Αυτή τη χρονιά, το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο συμπράττει με την International Lyre Society και σπουδαστές της Δραματικής Σχολής του Ωδείου Αθηνών και παρουσιάζει στο κοινό την Ιλιάδα με τη συνοδεία επτάχορδης λύρας στον χώρο του, προσφέροντας μία εμπειρία με πολλά επίπεδα, μία μέθεξη με τον ομηρικό πολιτισμό. Η παρουσίαση διαχέεται σε όλο το έτος, με τις ραψωδίες να παρουσιάζονται ανά δύο (ως επί το πλείστον), κάθε τελευταία Κυριακή κάθε μήνα.
Τον συντονισμό και την καλλιτεχνική επιμέλεια του εγχειρήματος, που φέρει τον τίτλο «Η Ιλιάδα στο Μουσείο», έχει ο Δρ Νίκος Ξανθούλης, ιδρυτής της International Lyre Society — μίας μουσικής Ακαδημίας που στοχεύει στην αναβίωση της αρχαίας επτάχορδης λύρας και η οποία αποτελεί το επιστέγασμα πολυετών και κοπιωδών μελετών για την ανασύσταση του οργάνου εκ του μηδενός. Έχοντας ως αφετηρία τις αναπαραστάσεις της λύρας και των λυριστών στα αρχαία αγγεία, κείμενα της ελληνικής μυθολογίας αλλά και επιστημονικές μελέτες, ο Δρ Ξανθούλης κατάφερε όχι μόνο να ανασυστήσει το όργανο του Απόλλωνα, αλλά και να δομήσει ένα σύστημα διδασκαλίας, ώστε οι γνώσεις που ο ίδιος αποκόμισε να μπορούν να μεταδοθούν, μεταφέροντας την αρχαία τέχνη στο σήμερα και κάνοντας κοινωνό της το σύγχρονο κοινό και τους νέους μουσικούς.

Επίσης, δημιούργησε σειρά έργων για λύρα και ορχήστρα, ενίοτε και φωνή, εισάγοντας το αρχαίο όργανο στην κλασική συμφωνική ορχήστρα, σε μία αρμονική και οργανική σύζευξη των δύο.
Σημαντικό μέρος της διαδικασίας της αναβίωσης της λύρας, όπως διαβάζουμε στην ιστοσελίδα της Ακαδημίας, ήταν η κατασκευή του οργάνου, για την οποία ο Δρ Ξανθούλης συνεργάστηκε με το εργαστήριο κατασκευής οργάνων «Παλμός». Αξιοσημείωτο είναι ότι πειραματιζόμενοι με ποικίλα υλικά και είδη ξύλων, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι τα γηγενή έδιναν καλύτερο και πιο πλούσιο αποτέλεσμα. Το είδος των χορδών, οι αποστάσεις μεταξύ τους, η εργονομία και πολλές ακόμη λεπτομέρειες καθοριστικές για τον παραγόμενο ήχο αποτέλεσαν επίσης αντικείμενο ενδελεχούς έρευνας και μελέτης.
Η Epoch Times επικοινώνησε με τον Δρα Ξανθούλη και του ζήτησε να περιγράψει τη σχέση του με την αρχαία λύρα και μουσική, τις προσπάθειές του να ανακαλύψει τα μυστικά τους, αλλά και για το πρόγραμμα «Η Ιλιάδα στο Μουσείο». Τον ευχαριστούμε θερμά για την ανταπόκρισή του, χάρις στην οποία μπορούμε να έχουμε μία βαθύτερη κατανόηση της επτάχορδης λύρας και της φιλοσοφίας που μεταφέρει. Ακολουθεί η συνέντευξη.
