Τρίτη, 14 Ιούλ, 2026

Το μακρύ χέρι του Πεκίνου: Ο νέος νόμος «εθνικής ενότητας» της Κίνας στοχοποιεί Αυστραλούς πολίτες και μειονότητες

Σε κατάσταση αυξημένης επιφυλακής βρίσκονται οι δυτικές δημοκρατίες και οι οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καθώς τέθηκε σε πλήρη ισχύ ο αμφιλεγόμενος Νόμος για την Προώθηση της Εθνικής Ενότητας και της Προόδου της Κίνας. Η αυστραλιανή κυβέρνηση επιβεβαίωσε ότι έχει ήδη προβεί σε άμεσες και αυστηρές διπλωματικές παρεμβάσεις προς το Πεκίνο, εκφράζοντας την έντονη ανησυχία της για μια συγκεκριμένη ρήτρα του νόμου, η οποία δίνει τη δυνατότητα στις κινεζικές αρχές να στοχοποιούν άτομα και οργανώσεις που βρίσκονται εκτός των συνόρων της Κίνας.

Το νομικό «όπλο» του Πεκίνου για τη διασπορά

Ο νέος νόμος, ο οποίος ψηφίστηκε από το Εθνικό Λαϊκό Συνέδριο της Κίνας τον περασμένο Μάρτιο, παρουσιάζεται επίσημα από το Κομμουνιστικό Κόμμα ως ένα εργαλείο για τη δημιουργία μιας «κοινής εθνικής ταυτότητας» μεταξύ των πενήντα πέντε (55) αναγνωρισμένων εθνοτικών μειονοτικών ομάδων της χώρας, συμπεριλαμβανομένων των Θιβετιανών, των Ουιγούρων και των Μογγόλων.

Στην πράξη, ωστόσο, ο νόμος επισημοποιεί και σκληραίνει μακροχρόνιες πολιτικές βίαιης αφομοίωσης. Επιβάλλει τη μανδαρινική γλώσσα ως τη μοναδική αποδεκτή γλώσσα στην εκπαίδευση, στις επίσημες κρατικές και επιχειρηματικές δραστηριότητες, καθώς και στον δημόσιο χώρο. Παράλληλα, ποινικοποιεί με ιδιαίτερα ασαφείς όρους οποιαδήποτε δραστηριότητα χαρακτηρίζεται από το καθεστώς ως «βίαιη τρομοκρατική», «εθνοτική αυτονομιστική» ή « θρησκευτική εξτρεμιστική».

Το στοιχείο που έχει πυροδοτήσει τη διεθνή κατακραυγή είναι η πρόβλεψη ότι άτομα και ομάδες που λειτουργούν πέρα από τα σύνορα της Κίνας μπορεί να θεωρηθούν νομικά υπόλογοι εάν κριθεί ότι υπονομεύουν την «εθνοτική ενότητα και πρόοδο» ή ότι «υποκινούν τον εθνοτικό διαχωρισμό». Η διάταξη αυτή ανοίγει τον δρόμο για μια πρωτοφανή κλιμάκωση της διεθνικής καταστολής.

Η αντίδραση της Αυστραλίας και η απειλή για τους πολίτες της

Εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών και Εμπορίου της Αυστραλίας (DFAT) δήλωσε ότι η Καμπέρα εξέφρασε τις ανησυχίες της «απευθείας στην Κίνα, αλλά και στο Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ».

«Η αυστραλιανή κυβέρνηση ανησυχεί βαθύτατα για τις επιπτώσεις του Νόμου περί Εθνικής Ενότητας της Κίνας στα ανθρώπινα δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητάς  του να περιορίσει τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των ατόμων πέρα από τα σύνορα της Κίνας», υπογράμμισε ο εκπρόσωπος. «Όλοι οι άνθρωποι στην Αυστραλία, ανεξαρτήτως υπηκοότητας , προστατεύονται από την αυστραλιανή νομοθεσία και απολαμβάνουν πλήρως τις αυστραλιανές πολιτικές ελευθερίες».

Το Συμβούλιο του Αυστραλιανού Θιβέτ αντέδρασε άμεσα, επισημαίνοντας τον κίνδυνο που διατρέχουν οι Αυστραλοί  πολίτες θιβετιανής καταγωγής και κάλεσε την υπουργό Εξωτερικών, Πέννυ Γουόνγκ, να λάβει άμεσα μέτρα προστασίας.

«Για τους Θιβετιανούς, αυτός ο νόμος αντιπροσωπεύει μια σημαντική κλιμάκωση των πολιτικών που επιδιώκουν να σβήσουν ολοκληρωτικά τη θιβετιανή ταυτότητα», ανέφερε σε ανακοίνωσή του το Συμβούλιο. «Ανησυχούμε σοβαρά ότι ο νόμος αυτός θα χρησιμοποιηθεί για τη στοχοποίηση ατόμων και οργανισμών εκτός Κίνας, εντείνοντας τη διακρατική καταστολή και θέτοντας σε κίνδυνο την ασφάλεια των Θιβετο-Αυστραλών».

Ανησυχία επικρατεί και στην Ταϊβάν, καθώς αναλυτές εκτιμούν ότι ο νόμος προσφέρει στο  Πεκίνο μια πρόσθετη νομική βάση για τη δίωξη Ταϊβανέζων πολιτών τους οποίους το κινεζικό καθεστώς χαρακτηρίζει αυθαίρετα ως «αυτονομιστές».

Η υπερασπιστική γραμμή του Πεκίνου

Από την πλευρά του, το Πεκίνο απορρίπτει τις επικρίσεις, κάνοντας λόγο για παρερμηνεία. Ο υφυπουργός Δικαιοσύνης της Κίνας, Χου Γουεϊλιέ, δήλωσε ότι ο νόμος είναι νόμιμος, δίκαιος και αναγκαίος, υποστηρίζοντας ότι η διάταξη για το εξωτερικό έχει παραμορφωθεί.

«Αυτή η διάταξη βασίζεται στις εθνικές συνθήκες της Κίνας, συμμορφώνεται με τις νομικές αρχές και είναι σύμφωνη με τη διεθνή πρακτική. Όλες οι χώρες ανά την υφήλιο έχουν το δικαίωμα να αποτρέπουν τις αποσχιστικές και καταστροφικές δραστηριότητες και να διατηρούν την κοινωνική αλληλεγγύη μέσω της εσωτερικής τους νομοθεσίας», ισχυρίστηκε ο Χου. σπεύδοντας να καθησυχάσει τη διεθνή κοινότητα με τον ισχυρισμό ότι ο νόμος δεν θα επηρεάσει τις «κανονικές ακαδημαϊκές συζητήσεις, την οικονομική και εμπορική συνεργασία ή τις τουριστικές ανταλλαγές».

Διεθνές τελεσίγραφο από Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και ΟΗΕ

Οι ισχυρισμοί του Πεκίνου, ωστόσο, δεν φαίνεται να πείθουν τη διεθνή κοινότητα. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εξέδωσε ψήφισμα με το οποίο καλεί την κινεζική κυβέρνηση να καταργήσει άμεσα τον νόμο, προειδοποιώντας ότι η εφαρμογή του θα έχει σοβαρές συνέπειες για τις σχέσεις μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Κίνας.

«Το Κοινοβούλιο καταδικάζει αυτόν τον νόμο επειδή ενθαρρύνει επιθετικές πολιτικές αφομοίωσης και περιορίζει δραστικά τις πολιτιστικές, θρησκευτικές και γλωσσικές ελευθερίες, σε πλήρη αντίθεση με τις υποχρεώσεις της Κίνας βάσει του Διεθνούς Δικαίου», υπογραμμίζεται στην ανακοίνωση των Βρυξελλών.

Παράλληλα, οκτώ ανεξάρτητοι εμπειρογνώμονες των Ηνωμένων Εθνών για τα ανθρώπινα δικαιώματα απέστειλαν επίσημη επιστολή διαμαρτυρίας προς την κινεζική κυβέρνηση.

«Επιθυμούμε να επιστήσουμε την προσοχή στους σοβαρούς κινδύνους που ενέχει ο νόμος αυτός, ο οποίος θα μπορούσε να εδραιώσει μια ισοπεδωτική, ομοιόμορφη προσέγγιση στις εθνοτικές σχέσεις σε ολόκληρη την Κίνα», αναφέρουν οι ειδικοί του ΟΗΕ. «Ο νόμος αυτός ενδέχεται να έχει ολέθριες επιπτώσεις στη γλωσσική, πολιτιστική και θρησκευτική αυτονομία των εθνοτικών κοινοτήτων, συμπεριλαμβανομένων των πληθυσμών στο Θιβέτ, το Σιντζιάνγκ και την Εσωτερική Μογγολία».

Με τον νόμο να βρίσκεται πλέον σε πλήρη ισχύ από την 1η Ιουλίου, η διεθνής κοινότητα παρακολουθεί στενά τα πρώτα δείγματα γραφής της εφαρμογής του. Καθώς οι πιέσεις για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων εντείνονται, οι δημοκρατικές κυβερνήσεις καλούνται πλέον να βρουν άμεσες και πρακτικές λύσεις για να θωρακίσουν τους πολίτες τους απέναντι στην επεκτεινόμενη νομική και κατασταλτική εμβέλεια του Πεκίνου.

Από το Φάλουν Γκονγκ στους Ουιγούρους: Η διεθνής αδράνεια και η επέκταση των εξαναγκαστικών αφαιρέσεων οργάνων στην Κίνα

Η περιορισμένη και καθυστερημένη αντίδραση της διεθνούς κοινότητας απέναντι στις καταγγελίες για εξαναγκαστικές αφαιρέσεις οργάνων από ασκούμενους του Φάλουν Γκονγκ στην Κίνα συνέβαλε, σύμφωνα με ερευνητές, στην επέκταση της πρακτικής και στους Ουιγούρους.

Η Μαρία Τσουνγκ, εκτελεστική διευθύντρια της Οργάνωσης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Φάλουν Γκονγκ (Falun Gong Human Rights Group) και ομότιμη καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο της Μανιτόμπα, εκτίμησε ότι, παρά τη σημαντική συνηγορία για το ζήτημα, η διεθνής αντίδραση υπήρξε περιορισμένη και εξαιρετικά αργή. Στο μεταξύ, το κινεζικό κομμουνιστικό καθεστώς ανέπτυξε σημαντικές τεχνολογικές δυνατότητες, ενώ μετά τις μαζικές κρατήσεις των Ουιγούρων οι ερευνητές εκτιμούν ότι και εκείνοι υπέστησαν εξαναγκαστικές αφαιρέσεις οργάνων.

Η Τσουνγκ συμμετείχε την 1η Ιουλίου σε συζήτηση στρογγυλής τραπέζης για τις εξαναγκαστικές αφαιρέσεις οργάνων στην Κίνα, στο Διεθνές Συνέδριο για το Δίκαιο και την Ψυχική Υγεία (International Congress on Law and Mental Health) στο Μόντρεαλ. Στην ίδια συζήτηση συμμετείχαν ο διεθνούς φήμης δικηγόρος ανθρωπίνων δικαιωμάτων Ντέιβιντ Μάτας, με έδρα το Γουίνιπεγκ, ο διευθυντής της Οργάνωσης Υπεράσπισης των Δικαιωμάτων των Ουιγούρων (Uyghur Rights Advocacy) Μεχμέτ Τοχτί και ο ερευνητής δημοσιογράφος και συγγραφέας Ήθαν Γκούτμαν.

Η πρακτική της αφαίρεσης οργάνων από κρατούμενους συνείδησης που ασκούν το Φάλουν Γκονγκ έγινε γνωστή στα μέσα της δεκαετίας του 2000 μέσα από το έργο του Μάτας και του εκλιπόντος Καναδού βουλευτή και υπερασπιστή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων Ντέιβιντ Κίλγκουρ.

Ο Ντέιβιντ Κίλγκουρ, παρουσιάζει στην Οττάβα την αναθεωρημένη έκθεση για τις δολοφονίες ασκούμενων του Φάλουν Γκονγκ στην Κίνα με σκοπό την αφαίρεση των οργάνων τους. Στο βάθος διακρίνεται ο συνυπογράφων την έκθεση, δικηγόρος Ντέιβιντ Μάτας. 31 Ιανουαρίου 2007. (The Epoch Times)

 

Τα επόμενα χρόνια η πρακτική μελετήθηκε σε μεγαλύτερο βάθος, μεταξύ άλλων από το Ανεξάρτητο Δικαστήριο για την Κίνα (China Tribunal), το οποίο συνεδρίασε στο Λονδίνο. Το δικαστήριο κατέληξε το 2019 στο συμπέρασμα ότι οι εξαναγκαστικές αφαιρέσεις οργάνων πραγματοποιούνται επί σειρά ετών σε «σημαντική κλίμακα» σε ολόκληρη την Κίνα και ότι οι ασκούμενοι του Φάλουν Γκονγκ αποτελούν «μία — και πιθανότατα την κύρια — πηγή οργάνων».

Το Φάλουν Γκονγκ, γνωστό και ως Φάλουν Ντάφα, είναι πνευματική άσκηση που βασίζεται στις αρχές της Αλήθειας, της Καλοσύνης και της Ανεκτικότητας. Εξαπλώθηκε ραγδαία στην Κίνα τη δεκαετία του 1990 λόγω της ευεργετικής επίδρασης που είχε στην υγεία των ασκουμένων. Θορυβημένο από τη δημοτικότητα της πρακτικής, το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας (ΚΚΚ) εξαπέλυσε τον Ιούλιο του 1999 εκτεταμένη εκστρατεία εναντίον της. Έκτοτε, χιλιάδες ασκούμενοι έχουν γίνει αντικείμενα παρακολούθησης, αυθαίρετης κράτησης, καταναγκαστικής εργασίας, πλύσης εγκεφάλου, βασανιστηρίων και εξαναγκαστικών αφαιρέσεων οργάνων.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε επίσης ότι οι ιατρικές εξετάσεις στις οποίες υποβάλλονται οι Ουιγούροι — μεγάλος αριθμός των οποίων κρατείται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στην κινεζική περιφέρεια Σιντζιάνγκ — αποτελούν πιο πρόσφατο φαινόμενο και ότι αποδείξεις εξαναγκαστικών αφαιρέσεων οργάνων από αυτή την ομάδα ενδέχεται να προκύψουν στο μέλλον.

Μετά τη δημοσίευση, το 2006, της έκθεσης «Bloody Harvest», την οποία ο Μάτας συνυπέγραψε με τον Κίλγκουρ, η Διεθνής Εταιρεία Μεταμοσχεύσεων, μία διεθνής μη κυβερνητική οργάνωση με έδρα το Μόντρεαλ, υιοθέτησε πολιτικές για την αποτροπή της συνέργειας στην εξαναγκαστική αφαίρεση οργάνων στην Κίνα, όπως η απαγόρευση συμμετοχής Κινέζων χειρουργών στις εκδηλώσεις της.

Η στάση αυτή, κατά τον Μάτας, άσκησε πίεση στο Πεκίνο, το οποίο ανακοίνωσε το 2015 ότι θα σταματούσε να χρησιμοποιεί όργανα από εκτελεσμένους κρατουμένους. Ωστόσο, οι κινεζικές αρχές, ουδέποτε δήλωσαν ότι θα σταματούσαν να λαμβάνουν όργανα από κρατούμενους συνείδησης.

Μετά την ανακοίνωση του Πεκίνου, η Διεθνής Εταιρεία Μεταμοσχεύσεων (Transplantation Society) άρχισε εκ νέου να συνεργάζεται με την Κίνα. Στις προτάσεις του για την αντιμετώπιση των παραβιάσεων στις μεταμοσχεύσεις οργάνων στην Κίνα, ο Μάτας συμπεριέλαβε την ανάγκη η Εταιρεία να αναγνωρίσει ότι το βάρος της απόδειξης ανήκει στην Κίνα, η οποία οφείλει να αποδείξει πως έχει σταματήσει η λήψη οργάνων από κρατούμενους συνείδησης.

Η εφημερίδα The Epoch Times επικοινώνησε με τη Διεθνή Εταιρεία Μεταμοσχεύσεων για σχόλιο, χωρίς να λάβει άμεσα απάντηση.

Η Μαρία Τσουνγκ μιλά για τις εξαναγκαστικές αφαιρέσεις οργάνων από ασκούμενους του Φάλουν Γκονγκ στην Κίνα, στο Διεθνές Συνέδριο για το Δίκαιο και την Ψυχική Υγεία. Μόντρεαλ, 1η Ιουλίου 2026. (Noé Chartier/The Epoch Times)

 

Οι ερευνητές που μελετούν τις εξαναγκαστικές αφαιρέσεις οργάνων στην Κίνα έχουν αξιοποιήσει διαφορετικές μεθόδους για να σχηματίσουν συνολική εικόνα της πρακτικής, καθώς η ανεξάρτητη έρευνα στο εσωτερικό της χώρας είναι σχεδόν αδύνατη. Ο Μάτας και άλλοι ερευνητές έχουν επισημάνει ότι στην Κίνα η δωρεά οργάνων δεν αποτελεί εδραιωμένη κοινωνική πρακτική. Συνεπώς, η εκρηκτική αύξηση των μεταμοσχεύσεων μετά το 1999, όταν το ΚΚΚ ξεκίνησε την πανεθνική εκστρατεία του για την εξάλειψη του Φάλουν Γκονγκ, δεν μπορεί να αποδοθεί στις δωρεές.

Στο μικροσκόπιο των ερευνητών έχουν βρεθεί η αύξηση των διαθέσιμων κλινών στα νοσοκομεία όπου πραγματοποιούνται μεταμοσχεύσεις, ο πολλαπλασιασμός των μεταμοσχευτικών κέντρων σε ολόκληρη την Κίνα και οι εξαιρετικά σύντομοι χρόνοι αναμονής για την εξεύρεση συμβατού οργάνου, οι οποίοι, σύμφωνα με στοιχεία, φτάνουν ακόμη και τις δύο εβδομάδες.

Έχουν επίσης συγκεντρωθεί άμεσες αποδείξεις από νοσοκομεία, με διοικητικά στελέχη να παραδέχονται σε τηλεφωνικές συνομιλίες ότι διέθεταν όργανα προερχόμενα από ασκούμενους του Φάλουν Γκονγκ. Το 2024 ένας επιζών, ο οποίος δραπέτευσε από κινεζική φυλακή αφού του είχαν αφαιρεθεί τμήματα του πνεύμονα και του ήπατος, κατέθεσε δημόσια την εμπειρία του.

Σύμφωνα με τους ερευνητές, το κινεζικό καθεστώς αντιμετωπίζει τους ασκούμενους του Φάλουν Γκονγκ ως πρόσφορη πηγή οργάνων, επειδή δεν πίνουν αλκοόλ και δεν καπνίζουν. Επιπλέον, οι θάνατοί τους στις φυλακές δεν είναι απαραίτητο να καταγράφονται επισήμως.

Δειγματοληψία DNA

Παρόμοιο μοτίβο, σύμφωνα με τον Μεχμέτ Τοχτί, παρατηρείται και στις εξαναγκαστικές αφαιρέσεις οργάνων με στόχο τους Ουιγούρους, εθνοτική και θρησκευτική μειονότητα στη δυτική Κίνα.

Ως μουσουλμάνοι, οι Ουιγούροι δεν καταναλώνουν αλκοόλ. Μετά την έναρξη της στοχοποίησής τους για αφαίρεση οργάνων, κινεζικά νοσοκομεία πραγματοποίησαν εκτεταμένη διαφημιστική εκστρατεία για μεταμοσχεύσεις χαλάλ σε χώρες του Κόλπου και άλλες μουσουλμανικές χώρες.

Ο Τοχτί συνέδεσε την υποχρεωτική συλλογή δειγμάτων DNA από περισσότερους από 15 εκατομμύρια ανθρώπους στην περιοχή του Σιντζιάνγκ, όπου ζουν οι Ουιγούροι, με τη διευκόλυνση της αντιστοίχισης συμβατών οργάνων.

Ο Μεχμέτ Τοχτί μιλά για τις εξαναγκαστικές αφαιρέσεις οργάνων από Ουιγούρους στην Κίνα, στο Διεθνές Συνέδριο για το Δίκαιο και την Ψυχική Υγεία. Μόντρεαλ, 1η Ιουλίου 2026. (Noé Chartier/The Epoch Times)

 

Ακολούθησε η ταχεία εξάπλωση των μεταμοσχευτικών νοσοκομείων τόσο στην περιοχή όσο και στην υπόλοιπη Κίνα, με ορισμένα από αυτά να απευθύνονται ειδικά σε Άραβες ασθενείς, προσφέροντας τρόφιμα χαλάλ και χώρους προσευχής. Ανέφερε επίσης ότι δημιουργήθηκαν ειδικοί διάδρομοι ταχείας διέλευσης στα αεροδρόμια του Κασγκάρ, του Ακσού και του Ουρούμτσι, ώστε τα όργανα να μεταφέρονται όσο το δυνατόν ταχύτερα.

Ο Διεθνής Συνασπισμός για τον Τερματισμό των Παραβιάσεων στις Μεταμοσχεύσεις στην Κίνα (International Coalition to End Transplant Abuse in China) εξέδωσε ανακοίνωση το 2021, με την οποία καταδίκαζε την προώθηση  μεταμοσχεύσεων χαλάλ οργάνων στις χώρες του Κόλπου.

Ροζ βραχιολάκια

Ανάλογα ευρήματα παρουσίασε και ο Ήθαν Γκούτμαν, του οποίου το βιβλίο «The Xinjiang Procedure» κυκλοφόρησε τον Μάρτιο. Ο Γκούτμαν έχει συγκεντρώσει μαρτυρίες ανθρώπων που ήρθαν σε επαφή με το σύστημα εξαναγκαστικής αφαίρεσης οργάνων στην Κίνα.

Ο συγγραφέας Ήθαν Γκούτμαν παρουσιάζει φωτογραφία πινακίδας που υποδεικνύει διάδρομο ταχείας διακίνησης οργάνων στο αεροδρόμιο του Ακσού, στην Κίνα, κατά τη διάρκεια συζήτησης στο Διεθνές Συνέδριο για το Δίκαιο και την Ψυχική Υγεία. Μόντρεαλ, 1η Ιουλίου 2026. (Noé Chartier/The Epoch Times)

 

Σύμφωνα με μία μάρτυρα που κατάφερε να διαφύγει από την Κίνα, μετά από τις αιματολογικές εξετάσεις που πραγματοποιούνταν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, ορισμένοι κρατούμενοι φορούσαν ροζ βραχιολάκια προτού εξαφανιστούν. Όσοι εξαφανίζονταν ήταν συνήθως 27–33 ετών.

Ο Γκούτμαν εξήγησε ότι αυτές είναι οι ηλικίες που προτιμά το κινεζικό ιατρικό σύστημα για τις αφαιρέσεις οργάνων, καθώς τα όργανα έχουν πλήρως αναπτυχθεί, αλλά δεν έχουν αρχίσει ακόμη να φθείρονται, και εξέφρασε την ελπίδα ότι το νομοσχέδιο που κατατέθηκε πρόσφατα στη Γερουσία των ΗΠΑ θα προχωρήσει και θα συμβάλει στον περιορισμό της εξαναγκαστικής αφαίρεσης οργάνων στην Κίνα.

Το νομοσχέδιο για την προστασία του Φάλουν Γκονγκ και των θυμάτων των εξαναγκαστικών αφαιρέσεων οργάνων («Falun Gong and Victims of Forced Organ Harvesting Protection Act»), που κατατέθηκε τον Μάρτιο από τους γερουσιαστές Τεντ Κρουζ (R-Texas) και Τζεφ Μέρκλεϋ (D-Ore.), προβλέπει την επιβολή κυρώσεων σε όσους εμπλέκονται στην πρακτική αυτή, καθώς και την απαγόρευση εισόδου τους στις Ηνωμένες Πολιτείες.

(α) Ο γερουσιαστής Τζεφ Μέρκλεϋ (D-Ore.) έξω από το Καπιτώλιο των ΗΠΑ, στις 22 Μαρτίου 2024. (δ) Ο γερουσιαστής Τεντ Κρουζ (R-Texas). Ουάσιγκτον, 28 Ιανουαρίου 2026. (Madalina Kilroy/The Epoch Times)

 

Το Κοινοβούλιο του Καναδά ενέκρινε το 2022 το νομοσχέδιο S-223, με το οποίο ποινικοποιείται η εμπλοκή στις εξαναγκαστικές αφαιρέσεις οργάνων και καθίσταται δυνατή η απαγόρευση εισόδου ή παραμονής στον Καναδά σε μόνιμους κατοίκους και αλλοδαπούς, εφόσον κριθεί ότι έχουν εμπλακεί στην πρακτική.

Ο Μεχμέτ Τοχτί, ωστόσο, εκτίμησε ότι το νομοσχέδιο «στερείται πραγματικής ισχύος», καθώς κάποιος μπορεί εύκολα να εμπλακεί χωρίς να εντοπιστεί και να ταξιδέψει στην Κίνα για μεταμόσχευση οργάνου, επιστρέφοντας στη συνέχεια χωρίς να αντιμετωπίσει κανένα πρόβλημα.

Ο Τοχτί θεωρεί ότι απαιτείται μηχανισμός που να ενεργοποιεί αποτρεπτικά μέτρα — μηχανισμός που σήμερα δεν υπάρχει.

Του Noé Chartier

Ρωσία: Μια πετρελαϊκή υπερδύναμη αναζητά βενζίνη

Ανάλυση

Στα μέσα Ιουνίου του 2026, η Ρωσία βρέθηκε αντιμέτωπη με μια εικόνα που μέχρι πρόσφατα θα φάνταζε αδιανόητη ακόμη και για τους πιο απαισιόδοξους αναλυτές της ενεργειακής αγοράς. Σε περιοχές της Σιβηρίας σχηματίζονταν πολύωρες ουρές έξω από πρατήρια καυσίμων, η Gazprom Neft και η Lukoil επέβαλλαν ανώτατα όρια ανεφοδιασμού ανά όχημα, ενώ στις κατεχόμενες περιοχές της Κριμαίας η διάθεση βενζίνης γινόταν πλέον με κουπόνια και κωδικούς QR, που επέτρεπαν την αγορά μόλις είκοσι λίτρων κάθε φορά. Την ίδια στιγμή, στη Μόσχα εξεταζόταν το ενδεχόμενο εισαγωγών βενζίνης από το Καζακστάν και, διά θαλάσσης, από τρίτες αγορές όπως η Ινδία — μια χώρα που τα τελευταία χρόνια είχε εξελιχθεί στον σημαντικότερο αγοραστή ρωσικού αργού, μετά από τη ριζική αναδιάταξη των ενεργειακών ροών που προκάλεσε ο πόλεμος στην Ουκρανία.

