Η εμφάνιση πολιτικών από τον χώρο της Αριστεράς — στην Ελλάδα αλλά και σε άλλες χώρες της Ευρώπης — με φωτογραφίες του Αλί Χαμενεΐ σε διαδηλώσεις κατά του πολέμου στο Ιράν ξένισε.
Η υποστήριξη στο πρόσωπο του πρώην ηγέτη του θεοκρατικού καθεστώτος του Ιράν — ενός καθεστώτος γνωστού για τη βία που ασκούσε κατά όλων των πολιτών του, αλλά ιδίως κατά των γυναικών — φαντάζει παράταιρη από ανθρώπους που υποστηρίζουν το φεμινιστικό κίνημα, τη ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα, την ελευθερία έκφρασης και τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Αρκούν τα αντιπολεμικά αισθήματα και η εναντίωση στη συνδυασμένη επίθεση των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ κατά της Τεχεράνης για να δικαιολογήσουν μία τέτοια κίνηση;
Η στάση της Αριστεράς τις τελευταίες δεκαετίες δείχνει ότι υπάρχει μία σύνδεση μεταξύ των δύο ιδεολογιών, παρά την ασυμβατότητά τους. Οι θέσεις της για το μεταναστευτικό, την πολυπολιτισμικότητα και τα δικαιώματα των μειονοτήτων συνιστούν σαφή υποστήριξη προς τις ισλαμικές κοινότητες, υποστήριξη την οποία τα μέλη που έχουν μεταναστεύσει σε δυτικές χώρες ανταποδίδουν με την ψήφο τους σε μεγάλο ποσοστό, σύμφωνα με το transform! europe, δίκτυο ευρωπαϊκών αριστερών οργανώσεων.
Αιχμή του δόρατος της σύμπραξης των δύο κοινοτήτων αποτελούν οι κινητοποιήσεις για το παλαιστινιακό ζήτημα, το οποίο έχει αναχθεί από εδαφικό σε ιδεολογικό/θρησκευτικό και γιγαντωθεί μέσα στη διετία 2023-2025 — την περίοδο των επιχειρήσεων του Ισραήλ στη Γάζα μετά από την τρομοκρατική επίθεση της Χαμάς σε ισραηλινά εδάφη. Στο πλαίσιο του κινήματος «Λευτεριά στην Παλαιστίνη», οι Άραβες της Παλαιστίνης προβάλλουν ως ένας λαός, ένα έθνος, που υποφέρει υπό την ισχύ των αποικιοκρατών Εβραίων που τους στερούν το δικαίωμα να ζήσουν στη γη τους. Πρόκειται για ένα αφήγημα με ισχυρό ηθικό έρεισμα — ιδίως όταν ενισχύεται από τις εικόνες των αμάχων που υποφέρουν συνεπείᾳ των συγκρούσεων — το οποίο ωστόσο παραλείπει να εξετάσει τι συμβαίνει από την άλλη πλευρά. Ως αποτέλεσμα, οι Ισραηλινοί δαιμονοποιούνται και στο πρόσωπό τους ενσαρκώνεται το κακό.
Αυτή είναι η ιδέα που καλλιεργούν εν γένει οι ισλαμιστές για τους Εβραίους, αποκαλώντας τη χώρα του Ισραήλ «μικρό Σατανά»· οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι ο «μεγάλος Σατανάς» και μαζί αποτελούν τον κοινό εχθρό. Αυτό είναι και ένα από τα σημεία συνάντησής τους με την Αριστερά, που πολεμά κατά του ιμπεριαλισμού — του αμερικανικού ιμπεριαλισμού ειδικά, παραγνωρίζοντας τον ισλαμικό, τον σοβιετικό, τον κινεζικό και άλλες εκφάνσεις του.
Η σχέση δεν είναι νέα, αλλά ανάγεται στις αρχές του 20ού αιώνα. Η γέννηση, διαμόρφωση και εξέλιξή της διαμορφώνεται από τις εκάστοτε ιστορικές, κοινωνικές και γεωγραφικές συνθήκες, ακολουθώντας άλλοτε πορεία σύγκλισης και άλλοτε απόκλισης.
