Διευρυμένη εκστρατεία κατά του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου (ΔΠΔ), ανακοίνωσε το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ στις 13 Ιουλίου, η οποία υποστηρίζεται από όλους τους κλάδους της κυβέρνησης των ΗΠΑ.
Όπως αναφέρεται στη δήλωση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο — που ιδρύθηκε βάσει του Καταστατικού της Ρώμης — συνιστά απειλή για την κυριαρχία των Ηνωμένων Πολιτειών, καθώς διεκδικεί το δικαίωμα να διώκει και να φυλακίζει μέλη των αμερικανικών δυνάμεων για τη δράση τους υπέρ των συμφερόντων των ΗΠΑ. Τα μέτρα που εξετάζονται κατά του ΔΠΔ περιλαμβάνουν την επικοινωνία Αμερικανών αξιωματούχων με ξένες χώρες, προκειμένου να επισημάνουν τις καταχρήσεις του ΔΠΔ και τον κίνδυνο που ενέχει το δικαστήριο για άλλες χώρες, καθώς και να τις παροτρύνουν να αποχωρήσουν από τον οργανισμό.
Σε τηλεοπτικό διάγγελμά του, ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο δήλωσε ότι το ΔΠΔ διεξάγει πόλεμο εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών, «όχι με σφαίρες ή πυραύλους, αλλά με νόμους και συνθήκες και τη δύναμη του λεγόμενου Διεθνούς Δικαίου». Δήλωσε δε ότι όταν το Καταστατικό της Ρώμης υιοθετήθηκε το 1998 και τέθηκε σε ισχύ το 2002, οι ΗΠΑ είχαν υποθέσει ότι το πεδίο δράσης του δικαστηρίου θα ήταν στενά περιορισμένο, εστιάζοντας «μόνο στις πιο σοβαρές παραβιάσεις, όπως η γενοκτονία ή τα εγκλήματα πολέμου — και ακόμη και τότε, μόνο εάν τα εθνικά δικαστήρια δεν είναι σε θέση να το πράξουν». Ωστόσο, κατά τον Ρούμπιο, το ΔΠΔ έχει εξελιχθεί σε κάτι «σημαντικά πιο ριζοσπαστικό και ακραίο», υπό τη διοίκηση «μη εκλεγμένων γραφειοκρατών της παγκοσμιοποίησης» που διεκδικούν ουσιαστικά απεριόριστη εξουσία.
Όπως ισχυρίστηκε ο Ρούμπιο, το ΔΠΔ απειλεί θεμελιώδη συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών, καθώς θα μπορούσε να στοχοποιήσει τόσο τους συνοριοφύλακες που συνοδεύουν βίαιους εγκληματίες εκτός χώρας όσο και Αμερικανούς πεζοναύτες ανά τον κόσμο. Τα μέτρα που λαμβάνονται κατά των τρομοκρατών θα μπορούσαν επίσης να αποτελέσουν αντικείμενο ερευνών, δήλωσε. Όπως προειδοποίησε: «Αν δεν κάνουμε κάτι, η μοίρα όλων τους θα μπορούσε σύντομα να βρεθεί στα χέρια ξένων δικαστών, [που βρίσκονται] χιλιάδες μίλια μακριά».
Οι Ηνωμένες Πολιτείες, όπως και άλλες ισχυρές χώρες, δεν επικύρωσαν ποτέ το Καταστατικό της Ρώμης. «Δεν θα είχαν συμφωνήσει ποτέ κάτι τέτοιο και ούτε θα το πράξουν στο μέλλον», σημείωσε ο Ρούμπιο, υποστηρίζοντας ότι απειλεί την ανεξαρτησία που είναι δικαίωμα όλων των Αμερικανών εκ γενετής, καθώς και την κυριαρχία της χώρας.
Αμερικανικά μέτρα, ευρωπαϊκές αντιδράσεις
Στην ανακοίνωση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ αναφέρονται τα μέτρα που συζητά η αμερικανική κυβέρνηση, που περιλαμβάνουν την προσέγγιση άλλων κρατών προκειμένου να αμφισβητήσουν επίσης τη δικαιοδοσία του ΔΠΔ, επισταμένη έρευνα κρατών που αν και υποστηρίζονται από τις ΗΠΑ αρνούνται να αποκηρύξουν το ΔΠΔ, καθώς και κυρώσεις κατά του προσωπικού του ΔΠΔ και οργανισμών που συνδέονται μαζί του.
