Σάββατο, 30 Μαΐ, 2026

Η τεχνητή νοημοσύνη κατακλύζει το διαδίκτυο και θέτει σε δοκιμασία την κριτική σκέψη

Ένα ατελείωτο κύμα περιεχομένου που δημιουργείται με τη βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης αναδιαμορφώνει το διαδίκτυο και τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αλληλεπιδρούν με την πληροφορία πιο γρήγορα από ποτέ.

Από περιλήψεις ειδήσεων και αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έως ακαδημαϊκές έρευνες, ο τεράστιος όγκος υλικού που παράγεται με τη συνδρομή μηχανών έχει συνδεθεί με αύξηση της «γνωστικής εκφόρτωσης» — ενός φαινομένου κατά το οποίο οι άνθρωποι αναθέτουν την κριτική σκέψη και την επαλήθευση πληροφοριών σε αυτοματοποιημένα συστήματα.

Ανάλυση του 2025 σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο τα εργαλεία ΤΝ επηρεάζουν τη γνωστική εκφόρτωση έδειξε «σημαντική αρνητική συσχέτιση» μεταξύ της συχνής χρήσης εργαλείων ΤΝ και της ικανότητας κριτικής σκέψης σε ανθρώπους διαφορετικών ηλικιακών ομάδων και μορφωτικών επιπέδων. Οι ερευνητές του SBS Swiss Business School διαπίστωσαν ότι οι νεότερες ηλικιακές ομάδες εμφάνιζαν μεγαλύτερο βαθμό εξάρτησης από τα μοντέλα ΤΝ και χαμηλότερες επιδόσεις στην κριτική σκέψη.

Ακόμη πιο ανησυχητική ήταν μελέτη της Pangram/YouGov τον Μάιο, σύμφωνα με την οποία μόλις το 55% των συμμετεχόντων — όλοι μέλη της γενιάς Z, ηλικίας 18 έως 28 ετών — μπορούσαν να αναγνωρίσουν ψευδές ή παραπλανητικό υλικό παραγόμενο από τεχνητή νοημοσύνη. Το ποσοστό είναι ακόμη χαμηλότερο στις μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες, γεγονός που σημαίνει ότι οι μισοί ή και λιγότεροι ενήλικες άνω των 28 ετών αισθάνονται βέβαιοι ότι μπορούν να εντοπίσουν περιεχόμενο ΤΝ στο διαδίκτυο.

Ο Χάβι Πέρεζ, επιμελητής ιστοσελίδων καταναλωτικής ενημέρωσης που χρησιμοποιούν τεχνητή νοημοσύνη, δήλωσε στην εφημερίδα The Epoch Times ότι οι αναρτήσεις και τα σχόλια που δημιουργούνται από ΤΝ μπορούν να διαστρεβλώσουν τη δημόσια αντίληψη, ιδιαίτερα όταν ο όγκος εκλαμβάνεται ως ένδειξη αξιοπιστίας. Εάν ένας χρήστης βλέπει δεκάδες παρόμοιες αναρτήσεις για ένα προϊόν, μια τάση, έναν πολιτικό ισχυρισμό, ένα ζήτημα υγείας ή ένα οικονομικό θέμα, μπορεί να θεωρήσει ότι πρόκειται για μια ευρέως αποδεκτή άποψη.

«Ομοιομορφία με αυτοπεποίθηση»

Ο Πέρεζ επεσήμανε ότι οι καταναλωτές πρέπει να είναι προσεκτικοί, καθώς το περιεχόμενο ΤΝ αυξάνει τον όγκο αυτού που αποκάλεσε «ομοιομορφία με αυτοπεποίθηση» στο διαδίκτυο.

Πολλά άρθρα και αναρτήσεις επαναλαμβάνουν παρόμοιες δομές, συμβουλές και διατυπώσεις. Για τους περιστασιακούς αναγνώστες, αυτό μπορεί να δημιουργήσει την εντύπωση ότι το εν λόγω θέμα είναι περισσότερο αποδεκτό ή διαδεδομένο απ’ ό,τι στην πραγματικότητα, επειδή οι ίδιες ιδέες εμφανίζονται διαρκώς σε πολλές πηγές.

Παράλληλα, προειδοποίησε ότι υπάρχει ο κίνδυνος να μην γνωρίζουν πλέον οι άνθρωποι ποιο περιεχόμενο έχει πραγματικά ελεγχθεί. Σε τομείς όπως τα οικονομικά, η υγεία, το δίκαιο, η εκπαίδευση και οι ειδήσεις, πρέπει οι αναγνώστες να γνωρίζουν εάν οι ισχυρισμοί έχουν διασταυρωθεί με πρωτογενείς πηγές, εάν έχουν ενημερωθεί πρόσφατα και εάν έχει γίνει επιμέλεια από κάποιον υπεύθυνο.

Ο σύμβουλος στρατηγικής ΤΝ Αρμάντ Κουτσινιέλο Γ΄ δήλωσε στην Epoch Times ότι το περιεχόμενο που παράγεται από τεχνητή νοημοσύνη αλλάζει όχι μόνο τον τρόπο με τον οποίο καταναλώνουμε τις πληροφορίες, αλλά και την ταχύτητα με την οποία τις επεξεργαζόμαστε και τις εμπιστευόμαστε.

Η κοινωνία, ανέφερε, μετακινείται από την προσεκτική ανάγνωση προς τη γρήγορη κατανάλωση ‘καλογυαλισμένων’ περιλήψεων, σχολίων, σύντομων βίντεο και περιεχομένου που έχει παραχθεί με τη βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης, σχεδιασμένο για ταχύτητα και αλληλεπίδραση.

Έχοντας εργαστεί στο «τοπίο εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ», σημείωσε ότι μία από τις μεγαλύτερες ανησυχίες του είναι πως τα συστήματα ΤΝ μπορούν άθελά τους να ενισχύσουν τεράστιες ποσότητες ανακριβούς ή και σκόπιμα παραποιημένου περιεχομένου, απλώς μέσω της επανάληψης και της κλίμακας διάδοσης.

Εικόνες από το διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που απεικονίζουν γυναίκες ντυμένες με μπικίνι, δημιουργημένες από τεχνητή νοημοσύνη, δήθεν να παίρνουν συνεντεύξεις στο δρόμο. Ουάσιγκτον, 14 Ιουλίου 2025. (Chris Delmas, STAFF/AFP μέσω Getty Images)

 

Εκτίμησε επίσης ότι ο τεράστιος όγκος περιεχομένου που δημιουργείται από τεχνητή νοημοσύνη ασκεί πραγματική πίεση στη δημόσια εμπιστοσύνη. Όταν οι αναγνώστες συναντούν σχεδόν πανομοιότυπες διατυπώσεις ή ερμηνείες σε πολλές πηγές, είναι φυσικό να αναρωτιούνται αν οι πληροφορίες προέκυψαν από ανεξάρτητη δημοσιογραφική εργασία ή απλώς ανακυκλώθηκαν.

Ο Καρλ Στράουντ, ειδικός δημοσίων σχέσεων και επικεφαλής αφηγητής της Smoking Gun Agency, δήλωσε ότι και αυτός έχει διαπιστώσει πως το περιεχόμενο ΤΝ επιβαρύνει το κοινό.

Η βασική ανάγκη του κοινού δεν έχει αλλάξει, τόνισε: οι άνθρωποι θέλουν να εμπιστεύονται όσα διαβάζουν. Αυτό που έχει αλλάξει είναι το πόσο δυσκολότερο έχει γίνει να ξεχωρίσουν τι είναι αξιόπιστο.

Το περιεχόμενο που παράγεται από ΤΝ, η αναπαραγωγή υλικού και το χαμηλής ποιότητας περιεχόμενο έχουν καταστήσει το πληροφοριακό περιβάλλον πιο θορυβώδες, πιο επίπεδο και πιο συγκεχυμένο, με αποτέλεσμα το κοινό να προσπαθεί να καταλάβει αν διαβάζει πρωτότυπο ρεπορτάζ, ανακυκλωμένο υλικό ή κάτι που εξαρχής δεν θα έπρεπε να είχε δημοσιευθεί.

Πέρα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και την ακαδημαϊκή κοινότητα, λίγοι κλάδοι έχουν πληγεί τόσο έντονα από την παραπληροφόρηση της τεχνητής νοημοσύνης όσο οι ειδήσεις. Ο Στράουντ, ο οποίος δραστηριοποιείται εδώ και δύο δεκαετίες στους βρετανικούς δημοσιογραφικούς κύκλους, στην επιμέλεια και στη δημοσιογραφία, διαπιστώνει ότι η συνεχής παραγωγή περιεχομένου ΤΝ δημιουργεί κόπωση στους αναγνώστες που αναζητούν ακριβείς πληροφορίες.

Προειδοποίησε ακόμη ότι αυτή η κόπωση είναι επικίνδυνη, επειδή όταν οι άνθρωποι αισθάνονται καταβεβλημένοι είτε αποσύρονται είτε γίνονται ευκολότεροι στόχοι παραπλάνησης.

Απώλεια επαφής με την πραγματικότητα

Ο Ασούτος Χούλμπε, ιδρυτής της RawPickAI, δοκιμάζει επαγγελματικά εργαλεία ΤΝ — περίπου τρία έως τέσσερα νέα εργαλεία κάθε εβδομάδα.

Αυτό που παρατηρεί περισσότερο, ανέφερε στην Epoch Times, είναι ότι πλέον τα πάντα ακούγονται ίδια. Εκτίμησε μάλιστα ότι το 70-80% των άρθρων με θέμα τα «καλύτερα εργαλεία ΤΝ» είναι πλέον γραμμένα από ΤΝ.

Κατά την εκτίμησή του, δημιουργείται ένας ιδιόμορφος φαύλος κύκλος, όπου η τεχνητή νοημοσύνη γράφει αξιολογήσεις βασισμένες σε όσα έχει ήδη γράψει μια άλλη τεχνητή νοημοσύνη· οι αναγνώστες θεωρούν ότι υπάρχει συναίνεση και η πραγματική εμπειρία χρήσης αυτών των εργαλείων χάνεται μέσα στον θόρυβο.

Ο Χούλμπε ανέφερε ότι δοκίμασε ένα εργαλείο συγγραφής το οποίο είχε εκατοντάδες θετικές αξιολογήσεις στο διαδίκτυο, αλλά ήταν ουσιαστικά άχρηστο στη δωρεάν έκδοσή του. Ο χρήστης δεν μπορούσε καν να ολοκληρώσει μία παράγραφο πριν φτάσει το όριο χρήσης, ενώ αυτή η πληροφορία είναι σχεδόν αδύνατο να βρεθεί μέσω αναζήτησης στη Google.

Ιδιαίτερα προβληματισμένος είναι και για τον τρόπο με τον οποίο η παραμόρφωση της πληροφορίας επηρεάζει το κοινό.

Το περιεχόμενο ΤΝ έχει μια αδιάκοπα θετική κλίση, επειδή εκπαιδεύεται πάνω σε σελίδες μάρκετινγκ και αξιολογήσεις συνεργατών προώθησης προϊόντων. Κανείς, σημείωσε, δεν εκπαιδεύει τα μοντέλα πάνω σε εμπειρίες του τύπου «το δοκίμασα για δύο εβδομάδες και ήταν κακό», με αποτέλεσμα το αρνητικό σήμα να εξαφανίζεται από το διαδίκτυο.

Φωτογραφία δύο κινητών τηλεφώνων στα οποία προβάλλονται βίντεο τεχνητής νοημοσύνης, στα οποία μαθητές και μια ηλικιωμένη γυναίκα εκφράζουν τις απόψεις τους σχετικά με τη διαδικασία μομφής κατά της αντιπροέδρου των Φιλιππινών Σάρα Ντουτέρτε. Χονγκ Κονγκ, 20 Ιουνίου 2025. Λίγες μέρες αφότου η Γερουσία των Φιλιππινών αρνήθηκε να ξεκινήσει τη δίκη μομφής, τα δύο βίντεο — το ένα υπέρ και το άλλο κατά της κίνησης αυτής — έγιναν viral. (Yan Zhao/AFP μέσω Getty Images)

 

Οι συνέπειες της έκρηξης περιεχομένου ΤΝ είναι πλέον ορατές σε αυτό που ορισμένοι αποκαλούν «ψύχωση ΤΝ», δηλαδή  αποσύνδεση από την πραγματικότητα. Αν και δεν πρόκειται για κλινική διάγνωση, ο όρος έχει εξελιχθεί σε δημοφιλή γενική περιγραφή περιπτώσεων όπου η τεχνητή νοημοσύνη ενισχύει μια ασυνήθιστη, παγιωμένη ή ακόμη και παραληρηματική αντίληψη για κάτι στον πραγματικό κόσμο.

Άτομα με ψυχικές διαταραχές ενδέχεται να είναι πιο επιρρεπή στην ανάπτυξη «ψύχωσης ΤΝ», ωστόσο το φαινόμενο δεν περιορίζεται μόνο σε αυτόν τον πληθυσμό, σύμφωνα με τον Δρα Ράγκυ Γκίργκις, καθηγητή κλινικής ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια και στο Ψυχιατρικό Ινστιτούτο της Πολιτείας της Νέας Υόρκης.

Κατά τη διάρκεια συνέντευξης στην Εθνική Ακαδημία Ιατρικής τον Μάρτιο, ο Γκίργκις ανέφερε ότι το φαινόμενο της ψύχωσης ΤΝ είναι ποσοτικά νέο και θα μπορούσε να αποδειχθεί πολύ επικίνδυνο· ωστόσο, ποιοτικά μοιάζει με όσα συμβαίνουν εδώ και δεκαετίες μετά την εμφάνιση του διαδικτύου.

Μη ρεαλιστικές προσδοκίες

Παρότι η βύθιση σε διαδικτυακές «λαγοφωλιές» γύρω από οποιοδήποτε θέμα δεν αποτελεί νέο φαινόμενο, η ΑΙ και τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα ενισχύουν δραματικά αυτό το πρόβλημα. Η στενή μίμηση της ανθρώπινης νοημοσύνης από τα σύγχρονα μοντέλα ΑΙ καθιστά ευκολότερη την εσωτερίκευση του περιεχομένου τους από τους ανθρώπους.

Τα σημάδια αυτού του φαινομένου εμφανίζονται πλέον σχεδόν σε κάθε πτυχή της καθημερινής ζωής, ορισμένες φορές με τη μορφή μη ρεαλιστικών προσδοκιών.

Ο Τζάστιν Κίλινγκσγουορθ, ιδρυτής της The Color Bar, δήλωσε στην Epoch Times ότι μία από τις μεγαλύτερες αλλαγές που έχει παρατηρήσει λόγω του κορεσμού από περιεχόμενο ΑΙ είναι η άνοδος των «συνθετικών προσδοκιών», ιδιαίτερα στη βιομηχανία ομορφιάς.

Εργαζόμενος με κομμωτήρια και εταιρείες ομορφιάς που έρχονται σε άμεση επαφή με πελάτες, βλέπει ολοένα και περισσότερους ανθρώπους να προσέρχονται με φωτογραφίες έμπνευσης που έχουν δημιουργηθεί από ΑΙ και οι οποίες δεν αντανακλούν ό,τι είναι ρεαλιστικά εφικτό σε έναν πραγματικό άνθρωπο.

Οι επαγγελματίες του χώρου, πρόσθεσε, αναγκάζονται όλο και περισσότερο να λειτουργούν όχι μόνο ως καλλιτέχνες αλλά και ως εκπαιδευτές και «συναισθηματικοί μεταφραστές», βοηθώντας τους πελάτες να κατανοήσουν τι είναι ρεαλιστικά εφικτό, προστατεύοντας παράλληλα την αυτοπεποίθηση και την εμπιστοσύνη τους.

Πέρυσι, ανάλυση του Microsoft AI for Good Lab έδειξε ότι οι άνθρωποι μπορούσαν να αναγνωρίσουν σωστά μια εικόνα παραγόμενη από ΑΙ στο 62% των περιπτώσεων.

Για τον Κουτσινιέλο, ο κίνδυνος βρίσκεται στο ότι οι άνθρωποι μπορεί να γίνουν «εξαιρετικά αποτελεσματικοί στην ταχεία κατανάλωση πληροφοριών», αφιερώνοντας όμως λιγότερο χρόνο στην αντιμετώπιση της ασάφειας, της πολυπλοκότητας ή των αντικρουόμενων απόψεων.

Ο Πέρεζ συμφώνησε με αυτή την εκτίμηση, προειδοποιώντας ότι μακροπρόθεσμα ο κίνδυνος είναι οι άνθρωποι είτε να εμπιστεύονται υπερβολικά είτε να γίνουν υπερβολικά κυνικοί.

Κάποιοι θα πιστεύουν οτιδήποτε φαίνεται καλογυαλισμένο, ενώ άλλοι θα θεωρούν ότι τα πάντα στο διαδίκτυο είναι συνθετικά και θα σταματήσουν να εμπιστεύονται ακόμη και τις έγκυρες πληροφορίες. Και τα δύο ενδεχόμενα, κατέληξε, αποδυναμώνουν την κριτική σκέψη.

Της Autumn Spredemann

Ισραήλ: Ένα μικρό κράτος με πολυτάραχη ιστορία

Το 1947, ψήφισμα του ΟΗΕ επικύρωσε την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ. Μέσα στα 79 χρόνια που έχουν περάσει από τότε, η πορεία του νεαρού αυτού κράτους της Μέσης Ανατολής έχει σημαδευτεί από ατέρμονες συγκρούσεις — όπως άλλωστε ολόκληρη η περιοχή.

Ορισμένοι βλέπουν τη μόνιμη εγκατάσταση των Εβραίων στην περιοχή ως αποικιοκρατία. Άλλοι ως εισβολή. Άλλοι ως αναγκαιότητα και άλλοι ως επιστροφή στην αρχαία τους πατρίδα, τη Γη του Ισραήλ. Το κίνημα του Σιωνισμού, κίνημα για τη δημιουργία του εβραϊκού εθνικού κράτους, έχει αντιμετωπίσει σκληρή κριτική, κυρίως από όσους συμπαρατάσσονται με τους Άραβες της Παλαιστίνης, που διεκδικούν τη γη.

Η σύγκρουση μεταξύ Αράβων και Εβραίων για τα παλαιστινιακά εδάφη είναι πολυεπίπεδη. Η πολιτική διάσταση διαπλέκεται με τη θρησκευτική και την κοινωνική, καθώς και με ιδεολογίες που ξεπερνούν τα στενά εδαφικά συμφέροντα. Τα τελευταία χρόνια, παρατηρείται σημαντική όξυνση της αντιπαλότητας και εξάπλωσή της στις δυτικές κοινωνίες, όπου εκφράζεται με εκτεταμένες κινητοποιήσεις για την «ελευθερία της Παλαιστίνης», βίαιες επιθέσεις κατά Εβραίων και εβραϊκών οργανώσεων και συγκρούσεις μεταξύ των δύο ομάδων. Η αντίδραση στην ισραηλινή πολιτική και στις ισραηλινές επιχειρήσεις στη Δυτική Όχθη μετουσιώνεται σε γενικευμένη εχθρότητα, τροφοδοτώντας αντισημιτικά αισθήματα τόσο στην Ευρώπη όσο και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι μάχες που δίνονται στον ψηφιακό κόσμο και στον κόσμο της πληροφόρησης συναγωνίζονται σε σπουδαιότητα τις αληθινές μάχες.