Η καταγωγή της συμμαχίας
Η πρώτη συνέργεια μεταξύ Ισλάμ και αριστεράς μπορεί να εντοπιστεί ήδη στην μπολσεβίκικη επανάσταση, στη Ρωσία των αρχών του 20ού αιώνα, όπου οι μουσουλμάνοι έφθαναν τα 13.600.000, σε σύνολο 125.600.000 (σύμφωνα με απογραφή του 1897). Για να κερδίσουν αυτόν τον πληθυσμό, στον αγώνα τους κατά της καθεστηκυίας τάξης, οι κομμουνιστές «απέφυγαν να βάλουν ως προϋπόθεση για να δεχτούν κάποιον στις γραμμές τους το να αποκηρύξει κάποιος τη θρησκεία του» (Λέανδρος Μπόλαρης, Μπολσεβίκοι και Ισλάμ, 2014), αλλά προέβαλαν τα ταξικά ζητήματα και την καταπίεση από τους γαιοκτήμονες. Αργότερα δε «έγινε κομματική η θέση ότι η ‘απαλλαγή από τις θρησκευτικές προκαταλήψεις’ αφορούσε τα κομματικά μέλη που ήταν Ρώσοι και όχι τους μουσουλμάνους» (ό.π.).
Το 1920, στο «Συνέδριο των Λαών της Ανατολής» που οργάνωσε η Κομμουνιστική Διεθνής για την ενίσχυση του αγώνα της στην Ασία, ο Ζηνόβιεφ, πρόεδρος της Διεθνούς, απηύθυνε έκκληση στους 2.000 αντιπροσώπους από τις μουσουλμανικές περιοχές της Ρωσίας, από την Περσία, την Αρμενία, την Ινδία, την Τουρκία και αλλού, που παρίστατο, να αγωνιστούν ενάντια στον ιμπεριαλισμό: «Σας καλούμε σε τζιχάντ (σ.σ. ιερό πόλεμο) για τη δική σας ζωή, τη δική σας ελευθερία, τα δικά σας συμφέροντα». Οι περισσότεροι από τους συμμετέχοντες δεν ήταν επαναστάτες, αλλά ανεξάρτητοι ή μέλη εθνικιστικών και ισλαμιστικών οργανώσεων (ό.π.).
Η στάση αυτή των μπολσεβίκων είχε θετικά αποτελέσματα, τα οποία διήρκεσαν μέχρι που ο Στάλιν διεύρυνε την εκστρατεία κατά της θρησκείας τις δεκαετίες 1920-1930, επιτιθέμενος και στο Ισλάμ. Αυτό απομάκρυνε τους μουσουλμάνους από τις τάξεις των μπολσεβίκων και οδήγησε ένα τμήμα του πληθυσμού της κεντρικής Ασίας να μεταναστεύσει νότια, σε Τουρκία και Μέση Ανατολή.
Η κατάλυση του χαλιφάτου και η γέννηση του πολιτικού Ισλάμ
Την ίδια εποχή, ο μουσουλμανικός κόσμος βίωσε ένα ισχυρό πλήγμα με την κατάρρευση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και την κατάλυση του «επίσημου» χαλιφάτου, στις 3 Μαρτίου 1924, από την Τουρκική Εθνοσυνέλευση, που άφησε το Ισλάμ χωρίς ανώτατο ηγέτη. Για να κατανοηθεί το κρίσιμο αυτό γεγονός πρέπει να αναφερθεί η σημασία του θρησκευτικού νόμου στις τάξεις των μουσουλμάνων, όπου ο θεϊκός νόμος είναι και ο μόνος που έχει αξία. Κατά συνέπεια, ο θρησκευτικός ηγέτης συνιστά την ανώτατη εξουσία.
Αν και στους κόλπους του Ισλάμ ο θεσμός του χαλιφάτου έχει κατά καιρούς αμφισβητηθεί ή υποκατασταθεί (π.χ. μεταξύ των Σιιτών από το ιμαμάτο), αναδείχθηκε σε πρωτεύον αίτημα της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, του κινήματος που ίδρυσε στην Αίγυπτο το 1928 ο ιμάμης Χασάν αλ Μπάνα. Η Μουσουλμανική Αδελφότητα, η οποία είχε εξαρχής κοινωνική και πολιτική διάσταση, διακήρυξε την ένωση του ισλαμικού κόσμου και την αντικατάσταση του Συντάγματος με το Κοράνι.
