Τετάρτη, 10 Ιούν, 2026

Διγενής Ακρίτας: Ο φύλακας των συνόρων που έγινε σύμβολο ελληνικής αντοχής

Στα ανατολικά σύνορα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, εκεί όπου η ιστορία συναντά τον θρύλο και η καθημερινή ζωή ακουμπά διαρκώς τον κίνδυνο, γεννήθηκε μια από τις πιο εμβληματικές μορφές της ελληνικής παράδοσης: ο Διγενής Ακρίτας. Δεν είναι απλώς ένας ήρωας παλαιών τραγουδιών ούτε μόνο ένας πολεμιστής της μεθορίου. Είναι η προσωποποίηση του ανθρώπου που στέκεται στο όριο — στο σύνορο της πατρίδας, της πίστης, της ταυτότητας, της ζωής και του θανάτου.

Το έπος του Βασιλείου Διγενή Ακρίτη θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα έργα της μεσαιωνικής ελληνικής γραμματείας. Η μορφή του ήρωα είναι γνωστή τόσο από το ίδιο το έπος όσο και από τα ακριτικά τραγούδια, δηλαδή τα δημοτικά τραγούδια που αναφέρονται στους ακρίτες, τους φρουρούς των συνόρων της αυτοκρατορίας. Οι ακρίτες δεν ζούσαν σε ασφαλείς πόλεις ούτε σε ήρεμες επαρχίες. Κατοικούσαν σε περιοχές όπου οι συγκρούσεις, οι επιδρομές και η ανάγκη για διαρκή επαγρύπνηση αποτελούσαν μέρος της ζωής. Μέσα από αυτή τη σκληρή πραγματικότητα, η λαϊκή φαντασία ανέδειξε τον Διγενή σε πρότυπο ανδρείας, αρετής και ευθύνης.

Το όνομα «Διγενής» σημαίνει «αυτός που προέρχεται από δύο γένη». Σύμφωνα με την παράδοση, ο ήρωας ήταν γιος ενός Άραβα εμίρη και μιας Ελληνίδας χριστιανής αρχοντοπούλας. Αυτή η διπλή καταγωγή δεν είναι ένα απλό αφηγηματικό ποίκιλμα. Είναι ίσως ένα από τα βαθύτερα σημεία του έπους. Ο Διγενής γεννιέται από τη συνάντηση δύο κόσμων που συχνά βρίσκονταν σε σύγκρουση. Ωστόσο, η ίδια του η ύπαρξη δεν παρουσιάζεται ως σύγκρουση, αλλά ως υπέρβαση. Δεν είναι ένας ήρωας μίσους· είναι ένας ήρωας ορίων. Στέκεται ανάμεσα σε δύο πολιτισμούς, αλλά δεν διαλύεται. Αντίθετα, βρίσκει την ταυτότητά του μέσα από την αρετή, την ανδρεία και την πίστη στο καθήκον.

Η ιστορική ατμόσφαιρα του έπους παραπέμπει στους αραβοβυζαντινούς πολέμους και στη ζωή των πληθυσμών της Μικράς Ασίας, ιδίως κατά τους αιώνες που τα ανατολικά σύνορα της αυτοκρατορίας αποτελούσαν χώρο συνεχών μετακινήσεων, συγκρούσεων και επαφών. Το Cambridge University Press σημειώνει ότι το έργο αναφέρεται σε έναν ηρωικό πολεμιστή «διττής καταγωγής», στα σύνορα μεταξύ βυζαντινού και αραβικού κόσμου στη Μικρά Ασία, κατά τον 9ο και 10ο αιώνα. Η ιστορία αυτή, όσο κι αν έχει επενδυθεί με υπερβολή και θαυμαστά κατορθώματα, έχει τις ρίζες της σε έναν πραγματικό κόσμο, όπου η ασφάλεια της κοινότητας εξαρτιόταν από ανθρώπους έτοιμους να υπερασπιστούν τα όρια.

Ο Διγενής, όμως, δεν είναι μόνο πολεμιστής. Είναι μορφή που ενώνει πολλά πρόσωπα του Έλληνα ήρωα. Έχει δύναμη, αλλά και ευγένεια. Έχει ανδρεία, αλλά και αίσθηση τιμής. Είναι ικανός να νικήσει εχθρούς, θηρία και ληστές, αλλά η σημασία του δεν περιορίζεται στα κατορθώματά του. Εκείνο που τον κάνει διαχρονικό είναι η εσωτερική του στάση. Ο Διγενής δεν εγκαταλείπει τη θέση του. Δεν υποχωρεί μπροστά στον κίνδυνο. Δεν αντιμετωπίζει τη ζωή ως χώρο ευκολίας, αλλά ως πεδίο ευθύνης. Γι’ αυτό και έγινε σύμβολο όχι μόνο στρατιωτικής δύναμης, αλλά και ηθικής αντοχής.

Το έπος σώζεται σε διάφορες παραλλαγές, με σημαντικότερες εκείνες που είναι γνωστές ως Grottaferrata και Escorial. Οι δύο αυτές εκδοχές παρουσιάζουν διαφορές ύφους και γλώσσας, δείχνοντας ότι η ιστορία του Διγενή δεν ήταν ένα νεκρό λογοτεχνικό κείμενο, αλλά μια ζωντανή παράδοση που μεταδιδόταν, δουλευόταν και αναπλαθόταν μέσα στον χρόνο. Η έκδοση της Ελίζαμπεθ Τζέφρυς [Elizabeth Jeffreys] επισημαίνει ότι πίσω από αυτές τις παραλλαγές βρίσκεται πιθανότατα ένα ποίημα του 12ου αιώνα, το οποίο δεν μπορεί σήμερα να ανασυγκροτηθεί πλήρως. Αυτό έχει μεγάλη σημασία, γιατί μας θυμίζει ότι ο Διγενής δεν ανήκει αποκλειστικά στη λόγια γραμματεία ούτε αποκλειστικά στο δημοτικό τραγούδι. Ανήκει και στα δύο. Είναι ταυτόχρονα ήρωας των χειρογράφων και ήρωας της φωνής του λαού.

Η πορεία του ήρωα στο έπος ακολουθεί μια σχεδόν αρχετυπική διαδρομή. Η αφήγηση αναφέρεται στην καταγωγή του, στα νεανικά του κατορθώματα, στην ενηλικίωσή του, στον έρωτα και τον γάμο του, στις μάχες του, στην εγκατάστασή του σε έναν σχεδόν ιδανικό χώρο, αλλά και στο τέλος του. Αυτή η πορεία δεν είναι απλώς βιογραφική. Είναι πνευματική. Ο ήρωας περνά από τη γέννηση στη δόξα και από τη δόξα στη συνάντηση με το αναπόφευκτο. Όσο κι αν η δύναμή του φαίνεται υπεράνθρωπη, ο Διγενής δεν παύει να είναι άνθρωπος. Και γι’ αυτό ακριβώς συγκινεί.

Στα ακριτικά τραγούδια, η πιο συγκλονιστική στιγμή είναι η πάλη του Διγενή με τον Χάροντα. Η εικόνα αυτή, ιδιαίτερα γνωστή στη λαϊκή μνήμη, παρουσιάζει τον ήρωα να αναμετριέται με τον θάνατο στα «μαρμαρένια αλώνια». Εδώ το θέμα ξεπερνά την πολεμική αφήγηση. Ο Διγενής δεν παλεύει πλέον για ένα κάστρο, μια γυναίκα, μια περιοχή ή μια νίκη επί των εχθρών. Παλεύει με το όριο που κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να αποφύγει. Η δύναμή του δεν ακυρώνει τη θνητότητά του. Αυτό είναι το τραγικό μεγαλείο του. Δεν είναι αθάνατος θεός· είναι άνθρωπος που στέκεται όρθιος απέναντι στο τέλος.

Αυτή η πάλη με τον Χάροντα δίνει στον Διγενή μια θέση πολύ βαθύτερη από εκείνη ενός απλού ηρωικού προσώπου. Ο ελληνικός λαός δεν τον κράτησε στη μνήμη του μόνο επειδή ήταν δυνατός. Τον κράτησε επειδή εξέφραζε κάτι ουσιώδες: την επιθυμία του ανθρώπου να μη συντριβεί εσωτερικά μπροστά στη μοίρα. Η ήττα του από τον θάνατο δεν είναι ταπείνωση. Αντίθετα, γίνεται μαρτυρία αξιοπρέπειας. Ο Διγενής δεν νικά τον Χάροντα, αλλά δεν παραδίδεται άτιμα. Η τελευταία του μάχη είναι η κορύφωση μιας ζωής που ορίζεται από το θάρρος.

Από αυτή την άποψη, ο Διγενής Ακρίτας μπορεί να διαβαστεί και ως σύμβολο του ελληνισμού. Ο ελληνισμός, από την αρχαιότητα έως το Βυζάντιο και από τη λαϊκή παράδοση έως τη νεότερη ιστορία, βρέθηκε πολλές φορές σε οριακές συνθήκες. Έζησε πολέμους, μετακινήσεις, απώλειες, καταστροφές και αναγεννήσεις. Κι όμως, μέσα από αυτές τις δοκιμασίες, κράτησε ζωντανή μια αίσθηση συνέχειας. Ο Διγενής εκφράζει αυτή ακριβώς τη συνέχεια. Δεν είναι αποκομμένος από την αρχαιότητα ούτε ξένος προς τη νεότερη λαϊκή ψυχή. Είναι γέφυρα ανάμεσα σε εποχές.

Στον Διγενή συναντώνται τρεις βασικές αξίες που παραμένουν επίκαιρες. Η πρώτη είναι η αλήθεια. Πίσω από τον θρύλο υπάρχει η αλήθεια μιας ζωής δύσκολης, μιας μεθορίου όπου οι άνθρωποι έπρεπε να προστατεύσουν τις οικογένειες, τις κοινότητες και την πίστη τους. Η δεύτερη είναι η παράδοση. Το έπος και τα τραγούδια δεν διέσωσαν μόνο πληροφορίες, αλλά ένα ήθος. Δίδαξαν ότι η ανδρεία δεν είναι απλή επιθετικότητα, αλλά υπηρεσία σε κάτι ανώτερο από το άτομο. Η τρίτη είναι η ελπίδα. Ακόμη και όταν ο ήρωας πεθαίνει, η μνήμη του δεν πεθαίνει. Η παράδοση τον μεταφέρει από στόμα σε στόμα και από γενιά σε γενιά.

Σήμερα, ο Διγενής Ακρίτας μπορεί να μιλήσει ξανά στον σύγχρονο άνθρωπο, ακριβώς επειδή η εποχή μας γνωρίζει άλλα είδη συνόρων. Δεν είναι μόνο τα γεωγραφικά σύνορα που χρειάζονται φύλαξη. Υπάρχουν και τα πνευματικά σύνορα: το όριο ανάμεσα στην αλήθεια και την παραπλάνηση, στην ευθύνη και την αδιαφορία, στην ελευθερία και την εσωτερική υποδούλωση. Ο σύγχρονος άνθρωπος δεν καλείται απαραίτητα να γίνει πολεμιστής με την παλιά έννοια. Καλείται όμως να γίνει ακρίτας της συνείδησής του. Να φυλάξει εκείνα που, αν χαθούν, χάνεται και ο ίδιος.

Αυτός είναι ο λόγος που ο Διγενής δεν ανήκει μόνο στα σχολικά βιβλία ή στις φιλολογικές μελέτες, αλλά και στη ζωντανή μνήμη. Η μορφή του μας θυμίζει ότι η παράδοση δεν είναι μουσειακό αντικείμενο, αλλά πηγή νοήματος. Όταν την προσεγγίζουμε σωστά, δεν μας κρατά δέσμιους του παρελθόντος· μας δίνει ρίζες για να σταθούμε στο παρόν. Ο Διγενής δεν μας καλεί να μιμηθούμε εξωτερικά έναν μεσαιωνικό ήρωα. Μας καλεί να αναγνωρίσουμε μέσα μας το καθήκον της φύλαξης: να φυλάξουμε την αλήθεια, την τιμή, την πίστη, την ανθρωπιά.

Ο Διγενής Ακρίτας παραμένει μεγάλος όχι επειδή είναι ανίκητος, αλλά επειδή είναι αμετακίνητος. Η παράδοση τον τοποθέτησε στα σύνορα, εκεί όπου όλα δοκιμάζονται. Και εκείνος στάθηκε. Στάθηκε απέναντι στους εχθρούς, απέναντι στη φύση, απέναντι στον φόβο, απέναντι στον ίδιο τον θάνατο. Γι’ αυτό και η μορφή του συνεχίζει να συγκινεί. Διότι κάθε εποχή έχει ανάγκη από ανθρώπους που ξέρουν πού στέκονται — και δεν εγκαταλείπουν τη θέση τους.

Επίθεση κατά ασκουμένων του Φάλουν Γκονγκ στη Νότια Κορέα

Τρεις Κινέζοι φέρονται να επιτέθηκαν σε αρκετούς ασκούμενους του Φάλουν Γκονγκ σε περίπτερο ενημέρωσης που παρουσίαζε τη δίωξη της πρακτικής τους από το κινεζικό καθεστώς, έξω από το κατάστημα Shilla Duty Free στο νησί Τζέτζου της Νότιας Κορέας, στις 2 Ιουνίου.

Σε βίντεο στην πλατφόρμα X, το οποίο συγκέντρωσε περισσότερες από 350.000 προβολές έως τις 8 Ιουνίου, ένας από τους φερόμενους ως δράστες, που φορούσε γυαλιά, ακούγεται να φωνάζει προς τους ασκούμενους του Φάλουν Γκονγκ πώς τολμούν να αντιτίθενται στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας και να τους διατάζει να φύγουν αμέσως από το σημείο. Παράλληλα, ζήτησε από άλλον άνδρα που τον συνόδευε να καλέσει την κινεζική πρεσβεία, ενώ δείχνοντας προς τους ασκούμενους τούς διέταξε να μαζέψουν τα πράγματά τους και να αποχωρήσουν.

Ένας άνδρας με μαύρη μπλούζα, ο οποίος φαίνεται να ακολουθούσε τις εντολές του άνδρα με τα γυαλιά, κατέβασε ενημερωτικές πινακίδες, τις έσκισε και έριξε στο έδαφος μια ηλικιωμένη γυναίκα όταν εκείνη προσπάθησε να προστατεύσει ένα πανό. Στη συνέχεια, οι τρεις άνδρες ποδοπάτησαν τις πινακίδες.

Η επίθεση σημειώθηκε ενώ οι ασκούμενοι του Φάλουν Γκονγκ πραγματοποιούσαν συγκέντρωση κοντά στο δημοφιλές τουριστικό σημείο, προβάλλοντας τις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων του κινεζικού καθεστώτος εν όψει της επετείου της σφαγής στην πλατεία Τιενανμέν στις 4 Ιουνίου 1989.

Το νησί Τζέτζου, ευρέως γνωστό ως «η Χαβάη της Κορέας» λόγω των παραλιών και των ηφαιστειακών τοπίων του, προσελκύει μεγάλο αριθμό Κινέζων τουριστών. Οι ασκούμενοι του Φάλουν Γκονγκ στήνουν εκεί τακτικά περίπτερα ενημέρωσης για να ενημερώνουν το κοινό σχετικά με τη συνεχιζόμενη δίωξη της πνευματικής πρακτικής από το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (ΚΚΚ).

Το Φάλουν Γκονγκ, γνωστό και ως Φάλουν Ντάφα, βασίζεται στις αρχές της Αλήθειας, της Καλοσύνης και της Ανεκτικότητας. Αφού παρουσιάστηκε στο κοινό στην Κίνα στις αρχές της δεκαετίας του 1990, γνώρισε ευρεία απήχηση, φθάνοντας τουλάχιστον τα 70 εκατομμύρια ασκούμενους έως το τέλος της δεκαετίας, σύμφωνα με τις επίσημες εκτιμήσεις της εποχής.

Τον Ιούλιο του 1999, το ΚΚΚ, θεωρώντας ότι η δημοτικότητα του Φάλουν Γκονγκ απειλούσε την εξουσία του καθεστώτος, ξεκίνησε μια βίαιη εκστρατεία εξάλειψης της πρακτικής. Έκτοτε, πολλοί ασκούμενοι έχουν υποστεί αυθαίρετες κρατήσεις, καταναγκαστική εργασία, βασανιστήρια, ενώ ορισμένοι έχασαν τη ζωή τους όταν χειρουργοί αφαίρεσαν ζωτικά τους όργανα για να χρησιμοποιηθούν ως μοσχεύματα.

Οι ασκούμενοι του Φάλουν Γκονγκ στην Κίνα και σε όλο τον κόσμο δραστηριοποιούνται εθελοντικά για να ενημερώνουν το κοινό σχετικά με τη δίωξη που ασκεί το ΚΚΚ και να παροτρύνουν τους Κινέζους να διακόψουν τους δεσμούς τους με το ΚΚΚ και τις οργανώσεις που σχετίζονται με αυτό.