Στον τομέα της επικοινωνίας, τα αφηγήματα των δύο μερών συγκρούονται, προσπαθώντας να κερδίσουν τις εντυπώσεις και την κοινή γνώμη. Οι Παλαιστίνιοι διεκδικούν τη γη τους· οι Εβραίοι το ίδιο. Ποιανού είναι η γη, τελικά, και ποιος έχει το δικαίωμα να τη διαθέσει; Ο κόσμος αναγνωρίζει στους Ισραηλινούς το δικαίωμα να τη διεκδικήσουν με έννομα ή στρατιωτικά μέσα; Αναγνωρίζει στους Παλαιστινίους το δικαίωμα να εκδιώξουν τους Ισραηλινούς και να οικειοποιηθούν τα εδάφη; Είναι εθνικοαπελευθερωτικός ο αγώνας τους ή τρομοκρατία που πλήττει τον αραβικό πληθυσμό εξίσου με τον εβραϊκό; Γιατί τα χτυπήματα της Χαμάς που σκοτώνουν αμάχους δεν κατακρίνονται από τα φιλοπαλαιστινιακά κινήματα όπως καταδικάζεται η δράση του ισραηλινού στρατού; Τι γέννησε τη σύγκρουση και τι την τρέφει; Υπάρχουν απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα; Υπάρχει ελπίδα για ειρήνη στην περιοχή;

Ένας λαός με ιστορικό βάθος

Παρά τη μακρόχρονη διασπορά, που ανάγεται ήδη από τον 2 αιώνα μ.Χ., ο εβραϊκός λαός κατάφερε να διατηρήσει τη συνοχή του, τα ήθη και τα έθιμά του, καθώς και τη μνήμη της πατρίδας και το όραμα της επιστροφής σε αυτήν (αλίγια). Παρά την απώλεια του τόπου και της γλώσσας, η σταθερότητα της θρησκείας και της φυλής συντήρησε την ‘εβραϊκότητα’, η οποία συμπυκνώθηκε ξανά στην προγονική γη: τη Γη του Ισραήλ, όπως λένε οι ιουδαϊκές γραφές, αλλά και το Κοράνι.

Από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, γνωρίζουμε ότι οι Εβραίοι — οι αρχαίοι Ισραηλίτες — κατοικούσαν τη γη της Χαναάν, της Ιουδαίας και της Σαμάρειας ήδη από τον 19ο αιώνα π.Χ. Ως λαός πρέπει να ήταν γνωστός στους Έλληνες της εποχής, οι οποίοι ωστόσο δεν κάνουν ειδική αναφορά στους Εβραίους παρά τον 3ο αι. π.Χ. Ξεχώριζαν από τα άλλα σημιτικά φύλα της περιοχής κυρίως λόγω της θρησκείας τους, που μιλούσε για την ύπαρξη ενός μόνο Θεού, σε αντίθεση με τα πολυθεϊστικά συστήματα που ήταν διαδεδομένα τότε. Οι ίδιοι οι Εβραίοι περιφρουρούσαν τη διαφορετικότητά τους από τους άλλους λαούς, θεωρώντας ότι είναι ο εκλεκτός λαός του Θεού, και αποφεύγοντας τόσο τις επιμειξίες όσο και τον προσηλυτισμό. Έτσι, η θρησκεία, η φυλετική καταγωγή και η κοινωνική διάρθρωση συγκρότησαν μία ενιαία εβραϊκή/ιουδαϊκή ταυτότητα.

Το πρώτο, ενιαίο εβραϊκό βασίλειο χρονολογείται το 1000 π.Χ., την εποχή του Σαούλ, του Δαυίδ και του Σολομώντα. Οι Ασσύριοι κατέκτησαν το βόρειο βασίλειο (Ισραήλ) τον 8ο αι. π.Χ. ενώ οι Βαβυλώνιοι το νότιο (Ιουδαία) τον 6ο αι., εκδιώκοντας αμφότεροι τους κατοίκους του. Οι Εβραίοι κατόρθωσαν να ανακτήσουν τα εδάφη τους μόλις τον 2ο αι. π.Χ., γινόμενοι ωστόσο προτεκτοράτο και αργότερα επαρχία της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Τον 1ο και τον 2ο αι. μ.Χ. πραγματοποίησαν δύο εξεγέρσεις (υπάρχει αναφορά και σε τρίτη), με αποτέλεσμα οι Ρωμαίοι να τους εκδιώξουν οριστικά από την Ιερουσαλήμ και να αλλάξουν την ονομασία της περιοχής από Ιουδαία σε Παλαιστίνη Συρίας (Palaestina). Η απαγόρευση στους Εβραίους να μπαίνουν στην Ιερουσαλήμ, όπως και η καταστροφή του Ναού, πυροδότησε τη μεγάλη εβραϊκή διασπορά.

Η ονομασία «Παλαιστίνη» εμφανίζεται για πρώτη φορά στις ιστορίες του Ηροδότου τον 5ο αιώνα π.Χ., για να περιγράψει την παράλια περιοχή του Λεβάντε όπου ζούσαν οι Φιλισταίοι ή Πελέστ στα εβραϊκά, δηλαδή οι άνθρωποι που ήρθαν πέρα από τη θάλασσα. Η καταγωγή των Φιλισταίων στις μέρες μας είναι διαφιλονικούμενη, με ορισμένους να διατείνονται ότι επρόκειτο για αραβικά φύλα, προγόνους των σημερινών κατοίκων της περιοχής, ωστόσο ιστορικοί τοποθετούν την καταγωγή τους στην Κρήτη και το Αιγαίο, όπου βρέθηκαν από την Ιλλυρία.

Μια ιστορία διώξεων

Αν και εβραϊκή διασπορά υπήρχε και νωρίτερα, στα ρωμαϊκά χρόνια γενικεύτηκε. Ένα μέρος των Ισραηλιτών μετεγκαταστάθηκαν στην Ευρώπη, άλλοι σε βορειοαφρικανικές περιοχές, ενώ πολλοί παρέμειναν στα εδάφη της Μέσης Ανατολής. Σε κάθε περίπτωση, όμως, διαφύλαξαν την ταυτότητα, τη θρησκεία και τις παραδόσεις τους, παρά τις διώξεις που ακολούθησαν.

Έντονες αντί-εβραϊκές ενέργειες και αισθήματα καταγράφονται κυρίως την περίοδο του Μεσαίωνα στην Ευρώπη, ενώ η συνύπαρξή τους με τους μουσουλμάνους στις ισλαμικές κατακτήσεις χαρακτηρίζεται από μεγαλύτερη ανοχή, παρά τις διακρίσεις εις βάρος τους — όπως άλλωστε εις βάρος όλων των μη μουσουλμάνων. Οι διώξεις εναντίον τους συνεχίστηκαν και κατά την περίοδο της Αναγέννησης και αργότερα στον Διαφωτισμό. Εξαίρεση αποτέλεσαν οι νεαρές Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες με την απόκτηση της ανεξαρτησίας τους (1776) παραχώρησαν στους Εβραίους ίσα πολιτικά δικαιώματα. Το παράδειγμα τους ακολούθησε η Γαλλία, το 1791.

Ιδιαίτερα σκληρή ήταν και η στάση της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, όπου εξαπολύθηκαν πογκρόμ στις αρχές αλλά και τα τέλη του 19ου αιώνα, τα οποία επαναλήφθηκαν τον 20ό αιώνα στη Γερμανία και σε χώρες της Ανατολικής κυρίως Ευρώπης, υπό την επίδραση των ναζιστικών ιδεών, καθώς και στα νεοσύστατα αραβικά κράτη της Μέσης Ανατολής.

Το 1897 γεννιέται το κίνημα του Σιωνισμού, βασισμένο στην ιδέα της αλίγια, της ‘ανόδου’ ή επιστροφής στην Παλαιστίνη, τη Γη του Ισραήλ. Ιδρυτής του θεωρείται ο Θεόδωρος Χερτζλ, αν και οι ρίζες του βρίσκονται βαθιά στην εβραϊκή παράδοση. Η κεντρική ιδέα ήταν η ίδρυση ενός εθνικού εβραϊκού κράτους, όπου οι Εβραίοι θα είναι ασφαλείς από τις αντισημιτικές εκδηλώσεις. Με αυτόν τον στόχο ξεκίνησαν μαζικές μετακινήσεις εβραϊκού πληθυσμού προς την Παλαιστίνη. Η περιοχή αποτελούσε τότε μέρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, και τα πρώτα εδάφη αγοράστηκαν, κυρίως από Άραβες μεγαλογαιοκτήμονες αλλά και από την οθωμανική διοίκηση. Όπως καταγράφεται, οι πρώτες εγκαταστάσεις δεν προκάλεσαν ισχυρές αντιδράσεις μεταξύ του αραβικού πληθυσμού, ωστόσο η αύξηση των ροών των παλιννοστούντων Εβραίων — ευθέως ανάλογη της ανόδου του αντισημιτισμού στην Ευρώπη, ιδίως στη Γερμανία την εποχή της χιτλερικής εξουσίας — έφερε τις πρώτες συγκρούσεις.

Παράλληλα με την αλίγια, ιστορικοί σημειώνουν και μαζικές μετακινήσεις μουσουλμανικών πληθυσμών προς την οθωμανική Παλαιστίνη, όπως Κιρκασίους (οι λεγόμενοι Τσερκέζοι) από τα βόρεια σύνορα της αυτοκρατορίας όπου είχαν καταφύγει μετά την ήττα και την εκδίωξή τους από την τσαρική Ρωσία, και Βοσνίους μετά την κατάκτηση των εδαφών τους από την Αυστρο-ουγγρική Αυτοκρατορία, την ίδια περίοδο, το τελευταίο τρίτο του 19ου αιώνα.

Η Παλαιστίνη διαμέσου των αιώνων

Στο διάστημα της απώλειας της κυριαρχίας των Εβραίων επί των εδαφών της Ιουδαίας/Παλαιστίνης και της μετεγκατάστασης μεγάλου μέρους του πληθυσμού, η περιοχή άλλαξε πολλά χέρια. Η ρωμαϊκή κτήση εξελίχθηκε σε βυζαντινή, περίοδο κατά την οποία εκχριστιανίστηκε. Μετά τον 7ο αιώνα μ.Χ. κατακτήθηκε από διαδοχικά αραβικά φύλα, εξισλαμίστηκε και αποτέλεσε τμήμα διαφόρων χαλιφάτων και σουλτανάτων, με μια μικρή εμβόλιμη κατάκτηση από τους Σταυροφόρους, το 1099, που ίδρυσαν το Βασίλειο της Ιερουσαλήμ, μέχρι το 1291. Στις αρχές του 16ου αιώνα, η Παλαιστίνη ενσωματώθηκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, μέρος της οποίας παρέμεινε έως το 1917-18, οπότε και κατελήφθη από τους Βρετανούς στο πλαίσιο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Αναφέρεται ότι την ίδια περίοδο, οι βρετανικές δυνάμεις επιζήτησαν την υποστήριξη των αραβικών φυλών που κατοικούσαν στην περιοχή, παροτρύνοντάς τους να διεκδικήσουν την ανεξαρτησία τους από τους Οθωμανούς και υποσχόμενοι κυριαρχία επί των εδαφών. Ωστόσο, το 1917,  το Ηνωμένο Βασίλειο δεσμεύτηκε να υποστηρίξει και τη δημιουργία εθνικής εστίας των Εβραίων στην περιοχή, όπως σημειώνεται στη λεγόμενη Διακήρυξη Μπάλφουρ, την επιστολή που απηύθυνε ο τότε υπουργός Εξωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου Άρθουρ Τζέιμς Μπάλφουρ στον Λόρδο Ουώλτερ Ρόθτσιλδ, εξέχοντα υποστηρικτή του Σιωνιστικού κινήματος στη Βρετανία.

Με την ήττα των Οθωμανών και την ανάθεση του ελέγχου της περιοχής στους Βρετανούς το 1922 από την Κοινωνία των Εθνών, οι Βρετανοί βρέθηκαν στη δύσκολη θέση να πρέπει να τηρήσουν δύο αντικρουόμενες υποσχέσεις. Για ορισμένους, εδώ βρίσκεται και η ρίζα των συγκρούσεων μεταξύ του σύγχρονου Ισραήλ, των Παλαιστινίων και των λοιπών μουσουλμανικών κρατών.

Κατά τη διάρκεια της λεγόμενης «Βρετανικής Εντολής για την Παλαιστίνη», η οποία έληξε με την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ το 1948, η ευρύτερη περιοχή μοιράστηκε σε ζώνες επιρροής μεταξύ της Γαλλίας και της Βρετανίας (συμφωνία Σάικς-Πικώ, 1916): η πρώτη θα είχε τον έλεγχο σε Συρία και Λίβανο, ενώ η δεύτερη σε Ιράκ, Υπεριορδανία και Παλαιστίνη. Βάσει αυτού του διαχωρισμού ιδρύθηκαν μερικές δεκαετίες αργότερα και τα ομώνυμα κράτη. Το Ιράκ το 1932, η Συρία, ο Λίβανος και η Υπεριορδανία (ως Ιορδανία) το 1946, ενώ η περιοχή της Παλαιστίνης παρέμεινε υπό βρετανική εντολή μέχρι το 1948, έτος ίδρυσης του Ισραήλ. Η συμφωνία Σάικς-Πικώ έχει επικριθεί για τον τρόπο διαχωρισμού των εδαφών, που έγινε χωρίς να ληφθεί υπ’ όψιν η θρησκευτική και φυλετική συνοχή, και θεωρείται ότι έχει συμβάλει με αυτόν τον τρόπο στις ταραχές που μαστίζουν από τότε τη Μέση Ανατολή.

Μια δύσκολη ‘γέννα’ 

Στις 29 Νοεμβρίου 1947, η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ ενέκρινε πρόταση των Ηνωμένων Εθνών για τη διαίρεση της Παλαιστίνης σε ένα εβραϊκό και σε ένα αραβικό κράτος, με διεθνή διοίκηση στην Ιερουσαλήμ. Το ψήφισμα έγινε αποδεκτό από τις περισσότερες εβραϊκές οργανώσεις, ωστόσο οι αραβικές ηγεσίες το απέρριψαν θεωρώντας ότι παραχωρεί στους Εβραίους δυσανάλογα πολλά εδάφη. Παράλληλα, οριζόταν ότι οι Βρετανοί θα αποσύρονταν πλήρως από την περιοχή μέχρι την 1η Αυγούστου 1948.

Αμέσως μόλις ανακηρύχθηκε η ίδρυση του κράτους του Ισραήλ από τον Νταβίντ Μπεν Γκουριόν, στις 14 Μαΐου 1948, η Αίγυπτος, ο Λίβανος, η Συρία, η Ιορδανία και το Ιράκ εισέβαλαν στη χώρα με στόχο «να πετάξουν τους Εβραίους στη θάλασσα». Ωστόσο, οι ισραηλινές δυνάμεις επικράτησαν, κερδίζοντας μάλιστα εδάφη πλέον των ορισμένων από τον ΟΗΕ. Η συντριπτική ήττα των αραβικών δυνάμεων ονομάστηκε Νάκμπα (καταστροφή), και οδήγησε στον εκτοπισμό 750.000 Αράβων από την Παλαιστίνη. Ωστόσο, η Ιορδανία προσήρτησε τη Δυτική Όχθη και την Ανατολική Ιερουσαλήμ, και η Αίγυπτος τη Λωρίδα της Γάζας, ενώ ανάλογος αριθμός Εβραίων που ζούσαν μέχρι τότε στα γειτονικά αραβικά κράτη εκδιώχθηκαν και κατέφυγαν ως πρόσφυγες στο Ισραήλ.

Έκτοτε, οι πόλεμοι διαδέχονται ο ένας τον άλλον (1956, 1967, 1973, 1982, 2006 και 2023), με τις αλλεπάλληλες προτάσεις και διαπραγματεύσεις να καταλήγουν σε αδιέξοδο και τα εμπόδια που δυσχεραίνουν τον συμβιβασμό να πολλαπλασιάζονται και να περιπλέκονται. Οι συγκρούσεις, όπως έχει καταγραφεί, ξεκινούν συνήθως από κινήσεις των Αράβων, ωστόσο η στάση και τα αντίμετρα της ισραηλινής πλευράς (π.χ. εποικισμοί) φαίνεται να οξύνουν την αντιπαλότητα, με τη δυσπιστία να ενισχύεται με την πάροδο του χρόνου και για τις δύο πλευρές.

Από το σύνολο των συρράξεων, ξεχωρίζει ο λεγόμενος «Πόλεμος των Έξι Ημερών» (1967), ο οποίος είχε ως αποτέλεσμα να επεκτείνει τα σύνορά του το Ισραήλ, καταλαμβάνοντας τη Δυτική Όχθη, τη Λωρίδα της Γάζας, την Ανατολική Ιερουσαλήμ, τα υψίπεδα του Γκολάν (Συρία) και το Σινά (Αίγυπτος). Με εξαίρεση το Σινά, το οποίο επεστράφη στην Αίγυπτο μεταξύ 1979-1982, οι υπόλοιπες περιοχές παρέμειναν υπό ισραηλινή κατοχή, δημιουργώντας τη βάση για τις μελλοντικές συγκρούσεις και τις δύο Ιντιφάντες (εξεγέρσεις), το 1987-1993 και το 2000-2005.

Οι εβραϊκοί εποικισμοί στα κατεχόμενα εδάφη (Γάζα, Δυτική Όχθη) και η βία που τους συνοδεύει αποτελούν ενέργειες του ισραηλινού κράτους τις οποίες καταδικάζουν ακόμη και πολλοί Ισραηλινοί. Ξεκίνησαν ως «ζώνες ασφαλείας» μετά τον Πόλεμο των Έξι Ημερών, ωστόσο η ανοχή διαδοχικών κυβερνήσεων απέναντι στον εβραϊκό εθνικισμό που εκδήλωναν έντονα οι έποικοι οδήγησε σε κλιμάκωση των εντάσεων μεταξύ των δύο μερών.

Το αντίπαλο δέος (όταν η θρησκεία διαπλέκεται με την πολιτική)

Στα τέλη της δεκαετίας του 1970, καταγράφεται δραστηριοποίηση της Μουσουλμανικής Αδελφότητας στη Λωρίδα της Γάζας και στη Δυτική Όχθη. Μέλη της ιδρύουν νοσοκομεία, σχολεία και άλλους κοινωφελείς οργανισμούς, ενώ επισκέπτονται τζαμιά και πανεπιστήμια προκειμένου να προσελκύσουν νέα μέλη. Σταδιακά, άρχισαν να διαδίδουν την ιδέα του ιερού πολέμου (τζιχάντ) με στόχο την εξάλειψη του κράτους του Ισραήλ και την οικειοποίηση όλων των εδαφών. Από τη Μουσουλμανική Αδελφότητα (ισλαμιστική οργάνωση που ιδρύθηκε στην Αίγυπτο λίγο μετά την πτώση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με στόχο την αναβίωση του χαλιφάτου) ξεπήδησε η Χαμάς το 1987, με την έναρξη της πρώτης Ιντιφάντας.

Αυτό που διαφοροποιεί τη Χαμάς από τις άλλες παλαιστινιακές οργανώσεις είναι αφ’ ενός ο στρατιωτικός χαρακτήρας της με έμφαση στη θρησκεία αφ’ ετέρου η άρνησή της να αποδεχτεί την ύπαρξη εβραϊκού κράτους στην Παλαιστίνη και η δέσμευσή της στην αποκατάσταση της ισλαμικής κυριαρχίας στην περιοχή, όπως αναφέρεται και στο καταστατικό της του 1988, αλλά και στην αναθεωρημένη εκδοχή του 2017. Η οργάνωση γινόταν όλο και πιο βίαιη, ερχόμενη τελικά σε αντίθεση με οργανώσεις όπως η Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PLO), που αποδέχθηκε την ύπαρξη του Ισραήλ.

Το 2006, μετά την απόσυρση των Ισραηλινών από τη Γάζα, η Χαμάς κερδίζει στις βουλευτικές εκλογές και αποκτά πλειοψηφική συμμετοχή στο Παλαιστινιακό Νομοθετικό Συμβούλιο, ενώ τον επόμενο χρόνο επικρατεί της Φατάχ. Αν και η δημοφιλία της μεταξύ των Αράβων φθίνει μεταξύ 2007-2014, η δράση της συνεχίζεται. Προσηλωμένη στη σύγκρουση, καθοδηγεί τον πληθυσμό προς την αντιπαράθεση αντί της συμφιλίωσης, αξιοποιώντας τη διεθνή βοήθεια όχι για τη βελτίωση της ζωής αλλά στην προετοιμασία για τη σύγκρουση, όπως έχει καταγγελθεί. Με την υποστήριξη χωρών όπως το Ιράν και το Κατάρ, αλλά και τμήματος του αριστερού ιδεολογικού φάσματος δημιουργείται σιγά σιγά ένα διεθνές κίνημα για την «απελευθέρωση της Παλαιστίνης» (#FreePalestine), το οποίο εξαπλώνεται και στις δυτικές κοινωνίες. Ο διετής πόλεμος μεταξύ 2023-2025 έθρεψε το αφήγημα για το «αποικιοκρατικό, δολοφονικό» Ισραήλ, δίνοντας έμφαση στις ισραηλινές επιχειρήσεις στη Γάζα και αποσιωπώντας την αφορμή για αυτές: την επίθεση της ίδιας της Χαμάς μέσα στο Ισραήλ σε πολλαπλά σημεία που είχε ως αποτέλεσμα ~1.200 νεκρούς αμάχους και στρατιώτες, ενώ 251 Ισραηλινοί απήχθησαν και κρατήθηκαν όμηροι στη Γάζα, ορισμένοι για λίγες εβδομάδες και άλλοι για δύο σχεδόν χρόνια.

