Τη Μ. Τετάρτη 8 Απριλίου, οι υπουργοί Επικρατείας, Υγείας και Ψηφιακής Διακυβέρνησης, κ.κ. Άκης Σκέρτσος, Άδωνις Γεωργιάδης και Δημήτρης Παπαστεργίου, παρουσίασαν σε κοινή συνέντευξη Τύπου το νέο πλαίσιο ρυθμίσεων για την πρόσβαση των ανηλίκων στα social media (μέσα κοινωνικής δικτύωσης/μκδ). Με ορίζοντα εφαρμογής την 1η Ιανουαρίου 2027, οι κ.κ. υπουργοί εξέθεσαν τις κύριες ρυθμίσεις του νομοσχεδίου, την πρόταση της κυβέρνησης στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την ενίσχυση και εμβάθυνση του υφιστάμενου κανονιστικού πλαισίου και το σκεπτικό πίσω από τα περιοριστικά μέτρα.
Το νομοσχέδιο αφορά ανηλίκους κάτω των 15 ετών στους οποίους θα απαγορεύεται η πρόσβαση σε επιγραμμικές υπηρεσίες κοινωνικής δικτύωσης (online social media), με στόχο την προστασία τους κυρίως από την εθιστική επίδραση των μκδ. Όπως διευκρίνισε ο κος Γεωργιάδης, «ένας ενήλικας μπορεί να το αντιμετωπίσει με μεγαλύτερη δύναμη και σύνεση, αλλά ένας ανήλικος δεν μπορεί ακόμα να το αντιληφθεί και αν του γίνει τρόπος ζωής, πιθανόν τα επόμενα χρόνια να είναι πολύ πιο δύσκολο να το αντιμετωπίσει. Σε όλες τις μονάδες ψυχικής υγείας τα συμπτώματα ψηφιακού εθισμού έχουν αυξηθεί πολύ και το υπουργείο Υγείας ετοιμάζει στοχευμένα προγράμματα για την αντιμετώπισή τους».
Σχετικά με τα θέματα που προκύπτουν για τους ανηλίκους από τη χρήση των μκδ, αλλά και γενικότερα της ψηφιακής τεχνολογίας, η Epoch Times συζήτησε με την Έλενα Γεωργακοπούλου, συμβουλευτική ψυχολόγο με ειδίκευση σε εφήβους και γονείς, η οποία μοιράστηκε την πολυετή εμπειρία της και ορισμένα συμπεράσματά της, προσφέροντας μια σφαιρική και πολυεπίπεδη αντίληψη του ζητήματος.
Στην πορεία της εργασίας της, στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό, τα κύρια προβλήματα που έχει διαπιστώσει, τα οποία συνδέονται με την επαφή των παιδιών με τα μκδ, πέρα από τον εθισμό, είναι το περιεχόμενο που λαμβάνουν (βία, πορνό κλπ), η μετατόπιση του βάρους από το βίωμα καθαυτό στην έκθεση του βιώματος, απώλεια δεξιοτήτων (κοινωνικών, συναισθηματικών), απομόνωση, απώλεια αξιών και πλαισίου. Ορισμένα από αυτά συνδέονται με τη φύση του μέσου, ενώ άλλα προκύπτουν σε συνάρτηση με το οικογενειακό πλαίσιο, την ωριμότητα των γονέων και ευρύτερα κοινωνικά φαινόμενα.
Ποια είναι τα πιο ευαίσθητα σημεία της εφηβικής ηλικίας, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις σας;
Η επικοινωνία — τα παιδιά έχουν πρόβλημα μεταξύ τους, με τα άλλα παιδιά. Υπάρχει μεγάλη δυσκολία επικοινωνίας, μεγάλη δυσκολία στο να έρθουν σε επαφή με τον άλλον. Υπάρχει σημαντική διαφορά μεταξύ κοριτσιών και αγοριών, στο πώς συνδέονται με τα άτομα του ίδιου φύλου. Για τα αγόρια είναι κάπως πιο εύκολο, γιατί έχουν τα αθλήματα — παίζουν ποδόσφαιρο, μπάσκετ — αλλά και τα βιντεοπαιχνίδια. Έτσι έχουν κοινά ενδιαφέροντα. Ωστόσο υστερούν στην επικοινωνία, γιατί μιλάνε μόνο μέσα από τα παιχνίδια. Κι όταν τους ρωτάς αν θα βγουν με τους φίλους τους, απαντούν «Μα τους ‘είδα’ — μίλαγα μαζί τους σήμερα το απόγευμα». Τα κορίτσια δεν το έχουν αυτό και υπάρχει δυσκολία, καθώς και ανταγωνισμός μεταξύ τους. Από αυτά που έχω δει, θεωρώ ότι για τα κορίτσια είναι πιο δύσκολο.