Τα θύματα περιγράφουν συντονισμένες επιθέσεις

Η Ουάνγκ, αυτόπτης μάρτυς, δήλωσε ότι ο άνδρας με τα γυαλιά προκάλεσε τη σύγκρουση. Ανέφερε ότι τον άκουσε να λέει πως, αν βρίσκονταν στην Κίνα, θα τους σκότωνε, ενώ προειδοποιούσε ότι θα επέστρεφε την επόμενη ημέρα για να καταστρέψει τις ενημερωτικές πινακίδες.

Τουλάχιστον τρεις ασκούμενοι του Φάλουν Γκονγκ τραυματίστηκαν στο περιστατικό, μεταξύ αυτών και η ηλικιωμένη ασκούμενη που καταγράφεται στο βίντεο να πέφτει στο έδαφος ενώ κρατούσε ένα πανό.

Ο Γου, ο οποίος προσπάθησε να προστατεύσει τις πινακίδες, φέρεται να δέχθηκε επίθεση από δύο άνδρες που τον πλησίασαν από πίσω. Όπως δήλωσε, οι κινήσεις τους ήταν ιδιαίτερα επαγγελματικές και του έδωσαν την εντύπωση ότι είχαν λάβει ειδική εκπαίδευση. Ανέφερε ότι οι γιατροί διέγνωσαν τραυματισμό τένοντα και πολλαπλά διαστρέμματα.

Ο Τζιανγκ έσπευσε να βοηθήσει τον Γου και δέχθηκε επίθεση από τον άνδρα με τα γυαλιά, ο οποίος τον άρπαξε από πίσω. Δήλωσε ότι ο άνδρας τον άρπαξε και τον έριξε με δύναμη πάνω σε ένα κοντινό πέτρινο παγκάκι. Όπως ανέφερε, χτύπησε δυνατά στο κεφάλι, δέχθηκε γροθιά στη δεξιά πλευρά του προσώπου και τραυμάτισε το δεξί του γόνατο.

Η Κο, ασκούμενη του Φάλουν Γκονγκ από τη Νότια Κορέα, αφού εξέτασε τα βίντεο, διαπίστωσε πως οι τρεις άνδρες χρησιμοποίησαν τεχνικές που έμοιαζαν με επαγγελματικές μεθόδους ακινητοποίησης. Μετά το περιστατικό, δήλωσε ότι ο τρόπος με τον οποίο επιτέθηκαν έδειχνε επαγγελματική εκπαίδευση.

Η αυτόπτης μάρτυς και τα θύματα που μίλησαν στην εφημερίδα The Epoch Times έδωσαν μόνο τα επώνυμά τους, φοβούμενοι αντίποινα.

Η αστυνομία αναθεωρεί την αρχική της εκτίμηση 

Ένας από τους ασκούμενους του Φάλουν Γκονγκ κάλεσε την αστυνομία, η οποία έφτασε μετά από δέκα λεπτά και προσήγαγε τους τρεις άνδρες.

Ο Παρκ Ντονγκ-σοκ, ασκούμενος του Φάλουν Γκονγκ που κατοικεί στο νησί Τζέτζου, συνόδευσε δύο τραυματισμένους ασκούμενους στο αστυνομικό τμήμα στις 3 Ιουνίου για να καταθέσουν. Οι αστυνομικοί αρχικά αντιμετώπισαν την υπόθεση ως αμοιβαίο καβγά μεταξύ δύο Κινέζων ανδρών. Έπειτα από εξέταση των βίντεο και των μαρτυριών, η αστυνομία διόρθωσε την καταγραφή ώστε να περιλαμβάνει και τους τρεις άνδρες και αναταξινόμησε το περιστατικό ως μονόπλευρη επίθεση. Οι τρεις άνδρες ερευνώνται για διατάραξη δημόσιας συγκέντρωσης, επίθεση και βανδαλισμό.

Ο Γου δήλωσε ότι η αστυνομία επικοινώνησε μαζί του στις 4 Ιουνίου με νέα ευρήματα και επιβεβαίωσε ότι οι εμπλεκόμενοι είχαν πει ψέματα.

Ο Παρκ ανέφερε ότι αν και είχαν δεχθεί οχλήσεις και στο παρελθόν, αυτό το επίπεδο βίας ήταν πρωτοφανές. Προειδοποίησε ότι μια επιεικής αντιμετώπιση θα έστελνε το μήνυμα πως οι κορεατικές αρχές ανέχονται τέτοιες συμπεριφορές. Οι ασκούμενοι σκοπεύουν να επιδιώξουν πλήρη νομική λογοδοσία. Η αστυνομία έχει ζητήσει ιατρικές γνωματεύσεις και βίντεο και σχεδιάζει να διαβιβάσει την υπόθεση στην εισαγγελία.

Την έρευνα διενεργεί το Αστυνομικό Τμήμα Δυτικού Τζέτζου. Αξιωματικός της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών δήλωσε στην Epoch Times ότι οι ταυτότητες των υπόπτων δεν μπορούν να δημοσιοποιηθούν βάσει του νόμου της Νότιας Κορέας για την προστασία των προσωπικών δεδομένων. Επιβεβαίωσε ότι οι τρεις Κινέζοι που ενεπλάκησαν στην επίθεση της 2ας Ιουνίου δεν είναι κάτοικοι του Τζέτζου και ίσως θεωρηθούν τουρίστες, καθώς προέρχονται από περιοχές εκτός του νησιού.

Σύμφωνα με τον ίδιο αξιωματικό, μόλις ολοκληρωθεί η έρευνα, ο φάκελος και τα αποδεικτικά στοιχεία θα διαβιβαστούν στην εισαγγελία. Οι εισαγγελείς θα εξετάσουν το υλικό και θα αποφασίσουν εάν θα απαγγείλουν επίσημες κατηγορίες στους υπόπτους.

Απαιτείται ενδελεχής έρευνα

Σε ανακοίνωσή του στις 7 Ιουνίου, το Παγκόσμιο Κέντρο Tuidang καταδίκασε έντονα τη βίαιη επίθεση στο Τζέτζου και κάλεσε τις κορεατικές αρχές να διεξαγάγουν ενδελεχή έρευνα ώστε να διαπιστωθεί εάν η επίθεση καθοδηγήθηκε από το εξωτερικό, από το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας, αντί να αντιμετωπιστεί ως μια συνηθισμένη ποινική υπόθεση.

Το Tuidang, που σημαίνει αποχώρηση από το ΚΚΚ, είναι ένα λαϊκό κίνημα που γεννήθηκε από τη σειρά άρθρων «Εννέα Σχόλια για το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας», η οποία δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στην κινεζόφωνη έκδοση της εφημερίδας The Epoch Times το 2004. Οι ασκούμενοι του Φάλουν Γκονγκ διανέμουν εθελοντικά φυλλάδια και συνομιλούν με Κινέζους από την ηπειρωτική Κίνα σχετικά με το ιστορικό βίαιων διώξεων του ΚΚΚ, συμβουλεύοντάς τους να αποχωρήσουν από το Κόμμα ή από οργανώσεις που συνδέονται με αυτό. Μέχρι τις 8 Ιουνίου, πάνω από 462 εκατομμύρια Κινέζοι έχουν αποχωρήσει από το ΚΚΚ και τις οργανώσεις του.

Οι ασκούμενοι του Φάλουν Γκονγκ που ενημερώνουν το κοινό για τη δίωξη και συμβουλεύουν τους Κινέζους να αποχωρήσουν από το Κόμμα αποτελούν δυνητικούς στόχους του ΚΚΚ και των πρακτόρων του. Στην Κίνα υπόκεινται σε αυστηρές διώξεις, που περιλαμβάνουν αυθαίρετη κράτηση, φυλάκιση και βασανιστήρια. Εκτός Κίνας δέχονται επιθέσεις από Κινέζους πράκτορες ή άτομα που συνδέονται με το καθεστώς.

Στην ανακοίνωση αναφερόταν ότι δεν επρόκειτο για μια τυχαία συμπλοκή στον δρόμο, αλλά για ένα προμελετημένο και οργανωμένο έγκλημα μίσους. Η οργάνωση σημείωσε ότι το περιστατικό εντάσσεται σε ένα ανησυχητικό μοτίβο, καθώς τους τελευταίους μήνες έχουν σημειωθεί βίαιες επιθέσεις εναντίον εθελοντών της ακόμη και στις Ηνωμένες Πολιτείες και στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η επίθεση κατά της εθελόντριας Τζανγκ Τσουνπίνγκ έξω από το Βρετανικό Μουσείο στο Λονδίνο, η επίθεση κατά της Λύντια Ντονγκ σε κέντρο Tuidang στο Φλάσινγκ της Νέας Υόρκης και η επίθεση εναντίον της 70χρονης Μέι Τζανγκ με σιδερόβεργες, πέτρες και ξύλα στην περιοχή Industry City του Λος Άντζελες.

Υπεράσπιση της εθνικής κυριαρχίας

Ο Χαν Μιν-χο, πρώην αξιωματούχος του υπουργείου Πολιτισμού, Αθλητισμού και Τουρισμού της Νότιας Κορέας και πρόεδρος της οργάνωσης Πολίτες για την αποκάλυψη των Ινστιτούτων Κομφούκιος [Citizens for Unveiling Confucius Institutes], κάλεσε τις αρχές να αντιμετωπίσουν σοβαρά το περιστατικό λόγω των ζητημάτων εθνικής κυριαρχίας που εγείρει.

Σε πρόσφατη συνέντευξή του στην Epoch Times δήλωσε ότι η συλλογική βία από αλλοδαπούς σε κορεατικό έδαφος συνιστά προσβολή της κυριαρχίας της Δημοκρατίας της Κορέας και αποτελεί επίσης εκδήλωση της βίαιης φύσης του ΚΚΚ και παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Προειδοποίησε ότι, εάν η νοτιοκορεατική κυβέρνηση δεν χειριστεί με σοβαρότητα το περιστατικό, παρόμοιες υποθέσεις ενδέχεται να εμφανίζονται πιο συχνά στο μέλλον.

Ο Χαν αναφέρθηκε και στο ζήτημα των χιλιάδων Κινέζων υπηκόων που παραμένουν στο Τζέτζου πέραν του επιτρεπόμενου χρονικού ορίου βάσει του καθεστώτος απαλλαγής από θεώρηση εισόδου. Επέκρινε τη νοτιοκορεατική κυβέρνηση επειδή εμφανίζεται υποχωρητική απέναντι στο Πεκίνο, γεγονός που έχει ενισχύσει το αίσθημα ατιμωρησίας όσων παραμένουν στο Τζέτζου πέραν του επιτρεπόμενου χρονικού ορίου. Πρόσθεσε ότι ο ίδιος έχει δεχθεί επανειλημμένα απειλές ενώ πραγματοποιούσε εβδομαδιαίες συνεντεύξεις Τύπου επικριτικές προς το ΚΚΚ.

Ο καθηγητής Λι Τζι-Γιονγκ του Πανεπιστημίου Keimyung δήλωσε σε συνέντευξή του στην Epoch Times ότι η πρόσφατη επίθεση εντάσσεται σε ένα παγκόσμιο μοτίβο και ότι παρόμοια οργανωμένη βία κατά δραστηριοτήτων που αντιτίθενται στο ΚΚΚ έχει καταγραφεί και στις Ηνωμένες Πολιτείες, την Αυστραλία και τη Νότια Κορέα. Αν και δεν έχει αποδειχθεί ότι υπήρξε άμεση εντολή του κινεζικού προξενείου στο Τζέτζου, ο Λι σημείωσε ότι τα διεθνή προηγούμενα δεν αποκλείουν οργανωμένη εμπλοκή, και κάλεσε την κορεατική κυβέρνηση να ενεργήσει αποφασιστικά για την προστασία της εθνικής κυριαρχίας και του κράτους δικαίου.

Άλλα περιστατικά στο Τζέτζου

Παρόμοιες επιθέσεις έχουν σημειωθεί και στο παρελθόν. Τον Απρίλιο του 2024, Κινέζοι τουρίστες κοντά στο κατάστημα Shilla Duty Free ανέτρεψαν ενημερωτικές πινακίδες σχετικές με το Φάλουν Γκονγκ και συνελήφθησαν.

Λίγους μήνες νωρίτερα, τον Δεκέμβριο του 2023, δύο περιστατικά επίθεσης κατά ασκουμένων του Φάλουν Γκονγκ σημειώθηκαν στην κορυφή Sunrise Peak, ένα διάσημο αξιοθέατο του νησιού Τζέτζου.

Ο Γου, ο οποίος δέχθηκε πρόσφατα επίθεση από Κινέζους υπηκόους σε χώρο διαμαρτυρίας, εκτίμησε ότι οι παρενοχλήσεις από Κινέζους τουρίστες έχουν γίνει συχνότερες τα τελευταία χρόνια, σημειώνοντας  ότι το τελευταίο περιστατικό δικαιολογεί έρευνα για πιθανή διεθνική καταστολή από το ΚΚΚ.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η Διακομματική Επιτροπή του Κογκρέσου και της Εκτελεστικής Εξουσίας για την Κίνα δημοσίευσε έκθεση στις 4 Ιουνίου, η οποία υπογραμμίζει τον εκφοβισμό, τη λογοκρισία και τον εξαναγκασμό που ασκεί το Πεκίνο στο εξωτερικό. Η έκθεση περιγράφει τη κινεζική διεθνική καταστολή ως μια παγκόσμια πρόκληση για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις δημοκρατικές ελευθερίες.

Σύμφωνα με τη νομοθεσία της Νότιας Κορέας, η σωματική επίθεση αποτελεί σοβαρό αδίκημα. Οι ποινές για απλή επίθεση κυμαίνονται από χρηματικά πρόστιμα έως φυλάκιση μερικών μηνών, ενώ στις σοβαρότερες περιπτώσεις μπορεί να επιβληθεί κάθειρξη πολλών ετών, ακόμα και πλέον των δέκα.

Η Epoch Times επικοινώνησε με το υπουργείο Εξωτερικών της Νότιας Κορέας για σχόλιο, αλλά δεν είχε λάβει απάντηση έως τον χρόνο δημοσίευσης του άρθρου.

Της Sophia Lam

Με τη συμβολή των Li Runjing, Hong Ki-hoon, Hyangmae Jung, James Nam, Fang Xiao και Yi Ru

Ζεϊμπέκικο: Ο μοναχικός χορός της μνήμης, της λεβεντιάς και της ψυχής

Το ζεϊμπέκικο δεν είναι ένας χορός διασκέδασης με την κοινή έννοια. Δεν είναι χορός επίδειξης ούτε χορός παρέας ούτε χορός που ζητά χειροκρότημα. Στην αυθεντική του μορφή είναι κάτι πιο εσωτερικό και πιο αυστηρό: μια μοναχική στάση απέναντι στη μοίρα, ένα τελετουργικό της ψυχής, μια σιωπηλή μάχη του ανθρώπου με το βάρος που κουβαλά. Ο χορευτής δεν «εκτελεί» απλώς βήματα· στέκεται στο κέντρο ενός νοητού κύκλου και, με μέτρο, αυτοσχεδιασμό και αξιοπρέπεια, λέει κάτι που δεν μπορεί να ειπωθεί με λόγια.

Σήμερα, το ζεϊμπέκικο αναγνωρίζεται ως ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία της ελληνικής λαϊκής χορευτικής παράδοσης. Το 2022, οι χορευτικές παραδόσεις του ζεϊμπέκικου στην Ελλάδα εντάχθηκαν στο Εθνικό Ευρετήριο Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς, μαζί με όργανα συνδεδεμένα με τη λαϊκή μουσική, όπως το μπουζούκι, ο τζουράς και ο μπαγλαμάς. Η επίσημη αυτή αναγνώριση έχει σημασία, γιατί δεν αντιμετωπίζει το ζεϊμπέκικο ως απλό δημοφιλές θέαμα, αλλά ως ζωντανή πολιτιστική μνήμη: έναν χορό που εξακολουθεί να τελείται, να μετασχηματίζεται και να σημαίνει κάτι βαθύ για τους Έλληνες στην Ελλάδα και στη διασπορά.

Η λέξη «ζεϊμπέκικο» συνδέεται ιστορικά με τους Ζεϊμπέκους ή Zeybeks της Μικράς Ασίας. Η επικρατέστερη ετυμολογική άποψη θέλει τον χορό να παίρνει το όνομά του από αυτούς τους πληθυσμούς και όχι από σύνθεση των λέξεων «Ζευς» και «Βάκχος». Η ιδέα ότι το ζεϊμπέκικο προέρχεται από το «Ζευς + Βάκχος» έχει κυκλοφορήσει σε λαογραφικές και ελληνοκεντρικές ερμηνείες, όμως οι γλωσσολογικές πηγές δεν την επιβεβαιώνουν ως επιστημονικά τεκμηριωμένη ετυμολογία. Αντιθέτως, μεγάλα λεξικά και σχετικές αναφορές συνδέουν τη νεοελληνική λέξη με το τουρκικό zeybek, ενώ η ίδια η προέλευση του zeybek παραμένει ασαφής, με πιθανές τουρκικές ή άλλες ανατολικές ρίζες.