Για πολλούς αναλυτές, η σύγκρουση είναι όχι μόνο πολιτική/εδαφική αλλά και θρησκευτική, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τον ιστορικό επεκτατισμό του Ισλάμ, αλλά και την ιδεολογία του σύγχρονου πολιτικού Ισλάμ. Μελετητές  αναφέρουν ότι ο στόχος της διάδοσης του Ισλάμ βρίσκεται στις σούρες του του Κορανίου, επισημαίνοντας τις διαφορές μεταξύ των γραφών της Μέκκας και αυτών της Μεδίνα.

Γεγονός είναι ότι πλέον η αντίθεση στο εβραϊκό κράτος έχει ξεπεράσει τα όρια της Μέσης Ανατολής, αλλά και τα θρησκευτικά όρια της ισλαμικής αντίδρασης. Έχει ξεπεράσει επίσης και τα όρια της κριτικής στην πολιτική του Ισραήλ, με τις καταγγελίες για αντισημιτικές ενέργειες και αισθήματα να πολλαπλασιάζονται σε Αμερική και Ευρώπη. Οι εκδηλώσεις κατά του Ισραήλ, όπως εκφράζονται σε πολλές διαδηλώσεις, έχουν μεταβεί από έλλογη αντίθεση και διαφωνία σε τυφλή οργή και μίσος που δεν κάνει διακρίσεις μεταξύ ατόμων και πολιτικών. Η αδιαφορία και η άγνοια για τα ιστορικά γεγονότα — τόσο τα παλαιότερα όσο και τα νεότερα — διογκώνονται από το συναίσθημα που καλλιεργείται  βάσει των δεινών που το Ισραήλ φέρεται να προκαλεί στους Παλαιστινίους Άραβες.

Όπως κρίνουν ειδικοί, πρόκειται για μία επικίνδυνη τάση· επικίνδυνη ακόμη και για τις ίδιες τις δυτικές κοινωνίες.

Οι εγγενείς περιορισμοί ενός άρθρου αναγκαστικά οδηγούν σε συνοπτική παρουσίαση, γενικεύσεις, ακόμα και απλουστεύσεις και παραλείψεις, ιδίως όταν πρόκειται για σύνθετα και εκτεταμένα ζητήματα όπως η ιστορία ενός λαού. Η γράφουσα έχει υπ’ όψιν της αυτές τις αδυναμίες, ωστόσο έκρινε ότι η έστω και ελλιπής αναφορά σε ιστορικά γεγονότα που είναι απαραίτητο να γνωρίζουμε για να κρίνουμε είναι προτιμότερη από το να αποφύγει ολωσδιόλου αυτή την αναφορά. — Δ.Κ.

Χάκερ συνδεδεμένοι με το Πεκίνο παριστάνουν δημοσιογράφους για να παγιδεύσουν αντιφρονούντες

Μια νέα έρευνα της Διεθνούς Κοινοπραξίας Ερευνητών Δημοσιογράφων (ICIJ) και του ερευνητικού οργανισμού κυβερνοασφάλειας Citizen Lab φέρνει στο φως ένα εκτεταμένο δίκτυο ψηφιακής κατασκοπείας και διεθνικής καταστολής, το οποίο, σύμφωνα με τους ερευνητές, συνδέεται με κύκλους που υποστηρίζουν το Κομμουνιστικό  Κόμμα Κίνας (ΚΚΚ). Η έρευνα αποκαλύπτει ότι κυβερνο-δράστες πλαστοπροσωπούσαν δημοσιογράφους, πληροφοριοδότες, μέλη οργανώσεων και πολιτικά πρόσωπα, επιχειρώντας να παγιδεύσουν αντιφρονούντες, ερευνητές, ακτιβιστές και δημοσιογράφους με επιθέσεις ηλεκτρονικού ‘ψαρέματος’ (phishing) και ψηφιακής διείσδυσης.

Η αποκάλυψη αυτή δεν αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό. Αντιθέτως, σύμφωνα με το ICIJ και το Citizen Lab, εντάσσεται στην ευρύτερη στρατηγική διεθνικής καταστολής που εφαρμόζει το Πεκίνο τα τελευταία χρόνια, με στόχο όχι μόνο την επιτήρηση των αντιφρονούντων εντός Κίνας, αλλά και την παρακολούθηση και αποδυνάμωση όσων ασκούν κριτική στο κινεζικό καθεστώς στο εξωτερικό.

Η έκθεση, που δημοσιεύθηκε στις 30 Απριλίου 2026, έρχεται έναν χρόνο μετά το ερευνητικό πρότζεκτ China Targets του ICIJ, στο οποίο συμμετείχαν 42 διεθνή μέσα ενημέρωσης. Εκείνη η έρευνα είχε αποκαλύψει ένα παγκόσμιο σύστημα πίεσης, εκφοβισμού και παρακολούθησης που φέρεται να χρησιμοποιεί η κινεζική κυβέρνηση εναντίον αντιφρονούντων, Ουιγούρων, Θιβετιανών, ακτιβιστών του Χονγκ Κονγκ και πολιτικών προσώπων της Ταϊβάν.

Σύμφωνα με την τελευταία έρευνα, φαίνεται ότι οι επακόλουθες κυβερνοεπιθέσεις αποτελούσαν άμεση απάντηση στις αποκαλύψεις του ICIJ.

Δημοσιογράφοι ως δόλωμα

Ένα από τα πλέον ανησυχητικά στοιχεία της υπόθεσης είναι η χρήση της δημοσιογραφικής ιδιότητας ως εργαλείου εξαπάτησης. Οι επιτιθέμενοι κατασκεύαζαν ψεύτικες ταυτότητες δημοσιογράφων, δημιουργούσαν κλωνοποιημένες ιστοσελίδες που μιμούνταν γνωστά μέσα ενημέρωσης και έστελναν επαγγελματικά διατυπωμένα αιτήματα συνεντεύξεων σε στόχους υψηλού ενδιαφέροντος.

Το Citizen Lab, το οποίο λειτουργεί στο Πανεπιστήμιο του Τορόντο και θεωρείται ένας από τους κορυφαίους διεθνείς οργανισμούς έρευνας ψηφιακής παρακολούθησης, ανέφερε ότι οι δράστες χρησιμοποίησαν μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, μηνύματα μέσω LINE και ψεύτικες ιστοσελίδες που έμοιαζαν με σελίδες σύνδεσης της Google και της Microsoft.

Στόχος ήταν η κλοπή διαπιστευτηρίων μέσω OAuth phishing, μιας τεχνικής κατά την οποία το θύμα εξαπατάται ώστε να δώσει άδεια πρόσβασης σε κακόβουλες εφαρμογές που εμφανίζονται ως νόμιμες.

Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι οι επιτιθέμενοι μπορούσαν να αποκτήσουν πρόσβαση σε email, επαφές, αποθηκευμένα έγγραφα και εσωτερικές επικοινωνίες δημοσιογράφων και ακτιβιστών χωρίς να χρειάζεται να παραβιάσουν άμεσα τους λογαριασμούς τους.

Το Citizen Lab περιέγραψε την επιχείρηση ως «ευρεία και συντονισμένη εκστρατεία ψηφιακής διείσδυσης» που στόχευε άτομα και οργανισμούς «ιδιαίτερου ενδιαφέροντος για την κινεζική κυβέρνηση».

Η Ταϊβάν στο επίκεντρο

Σύμφωνα με τι ICIJ, η Ταϊβάν ήταν ένας από τους βασικότερους στόχους της επιχείρησης.

Σε μία από τις πλέον χαρακτηριστικές περιπτώσεις, οι δράστες παρίσταναν τον Γι-Σαν Τσεν [Yi-San Chen], τον αρχισυντάκτη του περιοδικού  CommonWealth της Ταϊβάν. Ο Κουοχσούν Χουνγκ [Kuochsun Hung], διευθυντής επιχειρήσεων του πολιτικού μέσου ενημέρωσης Watchout, έλαβε μηνύματα από κάποιον που ισχυριζόταν ότι ήταν ο Τσεν και ζητούσε συνεντεύξεις για ευαίσθητα πολιτικά ζητήματα.

Ο υποτιθέμενος δημοσιογράφος έστελνε συνδέσμους προς ψεύτικες ιστοσελίδες του ICIJ και συμβούλευε μάλιστα τον Χουνγκ να «προσέχει για την ασφάλεια των πληροφοριών του», μια ειρωνική αλλά ιδιαίτερα αποτελεσματική τεχνική ψυχολογικής χειραγώγησης.

Ο Χουνγκ αρνήθηκε να ανοίξει τους συνδέσμους. Αργότερα, ο ίδιος δράστης επιχείρησε να συλλέξει πληροφορίες σχετικά με τις θρησκευτικές οργανώσεις της Ταϊβάν και τη στρατηγική εθνικής ασφάλειας των Ηνωμένων Πολιτειών στην περιοχή.

Σε μια ακόμη πιο ασυνήθιστη κίνηση, ο κυβερνοδράστης προσφέρθηκε να στείλει στον Χουνγκ ένα ολοκαίνουργιο τηλέφωνο Samsung, κανονίζοντας μάλιστα παραλαβή από κατάστημα στην Ταϊπέι. Η παράδοση δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ λόγω περιορισμών του καταστήματος.

Ο Χουνγκ δήλωσε στο ICIJ: «Δεν πρόκειται για απλούς απατεώνες. Είναι κατάσκοποι με κυβερνοδυνατότητες».

Το Citizen Lab ανέφερε ότι η χρονική στιγμή αποστολής των μηνυμάτων, κυρίως κατά τις εργάσιμες ώρες Κίνας και Ταϊβάν, αποτελεί μία από τις ενδείξεις που συνδέουν την επιχείρηση με κινεζόφωνους χειριστές.

Τουλάχιστον πέντε ακόμη πρόσωπα στην Ταϊβάν, μεταξύ των οποίων ένας δημοτικός σύμβουλος και ένας βοηθός νομοθέτη, ανέφεραν παρόμοιες απόπειρες προσέγγισης.

Ψεύτικοι πληροφοριοδότες και παγίδες διαφθοράς

Οι δράστες δεν περιορίστηκαν στη μίμηση δημοσιογράφων. Σύμφωνα με το ICIJ, χρησιμοποίησαν επίσης την τακτική ψεύτικων πληροφοριοδοτών για να δελεάσουν ερευνητές και δημοσιογράφους.

Τον Ιούνιο του 2025 δημοσιογράφος του ICIJ έλαβε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, από άτομο που παρουσιαζόταν ως Μπάι Μπιν, πρώην δικαστικός βοηθός στο Πεκίνο. Ο αποστολέας ισχυριζόταν ότι είχε στην κατοχή του έγγραφα που αποκάλυπταν υπόθεση διαφθοράς ύψους 10 εκατομμυρίων δολαρίων, συνδεδεμένη με τον κορυφαίο αντικατασκοπευτικό μηχανισμό της Κίνας. Το μήνυμα ήταν γραμμένο σε άψογα αγγλικά και παρέπεμπε σε προηγούμενες έρευνες του ICIJ, ενισχύοντας την αξιοπιστία του αφηγήματος. Ακόμη πιο ανησυχητικό ήταν το γεγονός ότι το μήνυμα στάλθηκε από λογαριασμό πρώην Αμερικανού διπλωμάτη που είχε ειδίκευση στις σχέσεις ΗΠΑ-Κίνας και Ταϊβάν.  Ο δημοσιογράφος δεν άνοιξε το συνημμένο αρχείο, ωστόσο αντάλλαξε αρκετά email με τον αποστολέα, ο οποίος άρχισε να εμφανίζει σημάδια εκνευρισμού όταν είδε ότι δεν καταφέρνει να αποκτήσει πρόσβαση.

Οι ερευνητές του Citizen Lab εκτίμησαν ότι επρόκειτο για κλασική περίπτωση OAuth phishing, τεχνική που χρησιμοποιείται όλο και συχνότερα από κρατικά συνδεδεμένες ομάδες κυβερνοκατασκοπείας.

Περισσότεροι από εκατό κακόβουλοι τομείς

Το Citizen Lab εντόπισε περισσότερους από εκατό διαδικτυακούς τομείς που χρησιμοποιήθηκαν σε επιθέσεις συλλογής διαπιστευτηρίων. Οι τομείς αυτοί φιλοξενούσαν ψεύτικες σελίδες σύνδεσης που μιμούνταν γνωστές πλατφόρμες και μέσα ενημέρωσης. Τουλάχιστον δώδεκα άτομα βρέθηκαν στο στόχαστρο αυτών των επιχειρήσεων.

Οι ερευνητές αποκάλυψαν επίσης  ότι ορισμένα μηνύματα περιείχαν παραπομπές όπως «source=chatgpt.com», γεγονός που ενδέχεται να υποδηλώνει χρήση εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης για τη μαζική παραγωγή πειστικών κειμένων ηλεκτρονικού ψαρέματος. Αν και δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι χρησιμοποιήθηκε συγκεκριμένο σύστημα τεχνητής νοημοσύνης, οι ειδικοί εκτιμούν ότι η ΤΝ επιτρέπει πλέον σε ομάδες κυβερνοκατασκοπείας να δημιουργούν πιο φυσικό λόγο, καλύτερες μεταφράσεις και εξατομικευμένα μηνύματα σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα.

Οι αντιφρονούντες στο εξωτερικό ως μόνιμοι στόχοι

Η εκστρατεία δεν περιορίζεται στους δημοσιογράφους. Μεταξύ των στόχων βρίσκονται Ουιγούροι μουσουλμάνοι, Θιβετιανοί ακτιβιστές, υποστηρικτές της δημοκρατίας στο Χονγκ Κονγκ και Κινέζοι αντικαθεστωτικοί που ζουν στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική.

Ο καλλιτέχνης και ακτιβιστής Τζιανγκ Σενγκντά [Jiang Shengda], ο οποίος ζει στο Παρίσι, δήλωσε ότι μετά τη δημοσίευση της έρευνας China Targets δεχόταν δύο έως τέσσερα μηνύματα ηλ. ψαρέματος ημερησίως.

Τα μηνύματα εμφανίζονταν ως ειδοποιήσεις από σούπερ μάρκετ, ταχυδρομεία ή υπηρεσίες παράδοσης δεμάτων, όμως στην πραγματικότητα στόχευαν στην εγκατάσταση κακόβουλου λογισμικού ή στην υποκλοπή λογαριαμών. Ο Τζιανγκ ανέφερε ότι συνεργάζεται πλέον με ευρωπαϊκές αρχές ασφάλειας και βοηθά άλλους ακτιβιστές να βελτιώσουν την κυβερνοάμυνά τους.

Το ICIJ σημείωσε επίσης ότι οι επιτιθέμενοι παρίσταναν μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, σκηνοθέτες ντοκιμαντέρ και οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Το οικοσύστημα του «commercial hacking»

Παρότι οι ερευνητές δεν κατηγόρησαν επισήμως κάποια κινεζική κρατική υπηρεσία, το Citizen Lab ανέφερε ότι η επιχείρηση φέρει χαρακτηριστικά του κινεζικού οικοσυστήματος «commercial hacking», δηλαδή της μίσθωσης των υπηρεσιών μεμονωμένων ατόμων ή μίας ομάδας για να ασκήσουν κυβερνοπειρατεία για λογαριασμό τρίτων.

Πρόκειται για ένα δίκτυο ιδιωτικών εταιρειών και εργολάβων κυβερνοασφάλειας που λειτουργούν είτε για λογαριασμό κρατικών φορέων είτε σε στενή συνεργασία με αυτούς.

Τα τελευταία χρόνια αμερικανικές και ευρωπαϊκές υπηρεσίες πληροφοριών έχουν επανειλημμένα προειδοποιήσει  ότι η Κίνα χρησιμοποιεί ιδιωτικούς εργολάβους για επιχειρήσεις κατασκοπείας, παρέχοντας στο κράτος δυνατότητα άρνησης εμπλοκής.

Το Citizen Lab σημείωσε ότι η συγκεκριμένη εκστρατεία παρουσιάζει ομοιότητες με προηγούμενες κυβερνοεπιθέσεις που είχαν στοχεύσει τη βιομηχανία ημιαγωγών της Ταϊβάν, έναν τομέα κρίσιμης σημασίας για την παγκόσμια τεχνολογική αλυσίδα.

Οι ερευνητές κατέγραψαν μεταξύ άλλων:

  • Κλωνοποιημένες σελίδες σύνδεσης του ICIJ
  • Εξατομικευμένες επιθέσεις ηλ. ψαρέματος μέσω email και εφαρμογών ανταλλαγής μηνυμάτων
  • Κλοπή διαπιστευτηρίων μέσω OAuth
  • Χρήση φυσικών «δολωμάτων», όπως η αποστολή συσκευών
  • Περιεχόμενο που πιθανόν δημιουργήθηκε με τη βοήθεια τεχνητής νοημοσύνης
  • Ψηφιακή πολιορκία του Τύπου

Η Σίλλα Αλέτσι [Scilla Alecci], επικεφαλής του προγράμματος China Tatrgets του ICIJ, δήλωσε ότι η  χρονική συγκυρία  των επιθέσεων δείχνει ξεκάθαρα ότι επρόκειτο για αντίποινα μετά τις αποκαλύψεις του 2025. «Οι δημοσιογράφοι που ερευνούν αυταρχικά καθεστώτα δεν αντιμετωπίζουν πλέον μόνο νομικές απειλές ή φυσική παρακολούθηση. Βρίσκονται αντιμέτωποι με εξελιγμένες επιχειρήσεις ψηφιακής διείσδυσης», σημείωσε.

Οι οργανώσεις προστασίας της ελευθερίας του Τύπου προειδοποιούν ότι η πλαστοπροσωπία δημοσιογράφων δημιουργεί σοβαρό πρόβλημα εμπιστοσύνης. Όταν πηγές και πληροφοριοδότες δεν μπορούν να γνωρίζουν αν επικοινωνούν με πραγματικούς δημοσιογράφους ή με κυβερνοκατασκόπους, η ερευνητική δημοσιογραφία κινδυνεύει να αποδυναμωθεί δραματικά.

Για την Ταϊβάν, οι συνέπειες θεωρούνται ιδιαίτερα σοβαρές. Η χώρα βρίσκεται ήδη στο επίκεντρο πολιτικής πίεσης από το Πεκίνο, ενώ οι κυβερνοεπιθέσεις κατά δημοσιογράφων, πολιτικών και οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών θεωρούνται μέρος μιας ευρύτερης εκστρατείας αποσταθεροποίησης.

Η τεχνητή νοημοσύνη αλλάζει τo τοπίο της καταστολής

Ένα από τα πιο ανησυχητικά συμπεράσματα της έκθεσης αφορά τη χρήση εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης.

Οι ειδικοί προειδοποιούν ότι η ΤΝ επιτρέπει πλέον τη δημιουργία πειστικών μηνυμάτων ηλ. ψαρέματος σε πολλές γλώσσες, τη μίμηση δημοσιογραφικού ύφους και τη μαζική εξατομίκευση επιθέσεων με ελάχιστο κόστος.

Αυτό σημαίνει ότι αυταρχικά καθεστώτα και κρατικά συνδεδεμένες ομάδες μπορούν να διεξάγουν επιχειρήσεις παραπλάνησης και κατασκοπείας με πολύ μεγαλύτερη ταχύτητα και εμβέλεια από ό,τι στο παρελθόν.

Οι ερευνητές του Citizen Lab προειδοποιούν ότι τέτοιες πρακτικές ενδέχεται σύντομα να αποτελέσουν «κανονικό εργαλείο διεθνικής καταστολής».