Η εξάπλωση των ιδεών της Μουσουλμανικής Αδελφότητας και η ανάπτυξή της ήταν ραγδαία, και η οργάνωση θεωρείται πηγή όλων των επακόλουθων ισλαμιστικών κινημάτων. «Αποθεολογικοποιώντας και ιδεολογικοποιώντας το Ισλάμ, οι ισλαμιστές το ανήγαγαν σε ένα πλήρες σύστημα απ’ όπου θα μπορούσαν να αντληθούν οι λύσεις για όλα τα προβλήματα του καιρού τους», σημειώνει ο Πάνος Κουργιώτης, αραβολόγος και Δρ Πολιτικών Επιστημών ΑΠΘ. Το Ισλαμικό Κράτος (ISIS) είναι το πιο γνωστό ίσως παράδειγμα, με εκτεταμένη δράση σε Συρία, Ιράκ και Υεμένη, αλλά και σε Αλγερία, Βοσνία, Τσετσενία, με συμμετοχή σε εμφύλιους πολέμους μουσουλμανικών κρατών.
Η Αριστερά στη Μέση Ανατολή
Μετά από την ίδρυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς (ή Κομιντέρν ή Γ΄Διεθνής) το 1919, στη Μόσχα, η κομμουνιστική ιδεολογία άρχισε να προωθείται και στην περιοχή της Μέσης Ανατολής, οδηγώντας στη σύσταση των πρώτων μαρξιστικών κομμάτων, με τα πρώτα να σχηματίζονται σε Λίβανο, Συρία, Αίγυπτο και Ιράκ. Με την πάροδο του χρόνου, τα κόμματα αυτά οργανώθηκαν καλύτερα και εδραιώθηκαν, αναπτύσσοντας την ιδεολογία και τη δράση τους κυρίως κατά της ‘αποικιοκρατίας’ και του ιμπεριαλισμού, και εισάγοντας εθνικιστικά στοιχεία στον λόγο τους. Η απαλλαγή από τις βρετανικές και γαλλικές δυνάμεις που είχαν αναλάβει τη διοίκηση της περιοχής μετά από την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αποτέλεσε καθοριστικό παράγοντας ως προς τη διαμόρφωση της ταυτότητας και των στόχων τους.
Παράλληλα ιδρύθηκαν κομμουνιστικά κόμματα Ιράν και Παλαιστίνης (στο οποίο συμμετείχαν τόσο Εβραίοι όσο και Άραβες). Χαρακτηριστική για τα περισσότερα κομμουνιστικά κόμματα της περιοχής ήταν η ανάγκη συμβιβασμού με το θρησκευτικό, αλλά και το εθνικιστικό στοιχείο. Στην περίπτωση του Ιράν, έχουμε το παράδειγμα της συνεργασίας των ισλαμιστών με τους αριστερούς για την εκδίωξη του φιλοδυτικού σάχη, το 1979. Ωστόσο, αμέσως μετά την επιτυχία της Επανάστασης, οι ισλαμιστές επεδίωξαν και πέτυχαν να αναλάβουν την εξουσία, διώκοντας τους αριστερούς και εγκαθιδρύοντας το ισλαμικό καθεστώς που ηγείται της χώρας μέχρι και σήμερα.
Στην Αίγυπτο συνεργάστηκαν με τη νασερική πτέρυγα, ενώ σε Ιράκ και Σύρια με το Αραβικό Σοσιαλιστικό (και εθνικιστικό) Κόμμα Μπάαθ. Σε γενικές γραμμές, όμως, παρέμειναν περιθωριοποιημένα, ενίοτε και παράνομα, και εκτός εξουσίας.
Η σύσταση του κράτους του Ισραήλ προκάλεσε διχασμό στις θέσεις τους, ιδίως τα πρώτα χρόνια. Ο διχασμός οφείλετο κυρίως στην υποστήριξη της Σοβιετικής Ένωσης στη δημιουργία εβραϊκού κράτους, κάτι που ερχόταν σε αντίθεση με τα αραβικά συμφέροντα. Ορισμένα κομμουνιστικά κόμματα, όπως αυτά της Συρίας, του Λιβάνου και του Ιράκ, ακολούθησαν τη σοβιετική θέση αρχικά, ενώ άλλα αντιμετώπισαν εσωτερικές διαιρέσεις. Ωστόσο, οι διαδοχικοί πόλεμοι έγειραν την πλάστιγγα σαφώς υπέρ του αραβικού, αντι-εβραϊκού κινήματος, με την ίδια τη Σοβιετική Ένωση να αλλάζει στάση μετά από τον Πόλεμο των Έξι Ημερών (1967), οδηγώντας σε μία ενιαία αριστερή φιλο-αραβική στάση.