Αυτό, όμως, δεν ακυρώνει την ελληνική ψυχή του ζεϊμπέκικου, όπως διαμορφώθηκε ιστορικά. Η παράδοση δεν είναι μόνο ετυμολογία. Είναι βίωμα, μεταμόρφωση, τρόπος με τον οποίο ένας λαός παίρνει ένα μοτίβο, έναν ρυθμό, μια κίνηση, και τα κάνει δικά του. Το ζεϊμπέκικο, όπως το γνωρίζουμε στην Ελλάδα, διαμορφώθηκε μέσα από τον μικρασιατικό ελληνισμό, τα αστικά κέντρα, τα λιμάνια, τους πρόσφυγες, το ρεμπέτικο και το λαϊκό τραγούδι. Στον ελληνικό χώρο έγινε χορός πένθους και αξιοπρέπειας, χορός ήττας και ανάστασης, χορός του μοναχικού ανθρώπου που δεν ζητά να νικήσει τον κόσμο, αλλά να σταθεί όρθιος απέναντί του.

Οι Ζεϊμπέκοι της δυτικής Μικράς Ασίας συνδέονταν με εικόνες ανδρείας, ορεινής ζωής, αντίστασης και ένοπλης παρουσίας. Στην τουρκική λαογραφική παράδοση ο χορός zeybek συνδέεται με τον efe, τον γενναίο και περήφανο άνδρα που στέκεται απέναντι στην αδικία. Οι χορευτικές φιγούρες — το όρθιο σώμα, το αυστηρό βλέμμα, το άνοιγμα των χεριών, οι γονατισμοί, τα χτυπήματα και οι παύσεις — συμβολίζουν αυτοπεποίθηση, τιμή, γενναιότητα και πρόκληση απέναντι στον κόσμο. Εδώ βρίσκεται και η πολεμική καταγωγή ή, ακριβέστερα, η πολεμική μνήμη του χορού. Δεν είναι πολεμικός επειδή αναπαριστά απαραιτήτως μάχη με όπλα σε κάθε εκτέλεσή του· είναι πολεμικός επειδή κρατά τη στάση του πολεμιστή: συγκέντρωση, εσωτερική ένταση, έλεγχο, σιωπή, μέτρο.

Η παλαιότερη μορφή του ζεϊμπέκικου αναφέρεται ως χορός που μπορούσε να εκτελείται από δύο οπλισμένους άνδρες αντικριστά, πριν εξελιχθεί στον μοναχικό, αυτοσχεδιαστικό ανδρικό χορό που γνωρίζουμε. Αυτή η μετάβαση είναι καθοριστική. Από την εξωτερική μάχη περνάμε στην εσωτερική μάχη. Από τον αντίπαλο που στέκεται απέναντι περνάμε στον αντίπαλο που κατοικεί μέσα στον άνθρωπο: τον πόνο, την απώλεια, την ενοχή, τη νοσταλγία, την ξενιτιά, το βάρος της μνήμης. Γι’ αυτό και το ζεϊμπέκικο δεν χρειάζεται πολλά τεχνάσματα. Όταν γίνεται αληθινό, δεν είναι πλούσιο σε στολίδια· είναι λιτό, δωρικό, σχεδόν ασκητικό.

Η λέξη «δωρικό» εδώ δεν χρησιμοποιείται με αυστηρή αρχαιολογική ή μουσικολογική έννοια, αλλά ως αισθητικός χαρακτηρισμός. Το ζεϊμπέκικο έχει κάτι από την αυστηρότητα του δωρικού ύφους: δεν αντέχει την υπερβολή. Δεν χρειάζεται μεγάλα άλματα, ανοιχτές θεατρικές χειρονομίες, επιδεικτικές φιγούρες. Η ουσία του βρίσκεται στην οικονομία της κίνησης. Ένας ώμος που γέρνει, ένα βλέμμα προς το πάτωμα, ένα γονάτισμα, μια αργή περιστροφή, μια παύση πάνω στον ρυθμό μπορούν να πουν περισσότερα από δέκα εντυπωσιακές φιγούρες. Και αυτό επιβεβαιώνεται και από νεότερες μελέτες για την αισθητική του χορού: το ζεϊμπέκικο θεωρείται σόλο χορός ελεύθερης χορογραφικής δομής, με αυτοσχεδιασμό, όπου η απλότητα, η φυσικότητα, η ανταπόκριση στον ρυθμό και η αποφυγή τεχνητών εντυπωσιασμών αξιολογούνται ως βασικά στοιχεία της καλής εκτέλεσης.

Ο ρυθμός του ζεϊμπέκικου, συνήθως εννεάσημος, συμβάλλει σε αυτή την ιδιότυπη αίσθηση. Δεν είναι ρυθμός συμμετρικός και εύκολος. Έχει ασυμμετρία, καθυστέρηση, σπάσιμο, εσωτερικό βάρος. Γι’ αυτό και ο χορευτής δεν μπορεί απλώς να «πατήσει» πάνω του μηχανικά. Πρέπει να τον ακούσει, να τον κατοικήσει. Στο αυθεντικό ζεϊμπέκικο ο άνθρωπος δεν κυνηγά τον ρυθμό· συνομιλεί μαζί του. Άλλοτε ακολουθεί, άλλοτε κρατιέται πίσω, άλλοτε αφήνει μια παύση να μιλήσει. Είναι χορός που απαιτεί μέτρο, και το μέτρο εδώ δεν είναι περιορισμός αλλά αξιοπρέπεια.

Η σχέση του ζεϊμπέκικου με το ρεμπέτικο και το αστικό λαϊκό τραγούδι υπήρξε καθοριστική. Το ρεμπέτικο, που εγγράφηκε το 2016 στο Εθνικό Ευρετήριο Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς και το 2017 στον Αντιπροσωπευτικό Κατάλογο της UNESCO, αναπτύχθηκε στα αστικά λαϊκά στρώματα, με επιρροές από το δημοτικό και το μικρασιατικό τραγούδι, αντανακλώντας τη ζωή του περιθωρίου, των προσφύγων, της εργατικής τάξης και αργότερα ευρύτερων κοινωνικών στρωμάτων. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον το ζεϊμπέκικο έγινε ο κατεξοχήν χορός του ανθρώπου που κουβαλά ιστορία. Δεν ήταν χορός ευκολίας. Ήταν χορός τιμής. Ο μάγκας, ο πρόσφυγας, ο εργάτης, ο πληγωμένος ερωτευμένος, ο άνθρωπος που δεν είχε πολλά να πει δημόσια, μπορούσε να σηκωθεί και να τα πει όλα με έναν κύκλο.

Σε αυτό το σημείο μπορεί να σταθεί κανείς και στην παρετυμολογική ή συμβολική σύνδεση με τον Δία και το βακχικό στοιχείο. Ετυμολογικά, όπως είπαμε, η προέλευση από «Ζευς + Βάκχος» δεν τεκμηριώνεται. Συμβολικά, όμως, η έλξη αυτής της ερμηνείας εξηγείται. Ο Δίας παραπέμπει σε αρχή, δύναμη, ουράνια εξουσία, ανδρική επιβολή. Ο Βάκχος παραπέμπει σε έκσταση, μέθη, λύση των ορίων, έξοδο από το καθημερινό εγώ. Το ζεϊμπέκικο φαίνεται να κινείται ανάμεσα σε αυτά τα δύο άκρα: από τη μία η αυστηρότητα, η κάθετη στάση, η λεβεντιά· από την άλλη η έκσταση, η εσωτερική φωτιά, το πάθος. Δεν χρειάζεται, λοιπόν, να πούμε ότι η λέξη βγαίνει από τον Δία και τον Βάκχο για να δούμε ότι ο χορός κουβαλά κάτι διονυσιακό και κάτι αρχοντικό ταυτόχρονα. Η αλήθεια του δεν βρίσκεται σε μια εύκολη ετυμολογική απόδειξη, αλλά στο ίδιο το βίωμα.

Γι’ αυτό το ζεϊμπέκικο είναι και «μαγκιόρικο» — όχι με την έννοια της επίδειξης, αλλά με την έννοια της λεβέντικης αυτοκυριαρχίας. Ο χορευτής δεν αλιεύει το βλέμμα των άλλων. Δεν εκλιπαρεί για αναγνώριση. Στέκεται, χορεύει και τελειώνει. Όταν το ζεϊμπέκικο γίνεται σωστά, δεν έχει φλυαρία. Δεν έχει ανάγκη από πλήθος. Είναι μια στιγμή προσωπικής αλήθειας μέσα στον δημόσιο χώρο. Ο κύκλος γύρω από τον χορευτή δεν είναι σκηνή θεάματος, αλλά χώρος σεβασμού.

Μέσα σε αυτή την παράδοση εντάσσεται με ιδιαίτερη δύναμη και το τραγούδι «Έρωτας Αρχάγγελος», που ερμήνευσε ο Δημήτρης Μητροπάνος, σε μουσική Χρήστου Λεοντή και στίχους Δημήτρη Λέντζου . Το τραγούδι συνομιλεί βαθιά με την ψυχή του ζεϊμπέκικου. Δεν το παρουσιάζει ως γλέντι, αλλά ως πέρασμα μέσα από τη φωτιά, ως κίνηση προς την αθανασία, ως αναμέτρηση με τη μητέρα, τον θάνατο, τον έρωτα, τη μνήμη. Η μικρή φράση «να ’σαι ο Διγενής» ανοίγει ολόκληρο πεδίο ερμηνείας. Ο Διγενής Ακρίτας, ο βυζαντινός ήρωας των ακριτικών τραγουδιών και του μεσαιωνικού έπους, είναι ο φύλακας των συνόρων, ο άνθρωπος της μεθορίου, ο πολεμιστής που στέκεται ανάμεσα σε δύο κόσμους.

Αυτός είναι και ο χορευτής του ζεϊμπέκικου: ένας ακρίτας της ψυχής. Στέκεται στα σύνορα ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο, στη μνήμη και στη λήθη, στον έρωτα και στην απώλεια, στην ήττα και στην ανάσταση. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Διγενής, ως μορφή της λαϊκής παράδοσης, συμβολίζει όχι απλώς τη δύναμη, αλλά τη δύναμη που φυλάει κάτι: πατρίδα, τιμή, όριο, μνήμη. Έτσι και το ζεϊμπέκικο φυλάει κάτι από τον ελληνικό λαϊκό άνθρωπο: την ικανότητά του να πονά χωρίς να διαλύεται, να χάνει χωρίς να εξευτελίζεται, να γονατίζει χωρίς να παραδίνεται.

Το ζεϊμπέκικο, λοιπόν, είναι πολεμικό όχι επειδή φωνάζει πόλεμο, αλλά επειδή ασκεί τον άνθρωπο στην αντοχή. Είναι δωρικό επειδή αφαιρεί το περιττό. Είναι βακχικό επειδή επιτρέπει στην εσωτερική φωτιά να φανερωθεί. Είναι αρχοντικό επειδή δεν ζητά τίποτα. Και είναι ελληνικό όχι επειδή μπορούμε να το κλείσουμε σε μια βολική ετυμολογία, αλλά επειδή μέσα στον ελληνικό χρόνο έγινε τρόπος εξομολόγησης, τιμής και ανάστασης.

Εν τέλει, το ζεϊμπέκικο δεν εξηγείται πλήρως. Χορεύεται. Και όταν χορεύεται αληθινά, ο άνθρωπος δεν δείχνει τι ξέρει· δείχνει τι άντεξε.

Έρευνα στον Καναδά συνδέει την τεχνητή νοημοσύνη με αύξηση παραπλανητικών πληροφοριών υγείας

Οι Καναδοί γιατροί παρεμβαίνουν ολοένα και συχνότερα για να αποτρέψουν ή να αντιμετωπίσουν αρνητικές συνέπειες, αφότου ασθενείς έχουν αποκτήσει πρόσβαση σε ανακριβείς ή παραπλανητικές πληροφορίες υγείας στο διαδίκτυο, συμπεριλαμβανομένων συμβουλών που δημιουργούνται από συστήματα τεχνητής νοημοσύνης, σύμφωνα με νέα μελέτη.

Το 97% των γιατρών που συμμετείχαν σε έρευνα της εταιρείας ερευνών Abacus Data για λογαριασμό της Καναδικής Ιατρικής Ένωσης (Canadian Medical Association – CMA) ανέφερε ότι έχει βρεθεί αντιμέτωπο με τέτοιες προκλήσεις, πολλές από τις οποίες προέκυψαν από καθοδήγηση που οι ασθενείς έλαβαν από συστήματα τεχνητής νοημοσύνης.

Το 34% των 645 εν ενεργεία ιατρών που συμμετείχαν στην έρευνα, η οποία διεξήχθη μεταξύ 6 και 13 Απριλίου, δήλωσε ότι αντιμετωπίζει «συχνά» συνέπειες από ασθενείς που ακολουθούν διαδικτυακές συμβουλές, ενώ το 45% ανέφερε ότι αυτό συμβαίνει «μερικές φορές».

Επιπλέον, το 92% των γιατρών που συμμετείχαν στην έρευνα δήλωσε ότι τα ασύνδετα συστήματα υγείας, όπως η αδυναμία εύκολης κοινοποίησης ιατρικών φακέλων ασθενών, αποτελεσμάτων εξετάσεων ή κλινικών σημειώσεων, επηρεάζουν επίσης την ικανότητά τους να παρέχουν φροντίδα. Το 66% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι αυτό συμβαίνει συχνά, έναντι 26% που είπε ότι συμβαίνει μερικές φορές, 6% που ανέφερε ότι συμβαίνει σπάνια και 1% που δήλωσε ότι δεν συμβαίνει ποτέ.

Σχεδόν οι μισοί από τους γιατρούς που συμμετείχαν στην έρευνα — το 48% — δήλωσαν ότι έχουν δει ασθενή να υφίσταται σοβαρές αρνητικές συνέπειες για την υγεία του, συμπεριλαμβανομένης της επιδείνωσης μιας ασθένειας ή της μη έγκαιρης διάγνωσης, εξαιτίας αυτών των ασύνδετων συστημάτων.

Η πρόεδρος της Καναδικής Ιατρικής Ένωσης, Δρ Μαργκό Μπαρνέλ, χαρακτήρισε την κατάσταση «ανησυχητική».

Σε ανακοίνωση Τύπου, η Μπαρνέλ ανέφερε ότι οι γιατροί δίνουν έναν δύσκολο αγώνα για να παρέχουν έγκαιρη φροντίδα στους ασθενείς, όταν έρχονται αντιμέτωποι με συστήματα υγείας που δεν μπορούν να επικοινωνούν μεταξύ τους και όταν οι ασθενείς κατακλύζονται από ψευδείς πληροφορίες υγείας, οι οποίες μπορεί να οδηγήσουν σε ακούσια βλάβη. Πρόσθεσε ότι απαιτούνται σύγχρονα, διασυνδεδεμένα ψηφιακά συστήματα υγείας, καθώς και ισχυρότερη δράση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης για την προώθηση αξιόπιστων πληροφοριών υγείας.

Υγεία και τεχνητή νοημοσύνη

Οι ανησυχίες των γιατρών σχετικά με την τεχνητή νοημοσύνη ακολουθούν δημοσκόπηση που δημοσίευσε η CMA τον Φεβρουάριο. Η Έρευνα Παρακολούθησης Υγείας και Μέσων Ενημέρωσης 2026 διαπίστωσε ότι το 89% των 5.000 Καναδών που συμμετείχαν λαμβάνει πληροφορίες για θέματα υγείας μέσω διαδικτύου.

Η μελέτη έδειξε ότι η έκθεση σε εσφαλμένες πληροφορίες υγείας παρέμεινε γενικά σταθερή σε όλες τις ηλικιακές ομάδες που εξετάστηκαν. Ωστόσο, καταγράφηκε σημαντική αύξηση μεταξύ της μεταπολεμικής γενιάς από το 2024. Η έκθεσή τους σε ψευδείς πληροφορίες υγείας αυξήθηκε από 47% το 2024 σε 58% φέτος.

Παρά την αύξηση, η Γενιά Ζ και οι άνδρες ηλικίας 30 και 40 ετών ήταν πιθανότερο να χρησιμοποιούν την τεχνητή νοημοσύνη για τη διάγνωση και την αντιμετώπιση ενός προβλήματος υγείας, σε ποσοστά 70% και 71% αντίστοιχα.