Το Citizen Lab και το ICIJ καλούν δημοσιογράφους, ακτιβιστές και οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων να υιοθετήσουν αυστηρότερα μέτρα ψηφιακής ασφάλειας.

Μεταξύ των βασικών συστάσεων περιλαμβάνονται:

  • Χρήση πολυπαραγοντικής επαλήθευσης ταυτότητας
  • Αποφυγή ανοίγματος ύποπτων συνδέσμων ή συνημμένων
  • Χρήση κρυπτογραφημένων εφαρμογών επικοινωνίας
  • Τακτικός έλεγχος αδειών OAuth σε λογαριασμούς Google και Microsoft
  • Επιφυλακτικότητα απέναντι σε «δώρα» ή αποκλειστικές πληροφορίες

Ένα νέο κεφάλαιο στον παγκόσμιο κυβερνοπόλεμο

Η υπόθεση που αποκάλυψαν το ICIJ και το Citizen Lab καταδεικνύει ότι η σύγκρουση μεταξύ αυταρχικών καθεστώτων και αντιφρονούντων έχει πλέον μεταφερθεί πλήρως στον ψηφιακό χώρο.

Οι παλιές μέθοδοι φυσικής παρακολούθησης και εκφοβισμού δεν έχουν εγκαταλειφθεί, όμως πλέον συμπληρώνονται από εξελιγμένες επιχειρήσεις κυβερνοκατασκοπείας που μπορούν να διεξαχθούν διασυνοριακά, αθόρυβα και σε τεράστια κλίμακα. Το γεγονός ότι οι επιτιθέμενοι επέλεξαν να μεταμφιεστούν σε δημοσιογράφους είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικό. Αναγνωρίζουν ότι η δημοσιογραφία εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους μηχανισμούς αποκάλυψης της αλήθειας.

Παρά τις απειλές, το ICIJ δήλωσε ότι θα συνεχίσει τις έρευνές του και θα συνεργάζεται με εταίρους σε όλο τον κόσμο για την ενίσχυση της ψηφιακής άμυνας των δημοσιογράφων.

Όπως ανέφερε η οργάνωση στην ανακοίνωσή της: «Η ευθύνη να αποκαλυφθεί η αλήθεια υπερτερεί του εκφοβισμού».

Τσερνόμπιλ: Η εικόνα της καταστροφής και η πραγματικότητα

Το πραγματικό σκάνδαλο του Τσερνόμπιλ δεν είναι η έκρηξη του 1986, αλλά η τεσσαρακονταετής εκστρατεία παραπληροφόρησης που χτίστηκε πάνω σε αυτήν, σύμφωνα με ειδικούς στον τομέα της ενέργειας που μίλησαν στην εφημερίδα The Epoch Times.

Η πυρηνική καταστροφή του Τσερνόμπιλ συνοδεύεται από ευρέως διαδεδομένες αντιλήψεις, σύμφωνα με τις οποίες εκατοντάδες χιλιάδες — ακόμη και εκατομμύρια — άνθρωποι πέθαναν από καρκίνο που προκλήθηκε από την ακτινοβολία, τα οικοσυστήματα καταστράφηκαν και ολόκληρες περιοχές κατέστησαν ακατοίκητες για χιλιετίες.

Η 26η Απριλίου σηματοδότησε την 40ή επέτειο της καταστροφής. Αρκετοί ειδικοί, καθώς και η Γαλλική Ένωση για την Επιστημονική Πληροφόρηση, ένας οργανισμός που υποστηρίζεται από επιστήμονες βραβευμένους με Νόμπελ, προειδοποιούν ότι η συλλογική μνήμη για το γεγονός έχει διαμορφωθεί λιγότερο από επιδημιολογικά δεδομένα και περισσότερο από μια μακροχρόνια αφηγηματική προσπάθεια που στηρίζεται από ιδεολογικά και οικονομικά συμφέροντα.

Οι αντιλήψεις αυτές, όπως σημειώνουν οι ειδικοί, αποτελούν κατάλοιπο μιας σκόπιμης εκστρατείας παραπληροφόρησης που ξεκίνησε τη δεκαετία του 1980 και παραμένει ενεργή μέχρι σήμερα. Τονίζουν ότι οι πραγματικές συνέπειες του ατυχήματος αντιστοιχούν μόνο σε ένα πολύ μικρό μέρος όσων πιστεύει η πλειονότητα των ανθρώπων.

Τεκμηριωμένος απολογισμός υγείας

Τα βασικά ιστορικά στοιχεία προέρχονται από την Επιστημονική Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για τις Επιπτώσεις της Ατομικής Ακτινοβολίας (United Nations Scientific Committee on the Effects of Atomic Radiation – UNSCEAR) και το United Nations Chernobyl Forum, στο οποίο συμμετείχαν διάφοροι οργανισμοί του ΟΗΕ, μεταξύ των οποίων ο Διεθνής Οργανισμός Ατομικής Ενέργειας, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, η Παγκόσμια Τράπεζα, καθώς και οι κυβερνήσεις της Λευκορωσίας, της Ρωσίας και της Ουκρανίας.

Η Γαλλική Ένωση για την Επιστημονική Πληροφόρηση ανέφερε στην Epoch Times ότι το προσωπικό του σταθμού και οι πυροσβέστες που εργάστηκαν για την κατάσβεση της πυρκαγιάς δέχθηκαν τις υψηλότερες δόσεις ακτινοβολίας. Από αυτούς, 134 εμφάνισαν οξύ σύνδρομο ακτινοβολίας, 28 πέθαναν μέσα σε τρεις μήνες, ενώ οι περισσότεροι από τους υπολοίπους υπέστησαν μόνιμες βλάβες.

Οι περίπου 600.000 «εκκαθαριστές» που κινητοποιήθηκαν για την ασφάλιση της περιοχής δεν υπέστησαν άμεσες συνέπειες, αλλά μια επιδημιολογική παρακολούθηση διάρκειας 30 ετών εντόπισε αυξημένα περιστατικά λευχαιμίας, με «περίπου 4.000 άτομα μεταξύ των 600.000 πιο εκτεθειμένων (0,67%)» να αναμένεται να αναπτύξουν τη νόσο.

Σύμφωνα με τη Γαλλική Ένωση για την Επιστημονική Πληροφόρηση, σε αντίθεση με μια ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση, η μεγάλη πλειονότητα αυτών των εκκαθαριστών δεν εμφάνισε προβλήματα ιατρικής φύσεως που να συνδέονται με την έκθεσή τους.

Τάξη εγκαταλελειμμένου νηπιαγωγείου, στην έρημη πόλη Πρίπιατ, στο Τσερνόμπιλ. Ουκρανία, 25 Ιανουαρίου 2006. Το κείμενο γράφει «Δεν υπάρχει επιστροφή, αντίο Πρίπιατ» και φέρει ημερομηνία 28 Απριλίου 1986. (Daniel Berehulak/Getty Images)

 

Όσον αφορά τους ντόπιους, η UNSCEAR ανέφερε το 2018 ότι διαγνώστηκαν περίπου 20.000 περιπτώσεις καρκίνου του θυρεοειδούς μεταξύ 1991 και 2015 σε άτομα που ήταν κάτω των 18 ετών την περίοδο του ατυχήματος στην Ουκρανία, τη Λευκορωσία και τις πιο μολυσμένες περιοχές της Ρωσίας. Περίπου το 25% αυτών των περιπτώσεων αποδίδεται στην ιονίζουσα ακτινοβολία, αν και το ποσοστό αυτό έχει μεγάλο εύρος αβεβαιότητας, από 7% έως 50%.

Ωστόσο, σε κύκλους ακτιβιστών κατά της πυρηνικής ενέργειας κυκλοφορεί ένα διαφορετικό νούμερο: σχεδόν ένα εκατομμύριο πρόωροι θάνατοι (985.000) μεταξύ Απριλίου 1986 και τέλους του 2004. Το νούμερο αυτό προέρχεται από έκθεση του 2009 που ανατέθηκε και χρηματοδοτήθηκε από τη μη κυβερνητική οργάνωση Greenpeace, η οποία προειδοποιούσε ότι ο αριθμός των θυμάτων του Τσερνόμπιλ θα αυξάνεται τις επόμενες γενιές.

Για τη Γαλλική Ένωση για την Επιστημονική Πληροφόρηση, το νούμερο των 985.000 θανάτων δεν είναι ρεαλιστικό, και επισημαίνουν ότι το ζήτημα έγκειται στη μεθοδολογία που χρησιμοποιήθηκε.

Ο εκδότης της έκθεσης που χρηματοδοτήθηκε από τη Greenpeace παραδέχθηκε αργότερα το μεθοδολογικό πρόβλημα. Σε δήλωση της 7ης Νοεμβρίου 2013, συντάκτης του περιοδικού Annals of the New York Academy of Sciences επιβεβαίωσε ότι ο μεταφρασμένος τόμος δεν είχε υποβληθεί σε επίσημη επιστημονική αξιολόγηση ούτε από την Ακαδημία ούτε από οποιονδήποτε άλλο.

Η σύγκρουση συμφερόντων ήταν, σύμφωνα με τον Γάλλο ειδικό ενεργειακής πολιτικής Φαμπιέν Μπουγκλέ [Fabien Bouglé], προφανής, καθώς ο συγγραφέας ήταν επίσης επικεφαλής της Greenpeace στη Ρωσία.

Σύμβολο της ποπ κουλτούρας

Ο λόγος που τα στοιχεία αυτά δεν καταφέρνουν να περιορίσουν τον ευρύτερο φόβο οφείλεται, σύμφωνα με τους ειδικούς, σε μια διαρκή πολιτισμική παραγωγή.

Το Τσερνόμπιλ έχει καταστεί ένα πραγματικό σύμβολο, γύρω από το οποίο έχουν οργανωθεί κώδικες και μια σχεδόν τελετουργική φαντασμαγορία, σύμφωνα με τη Μυρτώ Τριπάθη, μηχανικό πυρηνικής ενέργειας, πρώην διευθύντρια πολιτικής για το κλίμα στο γαλλικό παράρτημα του Παγκόσμιου Συμφώνου των Ηνωμένων Εθνών και νυν πρόεδρο της μη κυβερνητικής οργάνωσης Voices of Nuclear.

Οι αναφορές αναπαράγονται με πολλούς τρόπους: στη λογοτεχνία, στον κινηματογράφο, σε τηλεοπτικές σειρές, βιντεοπαιχνίδια, κινούμενα σχέδια και κόμικς…

Το πιο πρόσφατο και ευρέως προβεβλημένο παράδειγμα είναι η μίνι σειρά «Chernobyl» του HBO, που διανεμήθηκε στο Netflix, την οποία ο Μπουγκλέ χαρακτηρίζει ως το πιο ολοκληρωμένο παράδειγμα «αγχωτικής μυθοπλασίας» πάνω στο θέμα.

Τον Οκτώβριο του 2025, η γαλλική ταινία «Rembrandt», χρηματοδοτημένη από το Εθνικό Κέντρο Κινηματογράφου της Γαλλίας και με πρωταγωνιστές κορυφαίους ηθοποιούς, αναπαρήγαγε όλα τα αντιπυρηνικά επιχειρήματα, αποτελώντας έναν ύμνο στον αντιπυρηνισμό.

Το αποτέλεσμα είναι ένα κοινό βαθιά συγχυσμένο ακόμη και ως προς βασικές έννοιες, όπως το γεγονός ότι η ραδιενέργεια σε χαμηλές δόσεις δεν είναι επικίνδυνη. Όπως εξήγησε η Τριπάθη, η ραδιενέργεια αποτελεί συστατικό στοιχείο της φύσης που μας περιβάλλει, μέρος του φλοιού της Γης, και όλοι οι άνθρωποι είναι σε κάποιο βαθμό ραδιενεργοί.

Αυτό που λείπει από την αντίληψη του κοινού, σημειώνει, είναι η έννοια της κλίμακας. Οι άνθρωποι κατανοούν ότι η φωτιά μπορεί να τους ζεστάνει αλλά και να προκαλέσει σοβαρά εγκαύματα· με τη ραδιενέργεια όμως δεν αντιλαμβάνονται τη διαφορά μεταξύ οξείας υπερέκθεσης και φυσικής έκθεσης.

Οι δύο ειδικοί υποστηρίζουν ότι αυτή η ιδεολογική κατασκευή δεν δημιουργήθηκε τυχαία. Πριν από το 1986, σημειώνει ο Μπουγκλέ, τα αντιπυρηνικά κινήματα στις Ηνωμένες Πολιτείες, γύρω από οργανώσεις όπως η Greenpeace, δεν είχαν στη διάθεσή τους κάποιο γεγονός-καταλύτη. Το ατύχημα του Three Mile Island το 1979 δεν είχε προκαλέσει θανάτους, σε αντίθεση με το Τσερνόμπιλ, το οποιο και λειτούργησε ως επικοινωνιακό ατού για τις αντιπυρηνικές οργανώσεις.

Η Τριπάθη εκτιμά ότι το δυτικό περιβαλλοντικό κίνημα αντλεί στοιχεία από μαλθουσιανές και αποαναπτυξιακές αντιλήψεις, με σαφείς αντικαπιταλιστικές ρίζες, στο πλαίσιο των οποίων η πυρηνική ενέργεια συνδέεται με την απόρριψη της τεχνολογικής προόδου και της βιομηχανικής ανάπτυξης. Η απόρριψη της πυρηνικής ενέργειας κατέστη συνώνυμη με την απόρριψη της βιομηχανικής καταναλωτικής κοινωνίας.

Άποψη της αίθουσας ελέγχου του κατεστραμμένου 4ου μπλοκ του πυρηνικού σταθμού του Τσερνόμπιλ. Ουκρανία, 23 Απριλίου 2026. (Sergei SUPINSKY / AFP μέσω Getty Images)

 

Ένα από τα πιο επίμονα κατάλοιπα αυτής της εκστρατείας είναι οι εικόνες μεταλλάξεων. Η ιδέα ότι η ραδιενέργεια είναι από μόνη της εξαιρετικά επικίνδυνη και ότι προκαλεί τερατώδεις μεταλλάξεις σε ζώα και ανθρώπους είναι καθαρή φαντασία χωρίς επιστημονική ή ιστορική βάση. Η Τριπάθη ανέφερε ότι σε πρόσφατη ραδιοφωνική εκπομπή ακροατής επέμεινε ότι γεννιούνταν αγελάδες με πέντε πόδια και παραμορφωμένα παιδιά, ισχυρισμοί που απέρριψε ως ψευδείς και προϊόντα καθαρής παραπληροφόρησης.

Η Γαλλική Ένωση για την Επιστημονική Πληροφόρηση δήλωσε στην Epoch Times ότι ορισμένες ομάδες που αντιτίθενται στην πολιτική πυρηνική ενέργεια διατηρούν και αξιοποιούν τον φόβο που συνδέεται με το ατύχημα για πολιτικούς σκοπούς.

Αφανείς καταστροφές

Οι ειδικοί επισημαίνουν επίσης ότι η υπερβολική εστίαση στο Τσερνόμπιλ έχει επισκιάσει βιομηχανικές καταστροφές διαφορετικής κλίμακας.

Η Τριπάθη υπενθυμίζει ότι δεκαοκτώ μήνες πριν από το Τσερνόμπιλ σημειώθηκε το ατύχημα στο Μποπάλ το 1984, με διαρροή σε εργοστάσιο φυτοφαρμάκων στην Ινδία, που προκάλεσε χιλιάδες άμεσους θανάτους και εκατοντάδες χιλιάδες έμμεσους ή καθυστερημένους θανάτους. Το χαρακτήρισε ως πιθανώς τη σοβαρότερη βιομηχανική καταστροφή στον κόσμο, κατά πολύ μεγαλύτερη από το Τσερνόμπιλ, επισημαίνοντας ότι παρόλα αυτά ελάχιστοι άνθρωποι τη γνωρίζουν.

Υπενθυμίζοντας και άλλα ατυχήματα ανάλογου μεγέθους, όπως το Σεβέζο στην Ιταλία και την έκρηξη στο λιμάνι της Βηρυτού, σημειώνει ότι το Τσερνόμπιλ αντιμετωπίζεται ως ιδιαίτερη εξαίρεση.

Ο Μπουγκλέ αναφέρθηκε και στην κατάρρευση του φράγματος Μπαντσάο στην Κίνα το 1975, με περισσότερα από 100.000 θύματα, σημειώνοντας ότι επρόκειτο για υδροηλεκτρικό έργο, δηλαδή υποδομή ανανεώσιμης ενέργειας. Όπως τόνισε, οι περισσότεροι άμεσοι θάνατοι δεν οφείλονται σε ατυχήματα σε εγκαταστάσεις πυρηνικής ενέργειας, αλλά σε εγκαταστάσεις που σήμερα θεωρούνται οικολογικές.

Ο άνθρακας, σύμφωνα με τον Μπουγκλέ, προκαλεί καθημερινά θανάτους χωρίς να προσελκύει την ίδια προσοχή, με περίπου εκατό θανάτους ανά τεραβατώρα, έναντι 0,04 από πυρηνική ενέργεια.

Η Τριπάθη εκτιμά ότι ο απολογισμός των θανάτων από τον άνθρακα στην Ευρώπη ανέρχεται σε δεκάδες χιλιάδες ετησίως, επισημαίνοντας ότι αυτό δεν αμφισβητείται. Όπως σημείωσε, αιωρούμενα σωματίδια από πολωνικούς σταθμούς άνθρακα φτάνουν έως τη Γαλλία, έχοντας μεγαλύτερο αντίκτυπο εκεί από ό,τι είχε η ραδιενέργεια από το Τσερνόμπιλ.

Ο άνθρακας συσσωρεύεται πριν φορτωθεί σε πλοία, στον τερματικό σταθμό άνθρακα RG Tanner στο Γκλάντστοουν. Κουήνσλαντ, Αυστραλία, 20 Ιανουαρίου 2012. (AAP Image/Dave Hunt)

 

Η ασυμμετρία στην προσοχή, σύμφωνα με τον Φαμπιέν Μπουγκλέ, είναι δομική και μπορεί να συγκριθεί με την περίπτωση όπου ένα αεροπορικό δυστύχημα κυριαρχεί στα πρωτοσέλιδα, ενώ αυτά που σχετίζονται με τα δίκυκλα, που είναι στατιστικά πολύ πιο επικίνδυνα, σπάνια γίνονται είδηση.

Η Τριπάθη σημείωσε επίσης ότι η μεγάλη πλειονότητα των νέων πιστεύει ακόμη και ότι η πυρηνική ενέργεια συμβάλλει στην κλιματική αλλαγή, παρότι αυτό δεν ισχύει. Όπως ανέφερε, υπάρχει σαφές χάσμα μεταξύ αντίληψης και πραγματικότητας.

Η παραμελημένη διάσταση της ασφάλειας

Όπως σημείωσε η Τριπάθη, από το δημόσιο αφήγημα έχει επίσης παραλειφθεί ο μετασχηματισμός στην ασφάλεια που προκάλεσε το Τσερνόμπιλ. Ανέφερε ότι ακόμη και ο ίδιος ο όρος «κουλτούρα ασφαλείας» εμφανίστηκε μετά το ατύχημα και ενσωματώθηκε θεσμικά στην Παγκόσμια Ένωση Διαχειριστών Πυρηνικών Εγκαταστάσεων (World Association of Nuclear Operators – WANO), η οποία χρηματοδοτείται από την ίδια τη βιομηχανία και λειτουργεί χωρίς υπερεθνική εποπτεία.

Η WANO οργανώνει αμοιβαία παρακολούθηση μεταξύ ομοτίμων, με επιτόπιες επιθεωρήσεις και αμοιβαίους ελέγχους. Η Τριπάθη εξήγησε ότι το σύστημα αυτό είναι αξιόπιστο όχι επειδή οι διαχειριστές διαθέτουν ανώτερη ηθική, αλλά επειδή η βιομηχανία έχει κατανοήσει πλήρως ότι ένα ατύχημα, οπουδήποτε στον κόσμο, την επηρεάζει στο σύνολό της.