Το παράδοξο είναι προφανές. Η Ρωσία εξακολουθεί να συγκαταλέγεται στους μεγαλύτερους παραγωγούς και εξαγωγείς πετρελαίου παγκοσμίως. Η οικονομία της βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στα έσοδα από τους υδρογονάνθρακες, ενώ η ενεργειακή της ισχύς αποτέλεσε για περισσότερες από δύο δεκαετίες βασικό εργαλείο άσκησης εξωτερικής πολιτικής. Από τις κρίσεις φυσικού αερίου με την Ουκρανία τη δεκαετία του 2000 έως τη στροφή των εξαγωγών προς την Ασία μετά το 2022, η Μόσχα καλλιέργησε την εικόνα μιας δύναμης που μπορούσε να αξιοποιεί την ενέργεια όχι μόνο ως οικονομικό αγαθό αλλά και ως μοχλό γεωπολιτικής επιρροής.

Η κρίση του 2026 δεν αναιρεί αυτή την πραγματικότητα. Αποκαλύπτει, όμως, μια λιγότερο ορατή ευπάθεια: τα μεγάλα αποθέματα αργού πετρελαίου δεν εγγυώνται από μόνα τους επαρκή παραγωγή και ομαλή διάθεση βενζίνης.

Αυτό βρίσκεται στον πυρήνα της σημερινής κρίσης. Η Ρωσία δεν αντιμετωπίζει έλλειψη αργού ούτε αδυναμία εξόρυξης. Το πρόβλημα εντοπίζεται στο ενδιάμεσο στάδιο: στη μετατροπή του αργού σε  καύσιμα και στη διανομή τους σε μια επικράτεια που εκτείνεται σε έντεκα ζώνες ώρας. Ανάμεσα στη γεώτρηση στη Δυτική Σιβηρία και στην αντλία ενός πρατηρίου στο Ιρκούτσκ ή στη Σεβαστούπολη παρεμβάλλεται μια σύνθετη αλυσίδα διύλισης, μεταφοράς, αποθήκευσης, φορολογικής πολιτικής και κρατικών επιδοτήσεων. Αν ένα κρίσιμο τμήμα της διαταραχθεί, η αφθονία του αργού δεν αρκεί για να αποτρέψει τις ελλείψεις.

Το μέγεθος του προβλήματος αποτυπώθηκε στα στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν στα μέσα Ιουνίου. Σύμφωνα με δεδομένα της αγοράς που συγκέντρωσε το Reuters, η μέση ημερήσια παραγωγή βενζίνης στη Ρωσία κατά την εβδομάδα 15–21 Ιουνίου ήταν περίπου 25% χαμηλότερη από τον αντίστοιχο μέσο όρο του Ιουνίου 2025. Παράλληλα, πηγές του κλάδου εκτιμούσαν ότι η εγχώρια παραγωγή υπολειπόταν της θερινής ζήτησης κατά περίπου 25.000 τόνους ημερησίως, δημιουργώντας ένα έλλειμμα που δεν μπορούσε πλέον να καλυφθεί με ανακατανομή αποθεμάτων ή διοικητικές παρεμβάσεις.

Η κρίση είχε ήδη λάβει εθνικές διαστάσεις. Αναλύσεις των ανεξάρτητων μέσων Mediazona και The Moscow Times κατέγραψαν ότι έως τα τέλη Ιουνίου κάποια μορφή περιορισμού στις πωλήσεις καυσίμων εφαρμοζόταν σε τουλάχιστον 56 ρωσικές περιφέρειες. Ο αριθμός αυτός δεν αφορά μόνο κυβερνητικά μέτρα, αλλά και περιορισμούς που επέβαλαν ιδιωτικές αλυσίδες πρατηρίων, όπως ανώτατα όρια λίτρων ανά ανεφοδιασμό ή απαγόρευση πλήρωσης φορητών δοχείων. Παρά τις διαφορετικές μορφές τους, όλα τα μέτρα αντανακλούσαν την ίδια πραγματικότητα: η διαθέσιμη ποσότητα βενζίνης δεν επαρκούσε πλέον για να λειτουργήσει η αγορά χωρίς διοικητικές παρεμβάσεις.

Η ευκολότερη εξήγηση είναι να αποδοθεί η κρίση αποκλειστικά στις ουκρανικές επιθέσεις κατά ρωσικών ενεργειακών εγκαταστάσεων. Αυτό όμως αποτελεί μόνο ένα μέρος της εικόνας. Οι επιθέσεις αποτέλεσαν τον καταλύτη, όχι τη μοναδική αιτία. Η σημερινή κατάσταση είναι προϊόν της σύμπτωσης δύο εξελίξεων: αφ’ ενός της αποτελεσματικότερης ουκρανικής στρατηγικής εναντίον κρίσιμων μονάδων διύλισης και αφ’ ετέρου των εσωτερικών αδυναμιών μιας πολεμικής οικονομίας που λειτουργεί ήδη επί τέσσερα χρόνια υπό καθεστώς κυρώσεων, δημοσιονομικής πίεσης και εκτεταμένης κρατικής παρέμβασης.

Η διαφορά γίνεται σαφέστερη αν συγκριθεί η σημερινή κρίση με εκείνη του 2023. Τότε, οι ελλείψεις οφείλονταν κυρίως στα οικονομικά κίνητρα των ίδιων των πετρελαϊκών εταιρειών. Οι υψηλές διεθνείς τιμές καθιστούσαν τις εξαγωγές σημαντικά πιο κερδοφόρες από τις πωλήσεις στην εγχώρια αγορά. Η κυβέρνηση απάντησε με προσωρινές απαγορεύσεις εξαγωγών και τροποποιήσεις του μηχανισμού damper, μέσω του οποίου αποζημιώνονται οι εταιρείες όταν διαθέτουν καύσιμα στη ρωσική αγορά αντί να τα εξάγουν. Επρόκειτο ουσιαστικά για κρίση κατανομής: η παραγωγική βάση παρέμενε άθικτη και, μόλις μεταβλήθηκαν τα οικονομικά κίνητρα, η αγορά σταδιακά ισορρόπησε.

Το 2026, όμως, η κατάσταση είναι ποιοτικά διαφορετική. Οι απαγορεύσεις των εξαγωγών μπορούν να συγκρατήσουν μεγαλύτερες ποσότητες βενζίνης στην εγχώρια αγορά, δεν μπορούν όμως να αυξήσουν την παραγωγή όταν κρίσιμες μονάδες διύλισης έχουν τεθεί εκτός λειτουργίας. Η σημερινή κρίση δεν είναι απλώς αποτέλεσμα λανθασμένης κατανομής των διαθέσιμων καυσίμων. Είναι κρίση της ίδιας της παραγωγικής ικανότητας.

Η μεταβολή αυτή συνδέεται άμεσα με την εξέλιξη της ουκρανικής στρατηγικής. Στα πρώτα χρόνια του πολέμου, οι περισσότερες επιθέσεις σε ενεργειακές εγκαταστάσεις είχαν κυρίως συμβολικό ή οικονομικό χαρακτήρα. Η καταστροφή δεξαμενών αποθήκευσης προκαλούσε εντυπωσιακές πυρκαγιές, ασφαλιστικές ζημιές και επικοινωνιακό αντίκτυπο, αλλά σπάνια ακινητοποιούσε πλήρως ένα διυλιστήριο. Από τα μέσα του 2025 και ιδιαίτερα κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026 παρατηρείται σαφής μετατόπιση: οι ουκρανικές επιθέσεις φαίνεται να στοχεύουν κυρίως τις μονάδες πρωτογενούς επεξεργασίας του αργού, δηλαδή το πρώτο και κρισιμότερο στάδιο της διαδικασίας διύλισης. Σύμφωνα με το Reuters, έως τα μέσα Μαΐου είχαν πληγεί τουλάχιστον δεκαέξι διαφορετικά ρωσικά διυλιστήρια, αρκετά από αυτά περισσότερες από μία φορές, ενώ νέες επιθέσεις ακολούθησαν και τον Ιούνιο.

Η σημασία αυτής της αλλαγής δεν είναι προφανής για τον μη ειδικό. Ένα σύγχρονο διυλιστήριο αποτελείται από δεκάδες διαφορετικές μονάδες: πρωτογενούς απόσταξης, καταλυτικής αναμόρφωσης, υδρογονοκατεργασίας, αποθείωσης, αποθήκευσης και φόρτωσης. Η καταστροφή μιας δεξαμενής μπορεί να προκαλέσει μεγάλη πυρκαγιά, χωρίς όμως να διακόψει συνολικά τη λειτουργία του συγκροτήματος. Αντίθετα, όταν τεθεί εκτός λειτουργίας η μονάδα πρωτογενούς απόσταξης, διακόπτεται ολόκληρη η παραγωγική αλυσίδα. Χωρίς αυτήν δεν υπάρχει πρώτη ύλη για τις επόμενες διεργασίες, ακόμη κι αν όλες οι υπόλοιπες εγκαταστάσεις παραμένουν άθικτες.

Γι’ αυτό και οι επιθέσεις του Ιουνίου απέκτησαν τόσο μεγάλη σημασία. Δεν αποσκοπούσαν μόνο στην πρόκληση οικονομικών ζημιών ή εντυπωσιακών εικόνων πυρκαγιάς, αλλά στόχευαν την ίδια την παραγωγική «καρδιά» των ρωσικών διυλιστηρίων. Επειδή οι συγκεκριμένες μονάδες απαιτούν εξειδικευμένο εξοπλισμό, προηγμένα συστήματα αυτοματισμού και χρονοβόρες επισκευές, κάθε επιτυχημένο πλήγμα μπορεί να έχει συνέπειες που διαρκούν πολλούς μήνες, ακόμη και περισσότερο από έναν χρόνο.

Ο μηχανισμός damper και οι δομικές αντιφάσεις της ρωσικής πολεμικής οικονομίας

Αν οι ουκρανικές επιθέσεις στα διυλιστήρια αποτέλεσαν τον άμεσο καταλύτη της κρίσης καυσίμων του 2026, δεν αρκούν από μόνες τους για να εξηγήσουν γιατί η Ρωσία δυσκολεύτηκε τόσο να αποκαταστήσει την ισορροπία στην αγορά. Και άλλες χώρες έχουν υποστεί σοβαρές ζημιές σε ενεργειακές υποδομές χωρίς να οδηγηθούν σε τόσο εκτεταμένους περιορισμούς στη λιανική ή σε σχέδια εισαγωγής βενζίνης. Η διαφορά είναι ότι τα πλήγματα τα δέχθηκε μια οικονομία που λειτουργούσε ήδη στα όρια των δυνατοτήτων της, έπειτα από τέσσερα χρόνια πολέμου, κυρώσεων και ολοένα εντονότερης κρατικής παρέμβασης.

Από την έναρξη της εισβολής στην Ουκρανία το 2022, η ρωσική οικονομία μετασχηματίστηκε σταδιακά σε οικονομία πολεμικής κινητοποίησης. Το κράτος αύξησε θεαματικά τις αμυντικές δαπάνες, ανακατεύθυνε σημαντικό μέρος της βιομηχανικής παραγωγής προς τις ανάγκες των ενόπλων δυνάμεων και χρησιμοποίησε εκτεταμένα δημοσιονομικά εργαλεία για να απορροφήσει τις επιπτώσεις των δυτικών κυρώσεων. Βραχυπρόθεσμα, η στρατηγική αυτή απέδωσε. Παρά τις αρχικές προβλέψεις πολλών δυτικών αναλυτών, η ρωσική οικονομία δεν κατέρρευσε: το ΑΕΠ συνέχισε να αυξάνεται, η ανεργία παρέμεινε ιστορικά χαμηλή και τα έσοδα από τις εξαγωγές ενέργειας, αν και μειωμένα σε σχέση με τα προπολεμικά επίπεδα, εξακολούθησαν να αποτελούν βασικό στήριγμα του κρατικού προϋπολογισμού.

Το τίμημα, ωστόσο, έγινε σταδιακά εμφανές. Η συνεχής διοχέτευση πόρων στην πολεμική προσπάθεια περιόρισε την ευελιξία της υπόλοιπης οικονομίας. Η αγορά εργασίας άρχισε να αντιμετωπίζει ελλείψεις εξειδικευμένου προσωπικού, καθώς εκατοντάδες χιλιάδες άνδρες επιστρατεύθηκαν ή μετακινήθηκαν στην αμυντική βιομηχανία. Οι δημόσιες δαπάνες αυξήθηκαν ταχύτερα από την παραγωγικότητα της οικονομίας, ενώ η κυβέρνηση χρειάστηκε να καταφεύγει ολοένα περισσότερο σε μηχανισμούς επιδότησης για να συγκρατήσει τις τιμές στρατηγικών αγαθών. Η αγορά καυσίμων αποτελεί ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα.

Στον πυρήνα αυτής της πολιτικής βρίσκεται ο μηχανισμός damper, ένα σχετικά άγνωστο εκτός Ρωσίας αλλά ιδιαίτερα σημαντικό εργαλείο φορολογικής πολιτικής. Θεσπίστηκε το 2019 για να προστατεύσει την εγχώρια αγορά από τις διακυμάνσεις των διεθνών τιμών πετρελαίου και από το ισχυρό οικονομικό κίνητρο των πετρελαϊκών εταιρειών να εξάγουν τα προϊόντα τους στις πιο κερδοφόρες ξένες αγορές. Η λογική του είναι απλή: όταν οι εξαγωγές αποφέρουν μεγαλύτερο κέρδος από τις πωλήσεις στην εσωτερική αγορά, το κράτος αποζημιώνει τις εταιρείες ώστε να συνεχίσουν να διαθέτουν καύσιμα στη Ρωσία. Αντιστρόφως, όταν οι εγχώριες τιμές υπερβαίνουν συγκεκριμένα επίπεδα, οι εταιρείες επιστρέφουν μέρος των κερδών τους στον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό. Στόχος είναι να αποσυνδεθούν οι τιμές στα ρωσικά πρατήρια από τις διακυμάνσεις της διεθνούς αγοράς πετρελαίου.

Για αρκετά χρόνια ο μηχανισμός λειτούργησε σχετικά αποτελεσματικά. Η Μόσχα διατήρησε χαμηλές λιανικές τιμές, περιορίζοντας την κοινωνική δυσαρέσκεια και ενισχύοντας την εικόνα ότι ο φυσικός πλούτος της χώρας μεταφράζεται σε άμεσο όφελος για τους πολίτες. Η σταθερότητα αυτή, όμως, χρηματοδοτούνταν από τον κρατικό προϋπολογισμό. Όσο μεγάλωνε η απόσταση ανάμεσα στις διεθνείς και στις διοικητικά ελεγχόμενες εγχώριες τιμές, τόσο αυξανόταν και το δημοσιονομικό κόστος του συστήματος.

Μετά από το 2022 η κατάσταση επιδεινώθηκε. Οι δυτικές κυρώσεις, οι μεγάλες εκπτώσεις με τις οποίες η Ρωσία αναγκάστηκε να διαθέτει το αργό της στις ασιατικές αγορές και οι συνεχείς κρατικές παρεμβάσεις για τη συγκράτηση των τιμών εκτόξευσαν το κόστος του damper. Σύμφωνα με τον υπουργό Οικονομικών Αντόν Σιλουάνοφ, οι πληρωμές του μηχανισμού το 2025 ανήλθαν σε περίπου 2,6 τρισεκατομμύρια ρούβλια — ποσό που αντιστοιχούσε περίπου στο μισό του συνολικού ομοσπονδιακού δημοσιονομικού ελλείμματος εκείνης της χρονιάς.

Το στοιχείο αυτό αποτυπώνει μια βαθύτερη μεταβολή. Ο damper σχεδιάστηκε ως εργαλείο σταθεροποίησης της αγοράς, αλλά σταδιακά εξελίχθηκε σε έναν από τους ακριβότερους μηχανισμούς κρατικής επιδότησης της ρωσικής οικονομίας. Κάθε μήνα που οι διεθνείς συνθήκες παρέμεναν δυσμενείς, ο προϋπολογισμός επιβαρυνόταν με δισεκατομμύρια ρούβλια για να διατηρηθούν χαμηλές οι τιμές στα πρατήρια. Τον Μάιο του 2026, σύμφωνα με στοιχεία του ρωσικού υπουργείου Οικονομικών που δημοσίευσε η εφημερίδα The Moscow Times, οι μηνιαίες πληρωμές προς τις πετρελαϊκές εταιρείες έφθασαν τα 204,3 δισεκατομμύρια ρούβλια.

Στην προσπάθειά της να περιορίσει αυτό το κόστος, η κυβέρνηση τροποποίησε τους κανόνες λειτουργίας του μηχανισμού. Από τον Οκτώβριο του 2025 είχε αναστείλει προσωρινά τη λεγόμενη ρήτρα «μηδενισμού», σύμφωνα με την οποία οι εταιρείες έχαναν το σύνολο των αποζημιώσεων ενός μήνα εάν οι μέσες χονδρικές τιμές βενζίνης στο Χρηματιστήριο Εμπορευμάτων της Αγίας Πετρούπολης (SPIMEX) υπερέβαιναν το κρατικά καθορισμένο όριο κατά περισσότερο από 10% — ή κατά 20% στην περίπτωση του ντίζελ. Η αναστολή είχε στόχο να δώσει μεγαλύτερη ευελιξία στην αγορά σε περιόδους έντονης μεταβλητότητας.

Η ρήτρα επανήλθε σε ισχύ την 1η Μαΐου 2026, δημιουργώντας ένα νέο δίλημμα για τις εταιρείες. Από τη μία πλευρά, η παραγωγή τους είχε ήδη μειωθεί λόγω των ζημιών στα διυλιστήρια. Από την άλλη, δεν μπορούσαν να επιτρέψουν σημαντική άνοδο των χονδρικών τιμών χωρίς να διακινδυνεύσουν την απώλεια των κρατικών αποζημιώσεων. Το αποτέλεσμα ήταν μια αγορά που λειτουργούσε υπό έντονη διοικητική πίεση: οι τιμές δεν αντανακλούσαν πλήρως τη σπανιότητα του προϊόντος, ενώ η διαθέσιμη ποσότητα συνέχιζε να περιορίζεται.

Εδώ χρειάζεται να διαχωριστούν τα τεκμηριωμένα γεγονότα από την οικονομική ερμηνεία. Είναι αποδεδειγμένο ότι ο μηχανισμός damper συνδέεται άμεσα με τις τιμές του SPIMEX και ότι οι εταιρείες χάνουν τις αποζημιώσεις όταν ξεπερνιούνται τα προβλεπόμενα όρια. Είναι επίσης τεκμηριωμένο ότι οι κρατικές πληρωμές μέσω του μηχανισμού έχουν αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Εκείνο που δεν μπορεί να αποδειχθεί με την ίδια βεβαιότητα είναι ότι όλες οι εταιρείες περιόρισαν συνειδητά την προσφορά για να προστατεύσουν τις επιδοτήσεις τους. Πρόκειται για εύλογη οικονομική ερμηνεία, όχι για διαπιστωμένο γεγονός που τεκμηριώνεται από επίσημες δηλώσεις ή εταιρικά έγγραφα.

Ανεξαρτήτως από τα κίνητρα των επιμέρους παραγωγών, το αποτέλεσμα ήταν σαφές. Η αγορά έχασε έναν από τους βασικούς μηχανισμούς αυτορρύθμισής της. Σε μια ελεύθερη αγορά, η έλλειψη οδηγεί συνήθως σε αύξηση των τιμών, η οποία περιορίζει τη ζήτηση και ενθαρρύνει την παραγωγή. Στη ρωσική αγορά καυσίμων του 2026, η διαδικασία αυτή παρεμποδιζόταν από ένα σύνθετο πλέγμα κρατικών παρεμβάσεων, σχεδιασμένων για την προστασία των καταναλωτών. Παραδόξως, το ίδιο αυτό πλέγμα δυσχέραινε πλέον την προσαρμογή της αγοράς στις νέες συνθήκες.

Έτσι, προέκυψε μια χαρακτηριστική αντίφαση της ρωσικής πολεμικής οικονομίας. Η κυβέρνηση προσπαθούσε να συγκρατήσει τις τιμές ώστε να αποφύγει κοινωνικές αντιδράσεις, όμως η ίδια αυτή πολιτική δυσκόλευε την αποκατάσταση της ισορροπίας ανάμεσα στην προσφορά και τη ζήτηση. Η κρίση μεταφερόταν από το επίπεδο των τιμών στο επίπεδο της φυσικής διαθεσιμότητας: αντί οι καταναλωτές να πληρώνουν ακριβότερα καύσιμα, άρχισαν να βρίσκουν λιγότερα διαθέσιμα.

Η εξέλιξη αυτή αποκαλύπτει ένα ευρύτερο χαρακτηριστικό της ρωσικής πολεμικής οικονομίας. Από το 2022 και μετά, το κράτος έχει αναλάβει ολοένα μεγαλύτερο ρόλο στη διαχείριση των αγορών, αντικαθιστώντας σε πολλές περιπτώσεις τους μηχανισμούς της αγοράς με διοικητικές αποφάσεις, επιδοτήσεις και απαγορεύσεις. Η στρατηγική αυτή επέτρεψε στη Ρωσία να απορροφήσει σημαντικούς εξωτερικούς κραδασμούς. Όσο όμως αυξάνεται η πολυπλοκότητα του συστήματος τόσο μεγαλώνει και η εξάρτησή του από τις κρατικές παρεμβάσεις. Κάθε νέα διαταραχή — είτε πρόκειται για κυρώσεις είτε για απώλεια παραγωγικής ικανότητας είτε για στρατιωτικά πλήγματα — απαιτεί νέους κανόνες, περισσότερες εξαιρέσεις, υψηλότερες επιδοτήσεις και ακόμη στενότερη διοικητική εποπτεία.

Η κρίση καυσίμων του 2026 αποτελεί, ίσως, το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της δυναμικής. Η αγορά δεν δυσλειτουργεί επειδή η Ρωσία έμεινε χωρίς πετρέλαιο, αλλά επειδή ένα σύστημα σχεδιασμένο να διαχειρίζεται περιορισμένες αποκλίσεις βρέθηκε αντιμέτωπο ταυτόχρονα με απώλειες παραγωγικής ικανότητας, δημοσιονομική πίεση, περιορισμένη πρόσβαση σε εξειδικευμένο εξοπλισμό και τις αυξανόμενες απαιτήσεις ενός πολέμου χωρίς ορατό τέλος.

Από τη Σιβηρία έως την Κριμαία: Η γεωγραφία μιας ενεργειακής κρίσης

Οι κρίσεις καυσίμων σπάνια εκδηλώνονται με τον ίδιο τρόπο σε ολόκληρη μια χώρα. Ακολουθούν τη γεωγραφία της παραγωγής, των δικτύων μεταφοράς και της ανθεκτικότητας των τοπικών υποδομών. Στη Ρωσία του 2026 αυτό έγινε ιδιαίτερα εμφανές. Παρότι οι αιτίες της κρίσης ήταν κοινές σε εθνικό επίπεδο, οι επιπτώσεις της διέφεραν σημαντικά από περιοχή σε περιοχή, αποκαλύπτοντας ότι το πρόβλημα δεν αφορούσε μόνο τη συνολική διαθεσιμότητα καυσίμων αλλά και την ικανότητα του κράτους να τα μεταφέρει έγκαιρα εκεί όπου υπήρχε μεγαλύτερη ανάγκη.

Η πρώτη μεγάλη αντίφαση εμφανίστηκε στη Δυτική Σιβηρία. Η Αυτόνομη Περιφέρεια Χάντι-Μανσίισκ παράγει περίπου το 40% του ρωσικού αργού πετρελαίου και αποτελούσε ανέκαθεν την «καρδιά» της πετρελαϊκής βιομηχανίας της χώρας. Θεωρητικά, θα περίμενε κανείς ότι μια τόσο πλούσια σε υδρογονάνθρακες περιοχή θα ήταν η τελευταία που θα αντιμετώπιζε προβλήματα ανεφοδιασμού. Στην πράξη συνέβη το αντίθετο.

Στα τέλη Ιουνίου, πρατήρια της Gazprom Neft και της Lukoil επέβαλαν ανώτατο όριο 40 λίτρων βενζίνης ανά όχημα, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις απαγορεύθηκε πλήρως η πλήρωση φορητών δοχείων καυσίμων. Οι τοπικές αρχές αναγνώρισαν δημόσια ότι υπήρχαν προβλήματα στην αγορά, αποδίδοντάς τα σε προσωρινές δυσκολίες ανεφοδιασμού και στις μειωμένες παραδόσεις από τα διυλιστήρια.

Η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει μια βασική πραγματικότητα της ενεργειακής οικονομίας: το αργό πετρέλαιο δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί απευθείας ως καύσιμο για τα περισσότερα οχήματα. Η ύπαρξη κοιτασμάτων δεν συνεπάγεται και επάρκεια βενζίνης, καθώς η διύλιση πραγματοποιείται σε διαφορετικές εγκαταστάσεις, συχνά εκατοντάδες ή και χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. Όταν περιορίζεται η εθνική παραγωγική ικανότητα, ακόμη και οι σημαντικότερες πετρελαιοπαραγωγές περιοχές εξαρτώνται από τις ίδιες εφοδιαστικές αλυσίδες με την υπόλοιπη χώρα.

Ακόμη πιο χαρακτηριστική ήταν η περίπτωση της Δημοκρατίας της Τιβά, μιας απομακρυσμένης περιοχής στα σύνορα με τη Μογγολία. Σε αντίθεση με άλλες περιφέρειες, δεν διαθέτει λειτουργική σιδηροδρομική σύνδεση με το υπόλοιπο ρωσικό δίκτυο και εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από τις οδικές μεταφορές για τον ανεφοδιασμό της. Όταν η διαθέσιμη ποσότητα βενζίνης άρχισε να μειώνεται σε εθνικό επίπεδο, η Τιβά ήταν από τις πρώτες περιοχές που επηρεάστηκαν.

Σύμφωνα με στοιχεία της Rosstat που επικαλέστηκε η εφημερίδα The Moscow Times, η μέση τιμή της βενζίνης αυξήθηκε μέσα σε μία εβδομάδα κατά περίπου 9,2%, φθάνοντας τα 90,63 ρούβλια ανά λίτρο — την υψηλότερη τιμή σε ολόκληρη τη Ρωσική Ομοσπονδία εκείνη την περίοδο. Η αύξηση αυτή δεν αντανακλούσε μόνο την έλλειψη καυσίμων αλλά και τον τρόπο με τον οποίο η γεωγραφία ενίσχυσε τις επιπτώσεις της κρίσης: όσο μεγαλύτερη είναι η εξάρτηση μιας περιοχής από μεταφορές μεγάλων αποστάσεων τόσο μεγαλύτερο είναι και το κόστος κάθε διαταραχής στην εφοδιαστική αλυσίδα.