Η έρευνα διαπίστωσε ότι το 78% των Καναδών που αναζητούν πληροφορίες υγείας στο διαδίκτυο αναζητούν πληροφορίες σχετικά με κάποια πάθηση ή σύμπτωμα. Το 71% αναζητά θεραπευτικές επιλογές για συγκεκριμένη ασθένεια ή πάθηση, ενώ το 59% αναζητά συμβουλές για τη διαχείριση χρόνιων παθήσεων ή ασθενειών.

Οι συμμετέχοντες στην έρευνα ανέφεραν διάφορους λόγους για τους οποίους στρέφονται στο Google, το ChatGPT ή άλλες πλατφόρμες για απαντήσεις σχετικά με θέματα υγείας. Το 80% δήλωσε ότι πρόκειται για τον ταχύτερο τρόπο λήψης απαντήσεων και το 66% ότι είναι πιο βολικός. Ένα ακόμη 58% δήλωσε ότι η αναζήτηση στο διαδίκτυο προσφέρει μεγαλύτερο όγκο πληροφοριών και περισσότερες εικόνες σε σύγκριση με μια συζήτηση με επαγγελματία υγείας.

Το 57% ανέφερε ότι καταφεύγει σε διαδικτυακές πληροφορίες λόγω έλλειψης πρόσβασης σε δια ζώσης υπηρεσίες υγείας, ενώ το 45% εκτίμησε ότι οι πληροφορίες αυτές είναι συχνά εξίσου ακριβείς με εκείνες που λαμβάνει κανείς από επαγγελματία υγείας. Παρά την αυξανόμενη χρήση διαδικτυακών πηγών για θέματα υγείας, μόλις το 27% των συμμετεχόντων στην έρευνα δήλωσε ότι εμπιστεύεται την τεχνητή νοημοσύνη όσον αφορά την ακρίβεια των ιατρικών πληροφοριών.

Ωστόσο, οι Καναδοί φαίνεται να αντιμετωπίζουν με σκεπτικισμό και πηγές που παραδοσιακά θεωρούνται αξιόπιστες. Το 69% όσων συμμετείχαν στην έρευνα δήλωσε ότι δεν εμπιστεύεται τις πληροφορίες υγείας στο διαδίκτυο «ακόμη και αν προέρχονται από πηγή που κανονικά θα έπρεπε να εμπιστεύομαι», ενώ το 49% ανέφερε ότι είναι πιο επιφυλακτικό απέναντι σε ιατρικές συμβουλές «από τους δικούς μου παρόχους υγειονομικής περίθαλψης».

Της Jennifer Cowan

Οι ΗΠΑ προειδοποιούν για τον ρόλο των Alibaba, Baidu και BYD στην ενίσχυση του κινεζικού στρατού

Το Πεντάγωνο συμπεριέλαβε σε κατάλογο κορυφαίες κινεζικές εταιρείες, οι οποίες θεωρεί ότι υποστηρίζουν τον κινεζικό στρατό. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται η πλατφόρμα ηλεκτρονικού εμπορίου Alibaba, η εταιρεία διαδικτυακών υπηρεσιών Baidu και η κατασκευάστρια ηλεκτρικών οχημάτων BYD.

Ο κατάλογος δημοσιεύθηκε στις 8 Ιουνίου σε ανακοίνωση της Federal Register, την επίσημη εφημερίδα της ομοσπονδιακής κυβέρνησης των ΗΠΑ, η οποία έχει προγραμματιστεί να δημοσιευθεί επισήμως στις 10 Ιουνίου, και καλύπτει ευρύ φάσμα εταιρειών από τους τομείς της τεχνητής νοημοσύνης, της ηλιακής ενέργειας, της βιοτεχνολογίας και των μπαταριών ηλεκτρικών οχημάτων.

Η απόφαση εκδόθηκε περίπου τρεις εβδομάδες μετά την επίσκεψη του προέδρου Τραμπ στο Πεκίνο για τη σύνοδο κορυφής ΗΠΑ–Κίνας, η οποία ολοκληρώθηκε χωρίς να επιτευχθούν σημαντικές εμπορικές συμφωνίες.

Η ανακοίνωση περιγράφει καθεμία από τις τρεις κινεζικές εταιρείες ως «συνεισφέρουσα στη στρατιωτικο-πολιτική σύντηξη» της αμυντικής βιομηχανικής βάσης της Κίνας, όρο που αναφέρεται στην επιθετική εθνική στρατηγική του κομμουνιστικού καθεστώτος της Κίνας για την ενσωμάτωση πολιτικών και εμπορικών φορέων στον εκσυγχρονισμό των ενόπλων δυνάμεών του.

Η καταχώρηση γίνεται βάσει του Νόμου Εξουσιοδότησης Εθνικής Άμυνας, ο οποίος ζητεί από τον υπουργό Πολέμου να εντοπίζει και να δημοσιεύει ετήσιο κατάλογο εταιρειών που συνδέονται με τον κινεζικό στρατό έως το 2030.

Παρότι ο χαρακτηρισμός λειτουργεί κυρίως ως προειδοποίηση προς τον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα σχετικά με τους κινδύνους για την εθνική ασφάλεια που συνδέονται με τις συγκεκριμένες εταιρείες και δεν συνεπάγεται άμεσες κυρώσεις, απαγορεύει στο Πεντάγωνο να συνάπτει ή να ανανεώνει συμβάσεις μαζί τους για αγαθά, υπηρεσίες ή τεχνολογία. Επιπλέον, απαγορεύει στο υπουργείο να προμηθεύεται έμμεσα προϊόντα από τις εταιρείες του καταλόγου μέσω τρίτων προμηθευτών.

Σύμφωνα με το κυβερνητικό έγγραφο, ο αναπληρωτής υπουργός Πολέμου έκρινε ότι οι οντότητες που περιλαμβάνονται στον κατάλογο δραστηριοποιούνται στην παροχή εμπορικών υπηρεσιών, στη μεταποίηση, στην παραγωγή ή στις εξαγωγές και λειτουργούν άμεσα ή έμμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο κατάλογος έχει διευρυνθεί από τις αρχές του 2025, με αξιοσημείωτες προσθήκες την εταιρεία ασύρματου εξοπλισμού TP-Link, τη φαρμακευτική εταιρεία WuXi AppTec, την εταιρεία ρομποτικής RoboSense Technology, η οποία αξιοποιεί την τεχνητή νοημοσύνη, τον όμιλο CALB, μερικώς κρατική εταιρεία και τέταρτο μεγαλύτερο κατασκευαστή μπαταριών ηλεκτρικών οχημάτων παγκοσμίως, καθώς και τη Hangzhou Yushu Technology, μία από τις κορυφαίες κινεζικές εταιρείες ρομποτικής, γνωστή και ως Unitree Robotics.

Ο επικαιροποιημένος κατάλογος περιλαμβάνει επίσης τις εταιρείες ηλιακής ενέργειας JA Solar Technology και Trina Solar, καθώς και αρκετές εταιρείες που δραστηριοποιούνται στους ημιαγωγούς και την τεχνητή νοημοσύνη. Μεταξύ αυτών είναι η Tianma Microelectronics, η οποία κατασκευάζει προηγμένες οθόνες μικροηλεκτρονικής, η BOE Technology Group, κορυφαία εταιρεία στην τεχνολογία οθονών ημιαγωγών, και η Zhongji Innolight, ο μεγαλύτερος παραγωγός οπτικών πομποδεκτών παγκοσμίως, οι οποίοι είναι κρίσιμης σημασίας για τα κέντρα δεδομένων τεχνητής νοημοσύνης.

Το Πεντάγωνο ανέφερε ότι κάθε οντότητα που περιλαμβάνεται στον κατάλογο μπορεί να προσβάλει την απόφαση, υποβάλλοντας σχετικά στοιχεία προς εξέταση.

Ανησυχία στο Κογκρέσο

Τον περασμένο Δεκέμβριο, εννέα βουλευτές και γερουσιαστές απέστειλαν επιστολή στο Πεντάγωνο, απαριθμώντας περισσότερες από δώδεκα εταιρείες οι οποίες, σύμφωνα με τους ίδιους, συμβάλλουν στον «εκσυγχρονισμό, στις επιχειρήσεις εσωτερικής ασφάλειας και στις δυνατότητες προβολής ισχύος» του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού της Κίνας. Τέσσερις από αυτές περιλαμβάνονται στον κατάλογο της 8ης Ιουνίου.

Ο Τζον Μούλενααρ (R-Mich.), ένας από τους εννέα νομοθέτες και πρόεδρος της Ειδικής Επιτροπής της Βουλής για το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας, δήλωσε ότι ο επικαιροποιημένος κατάλογος του Πενταγώνου αποτελεί «προειδοποίηση προς τις αμερικανικές επιχειρήσεις, όλα τα επίπεδα διακυβέρνησης και τον αμερικανικό λαό».

Σύμφωνα με τον Μούλενααρ, οι συγκεκριμένες κινεζικές εταιρείες συνεργάζονται με τον κινεζικό στρατό εις βάρος των εθνικών συμφερόντων των Ηνωμένων Πολιτειών. Πρόσθεσε ότι οι αμερικανικές επιχειρήσεις πρέπει να σταματήσουν να συνεργάζονται με αυτές τις απειλές για την εθνική ασφάλεια, διαφορετικά συμβάλλουν στην ενίσχυση της στρατιωτικής ισχύος της Κίνας.

Η εφημερίδα The Epoch Times επικοινώνησε με τις Alibaba, Baidu και BYD για σχόλιο.

Ο ΔΟΑΕ ζητά από το Ιράν πρόσβαση στις πυρηνικές εγκαταστάσεις του

Ο επικεφαλής του πυρηνικού εποπτικού οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών κάλεσε, τη Δευτέρα, το Ιράν να συνεργαστεί με τον οργανισμό και να επιτρέψει επιθεωρήσεις στις πυρηνικές του εγκαταστάσεις.

Το Ιράν δεν έχει συνεργαστεί με τον οργανισμό σχετικά με τα άλυτα ζητήματα ασφαλείας από πέρυσι, ανέφερε ο γενικός διευθυντής του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας (ΔΟΑΕ), Ραφαέλ Μαριάνο Γκρόσσι, σε δήλωση που εκδόθηκε στις 8 Ιουνίου, σημειώνοντας ότι η Τεχεράνη δεν έχει παράσχει στα Ηνωμένα Έθνη στοιχεία σχετικά με το εμπλουτισμένο σε υψηλό βαθμό ουράνιο που βρισκόταν στις εγκαταστάσεις που έπληξαν οι αμερικανικές δυνάμεις το περασμένο καλοκαίρι. Σύμφωνα με τον Γκρόσσι, έχει περάσει σχεδόν ένας χρόνος από τότε που ο οργανισμός είχε πρόσβαση σε οποιαδήποτε από τις δηλωμένες πυρηνικές εγκαταστάσεις που χτυπήθηκαν κατά τις στρατιωτικές επιθέσεις τον Ιούνιο του 2025. Η έλλειψη πληροφοριών για τα πυρηνικά υλικά που βρίσκονταν στις εγκαταστάσεις αυτές είναι παράγοντας ανησυχίας, καθώς σε αυτά περιλαμβάνεται και ουράνιο εμπλουτισμένο σε μεγάλο βαθμό.

Ο Γκρόσσι κάλεσε το Ιράν να συνεργαστεί εποικοδομητικά με τον οργανισμό, ώστε να διευκολυνθεί η πλήρης και αποτελεσματική εφαρμογή των διασφαλίσεων για τη συμμόρφωση με διάταξη της Συνθήκης για τη Μη Διάδοση των Πυρηνικών Όπλων, της διεθνούς συνθήκης του 1970 που αποσκοπεί στην αποτροπή της εξάπλωσης των πυρηνικών όπλων.

Κατά τη διάρκεια του πολέμου μεταξύ Ιράν και Ηνωμένων Πολιτειών, ο αξιωματούχος του ΟΗΕ σημείωσε ότι κατέστη δυνατό να επαναληφθεί μέρος της επιτόπιας δραστηριότητας επαλήθευσης στο Ιράν την περασμένη εβδομάδα, όταν ο οργανισμός πραγματοποίησε επιθεώρηση ρουτίνας στον πυρηνικό σταθμό του Μπουσέρ. Ωστόσο, όπως είπε, δεν έχουν πραγματοποιηθεί άλλες επιθεωρήσεις σε ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις τους τελευταίους μήνες.

Το Ιράν διαθέτει σχεδόν 450 κιλά ουρανίου εμπλουτισμένου σε καθαρότητα 60%. Για την κατασκευή πυρηνικών όπλων χρειάζεται ουράνιο εμπλουτισμένο κατά 90%, σύμφωνα με τον ΔΟΑΕ.

Ο πρόεδρος Τραμπ έχει καλέσει το Ιράν είτε να παραδώσει το εμπλουτισμένο ουράνιο είτε να το καταστρέψει. Έχει επίσης δηλώσει ότι το υλικό βρίσκεται θαμμένο κάτω από βουνό που κατέρρευσε κατά τη διάρκεια των επιδρομών του περασμένου έτους. Σε πρόσφατες συνεντεύξεις και δημόσιες εμφανίσεις του έχει αναφερθεί στο ενδεχόμενο ανάκτησης του υλικού από τον αμερικανικό στρατό.

Εδώ και χρόνια, αξιωματούχοι των Ηνωμένων Πολιτειών, της Ευρώπης και του Ισραήλ υποστηρίζουν ότι το Ιράν επιδιώκει να αποκτήσει πυρηνικά όπλα, ωστόσο η Τεχεράνη το αρνείται σταθερά, επιμένοντας ότι οι πυρηνικές της εγκαταστάσεις προορίζονται για ειρηνικούς σκοπούς και ότι η πετρελαιοπαραγωγός χώρα έχει το δικαίωμα να αξιοποιεί την πυρηνική ενέργεια.

Η δήλωση του Γκρόσσι έρχεται σε μια περίοδο αυξημένης έντασης στη Μέση Ανατολή, καθώς Ισραήλ και Ιράν αντάλλαξαν πυρά το βράδυ της Κυριακής προς ξημερώματα της Δευτέρας. Μετά το πέρας των επιθέσεων, και οι δύο χώρες άφησαν να εννοηθεί ότι θα σταματούσαν τις στρατιωτικές επιχειρήσεις τους.

Ο ιρανικός στρατός ανακοίνωσε ότι σταματά τα επιθετικά πλήγματα, ενώ ο πρωθυπουργός του Ισραήλ, Μπενιαμίν Νετανιάχου, ανέφερε σε δήλωσή του ότι ο τρέχων γύρος συγκρούσεων είχε ολοκληρωθεί. Προειδοποίησε ωστόσο ότι εάν το Ιράν κάνει το λάθος να επιτεθεί εκ νέου εναντίον του Ισραήλ, η απάντηση θα είναι σφοδρή.

Οι αξιωματούχοι δεν έχουν καταφέρει να μετατρέψουν την κατάπαυση του πυρός του Απριλίου σε συμφωνία που θα τερματίσει οριστικά τη σύγκρουση. Παρ’ όλα αυτά, ο πρόεδρος Τραμπ εμφανίστηκε αισιόδοξος τη Δευτέρα σε ανάρτησή του στο Truth Social, αναφέροντας ότι βρίσκονται σε εξέλιξη οι τελικές διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό των εχθροπραξιών, οι οποίες αναμένει να προχωρήσουν γρήγορα.

Με πληροφορίες από το Associated Press

Αριστερά και Ισλάμ

Η εμφάνιση πολιτικών από τον χώρο της Αριστεράς — στην Ελλάδα αλλά και σε άλλες χώρες της Ευρώπης — με φωτογραφίες του Αλί Χαμενεΐ σε διαδηλώσεις κατά του πολέμου στο Ιράν ξένισε.

Η υποστήριξη στο πρόσωπο του πρώην ηγέτη του θεοκρατικού καθεστώτος του Ιράν — ενός καθεστώτος γνωστού για τη βία που ασκούσε κατά όλων των πολιτών του, αλλά ιδίως κατά των γυναικών — φαντάζει παράταιρη από ανθρώπους που υποστηρίζουν το φεμινιστικό κίνημα, τη ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα, την ελευθερία έκφρασης και τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Αρκούν τα αντιπολεμικά αισθήματα και η εναντίωση στη συνδυασμένη επίθεση των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ κατά της Τεχεράνης για να δικαιολογήσουν μία τέτοια κίνηση;

Η στάση της Αριστεράς τις τελευταίες δεκαετίες δείχνει ότι υπάρχει μία σύνδεση μεταξύ των δύο ιδεολογιών, παρά την ασυμβατότητά τους. Οι θέσεις της για το μεταναστευτικό, την πολυπολιτισμικότητα και τα δικαιώματα των μειονοτήτων συνιστούν σαφή υποστήριξη προς τις ισλαμικές κοινότητες, υποστήριξη την οποία τα μέλη που έχουν μεταναστεύσει σε δυτικές χώρες ανταποδίδουν με την ψήφο τους σε μεγάλο ποσοστό, σύμφωνα με το transform! europe, δίκτυο ευρωπαϊκών αριστερών οργανώσεων.