Μιλήστε μας για το πώς γεννήθηκε η ιδέα της σύμπραξης με τη Δραματική Σχολή για την παρουσίαση της Ιλιάδας — ήταν μία πρωτοβουλία που ξεκίνησε από τους σπουδαστές; Τι σημαίνει για εσάς η συμμετοχή σας σε αυτές τις εκδηλώσεις;
Το 2017, πραγματοποίησα μια δράση την τελευταία Κυριακή κάθε μήνα στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, κατά την οποία διαβάστηκε η Οδύσσεια, με συνοδεία αρχαίας λύρας. Συγκεκριμένα, δύο ραψωδίες κάθε φορά παρουσιάζονταν από εμένα, αλλά και όσους από τους επισκέπτες επιθυμούσαν να συμμετέχουν στη δημόσια ανάγνωση, ανακαλύπτοντας τα μυστικά της προσωδίας. Εφέτος, έχοντας ήδη δημιουργήσει την International Lyre Society με τους μαθητές μου και όλους τους λυριστές που πλέον κάνουν καριέρα με το μαγικό αυτό όργανο, σκεφτήκαμε ότι έπρεπε να παρουσιάσουμε ένα από τα δύο έπη με τους εκκολαπτόμενους επαγγελματίες της δραματικής τέχνης. Αρωγός μας βρέθηκε ο σπουδαίος σκηνοθέτης και διευθυντής της Δραματικής Σχολής του Ωδείου Αθηνών Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης. Το 2017, ήμουν μόνος· σήμερα μια ομάδα λυριστών υποστηρίζει τις αναγνώσεις και αυτό με κάνει να αισθάνομαι μεγάλη χαρά, βλέποντας τη λύρα να περνάει στα χέρια ταλαντούχων ανθρώπων.
Στην παρουσίαση της Ιλιάδας, εσείς και σπουδαστές σας έχετε αναλάβει το μουσικό μέρος. Πώς αναπτύσσετε τις συνθέσεις; Στηρίζεστε περισσότερο στο χτίσιμο μία ορισμένης μουσικής δομής, πάνω σε νότες και κανόνες ή ακολουθάτε τη ροή του κειμένου αυτοσχεδιάζοντας;
Εξαιρετική ερώτηση! Έχω φτιάξει μια βασική μελωδία που διαπερνά το σύνολο του κειμένου και μπορεί κάλλιστα να επανέρχεται ως το αφηγηματικό νήμα που συνδέει όλο το έργο. Υπάρχουν από την άλλη συνηχήσεις και ρυθμικά στοιχεία που λειτουργούν ως καθοδηγητικά μοτίβα (βλ. leitmotiv του Βάγκνερ), τα οποία έχουν όλοι διδαχθεί προκειμένου να δημιουργούν το αντίστοιχο συναισθηματικό περιβάλλον. Αυτά δεν είναι αυστηρά και χωράει αρκετός αυτοσχεδιασμός.
Η Ιλιάδα ήταν ένα από τα βασικά εκπαιδευτικά κείμενα που χρησιμοποιούσαν στην κλασική Ελλάδα. Στην ιστοσελίδα σας, αναφέρεστε στην εκπαιδευτική λειτουργία της λύρας, μαζί με την ψυχαγωγική και τη θεραπευτική. Με ποιον τρόπο, κατά τη γνώμη σας, η συγκεκριμένη μουσική, οι συγκεκριμένες αρμονίες επιδρούν στην ψυχή και το πνεύμα και το καθοδηγούν;
Ήδη από την εποχή της Καμεράτα Φιορεντίνα, στα τέλη του 16ου αιώνα, αναζητούσαν την πρακτική εφαρμογή των αρχών του Πυθαγόρα για τη δημιουργία των αντίστοιχων συναισθημάτων (π.χ. passi duriusculi). Στην εποχή του Μοντεβέρντι, επί παραδείγματι, μια κατιούσα χρωματική κλίμακα έδειχνε την κατάβαση στον Άδη. Όλοι επίσης γνωρίζουμε ότι η μείζων κλίμακα είναι χαρούμενη, ενώ η ελάσσων κάπως λυπημένη. Αν προσθέσουμε τους αρχαίους τρόπους (δώριο, λύδιο, μιξολύδιο, φρύγιο κλπ) θα δούμε ότι η παλέτα μας γεμίζει με τρόπους έκφρασης πολύ περισσότερους από αυτούς που μπορεί να φανταστεί ένας δυτικοευρωπαίος μουσικός.
