τη σύναψη συμφωνιών.

Οι ΗΠΑ στέλνουν ενισχύσεις πεζοναυτών και πολεμικά πλοία στη Μέση Ανατολή

Μονάδα Εκστρατείας Πεζοναυτών των Ηνωμένων Πολιτειών ετοιμάζεται να μετακινηθεί στη Μέση Ανατολή, εν μέσω συνεχιζόμενων στρατιωτικών επιχειρήσεων κατά του Ιράν, σύμφωνα με Αμερικανό αξιωματούχο με γνώση του θέματος, που μίλησε στην Epoch Times.

Άλλα αμερικανικά μέσα μετέδωσαν πρώτα ότι η 31η Μονάδα Εκστρατείας Πεζοναυτών, με περίπου 5.000 πεζοναύτες και ναύτες, έλαβε εντολή να κινηθεί προς τη Μέση Ανατολή.

Η 31η Μονάδα επιχειρεί αυτή την περίοδο κοντά στην Ιαπωνία, επιβαίνοντας στο αμφίβιο επιθετικό πλοίο USS Tripoli, καθώς και στα αμφίβια μεταγωγικά USS San Diego και USS New Orleans. Η συγκεκριμένη δύναμη μπορεί να ενισχύσει σημαντικά τις δυνατότητες ξηράς, αμφίβιας και εναέριας μάχης και υποστήριξης στην περιοχή.

Το USS Tripoli, ένα αμφίβιο επιθετικό πλοίο, λειτουργεί ως μικρό αεροπλανοφόρο, με δυνατότητα απογείωσης εξειδικευμένων μαχητικών αεροσκαφών. Τις τελευταίες εβδομάδες έχουν κυκλοφορήσει φωτογραφίες του πλοίου να επιχειρεί με μαχητικά αεροσκάφη F-35B Lightning II του Σώματος Πεζοναυτών, τα οποία μπορούν να απογειώνονται κάθετα σε μικρούς διαδρόμους.

Τα τρία πλοία που υποστηρίζουν την 31η Μονάδα διαθέτουν επίσης τη δυνατότητα να εκτοξεύουν ποικιλία επιθετικών και μεταγωγικών ελικοπτέρων, καθώς και αμφίβιων σκαφών απόβασης.

Γεγονότα σε εξέλιξη.

Η άρνηση χρήσης ισπανικών στρατιωτικών βάσεων οδηγεί στη διακοπή εμπορικών σχέσεων ΗΠΑ-Ισπανίας

Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ, δήλωσε πως οι ΗΠΑ θα διακόψουν τις εμπορικές σχέσεις με την Ισπανία, μετά την άρνηση της Μαδρίτης να επιτρέψει σε αμερικανικές δυνάμεις τη χρήση των στρατιωτικών της βάσεων. Στις 3 Μαρτίου, μετά το ισπανικό «όχι», ο Τραμπ ανέφερε πως έδωσε εντολή στον υπουργό Οικονομικών, Σκοτ Μπέσσεντ, να ξεκινήσει τη σχετική διαδικασία.

«Η Ισπανία μας είπε ουσιαστικά ότι δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τις βάσεις τους. Εμείς, αν θέλαμε, θα μπορούσαμε να τις χρησιμοποιήσουμε. […]Κανείς δεν θα μας εμπόδιζε. Δεν χρειάζεται όμως να το κάνουμε. Ήταν αγενείς και έτσι τους είπα ότι δεν τις θέλουμε», ανέφερε χαρακτηριστικά ο Τραμπ κατά τη διάρκεια διμερούς συνάντησης στον Λευκό Οίκο με τον Γερμανό καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς.

Από την πλευρά του, ο υπουργός Εξωτερικών της Ισπανίας, Χοσέ Μανουέλ Άλβαρες, απάντησε στις 2 Μαρτίου, δηλώνοντας: «Οι αμερικανικές δυνάμεις δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν τις ισπανικές βάσεις για να υποστηρίξουν τις τρέχουσες επιχειρήσεις κατά του Ιράν. Οι ισπανικές βάσεις δεν χρησιμοποιούνται για αυτή την επιχείρηση και δεν θα χρησιμοποιηθούν για οτιδήποτε δεν περιλαμβάνεται στη συμφωνία με τις Ηνωμένες Πολιτείες ή δεν είναι σύμφωνο με τον Χάρτη του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών».

Στη διάρκεια της συνάντησης στο Οβάλ Γραφείο την Τρίτη, ο Τραμπ εξέφρασε ενόχληση τόσο για τις ισπανικές αποφάσεις σχετικά με τις βάσεις όσο και για την απροθυμία της Ισπανίας να αυξήσει τη συνεισφορά της στις αμυντικές δαπάνες του ΝΑΤΟ. Χαρακτηριστικά τόνισε: «Θα διακόψουμε όλες τις εμπορικές σχέσεις με την Ισπανία. Δεν θέλουμε να έχουμε καμία σχέση με την Ισπανία».