Αιχμή του δόρατος της σύμπραξης των δύο κοινοτήτων αποτελούν οι κινητοποιήσεις για το παλαιστινιακό ζήτημα, το οποίο έχει αναχθεί από εδαφικό σε ιδεολογικό/θρησκευτικό και γιγαντωθεί μέσα στη διετία 2023-2025 — την περίοδο των επιχειρήσεων του Ισραήλ στη Γάζα μετά από την τρομοκρατική επίθεση της Χαμάς σε ισραηλινά εδάφη. Στο πλαίσιο του κινήματος «Λευτεριά στην Παλαιστίνη», οι Άραβες της Παλαιστίνης προβάλλουν ως ένας λαός, ένα έθνος, που υποφέρει υπό την ισχύ των αποικιοκρατών Εβραίων που τους στερούν το δικαίωμα να ζήσουν στη γη τους. Πρόκειται για ένα αφήγημα με ισχυρό ηθικό έρεισμα — ιδίως όταν ενισχύεται από τις εικόνες των αμάχων που υποφέρουν συνεπείᾳ των συγκρούσεων — το οποίο ωστόσο παραλείπει να εξετάσει τι συμβαίνει από την άλλη πλευρά. Ως αποτέλεσμα, οι Ισραηλινοί δαιμονοποιούνται και στο πρόσωπό τους ενσαρκώνεται το κακό.

Αυτή είναι η ιδέα που καλλιεργούν εν γένει οι ισλαμιστές για τους Εβραίους, αποκαλώντας τη χώρα του Ισραήλ «μικρό Σατανά»· οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι ο «μεγάλος Σατανάς» και μαζί αποτελούν τον κοινό εχθρό. Αυτό είναι και ένα από τα σημεία συνάντησής τους με την Αριστερά, που πολεμά κατά του ιμπεριαλισμού — του αμερικανικού ιμπεριαλισμού ειδικά, παραγνωρίζοντας τον ισλαμικό, τον σοβιετικό, τον κινεζικό και άλλες εκφάνσεις του.

Η σχέση δεν είναι νέα, αλλά ανάγεται στις αρχές του 20ού αιώνα. Η γέννηση, διαμόρφωση και εξέλιξή της διαμορφώνεται από τις εκάστοτε ιστορικές, κοινωνικές και γεωγραφικές συνθήκες, ακολουθώντας άλλοτε πορεία σύγκλισης και άλλοτε απόκλισης.

Η καταγωγή της συμμαχίας

Η πρώτη συνέργεια μεταξύ Ισλάμ και αριστεράς μπορεί να εντοπιστεί ήδη στην μπολσεβίκικη επανάσταση, στη Ρωσία των αρχών του 20ού αιώνα, όπου οι μουσουλμάνοι έφθαναν τα 13.600.000, σε σύνολο 125.600.000 (σύμφωνα με απογραφή του 1897). Για να κερδίσουν αυτόν τον πληθυσμό, στον αγώνα τους κατά της καθεστηκυίας τάξης, οι κομμουνιστές «απέφυγαν να βάλουν ως προϋπόθεση για να δεχτούν κάποιον στις γραμμές τους το να αποκηρύξει κάποιος τη θρησκεία του» (Λέανδρος Μπόλαρης, Μπολσεβίκοι και Ισλάμ, 2014), αλλά προέβαλαν τα ταξικά ζητήματα και την καταπίεση από τους γαιοκτήμονες. Αργότερα δε «έγινε κομματική η θέση ότι η ‘απαλλαγή από τις θρησκευτικές προκαταλήψεις’ αφορούσε τα κομματικά μέλη που ήταν Ρώσοι και όχι τους μουσουλμάνους» (ό.π.).

Το 1920, στο «Συνέδριο των Λαών της Ανατολής» που οργάνωσε η Κομμουνιστική Διεθνής για την ενίσχυση του αγώνα της στην Ασία, ο Ζηνόβιεφ, πρόεδρος της Διεθνούς, απηύθυνε έκκληση στους 2.000 αντιπροσώπους από τις μουσουλμανικές περιοχές της Ρωσίας, από την Περσία, την Αρμενία, την Ινδία, την Τουρκία και αλλού, που παρίστατο, να αγωνιστούν ενάντια στον ιμπεριαλισμό: «Σας καλούμε σε τζιχάντ (σ.σ. ιερό πόλεμο) για τη δική σας ζωή, τη δική σας ελευθερία, τα δικά σας συμφέροντα». Οι περισσότεροι από τους συμμετέχοντες δεν ήταν επαναστάτες, αλλά ανεξάρτητοι ή μέλη εθνικιστικών και ισλαμιστικών οργανώσεων (ό.π.).

Η στάση αυτή των μπολσεβίκων είχε θετικά αποτελέσματα, τα οποία διήρκεσαν μέχρι που ο Στάλιν διεύρυνε την εκστρατεία κατά της θρησκείας τις δεκαετίες 1920-1930, επιτιθέμενος και στο Ισλάμ. Αυτό απομάκρυνε τους μουσουλμάνους από τις τάξεις των μπολσεβίκων και οδήγησε ένα τμήμα του πληθυσμού της κεντρικής Ασίας να μεταναστεύσει νότια, σε Τουρκία και Μέση Ανατολή.

Η κατάλυση του χαλιφάτου και η γέννηση του πολιτικού Ισλάμ

Την ίδια εποχή, ο μουσουλμανικός κόσμος βίωσε ένα ισχυρό πλήγμα με την κατάρρευση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και την κατάλυση του «επίσημου» χαλιφάτου, στις 3 Μαρτίου 1924, από την Τουρκική Εθνοσυνέλευση, που άφησε το Ισλάμ χωρίς ανώτατο ηγέτη. Για να κατανοηθεί το κρίσιμο αυτό γεγονός πρέπει να αναφερθεί η σημασία του θρησκευτικού νόμου στις τάξεις των μουσουλμάνων, όπου ο θεϊκός νόμος είναι και ο μόνος που έχει αξία. Κατά συνέπεια, ο θρησκευτικός ηγέτης συνιστά την ανώτατη εξουσία.

Αν και στους κόλπους του Ισλάμ ο θεσμός του χαλιφάτου έχει κατά καιρούς αμφισβητηθεί ή υποκατασταθεί (π.χ. μεταξύ των Σιιτών από το ιμαμάτο), αναδείχθηκε σε πρωτεύον αίτημα της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, του κινήματος που ίδρυσε στην Αίγυπτο το 1928 ο ιμάμης Χασάν αλ Μπάνα. Η Μουσουλμανική Αδελφότητα, η οποία είχε εξαρχής κοινωνική και πολιτική διάσταση, διακήρυξε την ένωση του ισλαμικού κόσμου και την αντικατάσταση του Συντάγματος με το Κοράνι.

Η εξάπλωση των ιδεών της Μουσουλμανικής Αδελφότητας και η ανάπτυξή της ήταν ραγδαία, και η οργάνωση θεωρείται  πηγή όλων των επακόλουθων ισλαμιστικών κινημάτων. «Αποθεολογικοποιώντας και ιδεολογικοποιώντας το Ισλάμ, οι ισλαμιστές το ανήγαγαν σε ένα πλήρες σύστημα απ’ όπου θα μπορούσαν να αντληθούν οι λύσεις για όλα τα προβλήματα του καιρού τους», σημειώνει ο Πάνος Κουργιώτης, αραβολόγος και Δρ Πολιτικών Επιστημών ΑΠΘ. Το Ισλαμικό Κράτος (ISIS) είναι το πιο γνωστό ίσως παράδειγμα, με εκτεταμένη δράση σε Συρία, Ιράκ και Υεμένη, αλλά και σε Αλγερία, Βοσνία, Τσετσενία, με συμμετοχή σε εμφύλιους πολέμους μουσουλμανικών κρατών.

Η Αριστερά στη Μέση Ανατολή

Μετά από την ίδρυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς (ή Κομιντέρν ή Γ΄Διεθνής) το 1919, στη Μόσχα, η κομμουνιστική ιδεολογία άρχισε να προωθείται και στην περιοχή της Μέσης Ανατολής, οδηγώντας στη σύσταση των πρώτων μαρξιστικών κομμάτων, με τα πρώτα να σχηματίζονται σε Λίβανο, Συρία, Αίγυπτο και Ιράκ. Με την πάροδο του χρόνου, τα κόμματα αυτά οργανώθηκαν καλύτερα και εδραιώθηκαν, αναπτύσσοντας την ιδεολογία και τη δράση τους κυρίως κατά της ‘αποικιοκρατίας’ και του ιμπεριαλισμού, και εισάγοντας εθνικιστικά στοιχεία στον λόγο τους. Η απαλλαγή από τις βρετανικές και γαλλικές δυνάμεις που είχαν αναλάβει τη διοίκηση της περιοχής μετά από την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αποτέλεσε καθοριστικό παράγοντας ως προς τη διαμόρφωση της ταυτότητας και των στόχων τους.

Παράλληλα ιδρύθηκαν κομμουνιστικά κόμματα Ιράν και Παλαιστίνης (στο οποίο συμμετείχαν τόσο Εβραίοι όσο και Άραβες). Χαρακτηριστική για τα περισσότερα κομμουνιστικά κόμματα της περιοχής ήταν η ανάγκη συμβιβασμού με το θρησκευτικό, αλλά και το εθνικιστικό στοιχείο. Στην περίπτωση του Ιράν, έχουμε το παράδειγμα της συνεργασίας των ισλαμιστών με τους αριστερούς για την εκδίωξη του φιλοδυτικού σάχη, το 1979. Ωστόσο, αμέσως μετά την επιτυχία της Επανάστασης, οι ισλαμιστές επεδίωξαν και πέτυχαν να αναλάβουν την εξουσία, διώκοντας τους αριστερούς και εγκαθιδρύοντας το ισλαμικό καθεστώς που ηγείται της χώρας μέχρι και σήμερα.

Στην Αίγυπτο συνεργάστηκαν με τη νασερική πτέρυγα, ενώ σε Ιράκ και Σύρια με το Αραβικό Σοσιαλιστικό (και εθνικιστικό) Κόμμα Μπάαθ. Σε γενικές γραμμές, όμως, παρέμειναν περιθωριοποιημένα, ενίοτε και παράνομα, και εκτός εξουσίας.

Η σύσταση του κράτους του Ισραήλ προκάλεσε διχασμό στις θέσεις τους, ιδίως τα πρώτα χρόνια. Ο διχασμός οφείλετο κυρίως στην υποστήριξη της Σοβιετικής Ένωσης στη δημιουργία εβραϊκού κράτους, κάτι που ερχόταν σε αντίθεση με τα αραβικά συμφέροντα. Ορισμένα κομμουνιστικά κόμματα, όπως αυτά της Συρίας, του Λιβάνου και του Ιράκ, ακολούθησαν τη σοβιετική θέση αρχικά, ενώ άλλα αντιμετώπισαν εσωτερικές διαιρέσεις. Ωστόσο, οι διαδοχικοί πόλεμοι έγειραν την πλάστιγγα σαφώς υπέρ του αραβικού, αντι-εβραϊκού κινήματος, με την ίδια τη Σοβιετική Ένωση να αλλάζει στάση μετά από τον Πόλεμο των Έξι Ημερών (1967), οδηγώντας σε μία ενιαία αριστερή φιλο-αραβική στάση.

Το Ισλάμ στη Δύση

Η διάδοση της αριστερής ιδεολογίας στις δυτικές κοινωνίες και η άνοδος πολιτικών υπέρ των μειονοτήτων, της μετανάστευσης, της πολυπολιτισμικότητας κ.ο.κ., συνέτεινε σε μία ραγδαία αύξηση του μουσουλμανικού πληθυσμού σε Ευρώπη και Ηνωμένες Πολιτείες τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Σύμφωνα με Pew Research, το ποσοστό αύξησης των μουσουλμάνων στην Ευρώπη τη δεκαετία 2010-2020 καταγράφεται ως 15,9%, ενώ σε παγκόσμιο επίπεδο 20,7%.

Η αύξηση αυτή αποδίδεται αφ’ ενός στην είσοδο νέων μεταναστών (π.χ. μεγάλα κύματα από τη Συρία μεταξύ 2011-2015), αφ’ ετέρου στον πολλαπλασιασμό μέσω γεννήσεων του υπάρχοντος πληθυσμού. Σε συνδυασμό με την υπογεννητικότητα που καταγράφεται μεταξύ των γηγενών Ευρωπαίων, τα ποσοστά των κοινοτήτων παρουσιάζονται ακόμα πιο υψηλά.

Η αριθμητική ενίσχυση των μουσουλμανικών κοινοτήτων συνέβαλε στην κατοχύρωσή τους ως υπολογίσιμη δύναμη και στο πολιτικό επίπεδο, όπου και εκδηλώνεται η συμμαχία τους με την Αριστερά — η λεγόμενη «κοκκινοπράσινη συμμαχία» (όπου κόκκινο το χρώμα της αριστεράς και πράσινο του Ισλάμ) ή, κατά άλλους, «ανίερη συμμαχία».

Όπως αναφέρεται, η μουσουλμανική κοινότητα τείνει να υιοθετεί πολιτικά μία συμπαγή στάση, ακολουθώντας συνήθως τις επιταγές των θρησκευτικών ηγετών, που καθοδηγούν την ψήφο τους. Συνιστούν λοιπόν μία δεξαμενή ψηφοφόρων πολύτιμη για τα κόμματα και τους υποψηφίους που υποστηρίζουν τα συμφέροντά τους. Οι αντι-αμερικανικές, αντι-ιμπεριαλιστικές, αντι-καπιταλιστικές θέσεις, σε συνδυασμό με την απόρριψη των πολιτικών ελευθεριών και την έμφαση στην υποστήριξη των μειονοτήτων και των καταπιεσμένων, επί του παρόντος επικρατούν των διαφορών μεταξύ των δύο ιδεολογιών, συνδέοντας Αριστερά και Ισλάμ, σε μία σχέση φαινομενικά αμοιβαία επωφελή: οι αριστεροί κερδίζουν πολιτική ισχύ, οι μουσουλμάνοι αποκτούν δικαιώματα και κυβερνητική στήριξη/ανοχή απέναντι στις κοινότητές τους, τα ήθη και τα έθιμά τους, καθώς και για το παλαιστινιακό κίνημα.

Τα εκατέρωθεν οφέλη

Η συνέργεια Ισλάμ και Αριστεράς, θεμελιωμένη πάνω στον αντισημιτισμό και τον αντιδυτικισμό, εξυπηρετεί τις δύο ιδεολογίες σε πολλαπλά επίπεδα.

Αποδεχόμενοι ότι για μία μεγάλη μερίδα του ισλαμικού κόσμου είναι ζωντανό το όραμα της αναβίωσης του χαλιφάτου και της διάδοσης του Ισλάμ, σύμφωνα με τις επιταγές του Κορανίου, υποστηρίζεται ότι η διάβρωση της Δύσης αποτελεί το πρώτο βήμα προς αυτόν τον στόχο. Μέσω διείσδυσης στις δυτικές κοινωνίες, επιτυγχάνεται η υπονόμευση των δυτικών αξιών και η αποδυνάμωση ενός ισχυρότερου αντιπάλου.

Η Αριστερά συμμερίζεται την εναντίωση στις δυτικές αξίες και τον τρόπο ζωής, καθώς και την ανάγκη για αποφυγή μιας άμεσης αντιπαράθεσης. Έχοντας υποστεί σημαντικό πλήγμα μετά από την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, επίσης επαφίεται προς το παρόν στη διάβρωση των δυτικών αξιών. Απορρίπτοντας τις δυτικές πρακτικές, απορρίπτονται και οι αξίες (ελευθερία λόγου και πίστης, χριστιανική πίστη, πατριωτισμός, οικογένεια) πάνω στις οποίες θεμελιώθηκαν οι δυτικές δημοκρατίες.

Το Ισλάμ παρέχει στην Αριστερά μεγάλη λαϊκή βάση και ψήφους, και συμβάλλει στην προώθηση μιας κοινής ατζέντας (πολυπολιτισμικότητα, πολυπολικός κόσμος). Ως ‘μειονότητα’ ενισχύει την αριστερή ρητορική υπέρ των καταπιεσμένων και αδικημένων και παρέχει υποστήριξη σε κοινωνικές αναταραχές που αποσταθεροποιούν την κρατική πολιτική.

Από την πλευρά της, η Αριστερά παρέχει υποστηρικτικές πολιτικές και νόμους. Προωθεί την αποδοχή των μεταναστών — ακόμα και των παράνομων — υποστηρίζει την έλλειψη επαρκών ελέγχων και πολιτικών αφομοίωσης, ενώ προβάλλει το ‘δικαίωμα στη μετανάστευση’, διευκολύνοντας την είσοδο μουσουλμάνων και την εδραίωση της μουσουλμανικής κοινότητας με τα έθιμα και τις πρακτικές που τη διακρίνουν, ακόμη και όταν έρχονται σε αντίθεση με τα ήθη της χώρας φιλοξενίας ή ακόμη κι όταν φαίνεται να επιβαρύνεται ο γηγενής πληθυσμός.