Αυτά ισχύουν για τα παιδιά που έρχονται από σπίτια όπου δεν εκφράζονται, όπου οι γονείς είναι απόντες, όπου δεν υπάρχουν όρια, δεν ξέρουν πού στέκονται και δεν μπορούν να μιλήσουν ξεκάθαρα, όπου δεν υπάρχει επικοινωνία… Άλλοι παράγοντες που επηρεάζουν είναι το αν υπάρχουν αδέλφια, γιαγιάδες, αν οι γονείς είναι μαζί ή χωρισμένοι — όλα αυτά επηρεάζουν πάρα πολύ.
Στο εξωτερικό μπορεί να συναντήσεις οικογένεια που, ενώ είναι όλοι στο ίδιοι σπίτι, συνεννοούνται με μηνύματα. Υπάρχουν οικογένειες που δεν μιλάνε. Σε αυτά τα σπίτια δεν θα κάτσουν να φάνε όλοι μαζί. Δεν υπάρχει ενδιαφέρον να ασχοληθούν και να ανακαλύψουν τον άλλον. Αυτό το φαινόμενο έχει αρχίσει να εμφανίζεται και στην Ελλάδα, αλλά σε πιο περιορισμένη κλίμακα.
Υπάρχουν περιπτώσεις που τα παιδιά δεν γνωρίζουν στοιχειώδη πράγματα, όπως τις εποχές του χρόνου, ως αποτέλεσμα της ελλιπούς ενασχόλησης των γονέων. Παιδιά 8-9 ετών δεν έχουν στοιχειώδεις γνώσεις και δεν μπορούν να μιλήσουν για κάποιο θέμα — σε επίπεδο συναισθηματικό και επικοινωνιακό είναι 5 χρονών. Δεν έχουν αναπτυχθεί, δηλαδή, βασικές δεξιότητες.
Στους εφήβους παρατηρώ επίσης μεγάλη δυσκολία στις σχέσεις, καθώς και μεγάλο προβληματισμό και σύγχυση π.χ. με την ταυτότητα των φύλων… Επειδή δεν υπάρχουν πλέον αξίες, δεν υπάρχουν και ξεκάθαρες κουβέντες. Αν κάτι συμβεί σε μία σχέση (κυρίως ερωτική), δεν θα κάτσει κανείς να το σκεφτεί. Απλώς θα εξαφανιστεί. Ή θα υπάρξει βία. Πολλά κορίτσια υφίστανται βία και σεξουαλικό καταναγκασμό, κυρίως διότι τα αγόρια δεν ξέρουν, ιδίως στην πρώτη τους σχέση. Μπορεί να λείπει το συναίσθημα ή να μην ξέρουν πώς να το εκφράσουν. Υπάρχει, αντίθετα, η αίσθηση ότι τους ανήκει η κοπέλα. Θεωρώ ότι σε μεγάλο βαθμό επηρεάζονται από αυτά που βλέπουν — κυρίως πορνό και βία — στα μκδ. Αυτά εισπράττουν, αυτά θεωρούν ως φυσιολογικά, οπότε αυτά αναπαράγουν.
Λίγα παιδιά έχουν ενσυναίσθηση, ώστε να μπορέσουν να υποστηρίξουν άλλους και να συνδεθούν. Ορισμένα γνωρίζουν μόνο τον τσακωμό ως μέσω σύνδεσης με τους άλλους — δηλαδή τον αρνητικό τρόπο.