Το Ισλάμ στη Δύση
Η διάδοση της αριστερής ιδεολογίας στις δυτικές κοινωνίες και η άνοδος πολιτικών υπέρ των μειονοτήτων, της μετανάστευσης, της πολυπολιτισμικότητας κ.ο.κ., συνέτεινε σε μία ραγδαία αύξηση του μουσουλμανικού πληθυσμού σε Ευρώπη και Ηνωμένες Πολιτείες τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Σύμφωνα με Pew Research, το ποσοστό αύξησης των μουσουλμάνων στην Ευρώπη τη δεκαετία 2010-2020 καταγράφεται ως 15,9%, ενώ σε παγκόσμιο επίπεδο 20,7%.
Η αύξηση αυτή αποδίδεται αφ’ ενός στην είσοδο νέων μεταναστών (π.χ. μεγάλα κύματα από τη Συρία μεταξύ 2011-2015), αφ’ ετέρου στον πολλαπλασιασμό μέσω γεννήσεων του υπάρχοντος πληθυσμού. Σε συνδυασμό με την υπογεννητικότητα που καταγράφεται μεταξύ των γηγενών Ευρωπαίων, τα ποσοστά των κοινοτήτων παρουσιάζονται ακόμα πιο υψηλά.
Η αριθμητική ενίσχυση των μουσουλμανικών κοινοτήτων συνέβαλε στην κατοχύρωσή τους ως υπολογίσιμη δύναμη και στο πολιτικό επίπεδο, όπου και εκδηλώνεται η συμμαχία τους με την Αριστερά — η λεγόμενη «κοκκινοπράσινη συμμαχία» (όπου κόκκινο το χρώμα της αριστεράς και πράσινο του Ισλάμ) ή, κατά άλλους, «ανίερη συμμαχία».
Όπως αναφέρεται, η μουσουλμανική κοινότητα τείνει να υιοθετεί πολιτικά μία συμπαγή στάση, ακολουθώντας συνήθως τις επιταγές των θρησκευτικών ηγετών, που καθοδηγούν την ψήφο τους. Συνιστούν λοιπόν μία δεξαμενή ψηφοφόρων πολύτιμη για τα κόμματα και τους υποψηφίους που υποστηρίζουν τα συμφέροντά τους. Οι αντι-αμερικανικές, αντι-ιμπεριαλιστικές, αντι-καπιταλιστικές θέσεις, σε συνδυασμό με την απόρριψη των πολιτικών ελευθεριών και την έμφαση στην υποστήριξη των μειονοτήτων και των καταπιεσμένων, επί του παρόντος επικρατούν των διαφορών μεταξύ των δύο ιδεολογιών, συνδέοντας Αριστερά και Ισλάμ, σε μία σχέση φαινομενικά αμοιβαία επωφελή: οι αριστεροί κερδίζουν πολιτική ισχύ, οι μουσουλμάνοι αποκτούν δικαιώματα και κυβερνητική στήριξη/ανοχή απέναντι στις κοινότητές τους, τα ήθη και τα έθιμά τους, καθώς και για το παλαιστινιακό κίνημα.
Τα εκατέρωθεν οφέλη
Η συνέργεια Ισλάμ και Αριστεράς, θεμελιωμένη πάνω στον αντισημιτισμό και τον αντιδυτικισμό, εξυπηρετεί τις δύο ιδεολογίες σε πολλαπλά επίπεδα.
Αποδεχόμενοι ότι για μία μεγάλη μερίδα του ισλαμικού κόσμου είναι ζωντανό το όραμα της αναβίωσης του χαλιφάτου και της διάδοσης του Ισλάμ, σύμφωνα με τις επιταγές του Κορανίου, υποστηρίζεται ότι η διάβρωση της Δύσης αποτελεί το πρώτο βήμα προς αυτόν τον στόχο. Μέσω διείσδυσης στις δυτικές κοινωνίες, επιτυγχάνεται η υπονόμευση των δυτικών αξιών και η αποδυνάμωση ενός ισχυρότερου αντιπάλου.