Το βαθύτερο χάσμα

Ωστόσο, πέρα από τα κοινά στοιχεία που συνδέουν αριστερούς και ισλαμιστές, υπάρχει και μία άβυσσος που τους χωρίζει. Η εξέλιξη και διεύρυνση της αριστερής ατζέντας, που περιλαμβάνει την υποστήριξη στα δικαιώματα της γυναίκας και των ομοφυλόφιλων, και σε πρακτικές όπως η άμβλωση και η φυλομετάβαση, βρίσκεται στον αντίποδα της ιδεολογίας και των αρχών του Ισλάμ. Αυτό, όμως, μοιάζει να μην γίνεται αντιληπτό από τους υποστηρικτές του παλαιστινιακού κινήματος, παρατηρεί σε εκπομπή του Τζον Άντερσον ο Νιλ Φέργκιουσον [Niall Ferguson], Βρετανός ιστορικός και ανατόμος των σύγχρονων κοινωνιών, καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ.

Υπό συζήτηση τίθεται επίσης η ικανότητα των ισλαμικών κοινοτήτων σαν σύνολα να προσαρμοστούν στο δυτικό δημοκρατικό σύστημα.

Όπως σχολιάζει ο Πέζαχ Βολίκι [Pesach Wolicki, 6/5/2026] πάνω στην άποψη της Αγιάαν Χίρσι Άλι για την ασυμβατότητα Ισλάμ και δημοκρατίας (το Ισλάμ δεν αποδέχεται το δικαίωμα του ανθρώπου να θεσπίζει νόμους, αλλά αποδέχεται μόνο τη Σαρία, τον θείο νόμο, σύμφωνα με την Άλι), υπάρχει μία θεμελιώδης διαφορά μεταξύ των δύο. Αυτή εντοπίζεται, κατά τον Βολίκι, στη ρητή δέσμευση/συμφωνία που διακρίνει τη σχέση Θεού–ανθρώπων στον Ιουδαϊσμό και τον Χριστιανισμό, που ενδυναμώνουν τον άνθρωπο. Αντιθέτως, ο όρος ‘Ισλάμ’ σημαίνει, κυριολεκτικά, υποταγή. Το Κοράνι απαιτεί απόλυτη υπακοή στον λόγο του Θεού. Οι Γραφές των πρώτων περιέχουν το δικαίωμα των ανθρώπων να θεσπίζουν νόμους για τη διαβίωση τους στον κόσμο: ο Θεός δίνει ένα ευρύ πλαίσιο και την εξουσία στους ανθρώπους να ορίζουν τη ζωή τους.

Ανάλογη επισήμανση κάνει και ο Κορνήλιος Καστοριάδης, στην «Ιδιαιτερότητα των Ελλήνων, τόμος Α΄» για τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό: την ελευθερία που παρείχε στους ανθρώπους η ελληνική μη αποκαλυπτική θρησκεία να θεσμίζουν νόμους που ρυθμίζουν τη ζωή και τις σχέσεις στον ανθρώπινο κόσμο, αντί να ακολουθούν πιστά ένα σύνολο θείων εντολών — ένα κρίσιμο κληροδότημα της ελληνικής πολιτικής ζωής και φιλοσοφίας προς τη Δύση.

Ο ίδιος, σε συζήτηση με τον Πιερ Υσμάλ [Pierre Ysmal], το 1991, απαντάει σε ερώτημα για την αποικιοκρατία ως μείζον αμάρτημα της Δύσης (άποψη που είχε διατυπώσει ο Κλωντ Λεβί-Στρως [Claude Levi Strauss]):

«Ο ισχυρισμός είναι ιστορικά εσφαλμένος. Οι Έλληνες, οι Ρωμαίοι, οι Άραβες επιχείρησαν όλοι και έφεραν σε πέρας τεράστια εγχειρήματα αποικισμού. Ακόμη περισσότερο, αφομοίωσαν ή προσηλύτισαν — με το καλό ή με τη βία — τους κατεκτημένους λαούς. Οι Άραβες παρουσιάζονται τώρα σαν τα αιώνια θύματα της Δύσης. Είναι μια τραγελαφική μυθολογία. Οι Άραβες ήταν από τον καιρό του Μωάμεθ κατακτητικό έθνος, που επεκτάθηκε στην Ασία, την Αφρική και την Ευρώπη (Ισπανία, Σικελία, Κρήτη), εξαραβίζοντας τους κατακτημένους πληθυσμούς. Πόσοι ‘Άραβες’ υπήρχαν στην Αίγυπτο στις αρχές του 7ου αιώνα; Η σημερινή επέκταση των Αράβων (και του Ισλάμ) είναι προϊόν της κατάκτησης και του περισσότερο ή λιγότερο αναγκαστικού προσηλυτισμού των υποταγμένων πληθυσμών στο Ισλάμ. Στη συνέχεια, οι Άραβες υπέστησαν με τη σειρά τους την κυριαρχία των Τούρκων για περισσότερο από τέσσερις αιώνες. Ο δυτικός ημιαποικισμός δεν διήρκεσε, στη χειρότερη περίπτωση (Αλγερία), παρά εκατόν τριάντα χρόνια, και στις άλλες πολύ λιγότερο. Κι εκείνοι που πρώτοι εισήγαγαν το δουλεμπόριο στην Αφρική, τρεις αιώνες πριν από τους Ευρωπαίους, ήταν οι Άραβες.

»Όλα αυτά δεν μειώνουν το βάρος των αποικιακών εγκλημάτων των Δυτικών. Δεν πρέπει όμως να μας διαφεύγει μια ουσιώδης διαφορά. Πολύ νωρίς, από τον καιρό του Μονταίν, άρχισε στη Δύση μια εσωτερική κριτική της αποικιοκρατίας που κατέληξε ήδη τον 19ο αιώνα στην κατάργηση της δουλείας (η οποία εξακολουθεί να υπάρχει σε ορισμένες μουσουλμανικές χώρες), και τον 20ό αιώνα, στην άρνηση των ευρωπαϊκών και αμερικανικών πληθυσμών (Βιετνάμ) να πολεμήσουν για να διατηρήσουν τις αποικίες. Δεν είδα ποτέ έναν Άραβα ή έναν οποιονδήποτε μουσουλμάνο να κάνει την ‘αυτοκριτική’ του, την κριτική της κουλτούρας του από αυτή την άποψη. Το αντίθετο· δείτε το σημερινό Σουδάν ή τη Μαυριτανία». (Ακυβέρνητη Κοινωνία, σελ. 278–279)

Λάρισα: Η πρώτη ιδιωτική άδεια για δείγματα πυροβόλων όπλων και ο μακρύς δρόμος έως την παραγωγή

Μια υπόθεση που ξεκίνησε πριν από έξι χρόνια περίπου, στη Λάρισα, επανέρχεται στο προσκήνιο, όχι μόνο λόγω του τεχνικού της αντικειμένου, αλλά κυρίως λόγω του θεσμικού προηγουμένου που φαίνεται να δημιουργεί. Ο Λαρισαίος κατασκευαστής όπλων Γιάννης Αράπκουλες, από τη Γιάννουλη, φέρεται να είναι ο πρώτος Έλληνας ιδιώτης που έλαβε από το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη άδεια προσωρινής κατασκευής δειγμάτων πυροβόλων όπλων. Η άδεια αφορά τέσσερα δείγματα και όχι, ακόμη, πλήρη εμπορική παραγωγή, στοιχείο που έχει σημασία να αποσαφηνιστεί, καθώς ορισμένα δημοσιεύματα παρουσίασαν την εξέλιξη πιο προωθημένη από όσο φαίνεται να είναι στην παρούσα φάση. 

Σύμφωνα με το αρχικό ρεπορτάζ που αναδημοσιεύτηκε από στρατιωτικούς και ειδησεογραφικούς ιστοτόπους, η προσπάθεια του κου Αράπκουλε ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο του 2020, ενώ είχε προηγηθεί, τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς, η έγκριση ISO. Χρειάστηκαν περίπου πεντέμισι χρόνια μέχρι να φτάσει στην προσωρινή άδεια για τέσσερα δείγματα πυροβόλων όπλων. Τα μοντέλα που αναφέρονται είναι ένα ημιαυτόματο τυφέκιο AR10 «ΤΙΤΑΝ», δύο ημιαυτόματα τυφέκια AR15 διαφορετικού διαμετρήματος και ένα επαναληπτικό τυφέκιο «KERVERUS». 

Το επόμενο στάδιο δεν είναι τυπικό. Τα δείγματα, μετά από σχετική άδεια μεταφοράς της ΕΛ.ΑΣ., προβλέπεται να σταλούν στη Λιέγη του Βελγίου, στον φορέα δοκιμών Banc d’Epreuves des Armes à Feu/Proefbank voor Vuurwapens, ώστε να εξεταστούν και να λάβουν το απαραίτητο πιστοποιητικό καταλληλότητας ή συμμόρφωσης. Μόνον εφόσον ολοκληρωθεί θετικά αυτή η διαδικασία θα μπορούν να επιστρέψουν στην Ελλάδα και να ανοίξει ο δρόμος για την κανονική άδεια κατασκευής και την πιθανή εμπορική διάθεση. 

Η επιλογή της Λιέγης δεν είναι τυχαία. Ο βελγικός φορέας αποτελεί επίσημη τράπεζα δοκιμών πυροβόλων όπλων, ενώ η Μόνιμη Διεθνής Επιτροπή για την Πιστοποίηση των Ελαφρών Όπλων (C.I.P.) θέτει κοινούς κανόνες για τον έλεγχο όπλων και πυρομαχικών και την αμοιβαία αναγνώριση των σημάτων δοκιμής μεταξύ των κρατών-μελών της. Η C.I.P. αναφέρει ότι κάθε φορητό όπλο και τα βασικά του μέρη πρέπει να υποβάλλονται σε νόμιμες δοκιμές στην τράπεζα δοκιμών της χώρας C.I.P. όπου βρίσκεται ο κατασκευαστής ή, για εισαγόμενα όπλα, στη χώρα όπου εισάγονται για πρώτη φορά. 

Η υπόθεση έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και για έναν ακόμη λόγο: αναδεικνύει το αυστηρό και συχνά βαρύ ελληνικό πλαίσιο γύρω από την κατασκευή, εμπορία και διάθεση όπλων. Ο ν. 2168/1993 προβλέπει ότι η κατασκευή, μετασκευή, συναρμολόγηση, επεξεργασία ή επισκευή τέτοιων ειδών στην Ελλάδα επιτρέπεται μόνο κατόπιν αδείας του υπουργείου Δημόσιας Τάξης, σημερινού υπουργείου Προστασίας του Πολίτη. Η ίδια νομοθεσία αντιμετωπίζει με γενική απαγόρευση την εμπορία και διάθεση όπλων, εκτός από τις ειδικά προβλεπόμενες περιπτώσεις. 

Η διοικητική διαδικασία δεν περιορίζεται σε μία απλή αίτηση. Η υπουργική απόφαση 3009/2/23α/1994 περιγράφει δικαιολογητικά και διαδικασίες για τις άδειες του ν. 2168/1993, ενώ προβλέπει, μεταξύ άλλων, αίτηση, στοιχεία φυσικού ή νομικού προσώπου, ποινικό μητρώο, ιατρικά πιστοποιητικά όπου απαιτούνται, καθώς και έλεγχο των όρων ασφαλείας από αρμόδια επιτροπή στις περιπτώσεις αδειών κατασκευής ή εμπορίας. 

Στην περίπτωση Αράπκουλε, η άδεια φαίνεται να έχει ιδιαίτερο χαρακτήρα ακριβώς επειδή αφορά την κατασκευή δειγμάτων, όχι την πλήρως παραγωγική φάση. Αυτό σημαίνει ότι η είδηση είναι σημαντική, αλλά δεν πρέπει να υπερτιμηθεί. Δεν μιλάμε ακόμη για όπλα διαθέσιμα στην αγορά ούτε για οριστική άδεια μαζικής παραγωγής. Μιλάμε για το πρώτο θεσμικό άνοιγμα ώστε ένας ιδιώτης κατασκευαστής να προχωρήσει νόμιμα στο στάδιο της πιστοποίησης των πρωτοτύπων του.

Το παρελθόν της υπόθεσης εξηγεί γιατί η σημερινή εξέλιξη προκαλεί ενδιαφέρον. Παλαιότερα δημοσιεύματα στον ειδικό αμυντικό Τύπο παρουσίαζαν την επιχείρηση AR.I OPLOTECHNIKI ως μια μικρή ελληνική μονάδα που ανέπτυσσε φορητό οπλισμό, αλλά ταυτόχρονα αντιμετώπιζε χρόνια γραφειοκρατικά και νομικά εμπόδια. Σε άρθρο του Hellenic Defence, τον Αύγουστο του 2025, αναφερόταν ότι οι καθυστερήσεις, τα νομικά κωλύματα και η στάση των αρμόδιων αρχών είχαν οδηγήσει τον κο Αράπκουλε ακόμη και στη σκέψη μεταφοράς δραστηριότητας στο εξωτερικό. 

Το ίδιο δημοσίευμα σημείωνε ότι πρόταση αναβάθμισης για τα G3 του Ελληνικού Στρατού είχε, κατά τον συντάκτη, γίνει αρχικά αποδεκτή, ότι παραδόθηκαν πενήντα συλλογές αναβάθμισης και ότι παρουσιάστηκαν δημόσια, αλλά το πρόγραμμα τελικά ματαιώθηκε. Το στοιχείο αυτό είναι κρίσιμο, γιατί δείχνει πως το ζήτημα δεν αφορά μόνο την κατασκευή πολιτικών ή σκοπευτικών όπλων, αλλά και την αδυναμία της ελληνικής διοίκησης να αξιολογήσει σταθερά εγχώριες ιδιωτικές πρωτοβουλίες στον ευαίσθητο χώρο του αμυντικού υλικού. 

Υπάρχει επίσης παλαιότερη δημοσιογραφική αναφορά ότι τα όπλα του κου Αράπκουλε είχαν κατασχεθεί με εισαγγελική εντολή και ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας απέρριψε αίτημά του για επιστροφή τους. Ωστόσο, από τα διαθέσιμα δημόσια αποτελέσματα δεν εντοπίζεται πλήρες κείμενο δικαστικής απόφασης ή αριθμός απόφασης που να επιτρέπει ασφαλή νομική αποτίμηση. Συνεπώς, το θέμα πρέπει να αναφερθεί ως μέρος του δημοσιογραφικά καταγεγραμμένου ιστορικού της υπόθεσης, όχι ως πλήρως τεκμηριωμένο δικαστικό συμπέρασμα. 

Η εικόνα που προκύπτει, λοιπόν, είναι σύνθετη. Από τη μία πλευρά, έχουμε έναν ιδιώτη τεχνικό και επιχειρηματία που επιμένει επί χρόνια να κινηθεί εντός νόμιμου πλαισίου, σε έναν τομέα όπου η Ελλάδα δεν έχει ουσιαστική ιδιωτική παράδοση. Από την άλλη, έχουμε ένα κράτος που, εύλογα, αντιμετωπίζει τα πυροβόλα όπλα ως θέμα δημόσιας ασφάλειας και όχι ως μια κοινή μεταποιητική δραστηριότητα. Το ζητούμενο είναι εάν μπορεί να υπάρξει θεσμική ισορροπία: αυστηρός έλεγχος, αλλά και σαφής, προβλέψιμη διαδικασία για όσους πληρούν τις προϋποθέσεις.

Η προσωρινή άδεια για τα τέσσερα δείγματα δεν λύνει όλα τα ζητήματα. Δεν απαντά ακόμη στο εάν τα όπλα θα πιστοποιηθούν επιτυχώς. Δεν απαντά στο εάν θα δοθεί κανονική άδεια κατασκευής. Δεν απαντά στο ποια αγορά θα μπορούν να εξυπηρετήσουν, υπό ποιες προϋποθέσεις και με ποιους περιορισμούς. Απαντά, όμως, σε κάτι βασικό: ότι η ελληνική διοίκηση αναγνώρισε, έστω για το στάδιο των δειγμάτων, τη δυνατότητα ενός ιδιώτη να προχωρήσει νόμιμα σε κατασκευή πυροβόλων όπλων υπό αυστηρή εποπτεία.

Για την Ελλάδα, μια χώρα που συχνά μιλά για αμυντική αυτάρκεια, εγχώρια παραγωγή και τεχνολογική αναβάθμιση, η υπόθεση Αράπκουλε είναι δοκιμασία συνέπειας. Δεν αρκεί ο ενθουσιασμός για κάθε τι «made in Greece» ούτε όμως και η προκαταβολική καχυποψία απέναντι σε κάθε ιδιωτική πρωτοβουλία. Χρειάζεται θεσμική σοβαρότητα: διαφανείς διαδικασίες, σαφή κριτήρια, τεχνική αξιολόγηση από αρμόδιους φορείς και αυστηρή τήρηση της νομοθεσίας.