Από ποιες ηλικίες έχετε δει να απορροφώνται και να επηρεάζονται τα παιδιά από τα μκδ και τη χρήση οθόνης γενικότερα;
Στο εξωτερικό, τα αγόρια από 12 και πάνω με τα παιχνίδια, όπου μιλάμε για εθισμό. Παίζουν όλη τη νύχτα, οι γονείς δεν μπορούν να τα σταματήσουν, κι ας προσπαθούν με χίλιους δυο τρόπους. Ορισμένα φτάνουν στο σημείο να αρνούνται να πάνε σχολείο. Τα κορίτσια απορροφώνται περισσότερο από το κινητό και τα μκδ.
Στην Ελλάδα δεν είναι τόσο έντονο το φαινόμενο, δεν έχω ακούσει από παιδί να λέει ότι δεν θα πάει στο σχολείο για να παίξει παιχνίδια, αλλά πάντα υπάρχει κόντρα με τους γονείς για το κινητό και — κυρίως τα αγόρια — για τα βιντεοπαιχνίδια.
Πώς επηρεάζει τον χαρακτήρα και την καθημερινότητά τους αυτή η απορρόφηση;
Τα μκδ και τα παιχνίδια δημιουργούν αποχαύνωση. Γεμίζουν το μυαλό των παιδιών με πλήθος άχρηστες πληροφορίες, με ανούσια πράγματα, με υλικά πράγματα, με αποτέλεσμα τα παιδιά να μένουν στάσιμα, να μην αναπτύσσονται ψυχικά, πνευματικά και συναισθηματικά. Αντί να αποκτούν έναν ελεύθερο τρόπο σκέψης και ιδανικά, πάθος και όρεξη για τη ζωή και για να κάνουν πράγματα, προσηλώνονται στο να απαθανατίσουν τα γεγονότα για να τα ‘μοιραστούν’. Ουσιαστικά, μετατοπίζεται το βάρος της ζωής από την πράξη στο φαίνεσθαι και καταλήγουν να ζουν μία ψεύτικη ζωή. Η ζωή στα μκδ δεν είναι πραγματική ζωή. Έτσι, μπορούν να χειραγωγηθούν και πιο εύκολα.
Υπάρχει μια δομή που σου λέει πώς πρέπει να κινηθείς για να ‘πετύχεις’, για να έχεις λεφτά, για να φανείς. Όταν ρωτάω τα παιδιά τι θέλουν από τη ζωή, ποιοι είναι οι στόχοι τους, το πρώτο που μου λένε είναι «Να πετύχω, να βγάλω λεφτά». Αν τους ρωτήσω πώς θα είναι ευτυχισμένα, απαντούν «Θα έχω λεφτά». Και τι θα τα κάνεις τα λεφτά; «Θα έχω ποιότητα ζωής». Και τι θα την κάνεις την ποιότητα ζωής; «Θα αγοράσω ένα πολύ ακριβό αυτοκίνητο» ή «Θα πηγαίνω πάρα πολύ ακριβές διακοπές» — αυτά που βλέπουν στα μκδ. Δεν θα πει κανείς «Να περάσω ωραίες στιγμές με τον παππού και τη γιαγιά, να μου μάθουν να φτιάχνω πάστα φλόρα», δεν θα πει «Θα πάω με τη φίλη μου στο φεστιβάλ και θα χορέψουμε».
