Τετάρτη, 17 Ιούν, 2026

Οι ΗΠΑ στέλνουν ενισχύσεις πεζοναυτών και πολεμικά πλοία στη Μέση Ανατολή

Μονάδα Εκστρατείας Πεζοναυτών των Ηνωμένων Πολιτειών ετοιμάζεται να μετακινηθεί στη Μέση Ανατολή, εν μέσω συνεχιζόμενων στρατιωτικών επιχειρήσεων κατά του Ιράν, σύμφωνα με Αμερικανό αξιωματούχο με γνώση του θέματος, που μίλησε στην Epoch Times.

Άλλα αμερικανικά μέσα μετέδωσαν πρώτα ότι η 31η Μονάδα Εκστρατείας Πεζοναυτών, με περίπου 5.000 πεζοναύτες και ναύτες, έλαβε εντολή να κινηθεί προς τη Μέση Ανατολή.

Η 31η Μονάδα επιχειρεί αυτή την περίοδο κοντά στην Ιαπωνία, επιβαίνοντας στο αμφίβιο επιθετικό πλοίο USS Tripoli, καθώς και στα αμφίβια μεταγωγικά USS San Diego και USS New Orleans. Η συγκεκριμένη δύναμη μπορεί να ενισχύσει σημαντικά τις δυνατότητες ξηράς, αμφίβιας και εναέριας μάχης και υποστήριξης στην περιοχή.

Το USS Tripoli, ένα αμφίβιο επιθετικό πλοίο, λειτουργεί ως μικρό αεροπλανοφόρο, με δυνατότητα απογείωσης εξειδικευμένων μαχητικών αεροσκαφών. Τις τελευταίες εβδομάδες έχουν κυκλοφορήσει φωτογραφίες του πλοίου να επιχειρεί με μαχητικά αεροσκάφη F-35B Lightning II του Σώματος Πεζοναυτών, τα οποία μπορούν να απογειώνονται κάθετα σε μικρούς διαδρόμους.

Τα τρία πλοία που υποστηρίζουν την 31η Μονάδα διαθέτουν επίσης τη δυνατότητα να εκτοξεύουν ποικιλία επιθετικών και μεταγωγικών ελικοπτέρων, καθώς και αμφίβιων σκαφών απόβασης.

Γεγονότα σε εξέλιξη.

Η άρνηση χρήσης ισπανικών στρατιωτικών βάσεων οδηγεί στη διακοπή εμπορικών σχέσεων ΗΠΑ-Ισπανίας

Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ, δήλωσε πως οι ΗΠΑ θα διακόψουν τις εμπορικές σχέσεις με την Ισπανία, μετά την άρνηση της Μαδρίτης να επιτρέψει σε αμερικανικές δυνάμεις τη χρήση των στρατιωτικών της βάσεων. Στις 3 Μαρτίου, μετά το ισπανικό «όχι», ο Τραμπ ανέφερε πως έδωσε εντολή στον υπουργό Οικονομικών, Σκοτ Μπέσσεντ, να ξεκινήσει τη σχετική διαδικασία.

«Η Ισπανία μας είπε ουσιαστικά ότι δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τις βάσεις τους. Εμείς, αν θέλαμε, θα μπορούσαμε να τις χρησιμοποιήσουμε. […]Κανείς δεν θα μας εμπόδιζε. Δεν χρειάζεται όμως να το κάνουμε. Ήταν αγενείς και έτσι τους είπα ότι δεν τις θέλουμε», ανέφερε χαρακτηριστικά ο Τραμπ κατά τη διάρκεια διμερούς συνάντησης στον Λευκό Οίκο με τον Γερμανό καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς.

Από την πλευρά του, ο υπουργός Εξωτερικών της Ισπανίας, Χοσέ Μανουέλ Άλβαρες, απάντησε στις 2 Μαρτίου, δηλώνοντας: «Οι αμερικανικές δυνάμεις δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν τις ισπανικές βάσεις για να υποστηρίξουν τις τρέχουσες επιχειρήσεις κατά του Ιράν. Οι ισπανικές βάσεις δεν χρησιμοποιούνται για αυτή την επιχείρηση και δεν θα χρησιμοποιηθούν για οτιδήποτε δεν περιλαμβάνεται στη συμφωνία με τις Ηνωμένες Πολιτείες ή δεν είναι σύμφωνο με τον Χάρτη του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών».

Στη διάρκεια της συνάντησης στο Οβάλ Γραφείο την Τρίτη, ο Τραμπ εξέφρασε ενόχληση τόσο για τις ισπανικές αποφάσεις σχετικά με τις βάσεις όσο και για την απροθυμία της Ισπανίας να αυξήσει τη συνεισφορά της στις αμυντικές δαπάνες του ΝΑΤΟ. Χαρακτηριστικά τόνισε: «Θα διακόψουμε όλες τις εμπορικές σχέσεις με την Ισπανία. Δεν θέλουμε να έχουμε καμία σχέση με την Ισπανία».