Σήμερα, το πιο ακριβές συμπέρασμα είναι ότι ο Γιάννης Αράπκουλες έκανε ένα σημαντικό βήμα, όχι ότι έφτασε στο τέλος της διαδρομής. Η προσωρινή άδεια για τα δείγματα ανοίγει έναν δρόμο που μέχρι τώρα έμοιαζε κλειστός για Έλληνες ιδιώτες κατασκευαστές. Το εάν αυτός ο δρόμος θα οδηγήσει σε πραγματική παραγωγή, εμπορική διάθεση ή συμμετοχή σε κρατικές προμήθειες θα κριθεί στα επόμενα στάδια: στην πιστοποίηση, στις τελικές άδειες και στην ικανότητα της Πολιτείας να αξιολογεί χωρίς φόβο, αλλά και χωρίς εκπτώσεις στην ασφάλεια.

Από τα κέντρα δεδομένων στα καλοριφέρ: Πώς η Φινλανδία μετατρέπει τη θερμότητα του cloud σε δημόσιο αγαθό

Στη δημόσια συζήτηση για την τεχνητή νοημοσύνη και το υπολογιστικό νέφος (cloud), τα κέντρα δεδομένων εμφανίζονται συνήθως ως πρόβλημα: καταναλώνουν τεράστιες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας, χρειάζονται ψύξη όλο το 24ωρο και αυξάνουν την πίεση στα ηλεκτρικά δίκτυα. Στη Φινλανδία, όμως, μια από τις πιο ενδιαφέρουσες πλευρές της ψηφιακής οικονομίας δεν βρίσκεται στην οθόνη, αλλά κάτω από τους δρόμους: στο δίκτυο τηλεθέρμανσης που θα μεταφέρει ζεστό νερό σε κατοικίες, δημόσια κτίρια και επιχειρήσεις. Με αυτόν τον τρόπο, η θερμότητα που παράγουν οι διακομιστές της Microsoft δεν θα  απορρίπτεται στην ατμόσφαιρα, αλλά να αξιοποιείται για θέρμανση.

Το έργο είναι συνεργασία της Microsoft με τη φινλανδική ενεργειακή εταιρεία Fortum και αφορά την ευρύτερη περιοχή του Ελσίνκι, ειδικά τους δήμους Έσπου, Καουνιάινεν και Κιρκκονούμμι. Η Microsoft κατασκευάζει νέα κέντρα δεδομένων στη νότια Φινλανδία, ενώ η Fortum έχει αναπτύξει μεγάλες μονάδες αντλιών θερμότητας και ηλεκτρικών λεβήτων, ώστε η πλεονάζουσα θερμότητα από την ψύξη των διακομιστών να αναβαθμίζεται και να διοχετεύεται στο υφιστάμενο δίκτυο τηλεθέρμανσης. Σύμφωνα με την αρχική ανακοίνωση του 2022, οι τοποθεσίες των κέντρων δεδομένων επιλέχθηκαν εξαρχής με γνώμονα τη δυνατότητα άμεσης σύνδεσης με το δίκτυο της Fortum.

Η πιο πρόσφατη εξέλιξη ήρθε τον Μάιο του 2026: η Fortum ανακοίνωσε ότι οι μεγάλες μονάδες θερμότητας στο Κολαμπάκεν του Κιρκκονούμμι και στο Χεποκόρπι του Έσπου ξεκίνησαν παραγωγή. Προς το παρόν, οι εγκαταστάσεις παράγουν τηλεθέρμανση κυρίως μέσω αντλιών θερμότητας που αξιοποιούν τον αέρα, ηλεκτρικών λεβήτων και αποθήκευσης θερμότητας. Η ανάκτηση της θερμότητας από τα κέντρα δεδομένων της Microsoft θα προστεθεί σταδιακά από το επόμενο έτος, δηλαδή από το 2027, καθώς ολοκληρώνονται και τίθενται σε λειτουργία οι φάσεις των κέντρων δεδομένων. 

Τα μεγέθη είναι σημαντικά. Η Fortum αναφέρει ότι, όταν το σύστημα εφαρμοστεί πλήρως, αναμένεται η θερμότητα από τα κέντρα δεδομένων να καλύπτει περίπου το 40% της ετήσιας ζήτησης τηλεθέρμανσης στην περιοχή, η οποία αντιστοιχεί σε περίπου 2 τεραβατώρες τον χρόνο και αφορά περίπου 250.000 χρήστες. Οι μονάδες περιλαμβάνουν 40 αντλίες θερμότητας αέρα-νερού, 72 αντλίες νερού-νερού με δυνατότητα παραγωγής έως 180 MW τηλεθέρμανσης, 200 MW ηλεκτρικών λεβήτων και θερμική αποθήκη 20.000 κυβικών μέτρων, δηλαδή περίπου 800 MWh.

Το περιβαλλοντικό επιχείρημα είναι επίσης ισχυρό, αλλά πρέπει να διατυπωθεί σωστά. Η Fortum και η πόλη Έσπου έχουν μιλήσει για μείωση περίπου 400.000 τόνων CO₂ ετησίως όταν το σύστημα φτάσει σε πλήρη λειτουργία, καθώς η ανακυκλωμένη θερμότητα θα αντικαταστήσει τα ορυκτά καύσιμα στη θέρμανση, κυρίως άνθρακα, και μέρος της χρήσης φυσικού αερίου. Αν χρησιμοποιηθεί ως σύγκριση ο μέσος όρος της αμερικανικής EPA — περίπου 4,6 τόνοι CO₂ ανά επιβατικό αυτοκίνητο ετησίως — τότε οι 400.000 τόνοι ισοδυναμούν με περίπου 87.000 αυτοκίνητα. Άρα η διατύπωση «περίπου 80.000 αυτοκίνητα» είναι λογική ως τάξη μεγέθους, αν και παραμένει απλουστευτική.

Γιατί όμως αυτό γίνεται στη Φινλανδία και όχι αλλού; Η απάντηση βρίσκεται στη σύμπτωση τριών παραγόντων: ψυχρό κλίμα, ώριμα δίκτυα τηλεθέρμανσης και σχετικά καθαρή ηλεκτρική ενέργεια. Η τηλεθέρμανση δεν είναι καινούργια τεχνολογία. Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας, καλύπτει περίπου το 10% της παγκόσμιας ζήτησης θερμότητας στα κτίρια, με πολύ υψηλότερα ποσοστά στη Βόρεια και Ανατολική Ευρώπη. Το πρόβλημα είναι ότι διεθνώς περίπου το 90% της τηλεθέρμανσης εξακολουθεί να βασίζεται σε ορυκτά καύσιμα. Η νέα γενιά δικτύων μπορεί να ενσωματώσει αντλίες θερμότητας, γεωθερμία, βιοενέργεια, αποθήκευση και πλεονάζουσα θερμότητα από βιομηχανικές ή ψηφιακές εγκαταστάσεις.

Τα κέντρα δεδομένων είναι ιδανικές πηγές για τέτοια συστήματα επειδή λειτουργούν συνεχώς. Όλη σχεδόν η ηλεκτρική ενέργεια που καταναλώνει ένας διακομιστής μετατρέπεται σε θερμότητα. Σε πολλές εγκαταστάσεις παγκοσμίως αυτή η θερμότητα απορρίπτεται στον αέρα ή στο νερό, επειδή ο βασικός στόχος είναι να διατηρηθεί ο εξοπλισμός σε ασφαλή θερμοκρασία. Αν όμως υπάρχει κοντά ένα δίκτυο τηλεθέρμανσης, η θερμότητα μπορεί να συλλεχθεί, να αναβαθμιστεί με αντλίες θερμότητας και να χρησιμοποιηθεί σε κτίρια. Η IRENA σημειώνει ότι η ανάκτηση της θερμότητας από κέντρα δεδομένων μπορεί να μετατρέψει μια απώλεια σε χρήσιμο πόρο για κατοικίες και άλλα κτίρια μέσω δικτύων τηλεθέρμανσης 

Η υπόθεση, ωστόσο, δεν είναι μαγική λύση. Η θερμότητα των κέντρων  δεδομένων είναι συνήθως χαμηλής ή μέσης θερμοκρασίας, άρα χρειάζεται τεχνική αναβάθμιση. Χρειάζεται επίσης το κέντρο δεδομένων να βρίσκεται αρκετά κοντά σε δίκτυο τηλεθέρμανσης, διαφορετικά οι απώλειες και το κόστος των υποδομών αυξάνονται. Χρειάζονται σταθερά συμβόλαια μεταξύ εταιρειών cloud και παρόχων ενέργειας, ξεκάθαρη τιμολόγηση της θερμότητας, ρυθμιστικό πλαίσιο και δημόσια αποδοχή. Μια ανασκόπηση του 2025 στο Renewable and Sustainable Energy Reviews υπογραμμίζει ότι η τεχνολογία υπάρχει μεν, αλλά οι δυσκολίες σε τεχνικό, οικονομικό, θεσμικό και υποδομικό επίπεδο δεν έχουν ακόμη υπερκεραστεί.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση κινείται ήδη προς αυστηρότερη εποπτεία των κέντρων δεδομένων. Η Οδηγία για την Ενεργειακή Απόδοση εισήγαγε υποχρεώσεις παρακολούθησης και αναφοράς στοιχείων για την κατανάλωση ενέργειας και το περιβαλλοντικό αποτύπωμα των μεγάλων κέντρων δεδομένων, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει δημιουργήσει βάση δεδομένων και ετοιμάζει σχήματα αξιολόγησης της ενεργειακής τους απόδοσης. Αυτό δείχνει ότι η αξιοποίηση θερμότητας δεν είναι πια απλώς μια «πράσινη ιδέα» για εταιρικές ανακοινώσεις, αλλά μέρος μιας ευρύτερης ευρωπαϊκής συζήτησης για το πώς θα ελεγχθεί το ενεργειακό αποτύπωμα της ψηφιακής οικονομίας. 

Το φινλανδικό παράδειγμα έχει ιδιαίτερη αξία επειδή δεν αντιμετωπίζει τα κέντρα δεδομένων μόνο ως καταναλωτές ενέργειας, αλλά ως τμήματα ενός τοπικού ενεργειακού οικοσυστήματος. Η Fortum αναφέρει ότι ήδη αξιοποιεί πλεονάζουσα θερμότητα από επεξεργασία λυμάτων και μικρότερων κέντρων δεδομένων, ενώ με την προσθήκη των μεγάλων εγκαταστάσεων της Microsoft το μερίδιο της θερμότητας από πλεονάζουσες πηγές και αντλίες θερμότητας θα μπορούσε να αυξηθεί σημαντικά. Με άλλα λόγια, το μοντέλο δεν λέει ότι η ψηφιοποίηση δεν έχει κόστος. Λέει ότι αφού η θερμότητα παράγεται ούτως ή άλλως, είναι προτιμότερο να χρησιμοποιείται αντί να πετιέται. 

Υπάρχει όμως και ένα επικοινωνιακό μάθημα. Η φράση «η αποθήκευση cloud ζεσταίνει το σπίτι σου» είναι ελκυστική, αλλά κάπως απλουστευτική. Δεν πρόκειται ειδικά για αποθήκευση αρχείων, αλλά για ευρύτερες υπηρεσίες cloud, υπολογιστική ισχύ και κέντρα δεδομένων. Δεν πρόκειται επίσης για όλη τη Φινλανδία, αλλά για συγκεκριμένη περιοχή με υφιστάμενο δίκτυο τηλεθέρμανσης. Και, κυρίως, δεν πρόκειται ακόμη για πλήρως λειτουργικό σύστημα ανάκτησης θερμότητας από τους διακομιστές της Microsoft, αλλά για έργο που ξεκίνησε ενεργειακά το 2026 και θα ενσωματώνει τη θερμότητα των κέντρων δεδομένων σταδιακά από το 2027.

Παρά τις επιφυλάξεις, η κατεύθυνση είναι ουσιαστική. Καθώς η τεχνητή νοημοσύνη, το cloud και οι ψηφιακές υπηρεσίες αυξάνουν τη ζήτηση για κέντρα δεδομένων, οι κοινωνίες θα χρειαστούν όχι μόνο περισσότερη καθαρή ηλεκτρική ενέργεια, αλλά και καλύτερο σχεδιασμό υποδομών. Η Φινλανδία δείχνει ένα μοντέλο στο οποίο ο ψηφιακός κόσμος δεν αποκόπτεται από την πόλη γύρω του. Αντί το κέντρο δεδομένων να είναι ένα κλειστό, ενεργοβόρο κουτί στην άκρη της πόλης, γίνεται κόμβος που προσφέρει υπολογιστική ισχύ και, ταυτόχρονα, θερμότητα.

Το ερώτημα για το μέλλον δεν είναι αν κάθε πόλη μπορεί να αντιγράψει ακριβώς το φινλανδικό παράδειγμα. Δεν έχουν όλες το ίδιο κλίμα, την ίδια τηλεθέρμανση ή την ίδια πρόσβαση σε καθαρή ηλεκτρική ενέργεια. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι αν οι νέες ψηφιακές υποδομές θα σχεδιάζονται εξαρχής ως μέρος του ενεργειακού συστήματος. Στη Φινλανδία, η απάντηση που δοκιμάζεται είναι απλή αλλά ριζοσπαστική: η θερμότητα του cloud δεν πρέπει να χάνεται. Μπορεί να επιστρέφει στην πόλη, στα καλοριφέρ, στο ζεστό νερό και στην καθημερινότητα των πολιτών.

Εντείνονται τα ερωτήματα για την πολιτική μηδενικών εκπομπών άνθρακα του Καναδά

Ανάλυση ειδήσεων

Καθώς ο Καναδάς προχωρά προς την επίτευξη των κλιματικών του στόχων, αυξάνονται τα ερωτήματα σχετικά με το εάν ενδεχομένως υπερβολικά απαισιόδοξες προβλέψεις για το κλίμα οδήγησαν τη χώρα σε απώλεια επενδύσεων δισεκατομμυρίων δολαρίων και ταχείας οικονομικής ανάπτυξης επί χρόνια.

Η προσπάθεια του Καναδά να επιτύχει μηδενικές εκπομπές άνθρακα έως το 2050 έχει διαμορφώσει σημαντικές κυβερνητικές πολιτικές τα τελευταία χρόνια, συμπεριλαμβανομένης της τιμολόγησης του άνθρακα, των κανόνων για τις εκπομπές, των περιβαλλοντικών κανονισμών, καθώς και δαπάνες δισεκατομμυρίων δολαρίων σε πρωτοβουλίες καθαρής ενέργειας.

Οι εξελίξεις στο πεδίο της αξιολόγησης της κλιματικής κρίσης και του κινδύνου υπερθέρμανσης του πλανήτη δείχνουν ότι ερευνητές που συνεργάζονται με την κλιματική επιτροπή του ΟΗΕ διατυπώνουν προσδοκίες λιγότερο απαισιόδοξες πλέον, υποστηρίζοντας ότι αυτό αποτελεί ένδειξη πως οι δράσεις για το κλίμα αποδίδουν.

Παρότι η Διακυβερνητική Επιτροπή για την Κλιματική Αλλαγή [United Nations’s Intergovernmental Panel on Climate Change – IPCC] του ΟΗΕ δεν έχει εγκαταλείψει τα χειρότερα σενάρια, ερευνητές που συνδέονται με τον οργανισμό περιγράφουν τώρα τα σενάρια υψηλών εκπομπών άνθρακα ως λιγότερο πιθανά, λόγω αλλαγών στην τεχνολογία, στις αγορές ενέργειας και στις προβλέψεις για τη χρήση άνθρακα. Οι ερευνητές δημοσίευσαν τον περασμένο μήνα μελέτη στην οποία ανέφεραν ότι τα μελλοντικά μοντέλα θα βασίζονται περισσότερο σε σενάρια που θεωρούνται «πιο πιθανά».

Ενώ ορισμένοι από τους συμμετέχοντες στις μελέτες υποστηρίζουν ότι αυτό αποτελεί ένδειξη πως η πολιτική για μηδενικές εκπομπές άνθρακα επηρεάζει τις κλιματικές τάσεις, άλλοι αντιτείνουν ότι σημαντικές οικονομικές αποφάσεις λαμβάνονται με βάση αβέβαια και διαρκώς εξελισσόμενα μοντέλα.

Ο Ρος ΜακΚίτρικ, καθηγητής περιβαλλοντικής οικονομίας στο Πανεπιστήμιο του Γκουέλφ, δήλωσε ότι οι εκτιμήσεις των κανονιστικών επιπτώσεων που διαμόρφωναν τις αναλύσεις κόστους-οφέλους, και κατ’ επέκταση τη ρύθμιση των κανονισμών, είναι πλέον ξεπερασμένες.