Έχοντας θέσει ως κρίσιμο πεδίο της στρατηγικής τους το διπλωματικό πεδίο, ο Ρούμπιο τόνισε ότι «καμία διπλωματική επιλογή δεν είναι εκτός συζήτησης» όσον αφορά την εξάλειψη της απειλής που η κυβέρνηση των ΗΠΑ αντιλαμβάνεται από το ΔΠΔ για τις Ηνωμένες Πολιτείες, και κάλεσε τα συμμαχικά κράτη να απορρίψουν τυχόν αξιώσεις δικαιοδοσίας του δικαστηρίου κατά των πολιτών των ΗΠΑ. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για χώρες που συνεργάζονται με τις ΗΠΑ στην απονομή της δικαιοσύνης ή προστατεύονται από αμερικανικές εγγυήσεις ασφαλείας.
Οι ΗΠΑ ανακοίνωσαν επίσης περιορισμούς στις θεωρήσεις εισόδου στη χώρα και αυξημένες κυρώσεις κατά του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου και των συνδεδεμένων με αυτό οργανισμών. Πέρυσι, οι ΗΠΑ είχαν ήδη επιβάλει κυρώσεις σε αρκετούς υπαλλήλους του ΔΠΔ, συμπεριλαμβανομένου του γενικού εισαγγελέα Καρίμ Καν, ο οποίος έκτοτε έχει τεθεί σε διαθεσιμότητα καθώς έχει δεχθεί καταγγελίες για σεξουαλική κακοποίηση.
Περαιτέρω, στις αρχές της δεκαετίας του 2000, το Κογκρέσο είχε ψηφίσει τον Νόμο για την Προστασία των Αμερικανικών Ενόπλων Δυνάμεων (ASPA), ο οποίος προβλέπει μέτρα για την προστασία των μελών των ενόπλων δυνάμεων των ΗΠΑ σε περίπτωση που διωχθούν από το ΔΠΔ. Καθώς το ίδιο το δικαστήριο δεν έχει εκτελεστική εξουσία να εκτελεί εντάλματα, αυτά μπορούν να εκτελεστούν μόνο από τα κράτη-μέλη του Καταστατικού της Ρώμης, εφόσον ο κατηγορούμενος βρίσκεται στο έδαφός τους.
Από την πλευρά της, η Ευρωπαϊκή Ένωση υποστηρίζει το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο και το θεωρεί σημαντικό στοιχείο της διεθνούς ποινικής δικαιοσύνης. Όσον αφορά τις ανακοινώσεις της Ουάσιγκτον, ο εκπρόσωπος της ΕΕ, Ανουάρ Ελ Ανούνι, δήλωσε : «Είμαστε σταθερά προσηλωμένοι στη διεθνή ποινική δικαιοσύνη και στην καταπολέμηση της ατιμωρησίας. Οι επιθέσεις ή οι απειλές κατά δικαστών, προσωπικού ή ατόμων που συνεργάζονται με το Δικαστήριο είναι απλώς απαράδεκτες».
Ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών, Γιόχαν Βάντεφουλ, απέρριψε τις επιθέσεις της Ουάσιγκτον. «Για εμένα, είναι σαφές: το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο κάνει τον κόσμο ασφαλέστερο και πιο δίκαιο», δήλωσε στο γερμανικό συντακτικό δίκτυο RND. «[Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο] αποκάλυψε τα χειρότερα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας», όπως η στρατολόγηση παιδιών-στρατιωτών σε εμφύλιους πολέμους και «έχει θέσει υπόλογους όσους έχουν διαπράξει τα πιο σοβαρά εγκλήματα. Επομένως, εκπληρώνει τον σκοπό του όπως προβλέπεται», τόνισε ο Βάντεφουλ.
Αν και το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών δεν έχει αντιδράσει ακόμη, το περασμένο έτος είχε υπογράψει κοινή δήλωση που εκδόθηκε στις 7 Φεβρουαρίου 2025, στην οποία τα υπογράφοντα μέρη επιβεβαίωναν την υποστήριξή τους στην «ανεξαρτησία, την αμεροληψία και την ακεραιότητα του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, μετά τις κυρώσεις που επέβαλαν οι Ηνωμένες Πολιτείες». Τη δήλωση είχαν υπογράψει συνολικά 79 κράτη-μέλη του ΟΗΕ.
Το ίδιο το ΔΠΔ δεν έχει εκδώσει ακόμη ανακοίνωση.