Στο Ιρκούτσκ η κρίση πήρε ακόμη πιο ορατή μορφή. Οι συνεχείς ελλείψεις προκάλεσαν πολύωρες ουρές στα πρατήρια, οδηγώντας τις περιφερειακές αρχές στην κήρυξη καθεστώτος αυξημένης ετοιμότητας. Η αστυνομία και η Rosgvardiya ανέλαβαν τη φύλαξη των μεγαλύτερων πρατηρίων, ενώ οι τοπικές υπηρεσίες εγκατέστησαν προσωρινές χημικές τουαλέτες στα σημεία όπου οι οδηγοί περίμεναν επί ώρες για να ανεφοδιαστούν.

Οι εικόνες αυτές είχαν ισχυρό συμβολισμό. Επί δεκαετίες, η επάρκεια καυσίμων θεωρούνταν σχεδόν αυτονόητη στη Ρωσία. Η εμφάνιση σκηνών που θύμιζαν τις κρίσεις ανεφοδιασμού της δεκαετίας του 1990 αμφισβητούσε μία από τις πιο σταθερές υποσχέσεις του μετασοβιετικού κράτους: ότι οι πολίτες μιας πετρελαϊκής δύναμης δεν θα στερούνταν ποτέ την ενέργεια.

Η πιο σύνθετη περίπτωση ήταν η Κριμαία. Εκεί, οι ελλείψεις δεν οφείλονταν μόνο στη μειωμένη παραγωγή βενζίνης αλλά και στη συνεχή πίεση που δεχόταν το δίκτυο μεταφορών από τις ουκρανικές επιθέσεις. Από το 2023 και μετά, η Ουκρανία μετέφερε σημαντικό μέρος της στρατηγικής της από τις άμεσες επιθέσεις σε στρατιωτικούς στόχους στη συστηματική διατάραξη της ρωσικής εφοδιαστικής αλυσίδας. Γέφυρες, σιδηροδρομικοί κόμβοι, αποθήκες καυσίμων, λιμενικές εγκαταστάσεις και οχηματαγωγά πλοία που συνέδεαν τη χερσόνησο βρέθηκαν επανειλημμένα στο στόχαστρο.

Έτσι, η εξάρτηση της Κριμαίας από έναν περιορισμένο αριθμό διαδρόμων ανεφοδιασμού αυξανόταν προοδευτικά. Κάθε νέα διακοπή, ακόμη και προσωρινή, είχε δυσανάλογες συνέπειες για τη διαθεσιμότητα καυσίμων. Όπως κατέγραψαν το Reuters, οι Financial Times και το Radio Free Europe/Radio Liberty, η κρίση στην Κριμαία ήταν αποτέλεσμα της ταυτόχρονης πίεσης στην παραγωγή και στις μεταφορές.

Οι διορισμένες από τη Ρωσία αρχές επέβαλαν μέτρα που μέχρι πριν από λίγα χρόνια θα θεωρούνταν αδιανόητα για μια περιοχή της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Η διάθεση βενζίνης γινόταν μέσω κουπονιών και κωδικών QR, που επέτρεπαν την αγορά μόλις είκοσι λίτρων ανά συναλλαγή. Παράλληλα, ανεστάλησαν οι ελεύθερες πωλήσεις προς μεγάλο αριθμό ιδιωτών και επιχειρήσεων, ενώ προτεραιότητα δόθηκε στις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης, στους δημόσιους φορείς και στις κρίσιμες υποδομές.

Η εξέλιξη αυτή ανέδειξε μια ακόμη διάσταση της κρίσης. Το κράτος δεν ρύθμιζε πλέον απλώς την αγορά καυσίμων· διαχειριζόταν την κατανομή ενός περιορισμένου στρατηγικού πόρου. Όσο η αγορά λειτουργεί κανονικά, η κρατική παρέμβαση αφορά κυρίως τις τιμές και τους κανόνες ανταγωνισμού. Όταν όμως η διαθέσιμη ποσότητα δεν επαρκεί, το κράτος αποφασίζει ποιος θα ανεφοδιαστεί πρώτος και ποιος θα περιμένει.

Η ίδια λογική αποτυπώθηκε και σε άλλες κυβερνητικές αποφάσεις. Η Μόσχα παρέτεινε την απαγόρευση εξαγωγών βενζίνης έως τα τέλη Ιουλίου 2026 και επέβαλε, για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία της χώρας, προσωρινή απαγόρευση εξαγωγών καυσίμων αεριωθουμένων έως το τέλος Νοεμβρίου. Παράλληλα, εξεταζόταν ακόμη και η επέκταση των περιορισμών στο ντίζελ, παρά το γεγονός ότι η αγορά αυτή αποτελεί μία από τις σημαντικότερες πηγές εξαγωγικών εσόδων της Ρωσίας.

Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση χαλάρωσε προσωρινά ορισμένες περιβαλλοντικές προδιαγραφές, επιτρέποντας τη διάθεση καυσίμων με τεχνικά χαρακτηριστικά που προσεγγίζουν το πρότυπο Euro 3 αντί του Euro 5. Το μέτρο διευκόλυνε βραχυπρόθεσμα τη λειτουργία ορισμένων διυλιστηρίων και αύξησε τη διαθέσιμη παραγωγή, αλλά κατέδειξε και την προθυμία της κυβέρνησης να υποχωρήσει ακόμη και από καθιερωμένα περιβαλλοντικά πρότυπα προκειμένου να αντιμετωπίσει την κρίση προσφοράς.

Οι επιπτώσεις άρχισαν να διαχέονται και στην πραγματική οικονομία, καθώς και στον πληθωρισμό. Περιφερειακοί υπουργοί Γεωργίας, μεταξύ αυτών και στο Ταταρστάν, συνέστησαν στους αγρότες να διατηρούν αποθέματα καυσίμων για τουλάχιστον δέκα ημέρες έως δύο εβδομάδες, ώστε να συνεχίσουν τις θερινές εργασίες ακόμη και σε περίπτωση προσωρινής διακοπής του ανεφοδιασμού. Σύμφωνα με τη Rosstat, η μέση λιανική τιμή της βενζίνης είχε αυξηθεί περίπου κατά 6,6% από τις αρχές του έτους, έναντι συνολικού πληθωρισμού περίπου 3,7%. Η σχετικά περιορισμένη άνοδος των τιμών, παρά το μέγεθος της κρίσης, αντανακλούσε την έντονη κρατική παρέμβαση: οι τιμές συγκρατούνταν όχι επειδή υπήρχε επάρκεια καυσίμων, αλλά επειδή το κράτος απορροφούσε σημαντικό μέρος της πίεσης μέσω επιδοτήσεων, διοικητικών περιορισμών και απαγορεύσεων εξαγωγών.

Έτσι, η κρίση καυσίμων του 2026 έπαψε να αφορά αποκλειστικά την ενεργειακή πολιτική. Επηρεάζει πλέον την αγροτική παραγωγή, το κόστος μεταφορών, τον πληθωρισμό, τη δημοσιονομική σταθερότητα και, τελικά, την καθημερινότητα των πολιτών. Αυτό ακριβώς της προσδίδει ιδιαίτερη πολιτική σημασία. Στη Ρωσία, η φθηνή και άμεσα διαθέσιμη ενέργεια δεν αποτελεί απλώς οικονομικό αγαθό· είναι ένα από τα βασικά στοιχεία του άτυπου κοινωνικού συμβολαίου ανάμεσα στο κράτος και την κοινωνία.

Το παράδοξο των εισαγωγών: Όταν το ρωσικό αργό επιστρέφει ως ινδική βενζίνη

Καμία εικόνα δεν αποτυπώνει καλύτερα το παράδοξο της ρωσικής κρίσης καυσίμων του φετινού καλοκαιριού από την πιθανότητα η Μόσχα να χρειαστεί να εισαγάγει βενζίνη από το εξωτερικό.

Η εξέλιξη αυτή έχει πολύ ευρύτερη σημασία από μια απλή εμπορική συναλλαγή. Για περισσότερες από τρεις δεκαετίες, η Ρωσία αξιοποιούσε την ενεργειακή της ισχύ ως βασικό εργαλείο εθνικής στρατηγικής. Από τη δεκαετία του 1990 έως και την εισβολή στην Ουκρανία, το Κρεμλίνο οικοδόμησε την εξωτερική του πολιτική πάνω στην παραδοχή ότι η χώρα διέθετε μία από τις μεγαλύτερες παραγωγικές βάσεις υδρογονανθράκων στον κόσμο και ότι οι διεθνείς αγορές εξαρτώνταν, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, από τις εξαγωγές της. Ακόμη και μετά τις δυτικές κυρώσεις του 2022, η Μόσχα κατάφερε να ανακατευθύνει μεγάλο μέρος των εξαγωγών της προς την Ασία, αποδεικνύοντας ότι μπορούσε να προσαρμόσει τα εμπορικά της δίκτυα χωρίς να απολέσει τον ρόλο της ως μεγάλης ενεργειακής δύναμης.

Η ανάγκη εισαγωγής βενζίνης δεν αναιρεί αυτή την πραγματικότητα. Αναδεικνύει όμως μια κρίσιμη διάκριση: άλλο η εξαγωγή αργού πετρελαίου και άλλο η επάρκεια τελικών προϊόντων. Η Ρωσία εξακολουθεί να παράγει τεράστιες ποσότητες αργού. Αυτό που δεν μπορεί πλέον να εγγυηθεί με την ίδια ευκολία είναι η μετατροπή του σε βενζίνη και η έγκαιρη διανομή στην εσωτερική αγορά.

Οι πρώτες ενδείξεις αυτής της μεταστροφής εμφανίστηκαν στα μέσα Ιουνίου. Σύμφωνα με το Reuters, η ρωσική κυβέρνηση και μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες άρχισαν να εξετάζουν ήδη από τότε εισαγωγές βενζίνης διά θαλάσσης, μια εξαιρετικά ασυνήθιστη εξέλιξη για μία από τις μεγαλύτερες πετρελαϊκές εξαγωγικές χώρες του κόσμου.

Η επιλογή αυτή δεν προέκυψε επειδή η Ρωσία είχε εξαντλήσει κάθε άλλη δυνατότητα, αλλά επειδή τα παραδοσιακά εργαλεία αντιμετώπισης μιας κρίσης καυσίμων είχαν πλέον φτάσει στα όριά τους. Η απαγόρευση εξαγωγών βενζίνης είχε ήδη παραταθεί, οι κρατικές επιδοτήσεις μέσω του μηχανισμού damper είχαν διογκωθεί σε ιστορικά υψηλά επίπεδα και οι περιβαλλοντικές προδιαγραφές είχαν προσωρινά χαλαρώσει για να διευκολυνθεί η παραγωγή. Παρ’ όλα αυτά, η διαθέσιμη ποσότητα βενζίνης εξακολουθούσε να υπολείπεται της ζήτησης.

Η πρώτη χώρα στην οποία στράφηκε η Μόσχα ήταν η Λευκορωσία. Η επιλογή ήταν αναμενόμενη: οι δύο οικονομίες είναι στενά διασυνδεδεμένες, τα λευκορωσικά διυλιστήρια επεξεργάζονται κυρίως ρωσικό αργό και οι υφιστάμενες υποδομές επιτρέπουν σχετικά εύκολα τη μεταφορά καυσίμων προς τη Ρωσία. Ωστόσο, οι δυνατότητες του Μινσκ αποδείχθηκαν περιορισμένες. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της αγοράς, η Λευκορωσία μπορούσε να διαθέσει μόλις 3.000 έως 5.000 τόνους βενζίνης ημερησίως, έναντι του εκτιμώμενου ημερήσιου ελλείμματος των 25.000 τόνων της ρωσικής αγοράς.

Η πραγματικότητα αυτή οδήγησε αναπόφευκτα στην αναζήτηση νέων προμηθευτών. Στις 24 Ιουνίου, το Reuters αποκάλυψε ότι βρίσκονταν σε εξέλιξη διαπραγματεύσεις μεταξύ Μόσχας και Αστάνα για την προμήθεια περίπου 50.000 τόνων βενζίνης AI-92 από το Καζακστάν. Η είδηση προκάλεσε ιδιαίτερο ενδιαφέρον όχι μόνο λόγω της ποσότητας, αλλά και επειδή ανέδειξε ότι ακόμη και οι στενότεροι εταίροι της Ρωσίας αντιμετώπιζαν περιορισμούς στις δικές τους δυνατότητες παραγωγής.

Το Καζακστάν δεν διέθετε σημαντική πλεονάζουσα παραγωγή, καθώς εκείνη την περίοδο πραγματοποιούνταν προγραμματισμένες εργασίες συντήρησης στο μεγάλο διυλιστήριο του Ατιράου. Σύμφωνα με το UBN News και καζακικά μέσα ενημέρωσης, οι συνομιλίες έλαβαν τη μορφή ανταλλαγής προϊόντων: η Ρωσία εμφανιζόταν διατεθειμένη να προμηθεύσει καύσιμα αεροπορίας για την κάλυψη των αναγκών του καζακικού αεροπορικού δικτύου, λαμβάνοντας σε αντάλλαγμα βενζίνη για την εγχώρια αγορά της.

Ακόμη πιο αποκαλυπτική ήταν η περίπτωση της Ινδίας. Μετά από το 2022, η Ινδία είχε τα μεγαλύτερα οφέλη από την αναδιάρθρωση της παγκόσμιας αγοράς πετρελαίου. Αξιοποιώντας τις μεγάλες εκπτώσεις που προσέφερε η Ρωσία, αύξησε θεαματικά τις εισαγωγές ρωσικού αργού και αναδείχθηκε στον σημαντικότερο αγοραστή του μέσω θαλάσσιων μεταφορών. Σύμφωνα με στοιχεία αγοράς που επικαλέστηκε το Reuters, οι εισαγωγές αυτές έφθασαν τον Ιούνιο του 2026 περίπου τα 2,66 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως — το υψηλότερο επίπεδο που είχε καταγραφεί έως τότε.

Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι μεγάλο μέρος αυτού του αργού δεν καταναλώνεται ως έχει. Διυλίζεται στα μεγάλα ινδικά συγκροτήματα και μετατρέπεται σε βενζίνη, ντίζελ και άλλα πετρελαϊκά προϊόντα υψηλότερης προστιθέμενης αξίας, τα οποία στη συνέχεια εξάγονται στις διεθνείς αγορές.

Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται το μεγαλύτερο παράδοξο της κρίσης του 2026: η Ρωσία εξετάζει πλέον το ενδεχόμενο να αγοράσει βενζίνη που έχει παραχθεί από το δικό της αργό πετρέλαιο.

Από οικονομική άποψη, μια τέτοια επιλογή δεν είναι παράλογη. Εφ’ όσον η εγχώρια διυλιστική ικανότητα έχει περιοριστεί, η εισαγωγή τελικών προϊόντων μπορεί να αποδειχθεί ταχύτερη από την αναμονή ολοκλήρωσης των επισκευών στα διυλιστήρια. Από γεωοικονομική σκοπιά, όμως, η εικόνα είναι αποκαλυπτική. Μια χώρα που επί δεκαετίες αξιοποιούσε την ενεργειακή της ισχύ ως στρατηγικό πλεονέκτημα βρίσκεται πλέον να πληρώνει όχι μόνο για τη διύλιση του δικού της αργού αλλά και για δύο θαλάσσιες μεταφορές: την εξαγωγή του αργού προς την Ασία και την εισαγωγή της βενζίνης.

Για να διευκολύνει τη διαδικασία αυτή, η κρατική Δούμα επεξεργάστηκε τροποποιήσεις στη φορολογική νομοθεσία που θα επέτρεπαν την επιδότηση εισαγόμενης βενζίνης από τρίτες χώρες, μειώνοντας το οικονομικό βάρος για τις ρωσικές εταιρείες που θα αναλάμβαναν τις σχετικές εισαγωγές.

Ακόμη όμως και αν οι εισαγωγές ξεκινούσαν άμεσα, δεν θα έλυναν αυτομάτως το πρόβλημα. Η γεωγραφία της Ρωσίας μετατρέπει κάθε ενεργειακή κρίση σε δοκιμασία της εφοδιαστικής αλυσίδας. Ένα δεξαμενόπλοιο που καταπλέει σε λιμάνι της Βαλτικής ή της Μαύρης Θάλασσας δεν σημαίνει ότι η βενζίνη θα φτάσει την επόμενη ημέρα στα πρατήρια της Τιβά ή του Ιρκούτσκ. Μεσολαβούν χιλιάδες χιλιόμετρα χερσαίων μεταφορών, σιδηροδρομικά δίκτυα, αποθηκευτικοί σταθμοί και περιφερειακά συστήματα διανομής. Κάθε επιπλέον στάδιο αυξάνει τόσο το κόστος όσο και τον χρόνο παράδοσης.

Αυτό αναδεικνύει ότι η ενεργειακή ασφάλεια μιας χώρας δεν εξαρτάται μόνο από το μέγεθος της παραγωγής της. Εξαρτάται εξίσου από την ανθεκτικότητα των υποδομών, την ευελιξία των δικτύων μεταφοράς και την ικανότητα διαχείρισης πολλαπλών κρίσεων ταυτόχρονα. Στη Ρωσία του 2026 το πρόβλημα δεν είναι απλώς ότι παράγεται λιγότερη βενζίνη, αλλά ότι κάθε επιπλέον λίτρο που εισάγεται πρέπει να διασχίσει μία από τις μεγαλύτερες χερσαίες επικράτειες του πλανήτη μέσω ενός δικτύου που ήδη λειτουργεί υπό πίεση εξαιτίας του πολέμου.

Υπό αυτή την έννοια, οι εισαγωγές δεν αποτελούν πραγματική λύση αλλά μηχανισμό αγοράς χρόνου. Μπορούν να περιορίσουν προσωρινά τις ελλείψεις και να αποτρέψουν μια ανεξέλεγκτη άνοδο των τιμών, δεν αποκαθιστούν όμως τη χαμένη παραγωγική ικανότητα ούτε αναιρούν τις συνέπειες των επιθέσεων στα διυλιστήρια. Κυρίως, επιβεβαιώνουν ότι η Ρωσία έχει περάσει από τη θέση του εξαγωγέα ενεργειακής ασφάλειας στη θέση του διαχειριστή μιας σύνθετης εσωτερικής ενεργειακής κρίσης.

Το κοινωνικό συμβόλαιο υπό πίεση και οι γεωοικονομικές συνέπειες

Η κρίση καυσίμων που εκδηλώθηκε στη Ρωσία κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026 δεν μπορεί να αποτιμηθεί μόνο με όρους παραγωγής, εισαγωγών ή μεταβολών των τιμών. Η ουσιαστική σημασία της βρίσκεται αλλού: για πρώτη φορά από την έναρξη του πολέμου, οι συνέπειες της σύγκρουσης γίνονται αισθητές στην καθημερινότητα εκατομμυρίων Ρώσων πολιτών με τρόπο δύσκολο να αποκρυφθεί.

Οι αριθμοί είναι ενδεικτικοί. Η παραγωγή της βενζίνης μειώθηκε περίπου κατά ένα τέταρτο σε σχέση με το προηγούμενο έτος, επιβλήθηκαν περιορισμοί στις πωλήσεις σε δεκάδες περιφέρειες, η κυβέρνηση άρχισε να εξετάζει την εισαγωγή καυσίμων και αναγκάστηκε να προχωρήσει σε αλλεπάλληλες παρεμβάσεις για να αποτρέψει γενικευμένες ελλείψεις. Πέρα όμως από τα μεγέθη της αγοράς, η κρίση αποκάλυψε ότι ο πόλεμος δεν αποτελεί πλέον μια μακρινή στρατιωτική σύγκρουση αλλά παράγοντα που επηρεάζει άμεσα την εσωτερική οικονομική ζωή.

Από την άνοδο του Βλαντίμιρ Πούτιν στην εξουσία, το ρωσικό πολιτικό σύστημα στηρίχθηκε σε ένα άτυπο κοινωνικό συμβόλαιο. Η περιορισμένη πολιτική συμμετοχή αντισταθμιζόταν από τη διατήρηση της οικονομικής σταθερότητας και ενός σχετικά προβλέψιμου βιοτικού επιπέδου. Οι πολίτες μπορούσαν να αναμένουν ότι το κράτος θα εξασφάλιζε μισθούς, συντάξεις, χαμηλή ανεργία και — ίσως το σημαντικότερο για μια χώρα με τόσο ισχυρή ενεργειακή ταυτότητα — σχετικά φθηνή και εύκολα διαθέσιμη ενέργεια.

Η χαμηλή τιμή της βενζίνης απέκτησε έτσι ιδιαίτερη συμβολική σημασία. Δεν αποτελούσε απλώς αποτέλεσμα οικονομικής πολιτικής αλλά απόδειξη ότι ο φυσικός πλούτος της χώρας μεταφραζόταν σε άμεσο όφελος για τους πολίτες. Το γεγονός ότι μία από τις μεγαλύτερες πετρελαϊκές δυνάμεις του κόσμου μπορούσε να διατηρεί χαμηλότερες τιμές καυσίμων από πολλές ευρωπαϊκές χώρες λειτουργούσε επί χρόνια ως στοιχείο εσωτερικής νομιμοποίησης του πολιτικού συστήματος.

Η κρίση του 2026 δεν καταργεί αυτό το άτυπο κοινωνικό συμβόλαιο, το θέτει όμως υπό πίεση.

Οι ουρές στα πρατήρια του Ιρκούτσκ, οι περιορισμοί ανεφοδιασμού στη Χάντι-Μανσίισκ, τα κουπόνια στην Κριμαία και οι συνεχείς κυβερνητικές παρεμβάσεις διαμορφώνουν μια διαφορετική εμπειρία για τους πολίτες. Ο πόλεμος εξελίσσεται μεν εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά, αλλά οι οικονομικές του συνέπειες γίνονται αισθητές στην καθημερινότητα.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η κρίση καυσίμων από μόνη της απειλεί τη σταθερότητα του ρωσικού πολιτικού συστήματος. Η Ρωσία εξακολουθεί να διαθέτει ισχυρούς μηχανισμούς κρατικού ελέγχου, σημαντικές δημοσιονομικές δυνατότητες και την ικανότητα να απορροφά βραχυπρόθεσμους κραδασμούς μέσω διοικητικών παρεμβάσεων. Η σημασία της κρίσης βρίσκεται κυρίως στη σωρευτική της επίδραση. Προστίθεται σε πιέσεις που έχουν ήδη συσσωρευθεί από το 2022: αυξημένες αμυντικές δαπάνες, πληθωρισμό, ελλείψεις εργατικού δυναμικού, κυρώσεις, περιορισμένη πρόσβαση σε δυτική τεχνολογία και αυξημένη εξάρτηση από κρατικές επιδοτήσεις.

Η κρίση αποκαλύπτει επίσης τα όρια της υποκατάστασης των μηχανισμών της αγοράς από διοικητικές αποφάσεις.

Καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου, η ρωσική κυβέρνηση επέδειξε αξιοσημείωτη προσαρμοστικότητα. Όταν οι κυρώσεις περιόρισαν τις εξαγωγές προς την Ευρώπη, ανακατεύθυνε τις ροές προς την Ασία. Όταν οι επιχειρήσεις αντιμετώπισαν προβλήματα ρευστότητας, αύξησε τις επιδοτήσεις. Όταν εμφανίστηκαν ελλείψεις, επέβαλε προσωρινές απαγορεύσεις εξαγωγών και ελέγχους στις τιμές.

Η κρίση καυσίμων του 2026 δείχνει, όμως, ότι αυτή η στρατηγική έχει όρια. Το κράτος μπορεί να επιδοτήσει μια αγορά, να μεταβάλει φορολογικούς κανόνες ή να απαγορεύσει εξαγωγές. Δεν μπορεί όμως να υποκαταστήσει μια μονάδα πρωτογενούς απόσταξης που έχει τεθεί εκτός λειτουργίας ούτε να επιταχύνει απεριόριστα την παραγωγή εξειδικευμένου βιομηχανικού εξοπλισμού όταν η πρόσβαση σε δυτική τεχνολογία παραμένει περιορισμένη.

Εδώ βρίσκεται ίσως και η σημαντικότερη στρατηγική επιτυχία της ουκρανικής εκστρατείας κατά των ρωσικών διυλιστηρίων. Η σημασία της δεν περιορίζεται στην ποσότητα παραγωγής που χάθηκε ούτε στον αριθμό των εγκαταστάσεων που επλήγησαν. Έγκειται κυρίως στο ότι στοχεύει τις ακριβότερες και δυσκολότερα αντικαταστάσιμες υποδομές του ενεργειακού συστήματος, αυξάνοντας σταδιακά το οικονομικό κόστος της συνέχισης του πολέμου όχι μόνο για το κράτος αλλά και για την ευρύτερη οικονομία.

Η κρίση αναδεικνύει ταυτόχρονα μια βαθύτερη μεταβολή στη φύση των σύγχρονων πολέμων. Για δεκαετίες, η στρατηγική σκέψη επικεντρωνόταν κυρίως στην προστασία κοιτασμάτων, αγωγών και μεγάλων τερματικών σταθμών εξαγωγής. Ο πόλεμος στην Ουκρανία δείχνει ότι εξίσου κρίσιμοι είναι οι λιγότερο προβεβλημένοι κρίκοι της αλυσίδας: οι μονάδες διύλισης, οι εγκαταστάσεις αποθήκευσης, οι σιδηροδρομικοί κόμβοι, οι γέφυρες και τα δίκτυα διανομής. Η ενεργειακή ασφάλεια δεν εξαρτάται μόνο από την παραγωγή, αλλά από την ανθεκτικότητα ολόκληρης της εφοδιαστικής αλυσίδας.

Η διαπίστωση αυτή έχει σημασία και πέρα από τον σημερινό πόλεμο. Οι επιθέσεις στα ρωσικά διυλιστήρια έδειξαν ότι σχετικά περιορισμένα μέσα — κυρίως μη επανδρωμένα αεροσκάφη μεγάλης εμβέλειας — μπορούν να προκαλέσουν δυσανάλογα μεγάλες οικονομικές ζημίες όταν πλήττουν κρίσιμες βιομηχανικές υποδομές. Πρόκειται για εξέλιξη που πιθανότατα θα επηρεάσει τη στρατιωτική σκέψη και την προστασία κρίσιμων υποδομών διεθνώς.