Μεγάλα καναδικά ενεργειακά έργα που ακυρώθηκαν λόγω κανονιστικών και περιβαλλοντικών προκλήσεων

Northern Gateway Pipeline (2006–2016): Η έγκριση ανατράπηκε από ομοσπονδιακό δικαστήριο και το έργο απορρίφθηκε από την κυβέρνηση για περιβαλλοντικούς λόγους.

Prince Rupert LNG (2012–2016): Η Shell αποχώρησε έπειτα από χρόνια καθυστερήσεων στην αδειοδότηση και κανονιστικής αβεβαιότητας στη Βρετανική Κολομβία.

Mackenzie Gas Project (2003–2017): Δεκατετραετής κανονιστική διαδικασία και εκκρεμή ζητήματα διαβούλευσης με αυτόχθονες κοινότητες οδήγησαν στην εγκατάλειψη του έργου.

Aurora LNG (2013–2017): Ακυρώθηκε λόγω κανονιστικών καθυστερήσεων στη Βρετανική Κολομβία και χαμηλών τιμών LNG.

Energy East Pipeline (2013–2017): Η διεύρυνση της αξιολόγησης εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου προηγήθηκε της απόφασης της TransCanada να το ακυρώσει.

Pacific NorthWest LNG (2012–2017): Πενταετής περιβαλλοντική αξιολόγηση του βιότοπου σολωμού στην περιοχή Flora Bank συνέβαλε στην ακύρωσή του.

Teck Frontier Oil Sands Mine (2011–2020): Η εταιρεία απέσυρε αίτηση ύψους 20,6 δισ. δολαρίων Καναδά, επικαλούμενη τη συζήτηση γύρω από την κλιματική πολιτική της χώρας.

Goldboro LNG (2012–2023): Καθυστερήσεις στις διαβουλεύσεις και άρνηση ομοσπονδιακής χρηματοδότησης οδήγησαν στην εγκατάλειψη του έργου.

(Πηγές: CBC News, The Globe and Mail / Επεξεργασία: The Epoch Times) 

Έργα που έμειναν στα χαρτιά

Οι πολέμιοι των πολιτικών μηδενικών εκπομπών άνθρακα του Καναδά υποστηρίζουν ότι οι οικονομικές επιπτώσεις είναι ήδη ορατές στον τομέα των φυσικών πόρων, όπου μεγάλα έργα πετρελαίου και φυσικού αερίου, εξόρυξης και υποδομών έχουν αντιμετωπίσει πολυετείς καθυστερήσεις, ακυρώσεις ή κανονιστική αβεβαιότητα.

Ο Canada’s Oil Sands Alliance, συνασπισμός που εκπροσωπεί τους έξι μεγαλύτερους παραγωγούς πετρελαϊκής άμμου της χώρας, ανέφερε σε ανακοίνωσή του τον Μάιο ότι οι πολύπλοκες κανονιστικές διαδικασίες, το μη ανταγωνιστικό πλαίσιο τιμολόγησης του άνθρακα και τα δημοσιονομικά συστήματα που δεν ενθαρρύνουν την ανάπτυξη έχουν συμβάλει σε απότομη μείωση των μεγάλων νέων επενδύσεων στον τομέα. Σύμφωνα με τον συνασπισμό, δεν έχει πραγματοποιηθεί καμία σημαντική νέα επένδυση στον κλάδο από το 2013.

Σύμφωνα με εκτίμηση της ομάδας υπεράσπισης Canada Action, έργα φυσικών πόρων αξίας 670 δισεκατομμυρίων δολαρίων — συμπεριλαμβανομένων τερματικών σταθμών υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), αγωγών και έργων πετρελαίου και φυσικού αερίου — έχουν ακυρωθεί ή τεθεί σε αναστολή στον Καναδά από το 2015.

Το Fraser Institute έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ότι οι κανονισμοί που σχετίζονται με το κλίμα αποθαρρύνουν τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις στην ενεργειακή βιομηχανία του Καναδά. Μία ανάλυση του οργανισμού εκτίμησε ότι το προτεινόμενο ομοσπονδιακό ανώτατο όριο εκπομπών για τον τομέα πετρελαίου και φυσικού αερίου θα μπορούσε να μειώσει την αξία του κλάδου έως και κατά 255 δισεκατομμύρια δολάρια μέχρι το 2040, ανάλογα με το σενάριο.

Ορισμένοι οικονομολόγοι υποστηρίζουν ότι η συνολική επίδραση της κλιματικής πολιτικής πιθανότατα δεν μπορεί να μετρηθεί μόνο μέσω των ακυρωμένων έργων. Στο κόστος θα πρέπει επίσης να συνυπολογιστούν επενδύσεις που οι εταιρείες δεν επεδίωξαν ποτέ, επειδή θεωρούσαν τον Καναδά υπερβολικά δαπανηρό, αβέβαιο ή δύσκολο για την ανάπτυξη μεγάλων έργων.

Ο οικονομολόγος Τζακ Μιντζ δήλωσε στην εφημερίδα The Epoch Times ότι το κόστος των χαμένων ευκαιριών είναι ακόμη μεγαλύτερο για έργα που δεν ξεπέρασαν ποτέ το αρχικό στάδιο της ιδέας, επειδή κάποιοι έκριναν ότι δεν άξιζε καν να προσπαθήσουν στον Καναδά.

Χαμένες ευκαιρίες στο LNG και σε άλλα ενεργειακά έργα

Τα αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου του Καναδά είναι από τα μεγαλύτερα στον κόσμο, ωστόσο η χώρα διαθέτει μόνο έναν λειτουργικό τερματικό σταθμό εξαγωγής LNG, έπειτα από χρόνια κανονιστικών εμποδίων, περιορισμών στους αγωγούς και ακυρωμένων προτάσεων. Στον αντίποδα, οι Ηνωμένες Πολιτείες επέκτειναν ταχύτατα τις υποδομές τους για εξαγωγές LNG και εξελίχθηκαν σε έναν από τους μεγαλύτερους εξαγωγείς παγκοσμίως.

Ο ΜακΚίτρικ δήλωσε ότι η περιορισμένη δυνατότητα εξαγωγών LNG του Καναδά αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα χαμένης οικονομικής ευκαιρίας. Το γεγονός ότι η χώρα διαθέτει σήμερα μόνο μία εγκατάσταση εξαγωγής LNG συνιστά τεράστια χαμένη ευκαιρία.

Παράλληλα, ανέφερε τα κέντρα δεδομένων και άλλες ενεργοβόρες βιομηχανίες ως παραδείγματα επενδύσεων που ενδέχεται να δυσκολεύεται ο Καναδάς να προσελκύσει λόγω του αυξανόμενου κόστους και της αβεβαιότητας γύρω από την ενεργειακή πολιτική και την ανάπτυξη υποδομών. Το γεγονός ότι ο Καναδάς δεν έχει καταφέρει να προσελκύσει σημαντικές επενδύσεις σε κέντρα δεδομένων αποτελεί άλλη μία σημαντική χαμένη ευκαιρία σε σύγκριση με άλλες χώρες.

Ο Μάικλ Μπίννιον, ιδρυτής της Questerre Energy, δήλωσε ότι οι αυστηρότερες κλιματικές πολιτικές έχουν πλήξει την ανταγωνιστικότητα του Καναδά, μεταφέροντας επενδύσεις και παραγωγή σε άλλες χώρες με λιγότερους περιβαλλοντικούς περιορισμούς, εάν ο τελικός στόχος είναι πράγματι η μείωση των παγκόσμιων εκπομπών.

Κατά κεφαλήν ΑΕΠ (δολάρια ΗΠΑ), 1990–2024

Πηγή: The Epoch Times. Στοιχεία: Παγκόσμια Τράπεζα (World Development Indicators). Δημιουργήθηκε με το Datawrapper

 

Σύμφωνα με στοιχεία του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ των ΗΠΑ έχει αυξηθεί κατά περίπου 18 έως 20% από το 2015, ενώ του Καναδά κατά μόλις 1,1% την ίδια περίοδο.

Ο Μιντζ υποστήριξε ότι πολλές από τις οικονομικές προκλήσεις του Καναδά προέρχονται από πολιτικές που συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με τις δεσμεύσεις της χώρας για μηδενικές εκπομπές άνθρακα, συμπεριλαμβανομένης της τιμολόγησης του άνθρακα, των κανόνων για τις εκπομπές και της αβεβαιότητας στις εγκρίσεις έργων.

Όπως ανέφερε, υπάρχουν πολλά παραδείγματα. Ο Νόμος για την Εκτίμηση των Επιπτώσεων [«Impact Assessment Act»], κατέστησε εξαιρετικά δύσκολη την υλοποίηση οποιουδήποτε έργου, είτε επρόκειτο για αγωγό είτε για νέα πετρελαϊκή ανάπτυξη, και περιόρισε σημαντικά τις επενδύσεις στον τομέα της αξιοποίησης φυσικών πόρων.

Η νομοθεσία, που εισήχθη από την κυβέρνηση Τρυντώ, απαιτεί πρόσθετες ομοσπονδιακές περιβαλλοντικές αξιολογήσεις. Οι επαρχίες της Αλμπέρτα και του Σασκάτσουαν έχουν υποστηρίξει ότι οι αξιολογήσεις αυτές παρεμποδίζουν τα έργα αγωγών επιβάλλοντας πρόσθετο κανονιστικό βάρος.

Η κυβέρνηση Κάρνεϋ εισήγαγε νέα νομοθεσία, που επιτρέπει την επιτάχυνση επιλεγμένων έργων που αξιολογούνται από την κυβέρνηση, ενώ οι Συντηρητικοί υποστηρίζουν ότι νομοθετήματα όπως ο Νόμος για την Εκτίμηση των Επιπτώσεων θα πρέπει να καταργηθούν πλήρως, ώστε η βιομηχανία να λειτουργεί χωρίς η κυβέρνηση να επιλέγει ποια έργα θα προωθεί κατά προτεραιότητα.

Οι επικριτές των κλιματικών πολιτικών του Καναδά υποστηρίζουν ότι η χώρα εισήλθε στις πρόσφατες οικονομικές αναταράξεις — συμπεριλαμβανομένης της πανδημίας, της έξαρσης του πληθωρισμού και της αύξησης των εμπορικών εντάσεων — με ασθενέστερη αύξηση της παραγωγικότητας από ό,τι θα μπορούσε διαφορετικά να έχει, γεγονός που ενίσχυσε την οικονομική ζημία.

Επιχειρήματα υπέρ των μηδενικών εκπομπών άνθρακα

Από την άλλη πλευρά, οι υποστηρικτές των πολιτικών αυτών υποστηρίζουν ότι η μετάβαση προς πηγές ενέργειας χαμηλότερων εκπομπών δημιουργεί επίσης σημαντικές οικονομικές ευκαιρίες, και προβλέπουν ότι ο Καναδάς θα αναδειχθεί σε παγκόσμιο ηγέτη στη διεθνή μετάβαση προς χαμηλότερες εκπομπές.

Η Οττάβα αναφέρει ότι η δέσμευσή της βασίζεται τόσο σε περιβαλλοντικές όσο και σε οικονομικές παραμέτρους, υποστηρίζοντας ότι οι καθαρότερες βιομηχανίες και οι εξαγωγές χαμηλότερων εκπομπών θα γίνουν πιο ανταγωνιστικές καθώς οι χώρες αυστηροποιούν τους κλιματικούς κανόνες και αναζητούν εφοδιαστικές αλυσίδες χαμηλότερου ενεργειακού αποτυπώματος.

Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση έχει επίσης δηλώσει ότι η επιδίωξη μηδενικών εκπομπών άνθρακα έως το 2050 θα προσελκύσει επενδύσεις και θα ενισχύσει την οικονομική θέση του Καναδά μακροπρόθεσμα μέσω της ανάπτυξης καθαρής ενέργειας και της αντικατάστασης συστημάτων που λειτουργούν με ορυκτά καύσιμα από συστήματα που λειτουργούν με ηλεκτρική ενέργεια.

Ηλεκτρικό όχημα που προωθεί το κυβερνητικό πρόγραμμα Greening Government Fund. Οττάβα, 27 Ιουνίου 2023. (The Canadian Press/Justin Tang)

 

Έκθεση της Clean Energy Canada πέρυσι ανέφερε ότι η παγκόσμια ζήτηση για τεχνολογίες όπως οι μπαταρίες, οι ηλεκτρολύτες και οι αντλίες θερμότητας αναμένεται να αυξηθεί σημαντικά κατά την επόμενη δεκαετία, από περίπου 700 δισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ το 2023 σε περισσότερα από 2 τρισεκατομμύρια δολάρια έως το 2035. Σύμφωνα με την έκθεση, ο Καναδάς διαθέτει τεράστια ευκαιρία να αξιοποιήσει το πλεονέκτημά του στην καθαρή ηλεκτρική ενέργεια, ώστε να προσελκύσει νέες βιομηχανίες και να καταστήσει καθαρότερες τις ήδη υπάρχουσες.

Ο πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϋ έχει επίσης επανειλημμένα περιγράψει τις δυνατότητες του Καναδά να εξελιχθεί σε «υπερδύναμη καθαρής ενέργειας», υποστηρίζοντας ότι η μετάβαση μακριά από πηγές ενέργειας υψηλότερων εκπομπών δημιουργεί σημαντικές οικονομικές ευκαιρίες και ότι οι παγκόσμιες αγορές θα αναζητούν πηγές ενέργειας χαμηλών εκπομπών. Σε μία τέτοια δήλωση, τον Νοέμβριο του 2025, ανέφερε ότι η μείωση των εκπομπών δεν αποτελεί μόνο ηθικό καθήκον, αλλά και οικονομική αναγκαιότητα.

Ενδείξεις μεταστροφής

Παρότι η Οττάβα διατηρεί τη δέσμευσή της για επίτευξη μηδενικών εκπομπών άνθρακα έως το 2050, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση έχει πρόσφατα δείξει μεγαλύτερη διάθεση να αναπτύξει συμβατικές πηγές ενέργειας. Μεταξύ άλλων συζητάται η επέκταση της δυναμικότητας των αγωγών και η επιτάχυνση των εγκρίσεων μεγάλων έργων, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τη σημερινή επιβράδυνση της εγχώριας οικονομίας και της παγκόσμιας ζήτησης για ενέργεια.

Ο ομοσπονδιακός υπουργός Ενέργειας Τιμ Χότζσον ανακοίνωσε στις 27 Μαΐου ότι γερμανική εταιρεία κοινής ωφέλειας υπέγραψε συμφωνία για την αγορά ενός εκατομμυρίου τόνων LNG ετησίως από το έργο Ksi Lisims στη βόρεια Βρετανική Κολομβία.

Ο Κάρνεϋ και ο Χότζσον έχουν αμφότεροι μιλήσει για τη μετατροπή του Καναδά σε «ενεργειακή υπερδύναμη», ενώ η Οττάβα και η Αλμπέρτα έχουν συζητήσει τρόπους επιτάχυνσης εθνικής σημασίας υποδομών μέσω του Ομοσπονδιακού Γραφείου Μεγάλων Έργων.

Σειρές ατμογεννητριών κατά μήκος δρόμου, σε εγκαταστάσεις εξόρυξης πετρελαϊκής άμμου με τη μέθοδο υποβοηθούμενης αποστράγγισης μέσω ατμού και βαρύτητας (SAGD) Christina Lake της Cenovus Energy, νότια του Φορτ ΜακΜάρρεϋ της Αλμπέρτα. (Todd Korol/File Photo/Reuters)

 

Η πρωθυπουργός της Αλμπέρτα, Ντανιέλ Σμιθ, δήλωσε ότι η επαρχία σχεδιάζει να υποβάλει πρόταση για νέο αγωγό αργού πετρελαίου προς τις ακτές της Βρετανικής Κολομβίας έως τον Ιούλιο, αν και η ιδέα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει αντιδράσεις από την κυβέρνηση της Βρετανικής Κολομβίας και αρκετές ομάδες Πρώτων Εθνών κατά μήκος της προτεινόμενης διαδρομής.

Οι Συντηρητικοί υποστηρίζουν ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θα πρέπει να άρει περιορισμούς όπως ο βιομηχανικός φόρος άνθρακα και να επιτρέψει στη βιομηχανία να αναπτυχθεί αυτόνομα, χωρίς η κυβέρνηση να παρεμβαίνει επιλέγοντας ποιους κλάδους ή έργα θα ευνοήσει.

Ο Μπίννιον δήλωσε ότι η αλλαγή στη ρητορική υποδηλώνει πως οι κυβερνήσεις αρχίζουν να αναγνωρίζουν τις αυξανόμενες ανησυχίες σχετικά με τις επενδύσεις, την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα, αν και παραμένει ασαφές κατά πόσο αυτό θα οδηγήσει σε ουσιαστική αλλαγή πολιτικής.

Του Paul Rowan Brian