Με την τεχνολογία, και ειδικότερα τώρα με την είσοδο της τεχνητής νοημοσύνης, τα παιδιά μαθαίνουν να γίνονται όλα πολύ γρήγορα και σχεδόν αυτόματα. Αυτή η ταχύτητα τα επηρεάζει ποικιλοτρόπως, από τη λειτουργία του εγκεφάλου τους μέχρι τις σχέσεις τους. Για παράδειγμα, δεν μπορούν να διαβάσουν βιβλία — γιατί αυτό δεν γίνεται γρήγορα και απαιτεί συγκέντρωση και ένα επίπεδο δέσμευσης. Αυτό δεν το έχουν και είναι κάτι που ανακλά και στις σχέσεις και στις δραστηριότητές τους. Καταργούνται η κριτική σκέψη, η έρευνα, οι αξίες… Με ποιον θέλω να είμαι, πού θέλω να είμαι, γιατί θέλω να είμαι σε αυτόν τον χώρο, με ποιον θέλω να συνεργαστώ; Όλο αυτό καταλήγει στο να μην αρτιώνονται σαν άνθρωποι…
Ποιος είναι ο ρόλος της οικογένειας; Γιατί οι γονείς εμφανίζονται τόσο αδύναμοι απέναντι στα παιδιά τους και τους επιτρέπουν να αποφασίζουν και να κάνουν ό,τι θέλουν;
Κατ’ εμέ, αυτό είναι ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα αυτής της γενιάς. Έχουν αλλάξει οι ρόλοι και τον έλεγχο τον έχει το παιδί, και οι γονείς θεωρούν ότι αυτό είναι το φυσιολογικό. Κατά τη γνώμη μου, αυτό οφείλεται κυρίως σε ανωριμότητα των ίδιων των γονέων. Επιπροσθέτως, έχουν χαθεί οι αξίες και το πλαίσιο που βοηθούσαν τους ανώριμους γονείς παλαιότερα. Έτσι, τώρα, αν κάποιος γονέας δεν έχει αρτιωθεί, δεν έχει αντίληψη και ώριμο τρόπο σκέψης, δεν έχει από πουθενά να κρατηθεί και παρασύρεται. Υπάρχει τρομερός μιμητισμός μεταξύ των γονέων. Γονείς που θεωρούν ότι είναι πολύ αυστηροί σκέπτονται έτσι επειδή συγκρίνουν τους εαυτούς τους με άλλους γονείς που δεν είναι καθόλου.
Ωστόσο, η αυστηρότητα ουσιαστικά είναι σταθερότητα — το οποίο δεν υπάρχει στις ημέρες μας. Αντίθετα, υπάρχει πάρα πολύ φωνή. Όταν φωνάζουν, όμως, και τσακώνονται μαζί του, είναι σαν να κατεβαίνουν στο επίπεδο του παιδιού, με αποτέλεσμα να χάνουν την ισχύ που έχουν σαν γονείς. Οι γονείς πρέπει να είναι ήρεμοι. Δεν μπορούν, όμως, γιατί ακριβώς δεν έχουν την ωριμότητα να μείνουν ήρεμοι. Ένας γονέας που δεν έχει δουλευτεί δεν μπορεί να παραμείνει ήρεμος.
Πολλοί είναι και οι γονείς (κυρίως από αυτά που βλέπω γύρω μου) που προσφέρουν το κινητό στα παιδιά, ακόμη και τα πολύ μικρά, για να μείνουν ήσυχα — κάπως σαν την πιπίλα. Συνήθως δεν έχουν συναίσθηση τού τι κάνουν και του αντίκτυπου που αυτό έχει στα παιδιά. Αργότερα, λειτουργεί και ο μιμητισμός: αφού όλοι αυτό κάνουν, οι περισσότεροι σκέφτονται ότι το παιδί τους θα μείνει πίσω, αν δεν τους δώσουν το τηλέφωνο, το τάμπλετ. Η κατάληξη είναι οικογένειες ‘καλωδιωμένες’, όπου ο καθείς βλέπει κάτι διαφορετικό στο κινητό του, με την άμεση επικοινωνία να σπανίζει.
Θα λέγατε ότι κατά κάποιον τρόπο οι γονείς αρνούνται τον ρόλο τους, αρνούνται να πάρουν τα ηνία, ίσως επειδή θέλουν να είναι φίλοι με το παιδί τους;
Όχι συνειδητά. Ο γονέας είναι ένας ρόλος. Είναι μια αντίληψη ζωής, και θα βγει και σε άλλα κομμάτια. Φίλοι με το παιδί τους μπορεί να είναι αλλά μέχρι ένα σημείο, γιατί πρέπει να υπάρχουν και όρια. Αυτό βλέπω να λείπει. Πολλοί γονείς έχουν χάσει τη βάση και δεν θέτουν σταθερά όρια. Ορισμένοι, δεν εμπιστεύονται τον εαυτό τους και μπερδεύονται από αυτά που κάνουν οι άλλοι γονείς. Δίνουν στα παιδιά σχεδόν οτιδήποτε εκείνα ζητήσουν, υποκύπτοντας σε κάθε τους αίτημα.