Παράλληλα, ο πρόεδρος εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του και για τη στάση του Ηνωμένου Βασιλείου. Σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «The Telegraph» στις 2 Μαρτίου, ο Τραμπ δήλωσε απογοητευμένος από τον Βρετανό πρωθυπουργό σερ Κηρ Στάρμερ, ιδίως λόγω δημοσιευμάτων ότι το Λονδίνο μπλόκαρε τη χρήση της βάσης Ντιέγκο Γκαρσία για αμερικανικές επιθέσεις κατά του Ιράν.

Με πληροφορίες από το Reuters

Οι ΗΠΑ στέλνουν νέες δυνάμεις στη Μέση Ανατολή για τις επιχειρήσεις κατά του Ιράν

Η στρατιωτική ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών προγραμματίζει την αποστολή επιπλέον δυνάμεων στη Μέση Ανατολή, καθώς οι εχθροπραξίες με το Ιράν συνεχίζονται, όπως ανακοίνωσε στις 2 Μαρτίου ο αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων ΗΠΑ, στρατηγός Νταν Κέιν.

Κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου στο Πεντάγωνο, ο Κέιν δήλωσε: «Χιλιάδες στρατιώτες όλων των σωμάτων έχουν ήδη συμμετάσχει, δίπλα στις ισραηλινές δυνάμεις, στις κοινές επιθέσεις κατά του Ιράν». Ο ίδιος διευκρίνισε πως ο ναύαρχος Μπραντ Κούπερ, επικεφαλής της Κεντρικής Διοίκησης (CENTCOM), έχει την ευθύνη για τη διαχείριση της μετακίνησης αυτών των δυνάμεων σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή. «Η ενίσχυση των δυνάμεων συνεχίζεται και σήμερα. Ο ναύαρχος Κούπερ μάλιστα θα παραλάβει επιπλέον ενισχύσεις», ανέφερε σε δημοσιογράφους.

Ο Κέιν επιβεβαίωσε ότι χιλιάδες Αμερικανοί στρατιωτικοί συμμετέχουν στις επιχειρήσεις εναντίον του Ιράν — τις οποίες οι ΗΠΑ ονομάζουν επιχείρηση «Επική Οργή» και το Ισραήλ επιχείρηση «Ανατέλλων Λέων». Ωστόσο, απέφυγε να διευκρινίσει τον ακριβή αριθμό όσων εμπλέκονται αυτή τη στιγμή ή το μέγεθος των επιπρόσθετων δυνάμεων που αναμένεται να αποσταλούν.

Το υπουργείο Πολέμου πραγματοποίησε μια σπάνια ενημέρωση στο Πεντάγωνο, έπειτα από την έναρξη νέων αμερικανικών πληγμάτων κατά του Ιράν, κατά  την οποία ο στρατηγός Κέιν επανέλαβε ότι ο ναύαρχος Μπραντ Κούπερ, θα ενισχυθεί με επιπλέον δυνάμεις.

Σε ερώτηση του δημοσιογράφου Ράιαν Μόργκαν για τον αριθμό των ενισχύσεων, ο Κέιν απάντησε: «Ενισχύουμε διαρκώς τον επιχειρησιακό χώρο με νέα τακτικά αεροσκάφη, με βάση και τον χρόνο που απαιτείται για την άφιξή τους. Νομίζω ότι πλέον πλησιάζουμε στο σημείο που θέλουμε, σε ό,τι αφορά τη συνολική μαχητική ισχύ και δυναμικότητα που χρειάζεται ο ναύαρχος Κούπερ».

Ο Κέιν πρόσθεσε ότι ο επικεφαλής της CENTCOM θα συνεχίσει να αξιολογεί την εξέλιξη της σύγκρουσης και θα ζητά πρόσθετες ενισχύσεις από τις Ένοπλες Δυνάμεις των ΗΠΑ, ενώ παράλληλα το Γενικό Επιτελείο θα διαμορφώνει επιλογές προς αξιολόγηση από τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ και τον υπουργό Πολέμου Πητ Χέγκσεθ.

Ο Χέγκσεθ, από την πλευρά του, διευκρίνισε ότι δεν υπάρχουν αυτή τη στιγμή αμερικανικά στρατεύματα επί εδάφους στο Ιράν, δηλώνοντας: «Δεν πρόκειται να μπούμε στη λογική να ανακοινώνουμε τι θα κάνουμε ή δεν θα κάνουμε».