Από την άλλη πλευρά, θα ήταν εξίσου λανθασμένο να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι η Ρωσία βρίσκεται μπροστά σε μια μη αναστρέψιμη ενεργειακή κατάρρευση. Η χώρα εξακολουθεί να διαθέτει σημαντική παραγωγική βάση, μεγάλες εξαγωγικές ροές αργού πετρελαίου και την οικονομική δυνατότητα να χρηματοδοτήσει επισκευές, εισαγωγές και πρόσθετες επιδοτήσεις. Επιπλέον, από το 2022 έχει ήδη αποδείξει ότι μπορεί να προσαρμόζεται σε δυσμενείς συνθήκες ταχύτερα από ό,τι προέβλεπαν πολλοί δυτικοί αναλυτές.

Ωστόσο, το κόστος αυτής της προσαρμογής αυξάνεται σταθερά. Κάθε νέα επιδότηση επιβαρύνει τον προϋπολογισμό. Κάθε απαγόρευση εξαγωγών περιορίζει δυνητικά έσοδα. Κάθε εισαγωγή βενζίνης αυξάνει το λειτουργικό κόστος του ενεργειακού συστήματος. Κάθε καθυστέρηση στην αποκατάσταση ενός διυλιστηρίου μειώνει την ευελιξία της αγοράς. Μεμονωμένα, τα μέτρα αυτά είναι διαχειρίσιμα. Σωρευτικά, όμως, αυξάνουν το οικονομικό τίμημα της πολεμικής προσπάθειας.

Αυτό είναι ίσως και το ευρύτερο γεωοικονομικό συμπέρασμα της κρίσης. Δεν αποδεικνύει ότι η Ρωσία παύει να είναι μεγάλη ενεργειακή δύναμη. Δείχνει, όμως, ότι η διατήρηση αυτού του ρόλου γίνεται ολοένα και πιο δαπανηρή. Η ενεργειακή ισχύς δεν εξαρτάται μόνο από τα αποθέματα υδρογονανθράκων αλλά και από την ανθεκτικότητα των υποδομών, την πρόσβαση στην τεχνολογία, την αποτελεσματικότητα της εφοδιαστικής αλυσίδας και τη δυνατότητα του κράτους να απορροφά διαρκώς αυξανόμενα οικονομικά βάρη.

Η κρίση καυσίμων του 2026 δεν είναι προϊόν μιας μεμονωμένης επίθεσης ούτε αποτέλεσμα ενός μόνο λανθασμένου κυβερνητικού μέτρου. Είναι το σημείο στο οποίο συναντώνται τέσσερα χρόνια κυρώσεων, πολεμικών επιχειρήσεων, δημοσιονομικής πίεσης, τεχνολογικών περιορισμών και στοχευμένων πληγμάτων κατά κρίσιμων υποδομών.

Η εικόνα μιας χώρας που συνεχίζει να εξάγει εκατομμύρια βαρέλια αργού πετρελαίου ημερησίως αλλά εξετάζει ταυτόχρονα την εισαγωγή βενζίνης για να καλύψει τις ανάγκες της εσωτερικής αγοράς συμπυκνώνει αυτή τη νέα πραγματικότητα. Δεν σηματοδοτεί το τέλος της ρωσικής ενεργειακής ισχύος· σηματοδοτεί, όμως, το τέλος της βεβαιότητας ότι η ισχύς αυτή μπορεί να διατηρείται χωρίς να αυξάνεται το οικονομικό, βιομηχανικό και πολιτικό κόστος.

Τι αντίκτυπο έχει η εργασία από το σπίτι στην ψυχική υγεία;

Εκατομμύρια Αμερικανοί αντάλλαξαν τις καθημερινές μετακινήσεις τους προς την εργασία με το τραπέζι της κουζίνας τους και, χωρίς να το συνειδητοποιούν, ίσως αντάλλαξαν μαζί και ένα μέρος της ψυχικής τους υγείας.

Μια εκτεταμένη μελέτη διάρκειας δεκατριών ετών στις ΗΠΑ διαπίστωσε ότι όσοι μπορούν να εργάζονται εξ αποστάσεως περνούν περισσότερο χρόνο εντελώς μόνοι, αναφέρουν υψηλότερα επίπεδα δυσφορίας και αναζητούν υπηρεσίες ψυχικής υγείας συχνότερα από τους συναδέλφους τους που μεταβαίνουν στον χώρο εργασίας. Οι συγγραφείς της μελέτης σημειώνουν ότι αν και μεγάλο μέρος της έρευνας δείχνει πως οι εργαζόμενοι επιθυμούν την τηλεργασία, τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι ενδέχεται να μην αντιλαμβάνονται το κόστος που έχει, καθώς οι επιπτώσεις συσσωρεύονται σταδιακά με την πάροδο του χρόνου.

Τα ευρήματα, που δημοσιεύθηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Science, βασίζονται στην ανάλυση δεδομένων από πέντε μεγάλες, εθνικά αντιπροσωπευτικές έρευνες σε 588.000 Αμερικανούς εργαζομένους, οι οποίες διεξήχθησαν μεταξύ 2011 και 2024, χωρίς να περιλαμβάνονται τα έτη 2020 και 2021, που ήταν περίοδος καραντίνας λόγω της πανδημίας COVID-19. Αυτό υποδηλώνει ότι οι επιδράσεις που καταγράφηκαν δεν αποτελούν απλώς μια ιδιαιτερότητα της πανδημικής περιόδου, αλλά μέρος μιας ευρύτερης και μακροχρόνιας διαρθρωτικής μεταβολής.

Η απομόνωση επιβαρύνει τους εργαζομένους

Οι ερευνητές συνέκριναν την ψυχική κατάσταση ατόμων που απασχολούνται σε επαγγέλματα τα οποία μπορούν να ασκηθούν εξ αποστάσεως, όπως η ανάπτυξη λογισμικού και το μάρκετινγκ, με εκείνη εργαζομένων σε επαγγέλματα που απαιτούν φυσική παρουσία, όπως η νοσηλευτική και η μηχανολογία, και διαπίστωσαν ότι οι πρώτοι παρουσίασαν διπλάσια δυσφορία σε σύγκριση με τους δεύτερους.

Την περίοδο της πανδημίας, περνούσαν κατά μέσο όρο περίπου μία επιπλέον ώρα μόνοι τους κατά τη διάρκεια κάθε εργάσιμης ημέρας, κοινωνικοποιούνταν λιγότερο εκτός ωραρίου και ανέφεραν περισσότερες ημέρες πλήρους απομόνωσης. Η πιθανότητα να περάσουν ολόκληρη την ημέρα χωρίς να έχουν καμία φυσική επαφή αυξήθηκε στο 83%, σημειώνοντας άνοδο επτά ποσοστιαίων μονάδων. Οι συγγραφείς της μελέτης επισημαίνουν ότι η απομόνωση αυτή είναι ιδιαίτερα επιβαρυντική, καθώς τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν πως ακόμη και οι πιο σύντομες κοινωνικές αλληλεπιδράσεις ωφελούν τη διάθεση, συχνά περισσότερο απ’ όσο αναμένουν οι ίδιοι οι άνθρωποι.

Ο Δρ Άλεξ Δημητρίου, πιστοποιημένος στην ψυχιατρική και την ιατρική ύπνου και ιδρυτής του Menlo Park Psychiatry & Sleep Medicine, δήλωσε στην εφημερίδα The Epoch Times ότι οι άνθρωποι που τείνουν να απομονώνονται λόγω εσωστρέφειας, άγχους ή άλλων χαρακτηριστικών της προσωπικότητάς τους μπορεί μεν να βρίσκουν την τηλεργασία παρηγορητική, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει απαραίτητα ότι τους ωφελεί.

Τα ίδια άτομα ανέφεραν εντονότερα αισθήματα αναξιότητας, απελπισίας, νευρικότητας και θλίψης, ενώ ήταν πιθανότερο να αναζητήσουν υπηρεσίες ψυχικής υγείας ή να λάβουν φαρμακευτική αγωγή για άγχος ή κατάθλιψη. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι η τηλεργασία ευθύνεται για το ένα τρίτο περίπου της συνολικής αύξησης των προβλημάτων ψυχικής υγείας που έχει καταγραφεί από την περίοδο πριν από την πανδημία.

Οι εργαζόμενοι που είναι πιθανότερο να δυσκολευτούν

Η Σανάμ Χαφίζ, νευροψυχολόγος και διευθύντρια του οργανισμού Comprehend the Mind στη Νέα Υόρκη, προσδιόρισε τέσσερις ομάδες που θεωρεί πιο ευάλωτες:

• Άτομα που ζουν μόνα ή διαθέτουν περιορισμένες κοινωνικές σχέσεις

• Νεότερους εργαζομένους και όσους βρίσκονται στα πρώτα στάδια της σταδιοδρομίας τους και στερούνται καθοδήγησης και επαγγελματικών σχέσεων στον χώρο εργασίας

• Άτομα με άγχος, κατάθλιψη ή έντονη ανάγκη για κοινωνική αλληλεπίδραση

• Άτομα που δυσκολεύονται να θέσουν όρια ανάμεσα στην εργασία και την προσωπική ζωή

Η Χαφίζ, η οποία δεν συμμετείχε στη μελέτη, δήλωσε στην Epoch Times ότι τα άτομα αυτά συχνά δεν κοινωνικοποιούνται ιδιαίτερα και ενδέχεται να ωφελούνται από τη φυσική παρουσία στον χώρο εργασίας, καθώς περιβάλλονται από άλλους ανθρώπους και έχουν περισσότερες ευκαιρίες να δημιουργήσουν φιλίες.

Πέρα από την απομόνωση, όταν κάποιος εργάζεται από το σπίτι ενδεχομένως να δυσκολεύεται να θέσει και να διατηρήσει σαφή όρια μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής. Όταν το γραφείο βρίσκεται μέσα στο σπίτι, ο εργάσιμος και ο προσωπικός χρόνος εύκολα συγχέονται, και ο εγκέφαλος δεν αποδεσμεύεται από τη νοοτροπία της εργασίας.

Στην πρόκληση αυτή συμβάλλει και η απουσία της καθημερινής μετακίνησης, καθώς χάνεται ο χρόνος που βοηθούσε τους εργαζομένους να αποσυμπιεστούν, μεταβαίνοντας από τον έναν χώρο και ρόλο στον άλλον. Η συνεχής επαφή με αντικείμενα που σχετίζονται με την εργασία, όπως ο φορητός υπολογιστής ή τα αρχεία, κατά τη διάρκεια του ελεύθερου χρόνου επίσης κρατά τη σκέψη στραμμένη στα επαγγελματικά καθήκοντα και εμποδίζει τη βαθύτερη ψυχική αποδέσμευση.

Πρακτικά βήματα για όσους εργάζονται εξ αποστάσεως

Για όσους εργάζονται εξ αποστάσεως, υπάρχουν πρακτικά μέτρα που μπορούν να συμβάλουν στον περιορισμό των πιθανών επιπτώσεων στην ψυχολογική υγεία. Ο Δρ Δημητρίου συνιστά να βγαίνει κανείς από το σπίτι και να συναντά φίλους τουλάχιστον μία ή δύο φορές την εβδομάδα, θέτοντας σαφή όρια ανάμεσα στον χρόνο εργασίας και τον προσωπικό χρόνο.

Ο ξεκάθαρος διαχωρισμός ξεκούρασης και εργασίας είναι εκ των ων ουκ άνευ, τονίζει, θυμίζοντας ότι κατά τη διάρκεια της πανδημίας και της καραντίνας η σύγχυση των ορίων υπήρξε χαρακτηριστικό εκείνης της περιόδου: πολλοί άνθρωποι συμμετείχαν σε επαγγελματικές κλήσεις, εκτελώντας ταυτόχρονα οικιακές εργασίες, με αποτέλεσμα να μην είναι ουσιαστικά παρόντες σε καμία από τις δύο δραστηριότητες και να αισθάνονται ότι δεν ανταποκρίνονται επαρκώς ούτε στη μία ούτε στην άλλη.

Η λύση βρίσκεται στη θέσπιση σαφών ορίων μεταξύ εργασίας και προσωπικής ζωής, ώστε να περιορίζονται οι παρεμβολές της εργασίας στον ελεύθερο χρόνο. Η αποφυγή περισπασμών κατά τη διάρκεια της εργασίας είναι ένας κανόνας, ενώ η φυσική άσκηση σε εξωτερικό χώρο σηματοδοτεί με ευκρίνεια το τέλος της εργασίας και την έναρξη του προσωπικού χρόνου. Η τήρηση της διαχωριστικής γραμμής και ο επαρκής χρόνος χαλάρωσης συμβάλουν στη μείωση του στρες, στην πρόληψη της επαγγελματικής εξουθένωσης και στη διατήρηση της ενέργειας που απαιτείται για ουσιαστική επαφή με άλλους ανθρώπους.

Σύμφωνα με τον Δρα Δημητρίου, τα σαφή όρια και ένας βαθμός πειθαρχίας μπορούν να καταστήσουν την εργασία από το σπίτι διαχειρίσιμη.

Από τον Οδυσσέα στον Ιωάννη Φωκά: Οι Έλληνες θαλασσοπόροι που άνοιξαν δρόμους στον κόσμο

Δεν ήταν πάντα βασιλείς, στρατηγοί ή κατακτητές. Συχνά ήταν πλοηγοί, έμποροι, καπετάνιοι και ναυτικοί χωρίς μνημεία. Κι όμως, από τη Μεσόγειο έως τον Ατλαντικό, από τον Ινδό ποταμό έως τα νερά του σημερινού Καναδά, Έλληνες θαλασσοπόροι βοήθησαν να χαραχθούν δρόμοι, να ενωθούν αγορές, να διαδοθούν ιδέες και να αλλάξει η εικόνα που είχε ο άνθρωπος για τον κόσμο.

Η ιστορία του Ιωάννη Φωκά, του Κεφαλονίτη θαλασσοπόρου που έγινε γνωστός στη Δύση ως Χουάν δε Φούκα [Juan de Fuca], μοιάζει να βρίσκεται στο μεταίχμιο ανάμεσα στον θρύλο και την ιστορία. Γεννημένος στη Βαλεριάνο της Κεφαλονιάς τον 16ο αιώνα, σε έναν κόσμο όπου τα Ιόνια Νησιά κοιτούσαν συγχρόνως προς τη Βενετία, την Ανατολή και τη μεγάλη θάλασσα, ο Φωκάς υπηρέτησε σύμφωνα με τις πηγές τον ισπανικό θρόνο ως ναυτικός και πλοηγός στις αμερικανικές θάλασσες. Το 1596, στη Βενετία, φέρεται να αφηγήθηκε στον Άγγλο έμπορο και υποστηρικτή εξερευνητικών αποστολών Μάικλ Λοκ [Michael Lok] ότι, τέσσερα χρόνια νωρίτερα, είχε αποπλεύσει από το Μεξικό προς τον βορρά αναζητώντας το μυθικό Στενό του Ανιάν — το πέρασμα που οι Ευρωπαίοι ήλπιζαν ότι θα συνέδεε τον Ειρηνικό με τον Ατλαντικό. 

Η αφήγηση αυτή δεν πρέπει να διαβαστεί απλοϊκά. Οι νεότεροι ιστορικοί δεν συμφωνούν όλοι ότι ο Φωκάς πράγματι μπήκε στο στενό που σήμερα φέρει το όνομά του. Η ίδια η καναδική βιογραφική παράδοση σημειώνει ότι η ιστορία του είναι «ανοικτή σε σοβαρή αμφισβήτηση», ενώ η αφήγηση διασώθηκε όχι από ισπανικά ναυτικά αρχεία, αλλά μέσω του Λοκ και αργότερα του Σάμιουελ Πούρχας [Samuel Purchas]. Κι όμως, ακριβώς εδώ βρίσκεται η γοητεία της υπόθεσης: ακόμη κι αν η μαρτυρία του Φωκά δεν μπορεί να αποδειχθεί πλήρως, η γεωγραφική της ακρίβεια ήταν αρκετή ώστε να τροφοδοτήσει επί αιώνες χάρτες, εικασίες και αναζητήσεις.

Χάρτης της Βορείου Αμερικής που σχεδίασε ο Μάικλ Λοκ βάσει των περιγραφών του Ιωάννη Φωκά. (Public Domain)

 

Το 1787, ο Βρετανός θαλασσοπόρος Τσαρλς Ουίλλιαμ Μπάρκλεϋ [Charles William Barkley] έφτασε στην είσοδο του μεγάλου περάσματος ανάμεσα στο νησί Βανκούβερ και την Ολυμπιακή Χερσόνησο και το αναγνώρισε ως τον πολυσυζητημένο Πορθμό του Φωκά. Έτσι, ο ελληνικής καταγωγής πλοηγός, που είχε πεθάνει σχεδόν δύο αιώνες νωρίτερα, απέκτησε μεταθανάτια μια θέση στον χάρτη της Βόρειας Αμερικής. Η ονομασία δεν έμεινε μόνο στον πορθμό καθεαυτόν· πέρασε σε γεωλογικούς σχηματισμούς, σε πάρκα, σε τοπωνύμια, ακόμη και στη σύγχρονη μνήμη του βορειοδυτικού Ειρηνικού. Το όνομα ενός Κεφαλονίτη έγινε μέρος της γεωγραφικής γλώσσας του Νέου Κόσμου.

Ο Φωκάς δεν είναι μια μεμονωμένη εξαίρεση. Είναι ένας κρίκος σε μια αλυσίδα που ξεκινά αιώνες πριν. Η ελληνική σχέση με τη θάλασσα δεν γεννήθηκε με τις Ανακαλύψεις της πρώιμης νεότερης Ευρώπης. Ήδη από τον 8ο αιώνα π.Χ., οι ελληνικές πόλεις-κράτη, οι περισσότερες με έντονη ναυτική φυσιογνωμία, άρχισαν να ιδρύουν αποικίες σε ολόκληρη τη Μεσόγειο και τη Μαύρη Θάλασσα. Δεν επρόκειτο απλώς για μετακινήσεις πληθυσμών. Ήταν ένα δίκτυο εμπορίου, γλώσσας, τεχνικής, τέχνης, θεσμών και ιδεών που απλώθηκε από την Ιβηρική και τη νότια Γαλλία έως την Κάτω Ιταλία, την Αδριατική, τον Εύξεινο Πόντο και τη βόρεια Αφρική. 

Η ελληνική σχέση με τη θάλασσα ήταν εξαρχής κάτι περισσότερο από οικονομική δραστηριότητα. Ήταν τρόπος σκέψης. Ο Έλληνας θαλασσοπόρος δεν ταξίδευε μόνο για να μεταφέρει προϊόντα· μετέφερε μέτρα, λέξεις, μύθους, τεχνικές γνώσεις, παρατηρήσεις για ανέμους, αστέρια, ακτές και λαούς. Ο «περίπλους», η περιγραφή ακτών και λιμανιών, υπήρξε ένα από τα πρώτα πρακτικά εργαλεία γεωγραφικής γνώσης. Ο ναύτης γινόταν παρατηρητής. Ο έμπορος γινόταν φορέας πληροφορίας. Το λιμάνι γινόταν εργαστήριο πολιτισμού.

Στον 6ο αιώνα π.Χ., ο Σκύλαξ ο Καρυανδεύς, Έλληνας από την Καρία, στάλθηκε από τον Πέρση βασιλιά Δαρείο να εξερευνήσει τον Ινδό ποταμό. Κατά την παράδοση που διασώζει ο Ηρόδοτος και συνοψίζει η νεότερη βιβλιογραφία, ο Σκύλαξ ταξίδεψε από την περιοχή του Ινδού προς τη θάλασσα και επέστρεψε μέσω θαλάσσιας διαδρομής έως την περιοχή του Σουέζ. Θεωρείται από τους πρώτους Έλληνες εξερευνητές που συνέδεσαν την ελληνική γεωγραφική περιέργεια με την Ασία και από τους πρώτους Δυτικούς που έδωσαν περιγραφή της Ινδίας. 

Λίγους αιώνες αργότερα, ο Πυθέας ο Μασσαλιώτης κινήθηκε προς την αντίθετη κατεύθυνση: όχι προς την Ανατολή, αλλά προς τον άγνωστο Βορρά. Ξεκινώντας από τη Μασσαλία, ελληνική αποικία στη σημερινή Γαλλία, ταξίδεψε στον Ατλαντικό, περιέγραψε τις Βρετανικές Νήσους και έφτασε, κατά την παράδοση, έως περιοχές που οι αρχαίοι συνέδεσαν με τη Θούλη. Το έργο του Περί Ωκεανού χάθηκε, αλλά οι μεταγενέστερες αναφορές δείχνουν έναν άνθρωπο που συνδύαζε ναυτική τόλμη, γεωγραφική παρατήρηση και αστρονομικό ενδιαφέρον. Ο Πυθέας δεν ήταν απλώς ταξιδιώτης· ήταν ένας από τους πρώτους που διεύρυναν τον ελληνικό ορίζοντα πέρα από τη Μεσόγειο. 

Στην εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ο Νέαρχος ανέλαβε μια αποστολή με τεράστια στρατηγική σημασία: να οδηγήσει στόλο από τον Ινδό ποταμό προς τον Περσικό Κόλπο και από εκεί προς τη Βαβυλώνα. Το ταξίδι του, γνωστό από την παράδοση που διασώθηκε στον Αρριανό, δεν ήταν μια ρομαντική περιπέτεια, αλλά μια απόπειρα να αποδειχθεί ότι ένας εκτεταμένος κόσμος μπορούσε να συνδεθεί και διά θαλάσσης. Η αυτοκρατορία δεν θα ήταν μόνο δρόμοι ξηράς και φρουρές· θα ήταν και λιμάνια, ακτές, πορείες πλοίων, γνώση των μουσώνων, των ρευμάτων και των αγνώστων παραλίων. 

Από τον Σκύλακα, τον Πυθέα και τον Νέαρχο έως τον Φωκά, βλέπουμε ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο: οι Έλληνες θαλασσοπόροι συχνά κινούνται στα όρια μεγάλων δυνάμεων, αλλά δεν εξαφανίζονται μέσα σε αυτές. Ο Σκύλαξ υπηρετεί τον Πέρση βασιλιά. Ο Νέαρχος υπηρετεί το μακεδονικό εγχείρημα του Αλεξάνδρου. Ο Φωκάς υπηρετεί την Ισπανία των Αψβούργων. Αιώνες αργότερα, Έλληνες καραβοκύρηδες θα κινηθούν μέσα σε οθωμανικά, βενετικά, ρωσικά, βρετανικά και παγκόσμια εμπορικά πλαίσια. Δεν έχουν πάντα κράτος πίσω τους. Έχουν όμως γνώση, συγγένειες, δίκτυα, νησιωτική πειθαρχία και την ικανότητα να διαβάζουν τη θάλασσα.

Αυτό το χαρακτηριστικό έγινε ιδιαίτερα φανερό από τα μέσα του 18ου έως τον 19ο αιώνα. Στα Ιόνια και στο Αιγαίο, σε κοινότητες που ζούσαν άλλοτε υπό βενετική και άλλοτε υπό οθωμανική κυριαρχία, η ναυτιλία εξελίχθηκε σε βασική οικονομική δραστηριότητα. Η μετάβαση των ελληνόκτητων στόλων από τα παραδοσιακά μεσογειακά σκαριά σε τύπους πλοίων επηρεασμένους από τη δυτική και βόρεια Ευρώπη έφερε τεχνική αναβάθμιση, νέες εμπορικές διαδρομές και εξειδίκευση σε αγορές. Η ελληνική ναυτοσύνη δεν ήταν στατική παράδοση. Ήταν προσαρμογή.

Αυτή η προσαρμοστικότητα είχε και εθνική σημασία. Όταν ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση, τα εμπορικά πλοία της Ύδρας, των Σπετσών και των Ψαρών δεν μετατράπηκαν ως δια μαγείας σε πολεμικό ναυτικό από τη μια μέρα στην άλλη. Ήταν ήδη καρπός δεκαετιών ναυτικής εμπειρίας, εμπορίου, κινδύνου και οργάνωσης. Οι ναυτικές κοινότητες είχαν μάθει να χρηματοδοτούν πλοία, να στελεχώνουν πληρώματα, να κινούνται σε δύσκολες θάλασσες, να διαπραγματεύονται και να πολεμούν όταν χρειαζόταν. Η ελληνική ανεξαρτησία δεν στηρίχθηκε μόνο στο βουνό και στο κλέφτικο τουφέκι· στηρίχθηκε και στο κατάστρωμα, στο μπουρλότο, στο εμπορικό πλοίο που έγινε όπλο.

Εδώ βρίσκεται μια από τις βαθύτερες όψεις της ελληνικής επιρροής στη θάλασσα: οι Έλληνες δεν άνοιγαν μόνο γεωγραφικούς δρόμους, αλλά συχνά λειτουργούσαν ως μεσάζοντες ανάμεσα σε κόσμους. Στην αρχαιότητα συνέδεαν αποικίες, μητροπόλεις και τοπικούς πληθυσμούς. Στην ελληνιστική εποχή συνέδεαν την Ανατολή με τη Μεσόγειο. Στους νεότερους αιώνες, Έλληνες έμποροι και πλοιοκτήτες συμμετείχαν σε δίκτυα της Μαύρης Θάλασσας, της Μεσογείου, της Οδησσού, της Τεργέστης, της Μασσαλίας, της Αλεξάνδρειας, του Λονδίνου. Η δύναμή τους δεν ήταν πάντοτε η σημαία, αλλά το δίκτυο.

Αυτή η παράδοση φτάνει έως σήμερα με εντυπωσιακή συνέπεια. Σύμφωνα με την Ένωση Ελλήνων Εφοπλιστών, η ελληνική ναυτιλία παραμένει το 2026 η μεγαλύτερη δύναμη στον κόσμο, με σχεδόν 5.800 πλοία και πάνω από το 19% της παγκόσμιας χωρητικότητας, ενώ αντιπροσωπεύει περίπου το 61% του ελεγχόμενου από την Ευρωπαϊκή Ένωση εμπορικού στόλου. Αυτοί οι αριθμοί δεν είναι απλώς οικονομικά μεγέθη. Δείχνουν ότι η ελληνική σχέση με τη θάλασσα δεν είναι νοσταλγία για το παρελθόν, αλλά ενεργό στοιχείο της παγκόσμιας οικονομίας.