Η Αριστερά συμμερίζεται την εναντίωση στις δυτικές αξίες και τον τρόπο ζωής, καθώς και την ανάγκη για αποφυγή μιας άμεσης αντιπαράθεσης. Έχοντας υποστεί σημαντικό πλήγμα μετά από την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, επίσης επαφίεται προς το παρόν στη διάβρωση των δυτικών αξιών. Απορρίπτοντας τις δυτικές πρακτικές, απορρίπτονται και οι αξίες (ελευθερία λόγου και πίστης, χριστιανική πίστη, πατριωτισμός, οικογένεια) πάνω στις οποίες θεμελιώθηκαν οι δυτικές δημοκρατίες.
Το Ισλάμ παρέχει στην Αριστερά μεγάλη λαϊκή βάση και ψήφους, και συμβάλλει στην προώθηση μιας κοινής ατζέντας (πολυπολιτισμικότητα, πολυπολικός κόσμος). Ως ‘μειονότητα’ ενισχύει την αριστερή ρητορική υπέρ των καταπιεσμένων και αδικημένων και παρέχει υποστήριξη σε κοινωνικές αναταραχές που αποσταθεροποιούν την κρατική πολιτική.
Από την πλευρά της, η Αριστερά παρέχει υποστηρικτικές πολιτικές και νόμους. Προωθεί την αποδοχή των μεταναστών — ακόμα και των παράνομων — υποστηρίζει την έλλειψη επαρκών ελέγχων και πολιτικών αφομοίωσης, ενώ προβάλλει το ‘δικαίωμα στη μετανάστευση’, διευκολύνοντας την είσοδο μουσουλμάνων και την εδραίωση της μουσουλμανικής κοινότητας με τα έθιμα και τις πρακτικές που τη διακρίνουν, ακόμη και όταν έρχονται σε αντίθεση με τα ήθη της χώρας φιλοξενίας ή ακόμη κι όταν φαίνεται να επιβαρύνεται ο γηγενής πληθυσμός.
Το βαθύτερο χάσμα
Ωστόσο, πέρα από τα κοινά στοιχεία που συνδέουν αριστερούς και ισλαμιστές, υπάρχει και μία άβυσσος που τους χωρίζει. Η εξέλιξη και διεύρυνση της αριστερής ατζέντας, που περιλαμβάνει την υποστήριξη στα δικαιώματα της γυναίκας και των ομοφυλόφιλων, και σε πρακτικές όπως η άμβλωση και η φυλομετάβαση, βρίσκεται στον αντίποδα της ιδεολογίας και των αρχών του Ισλάμ. Αυτό, όμως, μοιάζει να μην γίνεται αντιληπτό από τους υποστηρικτές του παλαιστινιακού κινήματος, παρατηρεί σε εκπομπή του Τζον Άντερσον ο Νιλ Φέργκιουσον [Niall Ferguson], Βρετανός ιστορικός και ανατόμος των σύγχρονων κοινωνιών, καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ.
Υπό συζήτηση τίθεται επίσης η ικανότητα των ισλαμικών κοινοτήτων σαν σύνολα να προσαρμοστούν στο δυτικό δημοκρατικό σύστημα.
Όπως σχολιάζει ο Πέζαχ Βολίκι [Pesach Wolicki, 6/5/2026] πάνω στην άποψη της Αγιάαν Χίρσι Άλι για την ασυμβατότητα Ισλάμ και δημοκρατίας (το Ισλάμ δεν αποδέχεται το δικαίωμα του ανθρώπου να θεσπίζει νόμους, αλλά αποδέχεται μόνο τη Σαρία, τον θείο νόμο, σύμφωνα με την Άλι), υπάρχει μία θεμελιώδης διαφορά μεταξύ των δύο. Αυτή εντοπίζεται, κατά τον Βολίκι, στη ρητή δέσμευση/συμφωνία που διακρίνει τη σχέση Θεού–ανθρώπων στον Ιουδαϊσμό και τον Χριστιανισμό, που ενδυναμώνουν τον άνθρωπο. Αντιθέτως, ο όρος ‘Ισλάμ’ σημαίνει, κυριολεκτικά, υποταγή. Το Κοράνι απαιτεί απόλυτη υπακοή στον λόγο του Θεού. Οι Γραφές των πρώτων περιέχουν το δικαίωμα των ανθρώπων να θεσπίζουν νόμους για τη διαβίωση τους στον κόσμο: ο Θεός δίνει ένα ευρύ πλαίσιο και την εξουσία στους ανθρώπους να ορίζουν τη ζωή τους.