Η πρόσφατη συγκέντρωση αμερικανικών δυνάμεων στη Μέση Ανατολή ξεκίνησε ήδη από τον Ιανουάριο, ως προληπτικό μέτρο για μια ενδεχόμενη σύγκρουση με το Ιράν. Ο Κέιν περιέγραψε τις στρατιωτικές επιχειρήσεις: «Ένας καταιγισμός πυραύλων Tomahawk από το ναυτικό συγκρότησε το πρώτο κύμα της αμερικανικής επίθεσης», ενώ στη συνέχεια εκατοντάδες μαχητικά αεροσκάφη και σκάφη ηλεκτρονικού πολέμου, με αποστολές τόσο από έδαφος όσο και από αεροπλανοφόρα, εκτόξευσαν τα πυρά τους κατά του Ιράν.

«Οι αμερικανικές δυνάμεις έπληξαν πάνω από χίλιους στόχους την πρώτη μέρα των επιθέσεων», ανέφερε ο Κέιν, διευκρινίζοντας ότι η αρχική προτεραιότητα εστιάστηκε στις συστηματικές επιθέσεις κατά των ιρανικών κέντρων διοίκησης και ελέγχου, ναυτικών δυνάμεων, βάσεων πυραύλων και δικτύων πληροφοριών, με στόχο να «τους αποπροσανατολίσουν και να τους προκαλέσουν σύγχυση».

Ο Κέιν συνέχισε: «Έκτοτε, εκατοντάδες σύγχρονα αμερικανικά μαχητικά τέταρτης και πέμπτης γενιάς, βομβαρδιστικά stealth B-2 Spirit, αεροσκάφη ηλεκτρονικού πολέμου, μη επανδρωμένα αεροσκάφη και δεξαμενόπλοια ανεφοδιασμού συμμετέχουν στις επιχειρήσεις. Μέσα σε δυο ημέρες, η συμμαχική δύναμη εξαπέλυσε εκατοντάδες αποστολές από ξηρά και θάλασσα, ρίχνοντας δεκάδες χιλιάδες εκρηκτικά μέσα στο Ιράν. Η επιχείρηση κλιμακώνεται».

Οι ιρανικές δυνάμεις απάντησαν στις αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις με κύματα μη επανδρωμένων αεροσκαφών και βαλλιστικών πυραύλων, που στόχευσαν το Ισραήλ καθώς και διάφορες χώρες της περιοχής που φιλοξενούν αμερικανικές δυνάμεις. Κατά τις επιχειρήσεις αυτές, τέσσερα μέλη των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων σκοτώθηκαν, ενώ υπάρχουν και τραυματίες.

Επιπλέον, δυνάμεις τις  αντιαεροπορικής άμυνας του Κουβέιτ κατέρριψαν — σε περιστατικό που χαρακτηρίστηκε λανθασμένα φίλια πυρά — τρία αμερικανικά μαχητικά F-15E Strike Eagle· και οι έξι πιλότοι κατάφεραν να εκτιναχθούν με επιτυχία και φέρονται να είναι σε σταθερή κατάσταση.

Ο Κέιν, αναφερόμενος στους στόχους που έχουν τεθεί για τη CENTCOM και τις αμερικανικές δυνάμεις, υπογράμμισε: «Χρειάζεται χρόνος για να επιτευχθούν και σε ορισμένες περιπτώσεις θα είναι εξαιρετικά δύσκολο. Αναμένουμε να υποστούμε πρόσθετες απώλειες».

Τρίτος γύρος συνομιλιών ΗΠΑ–Ιράν χωρίς συμφωνία

Αντιπροσωπείες των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν ολοκλήρωσαν στις 26 Φεβρουαρίου στη Γενεύη τον τρίτο γύρο έμμεσων συνομιλιών, χωρίς να επιτευχθεί διπλωματική τομή που θα απέτρεπε το ενδεχόμενο ένοπλης σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή.

Από τον Ιανουάριο, οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις έχουν ενισχύσει την παρουσία τους στην περιοχή, ενώ ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ επιδιώκει νέα συμφωνία για τον τερματισμό των πυρηνικών προγραμμάτων του Ιράν. Οι συνομιλίες στη Γενεύη πραγματοποιήθηκαν την ίδια εβδομάδα κατά την οποία η κυβέρνηση Τραμπ διατύπωσε εκ νέου ισχυρισμούς ότι η Τεχεράνη επιχειρεί να ανασυγκροτήσει το πυρηνικό της πρόγραμμα και να προχωρήσει στην ανάπτυξη πυρηνικής κεφαλής, μετά τα αμερικανικά πλήγματα του Ιουνίου 2025 σε τρεις πυρηνικές εγκαταστάσεις της.

Παρά το γεγονός ότι δεν επετεύχθη συμφωνία στις 26 Φεβρουαρίου, ο μεσολαβητής και υπουργός Εξωτερικών του Ομάν Μπαντρ Αλμπουσαΐντι έκανε λόγο για πρόοδο και ανέφερε ότι οι δύο πλευρές είναι έτοιμες να συνεχίσουν τις επαφές. Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X σημείωσε ότι η ημέρα ολοκληρώθηκε με σημαντική πρόοδο στις διαπραγματεύσεις μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν και ότι οι συνομιλίες θα επαναληφθούν σύντομα, έπειτα από διαβουλεύσεις στις αντίστοιχες πρωτεύουσες. Ο Αλμπουσαΐντι διευκρίνισε ότι οι δύο πλευρές θα συναντηθούν την επόμενη εβδομάδα στη Βιέννη για έναν γύρο τεχνικών συζητήσεων.

Ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν Αμπάς Αραγτσί, ο οποίος εκπροσώπησε την Τεχεράνη στις διαβουλεύσεις, έκανε επίσης λόγο για πρόοδο μετά τις συνομιλίες της 26ης Φεβρουαρίου και εξέφρασε ικανοποίηση για την παρουσία του γενικού διευθυντή του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας Ραφαέλ Γκρόσι. Όπως ανέφερε, η συγκεκριμένη ημέρα αποτέλεσε έναν από τους πιο σοβαρούς και μακροχρόνιους γύρους διαπραγματεύσεων.

Η ιρανική πλευρά δήλωσε επίσης έτοιμη να συμμετάσχει σε νέο γύρο συνομιλιών την επόμενη εβδομάδα.

Ο Λευκός Οίκος δεν απάντησε σε αίτημα για σχόλιο σχετικά με τις συνομιλίες της Γενεύης έως τη στιγμή της δημοσίευσης.

Την Ουάσιγκτον εκπροσώπησαν ο ειδικός απεσταλμένος των ΗΠΑ Στιβ Γουίτκοφ και ο Τζάρεντ Κούσνερ, όπως και στον προηγούμενο γύρο στη Γενεύη και στις συνομιλίες της 6ης Φεβρουαρίου στη Μουσκάτ του Ομάν.

Σε συνέντευξή του στο Fox News στις 22 Φεβρουαρίου, ο Γουίτκοφ ανέφερε ότι το Ιράν εξακολουθεί να διατηρεί αποθέματα ουρανίου εμπλουτισμένου σε ποσοστό καθαρότητας 60%, επισημαίνοντας ότι για υλικό κατάλληλο για πυρηνικό όπλο απαιτείται καθαρότητα περίπου 90%. Εκτίμησε ότι το Ιράν βρίσκεται πιθανότατα μία εβδομάδα μακριά από το να διαθέτει υλικό για την κατασκευή πυρηνικού όπλου.

Από την πλευρά του, ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο, μιλώντας σε δημοσιογράφους κατά την επίσκεψή του στο νησιωτικό κράτος της Καραϊβικής Σεν Κιτς και Νέβις, υποστήριξε ότι το Ιράν έχει προβεί σε ενέργειες για την αποκατάσταση του πυρηνικού του προγράμματος μετά τα αμερικανικά πλήγματα. Ανέφερε ότι είχαν λάβει προειδοποίηση να μην επιχειρήσουν την επανεκκίνησή του, ωστόσο παρατηρείται προσπάθεια ανασυγκρότησης επιμέρους στοιχείων του. Πρόσθεσε ότι, αν και δεν προχωρούν αυτή τη στιγμή σε εμπλουτισμό, επιδιώκουν να φθάσουν σε σημείο όπου τελικά θα μπορούν να το πράξουν.

Ο Ρούμπιο επανέλαβε επίσης τις ανησυχίες της Ουάσιγκτον σχετικά με τα συμβατικά οπλικά συστήματα του Ιράν, συμπεριλαμβανομένων βαλλιστικών πυραύλων που μπορούν να πλήξουν αμερικανικές βάσεις στη Μέση Ανατολή, επισημαίνοντας ότι πέραν του πυρηνικού προγράμματος, η Τεχεράνη διαθέτει τέτοια οπλικά συστήματα τα οποία έχουν σχεδιαστεί αποκλειστικά για να πλήττουν τις Ηνωμένες Πολιτείες και Αμερικανούς πολίτες.

Αυτή την εβδομάδα, ο Αραγτσί επανέλαβε τη διαχρονική διαβεβαίωση της Τεχεράνης ότι δεν επιδιώκει την απόκτηση πυρηνικών όπλων, υπογραμμίζοντας ωστόσο ότι η χώρα του δεν θα παραιτηθεί από την ειρηνική χρήση της πυρηνικής ενέργειας. Έχει επίσης δηλώσει ότι τα πυραυλικά προγράμματα του Ιράν δεν αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης.

Με τη συμβολή του Jacob Burg

Κύμα βίας στο Μεξικό μετά τον θάνατο κορυφαίου στελέχους καρτέλ

Η εξόντωση του «El Mencho», κορυφαίου στελέχους καρτέλ, στο πλαίσιο επιχείρησης των μεξικανικών δυνάμεων ασφαλείας, προκάλεσε εκτεταμένο κύμα βίας που εξαπλώθηκε σε ολόκληρο το Μεξικό στις 22 Φεβρουαρίου.