Η έλλειψη ορίων είναι διάχυτη στην κοινωνία, και ξεκινά από αυτή τη στάση των γονέων. Μου έχουν πει γονείς ότι στο σχολείο οι δάσκαλοι δεν βάζουν τιμωρίες στα παιδιά όταν κάνουν φασαρία στην τάξη, επειδή υπάρχουν γονείς που θα τους κάνουν ‘μπούλινγκ’. Και φοβούνται. Στα ιδιωτικά σχολεία φοβούνται μήπως χάσουν τη δουλειά τους. Πηγαίνουν γονείς σε προπονήσεις των παιδιών τους και παρεμβαίνουν στις οδηγίες που δίνουν οι προπονητές ώστε να ευνοούνται τα δικά τους παιδιά. Έτσι χάνονται εντελώς τα όρια.
Όταν το παιδί μαθαίνει να θεωρεί δεδομένη την ικανοποίηση των επιθυμιών του, ζορίζεται πάρα πολύ όταν κάποια στιγμή μπουν όρια. Μία πρόσφατη έρευνα στην Αμερική, των τελευταίων μηνών, έδειξε ότι πολλοί ενήλικες τείνουν να αποξενώνονται από τους γονείς τους, θεωρώντας ότι όταν ήταν μικροί τούς φέρθηκαν άσχημα, εκλαμβάνοντας τα όρια ως κακομεταχείριση. Αν το παιδί δεν έχει αντίληψη και παντού στα μκδ λέγεται ότι είναι έτσι, υπονομεύεται το εσωτερικό κριτήριο του παιδιού (που γνωρίζει κατά βάθος πότε έφταιξε και πρέπει να τιμωρηθεί) και επικρατεί μια στρεβλωμένη άποψη, που διαχέεται στην κοινωνία και δημιουργεί αυτή την τάση.
Ακόμα πιο σημαντικό, όμως, είναι ότι έχουν χαθεί οι αξίες. Αυτό που σε καθοδηγεί και σου βάζει μία βάση είναι οι αξίες. Τις αξίες μέσα στην οικογένεια θα τις μάθεις. Και αυτό έχει χαθεί. Εάν οι γονείς δεν μπορούν να μεγαλώσουν τα παιδιά τους με βάση τις αξίες τους, με βάση αυτά που γνωρίζουν και που πιστεύουν, έτσι όπως θεωρούν ότι είναι σωστό, αλλά προχωρούν με τον φόβο τού «τι θα πει το παιδί» — γιατί το έχω ακούσει και αυτό από γονιό: «Κι αν γυρίσει το παιδί μου και μου πει σε δέκα χρόνια…» — ναι, αλλά κι αν γυρίσει και σου πει «γιατί δεν μου έβαζες όρια αλλά με άφηνες ξέφραγο αμπέλι;»
Πλέον και οι ίδιοι οι γονείς είναι μπερδεμένοι και δεν ξέρουν πώς να προχωρήσουν.
Μήπως κρίσιμο ρόλο για κάποια από τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα παιδιά σήμερα παίζει η έλλειψη χρόνου των γονέων;
Η έλλειψη χρόνου είναι δικαιολογία, κατ΄εμέ. Και οι δικοί μας γονείς δούλευαν πάρα πολύ. Αν κάποιος θέλει, θα το οργανώσει με τέτοιον τρόπο ώστε να είναι παρών για το παιδί.
Η αίσθηση που έχω είναι ότι οι γονείς — όχι όλοι — δίνουν υλικά αγαθά, αλλά όχι την προσοχή που πρέπει. Βασικά, κυριαρχούν τα δύο άκρα. Είτε θα είναι πάρα πολύ πάνω από το παιδί είτε δεν θα δίνουν προσοχή. Και υπάρχουν και οι ανασφαλείς, οι οποίοι δεν έχουν καλύψει/δουλέψει δικά τους κομμάτια και γίνονται έρμαια των παιδιών. Μπορεί να έχουν τύψεις ή να θέλουν να ικανοποιήσουν το δικό τους ‘εσωτερικό’ παιδί ή να είχαν πολύ αυστηρούς γονείς και πηγαίνουν στο άλλο άκρο γιατί νομίζουν ότι έτσι είναι καλοί γονείς — υπάρχουν πολλά μοτίβα.