Αναφερόμενη στο ατύχημα της Φουκουσίμα στην Ιαπωνία, το 2011, σημείωσε ότι, παρά το γεγονός ότι δεν προκάλεσε θανάτους που να συνδέονται με την ακτινοβολία, ακόμη και μετά από έναν μεγάλο σεισμό και ένα τσουνάμι που συμβαίνει μία φορά σε χιλιετία, είχε ως αποτέλεσμα να πλήξει καθοριστικά ολόκληρη την παγκόσμια πυρηνική βιομηχανία. Το συμπέρασμα είναι καθησυχαστικό, καθώς δείχνει ότι η επιβίωση της βιομηχανίας εξαρτάται από την υποδειγματική λειτουργία της.

Εργαζόμενοι στον πίνακα ελέγχου της Νέας Ασφαλούς Περίφραξης (NSC), που καλύπτει τον κατεστραμμένο τέταρτο αντιδραστήρα του πυρηνικού σταθμού του Τσερνόμπιλ. Ουκρανία, 23 Απριλίου 2026. (Sergei SUPINSKY/AFP μέσω Getty Images)

 

Τόνισε επίσης ότι αυτό το ιστορικό έχει σημασία, διότι η πολιτική πυρηνική ενέργεια δεν αποτελεί νέα τεχνολογία. Ανέφερε ότι πρόκειται για έναν κλάδο με 60 έως 80 χρόνια παρουσίας σε παγκόσμιο επίπεδο και με εξαιρετικά εκτεταμένη εμπειρία. Η τεχνολογία αυτή, παρατήρησε, έχει δοκιμαστεί σε πολύ διαφορετικές συνθήκες, για μεγάλα χρονικά διαστήματα και υπό ποικίλα οργανωτικά και πολιτικά καθεστώτα.

Σύμφωνα με την Τριπάθη, το ιστορικό αυτό καθιστά ακόμη πιο εντυπωσιακή τη δημόσια αντίληψη. Υπογράμμισε ότι το Τσερνόμπιλ παραμένει το μοναδικό ατύχημα πολιτικής πυρηνικής ενέργειας στην ιστορία της πυρηνικής ενέργειας που προκάλεσε άμεσους θανάτους. Ακριβώς επειδή αποτελεί μεμονωμένη περίπτωση μέσα σε μια κατά τα άλλα μακρά και εκτεταμένη ιστορία, έχει καταστεί το βασικό σημείο αναφοράς για τους αντιπάλους της πυρηνικής ενέργειας και, σε μεγάλο βαθμό, το μοναδικό τους επιχείρημα.

Συγκεκριμένο κόστος

Η αντιπυρηνική στάση στο εσωτερικό του περιβαλλοντικού κινήματος συνιστά δογματική ασυνέπεια για την Τριπάθη. Υποστήριξε ότι δεν μπορεί κάποιος να είναι ειλικρινής περιβαλλοντιστής, πραγματικά αφοσιωμένος στην καταπολέμηση της περιβαλλοντικής ρύπανσης, των επιπτώσεων στην υγεία των πληθυσμών και της κλιματικής αλλαγής, και ταυτόχρονα να συνεχίζει να προωθεί μια αντιπυρηνική ατζέντα, καθώς αυτό τον φέρνει σε πλήρη αντίθεση με όσα λέει η επιστήμη.

Όπως σημείωσε, το πολιτικό κόστος είναι απτό. Διερωτήθηκε πού θα βρισκόταν σήμερα ο κόσμος ως προς τον αντίκτυπο στο κλίμα και στην υγεία από την ατμοσφαιρική ρύπανση, εάν οι δυτικές χώρες είχαν βασιστεί περισσότερο στην πυρηνική ενέργεια. Έθεσε επίσης το ερώτημα αν θα εξακολουθούσαν να λειτουργούν μονάδες άνθρακα και ποιο θα ήταν το επίπεδο ευημερίας πετρελαιοπαραγωγών χωρών όπως η Ρωσία ή το Ιράν, εάν ο κόσμος δεν εξαρτιόταν από αυτές ως αποτέλεσμα της αντιπυρηνικής προπαγάνδας.

Σύμφωνα με την Τριπάθη, η επιμονή αυτής της στάσης αποτελεί το πραγματικό σκάνδαλο. Ανέφερε ότι μπορεί να κατανοήσει τον φόβο και τον πανικό που προκλήθηκαν πριν από σαράντα χρόνια, το 1986, όταν συνέβη το ατύχημα του Τσερνόμπιλ. Όμως, το γεγονός ότι τέσσερις δεκαετίες αργότερα ο δημόσιος λόγος και τα βασικά επιχειρήματα παραμένουν ακριβώς τα ίδια, με τα ίδια ψευδή στοιχεία, παραπέμπει σε μια σχεδόν μεσαιωνική δεισιδαιμονία, η οποία αγνοεί τα αποδεδειγμένα δεδομένα και τη συσσωρευμένη εμπειρία.

Καταλήγοντας, τόνισε ότι εξακολουθεί να υπάρχει ένα φαινόμενο παγκόσμιας παραπληροφόρησης γύρω από το Τσερνόμπιλ, το οποίο έχει λάβει διαστάσεις αστικού μύθου σε πλανητικό επίπεδο.

Του Etienne Fauchaire

Το δίκτυο του ΚΚΚ στη Δύση: Γιατί θεωρείται ο Καναδάς ο αδύναμος κρίκος

Περισσότεροι από 1.000 οργανισμοί στις Ηνωμένες Πολιτείες συνδέονται με το δίκτυο επιρροής του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας (ΚΚΚ), γνωστό ως «Ενιαίο Μέτωπο», σύμφωνα με δηλώσεις του προέδρου του Jamestown Foundation, Πήτερ Μάττις.

Σε συνέντευξη που παραχώρησε στην εκπομπή American Thought Leaders της Epoch Times, ο Μάττις περιέγραψε το σύστημα του Ενιαίου Μετώπου ως έναν μηχανισμό μέσω του οποίου το ΚΚΚ «προσπαθεί να ελέγξει και να κινητοποιήσει ανθρώπους εκτός της χώρας».

Η ανάλυση βασίζεται σε πρόσφατη έκθεση του Jamestown Foundation, η οποία καταγράφει ένα εκτεταμένο δίκτυο οργανώσεων σε μεγάλες δυτικές χώρες.

Η έκθεση εντοπίζει περισσότερους από 2.000 οργανισμούς με δεσμούς με το Ενιαίο Μέτωπο σε Ηνωμένες Πολιτείες, Καναδά, Ηνωμένο Βασίλειο και Γερμανία. Σύμφωνα με την έκθεση, το Κόμμα έχει αφιερώσει δεκαετίες στην καλλιέργεια οργανώσεων της κινεζικής κοινότητας στο εξωτερικό, ενσωματώνοντας τις αφηγήσεις του στην κοινωνία των πολιτών μέσω τοπικών ηγετών και θεσμών. Ακόμη και ομάδες που προηγουμένως είχαν αφιερώσει δεκαετίες στην υποστήριξη της Δημοκρατίας της Κίνας (Ταϊβάν) υψώνουν τώρα τη σημαία της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας (Κίνα). Το Κόμμα αξιοποιεί αυτό το παγκόσμιο δίκτυο για να υποστηρίξει τον πρωταρχικό του στόχο, που είναι αυτός της εθνικής αναζωογόνησης. Αυτό συνεπάγεται την ενοποίηση με την Ταϊβάν και την ανάδειξη της Κίνας σε παγκόσμιο ηγέτη όσον αφορά την εθνική ισχύ. Η εργασία στο Ενιαίο Μέτωπο, που υποστηρίζει αυτόν τον στόχο, περιλαμβάνει και την εμπλοκή σε κακόβουλες και παράνομες δραστηριότητες σε ξένες χώρες. Ομάδες του εξωτερικού με δεσμούς με το Ενιαίο Μέτωπο έχουν υποστηρίξει άμεσα την παράνομη μεταφορά τεχνολογίας, την κατασκοπεία, τη στρατολόγηση ταλέντων και την κινητοποίηση ψηφοφόρων για λογαριαμό του Πεκίνου. Αυτές οι ομάδες εμπλέκονται επίσης σε διακρατική καταστολή, παρακολούθηση, παρενόχληση ή/και εκφοβισμό εθνοτικών μειονοτήτων, αντιφρονούντων και άλλων επικριτών του Κόμματος.

Οι οργανισμοί αυτοί δραστηριοποιούνται σε ένα ευρύ φάσμα τομέων, από πολιτιστικούς συλλόγους και επιχειρηματικές ενώσεις μέχρι ακαδημαϊκά και πολιτικά δίκτυα, και συχνά λειτουργούν ανοιχτά μέσα στις κοινωνίες όπου εδρεύουν. Σύμφωνα με τον Μάττις, ο ρόλος τους δεν περιορίζεται σε πολιτιστικές ανταλλαγές, αλλά εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική «πολιτικού αγώνα» του ΚΚΚ για την προώθηση των συμφερόντων του στο εξωτερικό.

Σύμφωνα με τα στοιχεία τα έκθεσης, μόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες εντοπίζονται περίπου 967 οργανισμοί, ενώ στον Καναδά τουλάχιστον 575. Αν και οι αριθμοί είναι υψηλότεροι στις ΗΠΑ, η αναλογία ανά πληθυσμό δείχνει ότι ο Καναδάς έχει σημαντικά μεγαλύτερη πυκνότητα τέτοιων οργανώσεων. Όπως επισημαίνεται στη συνέντευξη, ο Καναδάς έχει περίπου πέντε φορές περισσότερες οργανώσεις του Ενιαίου Μετώπου ανά κάτοικο σε σύγκριση με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτό το στοιχείο έχει οδηγήσει αναλυτές να θεωρούν τη χώρα ιδιαίτερα εκτεθειμένη σε επιρροές. Το Ενιαίο Μέτωπο αποτελεί βασικό εργαλείο της κινεζικής εξωτερικής πολιτικής.

Πώς λειτουργεί το Ενιαίο Μέτωπο

Η έρευνα δείχνει ότι οι οργανισμοί αυτοί δεν είναι απαραίτητα μυστικοί. Αντίθετα, πολλές φορές δραστηριοποιούνται δημόσια προωθώντας πολιτιστικές, οικονομικές ή κοινωνικές δράσεις. Ωστόσο, διατηρούν θεσμικούς ή προσωπικούς δεσμούς με όργανα του κινεζικού κράτους, όπως το Τμήμα Εργασίας του Ενιαίου Μετώπου.

Οι δραστηριότητές τους περιλαμβάνουν:

  • Προώθηση μιας θετικής εικόνας της Κίνας
  • Ανάπτυξη επιχειρηματικών και πολιτικών σχέσεων
  • Επιρροή σε κοινότητες της κινεζικής διασποράς
  • Συμμετοχή σε δημόσιο διάλογο και πολιτικές διαδικασίες

Ο Μάττις εξηγεί ότι ο Καναδάς αντιμετωπίζεται ως στρατηγικός στόχος. Ο βασικός λόγος είναι ότι, σε σύγκριση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, υπήρξε λιγότερη θεσμική αντίδραση και έλεγχος απέναντι σε τέτοιες οργανώσεις. Αυτό επέτρεψε στα δίκτυα του Ενιαίου Μετώπου να λειτουργούν πιο ανοιχτά και με μεγαλύτερη άνεση. «Αυτές οι ομάδες δεν χρειάστηκε ποτέ πραγματικά να κρυφτούν… μπορούσαν απλώς να κινούνται και να λειτουργούν», σημειώνει, υπογραμμίζοντας ότι στο καναδικό περιβάλλον υπήρξε λιγότερος έλεγχος. Παράλληλα, η στενή οικονομική και γεωπολιτική διασύνδεση του Καναδά με τις ΗΠΑ τον καθιστά ελκυστική πύλη για επιρροή σε ευρύτερο επίπεδο. Αναλύσεις υποστηρίζουν ότι η χώρα μπορεί να λειτουργήσει ως πλατφόρμα πρόσβασης σε τεχνολογία, πολιτικά δίκτυα και αγορές της Βόρειας Αμερικής. Ο Μάττις χαρακτηρίζει τον Καναδά ως «το μαλακό υπογάστριο» των Ηνωμένων Πολιτειών και του ΝΑΤΟ, εξηγώντας ότι η γεωπολιτική του θέση και οι θεσμικές του αδυναμίες τον καθιστούν ιδιαίτερα ελκυστικό στόχο.

Ένα από τα σημεία της συνέντευξης αφορά τη σχέση αυτών των οργανώσεων με πολιτικά πρόσωπα. Ο Μάττις υποστηρίζει ότι υπάρχουν περιπτώσεις όπου υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι, γερουσιαστές ή βουλευτές εμφανίζονται σε δίκτυα του Ενιαίου Μετώπου. Αν και δεν τεκμηριώνονται παράνομες ενέργειες, οι διασυνδέσεις αυτές εγείρουν ερωτήματα σχετικά με την επιρροή ξένων παραγόντων στις δημοκρατικές διαδικασίες.

Σύμφωνα με την έκθεση του Jamestown Foundation, η διαδικασία που ακολουθά το Ενιαίο Μέτωπο αποτελείται από τέσσερα κύρια στάδια:

  • Εντοπισμός στόχων και οργανώσεων
  • Ανάπτυξη σχέσεων μέσω επαφών και ανταλλαγών
  • Ενίσχυση δεσμών με την πάροδο του χρόνου
  • Προώθηση αφηγήσεων ευθυγραμμισμένων με το Πεκίνο

Σε πολλές περιπτώσεις, οι δραστηριότητες αυτές παρουσιάζονται ως νόμιμες πρωτοβουλίες της κοινωνίας των πολιτών, ενώ ο ρόλος του κινεζικού κράτους παραμένει λιγότερο ορατός.

Η συνέντευξη του Πήτερ Μάττις και η έκθεση του Jamestown Foundation σκιαγραφούν ένα εκτεταμένο και πολυεπίπεδο δίκτυο επιρροής του ΚΚΚ στη Δύση. Ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν αρχίσει να αντιμετωπίζουν πιο ενεργά το ζήτημα, ο Καναδάς παραμένει πιο εκτεθειμένος, λειτουργώντας ως κρίσιμος κόμβος σε μια ευρύτερη στρατηγική γεωπολιτικής επιρροής.

Δικαστική μάχη για τη γλυφοσάτη και πολιτικές αντιδράσεις στις ΗΠΑ

Μια υπόθεση με ευρείες νομικές, οικονομικές και πολιτικές προεκτάσεις εκδικάζεται στις 27 Απριλίου στο Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών, με επίκεντρο τη χρήση της γλυφοσάτης και την ευθύνη της Monsanto — θυγατρικής της Bayer — απέναντι σε καταναλωτές που υποστηρίζουν ότι η υγεία τους υπέστη σοβαρές βλάβες. Την ίδια στιγμή, έξω από το δικαστήριο, υποστηρικτές του κινήματος Make America Healthy Again (MAHA) συγκεντρώνονται στη διαδήλωση «People vs. Poison», ασκώντας πίεση για αυστηρότερη ρύθμιση των χημικών στη γεωργία.

Η υπόθεση Monsanto Co. κατά Τζον Ντάρνελ (John Durnell) αφορά έναν κάτοικο του Μιζούρι, ο οποίος, έπειτα από χρόνια χρήσης του ζιζανιοκτόνου Roundup, εμφάνισε λέμφωμα μη-Hodgkin. Ένορκοι κατέληξαν ομόφωνα στο συμπέρασμα ότι η έκθεση στη γλυφοσάτη προκάλεσε την ασθένεια και επιδίκασαν αποζημίωση 1,25 εκατομμυρίων δολαρίων, κρίνοντας ότι η Monsanto δεν προειδοποίησε επαρκώς για τον κίνδυνο καρκίνου, όπως ορίζει η νομοθεσία της πολιτείας.

Η εταιρεία προσέφυγε στο Ανώτατο Δικαστήριο, υποστηρίζοντας ότι η απόφαση βασίστηκε σε εσφαλμένη εφαρμογή της αρχής της υπερίσχυσης, σύμφωνα με την οποία το ομοσπονδιακό δίκαιο υπερισχύει του δικαίου των πολιτειών όταν υπάρχει σύγκρουση. Οι δικηγόροι της Monsanto υποστήριξαν ότι η απόφαση προϋπέθετε ότι η πολιτεία απαιτούσε προειδοποίηση την οποία η Υπηρεσία Προστασίας Περιβάλλοντος των ΗΠΑ (Environmental Protection Agency – EPA) είχε ήδη κρίνει ατεκμηρίωτη και περιττή.

Το λογότυπο της Monsanto στις εγκαταστάσεις παραγωγής και στο κέντρο λειτουργιών της στη Λιλ. Βέλγιο, 24 Μαΐου 2016. (John Thys/AFP μέσω Getty Images)

 

Η EPA έχει εγκρίνει τη χρήση της γλυφοσάτης από το 1974, υποστηρίζοντας ότι η ουσία δεν προκαλεί καρκίνο, χαρακτηρίζοντας «απίθανο» να είναι καρκινογόνος. Η ρυθμιστική αυτή στάση αποτελεί βασικό πυλώνα της υπερασπιστικής γραμμής της εταιρείας, η οποία επικαλείται επίσης τον Ομοσπονδιακό Νόμο για Εντομοκτόνα, Μυκητοκτόνα και Τρωκτικοκτόνα, υποστηρίζοντας ότι περιορίζει τη δυνατότητα των πολιτειών να επιβάλλουν πρόσθετες απαιτήσεις προειδοποίησης.

Ωστόσο, επιστημονικοί και διεθνείς οργανισμοί έχουν εκφράσει διαφορετική άποψη. Η Διεθνής Υπηρεσία Έρευνας για τον Καρκίνο του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας κατέταξε το 2015 τη γλυφοσάτη ως πιθανώς καρκινογόνο για τον άνθρωπο, ενώ χώρες όπως η Γαλλία, η Γερμανία και η Βραζιλία έχουν επιβάλει περιορισμούς στη χρήση της. Παράλληλα, εκατοντάδες τοπικές αρχές στις Ηνωμένες Πολιτείες έχουν υιοθετήσει ανάλογα μέτρα.

Η ουσία αποτελεί βασικό εργαλείο της σύγχρονης γεωργίας, καθώς χρησιμοποιείται ευρέως για την καταπολέμηση ζιζανίων και την προετοιμασία των καλλιεργειών πριν από τη συγκομιδή. Οι καλλιέργειες που είναι ανθεκτικές στη γλυφοσάτη καλύπτουν την πλειονότητα των καλλιεργειών καλαμποκιού, σόγιας και βαμβακιού, ενώ μέσω της Monsanto η Bayer είναι ο μοναδικός παραγωγός της ουσίας στις Ηνωμένες Πολιτείες. Σύμφωνα με τη μελέτη Global Glyphosate Study, πρόκειται για το πιο διαδεδομένο ζιζανιοκτόνο στην ιστορία.

Η υπόθεση Ντάρνελ εντάσσεται σε ένα ευρύτερο κύμα δικαστικών διεκδικήσεων. Χιλιάδες άτομα έχουν στραφεί κατά της Monsanto, υποστηρίζοντας ότι δεν προειδοποιήθηκαν επαρκώς για τους κινδύνους. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Ντηγουέιν «Λη» Τζόνσον (Dewayne ‘Lee’ Johnson), που έλαβε αρχικά αποζημίωση 289 εκατομμυρίων δολαρίων, η οποία μειώθηκε στη συνέχεια σε 20,5 εκατομμύρια.

Ο ενάγων Ντηγουέιν Τζόνσον μετά την ανακοίνωση της απόφασης για την υπόθεσή του κατά της Monsanto στο Ανώτερο Δικαστήριο της Καλιφόρνια. Σαν Φρανσίσκο, 10 Αυγούστου 2018. (Josh Edelson/AFP μέσω Getty Images)

 

Αντίστοιχα, ένορκοι επεδίκασαν στην Αλμπέρτα και τον Άλβα Πίλιοντ (Alberta και Alva Pilliod) δεκάδες εκατομμύρια δολάρια ως αποζημίωση και ένα δισεκατομμύριο δολάρια ως ποινικές αποζημιώσεις το 2017. Και οι δύο είχαν διαγνωστεί με λέμφωμα μη-Hodgkin έπειτα από δεκαετίες χρήσης του Roundup. Μετά από αιτήματα της Monsanto για νέα δίκη, επιτεύχθηκε τελικά συμφωνία βάσει της οποίας η Αλμπέρτα Πίλιοντ έλαβε πάνω από 56 εκατομμύρια δολάρια και ο Άλβα Πίλιοντ πάνω από 30 εκατομμύρια δολάρια.