Στρατιωτικές και αστυνομικές δυνάμεις πραγματοποίησαν διακλαδική επιχείρηση με στόχο τη σύλληψη του Νεμέσιο Ρουμπέν Οσεγκέρα Θερβάντες, γνωστού ως «El Mencho», τον οποίο οι αρχές θεωρούσαν ηγέτη του καρτέλ Νέα Γενιά Χαλίσκο (Cartel de Jalisco Nuevo Generacion – CJNG). Κατά τη διάρκεια της επιχείρησης, ο Οσεγκέρα Θερβάντες δέχθηκε πυρά και υπέκυψε στα τραύματά του.

Λίγο μετά την επιδρομή, μέλη του καρτέλ εξαπέλυσαν συντονισμένες ενέργειες αντιποίνων, πυρπολώντας πρατήρια καυσίμων και τραπεζικά καταστήματα και στήνοντας οδοφράγματα σε ολόκληρη τη Χαλίσκο και σε γειτονικές πολιτείες. Καθώς η κατάσταση κλιμακωνόταν, η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών εξέδωσε οδηγίες παραμονής σε ασφαλές καταφύγιο για τους Αμερικανούς πολίτες που βρίσκονταν στη χώρα.

Το CJNG και ο «El Mencho»

Μετά τη γνωστοποίηση του θανάτου του Οσεγκέρα Θερβάντες, ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Κρίστοφερ Λάνταου τον χαρακτήρισε ως έναν από τους πιο αιμοσταγείς και αδίστακτους βαρώνους ναρκωτικών.

Σύμφωνα με το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, ο Οσεγκέρα Θερβάντες διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην ίδρυση του CJNG το 2009. Εκτιμήσεις των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών ανέφεραν ότι η οργάνωση υιοθέτησε μοντέλο τύπου «δικαιόχρησης», προσελκύοντας μικρότερα τοπικά καρτέλ ώστε να ενταχθούν υπό την ομπρέλα της και να επεκτείνουν την επιρροή της πέρα από τα προπύργιά της στις πολιτείες Χαλίσκο, Ναγιαρίτ και Κολίμα.

Έως τον Δεκέμβριο του 2024, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ εκτιμούσε ότι το CJNG διέθετε τη μεγαλύτερη επιχειρησιακή ικανότητα διακίνησης κοκαΐνης, ηρωίνης και μεθαμφεταμίνης στο Μεξικό. Το αμερικανικό υπουργείο ανέφερε ακόμη ότι ο Οσεγκέρα Θερβάντες ευθυνόταν για τις δολοφονίες πολυάριθμων μελών αντίπαλων καρτέλ και στελεχών των μεξικανικών διωκτικών αρχών, ενώ διατύπωσε ισχυρισμούς ότι στελέχη της οργάνωσης είχαν εμπλακεί σε σχέδια δολοφονίας Μεξικανών κυβερνητικών αξιωματούχων. Σε βάρος του είχαν ασκηθεί πολλαπλές ομοσπονδιακές ποινικές διώξεις στις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ η αμερικανική κυβέρνηση είχε επικηρύξει τον ίδιο με αμοιβή έως και 15 εκατομμυρίων δολαρίων για πληροφορίες που θα οδηγούσαν στη σύλληψη ή την καταδίκη του.

Επικήρυξη του Νεμέσιο Οσεγκέρα Θερβάντες, με αμοιβή 10 εκατομμυρίων δολαρίων για πληροφορίες σχετικά με τον αρχηγό του καρτέλ Νέα Γενιά Χαλίσκο (CJNG), 11 Μαρτίου 2020. (Charlotte Cuthbertson/The Epoch Times)

 

Το CJNG συγκαταλέγεται μεταξύ αρκετών καρτέλ της Λατινικής Αμερικής που το Στέιτ Ντιπάρτμεντ έχει χαρακτηρίσει τον τελευταίο χρόνο ως ξένες τρομοκρατικές οργανώσεις. Έως τον Σεπτέμβριο του 2025, εκτιμήσεις των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών τοποθετούσαν τη δύναμή του μεταξύ 15.000 και 20.000 μελών.

Αιματηρή επιχείρηση

Μεξικανοί αξιωματούχοι ασφαλείας ανέφεραν ότι ο εντοπισμός του Οσεγκέρα Θερβάντες κατέστη δυνατός έπειτα από πληροφορία που προήλθε από πρόσωπο συνδεόμενο με μία από τις ερωτικές του συντρόφους.

Σε συνέντευξη Τύπου στις 23 Φεβρουαρίου, ο υπουργός Άμυνας του Μεξικού Ρικάρδο Τρεβίγια Τρέχο δήλωσε ότι οι στρατιωτικές υπηρεσίες πληροφοριών εντόπισαν τη σύντροφο του Οσεγκέρα Θερβάντες σε εγκατάσταση στην πόλη Ταπάλπα, στη Χαλίσκο. Αμερικανοί και Μεξικανοί αξιωματούχοι ανέφεραν επίσης ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες παρείχαν πληροφορίες που συνέβαλαν στην επιχείρηση.