Ακούγοντας τις μελωδίες της λύρας, έχω την αίσθηση ότι συναίσθημα και πνεύμα ισορροπούν, ότι υπάρχει μία λιτότητα έκφρασης και καθαρότητα ήχου που αποτρέπει από κάθε υπερβολή. Πώς παντρεύονται το συναίσθημα και ο νους στο παίξιμο της λύρας, σύμφωνα με την εμπειρία σας;
Η λύρα είναι ένα όργανο που, όπως και η άρπα, παίζει με ανοικτές χορδές. Ακόμα και οι αρμονικές που χρησιμοποιούμε είναι ανοικτές χορδές. Η διαφορά με την άρπα είναι ότι το όργανο είναι μικρότερο και πιο εύχρηστο. Ο ήχος της δεν είναι βίαιος σε καμία περίπτωση και ο παλμός από τις χορδές μεταφέρεται στο σώμα μας άμεσα δημιουργώντας ένα ευχάριστο αίσθημα Ο ήχος της δε είναι από την πρώτη επαφή όμορφος και γλυκός. Η λύρα έχει τη δυνατότητα να συνδυάσει τα τρία βασικά στοιχεία της μουσικής — μελωδία, ρυθμό, αρμονία — με μεγάλη ευκολία. Όταν ο νους και το συναίσθημα συντονίζονται, το αποτέλεσμα είναι μαγικό.
Ποιες είναι οι κυριότερες προκλήσεις που έχετε συναντήσει στην προσπάθειά σας να ανασυστήσετε το όργανο και να ανακαλύψετε τη μουσική του; Πώς το προσεγγίσατε αρχικά και τι αναγκαστήκατε να τροποποιήσετε — ως πρακτική και ως φιλοσοφία; Ποιες είναι οι απαιτήσεις που έχει το όργανο από τον μουσικό;
Μελέτησα χιλιάδες (κυριολεκτικά) απεικονίσεις λύρας και λυριστών από τα αρχαία αγγεία. Μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι είναι 100% ακριβείς και συνεπείς. Κάθε στάση, κάθε δακτυλισμός εκφράζει έναν ήχο που μπορεί να αναπαραχθεί. Παρόλα αυτά, βρέθηκα πολλές φορές σε αδιέξοδο. Τις περισσότερες φορές το ξεπερνούσα και έβρισκα λύσεις, αλλά κάποιες στιγμές εύρισκα και νέα ακούσματα (θα τα έλεγα και προκλήσεις). Στην αρχή, προσπάθησα να προσαρμόσω το όργανο στη δυτικοευρωπαϊκή μουσική που σπούδασα. Κάποια στιγμή, όμως, διαπίστωσα ότι η λύρα έχει τις δικές της αναγκαιότητες και τα δικά της όρια. Όμως, αυτό δεν με εμπόδισε να βρω τρόπο να παίζω Μπαρόκ (Μπαχ, Χαίντελ κ.ά.). Οι άνθρωποι έχουν όρια, τα όργανα δεν έχουν.
Τι θα συστήνατε σε έναν νέο μουσικό που θέλει να μάθει την επτάχορδη λύρα;
Θα σύστηνα σε οποιονδήποτε θέλει να μάθει λύρα, και όχι μόνο στον νέο μουσικό, να μπει στο όργανο με την ψυχή του, να αισθανθεί τον ήχο, να αφουγκραστεί τις συνηχήσεις, να ψάξει τη φιλοσοφία πίσω από αυτό και να χαλαρώσει μέσα στη μαγεία του υπέροχου αυτού οργάνου.


