Η σημερινή ελληνική ναυτιλία έχει, βεβαίως, άλλες προκλήσεις από εκείνες της εποχής του Φωκά ή του Πυθέα. Δεν αναζητά μυθικά στενά, αλλά ασφαλείς θαλάσσιες αλυσίδες εφοδιασμού. Δεν χαράσσει με το μάτι άγνωστες ακτές, αλλά επενδύει σε τεχνολογία, ενεργειακή μετάβαση, νέα καύσιμα, περιβαλλοντικές προδιαγραφές και ασφάλεια ναυσιπλοΐας. Ωστόσο, η ουσία παραμένει αναγνωρίσιμη: η ικανότητα να κινείσαι ανάμεσα σε μεγάλες δυνάμεις, να συνδέεις αγορές, να παίρνεις ρίσκο, να σκέφτεσαι οικουμενικά από ένα μικρό γεωγραφικό σημείο.

Ο Ιωάννης Φωκάς αξίζει, λοιπόν, να διαβαστεί όχι ως γραφική εξαίρεση, αλλά ως σύμβολο μιας ευρύτερης ελληνικής εμπειρίας. Ήταν ίσως ένας τολμηρός εξερευνητής που έφτασε πράγματι στα νερά του σημερινού Καναδά. Ήταν ίσως ένας παλιός πλοηγός που, στο τέλος της ζωής του, διηγήθηκε μια ιστορία μεγαλύτερη από τις αποδείξεις που μπορούμε σήμερα να βρούμε. Σε κάθε περίπτωση, η ιστορία του έδρασε. Πέρασε σε βιβλία, χάρτες, ναυτικές προσδοκίες, ονομασίες και συλλογική μνήμη. Και αυτό από μόνο του είναι μια μορφή επιρροής.

Οι λαοί δεν επηρεάζουν τον κόσμο μόνο με στρατούς και αυτοκρατορίες. Τον επηρεάζουν και με τους δρόμους που ανοίγουν. Οι Έλληνες, από την αρχαιότητα έως τη νεότερη ναυτιλία, άνοιξαν τέτοιους δρόμους με πλοία μικρά και μεγάλα, με εμπορικά δίκτυα, με χαμένους περιπλόους, με αφηγήσεις που επιβίωσαν σε ξένες γλώσσες, με λιμάνια που έγιναν κόμβοι. Η ελληνική θάλασσα δεν είναι μόνο το Αιγαίο. Είναι μια μνήμη κίνησης, προσαρμογής και εξωστρέφειας.

Ίσως γι’ αυτό ο Φωκάς εξακολουθεί να συγκινεί. Όχι επειδή γνωρίζουμε τα πάντα γι’ αυτόν, αλλά επειδή στο πρόσωπό του συμπυκνώνεται κάτι βαθύτερο: το ίχνος που ένας άνθρωπος από ένα νησί του Ιονίου μπόρεσε, μέσα από τη ναυτική του τέχνη, να αφήσει στην άλλη άκρη του κόσμου. Και αυτό το ίχνος μάς θυμίζει ότι η Ελλάδα, όταν κοιτάζει τη θάλασσα, δεν κοιτάζει μόνο το παρελθόν της. Κοιτάζει έναν από τους τρόπους με τους οποίους συνδέθηκε — και εξακολουθεί να συνδέεται — με την οικουμένη.

Αριστερά και Ισλάμ

Η εμφάνιση πολιτικών από τον χώρο της Αριστεράς — στην Ελλάδα αλλά και σε άλλες χώρες της Ευρώπης — με φωτογραφίες του Αλί Χαμενεΐ σε διαδηλώσεις κατά του πολέμου στο Ιράν ξένισε.

Η υποστήριξη στο πρόσωπο του πρώην ηγέτη του θεοκρατικού καθεστώτος του Ιράν — ενός καθεστώτος γνωστού για τη βία που ασκούσε κατά όλων των πολιτών του, αλλά ιδίως κατά των γυναικών — φαντάζει παράταιρη από ανθρώπους που υποστηρίζουν το φεμινιστικό κίνημα, τη ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα, την ελευθερία έκφρασης και τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Αρκούν τα αντιπολεμικά αισθήματα και η εναντίωση στη συνδυασμένη επίθεση των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ κατά της Τεχεράνης για να δικαιολογήσουν μία τέτοια κίνηση;

Η στάση της Αριστεράς τις τελευταίες δεκαετίες δείχνει ότι υπάρχει μία σύνδεση μεταξύ των δύο ιδεολογιών, παρά την ασυμβατότητά τους. Οι θέσεις της για το μεταναστευτικό, την πολυπολιτισμικότητα και τα δικαιώματα των μειονοτήτων συνιστούν σαφή υποστήριξη προς τις ισλαμικές κοινότητες, υποστήριξη την οποία τα μέλη που έχουν μεταναστεύσει σε δυτικές χώρες ανταποδίδουν με την ψήφο τους σε μεγάλο ποσοστό, σύμφωνα με το transform! europe, δίκτυο ευρωπαϊκών αριστερών οργανώσεων.

Αιχμή του δόρατος της σύμπραξης των δύο κοινοτήτων αποτελούν οι κινητοποιήσεις για το παλαιστινιακό ζήτημα, το οποίο έχει αναχθεί από εδαφικό σε ιδεολογικό/θρησκευτικό και γιγαντωθεί μέσα στη διετία 2023-2025 — την περίοδο των επιχειρήσεων του Ισραήλ στη Γάζα μετά από την τρομοκρατική επίθεση της Χαμάς σε ισραηλινά εδάφη. Στο πλαίσιο του κινήματος «Λευτεριά στην Παλαιστίνη», οι Άραβες της Παλαιστίνης προβάλλουν ως ένας λαός, ένα έθνος, που υποφέρει υπό την ισχύ των αποικιοκρατών Εβραίων που τους στερούν το δικαίωμα να ζήσουν στη γη τους. Πρόκειται για ένα αφήγημα με ισχυρό ηθικό έρεισμα — ιδίως όταν ενισχύεται από τις εικόνες των αμάχων που υποφέρουν συνεπείᾳ των συγκρούσεων — το οποίο ωστόσο παραλείπει να εξετάσει τι συμβαίνει από την άλλη πλευρά. Ως αποτέλεσμα, οι Ισραηλινοί δαιμονοποιούνται και στο πρόσωπό τους ενσαρκώνεται το κακό.

Αυτή είναι η ιδέα που καλλιεργούν εν γένει οι ισλαμιστές για τους Εβραίους, αποκαλώντας τη χώρα του Ισραήλ «μικρό Σατανά»· οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι ο «μεγάλος Σατανάς» και μαζί αποτελούν τον κοινό εχθρό. Αυτό είναι και ένα από τα σημεία συνάντησής τους με την Αριστερά, που πολεμά κατά του ιμπεριαλισμού — του αμερικανικού ιμπεριαλισμού ειδικά, παραγνωρίζοντας τον ισλαμικό, τον σοβιετικό, τον κινεζικό και άλλες εκφάνσεις του.

Η σχέση δεν είναι νέα, αλλά ανάγεται στις αρχές του 20ού αιώνα. Η γέννηση, διαμόρφωση και εξέλιξή της διαμορφώνεται από τις εκάστοτε ιστορικές, κοινωνικές και γεωγραφικές συνθήκες, ακολουθώντας άλλοτε πορεία σύγκλισης και άλλοτε απόκλισης.

Η καταγωγή της συμμαχίας

Η πρώτη συνέργεια μεταξύ Ισλάμ και αριστεράς μπορεί να εντοπιστεί ήδη στην μπολσεβίκικη επανάσταση, στη Ρωσία των αρχών του 20ού αιώνα, όπου οι μουσουλμάνοι έφθαναν τα 13.600.000, σε σύνολο 125.600.000 (σύμφωνα με απογραφή του 1897). Για να κερδίσουν αυτόν τον πληθυσμό, στον αγώνα τους κατά της καθεστηκυίας τάξης, οι κομμουνιστές «απέφυγαν να βάλουν ως προϋπόθεση για να δεχτούν κάποιον στις γραμμές τους το να αποκηρύξει κάποιος τη θρησκεία του» (Λέανδρος Μπόλαρης, Μπολσεβίκοι και Ισλάμ, 2014), αλλά προέβαλαν τα ταξικά ζητήματα και την καταπίεση από τους γαιοκτήμονες. Αργότερα δε «έγινε κομματική η θέση ότι η ‘απαλλαγή από τις θρησκευτικές προκαταλήψεις’ αφορούσε τα κομματικά μέλη που ήταν Ρώσοι και όχι τους μουσουλμάνους» (ό.π.).

Το 1920, στο «Συνέδριο των Λαών της Ανατολής» που οργάνωσε η Κομμουνιστική Διεθνής για την ενίσχυση του αγώνα της στην Ασία, ο Ζηνόβιεφ, πρόεδρος της Διεθνούς, απηύθυνε έκκληση στους 2.000 αντιπροσώπους από τις μουσουλμανικές περιοχές της Ρωσίας, από την Περσία, την Αρμενία, την Ινδία, την Τουρκία και αλλού, που παρίστατο, να αγωνιστούν ενάντια στον ιμπεριαλισμό: «Σας καλούμε σε τζιχάντ (σ.σ. ιερό πόλεμο) για τη δική σας ζωή, τη δική σας ελευθερία, τα δικά σας συμφέροντα». Οι περισσότεροι από τους συμμετέχοντες δεν ήταν επαναστάτες, αλλά ανεξάρτητοι ή μέλη εθνικιστικών και ισλαμιστικών οργανώσεων (ό.π.).

Η στάση αυτή των μπολσεβίκων είχε θετικά αποτελέσματα, τα οποία διήρκεσαν μέχρι που ο Στάλιν διεύρυνε την εκστρατεία κατά της θρησκείας τις δεκαετίες 1920-1930, επιτιθέμενος και στο Ισλάμ. Αυτό απομάκρυνε τους μουσουλμάνους από τις τάξεις των μπολσεβίκων και οδήγησε ένα τμήμα του πληθυσμού της κεντρικής Ασίας να μεταναστεύσει νότια, σε Τουρκία και Μέση Ανατολή.

Η κατάλυση του χαλιφάτου και η γέννηση του πολιτικού Ισλάμ

Την ίδια εποχή, ο μουσουλμανικός κόσμος βίωσε ένα ισχυρό πλήγμα με την κατάρρευση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και την κατάλυση του «επίσημου» χαλιφάτου, στις 3 Μαρτίου 1924, από την Τουρκική Εθνοσυνέλευση, που άφησε το Ισλάμ χωρίς ανώτατο ηγέτη. Για να κατανοηθεί το κρίσιμο αυτό γεγονός πρέπει να αναφερθεί η σημασία του θρησκευτικού νόμου στις τάξεις των μουσουλμάνων, όπου ο θεϊκός νόμος είναι και ο μόνος που έχει αξία. Κατά συνέπεια, ο θρησκευτικός ηγέτης συνιστά την ανώτατη εξουσία.

Αν και στους κόλπους του Ισλάμ ο θεσμός του χαλιφάτου έχει κατά καιρούς αμφισβητηθεί ή υποκατασταθεί (π.χ. μεταξύ των Σιιτών από το ιμαμάτο), αναδείχθηκε σε πρωτεύον αίτημα της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, του κινήματος που ίδρυσε στην Αίγυπτο το 1928 ο ιμάμης Χασάν αλ Μπάνα. Η Μουσουλμανική Αδελφότητα, η οποία είχε εξαρχής κοινωνική και πολιτική διάσταση, διακήρυξε την ένωση του ισλαμικού κόσμου και την αντικατάσταση του Συντάγματος με το Κοράνι.

Η εξάπλωση των ιδεών της Μουσουλμανικής Αδελφότητας και η ανάπτυξή της ήταν ραγδαία, και η οργάνωση θεωρείται  πηγή όλων των επακόλουθων ισλαμιστικών κινημάτων. «Αποθεολογικοποιώντας και ιδεολογικοποιώντας το Ισλάμ, οι ισλαμιστές το ανήγαγαν σε ένα πλήρες σύστημα απ’ όπου θα μπορούσαν να αντληθούν οι λύσεις για όλα τα προβλήματα του καιρού τους», σημειώνει ο Πάνος Κουργιώτης, αραβολόγος και Δρ Πολιτικών Επιστημών ΑΠΘ. Το Ισλαμικό Κράτος (ISIS) είναι το πιο γνωστό ίσως παράδειγμα, με εκτεταμένη δράση σε Συρία, Ιράκ και Υεμένη, αλλά και σε Αλγερία, Βοσνία, Τσετσενία, με συμμετοχή σε εμφύλιους πολέμους μουσουλμανικών κρατών.

Η Αριστερά στη Μέση Ανατολή

Μετά από την ίδρυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς (ή Κομιντέρν ή Γ΄Διεθνής) το 1919, στη Μόσχα, η κομμουνιστική ιδεολογία άρχισε να προωθείται και στην περιοχή της Μέσης Ανατολής, οδηγώντας στη σύσταση των πρώτων μαρξιστικών κομμάτων, με τα πρώτα να σχηματίζονται σε Λίβανο, Συρία, Αίγυπτο και Ιράκ. Με την πάροδο του χρόνου, τα κόμματα αυτά οργανώθηκαν καλύτερα και εδραιώθηκαν, αναπτύσσοντας την ιδεολογία και τη δράση τους κυρίως κατά της ‘αποικιοκρατίας’ και του ιμπεριαλισμού, και εισάγοντας εθνικιστικά στοιχεία στον λόγο τους. Η απαλλαγή από τις βρετανικές και γαλλικές δυνάμεις που είχαν αναλάβει τη διοίκηση της περιοχής μετά από την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αποτέλεσε καθοριστικό παράγοντας ως προς τη διαμόρφωση της ταυτότητας και των στόχων τους.

Παράλληλα ιδρύθηκαν κομμουνιστικά κόμματα Ιράν και Παλαιστίνης (στο οποίο συμμετείχαν τόσο Εβραίοι όσο και Άραβες). Χαρακτηριστική για τα περισσότερα κομμουνιστικά κόμματα της περιοχής ήταν η ανάγκη συμβιβασμού με το θρησκευτικό, αλλά και το εθνικιστικό στοιχείο. Στην περίπτωση του Ιράν, έχουμε το παράδειγμα της συνεργασίας των ισλαμιστών με τους αριστερούς για την εκδίωξη του φιλοδυτικού σάχη, το 1979. Ωστόσο, αμέσως μετά την επιτυχία της Επανάστασης, οι ισλαμιστές επεδίωξαν και πέτυχαν να αναλάβουν την εξουσία, διώκοντας τους αριστερούς και εγκαθιδρύοντας το ισλαμικό καθεστώς που ηγείται της χώρας μέχρι και σήμερα.

Στην Αίγυπτο συνεργάστηκαν με τη νασερική πτέρυγα, ενώ σε Ιράκ και Σύρια με το Αραβικό Σοσιαλιστικό (και εθνικιστικό) Κόμμα Μπάαθ. Σε γενικές γραμμές, όμως, παρέμειναν περιθωριοποιημένα, ενίοτε και παράνομα, και εκτός εξουσίας.

Η σύσταση του κράτους του Ισραήλ προκάλεσε διχασμό στις θέσεις τους, ιδίως τα πρώτα χρόνια. Ο διχασμός οφείλετο κυρίως στην υποστήριξη της Σοβιετικής Ένωσης στη δημιουργία εβραϊκού κράτους, κάτι που ερχόταν σε αντίθεση με τα αραβικά συμφέροντα. Ορισμένα κομμουνιστικά κόμματα, όπως αυτά της Συρίας, του Λιβάνου και του Ιράκ, ακολούθησαν τη σοβιετική θέση αρχικά, ενώ άλλα αντιμετώπισαν εσωτερικές διαιρέσεις. Ωστόσο, οι διαδοχικοί πόλεμοι έγειραν την πλάστιγγα σαφώς υπέρ του αραβικού, αντι-εβραϊκού κινήματος, με την ίδια τη Σοβιετική Ένωση να αλλάζει στάση μετά από τον Πόλεμο των Έξι Ημερών (1967), οδηγώντας σε μία ενιαία αριστερή φιλο-αραβική στάση.

Το Ισλάμ στη Δύση

Η διάδοση της αριστερής ιδεολογίας στις δυτικές κοινωνίες και η άνοδος πολιτικών υπέρ των μειονοτήτων, της μετανάστευσης, της πολυπολιτισμικότητας κ.ο.κ., συνέτεινε σε μία ραγδαία αύξηση του μουσουλμανικού πληθυσμού σε Ευρώπη και Ηνωμένες Πολιτείες τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Σύμφωνα με Pew Research, το ποσοστό αύξησης των μουσουλμάνων στην Ευρώπη τη δεκαετία 2010-2020 καταγράφεται ως 15,9%, ενώ σε παγκόσμιο επίπεδο 20,7%.

Η αύξηση αυτή αποδίδεται αφ’ ενός στην είσοδο νέων μεταναστών (π.χ. μεγάλα κύματα από τη Συρία μεταξύ 2011-2015), αφ’ ετέρου στον πολλαπλασιασμό μέσω γεννήσεων του υπάρχοντος πληθυσμού. Σε συνδυασμό με την υπογεννητικότητα που καταγράφεται μεταξύ των γηγενών Ευρωπαίων, τα ποσοστά των κοινοτήτων παρουσιάζονται ακόμα πιο υψηλά.

Η αριθμητική ενίσχυση των μουσουλμανικών κοινοτήτων συνέβαλε στην κατοχύρωσή τους ως υπολογίσιμη δύναμη και στο πολιτικό επίπεδο, όπου και εκδηλώνεται η συμμαχία τους με την Αριστερά — η λεγόμενη «κοκκινοπράσινη συμμαχία» (όπου κόκκινο το χρώμα της αριστεράς και πράσινο του Ισλάμ) ή, κατά άλλους, «ανίερη συμμαχία».

Όπως αναφέρεται, η μουσουλμανική κοινότητα τείνει να υιοθετεί πολιτικά μία συμπαγή στάση, ακολουθώντας συνήθως τις επιταγές των θρησκευτικών ηγετών, που καθοδηγούν την ψήφο τους. Συνιστούν λοιπόν μία δεξαμενή ψηφοφόρων πολύτιμη για τα κόμματα και τους υποψηφίους που υποστηρίζουν τα συμφέροντά τους. Οι αντι-αμερικανικές, αντι-ιμπεριαλιστικές, αντι-καπιταλιστικές θέσεις, σε συνδυασμό με την απόρριψη των πολιτικών ελευθεριών και την έμφαση στην υποστήριξη των μειονοτήτων και των καταπιεσμένων, επί του παρόντος επικρατούν των διαφορών μεταξύ των δύο ιδεολογιών, συνδέοντας Αριστερά και Ισλάμ, σε μία σχέση φαινομενικά αμοιβαία επωφελή: οι αριστεροί κερδίζουν πολιτική ισχύ, οι μουσουλμάνοι αποκτούν δικαιώματα και κυβερνητική στήριξη/ανοχή απέναντι στις κοινότητές τους, τα ήθη και τα έθιμά τους, καθώς και για το παλαιστινιακό κίνημα.

Τα εκατέρωθεν οφέλη

Η συνέργεια Ισλάμ και Αριστεράς, θεμελιωμένη πάνω στον αντισημιτισμό και τον αντιδυτικισμό, εξυπηρετεί τις δύο ιδεολογίες σε πολλαπλά επίπεδα.

Αποδεχόμενοι ότι για μία μεγάλη μερίδα του ισλαμικού κόσμου είναι ζωντανό το όραμα της αναβίωσης του χαλιφάτου και της διάδοσης του Ισλάμ, σύμφωνα με τις επιταγές του Κορανίου, υποστηρίζεται ότι η διάβρωση της Δύσης αποτελεί το πρώτο βήμα προς αυτόν τον στόχο. Μέσω διείσδυσης στις δυτικές κοινωνίες, επιτυγχάνεται η υπονόμευση των δυτικών αξιών και η αποδυνάμωση ενός ισχυρότερου αντιπάλου.

Η Αριστερά συμμερίζεται την εναντίωση στις δυτικές αξίες και τον τρόπο ζωής, καθώς και την ανάγκη για αποφυγή μιας άμεσης αντιπαράθεσης. Έχοντας υποστεί σημαντικό πλήγμα μετά από την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, επίσης επαφίεται προς το παρόν στη διάβρωση των δυτικών αξιών. Απορρίπτοντας τις δυτικές πρακτικές, απορρίπτονται και οι αξίες (ελευθερία λόγου και πίστης, χριστιανική πίστη, πατριωτισμός, οικογένεια) πάνω στις οποίες θεμελιώθηκαν οι δυτικές δημοκρατίες.

Το Ισλάμ παρέχει στην Αριστερά μεγάλη λαϊκή βάση και ψήφους, και συμβάλλει στην προώθηση μιας κοινής ατζέντας (πολυπολιτισμικότητα, πολυπολικός κόσμος). Ως ‘μειονότητα’ ενισχύει την αριστερή ρητορική υπέρ των καταπιεσμένων και αδικημένων και παρέχει υποστήριξη σε κοινωνικές αναταραχές που αποσταθεροποιούν την κρατική πολιτική.

Από την πλευρά της, η Αριστερά παρέχει υποστηρικτικές πολιτικές και νόμους. Προωθεί την αποδοχή των μεταναστών — ακόμα και των παράνομων — υποστηρίζει την έλλειψη επαρκών ελέγχων και πολιτικών αφομοίωσης, ενώ προβάλλει το ‘δικαίωμα στη μετανάστευση’, διευκολύνοντας την είσοδο μουσουλμάνων και την εδραίωση της μουσουλμανικής κοινότητας με τα έθιμα και τις πρακτικές που τη διακρίνουν, ακόμη και όταν έρχονται σε αντίθεση με τα ήθη της χώρας φιλοξενίας ή ακόμη κι όταν φαίνεται να επιβαρύνεται ο γηγενής πληθυσμός.

Το βαθύτερο χάσμα

Ωστόσο, πέρα από τα κοινά στοιχεία που συνδέουν αριστερούς και ισλαμιστές, υπάρχει και μία άβυσσος που τους χωρίζει. Η εξέλιξη και διεύρυνση της αριστερής ατζέντας, που περιλαμβάνει την υποστήριξη στα δικαιώματα της γυναίκας και των ομοφυλόφιλων, και σε πρακτικές όπως η άμβλωση και η φυλομετάβαση, βρίσκεται στον αντίποδα της ιδεολογίας και των αρχών του Ισλάμ. Αυτό, όμως, μοιάζει να μην γίνεται αντιληπτό από τους υποστηρικτές του παλαιστινιακού κινήματος, παρατηρεί σε εκπομπή του Τζον Άντερσον ο Νιλ Φέργκιουσον [Niall Ferguson], Βρετανός ιστορικός και ανατόμος των σύγχρονων κοινωνιών, καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ.

Υπό συζήτηση τίθεται επίσης η ικανότητα των ισλαμικών κοινοτήτων σαν σύνολα να προσαρμοστούν στο δυτικό δημοκρατικό σύστημα.

Όπως σχολιάζει ο Πέζαχ Βολίκι [Pesach Wolicki, 6/5/2026] πάνω στην άποψη της Αγιάαν Χίρσι Άλι για την ασυμβατότητα Ισλάμ και δημοκρατίας (το Ισλάμ δεν αποδέχεται το δικαίωμα του ανθρώπου να θεσπίζει νόμους, αλλά αποδέχεται μόνο τη Σαρία, τον θείο νόμο, σύμφωνα με την Άλι), υπάρχει μία θεμελιώδης διαφορά μεταξύ των δύο. Αυτή εντοπίζεται, κατά τον Βολίκι, στη ρητή δέσμευση/συμφωνία που διακρίνει τη σχέση Θεού–ανθρώπων στον Ιουδαϊσμό και τον Χριστιανισμό, που ενδυναμώνουν τον άνθρωπο. Αντιθέτως, ο όρος ‘Ισλάμ’ σημαίνει, κυριολεκτικά, υποταγή. Το Κοράνι απαιτεί απόλυτη υπακοή στον λόγο του Θεού. Οι Γραφές των πρώτων περιέχουν το δικαίωμα των ανθρώπων να θεσπίζουν νόμους για τη διαβίωση τους στον κόσμο: ο Θεός δίνει ένα ευρύ πλαίσιο και την εξουσία στους ανθρώπους να ορίζουν τη ζωή τους.

Ανάλογη επισήμανση κάνει και ο Κορνήλιος Καστοριάδης, στην «Ιδιαιτερότητα των Ελλήνων, τόμος Α΄» για τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό: την ελευθερία που παρείχε στους ανθρώπους η ελληνική μη αποκαλυπτική θρησκεία να θεσμίζουν νόμους που ρυθμίζουν τη ζωή και τις σχέσεις στον ανθρώπινο κόσμο, αντί να ακολουθούν πιστά ένα σύνολο θείων εντολών — ένα κρίσιμο κληροδότημα της ελληνικής πολιτικής ζωής και φιλοσοφίας προς τη Δύση.

Ο ίδιος, σε συζήτηση με τον Πιερ Υσμάλ [Pierre Ysmal], το 1991, απαντάει σε ερώτημα για την αποικιοκρατία ως μείζον αμάρτημα της Δύσης (άποψη που είχε διατυπώσει ο Κλωντ Λεβί-Στρως [Claude Levi Strauss]):

«Ο ισχυρισμός είναι ιστορικά εσφαλμένος. Οι Έλληνες, οι Ρωμαίοι, οι Άραβες επιχείρησαν όλοι και έφεραν σε πέρας τεράστια εγχειρήματα αποικισμού. Ακόμη περισσότερο, αφομοίωσαν ή προσηλύτισαν — με το καλό ή με τη βία — τους κατεκτημένους λαούς. Οι Άραβες παρουσιάζονται τώρα σαν τα αιώνια θύματα της Δύσης. Είναι μια τραγελαφική μυθολογία. Οι Άραβες ήταν από τον καιρό του Μωάμεθ κατακτητικό έθνος, που επεκτάθηκε στην Ασία, την Αφρική και την Ευρώπη (Ισπανία, Σικελία, Κρήτη), εξαραβίζοντας τους κατακτημένους πληθυσμούς. Πόσοι ‘Άραβες’ υπήρχαν στην Αίγυπτο στις αρχές του 7ου αιώνα; Η σημερινή επέκταση των Αράβων (και του Ισλάμ) είναι προϊόν της κατάκτησης και του περισσότερο ή λιγότερο αναγκαστικού προσηλυτισμού των υποταγμένων πληθυσμών στο Ισλάμ. Στη συνέχεια, οι Άραβες υπέστησαν με τη σειρά τους την κυριαρχία των Τούρκων για περισσότερο από τέσσερις αιώνες. Ο δυτικός ημιαποικισμός δεν διήρκεσε, στη χειρότερη περίπτωση (Αλγερία), παρά εκατόν τριάντα χρόνια, και στις άλλες πολύ λιγότερο. Κι εκείνοι που πρώτοι εισήγαγαν το δουλεμπόριο στην Αφρική, τρεις αιώνες πριν από τους Ευρωπαίους, ήταν οι Άραβες.