Ανάλογη επισήμανση κάνει και ο Κορνήλιος Καστοριάδης, στην «Ιδιαιτερότητα των Ελλήνων, τόμος Α΄» για τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό: την ελευθερία που παρείχε στους ανθρώπους η ελληνική μη αποκαλυπτική θρησκεία να θεσμίζουν νόμους που ρυθμίζουν τη ζωή και τις σχέσεις στον ανθρώπινο κόσμο, αντί να ακολουθούν πιστά ένα σύνολο θείων εντολών — ένα κρίσιμο κληροδότημα της ελληνικής πολιτικής ζωής και φιλοσοφίας προς τη Δύση.
Ο ίδιος, σε συζήτηση με τον Πιερ Υσμάλ [Pierre Ysmal], το 1991, απαντάει σε ερώτημα για την αποικιοκρατία ως μείζον αμάρτημα της Δύσης (άποψη που είχε διατυπώσει ο Κλωντ Λεβί-Στρως [Claude Levi Strauss]):
«Ο ισχυρισμός είναι ιστορικά εσφαλμένος. Οι Έλληνες, οι Ρωμαίοι, οι Άραβες επιχείρησαν όλοι και έφεραν σε πέρας τεράστια εγχειρήματα αποικισμού. Ακόμη περισσότερο, αφομοίωσαν ή προσηλύτισαν — με το καλό ή με τη βία — τους κατεκτημένους λαούς. Οι Άραβες παρουσιάζονται τώρα σαν τα αιώνια θύματα της Δύσης. Είναι μια τραγελαφική μυθολογία. Οι Άραβες ήταν από τον καιρό του Μωάμεθ κατακτητικό έθνος, που επεκτάθηκε στην Ασία, την Αφρική και την Ευρώπη (Ισπανία, Σικελία, Κρήτη), εξαραβίζοντας τους κατακτημένους πληθυσμούς. Πόσοι ‘Άραβες’ υπήρχαν στην Αίγυπτο στις αρχές του 7ου αιώνα; Η σημερινή επέκταση των Αράβων (και του Ισλάμ) είναι προϊόν της κατάκτησης και του περισσότερο ή λιγότερο αναγκαστικού προσηλυτισμού των υποταγμένων πληθυσμών στο Ισλάμ. Στη συνέχεια, οι Άραβες υπέστησαν με τη σειρά τους την κυριαρχία των Τούρκων για περισσότερο από τέσσερις αιώνες. Ο δυτικός ημιαποικισμός δεν διήρκεσε, στη χειρότερη περίπτωση (Αλγερία), παρά εκατόν τριάντα χρόνια, και στις άλλες πολύ λιγότερο. Κι εκείνοι που πρώτοι εισήγαγαν το δουλεμπόριο στην Αφρική, τρεις αιώνες πριν από τους Ευρωπαίους, ήταν οι Άραβες.
»Όλα αυτά δεν μειώνουν το βάρος των αποικιακών εγκλημάτων των Δυτικών. Δεν πρέπει όμως να μας διαφεύγει μια ουσιώδης διαφορά. Πολύ νωρίς, από τον καιρό του Μονταίν, άρχισε στη Δύση μια εσωτερική κριτική της αποικιοκρατίας που κατέληξε ήδη τον 19ο αιώνα στην κατάργηση της δουλείας (η οποία εξακολουθεί να υπάρχει σε ορισμένες μουσουλμανικές χώρες), και τον 20ό αιώνα, στην άρνηση των ευρωπαϊκών και αμερικανικών πληθυσμών (Βιετνάμ) να πολεμήσουν για να διατηρήσουν τις αποικίες. Δεν είδα ποτέ έναν Άραβα ή έναν οποιονδήποτε μουσουλμάνο να κάνει την ‘αυτοκριτική’ του, την κριτική της κουλτούρας του από αυτή την άποψη. Το αντίθετο· δείτε το σημερινό Σουδάν ή τη Μαυριτανία». (Ακυβέρνητη Κοινωνία, σελ. 278–279)