Η εφημερίδα The Epoch Times απευθύνθηκε στο Πεντάγωνο ζητώντας περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με αυτή την αμερικανική συνδρομή σε επίπεδο πληροφοριών, αλλά δεν έλαβε απάντηση έως τον χρόνο δημοσίευσης του άρθρου.

Ο Μεξικανός υπουργός Άμυνας ανέφερε ότι η διεθνική δύναμη κατήρτισε άμεσα το επιχειρησιακό σχέδιο, το οποίο περιελάμβανε επίγειο τμήμα, αερομεταφερόμενη δύναμη με έξι ελικόπτερα ειδικών επιχειρήσεων και πρόσθετη αεροπορική υποστήριξη από τη μεξικανική πολεμική αεροπορία.

Καθώς οι μεξικανικές δυνάμεις περικύκλωναν την εγκατάσταση στην Ταπάλπα, ένοπλοι του καρτέλ άνοιξαν πυρ. Στην αρχική συμπλοκή σκοτώθηκαν οκτώ μέλη του καρτέλ. Μετά την πρώτη ανταλλαγή πυρών, ο Οσεγκέρα Θερβάντες και ορισμένοι από τους σωματοφύλακές του επιχείρησαν να διαφύγουν σε κοντινή δασική περιοχή, ωστόσο εντοπίστηκαν από τις δυνάμεις ασφαλείας. Ο Θερβάντες και δύο από τους σωματοφύλακές του τραυματίστηκαν σε δεύτερη ανταλλαγή πυρών. Σύμφωνα με τον Τρεβίγια Τρέχο, κλήθηκε ελικόπτερο για τη διακομιδή τους σε νοσοκομείο, όμως κατέληξαν καθ’ οδόν.

Η επιχείρηση προκάλεσε αναστάτωση που γρήγορα κινητοποίησε και άλλα μέλη του καρτέλ στην ευρύτερη περιοχή, με τις συνέπειες να μην περιορίζονται στην Ταπάλπα και τη γύρω κοινότητα της Χαλίσκο.

Οδοφράγματα, εμπρησμοί και πυροβολισμοί 

Τις ώρες που ακολούθησαν τον θάνατό του, μέλη του καρτέλ κλιμάκωσαν τη βία σε διάφορα σημεία της χώρας.

Οι μεξικανικές αρχές ανέφεραν ότι στήθηκαν οδοφράγματα σε ομοσπονδιακούς αυτοκινητοδρόμους στις πολιτείες Χαλίσκο, Μπάχα Καλιφόρνια, Μιτσοακάν, Γκουαναχουάτο, Γκερέρο, Οαχάκα, Σιναλόα, Ταμαουλίπας, Βερακρούς, Σακατέκας και στην Πολιτεία του Μεξικού.

Παράλληλα, πυρπολήθηκαν οχήματα, πρατήρια καυσίμων και τραπεζικά καταστήματα. Έως το απόγευμα της 22ας Φεβρουαρίου, το υπουργικό συμβούλιο ασφαλείας της μεξικανικής κυβέρνησης ανέφερε μέσω κοινωνικών δικτύων ότι έως και 20 υποκαταστήματα της Banco del Bienestar είχαν υποστεί ζημιές λόγω της κλιμακούμενης βίας.

Καμένο όχημα, που χρησιμοποιήθηκε ως οδόφραγμα από μέλη του οργανωμένου εγκλήματος μετά από σειρά συλλήψεων από ομοσπονδιακές δυνάμεις, στην Γουαδαλαχάρα του Μεξικού, στις 22 Φεβρουαρίου 2026. (Michelle Freyria/Reuters)

 

Στο στόχαστρο βρέθηκαν και στελέχη του μεξικανικού κράτους. Κατά την ενημέρωση της 23ης Φεβρουαρίου, ο Τρεβίγια Τρέχο δήλωσε ότι ο υπαρχηγός του Οσεγκέρα Θερβάντες, γνωστός ως «El Tuli», προσέφερε αμοιβή 20.000 πέσος (περίπου 1.050 ευρώ) για κάθε μέλος των δυνάμεων ασφαλείας που θα σκοτωνόταν.

Ο υπουργός Ασφάλειας Ομάρ Γκαρσία Χάρφουτς ανέφερε ότι οι αρχές εντόπισαν τον «El Tuli» σε μικρή πόλη κοντά στη Γουαδαλαχάρα και τον σκότωσαν σε ανταλλαγή πυρών.

Όπως δήλωσε, 25 μέλη της Μεξικανικής Εθνικής Φρουράς, ένας σωφρονιστικός υπάλληλος και ένα στέλεχος της γενικής εισαγγελίας είχαν σκοτωθεί σε έξι διαφορετικές επιθέσεις μετά την επιδρομή. Στις 23 Φεβρουαρίου ανέφερε ακόμη ότι 30 επιπλέον μέλη του καρτέλ είχαν σκοτωθεί, ενώ οι αρχές είχαν διαλύσει 85 οδοφράγματα και προχωρήσει σε 70 συλλήψεις σε σχέση με τις ταραχές.