Περισσότερα χρήματα ενδέχεται να δοθούν σε ενάγοντες όπως ο Τζόνσον, καθώς η Bayer πρότεινε τον Φεβρουάριο συμβιβασμό συλλογικής αγωγής σε εθνικό επίπεδο έως και 7,25 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Ο συμβιβασμός θα επιλύσει όλες τις τρέχουσες και μελλοντικές αξιώσεις που υποστηρίζουν ότι η έκθεση στο Roundup προκάλεσε λέμφωμα μη-Hodgkin. Νωρίτερα, το 2020, η Bayer είχε συμφωνήσει σε ξεχωριστό συμβιβασμό ύψους δέκα δισεκατομμυρίων δολαρίων για αξιώσεις που σχετίζονται με λέμφωμα μη-Hodgkin.

Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου αναμένεται να επηρεάσει περισσότερους από 100.000 ενάγοντες. Ο δικηγόρος Άνχελ Ρέγιες εκτίμησε ότι ενδεχόμενη απόφαση υπέρ της Bayer θα λειτουργήσει ως ισχυρή νομική προστασία για τις εταιρείες, περιορίζοντας σημαντικά τη δυνατότητα των πολιτών να προσφεύγουν στη Δικαιοσύνη.

Η κοινότητα του MAHA παίρνει θέση

Παράλληλα με τη δικαστική διαδικασία, η κινητοποίηση του MAHA αναδεικνύει τις πολιτικές και κοινωνικές διαστάσεις του ζητήματος. Η διοργανώτρια Βάνι Χάρι (Vani Hari), υποστηρίκτρια του MAHA και επίσης γνωστή στο διαδίκτυο ως «Food Babe», τόνισε ότι στη συγκέντρωση συμμετέχουν άνθρωποι από κάθε κοινωνική ομάδα και υπογράμμισε την ανάγκη διασφάλισης μιας τροφικής αλυσίδας χωρίς επιβλαβείς ουσίες. Όπως ανέφερε, το κίνημα επιδιώκει να αναδείξει τις επιπτώσεις της χρήσης της γλυφοσάτης στη γεωργική γη, στους αγρότες και στις επόμενες γενιές.

Η Βάνι Χάρι στην κουζίνα με τον γιο της, Φίνλεϋ. (Susan Stripling)

 

Η Κέλλυ Ράιερσον (Kelly Ryerson), γνωστή ως «Glyphosate Girl» και ιδρυτικό μέλος της American Regeneration, εξέφρασε την εκτίμηση ότι η κυβέρνηση Τραμπ αναγνωρίζει τη σημασία της εκλογικής βάσης του MAHA και επιδιώκει να διατηρήσει ανοιχτή επικοινωνία, αν και παραδέχθηκε ότι οι αντιδράσεις που προκάλεσαν οι πρόσφατες πολιτικές ενδέχεται να μην γεφυρωθούν εύκολα.

Η Κέλλυ Ράιερσον, γνωστή ως «Glyphosate Girl», ταξιδεύει σε όλες τις Ηνωμένες Πολιτείες προωθώντας τις θέσεις του κινήματος Make America Healthy Again, μεταξύ των οποίων και η αντίθεση στην παροχή νομικής ασυλίας στους κατασκευαστές φυτοφαρμάκων. (Ευγενική παραχώρηση της Kelly Ryerson)

 

Το κίνημα MAHA, με διακομματική βάση ψηφοφόρων, εστιάζει σε ζητήματα όπως οι χρόνιες ασθένειες, τα υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα, η επιρροή των εταιρειών στις δημόσιες υγειονομικές πολιτικές και οι περιβαλλοντικές τοξίνες. Οι υποστηρικτές του θεωρούν θετικές ορισμένες πρωτοβουλίες του υπουργού Υγείας Ρόμπερτ Φ. Κέννεντυ, όπως η σταδιακή κατάργηση τεχνητών χρωστικών, οι αλλαγές σε επιτροπές εμβολίων και η αναθεώρηση πολιτικών για την ασφάλεια τροφίμων.

Ωστόσο, το εκτελεστικό διάταγμα του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ τον Φεβρουάριο, το οποίο χαρακτηρίζει τη γλυφοσάτη κρίσιμη για την αγροτική παραγωγή και την εθνική άμυνα και προβλέπει αύξηση της παραγωγής της, προκάλεσε έντονες αντιδράσεις. Το διάταγμα στοχεύει επίσης στην παροχή νομικής προστασίας στην Bayer, γεγονός που ανησυχεί τους υποστηρικτές του MAHA.

Ο Ρόμπερτ Φ. Κέννεντυ υπερασπίστηκε δημόσια την απόφαση, τονίζοντας ότι προτεραιότητα αποτελεί η εθνική ασφάλεια και η επάρκεια τροφίμων, ενώ αναγνώρισε την ανάγκη μείωσης της εξάρτησης από εισαγωγές και σταδιακής μετάβασης σε εναλλακτικές γεωργικές πρακτικές. Σε συνέντευξή του, ωστόσο, έχει εκφράσει επιφυλάξεις για την πολιτική αυτή, σημειώνοντας ότι έχει αφιερώσει δεκαετίες στην καταπολέμηση των φυτοφαρμάκων, τα οποία θεωρεί επικίνδυνα.

Στο πολιτικό πεδίο, οι βουλευτές Τόμας Μάσσι (R-Ky.) και Τσέλλι Πίνγκρι (D-Maine) έχουν ενώσει δυνάμεις για την προώθηση τροπολογίας που αφαιρεί νομική ασυλία από τις χημικές εταιρείες. Η Πίνγκρι υποστήριξε ότι οι εταιρείες πρέπει να λογοδοτούν όταν τα προϊόντα τους προκαλούν βλάβες, ενώ ο Μάσσι κατήγγειλε ισχυρή επιρροή λομπιστών της Bayer σε όλα τα επίπεδα της κυβέρνησης, επισημαίνοντας ότι έχουν δαπανηθεί εκατομμύρια δολάρια για να αποφύγει η εταιρεία τη νομική ευθύνη.

Ο Μάσσι υπογράμμισε επίσης ότι το Σύνταγμα εγγυάται το δικαίωμα των πολιτών σε δίκη και κάλεσε τους συναδέλφους του να αντισταθούν σε πιέσεις για παροχή ασυλίας στις εταιρείες.

Ο βουλευτής Τόμας Μάσσι (R-Ky.) θέτει ερωτήσεις προς τη γενική εισαγγελέα των ΗΠΑ Παμ Μπόντι σχετικά με τα αρχεία Έπσταϊν, ενώπιον της Επιτροπής Δικαιοσύνης της Βουλής στο Καπιτώλιο. Ουάσιγκτον, 11 Φεβρουαρίου 2026. (Win McNamee/Getty Images)

 

Από την πλευρά της κυβέρνησης, ο γενικός νομικός εκπρόσωπος των ΗΠΑ Ντ. Τζον Σάουερ (D. John Sauer) υποστήριξε τη θέση της Monsanto ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου, επισημαίνοντας ότι η EPA έχει τον τελικό λόγο ως προς τις προειδοποιήσεις και ότι η ύπαρξη διαφορετικών κανόνων σε επίπεδο πολιτειών θα υπονόμευε την ενιαία εφαρμογή του νόμου.

Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου αναμένεται να αποτελέσει σημείο καμπής, καθώς θα καθορίσει όχι μόνο την έκβαση της υπόθεσης Νταρνέλ, αλλά και το μέλλον των αγωγών κατά της Monsanto, τη δυνατότητα των πολιτών να διεκδικούν αποζημιώσεις και τη συνολική κατεύθυνση της αγροτικής και περιβαλλοντικής πολιτικής στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Των Troy Myers, Jacob Burg και Jeff Louderback

Γιατροί και ευρωβουλευτές προειδοποιούν για τις εξαναγκαστικές αφαιρέσεις οργάνων στην Κίνα

Γιατροί και ευρωβουλευτές από την Ευρωπαϊκή Ένωση κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για τις εξαναγκαστικές αφαιρέσεις οργάνων στην Κίνα, με τη Γερμανίδα ευρωβουλευτή του AfD, Κριστίν Άντερσον, να υποστηρίζει ότι η χώρα έχει «τελειοποιήσει το σύστημα» μέσω της καταπίεσης μειονοτήτων.

Η Άντερσον χαρακτήρισε την πρακτική των εξαναγκαστικών αφαιρέσεων οργάνων ως «μέγιστη παραβίαση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας» και κάλεσε την Ευρωπαϊκή Ένωση να δράσει με βάση τις σχετικές αναφορές. Οι δηλώσεις αυτές έγιναν στις 21 Απριλίου, σε συνέδριο για την ηθική των μεταμοσχεύσεων που διοργανώθηκε από την ίδια και την ομάδα «Ευρώπη των Κυρίαρχων Εθνών» στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις Βρυξέλλες.

Στην εισαγωγική της τοποθέτηση, η Άντερσον ανέφερε ότι οι εξαναγκαστικές αφαιρέσεις οργάνων πλήττουν «τον ίδιο τον πυρήνα των κοινών μας αξιών, δηλαδή την προστασία της ανθρώπινης ζωής, την ακεραιότητα της ιατρικής και την προάσπιση των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της σωματικής αυτονομίας».

Εν συνεχεία, παρουσίασε δύο ομιλητές: τον Δρα Τρέβορ Στάμερς, πρώην αναπληρωτή καθηγητή ιατρικής ηθικής στο St. Mary’s University στο Ηνωμένο Βασίλειο και συγγραφέα του έργου «The Ethics of Global Organ Acquisition» («Η ηθική της παγκόσμιας συλλογής οργάνων»), καθώς και τον Δρα Αντρέας Βέμπερ, χειρουργό τραύματος, πρώην συνεργάτη του Γερμανικού Ιδρύματος Μεταμοσχεύσεων και νυν αναπληρωτή διευθυντή της οργάνωσης Doctors Against Forced Organ Harvesting Europe (Γιατροί Κατά των Εξαναγκαστικών Αφαιρέσεων Οργάνων Ευρώπης).

Αποδεικτικά στοιχεία 

Ο Δρ Βέμπερ αφιέρωσε την παρουσίασή του σε αυτό που περιέγραψε ως συστηματική πρακτική προμήθειας οργάνων από κρατούμενους συνείδησης στην Κίνα και, για να αντικρούσει τον ισχυρισμό του Πεκίνου ότι τέτοιες κατηγορίες είναι αβάσιμες, παρουσίασε πέντε άξονες αποδεικτικών στοιχείων: μαρτυρίες αυτοπτών μαρτύρων, ετήσιους αριθμούς μεταμοσχεύσεων, στατιστικές ανωμαλίες στο κινεζικό σύστημα κατανομής οργάνων COTRS, εξαιρετικά σύντομους χρόνους αναμονής για μόσχευμα και τη ραγδαία επέκταση των υποδομών μεταμοσχεύσεων, η οποία, σύμφωνα με τον ίδιο, αυξήθηκε κατά οκτώ φορές μεταξύ 2006 και 2015.

Ανέφερε ότι σε χώρες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, το Ηνωμένο Βασίλειο ή η Δανία περίπου το 1% των εγγεγραμμένων στις λίστες δωρεάς οργάνων καταλήγει σε μεταμόσχευση, ενώ στην Κίνα το ποσοστό φτάνει το 12%. Αυτό συνεπάγεται ένα σύστημα περίπου 1.100% πιο αποτελεσματικό, κάτι που χαρακτήρισε εξαιρετικά ύποπτο και καθόλου ρεαλιστικό.

Όπως παρατήρησε, οι χρόνοι αναμονής στην Κίνα, που σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να ήταν μόνο μία ή δύο ημέρες για διπλή μεταμόσχευση πνευμόνων κατά την περίοδο της πανδημίας COVID-19, αντιπαραβάλλονται με καθυστερήσεις περίπου μισού έτους στις Ηνωμένες Πολιτείες και δύο ή τριών ετών στη Γερμανία.

Αναφέρθηκε, επίσης, στην περίπτωση Γερμανού ασθενούς με σπάνια ομάδα αίματος και ιστορικό αλκοολισμού, ο οποίος, αδυνατώντας να λάβει ήπαρ μέσω του Eurotransplant, ταξίδεψε τρεις φορές στην Κίνα και υποβλήθηκε σε τρεις μεταμοσχεύσεις, με κόστος περίπου 400.000 δολάρια η καθεμία. Μολονότι οι μεταμοσχεύσεις απέτυχαν, τα ποσά καταδεικνύουν την οικονομική δυναμική μιας βιομηχανίας που, σύμφωνα με τον ίδιο, ανέρχεται στα 9 δισεκατομμύρια δολάρια.

Ο Δρ Αντρέας Βέμπερ, στις 21 Απριλίου, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις Βρυξέλλες. (Fabian Wiesinger/Παραχώρηση του ESN)

 

Ο Δρ Βέμπερ επεσήμανε ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει υιοθετήσει τρία ψηφίσματα για το ζήτημα και ότι το 2021 ειδικοί των Ηνωμένων Εθνών για τα ανθρώπινα δικαιώματα εξέφρασαν ανησυχία για αναφορές εξαναγκαστικών αφαιρέσεων οργάνων που στοχεύουν ασκούμενους του Φάλουν Γκονγκ, χριστιανούς, Θιβετιανούς και Ουιγούρους που κρατούνται στην Κίνα, επισημαίνοντας ότι καμία από τις δύο πλευρές δεν προχώρησε σε ουσιαστική δράση.

Παράλληλα, και οι δύο θεσμοί έχουν ζητήσει από το Πεκίνο να επιτρέψει ανεξάρτητη παρακολούθηση των αναφορών για συστηματικές, κρατικά εγκεκριμένες καταχρήσεις, ωστόσο το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (ΚΚΚ) επανειλημμένα αρνείται.

Ηθική παρακμή

Ο Δρ Βέμπερ υποστήριξε ότι υπάρχει σύμπτωση συμφερόντων, καθώς γιατροί, μεσάζοντες και διοικητικά στελέχη νοσοκομείων ενεργούν με γνώμονα το κέρδος, ενώ το ΚΚΚ διατηρεί στρατηγικό ενδιαφέρον στη χρήση των μεταμοσχεύσεων για την εξάλειψη του Φάλουν Γκονγκ, όπως σημείωσε.

Το Φάλουν Γκονγκ, γνωστό και ως Φάλουν Ντάφα, είναι μία πνευματική άσκηση που βασίζεται στις αρχές της αλήθειας, της καλοσύνης και της ανεκτικότητας. Παρουσιάστηκε στο κοινό στις αρχές της δεκαετίας του 1990, αποκτώντας ευρεία απήχηση που έφτασε, σύμφωνα με επίσημες εκτιμήσεις της εποχής, τα 70 έως 100 εκατομμύρια ασκούμενους. Τον Ιούλιο του 1999, το ΚΚΚ, θεωρώντας ότι η δημοτικότητά του απειλούσε την εξουσία του, εξαπέλυσε εκστρατεία για την εξάλειψή του, με αποτέλεσμα ασκούμενοι να φυλακίζονται, να κρατώνται σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας, να υφίστανται πλύση εγκεφάλου και βασανιστήρια, χάνοντας τη ζωή τους σε πολλές περιπτώσεις.

Κατά τον Δρα Βέμπερ, έχουν κατασκευαστεί εννέα κέντρα μεταμοσχεύσεων μόνο στην περιοχή του Σιντζιάνγκ, καθώς η ζήτηση από τη Μέση Ανατολή για «χαλάλ όργανα» έχει δημιουργήσει ειδική αγορά για όργανα μουσουλμάνων Ουιγούρων. Όπως τόνισε, η μεγαλύτερη απειλή για την ιατρική κοινότητα και την ανθρωπότητα συνολικά είναι η ηθική παρακμή.

Ο Δρ Βέμπερ κάλεσε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να λάβει δημόσια θέση και να προχωρήσει σε έρευνες στην Κίνα.

Ο Δρ Στάμερς, από την πλευρά του, εστιάζοντας κυρίως στα συστήματα συναίνεσης στη Δύση, παρουσίασε το παγκόσμιο εμπόριο οργάνων ως αποτέλεσμα συστημικής έλλειψης και αδύναμης λογοδοσίας, υπενθυμίζοντας ότι σε συζήτηση στο Σύδνεϋ περίπου πριν από μία δεκαετία ένας Αυστραλός χειρουργός μεταμοσχεύσεων, που είχε μόλις επιστρέψει από εκπαιδευτική επίσκεψη στην Κίνα, φάνηκε εμφανώς αμήχανος όταν τέθηκε το ζήτημα των καταγγελιών για τις πρακτικές μεταμοσχεύσεων στην Κίνα.

Προειδοποίησε επίσης ότι τα συστήματα τεκμαιρόμενης συναίνεσης δεν αποτελούν λύση στο πρόβλημα της έλλειψης δοτών, εξηγώντας ότι η επιτυχία της Ισπανίας δεν οφείλεται στη νομοθεσία αλλά σε εξειδικευμένες νοσοκομειακές υποδομές που αξιοποιούν κάθε εθελοντική δωρεά.

Ζήτημα προτύπων

Ερωτηθείσα αν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα μπορούσε να εισαγάγει νομοθεσία παρόμοια με το νομοσχέδιο που κατέθεσε τον Μάρτιο ο γερουσιαστής Τεντ Κρουζ, το οποίο προβλέπει κυρώσεις σε άτομα που έχουν εν γνώσει τους και άμεσα εμπλακεί ή διευκολύνει εξαναγκαστικές αφαιρέσεις οργάνων στην Κίνα, η Άντερσον εμφανίστηκε επιφυλακτική.

Κατά την άποψη της, αυτό δεν είναι εφικτό προς το παρόν, καθώς το Κοινοβούλιο διατηρεί έντονη αριστερή κλίση και προτιμά να μην προσβάλει την Κίνα αντί να πράξει το ορθό — αν και σημείωσε ότι θα ήταν μια θετική ενέργεια.

Η ευρωβουλευτής Κριστίν Άντερσον, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Βρυξέλλες, 21 Απριλίου. (Fabian Wiesinger/Παραχώρηση του ESN)

 

Σε συνέντευξή της στην εφημερίδα The Epoch Times, η Άντερσον ανέφερε ότι η Κίνα έχει «τελειοποιήσει το σύστημα των αφαιρέσεων οργάνων μέσω της απανθρωποποίησης μειονοτήτων, της φυλάκισής τους, της αποστολής τους σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας και της αφαίρεσης των οργάνων τους».

Χαρακτήρισε τα στοιχεία συγκλονιστικά και διερωτήθηκε από πού προέρχονται τα όργανα, εκτιμώντας ότι είτε τα στοιχεία αλλοιώνονται είτε έχουν βρεθεί άλλοι τρόποι συλλογής.

Αναφερόμενη στο σύστημα τεκμαιρόμενης συναίνεσης στη Γερμανία, κατήγγειλε ότι συνιστά πλήρη υπονόμευση της σωματικής αυτονομίας, εξηγώντας ότι πλέον το κράτος απαιτεί από τους πολίτες να δηλώσουν ρητά ότι δεν επιθυμούν να δωρίσουν τα όργανά τους, επισημαίνοντας ότι ακόμη και αυτό δεν αποτελεί εγγύηση.

Η Άντερσον δήλωσε ότι εφόσον τα όργανα έχουν μετατραπεί σε εμπορεύσιμο αγαθό, το ίδιο συμβαίνει και με τους ανθρώπους.

Του Etienne Fauchaire

Η αόρατη γεωπολιτική περικύκλωση της Κίνας

Στον σύγχρονο κόσμο, η ισχύς δεν καθορίζεται μόνο από στρατούς και οικονομίες, αλλά από τον έλεγχο των θαλάσσιων αρτηριών που τροφοδοτούν την παγκόσμια οικονομία. Για την Κίνα, τη μεγαλύτερη βιομηχανική δύναμη και τον μεγαλύτερο εισαγωγέα ενέργειας, αυτά τα σημεία αποτελούν υπαρξιακή ευπάθεια.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες, ως κυρίαρχη ναυτική δύναμη, έχουν τη δυνατότητα να ελέγχουν ή να επηρεάζου κρίσιμα «chockepoint» (σημεία πνιγμού). Αυτό δημιουργεί ένα στρατηγικό πλαίσιο πίεσης προς το Πεκίνο, το οποίο φαίνεται να επανέρχεται  δυναμικά στη γεωπολιτική σκέψη της εποχής Τράμπ.