»Όλα αυτά δεν μειώνουν το βάρος των αποικιακών εγκλημάτων των Δυτικών. Δεν πρέπει όμως να μας διαφεύγει μια ουσιώδης διαφορά. Πολύ νωρίς, από τον καιρό του Μονταίν, άρχισε στη Δύση μια εσωτερική κριτική της αποικιοκρατίας που κατέληξε ήδη τον 19ο αιώνα στην κατάργηση της δουλείας (η οποία εξακολουθεί να υπάρχει σε ορισμένες μουσουλμανικές χώρες), και τον 20ό αιώνα, στην άρνηση των ευρωπαϊκών και αμερικανικών πληθυσμών (Βιετνάμ) να πολεμήσουν για να διατηρήσουν τις αποικίες. Δεν είδα ποτέ έναν Άραβα ή έναν οποιονδήποτε μουσουλμάνο να κάνει την ‘αυτοκριτική’ του, την κριτική της κουλτούρας του από αυτή την άποψη. Το αντίθετο· δείτε το σημερινό Σουδάν ή τη Μαυριτανία». (Ακυβέρνητη Κοινωνία, σελ. 278–279)

Οι αόρατες ψηφιακές αρτηρίες του κόσμου και η αυξανόμενη στρατηγική επιρροή του Ιράν

Όταν οι περισσότεροι άνθρωποι σκέφτονται το διαδίκτυο, φαντάζονται δορυφόρους, κέντρα δεδομένων και ασύρματα δίκτυα. Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική. Περισσότερο από το 95% της παγκόσμιας διακίνησης δεδομένων μεταφέρεται μέσω ενός εκτεταμένου δικτύου υποθαλάσσιων καλωδίων οπτικών ινών που διασχίζουν τους ωκεανούς και συνδέουν ηπείρους , κράτη και οικονομίες.

Αυτά τα καλώδια αποτελούν το νευρικό σύστημα της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας. Μεταφέρουν τραπεζικές συναλλαγές, στρατιωτικές επικοινωνίες, εμπορικά δεδομένα, βιντεοκλήσεις, υπηρεσίες υπολογιστικού νέφους (cloud) και σχεδόν κάθε ψηφιακή δραστηριότητα που πραγματοποιείται καθημερινά.

Παρότι βρίσκονται κρυμμένα στο βυθό των θαλασσών, η στρατηγική τους σημασία αυξάνεται διαρκώς. Σε μια εποχή γεωπολιτικών εντάσεων, τα υποθαλάσσια καλώδια μετατρέπονται από απλές τηλεπικοινωνιακές υποδομές σε κρίσιμα γεωπολιτικά περιουσιακά στοιχεία και ταυτόχρονα σε δυνητικούς στόχους.

Η Μέση Ανατολή ως ψηφιακό σημείο συμφόρησης

Η γεωγραφία παίζει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση των παγκόσμιων δικτύων επικοινωνίας. Ένα μεγάλο μέρος της κυκλοφορίας δεδομένων μεταξύ Ευρώπης, Ασίας και Αφρικής διέρχεται από μία σειρά στενών θαλάσσιων περασμάτων στη Μέση Ανατολή. Η Ερυθρά Θάλασσα, τα Στενά Μπαμπ ελ- Μαντέμπ, η Διώρυγα του Σουέζ και τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν όχι μόνο ζωτικούς διαδρόμους για το παγκόσμιο εμπόριο αλλά και βασικούς άξονες μεταφοράς ψηφιακών δεδομένων.

Τα περισσότερα υποθαλάσσια καλώδια που συνδέουν την Ευρώπη με την Ασία ακολουθούν αυτές τις διαδρομές λόγω γεωγραφικής και οικονομικής αποδοτικότητας. Ωστόσο, η συγκέντρωση τόσων καλωδίων σε περιορισμένους χώρους δημιουργεί αυτό που οι ειδικοί αποκαλούν «ψηφιακά σημεία συμφόρησης» (digital chokepoints).

Αυτό σημαίνει ότι μια βλάβη σε μία περιοχή μπορεί να επηρεάσει ταυτόχρονα πολλές ανεξάρτητες διαδρομές επικοινωνίας.

Τα γεγονότα του 2024 στην Ερυθρά Θάλασσα ανέδειξαν ακριβώς αυτή την ευπάθεια. Ζημιές σε αρκετά υποθαλάσσια καλώδια προκάλεσαν σημαντικές διαταραχές στις επικοινωνίες μεταξύ Ευρώπης και Ασίας, επηρεάζοντας εκατομμύρια χρήστες και χιλιάδες επιχειρήσεις.

Παρά την τεχνολογική τους σημασία, τα υποθαλάσσια καλώδια παραμένουν ευάλωτα σε μια σειρά κινδύνων.

Οι πιο συνηθισμένες βλάβες προκαλούνται από άγκυρες πλοίων, αλιευτικά εργαλεία, υποθαλάσσιες κατολισθήσεις, σεισμούς, φυσικές μεταβολές του βυθού.

Ωστόσο οι γεωπολιτικές εντάσεις έχουν προσθέσει μια νέα διάσταση στον κίνδυνο.

Τα τελευταία χρόνια αυξάνονται οι ανησυχίες για σκόπιμες ενέργειες δολιοφθοράς. Σε αρκετές περιπτώσεις στη Βαλτική Θάλασσα, στον Βόρειο Ατλαντικό και στην περιοχή της Ασίας έχουν καταγραφεί περιστατικά που δημιούργησαν υποψίες για στοχευμένες παρεμβάσεις.

Το πρόβλημα είναι ότι η απόδειξη μιας τέτοια ενέργειας είναι εξαιρετικά δύσκολη. Σε αντίθεση με μια πυραυλική επίθεση ή μια στρατιωτική εισβολή, η καταστροφή ενός υποθαλάσσιου καλωδίου μπορεί να συμβεί σε μεγάλα βάθη, μακριά από μάρτυρες και μέσα σε λίγα λεπτά. Η ταυτοποίηση του υπευθύνου είναι περίπλοκη, ενώ η νομική αντιμετώπιση παραμένει ασαφής.

Αυτό δημιουργεί ένα ιδιαίτερα επικίνδυνο περιβάλλον, όπου τα κράτη μπορεί να θεωρήσουν μια ενέργεια ως εχθρική πράξη χωρίς να διαθέτουν αδιάσειστα στοιχεία.

Η ψηφιακή υποδομή ως νέα μορφή στρατηγικής ισχύος

Κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, η γεωπολιτική ισχύς βασιζόταν κυρίως στον έλεγχο ενεργειακών πόρων, λιμένων, αγωγών και εμπορικών οδών. Στον 21ο αιώνα, η εξίσωση αλλάζει. Η πληροφορία και τα δεδομένα έχουν μετατραπεί σε στρατηγικούς πόρους συγκρίσιμης σημασίας με το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο. Όποιος ελέγχει τις βασικές ψηφιακές υποδομές αποκτά σημαντικά πλεονεκτήματα σε οικονομικό, στρατιωτικό και πολιτικό επίπεδο.

Η κατασκευή, η λειτουργία και η προστασία των υποθαλάσσιων καλωδίων αποτελούν πλέον ζήτημα εθνικής ασφάλειας για πολλές χώρες.

Δεν είναι τυχαίο ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Κίνα, η Ευρωπαϊκή Ένωση, η Ιαπωνία και άλλες μεγάλες δυνάμεις επενδύουν δισεκατομμύρια δολάρια σε νέα δίκτυα συνδεσιμότητας.

Παράλληλα, τεχνολογικοί κολοσσοί όπως η Google, η Meta,η Microsoft και η Amazon συμμετέχουν ενεργά στη χρηματοδότηση και ανάπτυξη υποθαλάσσιων καλωδίων, αναγνωρίζοντας ότι η κυριαρχία στην ψηφιακή οικονομία εξαρτάται από την κατοχή και τον έλεγχο των δικτύων μεταφοράς δεδομένων.

Οι οικονομικές συνέπειες μιας μεγάλης διακοπής

Η παγκόσμια οικονομία λειτουργεί σήμερα σε πραγματικό χρόνο. Χρηματιστηριακές αγορές, διεθνείς πληρωμές, τραπεζικές συναλλαγές, εφοδιαστικές αλυσίδες και ηλεκτρονικό εμπόριο εξαρτώνται από αδιάλειπτες ροές δεδομένων.

Ακόμη και μια σύντομη διακοπή μπορεί να προκαλέσει σημαντικές επιπτώσεις: καθυστερήσεις στις χρηματοοικονομικές συναλλαγές, προβλήματα στα συστήματα πληρωμών, διακοπή υπηρεσιών cloud, μείωση παραγωγικότητας επιχειρήσεων, αστάθεια στις αγορές.

Σε περίπτωση εκτεταμένης βλάβης, ο αντίκτυπος μπορεί να είναι παγκόσμιος. Οι περιοχές που διαθέτουν περιορισμένες εναλλακτικές διαδρομές σύνδεσης είναι και οι πρώτες που θα αντιμετωπίσουν σοβαρά προβλήματα. Αυτό αφορά ιδιαίτερα αρκετές χώρες της Αφρικής, της Μέσης Ανατολής και της Νότιας Ασίας.

Η αλληλεξάρτηση της σύγχρονης οικονομίας σημαίνει ότι μια κρίση συνδεσιμότητας σε μια περιοχή μπορεί να μεταδοθεί γρήγορα σε ολόκληρο το διεθνές οικονομικό σύστημα.

Το Ιράν και η γεωπολιτική των ψηφιακών σημείων συμφόρησης

Οι κλιμάκωση της έντασης μεταξύ του Ιράν και της Δύσης έχει αναδείξει μια λιγότερο ορατή αλλά ιδιαίτερα κρίσιμη διάσταση της σύγχρονης γεωπολιτικής: την ασφάλεια των υποθαλάσσιων καλωδίων.

Η γεωγραφική θέση του Ιράν, κοντά στα Στενά του Ορμούζ, του προσδίδει στρατηγικό πλεονέκτημα όχι μόνο στις ενεργειακές ροές αλλά και στις ψηφιακές επικοινωνίες. Τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα θαλάσσια περάσματα του πλανήτη, από το οποίο διέρχονται τεράστιες ποσότητες πετρελαίου, φυσικού αερίου και εμπορευμάτων. Παράλληλα, στην ευρύτερη περιοχή διέρχονται κρίσιμες υποθαλάσσιες διαδρομές δεδομένων που συνδέουν την Ευρώπη με την Ασία.

Ιρανικά κρατικά μέσα ενημέρωσης παρουσίασαν ένα σχέδιο επιβολής τελών στους διαχειριστές των υποθαλάσσιων καλωδίων που διέρχονται από τα Στενά του Ορμούζ, το οποίο επικαλείται το δικαίωμα της Τεχεράνης να ρυθμίζει δραστηριότητες που πραγματοποιούνται εντός της υπεράκτιας ζώνης της.

Η συζήτηση αυτή ακολούθησε προειδοποιήσεις Ιρανών αξιωματούχων και αναλυτών σχετικά με την ευπάθεια των κρίσιμων υποθαλάσσιων δικτύων που διασχίζουν την περιοχή, υπογραμμίζοντας τον ρόλο τους ως στρατηγικού σημείου πίεσης για τις οικονομίες της Μέσης Ανατολής και πέραν αυτής.

Οι αναφορές αυτές στρέφουν την προσοχή σε μια από τις λιγότερο ορατές αλλά πλέον ζωτικές υποδομές του σύγχρονου κόσμου: το παγκόσμιο δίκτυο των υποθαλάσσιων καλωδίων οπτικών ινών. Περισσότερα από 500 καλώδια διακινούν πάνω από το 95% της διεθνούς κίνησης δεδομένων, αποτελώντας τη ραχοκοκαλιά του διαδικτύου και της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας.

Μπορεί να πιστεύουμε ότι το διαδίκτυο ζει σε ένα είδος εικονικού cloud, αλλά τα φυσικά του θεμέλια είναι ευάλωτα, και αυτή η ευπάθεια γίνεται μια πολύ πραγματική γεωπολιτική ανησυχία.

Αναλυτές ασφαλείας προειδοποιούν ότι σε περίπτωση περιφερειακής σύγκρουσης ή περαιτέρω κλιμάκωσης των εντάσεων, τα υποθαλάσσια καλώδια θα αποτελούσαν δυνητικά στόχο ή παράγοντα πίεσης. Ακόμη και χωρίς άμεση επίθεση, η απειλή διαταραχής των ψηφιακών υποδομών μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο αποτροπής ή διαπραγματευτικής ισχύος. Η θέση της χώρας σε ένα από τα σημαντικότερα γεωστρατηγικά σταυροδρόμια του κόσμου καθιστά αναπόφευκτη τη συζήτηση για τον ρόλο που θα μπορούσε να διαδραματίσει σε ένα σενάριο κρίσης. Όπως η ενεργειακή ασφάλεια της Δύσης συνδέεται διαχρονικά με τα Στενά του Ορμούζ, έτσι και η ψηφιακή ασφάλεια εξαρτάται πλέον από τη σταθερότητα των περιοχών όπου συγκεντρώνονται κρίσιμες υποδομές δεδομένων.

Στη σύγχρονη εποχή, η ισχύς δεν μετριέται μόνο με πυραύλους, στόλους ή ενεργειακούς πόρους. Μετριέται επίσης με την ικανότητα επηρεασμού των δικτύων που μεταφέρουν πληροφορίες. Και σε αυτό το νέο γεωπολιτικό περιβάλλον, το Ιράν βρίσκεται σε μια θέση που οι διεθνείς στρατηγικοί σχεδιαστές δεν μπορούν να αγνοήσουν.

Η στρατιωτική διάσταση

Οι ένοπλες δυνάμεις των σύγχρονων κρατών βασίζονται όλο και περισσότερο στις ψηφιακές επικοινωνίες.

Δορυφορικά συστήματα, μη επανδρωμένα αεροσκάφη, συστήματα διοίκησης και ελέγχου, ναυτικές επιχειρήσεις και πληροφοριακά δίκτυα απαιτούν ασφαλή και αξιόπιστη μετάδοση δεδομένων. Παρά την εντύπωση ότι οι στρατιωτικές επικοινωνίες βασίζονται κυρίως σε δορυφόρους, σημαντικό μέρος της διακίνησης πληροφοριών εξακολουθεί να πραγματοποιείται μέσω υποθαλάσσιων καλωδίων λόγω της μεγαλύτερης χωρητικότητας και αξιοπιστίας τους.

Σε ένα σενάριο σύγκρουσης, η απώλεια κρίσιμων καλωδίων θα μπορούσε να επιβραδύνει τη λήψη αποφάσεων, να περιορίσει τον συντονισμό μεταξύ συμμάχων, να επηρεάσει τις επιχειρήσεις πληροφοριών, να αυξήσει τον κίνδυνο λανθασμένων στρατιωτικών υπολογισμών.

Αυτό εξηγεί γιατί αρκετές χώρες έχουν ήδη ενσωματώσει την προστασία των υποθαλάσσιων δικτύων στα εθνικά τους αμυντικά δόγματα.

Η γεωπολιτική της αβεβαιότητας

Η μεγαλύτερη πρόκληση ίσως δεν είναι η ίδια η διακοπή ενός καλωδίου αλλά η αβεβαιότητα που ακολουθεί.

Εάν μια βλάβη συμβεί σε περίοδο αυξημένων εντάσεων, οι κυβερνήσεις μπορεί να δυσκολευτούν να διαπιστώσουν αν πρόκειται για ατύχημα, εγκληματική ενέργεια ή εχθρική πράξη. Η καθυστέρηση στην απόδοση ευθυνών μπορεί να δημιουργήσει επικίνδυνα περιθώρια λανθασμένων εκτιμήσεων και κλιμάκωσης.

Οι κυβερνήσεις και οι εταιρείες τεχνολογίας αναζητούν ήδη τρόπους ενίσχυσης της ανθεκτικότητας των παγκόσμιων δικτύων.

Μεταξύ των λύσεων που εξετάζονται περιλαμβάνονται νέες εναλλακτικές διαδρομές καλωδίων, μεγαλύτερη γεωγραφική διασπορά υποδομών, ενισχυμένη επιτήρηση των θαλάσσιων διαδρομών, διεθνής συνεργασία για την προστασία κρίσιμων δικτύων, συνδυασμός υποθαλάσσιων καλωδίων και δορυφορικών συστημάτων.

Παράλληλα, η ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης, των υπηρεσιών cloud και των δικτύων επόμενης γενιάς αναμένεται να αυξήσει περαιτέρω τη σημασία αυτών των υποδομών.

Τα υποθαλάσσια καλώδια αποτελούν έναν από τους λιγότερο ορατούς πυλώνες της σύγχρονης παγκόσμιας τάξης. Η λειτουργία τους επηρεάζει την οικονομία, την ασφάλεια, το εμπόριο και την καθημερινή ζωή δισεκατομμυρίων ανθρώπων. Η συγκέντρωση μεγάλου μέρους αυτής της υποδομής σε λίγα στρατηγικά σημεία, ιδιαίτερα στη Μέση Ανατολή, δημιουργεί ευκαιρίες αλλά και πολλούς και σοβαρούς κινδύνους.

Καθώς οι γεωπολιτικές εντάσεις αυξάνονται και η παγκόσμια οικονομία γίνεται ολοένα πιο ψηφιακή, η προστασία των υποθαλάσσιων καλωδίων αναδεικνύεται σε μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις του 21ου αιώνα.

Ο κόσμος μπορεί να κινείται στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης και των δορυφορικών επικοινωνιών, αλλά εξακολουθεί να εξαρτάται από λεπτές ίνες γυαλιού που βρίσκονται χιλιάδες μέτρα κάτω από την επιφάνεια των ωκεανών. Και ίσως σε αυτές τις αόρατες γραμμές να κρύβεται ένα από τα μεγαλύτερα στρατηγικά διακυβεύματα της εποχής μας.

Αποκλειστικό: Αδημοσίευτες φωτογραφίες από το δημοκρατικό κίνημα της Τιενανμέν έρχονται στο φως

Ρολά φιλμ στα οποία αποτυπώθηκε το δημοκρατικό κίνημα των Κινέζων φοιτητών του 1989, το οποίο κατέληξε στα αιματηρά γεγονότα της 4ης και 5ης Ιουνίου στην πλατεία Τιενανμέν, όταν το καθεστώς διέταξε τον στρατό να καταστείλει τους διαδηλωτές, περιήλθαν πρόσφατα στην κατοχή της εφημερίδας The Epoch Times, μετά από χρόνια φύλαξής τους μακριά από τα μάτια του κόσμου. Τα φιλμ περιείχαν 2.000 εικόνες που τράβηξε φωτογράφος κρατικού μέσου ενημέρωσης. Κλεισμένα σε ένα μεταλλικό κουτί για χρόνια, γλίτωσαν από τις πολιτικές εκκαθαρίσεις τη διάλυση του δημοκρατικού κινήματος, το οποίο και τεκμηριώνουν.

Τα φιλμ βρήκαν τον δρόμο τους προς  τις Ηνωμένες Πολιτείες και τελικά παραδόθηκαν στην Epoch Times, που προχώρησε στην ψηφιοποίηση και δημοσίευση των εικόνων. Οι φωτογραφίες προσφέρουν μια γεύση της άνοιξης του 1989, όταν η ελπίδα για τον εκδημοκρατισμό της χώρας ήταν ζωντανή και οι πολιτικές ελευθερίες φαίνονταν κοντινές — μέχρι που οι πυροβολισμοί απέδειξαν το αντίθετο.

Φοιτητές συγκεντρωμένοι στην πλατεία Τιενανμέν, στο Πεκίνο, την άνοιξη του 1989, οργανώνουν απεργία πείνας. Τα πανό αναγράφουν «Ελευθερία ή θάνατος». (Ευγενική παραχώρηση στην Epoch Times)

 

Η αντίδραση του καθεστώτος είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο χιλιάδων νέων. Προκειμένου να εξαφανιστεί κάθε ίχνος της ιστορίας που παρουσίαζε μία εκδοχή των γεγονότων διαφορετική από την επίσημη, οι αρχές καταδίωξαν τα μέλη του δημοκρατικού κινήματος σε όλη τη χώρα, εφαρμόζοντας παράλληλα συστηματική ιδεολογική εκπαίδευση. Στόχος τους ήταν να παρουσιάσουν ένα ειρηνικό φοιτητικό κίνημα ως πηγή ταραχών και διασάλευσης της κοινωνικής τάξης.

Πλήθος συγκεντρώνεται κοντά στο Tζονγκνανχάι, τα κεντρικά της κινεζικής διοίκησης, μετά τον θάνατο του μεταρρυθμιστή ηγέτη Χου Γιαομπάνγκ στις 15 Απριλίου 1989. Πεκίνο, 1989. (Ευγενική παραχώρηση στην Epoch Times)

 

Φοιτητές διαδηλώνουν στο Πεκίνο, το 1989, ζητώντας δημοκρατία. (Ευγενική παραχώρηση στην Epoch Times)

 

Ο θάνατος του Χου Γιαομπάνγκ στις 15 Απριλίου 1989, πρώην γενικού γραμματέα του Κομμουνιστικού Κόμματος με μεταρρυθμιστικές τάσεις, φέρεται να πυροδότησε τις πρώτες εκδηλώσεις μεταξύ των φοιτητών, που επιθυμούσαν αλλαγές στο σύστημα διακυβέρνησης και περισσότερες ελευθερίες. Διαδηλώσεις, συγκεντρώσεις στην πλατεία Τιενανμέν και έξω από τα κεντρικά της διοίκησης, απεργίες πείνας ήταν μερικές από τις κινήσεις των φοιτητών που ξεκίνησαν την άνοιξη εκείνης της χρονιάς.

Σε αυτές συμμετείχαν εκατομμύρια άνθρωποι, με ακαδημαϊκούς, επαγγελματίες των μέσων ενημέρωσης και στρατιωτικούς να ακολουθούν το φοιτητικό κίνημα.

Στις 20 Μαΐου επιβλήθηκε στρατιωτικός νόμος και στρατιωτικά φορτηγά μετέφεραν δεκάδες χιλιάδες στρατιώτες στο Πεκίνο. Οι φοιτητές και οι πολίτες που τους υποστήριζαν αντιστάθηκαν με οδοφράγματα και με τα ίδια τους τα σώματα, αλλά και μιλώντας με τους στρατιώτες, μοιράζοντας τροφή και νερό και εξηγώντας τον σκοπό τους. Οι στρατιώτες απομακρύνθηκαν.

Ένας διαδηλωτής προσφέρει «γιοουτιάο», τα τηγανητά ψωμάκια που τρώγονται για πρωινό στο Πεκίνο, σε αξιωματικούς του στρατού. Πεκίνο, Μάιος 1989. (Ευγενική παραχώρηση στην Epoch Times)

 

Διαδηλωτές χαιρετούν τα κινεζικά στρατεύματα που στάλθηκαν στο Πεκίνο. Οι διαδηλωτές κέρδισαν τη συμπάθειά τους και τα στρατεύματα τελικά αποσύρθηκαν. Πεκίνο, Μάιος 1989. (Ευγενική παραχώρηση στην Epoch Times)

 

Ωστόσο, αυτή ήταν μία προσωρινή νίκη, και οι επικεφαλής των στρατευμάτων λογοδότησαν για την απόφασή τους.

Ένας από αυτούς, ο στρατηγός Σου Τσινσιάν [Xu Qinxian], έχασε τη διοίκηση της ελίτ 38ης Στρατιάς και φυλακίστηκε για πέντε χρόνια επειδή αρνήθηκε να εκτελέσει προφορικές διαταγές για την αποστολή στρατευμάτων εναντίον των διαδηλωτών. Σε κλειστή δίκη, ανέφερε ότι είχε πει σε έναν πολιτικό επίτροπο ότι προτιμούσε να χάσει τη θέση του παρά να διακινδυνεύσει να γίνει «ένα πρόσωπο καταδικασμένο από την ιστορία», όπως δείχνει βίντεο που εμφανίστηκε στα τέλη του 2025.

Μετά από μερικές ημέρες, το βράδυ της 3ης Ιουνίου, εμφανίστηκαν βαριά οπλισμένες δυνάμεις οι οποίες δεν δίστασαν να ανοίξουν πυρ εναντίον των αμάχων — χωρίς διακρίσεις.

Ο φωτογράφος κατέγραψε τις τρύπες από σφαίρες σε ένα παράθυρο και τραυματίες  σε φορεία, με το αίμα να διαπερνά τα καλύμματα τους.

«Υπήρχαν συντετριμμένα κεφάλια, διαρρηγμένα στομάχια και έντερα που ξεχύνονταν. Γύρω τους υπήρχαν παραμορφωμένα χέρια και πόδια, μερικά από τα οποία αιμορραγούσαν ακόμα», έγραψε ένας αυτόπτης μάρτυρας σε μια δημόσια αφίσα με ημερομηνία 4 Ιουνίου. Αυτά ήταν τα πτώματα έξι φοιτητών διαδηλωτών, είπε ο μάρτυρας, προσθέτοντας ότι όλοι γύρω — εκτός από τους στρατιώτες — έκλαιγαν.

Συγκέντρωση στην πλατεία Τιενανμέν, την άνοιξη του 1989.

 

Ο απόηχος των γεγονότων, στην Κίνα και αλλού

Το θέμα παραμένει ταμπού στην Κίνα, ακόμη και σήμερα, με το καθεστώς να προβαίνει σε διάφορες ενέργειες για να καταπνίξει τα γεγονότα και την ανάμνησή τους.

Οι κινεζικές αρχές έχουν παρενοχλήσει αρκετούς ανθρώπους που θεωρούν ότι είχαν εμπλακεί στη διάθεση των φωτογραφιών, μεταξύ των οποίων Κινέζοι υπήκοοι αλλά και πολίτες των Ηνωμένων Πολιτειών και του Καναδά.

«Δράστε γρήγορα για να εξαλείψετε τον αντίκτυπο, σταματήστε να τις δημοσιεύετε», ανέφερε ένα μήνυμα Κινέζου αστυνομικού το οποίο περιήλθε στην κατοχή της Epoch Times. Σε αντίθετη περίπτωση, προειδοποιεί ο αστυνομικός, το άτομο που στοχοποιείται θα καταχωρίζεται στην κόκκινη λίστα της Ιντερπόλ, θα συλλαμβάνεται και θα στέλνεται πίσω στην Κίνα. Αν συμβεί αυτό, είπε ο αστυνομικός, ολόκληρη η οικογένειά του θα υποφέρει.