Περαιτέρω αμφιβολίες για τη δικαιοδοσία του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου
Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο ενεργεί όταν οι εθνικές αρχές δεν είναι σε θέση ή δεν είναι πρόθυμες να διώξουν φερόμενες γενοκτονίες, εγκλήματα πολέμου ή εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Επιπλέον, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, ο Εισαγγελέας μπορεί να κινήσει έρευνες με δική του πρωτοβουλία. Δεν απαιτείται αίτημα από κράτος-μέλος. Μπορεί δε να ληφθούν υπ’ όψιν πληροφορίες από κράτη, διεθνείς οργανισμούς ή μη κυβερνητικές οργανώσεις.
Ωστόσο, αν και 125 χώρες είναι συμβαλλόμενα μέρη του Καταστατικού της Ρώμης, στο οποίο στηρίζεται το ΔΠΔ, ο αριθμός αυτών που δεν υπέγραψαν ή δεν επικύρωσαν ή απέσυραν την υπογραφή τους είναι επίσης σημαντικός. Μεταξύ αυτών, εκτός των ΗΠΑ, συγκαταλέγονται η Κίνα, η Ρωσία, το Ισραήλ, η Ινδία, η Τουρκία, το Ιράν, η Σαουδική Αραβία, επισημαίνεται δε ότι από τις λεγόμενες «μεγάλες δυνάμεις», οι τρεις — ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα — δεν το υποστηρίζουν.
Μετά την ίδρυση του ΔΠΔ, πολλές έρευνες επικεντρώθηκαν αρχικά σε υποθέσεις σε αφρικανικά κράτη. Αρκετές κυβερνήσεις αργότερα κατηγόρησαν το δικαστήριο, μεταξύ άλλων, για μονόπλευρη εστίαση στην Αφρική, ευρωκεντρισμό και αυθαίρετη επιλογή υποθέσεων. Η διεθνής ποινική δικαιοδοσία απέκτησε ιδιαίτερη σημασία μέσω των δικαστηρίων για την πρώην Γιουγκοσλαβία και τη Ρουάντα τη δεκαετία του 1990.
Το 2020, το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο ξεκίνησε έρευνες για φερόμενα εγκλήματα πολέμου που διαπράχθηκαν από Αμερικανούς στρατιώτες στο Αφγανιστάν, με την κυβέρνηση Τραμπ εκείνης της περιόδου να αντιδρά επιβάλλοντας κυρώσεις κατά της τότε γενικής εισαγγελέως, Φατού Μπενσούντα.
Το 2024, κατά τη διάρκεια του ισραηλινού πολέμου κατά της Χαμάς στη Γάζα, το ΔΠΔ εξέδωσε εντάλματα σύλληψης για τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου και τον τότε υπουργό Άμυνας Γιοάβ Γκαλάντ, ενώ μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, το ΔΠΔ εξέδωσε επίσης ένταλμα σύλληψης για τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν.
Στις Φιλιππίνες, το ΔΠΔ διερευνά επίσης τον πρώην αρχηγό της αστυνομίας και νυν γερουσιαστή Ρόναλντ ντέλλα Ρόσσα, προκαλώντας εσωτερική ένταση. Σύμφωνα με δημοσιεύματα των μέσων ενημέρωσης, δεν έχουν γίνει μέχρι στιγμής συλλήψεις . Οι αντίπαλοι του προέδρου Φερδινάνδου «Μπονγκμπόνγκ» Μάρκος Τζούνιορ κατηγορούν την κυβέρνηση ότι αποδυναμώνει τους πολιτικούς αντιπάλους μέσω της συνεργασίας της με το ΔΠΔ. Η κυβέρνηση αρνείται αυτές τις κατηγορίες. Παρόλο που η χώρα αποχώρησε από το δικαστήριο το 2019, η κυβέρνηση εξέδωσε στη Χάγη πέρυσι τον πρώην πρόεδρο Ροντρίγκο Ντουτέρτε, ο οποίος ερευνάται για φερόμενα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας σε σχέση με τον πόλεμο κατά των ναρκωτικών. Οι υποστηρικτές του το αποκαλούν «απαγωγή» και επισημαίνουν ότι οι Φιλιππίνες έχουν το δικό τους σύστημα δικαιοσύνης.
Αρκετά κράτη έχουν δηλώσει ή ανακοινώσει την πρόθεσή τους να αποσυρθούν από το Καταστατικό της Ρώμης τα τελευταία χρόνια.
Με τη συμβολή του Reinhard Werner