Ως chokepoint χαρακτηρίζονται στενά περάσματα από τα οποία διέρχεται τεράστιος όγκος εμπορίου και ενέργειας. Η σημασία τους είναι τεράστια. Περίπου 20% του παγκόσμιου πετρελαίου περνά από τα Στενά του Ορμούζ. Από τα Στενά της Μαλάκκα διέρχεται το 29% του παγκόσμιου θαλάσσιου πετρελαίου. Η Κίνα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από αυτά τα περάσματα για την οικονομική της επιβίωση. Αυτό σημαίνει ότι όποιος ελέγχει αυτά τα σημεία, μπορεί θεωρητικά να «στραγγαλίσει» μια οικονομία.

Τα Στενά της Μαλάκκα: Η μεγαλύτερη αδυναμία της Κίνας

Το σημαντικότερο σημείο είναι τα Στενά της Μαλάκκα, μεταξύ Μαλαισίας και Ινδονησίας, το πιο πολυσύχναστο ενεργειακό πέρασμα στον κόσμο που συνδέει τον Ινδικό με τον Ειρηνικό Ωκεανό. Από τη Μαλάκκα περνά περίπου το 80% των εισαγωγών πετρελαίου της Κίνας· η εξάρτηση αυτή είναι γνωστή ως «δίλημμα της Μαλάκκα».

Η κινεζική ηγεσία έχει αναγνωρίσει ότι μια πιθανή ναυτική παρεμπόδιση (π.χ από το αμερικανικό ναυτικό) θα μπορούσε να διακόψει την ενεργειακή ροή προς την Κίνα.

Οι ΗΠΑ διατηρούν ισχυρή ναυτική παρουσία στην περιοχή. Συνεργάζονται με χώρες όπως Ινδία, Σιγκαπούρη, Αυστραλία και μπορούν να επιτηρούν ή να περιορίζου την κυκλοφορία και να επηρεάζουν τους κανόνες ασφαλείας Η Κίνα εξαρτάται υπερβολικά από αυτό το πέρασμα, δεν έχει εύκολες εναλλακτικές, είναι δύσκολο να το προστατεύσει πλήρως. Αντιξοότητες στο εν λόγω σημείο θα έχουν μεγάλες και άμεσες συνέπειες για την Κίνα. Η στρατιωτική και διπλωματική επιρροή των Ηνωμένων Πολιτειών στον Ινδο-Ειρηνικό τούς επιτρέπει να διαμορφώνουν το επιχειρησιακό περιβάλλον. Σε ένα τόσο στενό και επιβαρυμένο πέρασμα, ακόμη και περιορισμένες παρεμβάσεις ή αυξημένη στρατιωτική δραστηριότητα αρκούν για να προκαλέσουν σημαντικές καθυστερήσεις.

Τα Στενά του Ορμούζ: Ενεργειακή εξάρτηση από τη Μέση Ανατολή

Το δεύτερο κρίσιμο σημείο είναι τα Στενά του Ορμούζ, στην είσοδο του Περσικού Κόλπου. Από εκεί διακινούνται περίπου 21 εκατ. βαρέλια ημερησίως. Περίπου το 84% αυτής της ροής κατευθύνεται προς την Ασία. Σχεδόν το μισό πετρέλαιο της Κίνας προέρχεται από τον Περσικό Κόλπο. Οι εντάσεις στη Μέση Ανατολή με τις συνεπακόλουθες παρεμβολές στη ναυσιπλοΐα έχουν ήδη μειώσει τις ροές ενέργειας προς την Κίνα.

Στην περίπτωση των Στενών του Ορμούζ, η αμερικανική ισχύς δεν εκδηλώνεται απαραίτητα μέσω ενός άμεσου αποκλεισμού, αλλά μέσα από ένα πλέγμα στρατιωτικών, νομικών και επιχειρησιακών εργαλείων που μπορούν να επηρεάσουν καθοριστικά τη ροή ενέργειας. Το Αμερικανικό Ναυτικό, με μόνιμη παρουσία στην περιοχή, έχει τη δυνατότητα να επιτηρεί τη ναυσιπλοΐα, να πραγματοποιεί ελέγχους σε δεξαμενόπλοια και να επιβάλλει αυστηρότερους κανόνες διέλευσης σε περιόδους έντασης. Παράλληλα, μέσω κυρώσεων και στοχευμένων παρεμβάσεων, μπορεί να περιορίσει τη δραστηριότητα συγκεκριμένων ενεργειακών ροών, αυξάνοντας το κόστος και δημιουργώντας καθυστερήσεις. Έτσι, ακόμη και χωρίς πλήρη διακοπή της κυκλοφορίας, διαμορφώνεται ένα περιβάλλον αβεβαιότητας που επηρεάζει άμεσα την ενεργειακή ασφάλεια της Ασίας.

Με τον αποκλεισμό του Ορμούζ, η Κίνα χάνει βασικό ενεργειακό εφοδιασμό, οι τιμές εκτοξεύονται και η βιομηχανία της πλήττεται άμεσα.

Η διώρυγα του Παναμά: Λιγότερο κρίσιμη αλλά στρατηγικά σημαντική

Η διώρυγα του Παναμά δεν είναι τόσο ζωτική για το πετρέλαιο της Κίνας όσο τα άλλα δύο σημεία, αλλά συνδέοντας τον Ατλαντικό με τον Ειρηνικό και επιταχύνοντας τις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες, είναι κρίσιμη για το παγκόσμιο εμπόριο και τις μεταφορές. Σε περίπτωση σύγκρουσης, οι ΗΠΑ μπορούν να επηρεάσουν τη ροή του εμπορίου και να αυξήσουν το κόστος μεταφοράς για την Κίνα. Είναι περισσότερο logistics chokepoint παρά καθαρά ενεργειακό.

Υπάρχει πράγματι «στρατηγική Τραμπ»;

Οι πρόσφατες εξελίξεις δείχνουν ότι υπάρχει μεγαλύτερη προθυμία χρήσης οικονομικής και ναυτική πίεσης. Οι ΗΠΑ επιχειρούν να ελέγξουν κρίσιμες ροές ενέργειας (π.χ. πίεση στο Ιράν). Ενισχύεται η ιδέα της γεωοικονομικής περικύκλωσης της Κίνας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, αξιοποιώντας τη συνεργασία τους με χώρες του Ινδο-Ειρηνικού όπως η Ιαπωνία, η Ινδία και η Αυστραλία, ενισχύουν την παρουσία τους σε περιοχές- κλειδιά που επηρεάζουν άμεσα τις ροές ενέργειας και εμπορίου προς την κινεζική οικονομία. Παράλληλα, η αυξημένη δραστηριότητα του Αμερικανικού Ναυτικού σε στρατηγικά περάσματα και η εμβάθυνση αμυντικών σχημάτων όπως το Quad και το AUKUS ενισχύουν την επιχειρησιακή δυνατότητα επιτήρησης και παρέμβασης σε ευαίσθητες περιοχές. Η δυναμική αυτή δεν συνιστά απαραίτητα άμεση απειλή αποκλεισμού, ωστόσο δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου η Κίνα βρίσκεται αντιμέτωπη με αυξανόμενους περιορισμούς και στρατηγική πίεση γύρω από τις βασικές γραμμές τροφοδοσίας.

Οι ΗΠΑ έχουν τη ναυτική ισχύ να επηρεάζουν πορθμούς. Η Κίνα είναι εξαρτημένη από θαλάσσιες εισαγωγές. Τα σημεία αυτά είναι, αντικειμενικά, μοχλοί πίεσης. Όμως ένα πλήρες ‘κλείδωμα’ θα ήταν πράξη πολέμου, θα προκαλούσε παγκόσμια οικονομική κατάρρευση, θα έπληττε και τους συμμάχους των ΗΠΑ.

Απέναντι σε αυτό το περιβάλλον αυξημένης πίεσης, η Κίνα επιχειρεί μια επιταχυνόμενη αναδιάταξη της στρατηγικής της, με στόχο να περιορίσει μια δομική αδυναμία που δύσκολα ανατρέπεται πλήρως. Η στροφή προς χερσαίες ενεργειακές διαδρομές μέσω Ρωσίας και Κεντρικής Ασίας, καθώς και η ανάπτυξη εναλλακτικών εμπορικών αξόνων στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας «Μία ζώνη, ένας δρόμος» (Belt and Road Initiative – BRI), αποτελούν προσπάθειες μερικής αποσυμπίεσης της εξάρτησης από θαλάσσιες οδούς που παραμένουν εκτεθειμένες σε εξωτερικό έλεγχο. Την ίδια στιγμή, η ενίσχυση των στρατηγικών αποθεμάτων και η σταδιακή ανάπτυξη ναυτικών δυνατοτήτων αποτυπώνουν μια προσπάθεια διαχείρισης του κινδύνου, όχι εξάλειψής του.

Εν κατακλείδι, η Κίνα εξαρτάται υπαρξιακά από θαλάσσιες ενεργειακές ροές. Οι βασικοί πορθμοί (Μαλάκκα, Ορμούζ) μπορούν να ελεγχθούν από ναυτικές δυνάμεις. Οι ΗΠΑ διαθέτουν τη δυνατότητα — όχι χωρίς τεράστιο κόστος — να ασκήσουν αυτόν τον έλεγχο.

Η άνοδος του αντισημιτισμού στην Ευρώπη, αντι-ισραηλινές τρομοκρατικές εκδηλώσεις και η αντίδραση ευρωπαϊκών κυβερνήσεων

Από το 2023, οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Ευρώπη αλλά και στον υπόλοιπο κόσμο καταγράφουν άνοδο του αντισημιτισμού και αύξηση των επιθέσεων κατά των εβραϊκών κοινοτήτων ανά τον κόσμο. Το φαινόμενο είναι βαθύ, και εκτείνεται από τις αντιδράσεις της κοινωνίας μέχρι βίαιες πράξεις που συνδέονται με ισλαμιστικές οργανώσεις. Οι επιχειρήσεις του Ισραήλ κατά της Χαμάς, μετά την πολύνεκρη επίθεση που πραγματοποίησε η οργάνωση κατά αμάχων εντός του Ισραήλ στις 7 Σεπτεμβρίου 2023, αλλά και η πρόσφατη συμμετοχή στην επιχείρηση κατά του Ιράν και οι επιθέσεις στον Λίβανο για την εξάρθρωση της Χεζμπολάχ, έχουν τροφοδοτήσει το αντισημιτικό αίσθημα, ωθώντας πολλούς ανθρώπους να ταυτίζουν τους Εβραίους με το κράτος του Ισραήλ και τις πολιτικές επιλογές του. Ως αποτέλεσμα, εξετάζεται ο επαναπροσδιορισμός του ‘αντισημιτισμού’ και η ποινικοποίηση εκδηλώσεων κατά των Εβραίων σε ορισμένες χώρες.

Πιο πρόσφατο κρούσμα, σχέδια για τον βομβαρδισμό της ισραηλινής πρεσβείας στο Λονδίνο, σύμφωνα με ανακοίνωση της βρετανικής αστυνομίας στις 17 Απριλίου, η οποία εντόπισε ανάρτηση ομάδας που δήλωνε ότι έχει στοχοποιήσει την πρεσβεία με μη επανδρωμένα συστήματα που μεταφέρουν «επικίνδυνα υλικά». Η αντιτρομοκρατική υπηρεσία έδρασε αμέσως εξετάζοντας και διασφαλίζοντας τον χώρο και διερευνώντας αντικείμενα που βρέθηκαν πέριξ.

Ο αρχηγός της υπηρεσίας στο Λονδίνο, Ματ Τζουκς, δήλωσε ότι ερευνάται και η αυθεντικότητα του βίντεο, το οποίο φέρεται να συνδέεται με τη φιλοϊρανική ομάδα «Κίνημα των συντρόφων του δεξιού χεριού του Ισλάμ» ή αλλιώς «Χαρακάτ Ασάμπ αλ Γιαμίν αλ Ισλαμίγια». Η ίδια ομάδα έχει αναλάβει την ευθύνη για σειρά πληγμάτων στην Ευρώπη κατά αμερικανικών και εβραϊκών στόχων, όπως τον εμπρησμό των ασθενοφόρων που ανήκαν στην εθελοντική εβραϊκή οργάνωση Χατζόλα, στην περιοχή Golders Green, στο βόρειο Λονδίνο, τον περασμένο μήνα.

Της προχθεσινής απειλής έχει προηγηθεί σειρά επιθέσεων στο Λονδίνο, τόσο κατά της πρεσβείας όσο και κατά συναγωγών. Τον Μάρτιο συνελήφθησαν δύο άντρες για παρακολούθηση της ισραηλινής πρεσβείας και άλλων εβραϊκών στόχων για λογαριασμό του Ιράν, ενώ αυτή την εβδομάδα ένας άνδρας από το Κουβέιτ παραπέμφθηκε σε δίκη με την κατηγορία ότι σχεδίαζε τρομοκρατική επίθεση κατά της πρεσβείας.

Αντισημιτική δραστηριότητα έχει σημειωθεί και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Ολλανδία, το Βέλγιο, η Γαλλία και η Ιταλία. Στο Άμστερνταμ, δέχθηκε επίθεση τον Μάρτιο εβραϊκό σχολείο, ενώ στο Βέλγιο μία συναγωγή. Στη Γαλλία, οι αρχές έχουν συλλάβει άτομα που βρέθηκαν να έχουν στην κατοχή τους όπλα και εκρηκτικά υλικά, καθώς και τζιχαντιστικό υλικό και σημαίες της τρομοκρατικής οργάνωσης «Ισλαμικό Κράτος» (ISIS). Οι αρχές έχουν ενισχύσει τα μέτρα ασφαλείας γύρω από εβραϊκούς χώρους συγκέντρωσης.

Η άνοδος των τρομοκρατικών αντισημιτικών εκδηλώσεων, αλλά και γενικότερα του αντισημιτισμού, που παρατηρείται από το 2023, μετά την επίθεση της Χαμάς στο Ισραήλ και τις στρατιωτικές επιχειρήσεις των Ισραηλινών για την εξάλειψη της οργάνωσης, έλαβε νέα ώθηση από τις πρόσφατες αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις κατά του Ιράν, σύμφωνα με στοιχεία της CNCDH, της γαλλικής κυβερνητικής οργάνωσης για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Το ίδιο διάστημα καταγράφηκε ταυτόχρονα και άνοδος της ισλαμοφοβίας, σύμφωνα με τον ΟΗΕ, κυβερνήσεις και οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Για την καταπολέμηση του φαινομένου, η γαλλική και η ιταλική κυβέρνηση εξετάζουν τον εκ νέου ορισμό του ‘αντισημιτισμού’ και την ψήφιση νόμων για τον περιορισμό του φαινομένου. Ο γαλλικός νόμος προτείνει την επιβολή κυρώσεων σε όσους δικαιολογούν «εμμέσως» την τρομοκρατία, καλούν σε καταστροφή κράτους αναγνωρισμένου από τη Γαλλία και συγκρίνουν το Ισραήλ με τους Ναζί. Το ιταλικό νομοσχέδιο που προωθείται προβλέπει να ενσωματωθεί στην ιταλική νομοθεσία ο ορισμός του αντισημιτισμού της Διεθνούς Συμμαχίας για τη Μνήμη του Ολοκαυτώματος (IHRA), ο οποίος αναφέρει ορισμένες κριτικές κατά του Ισραήλ ως παραδείγματα αντισημιτισμού.

Οι πολέμιοι αυτών των νομοσχεδίων — οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ακαδημαϊκοί και αριστεροί πολιτικοί, κυρίως — υποστηρίζουν ότι τέτοιοι νόμοι θα υπηρετήσουν την καταστολή του ακτιβισμού υπέρ των Παλαιστινίων, ταυτίζοντας την έννοια του ‘Εβραίου’ με το κράτος του Ισραήλ. H Γαλλίδα βουλευτής, Καρολίν Γιαντάν, που πρότεινε το επίμαχο νομοσχέδιο, παρατηρεί ότι «στην κοινωνία σήμερα είναι ήδη υπαρκτή η τάση να εξομοιώνονται οι Εβραίοι με το Ισραήλ».

Σύμφωνα με μαρτυρίες Ισραηλινών που έζησαν στην Ευρώπη τα τελευταία είκοσι χρόνια, η αλλαγή του κλίματος είναι εμφανής, με τους Ισραηλινούς να αποκλείονται από την αγορά εργασίας σταδιακά, έστω και μόνο για «προληπτικούς λόγους», από φόβο αντίδρασης ή πρόκλησης δυσαρέσκειας στο κοινό.

Η Λίβια Οττολένγκι, εκπρόσωπος της εβραϊκής κοινότητας στην Ιταλία, θεωρεί τον νόμο απαραίτητο, επισημαίνοντας ότι τα παιδιά χρειάζονται συνοδεία για να κυκλοφορήσουν στον δρόμο, ενώ τα παράθυρα των σχολείων τους έχουν ενισχυθεί με κάγκελα.

«Το να αποδίδεται κατά κάποιον τρόπο η ευθύνη για τις ενέργειες μιας κυβέρνησης στην εβραϊκή κοινότητα στην Ευρώπη είναι εντελώς απαράδεκτο και, πράγματι, δημιουργεί το φάντασμα του αντισημιτισμού. Αλλά το να συγχέεται κατά κάποιον τρόπο οποιαδήποτε κριτική προς το Ισραήλ με τον αντισημιτισμό είναι γελοίο», δήλωσε ο Μάικλ Ο’ Φλάχερτυ, επίτροπος για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα του Συμβουλίου της Ευρώπης, σύμφωνα με τον οποίο μπορεί ο ορισμός της IHRA να είναι ένα χρήσιμο εργαλείο, αλλά ενέχει το ενδεχόμενο κατάχρησης για την καταστολή των κινημάτων αλληλεγγύης προς τους Παλαιστινίους, ειδικά στη Γερμανία.

Εκτιμάται ότι στη Βρετανία διαμένουν περί τους 300.000 Εβραίους, και είναι η δεύτερη στην Ευρώπη χώρα με το υψηλότερο ποσοστό Εβραίων κατοίκων (~0,5%). Πρώτη είναι η Γαλλία, με όμοιο κατά προσέγγιση ποσοστό και αριθμό, ενώ ακολουθούν η Ρωσία και η Γερμανία, με ποσοστά 0,2% και 0,3% αντίστοιχα. Τα ποσοστά των μουσουλμανικών πληθυσμών αυτών των χωρών, από την άλλη, ανέρχονται σε 4,4% στη Βρετανία, 7,5% στη Γαλλία, 10% στη Ρωσία και 5,8% στη Γερμανία. Στην Ελλάδα, η μουσουλμανική κοινότητα ανέρχεται στο 5,3%, ενώ η εβραϊκή καταγράφει μηδενικό ποσοστό. Σε Ισπανία και Ιταλία, το ποσοστό της εβραϊκής κοινότητας είναι ελάχιστο, ενώ της μουσουλμανικής 2,1% και 3,7% αντίστοιχα.

Σύμφωνα με γεωπολιτικούς αναλυτές, όπως ο Αλέξανδρος Ιτιμούδης, η πολυπληθής παρουσία μουσουλμάνων στις ευρωπαϊκές χώρες, έχει επίδραση στις πολιτικές τους επιλογές, όπως η αποφυγή στήριξης των επιχειρήσεων κατά του Ιράν, παρά τους συμμαχικούς δεσμούς με τις ΗΠΑ μέσω του ΝΑΤΟ. Η επιρροή τους αποδίδεται αφ’ ενός στον φόβο για τυχόν βίαιες αντιδράσεις των κοινοτήτων αφ’ ετέρου στην πολυεπίπεδη διείσδυσή τους στις ευρωπαϊκές κοινωνίες, τα κινήματα, την πολιτική, όπου χρησιμεύουν σαν ενίσχυση του αντιαμερικανικού/αντιδυτικού αισθήματος που καλλιεργούν και προωθούν κόμματα και οργανώσεις του αριστερού κυρίως χώρου.