Εύθραυστη ηρεμία

Απαντώντας σε ερωτήσεις δημοσιογράφων κατά τη συνέντευξη Τύπου της 23ης Φεβρουαρίου, η πρόεδρος του Μεξικού Κλαούντια Σέινμπαουμ δήλωσε ότι η κατάσταση είχε σε μεγάλο βαθμό εκτονωθεί και ότι συνεχίζει να συντονίζεται με τους κυβερνήτες των πολιτειών. Διαβεβαίωσε ότι σε περίπτωση νέας έντασης, οι αρχές θα παρενέβαιναν άμεσα.

Έως το απόγευμα της ίδιας ημέρας, η πρεσβεία των ΗΠΑ στο Μεξικό προειδοποιούσε για συνεχιζόμενες επιχειρήσεις ασφαλείας στις πολιτείες Χαλίσκο, Κολίμα, Γκουαναχουάτο, Γκερέρο, Πολιτεία του Μεξικού, Μιτσοακάν, Νουέβο Λεόν, Οαχάκα, Πουέμπλα, Κερετάρο, Σαν Λουίς Ποτοσί, Βερακρούς και Σακατέκας.

Αν και στις 22 Φεβρουαρίου οι πολιτείες Κιντάνα Ρόο, Σιναλόα και Ταμαουλίπας είχαν τεθεί σε αυξημένη επιφυλακή, η πρεσβεία ανέφερε ότι η κατάσταση εκεί είχε επανέλθει στο φυσιολογικό.

Καμένο λεωφορείο που στήθηκε ως οδόφραγμα από μέλη του οργανωμένου εγκλήματος μετά από στρατιωτική επιχείρηση, στην οποία Μεξικανοί αξιωματούχοι ανέφεραν ότι σκοτώθηκε ο αρχηγός καρτέλ Νεμέσιο Οσεγκέρα ή «El Mencho», στις 22 Φεβρουαρίου 2026. (Gabriel Trujillo/Reuters)

 

Η πρεσβεία έκανε επίσης λόγο για συνεχιζόμενες διαταραχές πτήσεων στο Πουέρτο Βαγιάρτα, επισημαίνοντας ωστόσο ότι οι πτήσεις από τις υπόλοιπες περιοχές διεξάγονταν κανονικά. Συνέστησε στους ταξιδιώτες με προγραμματισμένες πτήσεις να επικοινωνούν με τις αεροπορικές τους εταιρείες, καθώς η κατάσταση μπορούσε να μεταβληθεί ταχύτατα, και κάλεσε τους Αμερικανούς που βρίσκονται στο Μεξικό να επικοινωνήσουν με τους οικείους τους ώστε να επιβεβαιώσουν την τοποθεσία τους.

Σε σύντομη ανάρτησή του στην πλατφόρμα Truth Social το πρωί της 23ης Φεβρουαρίου, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ανέφερε ότι το Μεξικό πρέπει να εντείνει τις προσπάθειες καταπολέμησης των καρτέλ και της διακίνησης ναρκωτικών.

Τους τελευταίους μήνες, ο Τραμπ έχει αναφερθεί και στο ενδεχόμενο διαταγής αμερικανικών στρατιωτικών πληγμάτων εναντίον χερσαίων στόχων καρτέλ, ενώ η Μεξικανή πρόεδρος έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι έχει απορρίψει προτάσεις του Τραμπ για παροχή στρατιωτικής υποστήριξης από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Με τη συμβολή των Jack Phillips, Aldgra Fredly, Naveen Athrappully και πληροφορίες από Reuters και The Associated Press

Πιέσεις Τραμπ για διατήρηση του Ντιέγκο Γκαρσία από το Ηνωμένο Βασίλειο

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, στις 18 Φεβρουαρίου, προέτρεψε τον Βρετανό πρωθυπουργό Κιρ Στάρμερ να διατηρήσει τον έλεγχο του Ντιέγκο Γκαρσία, υποστηρίζοντας ότι το νησιωτικό έδαφος θα μπορούσε να συμβάλει στην αποτροπή μελλοντικής επιθετικότητας από το Ιράν.

Σε ανάρτησή του στο Truth Social έγραψε ότι, εάν το Ιράν αποφάσιζε να μη συνάψει συμφωνία, ενδέχεται να ήταν αναγκαίο οι Ηνωμένες Πολιτείες να χρησιμοποιήσουν το Ντιέγκο Γκαρσία και το αεροδρόμιο που βρίσκεται στο Φέρφορντ, προκειμένου να εξαλείψουν μια πιθανή επίθεση από ένα «εξαιρετικά ασταθές και επικίνδυνο καθεστώς» —μια επίθεση που, κατά τον ίδιο, θα μπορούσε να στρέφεται κατά του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και άλλων φιλικών χωρών.