Στις παλαιότερες γενιές υπήρχε μια γενική νοοτροπία και η οικογένεια υφίστατο, με τα καλά και τα κακά της. Αυτό θεωρώ ότι δεν υπάρχει πια στον βαθμό που υπήρχε. Οι δικοί μας γονείς συναντιόνταν και τα παιδιά έπαιζαν μεταξύ τους. Οι παρέες χάνονται, τα τραπέζια λιγοστεύουν. Κι όταν γίνονται, γίνονται μέσω cattering. Ή δεν συναντώνται καθόλου στα σπίτια, αλλά σε παιδότοπους, πάρκα, και γενικά σε οποιονδήποτε άλλον χώρο εκτός από το σπίτι. Έτσι, χάνεται το προσωπικό στοιχείο και η επαφή. Επίσης, υποχωρεί και το αίτημα να περάσουμε καλά και υποκαθίσταται από το να φανούμε και να εντυπωσιάσουμε. Αυτό ξεκινά από τους γονείς. Επίσης, όταν όλα παρέχονται από έξω, χάνεται και η προσπάθεια, οπότε χάνει και το ίδιο το άτομο. Το ουσιαστικό, αυτό που θα σου δώσει, είναι αυτό στο οποίο εμβαθύνεις. Όταν δεν υπάρχει προσπάθεια και δέσμευση, δεν εμβαθύνεις — οπότε δεν λαμβάνεις και την ανάλογη απόλαυση, την ανάλογη ανταμοιβή. Αυτό βγαίνει και στα παιδιά.
Τα σημερινά παιδιά αντιστέκονται στη δουλειά και σε κάθε είδους προσπάθεια. Παλιότερα, επικρατούσε η νοοτροπία ότι αν θέλεις κάτι, πρέπει να δουλέψεις για αυτό. Τώρα, αυτό δεν υπάρχει.
Η τεχνητή νοημοσύνη επιτείνει αυτό το φαινόμενο. Έτσι όμως χάνουμε γνώσεις, χάνουμε δεξιότητες. Τα παιδιά κάνουν πλέον τις εργασίες τους με την τεχνητή νοημοσύνη — τι αξία έχει αυτό, τι αποκομίζουν; Αυτό μας φέρνει πίσω στον κόπο, στη δέσμευση, στην πράξη μέσα από την οποία μαθαίνεις και εξελίσσεσαι σαν άνθρωπος.
Δεν ήταν πάντα μια μειοψηφία οι άνθρωποι που ενδιαφέρονταν να εξελιχθούν;
Ναι, αλλά αναγκάζονταν από τη ζωή. Έπρεπε να δουλέψεις, να φας τα μούτρα σου, να μάθεις. Υπήρχε αυτή η νοοτροπία. Τώρα δεν υπάρχει αυτή η λογική. Στοχεύουμε στο να έχουμε τα ρομπότ να κάνουν τα πάντα, και ο άνθρωπος να μην δουλεύει.
Για εμένα ο άνθρωπος είναι αξίες και αντίληψη. Οι αξίες και η πνευματικότητα είναι κάτι πάρα πολύ βασικό. Η πνευματικότητα μας οδηγεί στον ανώτερο εαυτό μας και στον Θεό, όπως τον αντιλαμβάνεται ο καθένας. Μας βοηθάει να πλησιάσουμε την αλήθεια μας. Όλα αυτά [που ζούμε] μάς απομακρύνουν από την αλήθεια μας και δεν μπαίνουμε καν στη λογική τού να εμβαθύνουμε και να καταλάβουμε πώς να γίνουμε ένας ανώτερος άνθρωπος, πώς να έχουμε πνευματικότητα — όλα αυτά που δίνουν νόημα. Δεν αντιλαμβανόμαστε καν ότι υπάρχει κάτι ανώτερο. Σπάνια κάνω τέτοιες συζητήσεις. Είναι ζήτημα αν τις είχα με 2-3 παιδιά, στα δεκαεννέα χρόνια που δουλεύω.