Με πληροφορίες από το Reuters

Η κινεζική χειραγώγηση της ενημέρωσης: Όταν η δημοσιογραφία γίνεται εργαλείο επιρροής

Από την οικονομική εξάρτηση και τις «δωρεές» περιεχομένου έως τα ταξίδια επιρροής και το παγκόσμιο ρεκόρ φυλακισμένων δημοσιογράφων, το κινεζικό μοντέλο ελέγχου της πληροφορίας επεκτείνεται πέρα από τα σύνορά του, δοκιμάζοντας τα όρια του Τύπου σε ευάλωτες δημοκρατίες.

Την ίδια στιγμή, η ένταση της διεθνούς προσοχής στη Μέση Ανατολή φαίνεται να δημιουργεί ένα στρατηγικό «παράθυρο ευκαιρίας» για το Πεκίνο. Καθώς η παγκόσμια διπλωματία και η ενημερωτική κάλυψη επικεντρώνονται στις συγκρούσεις και τις γεωπολιτικές αναταράξεις της περιοχής, η Κίνα μετατοπίζει διακριτικά το βάρος της προς τον Ινδο-Ειρηνικό, ενισχύοντας την επιρροή της σε ευάλωτα κράτη και εδραιώνοντας την παρουσία της σε κρίσιμους τομείς όπως τα μέσα ενημέρωσης. Η σχετική απουσία διεθνούς ελέγχου επιτρέπει την εντατικοποίηση πρακτικών επιρροής, όπως αυτές που παρατηρούνται στα Νησιά Σολομώντα (ανατολικά της Αυστραλίας), αλλά και σε άλλες χώρες της περιοχής. Με αυτόν τον τρόπο, η Κίνα δεν περιορίζεται απλώς στην άσκηση περιφερειακής ισχύος, αλλά εκμεταλλεύεται τη συγκυρία για να αναδιαμορφώσει σταδιακά το πληροφοριακό και γεωπολιτικό τοπίο προς όφελός της.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η περίπτωση των Νησιών Σολομώντα και η εμπλοκή τρίτων χωρών, όπως η Τουρκία, αποκτούν ακόμα μεγαλύτερη σημασία στην επιδίωξη του Πεκίνου να παρουσιάζεται ως αξιόπιστο κράτος, εκμεταλλευόμενο άλλα κράτη και περιστάσεις για να αναπαράγουν τα αφηγήματά του.

Η οικονομική εξάρτηση και τα αυταρχικά μοντέλα ελέγχου μετατρέπουν τα μέσα ενημέρωσης σε πεδίο γεωπολιτικής σύγκρουσης. Τα τελευταία χρόνια, η παγκόσμια γεωπολιτική σκακιέρα έχει μετατοπιστεί αισθητά προς τον Ινδο-Ειρηνικό, με μικρά αλλά στρατηγικά τοποθετημένα κράτη να αποκτούν δυσανάλογη σημασία. Τα Νησιά Σολομώντα, παραδείγματος χάριν, έχουν αναδειχθεί σε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς η οικονομική ευαλωτότητα και η θεσμική αδυναμία μπορούν να καταστήσουν ένα κράτος ευάλωτο σε εξωτερικές επιρροές. Από τη σύναψη διπλωματικών σχέσεων με την Κίνα το 2019, το αρχιπέλαγος έχει μετατραπεί σε πεδίο έντονου ανταγωνισμού επιρροής, με το Πεκίνο να αξιοποιεί συστηματικά τον τομέα των μέσων ενημέρωσης ως βασικό εργαλείο.

Η παρέμβαση της Κίνας στα τοπικά μέσα ενημέρωσης δεν είναι ούτε τυχαία ούτε αποσπασματική. Αντίθετα αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής που συνδυάζει οικονομική διείσδυση, πολιτιστική επιρροή και έλεγχο της πληροφορίας. Σε αυτό το πλαίσιο, η κατάσταση στα νησιά Σολομώντα λειτουργεί ως μικρογραφία μιας ευρύτερης παγκόσμιας τάσης , της εξαγωγής ενός αυταρχικού μοντέλου διαχείρισης των ΜΜΕ από ένα κράτος που ήδη καταγράφει το πιο ανησυχητικό ρεκόρ διεθνώς, αυτό του μεγαλύτερου αριθμού φυλακισμένων δημοσιογράφων.

Η Κίνα και η παγκόσμια κρίση της δημοσιογραφίας

Η Κίνα σήμερα κατέχει μια θλιβερή πρωτιά: είναι η χώρα με τον μεγαλύτερο αριθμό φυλακισμένων δημοσιογράφων στον κόσμο. Σύμφωνα με διεθνείς οργανισμούς, πάνω από 120 δημοσιογράφοι βρίσκονται υπό κράτηση, συχνά με ασαφείς κατηγορίες όπως «υπονόμευση της κρατικής ασφάλειας» ή «διάδοση ψευδών ειδήσεων». Στην πράξη, οι κατηγορίες αυτές χρησιμοποιούνται ως εργαλεία φίμωσης κάθε ανεξάρτητης φωνής. Η Κίνα κατατάσσεται στην 178η θέση ανάμεσα σε 180 χώρες και περιοχές στον Παγκόσμιο Δείκτη Ελευθερίας του Τύπου 2025 των Δημοσιογράφων Χωρίς Σύνορα (RSF).

Το κινεζικό σύστημα ενημέρωσης λειτουργεί υπό αυστηρό έλεγχο, με το Κομμουνιστικό Κόμμα να διατηρεί πλήρη εποπτεία του περιεχομένου. Οι δημοσιογράφοι υποχρεούνται να ευθυγραμμίζονται με την επίσημη γραμμή, ενώ η λογοκρισία αποτελεί καθημερινότητα. Τα ψηφιακά μέσα, παρά τη φαινομενική τους ελευθερία, υπόκεινται επίσης σε εκτεταμένη παρακολούθηση και φιλτράρισμα.

Αυτό το μοντέλο, που συνδυάζει καταστολή και έλεγχο, δεν περιορίζεται πλέον εντός των κινεζικών συνόρων. Αντιθέτως, εξάγεται ενεργά μέσω οικονομικών επενδύσεων, συνεργασιών με ξένα μέσα και εκπαιδευτικών προγραμμάτων δημοσιογράφων.

Τα Νησιά Σολομώντα ως πεδίο επιρροής

Με πληθυσμό μικρότερο των 700.000 κατοίκων και περιορισμένη οικονομική βάση, τα Νησιά Σολομώντα διαθέτουν ένα εύθραυστο οικοσύστημα ΜΜΕ. Η διαφημιστική αγορά είναι μικρή και συρρικνούμενη, ενώ η άνοδος των κοινωνικών δικτύων έχει επιδεινώσει περαιτέρω τα οικονομικά των παραδοσιακών μέσων. Η πανδημία του Covid-19 αποτέλεσε καταλυτικό πλήγμα, οδηγώντας σε κατάρρευση των εσόδων και αυξάνοντας την εξάρτηση από εξωτερική χρηματοδότηση.

Σε αυτό το περιβάλλον, η κινεζική στήριξη εμφανίστηκε ως σωσίβιο, αλλά με σημαντικούς όρους. Σε αντίθεση με άλλες μορφές διεθνούς βοήθειας, η κινεζική χρηματοδότηση συχνά συνοδεύεται από σαφείς ή έμμεσες απαιτήσεις για επιρροή στο περιεχόμενο.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της εφημερίδας Island Sun. Τον Ιανουάριο του 2024, ο εκδότης της φέρεται να δέχθηκε τηλεφώνημα από Κινέζο διπλωμάτη, ο οποίος εξέφρασε δυσαρέσκεια για άρθρο σχετικά με τις εκλογές στην Ταϊβάν. Η παρέμβαση δεν περιορίστηκε σε παρατήρηση, συνοδεύτηκε από αίτημα δημοσίευσης άρθρων που αντικατόπτριζαν την επίσημη κινεζική θέση.

Παράλληλα, παρόμοιες πιέσεις ασκήθηκαν και σε άλλα μέσα. Η εφημερίδα Solomon Star δημοσίευσε περιεχόμενο που προερχόταν απευθείας από την κινεζική πρεσβεία, γεγονός που εγείρει σοβαρά ερωτήματα για την ανεξαρτησία της. Έρευνα του Organized Crime and Corruption Reporting Project (OCCRP), ενός διεθνούς δικτύου ερευνητικής δημοσιογραφίας, αποκάλυψε ότι το 2022 η Solomon Star ζήτησε 1,5 εκατομμύρια δολάρια Σολομώντα (περίπου 140.000 δολάρια ΗΠΑ) από την Κίνα για τον εκσυγχρονισμό των υποδομών της, δεσμευόμενη σε αντάλλαγμα να προωθήσει την εικόνα του Πεκίνου ως «του πιο γενναιόδωρου και αξιόπιστου» εταίρου των Νησιών.

Η οικονομική στήριξη της Κίνας προς τα μέσα ενημέρωσης των Νησιών Σολομώντα δεν περιορίζεται σε μεμονωμένες περιπτώσεις. Υπάρχουν ενδείξεις συστηματικής προσέγγισης, με χρηματοδότηση, παροχή εξοπλισμού και συμφωνίες συνεργασίας. Σε μία περίπτωση, μετά από δωρεά υπολογιστών σε δημοσιογραφικό οργανισμό, φέρεται να τέθηκε ως όρος η αποφυγή δημοσίευσης άρθρων σχετικά με τον πρόεδρο της Ταϊβάν.

Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η πρακτική δωρεάν παροχής περιεχομένου από κινεζικά κρατικά μέσα. Αν και φαινομενικά αποτελεί βοήθεια, στην πραγματικότητα δημιουργεί εξάρτηση και διαμορφώνει την ενημερωτική ατζέντα. Το περιεχόμενο αυτό είναι πλήρως ελεγχόμενο από το κινεζικό κράτος και μεταφέρει συγκεκριμένες αφηγήσεις. Ο Οφανί Ερεμέ [Ofani Eremae], πρόεδρος της Ένωσης Μέσων Ενημέρωσης των Νησιών Σολομώντα (MASI) εξήγησε στους Δημοσιογράφους Χωρίς Σύνορα (RSF) ότι αρκετά τοπικά μέσα έχουν υπογράψει συμφωνίες με κινεζικά κρατικά μέσα για τη δωρεάν χρήση περιεχομένου, το οποίο ελέγχεται πλήρως από τις κινεζικές αρχές.

Στις αρχές του 2026, το CCTV+, η διεθνής υπηρεσία ειδησεογραφικού βίντεο της Κίνας, πρότεινε επίσης στη MASI και στο Indepth Solomons δωρεάν πρόσβαση σε αμοντάριστο υλικό και ζωντανές μεταδόσεις, καλώντας τους να υπογράψουν συμφωνίες συνεργασίας. Μέχρι στιγμής, δεν έχει δοθεί απάντηση.

Η «ήπια ισχύς» μέσω εκπαίδευσης και ταξιδιών

Πέρα από την άμεση παρέμβαση, η Κίνα επενδύει και στη διαμόρφωση νοοτροπίας. Από το 2019, δεκάδες δημοσιογράφοι από τα Νησιά Σολομώντα έχουν συμμετάσχει σε πλήρως χρηματοδοτούμενα ταξίδια στην Κίνα. Εκεί εκτίθενται σε ένα προσεκτικά επιμελημένο αφήγημα που προβάλλει την οικονομική πρόοδο και το «επιτυχημένο» μοντέλο διακυβέρνησης.

Τα προγράμματα αυτά δεν είναι απλές ανταλλαγές εμπειριών. Αποτελούν εργαλεία επιρροής, με στόχο τη σταδιακή υιοθέτηση της κινεζικής οπτικής από τους συμμετέχοντες. Παράλληλα, επεκτείνονται και σε κυβερνητικούς αξιωματούχους, γεγονός που ενισχύει τη θεσμική επιρροή.

Η ενίσχυση των σχέσεων με την Κίνα συνοδεύτηκε από επιδείνωση του κλίματος για την ελευθερία του Τύπου. Κατά την περίοδο διακυβέρνησης του πρώην πρωθυπουργού Μανασέχ Σογκαβαρέ [Manasseh Sogavare], καταγράφηκαν περιστατικά περιορισμών, πιέσεων και απειλών κατά δημοσιογράφων.

Η υπογραφή συμφωνίας ασφαλείας με την Κίνα το 2022 — χωρίς διαφάνεια — αποτέλεσε σημείο καμπής. Κατά τη διάρκεια επίσημων επισκέψεων, επιβλήθηκαν αυστηροί περιορισμοί στην κάλυψη από τα μέσα. Επιπλέον, η κυβέρνηση απείλησε να αποκλείσει ξένους δημοσιογράφους μετά από αποκαλυπτικό ρεπορτάζ για την κινεζική επιρροή.

Ιδιαίτερα ανησυχητική ήταν η μεταρρύθμιση του δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού φορέα, ο οποίος τέθηκε υπό άμεσο κυβερνητικό έλεγχο. Παράλληλα, δόθηκαν οδηγίες για περιορισμό της κριτικής προς την κυβέρνηση, υπονομεύοντας την ανεξαρτησία του.

Η περίπτωση των Νησιών Σολομώντα δεν είναι μεμονωμένη. Αντικατοπτρίζει μια ευρύτερη στρατηγική της Κίνας που αποσκοπεί στην ενίσχυση της επιρροής της σε αναπτυσσόμενες χώρες, ιδιαίτερα εκεί όπου οι θεσμοί είναι αδύναμοι. Η χρήση των ΜΜΕ ως εργαλείου επιρροής εντάσσεται σε αυτό το πλαίσιο. Μέσω οικονομικών κινήτρων, συνεργασιών και εκπαίδευσης, το Πεκίνο επιδιώκει να διαμορφώσει το διεθνές αφήγημα υπέρ των συμφερόντων του.

Η διεθνοποίηση της επιρροής: Το παράδειγμα της Τουρκίας και του Σιντζιάνγκ

Η πρακτική αυτή δεν περιορίζεται στα Νησιά του Σολομώντα, αλλά αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης και καλά συντονισμένης διεθνούς στρατηγικής. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα καταγράφεται στην περίπτωση της Τουρκίας και της κάλυψης της περιοχής του Σιντζιάνγκ, όπου το Πεκίνο εντείνει τις προσπάθειές του να διαμορφώσει τη διεθνή αφήγηση γύρω από τις πολιτικές του, χρησιμοποιώντας διάφορες στρατηγικές σε μια προσπάθεια να ελέγξει τις αφηγήσεις σχετικά με τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Αυτόνομη Περιοχή των Ουιγούρων στο Σιντζιάνγκ. Αυτές περιλαμβάνουν την πρόσκληση ξένων δημοσιογράφων και influencer των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στην περιοχή για να παρουσιάσουν μια πιο ευνοϊκή εικόνα του Σιντζιάνγκ. Αυτό αποσκοπεί στη «διάσπαση της ηγεμονίας του δυτικού λόγου» και στη δημιουργία ενός ευνοϊκού διεθνούς περιβάλλοντος μέσων ενημέρωσης για τον «κινεζικό εκσυγχρονισμό».

Στο πλαίσιο αυτό, Τούρκοι δημοσιογράφοι προσκλήθηκαν σε αυστηρά ελεγχόμενες και επιμελημένες επισκέψεις στην αυτόνομη περιοχή των Ουιγούρων. Οι περιοδείες αυτές οργανώθηκαν με τρόπο που παρουσίαζε μια εικόνα «ενότητας, αρμονίας και ευημερίας», πλήρως ευθυγραμμισμένης με την επίσημη ρητορική του Πεκίνου, και σχεδιάστηκαν για να «αναδείξουν ένα όμορφο Σιντζιάνγκ». Οι προσκεκλημένοι δημοσιογράφοι συμμετείχαν σε ένα πρόγραμμα με αμφίβολη ονομασία με τίτλο «Το ταξίδι των ΜΜΕ στο Σιντζιάνγκ: Πάντα περισσότερα να ανακαλύψετε», που διοργανώθηκε από την Επιτροπή Υποθέσεων Κυβερνοχώρου του Σιντζιάνγκ και τον κρατικό οργανισμό μέσων ενημέρωσης Guangming online. Οι συμμετέχοντες είχαν πρόσβαση σε συγκεκριμένες τοποθεσίες και αφηγήσεις, υπό την επίβλεψη των αρχών, γεγονός που περιόριζε ουσιαστικά τη δυνατότητα ανεξάρτητης δημοσιογραφικής έρευνας.

Τα ρεπορτάζ που προέκυψαν από αυτές τις επισκέψεις αντανακλούσαν σε μεγάλο βαθμό την κινεζική αφήγηση, δίνοντας έμφαση στην οικονομική ανάπτυξη και την πολιτιστική πολυμορφία της περιοχής. Την ίδια στιγμή, απουσίαζαν σχεδόν απόλυτα οι αναφορές στις σοβαρές καταγγελίες για μαζική επιτήρηση, καταναγκαστική εργασία, πολιτιστική καταστολή και συστηματικές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων εις βάρος των Ουιγούρων. Η απεικόνιση μιας αρμονικής και πολιτισμικά ζωντανής κοινότητας, ωστόσο, είναι καθαρή προπαγάνδα.

Η συνενοχή των τουρκικών μέσων ενημέρωσης στην προώθηση της «ιστορίας του Σιντσιάνγκ» του Πεκίνου είναι ιδιαίτερα ανησυχητική, δεδομένης της ιστορικής υποστήριξης της Τουρκίας στα δικαιώματα των Ουιγούρων. Στην Τουρκία, τα αντιδυτικά αισθήματα αυξάνονται, ενώ η επιρροή της σε μεγάλο μέρος της Αφρικής, όπου επίσης επικρατούν αντιδυτικές απόψεις (π.χ. στη σύγκρουση Ισραήλ- Παλαιστίνης), πιθανότατα την καθιστά κόμβο στην προσπάθεια του Πεκίνου να επεκτείνει την επιρροή του σε όλο τον κόσμο.

Η στρατηγική αυτή εντάσσεται στο ευρύτερο δόγμα του Πεκίνου για την «καλή αφήγηση της ιστορίας της Κίνας», μέσω του οποίου προωθείται η αμφισβήτηση της αξιοπιστίας των δυτικών μέσων και η δημιουργία ενός εναλλακτικού διεθνούς πληροφοριακού περιβάλλοντος. Δεν πρόκειται απλώς για δημόσιες σχέσεις, αλλά για μια συστηματική προσπάθεια αναδιαμόρφωσης της πραγματικότητας μέσω του ελέγχου της πληροφόρησης.

Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι αυτή η επιρροή ενισχύεται από ευρύτερες γεωπολιτικές και οικονομικές σχέσεις. Η προσέγγιση του Πεκίνου, σε συνδυασμό με την αυξανόμενη δυσπιστία προς τη Δύση, δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για την αποδοχή τέτοιων αφηγήσεων. Με τον τρόπο αυτό, η κινεζική επιρροή δεν περιορίζεται στην άμεση λογοκρισία εντός των συνόρων της — όπου παραμένει η χώρα με τον μεγαλύτερο αριθμό φυλακισμένων δημοσιογράφων — αλλά επεκτείνεται διεθνώς, επηρεάζοντας το πώς παρουσιάζονται κρίσιμα ζητήματα στο παγκόσμιο κοινό.

Επί πολλές δεκαετίες, το ΚΚΚ προσκαλεί δημοσιογράφους από όλο τον κόσμο που το υποστηρίζουν, για να κάνουν ρεπορτάζ για τα επιτεύγματά του. Αυτό τώρα ενισχύεται με την πρόσθετη πρόσκληση ξένων influencer των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Το περιεχόμενο που παράγουν ενισχύεται στις δυτικές πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης από λογαριασμούς που ελέγχονται από φορείς που συνδέονται με την κυβέρνηση του Πεκίνου, σύμφωνα με δημοσίευση του Αυστραλιανού Ινστιτούτου ASPI, στις 10 Δεκεμβρίου του 2021.

Η περίπτωση των Νησιών Σολομώντα, σε συνδυασμό με παραδείγματα όπως αυτό της Τουρκίας, αποκαλύπτει μια ευρύτερη στρατηγική. Την εξαγωγή ενός μοντέλου ελέγχου της πληροφορίας που βασίζεται στην οικονομική εξάρτηση, την επιρροή και τελικά, τη χειραγώγηση της δημοσιογραφίας.