Από τη μεριά της, η Ιντερπόλ δήλωσε στην Epoch Times ότι η ειδική ομάδα εργασίας της εξετάζει κάθε αίτημα έκδοσης ειδοποίησης που υποβάλλεται από τα κράτη-μέλη, προκειμένου να διαπιστώσει αν συμμορφώνεται με το καταστατικό της οργάνωσης, το οποίο απαιτεί από την Ιντερπόλ να ενεργεί σύμφωνα με την Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και να μην «αναλαμβάνει δραστηριότητες πολιτικού, στρατιωτικού, θρησκευτικού ή φυλετικού χαρακτήρα».

Περιγραφή ενός αυτόπτη μάρτυρα που είδε τα αιματοβαμμένα σώματα έξι διαδηλωτών φοιτητών στην πλατεία Τιενανμέν, στο Πεκίνο, τις πρώτες πρωινές ώρες της 4ης Ιουνίου 1989. (Ευγενική παραχώρηση στην Epoch Times)

 

Όταν άλλο άτομο απειλήθηκε από τον Κινέζο αστυνομικό, τού απάντησε ότι είναι Καναδός πολίτης. «Είστε Καναδός πολίτης — όλοι σας είστε, αλλά οι συγγενείς σας είναι Κινέζοι πολίτες», ανταπάντησε ο αστυνομικός, σύμφωνα με στιγμιότυπα οθόνης που είδε η Epoch Times. Όταν το άτομο είπε ότι θα έκοβε τους δεσμούς με τους συγγενείς του στην Κίνα — με τους οποίους δεν έχει επαφή για περισσότερο από μια δεκαετία — ο αστυνομικός επέμεινε, γράφοντας: «Είναι πολύ αργά».

Ένα τρίτο πρόσωπο που είναι ενήμερο για το θέμα ανέφερε ότι οι αρχές συλλέγουν ενεργά προσωπικά στοιχεία και στέλνουν τη φωτογραφία τους σε συγγενείς στην Κίνα μαζί με εκφοβιστικά μηνύματα. Η φωτογραφία λειτουργεί ως προειδοποίηση: το καθεστώς γνωρίζει ποιοι είναι.

Η κινεζική αστυνομία πιστεύει ότι μπορεί να επιβάλλει κανόνες πέρα από τα σύνορα της Κίνας, δήλωσε ένας Αμερικανός πολίτης κινεζικής καταγωγής στην Epoch Times. «Είναι τόσο αλαζονικοί που πιστεύουν πως ό,τι λέει το Κομμουνιστικό Κόμμα είναι νόμος παντού», ανέφερε η πηγή.

Πεσμένη πινακίδα κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων στο Πεκίνο, την άνοιξη του 1989. Η φράση λέει: «Θέλω να βλέπω τον κόσμο ελεύθερα». (Ευγενική παραχώρηση στην Epoch Times)

 

Όσοι έχουν στοχοποιηθεί έχουν καταγγείλει τις τακτικές εκφοβισμού στο FBI και στο υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας. Η Υπηρεσία Πληροφοριών Ασφαλείας του Καναδά έχει επίσης ενημερωθεί για το θέμα.

Ο βουλευτής Ράτζα Κρισναμούρτι (Δημ/κός–Ιλλινόις), ο οποίος μίλησε σε συνέντευξη Τύπου προς τιμήν των θυμάτων της σφαγής της Πλατείας Τιενανμέν, δήλωσε ότι οι ενέργειες της κινεζικής αστυνομίας ισοδυναμούν με ψυχολογική βία.

«Θέλουν να ξεχάσετε, θέλουν να ξεχάσετε όλα όσα συνέβησαν στο παρελθόν και θέλουν να έχετε μια διαφορετική εικόνα της πραγματικότητας», δήλωσε στην Epoch Times. «Δεν πιστεύω ότι ο κόσμος θα ξεχάσει ούτε πρέπει να εξαναγκαστεί να ξεχάσει».

Ο βουλευτής Τζον Μούλενααρ (Ρεπ/νός–Μίσιγκαν), πρόεδρος της Ειδικής Επιτροπής της Βουλής για την Κίνα, ο οποίος οργάνωσε την εκδήλωση Τύπου την 4η Ιουνίου, χαρακτήρισε τη συμπεριφορά του κινεζικού καθεστώτος «τρελή». Όπως ανέφερε στην Epoch Times, το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας ασκεί ενεργά διεθνική καταστολή στις Ηνωμένες Πολιτείες, κάτι που συνιστά «τεράστιο πρόβλημα», γι’ αυτό είναι σημαντικό να συνεχίσουν να βγαίνουν στο προσκήνιο περισσότεροι «θαρραλέοι ηγέτες» που θα λένε την αλήθεια.

Πριν από την επέτειο, τα μέτρα λογοκρισίας είχαν ενταθεί  σε όλη την Κίνα, ώστε να αποτραπεί οποιαδήποτε αναφορά στη σφαγή — όπως συμβαίνει κάθε χρόνο.

Αρκετοί ακτιβιστές δήλωσαν στην Epoch Times ότι αξιωματικοί ασφαλείας παρακολουθούσαν τους αντιφρονούντες για να βεβαιωθούν ότι δεν θα έκαναν τίποτα ανάρμοστο. Ορισμένοι ανέφεραν περιορισμούς στην ελευθερία κινήσεών τους, ενώ άλλοι είπαν ότι η αστυνομία τούς διέταξε να μην προσπαθήσουν να παρακάμψουν το τείχος προστασίας του διαδικτύου ούτε να δημοσιεύσουν σχόλια στο διαδίκτυο.

Συγκεντρωμένο πλήθος κοντά στο Tζονγκνανχάι, τα κεντρικά της κινεζικής διοίκησης, μετά τον θάνατο του μεταρρυθμιστή ηγέτη Χου Γιαομπάνγκ στις 15 Απριλίου 1989. Πεκίνο, 1989. (Ευγενική παραχώρηση στην Epoch Times)

 

Ο Ένες Κάντερ Φρήντομ [Enes Kanter Freedom], πρώην παίκτης του ΝΒΑ που υπερασπίζεται διωκόμενες ομάδες στην κομμουνιστική Κίνα, δήλωσε ότι δεν τον εξέπληξε η αντίδραση του κινεζικού καθεστώτος στη δημοσίευση των φωτογραφιών της Τιενανμέν. «Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας διαγράφει από την ιστορία οτιδήποτε μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναντίον του», δήλωσε στην Epoch Times. Όταν είχε αναφερθεί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης στους ανθρώπους που διώκονται στην Κίνα, το καθεστώς διέταξε να διαγραφεί το όνομά του από το ρόστερ των Boston Celtics στην κινεζική διαδικτυακή πύλη Sohu, ενώ ο κινεζικός διαδικτυακός γίγαντας Tencent, ο οποίος είχε πενταετή σύμβαση μετάδοσης αγώνων του NBA, απέσυρε τις ζωντανές μεταδόσεις όλων των αγώνων των Celtics — δείχνοντας την έκταση της κινεζικής δικτατορίας, σημείωσε ο Φρήντομ. «Είναι πολύ ντροπιαστικό», είπε, και είναι ένας ακόμη λόγος για τον οποίο πρέπει να ακουστούν περισσότερες φωνές στη Δύση που  «αποκαλύπτουν την υποκρισία τους».

Συγκέντρωση στην πλατεία Τιενανμέν, την άνοιξη του 1989. (Ευγενική παραχώρηση στην Epoch Times)

 

Στην Epoch Times μίλησε και άτομο που ήταν μαθητής δημοτικού όταν ξέσπασε το κίνημα για τη δημοκρατία. Πολύ μικρός τότε για να καταλάβει, μοίραζε φαγητό και νερό στους φοιτητές και τους θεωρούσε αδελφούς και αδελφές του. «Είναι τιμή μου που μπορώ να ρίξω περισσότερο φως σε αυτό το θέμα τώρα», είπε.

Οι φωτογραφίες, εξήγησε, αποκαλύπτουν την αφύπνιση που βίωσαν τότε άνθρωποι από όλα τα στρώματα της κοινωνίας, συμπεριλαμβανομένων πολλών που ήταν βαθιά ενσωματωμένοι στο σύστημα του Κομμουνιστικού Κόμματος.

Αποτελούν απόδειξη ότι «ο κινεζικός λαός έχει θάρρος. Διαφοροποιούνται από το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας και ξεχωρίζουν το σωστό από το λάθος», σχολίασε η πηγή, και όσο κι αν προσπαθεί το καθεστώς «να κρύψει την αλήθεια», υπάρχει ένα όριο σε ό,τι μπορεί να επιτύχει ο εξαναγκασμός.

«Μπορεί να απειλεί και να προκαλεί πόνο στους ανθρώπους και στους οικείους τους, αλλά οι άνθρωποι έχουν ψυχή, και αυτή δεν μπορεί ποτέ να σκοτωθεί», υπογράμμισε.

Η σημερινή «σκοτεινιά» είναι προσωρινή, και στο τέλος θα επικρατήσει το φως, δήλωσε.

Η τεχνητή νοημοσύνη κατακλύζει το διαδίκτυο και θέτει σε δοκιμασία την κριτική σκέψη

Ένα ατελείωτο κύμα περιεχομένου που δημιουργείται με τη βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης αναδιαμορφώνει το διαδίκτυο και τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αλληλεπιδρούν με την πληροφορία πιο γρήγορα από ποτέ.

Από περιλήψεις ειδήσεων και αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έως ακαδημαϊκές έρευνες, ο τεράστιος όγκος υλικού που παράγεται με τη συνδρομή μηχανών έχει συνδεθεί με αύξηση της «γνωστικής εκφόρτωσης» — ενός φαινομένου κατά το οποίο οι άνθρωποι αναθέτουν την κριτική σκέψη και την επαλήθευση πληροφοριών σε αυτοματοποιημένα συστήματα.

Ανάλυση του 2025 σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο τα εργαλεία ΤΝ επηρεάζουν τη γνωστική εκφόρτωση έδειξε «σημαντική αρνητική συσχέτιση» μεταξύ της συχνής χρήσης εργαλείων ΤΝ και της ικανότητας κριτικής σκέψης σε ανθρώπους διαφορετικών ηλικιακών ομάδων και μορφωτικών επιπέδων. Οι ερευνητές του SBS Swiss Business School διαπίστωσαν ότι οι νεότερες ηλικιακές ομάδες εμφάνιζαν μεγαλύτερο βαθμό εξάρτησης από τα μοντέλα ΤΝ και χαμηλότερες επιδόσεις στην κριτική σκέψη.

Ακόμη πιο ανησυχητική ήταν μελέτη της Pangram/YouGov τον Μάιο, σύμφωνα με την οποία μόλις το 55% των συμμετεχόντων — όλοι μέλη της γενιάς Z, ηλικίας 18 έως 28 ετών — μπορούσαν να αναγνωρίσουν ψευδές ή παραπλανητικό υλικό παραγόμενο από τεχνητή νοημοσύνη. Το ποσοστό είναι ακόμη χαμηλότερο στις μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες, γεγονός που σημαίνει ότι οι μισοί ή και λιγότεροι ενήλικες άνω των 28 ετών αισθάνονται βέβαιοι ότι μπορούν να εντοπίσουν περιεχόμενο ΤΝ στο διαδίκτυο.

Ο Χάβι Πέρεζ, επιμελητής ιστοσελίδων καταναλωτικής ενημέρωσης που χρησιμοποιούν τεχνητή νοημοσύνη, δήλωσε στην εφημερίδα The Epoch Times ότι οι αναρτήσεις και τα σχόλια που δημιουργούνται από ΤΝ μπορούν να διαστρεβλώσουν τη δημόσια αντίληψη, ιδιαίτερα όταν ο όγκος εκλαμβάνεται ως ένδειξη αξιοπιστίας. Εάν ένας χρήστης βλέπει δεκάδες παρόμοιες αναρτήσεις για ένα προϊόν, μια τάση, έναν πολιτικό ισχυρισμό, ένα ζήτημα υγείας ή ένα οικονομικό θέμα, μπορεί να θεωρήσει ότι πρόκειται για μια ευρέως αποδεκτή άποψη.

«Ομοιομορφία με αυτοπεποίθηση»

Ο Πέρεζ επεσήμανε ότι οι καταναλωτές πρέπει να είναι προσεκτικοί, καθώς το περιεχόμενο ΤΝ αυξάνει τον όγκο αυτού που αποκάλεσε «ομοιομορφία με αυτοπεποίθηση» στο διαδίκτυο.

Πολλά άρθρα και αναρτήσεις επαναλαμβάνουν παρόμοιες δομές, συμβουλές και διατυπώσεις. Για τους περιστασιακούς αναγνώστες, αυτό μπορεί να δημιουργήσει την εντύπωση ότι το εν λόγω θέμα είναι περισσότερο αποδεκτό ή διαδεδομένο απ’ ό,τι στην πραγματικότητα, επειδή οι ίδιες ιδέες εμφανίζονται διαρκώς σε πολλές πηγές.

Παράλληλα, προειδοποίησε ότι υπάρχει ο κίνδυνος να μην γνωρίζουν πλέον οι άνθρωποι ποιο περιεχόμενο έχει πραγματικά ελεγχθεί. Σε τομείς όπως τα οικονομικά, η υγεία, το δίκαιο, η εκπαίδευση και οι ειδήσεις, πρέπει οι αναγνώστες να γνωρίζουν εάν οι ισχυρισμοί έχουν διασταυρωθεί με πρωτογενείς πηγές, εάν έχουν ενημερωθεί πρόσφατα και εάν έχει γίνει επιμέλεια από κάποιον υπεύθυνο.

Ο σύμβουλος στρατηγικής ΤΝ Αρμάντ Κουτσινιέλο Γ΄ δήλωσε στην Epoch Times ότι το περιεχόμενο που παράγεται από τεχνητή νοημοσύνη αλλάζει όχι μόνο τον τρόπο με τον οποίο καταναλώνουμε τις πληροφορίες, αλλά και την ταχύτητα με την οποία τις επεξεργαζόμαστε και τις εμπιστευόμαστε.

Η κοινωνία, ανέφερε, μετακινείται από την προσεκτική ανάγνωση προς τη γρήγορη κατανάλωση ‘καλογυαλισμένων’ περιλήψεων, σχολίων, σύντομων βίντεο και περιεχομένου που έχει παραχθεί με τη βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης, σχεδιασμένο για ταχύτητα και αλληλεπίδραση.

Έχοντας εργαστεί στο «τοπίο εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ», σημείωσε ότι μία από τις μεγαλύτερες ανησυχίες του είναι πως τα συστήματα ΤΝ μπορούν άθελά τους να ενισχύσουν τεράστιες ποσότητες ανακριβούς ή και σκόπιμα παραποιημένου περιεχομένου, απλώς μέσω της επανάληψης και της κλίμακας διάδοσης.

Εικόνες από το διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που απεικονίζουν γυναίκες ντυμένες με μπικίνι, δημιουργημένες από τεχνητή νοημοσύνη, δήθεν να παίρνουν συνεντεύξεις στο δρόμο. Ουάσιγκτον, 14 Ιουλίου 2025. (Chris Delmas, STAFF/AFP μέσω Getty Images)

 

Εκτίμησε επίσης ότι ο τεράστιος όγκος περιεχομένου που δημιουργείται από τεχνητή νοημοσύνη ασκεί πραγματική πίεση στη δημόσια εμπιστοσύνη. Όταν οι αναγνώστες συναντούν σχεδόν πανομοιότυπες διατυπώσεις ή ερμηνείες σε πολλές πηγές, είναι φυσικό να αναρωτιούνται αν οι πληροφορίες προέκυψαν από ανεξάρτητη δημοσιογραφική εργασία ή απλώς ανακυκλώθηκαν.

Ο Καρλ Στράουντ, ειδικός δημοσίων σχέσεων και επικεφαλής αφηγητής της Smoking Gun Agency, δήλωσε ότι και αυτός έχει διαπιστώσει πως το περιεχόμενο ΤΝ επιβαρύνει το κοινό.

Η βασική ανάγκη του κοινού δεν έχει αλλάξει, τόνισε: οι άνθρωποι θέλουν να εμπιστεύονται όσα διαβάζουν. Αυτό που έχει αλλάξει είναι το πόσο δυσκολότερο έχει γίνει να ξεχωρίσουν τι είναι αξιόπιστο.

Το περιεχόμενο που παράγεται από ΤΝ, η αναπαραγωγή υλικού και το χαμηλής ποιότητας περιεχόμενο έχουν καταστήσει το πληροφοριακό περιβάλλον πιο θορυβώδες, πιο επίπεδο και πιο συγκεχυμένο, με αποτέλεσμα το κοινό να προσπαθεί να καταλάβει αν διαβάζει πρωτότυπο ρεπορτάζ, ανακυκλωμένο υλικό ή κάτι που εξαρχής δεν θα έπρεπε να είχε δημοσιευθεί.

Πέρα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και την ακαδημαϊκή κοινότητα, λίγοι κλάδοι έχουν πληγεί τόσο έντονα από την παραπληροφόρηση της τεχνητής νοημοσύνης όσο οι ειδήσεις. Ο Στράουντ, ο οποίος δραστηριοποιείται εδώ και δύο δεκαετίες στους βρετανικούς δημοσιογραφικούς κύκλους, στην επιμέλεια και στη δημοσιογραφία, διαπιστώνει ότι η συνεχής παραγωγή περιεχομένου ΤΝ δημιουργεί κόπωση στους αναγνώστες που αναζητούν ακριβείς πληροφορίες.

Προειδοποίησε ακόμη ότι αυτή η κόπωση είναι επικίνδυνη, επειδή όταν οι άνθρωποι αισθάνονται καταβεβλημένοι είτε αποσύρονται είτε γίνονται ευκολότεροι στόχοι παραπλάνησης.

Απώλεια επαφής με την πραγματικότητα

Ο Ασούτος Χούλμπε, ιδρυτής της RawPickAI, δοκιμάζει επαγγελματικά εργαλεία ΤΝ — περίπου τρία έως τέσσερα νέα εργαλεία κάθε εβδομάδα.

Αυτό που παρατηρεί περισσότερο, ανέφερε στην Epoch Times, είναι ότι πλέον τα πάντα ακούγονται ίδια. Εκτίμησε μάλιστα ότι το 70-80% των άρθρων με θέμα τα «καλύτερα εργαλεία ΤΝ» είναι πλέον γραμμένα από ΤΝ.

Κατά την εκτίμησή του, δημιουργείται ένας ιδιόμορφος φαύλος κύκλος, όπου η τεχνητή νοημοσύνη γράφει αξιολογήσεις βασισμένες σε όσα έχει ήδη γράψει μια άλλη τεχνητή νοημοσύνη· οι αναγνώστες θεωρούν ότι υπάρχει συναίνεση και η πραγματική εμπειρία χρήσης αυτών των εργαλείων χάνεται μέσα στον θόρυβο.

Ο Χούλμπε ανέφερε ότι δοκίμασε ένα εργαλείο συγγραφής το οποίο είχε εκατοντάδες θετικές αξιολογήσεις στο διαδίκτυο, αλλά ήταν ουσιαστικά άχρηστο στη δωρεάν έκδοσή του. Ο χρήστης δεν μπορούσε καν να ολοκληρώσει μία παράγραφο πριν φτάσει το όριο χρήσης, ενώ αυτή η πληροφορία είναι σχεδόν αδύνατο να βρεθεί μέσω αναζήτησης στη Google.

Ιδιαίτερα προβληματισμένος είναι και για τον τρόπο με τον οποίο η παραμόρφωση της πληροφορίας επηρεάζει το κοινό.

Το περιεχόμενο ΤΝ έχει μια αδιάκοπα θετική κλίση, επειδή εκπαιδεύεται πάνω σε σελίδες μάρκετινγκ και αξιολογήσεις συνεργατών προώθησης προϊόντων. Κανείς, σημείωσε, δεν εκπαιδεύει τα μοντέλα πάνω σε εμπειρίες του τύπου «το δοκίμασα για δύο εβδομάδες και ήταν κακό», με αποτέλεσμα το αρνητικό σήμα να εξαφανίζεται από το διαδίκτυο.

Φωτογραφία δύο κινητών τηλεφώνων στα οποία προβάλλονται βίντεο τεχνητής νοημοσύνης, στα οποία μαθητές και μια ηλικιωμένη γυναίκα εκφράζουν τις απόψεις τους σχετικά με τη διαδικασία μομφής κατά της αντιπροέδρου των Φιλιππινών Σάρα Ντουτέρτε. Χονγκ Κονγκ, 20 Ιουνίου 2025. Λίγες μέρες αφότου η Γερουσία των Φιλιππινών αρνήθηκε να ξεκινήσει τη δίκη μομφής, τα δύο βίντεο — το ένα υπέρ και το άλλο κατά της κίνησης αυτής — έγιναν viral. (Yan Zhao/AFP μέσω Getty Images)

 

Οι συνέπειες της έκρηξης περιεχομένου ΤΝ είναι πλέον ορατές σε αυτό που ορισμένοι αποκαλούν «ψύχωση ΤΝ», δηλαδή  αποσύνδεση από την πραγματικότητα. Αν και δεν πρόκειται για κλινική διάγνωση, ο όρος έχει εξελιχθεί σε δημοφιλή γενική περιγραφή περιπτώσεων όπου η τεχνητή νοημοσύνη ενισχύει μια ασυνήθιστη, παγιωμένη ή ακόμη και παραληρηματική αντίληψη για κάτι στον πραγματικό κόσμο.

Άτομα με ψυχικές διαταραχές ενδέχεται να είναι πιο επιρρεπή στην ανάπτυξη «ψύχωσης ΤΝ», ωστόσο το φαινόμενο δεν περιορίζεται μόνο σε αυτόν τον πληθυσμό, σύμφωνα με τον Δρα Ράγκυ Γκίργκις, καθηγητή κλινικής ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια και στο Ψυχιατρικό Ινστιτούτο της Πολιτείας της Νέας Υόρκης.

Κατά τη διάρκεια συνέντευξης στην Εθνική Ακαδημία Ιατρικής τον Μάρτιο, ο Γκίργκις ανέφερε ότι το φαινόμενο της ψύχωσης ΤΝ είναι ποσοτικά νέο και θα μπορούσε να αποδειχθεί πολύ επικίνδυνο· ωστόσο, ποιοτικά μοιάζει με όσα συμβαίνουν εδώ και δεκαετίες μετά την εμφάνιση του διαδικτύου.

Μη ρεαλιστικές προσδοκίες

Παρότι η βύθιση σε διαδικτυακές «λαγοφωλιές» γύρω από οποιοδήποτε θέμα δεν αποτελεί νέο φαινόμενο, η ΑΙ και τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα ενισχύουν δραματικά αυτό το πρόβλημα. Η στενή μίμηση της ανθρώπινης νοημοσύνης από τα σύγχρονα μοντέλα ΑΙ καθιστά ευκολότερη την εσωτερίκευση του περιεχομένου τους από τους ανθρώπους.

Τα σημάδια αυτού του φαινομένου εμφανίζονται πλέον σχεδόν σε κάθε πτυχή της καθημερινής ζωής, ορισμένες φορές με τη μορφή μη ρεαλιστικών προσδοκιών.

Ο Τζάστιν Κίλινγκσγουορθ, ιδρυτής της The Color Bar, δήλωσε στην Epoch Times ότι μία από τις μεγαλύτερες αλλαγές που έχει παρατηρήσει λόγω του κορεσμού από περιεχόμενο ΑΙ είναι η άνοδος των «συνθετικών προσδοκιών», ιδιαίτερα στη βιομηχανία ομορφιάς.

Εργαζόμενος με κομμωτήρια και εταιρείες ομορφιάς που έρχονται σε άμεση επαφή με πελάτες, βλέπει ολοένα και περισσότερους ανθρώπους να προσέρχονται με φωτογραφίες έμπνευσης που έχουν δημιουργηθεί από ΑΙ και οι οποίες δεν αντανακλούν ό,τι είναι ρεαλιστικά εφικτό σε έναν πραγματικό άνθρωπο.

Οι επαγγελματίες του χώρου, πρόσθεσε, αναγκάζονται όλο και περισσότερο να λειτουργούν όχι μόνο ως καλλιτέχνες αλλά και ως εκπαιδευτές και «συναισθηματικοί μεταφραστές», βοηθώντας τους πελάτες να κατανοήσουν τι είναι ρεαλιστικά εφικτό, προστατεύοντας παράλληλα την αυτοπεποίθηση και την εμπιστοσύνη τους.

Πέρυσι, ανάλυση του Microsoft AI for Good Lab έδειξε ότι οι άνθρωποι μπορούσαν να αναγνωρίσουν σωστά μια εικόνα παραγόμενη από ΑΙ στο 62% των περιπτώσεων.

Για τον Κουτσινιέλο, ο κίνδυνος βρίσκεται στο ότι οι άνθρωποι μπορεί να γίνουν «εξαιρετικά αποτελεσματικοί στην ταχεία κατανάλωση πληροφοριών», αφιερώνοντας όμως λιγότερο χρόνο στην αντιμετώπιση της ασάφειας, της πολυπλοκότητας ή των αντικρουόμενων απόψεων.

Ο Πέρεζ συμφώνησε με αυτή την εκτίμηση, προειδοποιώντας ότι μακροπρόθεσμα ο κίνδυνος είναι οι άνθρωποι είτε να εμπιστεύονται υπερβολικά είτε να γίνουν υπερβολικά κυνικοί.

Κάποιοι θα πιστεύουν οτιδήποτε φαίνεται καλογυαλισμένο, ενώ άλλοι θα θεωρούν ότι τα πάντα στο διαδίκτυο είναι συνθετικά και θα σταματήσουν να εμπιστεύονται ακόμη και τις έγκυρες πληροφορίες. Και τα δύο ενδεχόμενα, κατέληξε, αποδυναμώνουν την κριτική σκέψη.

Της Autumn Spredemann

Ισραήλ: Ένα μικρό κράτος με πολυτάραχη ιστορία

Το 1947, ψήφισμα του ΟΗΕ επικύρωσε την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ. Μέσα στα 79 χρόνια που έχουν περάσει από τότε, η πορεία του νεαρού αυτού κράτους της Μέσης Ανατολής έχει σημαδευτεί από ατέρμονες συγκρούσεις — όπως άλλωστε ολόκληρη η περιοχή.