Το Ντιέγκο Γκαρσία αποτελεί μέρος του αρχιπελάγους Τσάγκος στον Ινδικό Ωκεανό. Τη δεκαετία του 1960, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ηνωμένο Βασίλειο κατέληξαν σε συμφωνία για τη μετατροπή του Ντιέγκο Γκαρσία, του μεγαλύτερου νησιού του αρχιπελάγους, σε κοινό στρατιωτικό κόμβο.

Πέρυσι, το Ηνωμένο Βασίλειο συνήψε συμφωνία για τη μεταβίβαση του ελέγχου του αρχιπελάγους Τσάγκος στον Μαυρίκιο. Η συμφωνία θα επέτρεπε στο Ηνωμένο Βασίλειο να συνεχίσει να λειτουργεί την κοινή στρατιωτική βάση Ηνωμένου Βασιλείου–ΗΠΑ στο Ντιέγκο Γκαρσία για τουλάχιστον 99 χρόνια, με δυνατότητα παράτασης της μίσθωσης για άλλα 40 χρόνια.

Ο Τραμπ έγραψε στο Truth Social ότι ο πρωθυπουργός Στάρμερ δεν θα έπρεπε να χάσει τον έλεγχο, για οποιονδήποτε λόγο, του Ντιέγκο Γκαρσία, συνάπτοντας μια —στην καλύτερη περίπτωση— επισφαλή μίσθωση 100 ετών. Τα σχόλιά του για τη συμφωνία σχετικά με το αρχιπέλαγος Τσάγκος έγιναν μία ημέρα αφότου το Στέιτ Ντιπάρτμεντ δήλωσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες «υποστηρίζουν την απόφαση του Ηνωμένου Βασιλείου να προχωρήσει με τη συμφωνία του με τον Μαυρίκιο σχετικά με το αρχιπέλαγος Τσάγκος».

Όταν, κατά τη διάρκεια ενημέρωσης Τύπου στις 18 Φεβρουαρίου, ζητήθηκε να σχολιαστούν οι αντικρουόμενες δηλώσεις, η εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου Καρολάιν Λέβιτ ανέφερε ότι ο Τραμπ θα έχει τον τελικό λόγο στο ζήτημα, προσθέτοντας ότι η ανάρτηση θα πρέπει να εκληφθεί ως η πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ και ότι προέρχεται «απευθείας από την πηγή».

Παρότι ο Τραμπ έχει επικρίνει στο παρελθόν τη συμφωνία για το αρχιπέλαγος Τσάγκος με αναρτήσεις στο Truth Social, το πιο πρόσφατο σχόλιό του στις 18 Φεβρουαρίου ήταν το πρώτο που συνέδεσε το νησί με τις διαπραγματεύσεις με το Ιράν.

Διαπραγματευτές των ΗΠΑ και του Ιράν πραγματοποίησαν συνομιλίες αυτή την εβδομάδα στη Γενεύη της Ελβετίας, καθώς ο Τραμπ συνεχίζει να πιέζει την Τεχεράνη για νέες παραχωρήσεις σε θέματα ασφάλειας. Οι συνομιλίες φαίνεται να επικεντρώνονται κυρίως στα πυρηνικά προγράμματα του Ιράν, αλλά θα μπορούσαν επίσης να αγγίξουν τα πυραυλικά του προγράμματα και τη χρηματοδότηση ή υποστήριξή του σε οργανώσεις που έχουν χαρακτηριστεί τρομοκρατικές.

Σε συνέντευξη στο Fox News στις 17 Φεβρουαρίου, ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Τζ. Ντ. Βανς δήλωσε ότι «όλα είναι στο τραπέζι» στις συζητήσεις, όμως τόνισε ότι ο κύριος στόχος είναι να αποτραπεί το ενδεχόμενο το Ιράν να αποκτήσει πυρηνικό όπλο, επισημαίνοντας ότι αυτή είναι η «κόκκινη γραμμή» που ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών έχει θέσει με συνέπεια.

Καθώς μιλούσε με δημοσιογράφους στις 18 Φεβρουαρίου, η Λέβιτ είπε ότι στην πιο πρόσφατη φάση των διαπραγματεύσεων στη Γενεύη σημειώθηκε κάποια πρόοδος, «αλλά εξακολουθούμε να απέχουμε πολύ σε ορισμένα ζητήματα», προσθέτοντας ότι, όπως εκτιμά, οι Ιρανοί αναμένεται να επιστρέψουν προς την αμερικανική πλευρά με περισσότερες λεπτομέρειες μέσα στις επόμενες δύο εβδομάδες και ότι ο πρόεδρος θα συνεχίσει να παρακολουθεί πώς θα εξελιχθεί η κατάσταση.