Ο λόγος που σπούδασα ψυχολογία ήταν η θεωρία του Μάσλοου (Abraham Harold Maslow, 1η Απριλίου 1908–8 Ιουνίου 1970) για την πυραμίδα των αναγκών, στην κορυφή της οποίας βρίσκεται ο ανώτερος εαυτός. Δηλαδή, όταν έχεις καλύψει όλες τις άλλες ανάγκες, μπαίνεις στο πιο ουσιαστικό στο οποίο εμβαθύνεις και το οποίο είναι ο ανώτερος εαυτός. Αυτό ήταν που με είχε τραβήξει κυρίως. Με το πέρασμα των χρόνων και την εμπειρία το συνέδεσα με τη θρησκεία, με τα πιστεύω, τις αξίες, αν και δεν ταυτίζω την πνευματικότητα με τη θρησκεία. Άλλο το ένα, άλλο το άλλο. Παλιά, οι κοινωνία και η θρησκεία μετέφεραν τις αξίες και έδιναν το πλαίσιο. Σήμερα, το ανώτερο επίπεδο είναι πώς θα φανώ στα μκδ και πώς θα βγάλω λεφτά από αυτά που κάνω.
Η αναζήτηση της πνευματικότητας απαιτεί γαλήνη και ηρεμία. Τα παιδιά σήμερα υφίστανται υπερπληροφόρηση και κατακλύζονται από εικόνες, κάτι που λειτουργεί τραυματικά, καθώς αφ’ ενός τους δημιουργεί άγχος αφ’ ετέρου τα αναισθητοποιεί. Αυτό το χάος που δημιουργείται έξω και μέσα τους κάνει σχεδόν αδύνατη την αναζήτηση της πνευματικότητας. Οπότε, δεν μπορούν να προχωρήσουν και να ψάξουν για το ανώτερο. Μετά έρχονται και λένε «Είμαι δυστυχισμένος-η». Και έχουν τρομερή μοναξιά, γιατί δεν έχουν την πραγματική, την ουσιαστική επαφή. Ούτε με γονείς ούτε με φίλους ούτε με τον εαυτό τους. Αυτό είναι πολύ δύσκολο. Παλιά έπαιζες με τους φίλους σου και γέμιζε η ψυχή σου. Τα σημερινά παιδιά δεν γνωρίζουν αυτό το γέμισμα, δεν ξέρουν ότι πρέπει και να γεμίζεις, ότι δεν έχεις ατελείωτη ενέργεια, ότι πρέπει να προσέχεις τον εαυτό σου και να επιλέγεις, να σκέφτεσαι. Αυτό δεν υπάρχει κατ’ αρχάς στους γονείς, άρα δεν περνάει στα παιδιά.
Ο κίνδυνος πια είναι πιο διαδεδομένος, πιο διάχυτος, πιο εθιστικός. Βρίσκεται σε κάθε σπίτι. Πρόκειται για καθαρή χειραγώγηση μέσω της πληροφορίας.
* * *
Η Έλενα Γεωργακοπούλου δουλεύει κυρίως με παιδιά από 8 ετών έως και νεαρούς ενήλικες, μιλώντας με τους γονείς όταν πρόκειται για τα πιο μικρά παιδιά. Εστιάζει στο παρόν, βοηθώντας τους εφήβους να θέσουν συγκεκριμένους στόχους και να τους επιτύχουν, και χρησιμοποιώντας διάφορες στρατηγικές και τεχνικές όπως τη γνωσιακή συμπεριφοριστική θεραπεία (Cognitive Behavioural Therapy – CBT), εστιάζοντας στον τρόπο σκέψης. Όπως εξηγεί, «οι πολύ έντονες αρνητικές σκέψεις και τα αρνητικά συναισθήματα επηρεάζουν τη συμπεριφορά. Δουλεύοντας με τις αρνητικές σκέψεις και τη συμπεριφορά, τα παιδιά μαθαίνουν να διαχειρίζονται τον εαυτό τους καλύτερα». Περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να βρείτε στην ιστοσελίδα της.