Ορισμένοι βλέπουν τη μόνιμη εγκατάσταση των Εβραίων στην περιοχή ως αποικιοκρατία. Άλλοι ως εισβολή. Άλλοι ως αναγκαιότητα και άλλοι ως επιστροφή στην αρχαία τους πατρίδα, τη Γη του Ισραήλ. Το κίνημα του Σιωνισμού, κίνημα για τη δημιουργία του εβραϊκού εθνικού κράτους, έχει αντιμετωπίσει σκληρή κριτική, κυρίως από όσους συμπαρατάσσονται με τους Άραβες της Παλαιστίνης, που διεκδικούν τη γη.

Η σύγκρουση μεταξύ Αράβων και Εβραίων για τα παλαιστινιακά εδάφη είναι πολυεπίπεδη. Η πολιτική διάσταση διαπλέκεται με τη θρησκευτική και την κοινωνική, καθώς και με ιδεολογίες που ξεπερνούν τα στενά εδαφικά συμφέροντα. Τα τελευταία χρόνια, παρατηρείται σημαντική όξυνση της αντιπαλότητας και εξάπλωσή της στις δυτικές κοινωνίες, όπου εκφράζεται με εκτεταμένες κινητοποιήσεις για την «ελευθερία της Παλαιστίνης», βίαιες επιθέσεις κατά Εβραίων και εβραϊκών οργανώσεων και συγκρούσεις μεταξύ των δύο ομάδων. Η αντίδραση στην ισραηλινή πολιτική και στις ισραηλινές επιχειρήσεις στη Δυτική Όχθη μετουσιώνεται σε γενικευμένη εχθρότητα, τροφοδοτώντας αντισημιτικά αισθήματα τόσο στην Ευρώπη όσο και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι μάχες που δίνονται στον ψηφιακό κόσμο και στον κόσμο της πληροφόρησης συναγωνίζονται σε σπουδαιότητα τις αληθινές μάχες.

Στον τομέα της επικοινωνίας, τα αφηγήματα των δύο μερών συγκρούονται, προσπαθώντας να κερδίσουν τις εντυπώσεις και την κοινή γνώμη. Οι Παλαιστίνιοι διεκδικούν τη γη τους· οι Εβραίοι το ίδιο. Ποιανού είναι η γη, τελικά, και ποιος έχει το δικαίωμα να τη διαθέσει; Ο κόσμος αναγνωρίζει στους Ισραηλινούς το δικαίωμα να τη διεκδικήσουν με έννομα ή στρατιωτικά μέσα; Αναγνωρίζει στους Παλαιστινίους το δικαίωμα να εκδιώξουν τους Ισραηλινούς και να οικειοποιηθούν τα εδάφη; Είναι εθνικοαπελευθερωτικός ο αγώνας τους ή τρομοκρατία που πλήττει τον αραβικό πληθυσμό εξίσου με τον εβραϊκό; Γιατί τα χτυπήματα της Χαμάς που σκοτώνουν αμάχους δεν κατακρίνονται από τα φιλοπαλαιστινιακά κινήματα όπως καταδικάζεται η δράση του ισραηλινού στρατού; Τι γέννησε τη σύγκρουση και τι την τρέφει; Υπάρχουν απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα; Υπάρχει ελπίδα για ειρήνη στην περιοχή;

Ένας λαός με ιστορικό βάθος

Παρά τη μακρόχρονη διασπορά, που ανάγεται ήδη από τον 2 αιώνα μ.Χ., ο εβραϊκός λαός κατάφερε να διατηρήσει τη συνοχή του, τα ήθη και τα έθιμά του, καθώς και τη μνήμη της πατρίδας και το όραμα της επιστροφής σε αυτήν (αλίγια). Παρά την απώλεια του τόπου και της γλώσσας, η σταθερότητα της θρησκείας και της φυλής συντήρησε την ‘εβραϊκότητα’, η οποία συμπυκνώθηκε ξανά στην προγονική γη: τη Γη του Ισραήλ, όπως λένε οι ιουδαϊκές γραφές, αλλά και το Κοράνι.

Από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, γνωρίζουμε ότι οι Εβραίοι — οι αρχαίοι Ισραηλίτες — κατοικούσαν τη γη της Χαναάν, της Ιουδαίας και της Σαμάρειας ήδη από τον 19ο αιώνα π.Χ. Ως λαός πρέπει να ήταν γνωστός στους Έλληνες της εποχής, οι οποίοι ωστόσο δεν κάνουν ειδική αναφορά στους Εβραίους παρά τον 3ο αι. π.Χ. Ξεχώριζαν από τα άλλα σημιτικά φύλα της περιοχής κυρίως λόγω της θρησκείας τους, που μιλούσε για την ύπαρξη ενός μόνο Θεού, σε αντίθεση με τα πολυθεϊστικά συστήματα που ήταν διαδεδομένα τότε. Οι ίδιοι οι Εβραίοι περιφρουρούσαν τη διαφορετικότητά τους από τους άλλους λαούς, θεωρώντας ότι είναι ο περιούσιος λαός [1] του Θεού, και αποφεύγοντας τόσο τις επιμειξίες όσο και τον προσηλυτισμό. Έτσι, η θρησκεία, η φυλετική καταγωγή και η κοινωνική διάρθρωση συγκρότησαν μία ενιαία εβραϊκή/ιουδαϊκή ταυτότητα.

Το πρώτο, ενιαίο εβραϊκό βασίλειο χρονολογείται το 1000 π.Χ., την εποχή του Σαούλ, του Δαυίδ και του Σολομώντα. Οι Ασσύριοι κατέκτησαν το βόρειο βασίλειο (Ισραήλ) τον 8ο αι. π.Χ. ενώ οι Βαβυλώνιοι το νότιο (Ιουδαία) τον 6ο αι., εκδιώκοντας αμφότεροι τους κατοίκους του. Οι Εβραίοι κατόρθωσαν να ανακτήσουν τα εδάφη τους μόλις τον 2ο αι. π.Χ., γινόμενοι ωστόσο προτεκτοράτο και αργότερα επαρχία της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Τον 1ο και τον 2ο αι. μ.Χ. πραγματοποίησαν δύο εξεγέρσεις (υπάρχει αναφορά και σε τρίτη), με αποτέλεσμα οι Ρωμαίοι να τους εκδιώξουν οριστικά από την Ιερουσαλήμ και να αλλάξουν την ονομασία της περιοχής από Ιουδαία σε Παλαιστίνη Συρίας (Palaestina). Η απαγόρευση στους Εβραίους να μπαίνουν στην Ιερουσαλήμ, όπως και η καταστροφή του Ναού, πυροδότησε τη μεγάλη εβραϊκή διασπορά.

Η ονομασία «Παλαιστίνη» εμφανίζεται για πρώτη φορά στις ιστορίες του Ηροδότου τον 5ο αιώνα π.Χ., για να περιγράψει την παράλια περιοχή του Λεβάντε όπου ζούσαν οι Φιλισταίοι ή Πελέστ στα εβραϊκά, δηλαδή οι άνθρωποι που ήρθαν πέρα από τη θάλασσα. Η καταγωγή των Φιλισταίων στις μέρες μας είναι διαφιλονικούμενη, με ορισμένους να διατείνονται ότι επρόκειτο για αραβικά φύλα, προγόνους των σημερινών κατοίκων της περιοχής, ωστόσο ιστορικοί τοποθετούν την καταγωγή τους στην Κρήτη και το Αιγαίο, όπου βρέθηκαν από την Ιλλυρία.

Μια ιστορία διώξεων

Αν και εβραϊκή διασπορά υπήρχε και νωρίτερα, στα ρωμαϊκά χρόνια γενικεύτηκε. Ένα μέρος των Ισραηλιτών μετεγκαταστάθηκαν στην Ευρώπη, άλλοι σε βορειοαφρικανικές περιοχές, ενώ πολλοί παρέμειναν στα εδάφη της Μέσης Ανατολής. Σε κάθε περίπτωση, όμως, διαφύλαξαν την ταυτότητα, τη θρησκεία και τις παραδόσεις τους, παρά τις διώξεις που ακολούθησαν.

Έντονες αντί-εβραϊκές ενέργειες και αισθήματα καταγράφονται κυρίως την περίοδο του Μεσαίωνα στην Ευρώπη, ενώ η συνύπαρξή τους με τους μουσουλμάνους στις ισλαμικές κατακτήσεις χαρακτηρίζεται από μεγαλύτερη ανοχή, παρά τις διακρίσεις εις βάρος τους — όπως άλλωστε εις βάρος όλων των μη μουσουλμάνων. Οι διώξεις εναντίον τους συνεχίστηκαν και κατά την περίοδο της Αναγέννησης και αργότερα στον Διαφωτισμό. Εξαίρεση αποτέλεσαν οι νεαρές Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες με την απόκτηση της ανεξαρτησίας τους (1776) παραχώρησαν στους Εβραίους ίσα πολιτικά δικαιώματα. Το παράδειγμα τους ακολούθησε η Γαλλία, το 1791.

Ιδιαίτερα σκληρή ήταν και η στάση της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, όπου εξαπολύθηκαν πογκρόμ στις αρχές αλλά και τα τέλη του 19ου αιώνα, τα οποία επαναλήφθηκαν τον 20ό αιώνα στη Γερμανία και σε χώρες της Ανατολικής κυρίως Ευρώπης, υπό την επίδραση των ναζιστικών ιδεών, καθώς και στα νεοσύστατα αραβικά κράτη της Μέσης Ανατολής.

Το 1897 γεννιέται το κίνημα του Σιωνισμού, βασισμένο στην ιδέα της αλίγια, της ‘ανόδου’ ή επιστροφής στην Παλαιστίνη, τη Γη του Ισραήλ. Ιδρυτής του θεωρείται ο Θεόδωρος Χερτζλ, αν και οι ρίζες του βρίσκονται βαθιά στην εβραϊκή παράδοση. Η κεντρική ιδέα ήταν η ίδρυση ενός εθνικού εβραϊκού κράτους, όπου οι Εβραίοι θα είναι ασφαλείς από τις αντισημιτικές εκδηλώσεις. Με αυτόν τον στόχο ξεκίνησαν μαζικές μετακινήσεις εβραϊκού πληθυσμού προς την Παλαιστίνη. Η περιοχή αποτελούσε τότε μέρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, και τα πρώτα εδάφη αγοράστηκαν, κυρίως από Άραβες μεγαλογαιοκτήμονες αλλά και από την οθωμανική διοίκηση. Όπως καταγράφεται, οι πρώτες εγκαταστάσεις δεν προκάλεσαν ισχυρές αντιδράσεις μεταξύ του αραβικού πληθυσμού, ωστόσο η αύξηση των ροών των παλιννοστούντων Εβραίων — ευθέως ανάλογη της ανόδου του αντισημιτισμού στην Ευρώπη, ιδίως στη Γερμανία την εποχή της χιτλερικής εξουσίας — έφερε τις πρώτες συγκρούσεις.

Παράλληλα με την αλίγια, ιστορικοί σημειώνουν και μαζικές μετακινήσεις μουσουλμανικών πληθυσμών προς την οθωμανική Παλαιστίνη, όπως Κιρκασίους (οι λεγόμενοι Τσερκέζοι) από τα βόρεια σύνορα της αυτοκρατορίας όπου είχαν καταφύγει μετά την ήττα και την εκδίωξή τους από την τσαρική Ρωσία, και Βοσνίους μετά την κατάκτηση των εδαφών τους από την Αυστρο-ουγγρική Αυτοκρατορία, την ίδια περίοδο, το τελευταίο τρίτο του 19ου αιώνα.

Η Παλαιστίνη διαμέσου των αιώνων

Στο διάστημα της απώλειας της κυριαρχίας των Εβραίων επί των εδαφών της Ιουδαίας/Παλαιστίνης και της μετεγκατάστασης μεγάλου μέρους του πληθυσμού, η περιοχή άλλαξε πολλά χέρια. Η ρωμαϊκή κτήση εξελίχθηκε σε βυζαντινή, περίοδο κατά την οποία εκχριστιανίστηκε. Μετά τον 7ο αιώνα μ.Χ. κατακτήθηκε από διαδοχικά αραβικά φύλα, εξισλαμίστηκε και αποτέλεσε τμήμα διαφόρων χαλιφάτων και σουλτανάτων, με μια μικρή εμβόλιμη κατάκτηση από τους Σταυροφόρους, το 1099, που ίδρυσαν το Βασίλειο της Ιερουσαλήμ, μέχρι το 1291. Στις αρχές του 16ου αιώνα, η Παλαιστίνη ενσωματώθηκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, μέρος της οποίας παρέμεινε έως το 1917-18, οπότε και κατελήφθη από τους Βρετανούς στο πλαίσιο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Αναφέρεται ότι την ίδια περίοδο, οι βρετανικές δυνάμεις επιζήτησαν την υποστήριξη των αραβικών φυλών που κατοικούσαν στην περιοχή, παροτρύνοντάς τους να διεκδικήσουν την ανεξαρτησία τους από τους Οθωμανούς και υποσχόμενοι κυριαρχία επί των εδαφών. Ωστόσο, το 1917,  το Ηνωμένο Βασίλειο δεσμεύτηκε να υποστηρίξει και τη δημιουργία εθνικής εστίας των Εβραίων στην περιοχή, όπως σημειώνεται στη λεγόμενη Διακήρυξη Μπάλφουρ, την επιστολή που απηύθυνε ο τότε υπουργός Εξωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου Άρθουρ Τζέιμς Μπάλφουρ στον Λόρδο Ουώλτερ Ρόθτσιλδ, εξέχοντα υποστηρικτή του Σιωνιστικού κινήματος στη Βρετανία.

Με την ήττα των Οθωμανών και την ανάθεση του ελέγχου της περιοχής στους Βρετανούς το 1922 από την Κοινωνία των Εθνών, οι Βρετανοί βρέθηκαν στη δύσκολη θέση να πρέπει να τηρήσουν δύο αντικρουόμενες υποσχέσεις. Για ορισμένους, εδώ βρίσκεται και η ρίζα των συγκρούσεων μεταξύ του σύγχρονου Ισραήλ, των Παλαιστινίων και των λοιπών μουσουλμανικών κρατών.

Κατά τη διάρκεια της λεγόμενης «Βρετανικής Εντολής για την Παλαιστίνη», η οποία έληξε με την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ το 1948, η ευρύτερη περιοχή μοιράστηκε σε ζώνες επιρροής μεταξύ της Γαλλίας και της Βρετανίας (συμφωνία Σάικς-Πικώ, 1916): η πρώτη θα είχε τον έλεγχο σε Συρία και Λίβανο, ενώ η δεύτερη σε Ιράκ, Υπεριορδανία και Παλαιστίνη. Βάσει αυτού του διαχωρισμού ιδρύθηκαν μερικές δεκαετίες αργότερα και τα ομώνυμα κράτη. Το Ιράκ το 1932, η Συρία, ο Λίβανος και η Υπεριορδανία (ως Ιορδανία) το 1946, ενώ η περιοχή της Παλαιστίνης παρέμεινε υπό βρετανική εντολή μέχρι το 1948, έτος ίδρυσης του Ισραήλ. Η συμφωνία Σάικς-Πικώ έχει επικριθεί για τον τρόπο διαχωρισμού των εδαφών, που έγινε χωρίς να ληφθεί υπ’ όψιν η θρησκευτική και φυλετική συνοχή, και θεωρείται ότι έχει συμβάλει με αυτόν τον τρόπο στις ταραχές που μαστίζουν από τότε τη Μέση Ανατολή.

Μια δύσκολη ‘γέννα’ 

Στις 29 Νοεμβρίου 1947, η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ ενέκρινε πρόταση των Ηνωμένων Εθνών για τη διαίρεση της Παλαιστίνης σε ένα εβραϊκό και σε ένα αραβικό κράτος, με διεθνή διοίκηση στην Ιερουσαλήμ. Το ψήφισμα έγινε αποδεκτό από τις περισσότερες εβραϊκές οργανώσεις, ωστόσο οι αραβικές ηγεσίες το απέρριψαν θεωρώντας ότι παραχωρεί στους Εβραίους δυσανάλογα πολλά εδάφη. Παράλληλα, οριζόταν ότι οι Βρετανοί θα αποσύρονταν πλήρως από την περιοχή μέχρι την 1η Αυγούστου 1948.

Αμέσως μόλις ανακηρύχθηκε η ίδρυση του κράτους του Ισραήλ από τον Νταβίντ Μπεν Γκουριόν, στις 14 Μαΐου 1948, η Αίγυπτος, ο Λίβανος, η Συρία, η Ιορδανία και το Ιράκ εισέβαλαν στη χώρα με στόχο «να πετάξουν τους Εβραίους στη θάλασσα». Ωστόσο, οι ισραηλινές δυνάμεις επικράτησαν, κερδίζοντας μάλιστα εδάφη πλέον των ορισμένων από τον ΟΗΕ. Η συντριπτική ήττα των αραβικών δυνάμεων ονομάστηκε Νάκμπα (καταστροφή), και οδήγησε στον εκτοπισμό 750.000 Αράβων από την Παλαιστίνη. Ωστόσο, η Ιορδανία προσήρτησε τη Δυτική Όχθη και την Ανατολική Ιερουσαλήμ, και η Αίγυπτος τη Λωρίδα της Γάζας, ενώ ανάλογος αριθμός Εβραίων που ζούσαν μέχρι τότε στα γειτονικά αραβικά κράτη εκδιώχθηκαν και κατέφυγαν ως πρόσφυγες στο Ισραήλ.

Έκτοτε, οι πόλεμοι διαδέχονται ο ένας τον άλλον (1956, 1967, 1973, 1982, 2006 και 2023), με τις αλλεπάλληλες προτάσεις και διαπραγματεύσεις να καταλήγουν σε αδιέξοδο και τα εμπόδια που δυσχεραίνουν τον συμβιβασμό να πολλαπλασιάζονται και να περιπλέκονται. Οι συγκρούσεις, όπως έχει καταγραφεί, ξεκινούν συνήθως από κινήσεις των Αράβων, ωστόσο η στάση και τα αντίμετρα της ισραηλινής πλευράς (π.χ. εποικισμοί) φαίνεται να οξύνουν την αντιπαλότητα, με τη δυσπιστία να ενισχύεται με την πάροδο του χρόνου και για τις δύο πλευρές.

Από το σύνολο των συρράξεων, ξεχωρίζει ο λεγόμενος «Πόλεμος των Έξι Ημερών» (1967), ο οποίος είχε ως αποτέλεσμα να επεκτείνει τα σύνορά του το Ισραήλ, καταλαμβάνοντας τη Δυτική Όχθη, τη Λωρίδα της Γάζας, την Ανατολική Ιερουσαλήμ, τα υψίπεδα του Γκολάν (Συρία) και το Σινά (Αίγυπτος). Με εξαίρεση το Σινά, το οποίο επεστράφη στην Αίγυπτο μεταξύ 1979-1982, οι υπόλοιπες περιοχές παρέμειναν υπό ισραηλινή κατοχή, δημιουργώντας τη βάση για τις μελλοντικές συγκρούσεις και τις δύο Ιντιφάντες (εξεγέρσεις), το 1987-1993 και το 2000-2005.

Οι εβραϊκοί εποικισμοί στα κατεχόμενα εδάφη (Γάζα, Δυτική Όχθη) και η βία που τους συνοδεύει αποτελούν ενέργειες του ισραηλινού κράτους τις οποίες καταδικάζουν ακόμη και πολλοί Ισραηλινοί. Ξεκίνησαν ως «ζώνες ασφαλείας» μετά τον Πόλεμο των Έξι Ημερών, ωστόσο η ανοχή διαδοχικών κυβερνήσεων απέναντι στον εβραϊκό εθνικισμό που εκδήλωναν έντονα οι έποικοι οδήγησε σε κλιμάκωση των εντάσεων μεταξύ των δύο μερών.

Το αντίπαλο δέος (όταν η θρησκεία διαπλέκεται με την πολιτική)

Στα τέλη της δεκαετίας του 1970, καταγράφεται δραστηριοποίηση της Μουσουλμανικής Αδελφότητας στη Λωρίδα της Γάζας και στη Δυτική Όχθη. Μέλη της ιδρύουν νοσοκομεία, σχολεία και άλλους κοινωφελείς οργανισμούς, ενώ επισκέπτονται τζαμιά και πανεπιστήμια προκειμένου να προσελκύσουν νέα μέλη. Σταδιακά, άρχισαν να διαδίδουν την ιδέα του ιερού πολέμου (τζιχάντ) με στόχο την εξάλειψη του κράτους του Ισραήλ και την οικειοποίηση όλων των εδαφών. Από τη Μουσουλμανική Αδελφότητα (ισλαμιστική οργάνωση που ιδρύθηκε στην Αίγυπτο λίγο μετά την πτώση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με στόχο την αναβίωση του χαλιφάτου) ξεπήδησε η Χαμάς το 1987, με την έναρξη της πρώτης Ιντιφάντας.

Αυτό που διαφοροποιεί τη Χαμάς από τις άλλες παλαιστινιακές οργανώσεις είναι αφ’ ενός ο στρατιωτικός χαρακτήρας της με έμφαση στη θρησκεία αφ’ ετέρου η άρνησή της να αποδεχτεί την ύπαρξη εβραϊκού κράτους στην Παλαιστίνη και η δέσμευσή της στην αποκατάσταση της ισλαμικής κυριαρχίας στην περιοχή, όπως αναφέρεται και στο καταστατικό της του 1988, αλλά και στην αναθεωρημένη εκδοχή του 2017. Η οργάνωση γινόταν όλο και πιο βίαιη, ερχόμενη τελικά σε αντίθεση με οργανώσεις όπως η Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PLO), που αποδέχθηκε την ύπαρξη του Ισραήλ.

Το 2006, μετά την απόσυρση των Ισραηλινών από τη Γάζα, η Χαμάς κερδίζει στις βουλευτικές εκλογές και αποκτά πλειοψηφική συμμετοχή στο Παλαιστινιακό Νομοθετικό Συμβούλιο, ενώ τον επόμενο χρόνο επικρατεί της Φατάχ. Αν και η δημοφιλία της μεταξύ των Αράβων φθίνει μεταξύ 2007-2014, η δράση της συνεχίζεται. Προσηλωμένη στη σύγκρουση, καθοδηγεί τον πληθυσμό προς την αντιπαράθεση αντί της συμφιλίωσης, αξιοποιώντας τη διεθνή βοήθεια όχι για τη βελτίωση της ζωής αλλά στην προετοιμασία για τη σύγκρουση, όπως έχει καταγγελθεί. Με την υποστήριξη χωρών όπως το Ιράν και το Κατάρ, αλλά και τμήματος του αριστερού ιδεολογικού φάσματος δημιουργείται σιγά σιγά ένα διεθνές κίνημα για την «απελευθέρωση της Παλαιστίνης» (#FreePalestine), το οποίο εξαπλώνεται και στις δυτικές κοινωνίες. Ο διετής πόλεμος μεταξύ 2023-2025 έθρεψε το αφήγημα για το «αποικιοκρατικό, δολοφονικό» Ισραήλ, δίνοντας έμφαση στις ισραηλινές επιχειρήσεις στη Γάζα και αποσιωπώντας την αφορμή για αυτές: την επίθεση της ίδιας της Χαμάς μέσα στο Ισραήλ σε πολλαπλά σημεία που είχε ως αποτέλεσμα ~1.200 νεκρούς αμάχους και στρατιώτες, ενώ 251 Ισραηλινοί απήχθησαν και κρατήθηκαν όμηροι στη Γάζα, ορισμένοι για λίγες εβδομάδες και άλλοι για δύο σχεδόν χρόνια.

Για πολλούς αναλυτές, η σύγκρουση είναι όχι μόνο πολιτική/εδαφική αλλά και θρησκευτική, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τον ιστορικό επεκτατισμό του Ισλάμ, αλλά και την ιδεολογία του σύγχρονου πολιτικού Ισλάμ. Μελετητές  αναφέρουν ότι ο στόχος της διάδοσης του Ισλάμ βρίσκεται στις σούρες του του Κορανίου, επισημαίνοντας τις διαφορές μεταξύ των γραφών της Μέκκας και αυτών της Μεδίνα.

Γεγονός είναι ότι πλέον η αντίθεση στο εβραϊκό κράτος έχει ξεπεράσει τα όρια της Μέσης Ανατολής, αλλά και τα θρησκευτικά όρια της ισλαμικής αντίδρασης. Έχει ξεπεράσει επίσης και τα όρια της κριτικής στην πολιτική του Ισραήλ, με τις καταγγελίες για αντισημιτικές ενέργειες και αισθήματα να πολλαπλασιάζονται σε Αμερική και Ευρώπη. Οι εκδηλώσεις κατά του Ισραήλ, όπως εκφράζονται σε πολλές διαδηλώσεις, έχουν μεταβεί από έλλογη αντίθεση και διαφωνία σε τυφλή οργή και μίσος που δεν κάνει διακρίσεις μεταξύ ατόμων και πολιτικών. Η αδιαφορία και η άγνοια για τα ιστορικά γεγονότα — τόσο τα παλαιότερα όσο και τα νεότερα — διογκώνονται από το συναίσθημα που καλλιεργείται  βάσει των δεινών που το Ισραήλ φέρεται να προκαλεί στους Παλαιστινίους Άραβες.

Όπως κρίνουν ειδικοί, πρόκειται για μία επικίνδυνη τάση· επικίνδυνη ακόμη και για τις ίδιες τις δυτικές κοινωνίες.

Οι εγγενείς περιορισμοί ενός άρθρου αναγκαστικά οδηγούν σε συνοπτική παρουσίαση, γενικεύσεις, ακόμα και απλουστεύσεις και παραλείψεις, ιδίως όταν πρόκειται για σύνθετα και εκτεταμένα ζητήματα όπως η ιστορία ενός λαού. Η γράφουσα έχει υπ’ όψιν της αυτές τις αδυναμίες, ωστόσο έκρινε ότι η έστω και ελλιπής αναφορά σε ιστορικά γεγονότα που είναι απαραίτητο να γνωρίζουμε για να κρίνουμε είναι προτιμότερη από το να αποφύγει ολωσδιόλου αυτή την αναφορά. — Δ.Κ.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Η έννοια του «περιούσιου λαού» συχνά εκλαμβάνεται ως έκφραση ανωτερότητας και έπαρσης. Ωστόσο, όπως εξηγούν και ραβίνοι, το νόημα είναι ακριβώς το αντίθετο: «Είμαστε οι διαλεγμένοι (chosen) για να τηρούμε το λόγο του Θεού, είναι η υποχρέωσή μας αυτή, πιστεύουμε σε έναν Θεό που μας έχει δώσει περισσότερες ευθύνες και κώδικες συμπεριφοράς, πιο ταπεινά, και όχι πιο υπεροπτικά». (Protocols without Zion)