Παράλληλα, ο πρόεδρος εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του και για τη στάση του Ηνωμένου Βασιλείου. Σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «The Telegraph» στις 2 Μαρτίου, ο Τραμπ δήλωσε απογοητευμένος από τον Βρετανό πρωθυπουργό σερ Κηρ Στάρμερ, ιδίως λόγω δημοσιευμάτων ότι το Λονδίνο μπλόκαρε τη χρήση της βάσης Ντιέγκο Γκαρσία για αμερικανικές επιθέσεις κατά του Ιράν.

Με πληροφορίες από το Reuters

Οι ΗΠΑ στέλνουν νέες δυνάμεις στη Μέση Ανατολή για τις επιχειρήσεις κατά του Ιράν

Η στρατιωτική ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών προγραμματίζει την αποστολή επιπλέον δυνάμεων στη Μέση Ανατολή, καθώς οι εχθροπραξίες με το Ιράν συνεχίζονται, όπως ανακοίνωσε στις 2 Μαρτίου ο αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων ΗΠΑ, στρατηγός Νταν Κέιν.

Κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου στο Πεντάγωνο, ο Κέιν δήλωσε: «Χιλιάδες στρατιώτες όλων των σωμάτων έχουν ήδη συμμετάσχει, δίπλα στις ισραηλινές δυνάμεις, στις κοινές επιθέσεις κατά του Ιράν». Ο ίδιος διευκρίνισε πως ο ναύαρχος Μπραντ Κούπερ, επικεφαλής της Κεντρικής Διοίκησης (CENTCOM), έχει την ευθύνη για τη διαχείριση της μετακίνησης αυτών των δυνάμεων σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή. «Η ενίσχυση των δυνάμεων συνεχίζεται και σήμερα. Ο ναύαρχος Κούπερ μάλιστα θα παραλάβει επιπλέον ενισχύσεις», ανέφερε σε δημοσιογράφους.

Ο Κέιν επιβεβαίωσε ότι χιλιάδες Αμερικανοί στρατιωτικοί συμμετέχουν στις επιχειρήσεις εναντίον του Ιράν — τις οποίες οι ΗΠΑ ονομάζουν επιχείρηση «Επική Οργή» και το Ισραήλ επιχείρηση «Ανατέλλων Λέων». Ωστόσο, απέφυγε να διευκρινίσει τον ακριβή αριθμό όσων εμπλέκονται αυτή τη στιγμή ή το μέγεθος των επιπρόσθετων δυνάμεων που αναμένεται να αποσταλούν.

Το υπουργείο Πολέμου πραγματοποίησε μια σπάνια ενημέρωση στο Πεντάγωνο, έπειτα από την έναρξη νέων αμερικανικών πληγμάτων κατά του Ιράν, κατά  την οποία ο στρατηγός Κέιν επανέλαβε ότι ο ναύαρχος Μπραντ Κούπερ, θα ενισχυθεί με επιπλέον δυνάμεις.

Σε ερώτηση του δημοσιογράφου Ράιαν Μόργκαν για τον αριθμό των ενισχύσεων, ο Κέιν απάντησε: «Ενισχύουμε διαρκώς τον επιχειρησιακό χώρο με νέα τακτικά αεροσκάφη, με βάση και τον χρόνο που απαιτείται για την άφιξή τους. Νομίζω ότι πλέον πλησιάζουμε στο σημείο που θέλουμε, σε ό,τι αφορά τη συνολική μαχητική ισχύ και δυναμικότητα που χρειάζεται ο ναύαρχος Κούπερ».

Ο Κέιν πρόσθεσε ότι ο επικεφαλής της CENTCOM θα συνεχίσει να αξιολογεί την εξέλιξη της σύγκρουσης και θα ζητά πρόσθετες ενισχύσεις από τις Ένοπλες Δυνάμεις των ΗΠΑ, ενώ παράλληλα το Γενικό Επιτελείο θα διαμορφώνει επιλογές προς αξιολόγηση από τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ και τον υπουργό Πολέμου Πητ Χέγκσεθ.

Ο Χέγκσεθ, από την πλευρά του, διευκρίνισε ότι δεν υπάρχουν αυτή τη στιγμή αμερικανικά στρατεύματα επί εδάφους στο Ιράν, δηλώνοντας: «Δεν πρόκειται να μπούμε στη λογική να ανακοινώνουμε τι θα κάνουμε ή δεν θα κάνουμε».

Η πρόσφατη συγκέντρωση αμερικανικών δυνάμεων στη Μέση Ανατολή ξεκίνησε ήδη από τον Ιανουάριο, ως προληπτικό μέτρο για μια ενδεχόμενη σύγκρουση με το Ιράν. Ο Κέιν περιέγραψε τις στρατιωτικές επιχειρήσεις: «Ένας καταιγισμός πυραύλων Tomahawk από το ναυτικό συγκρότησε το πρώτο κύμα της αμερικανικής επίθεσης», ενώ στη συνέχεια εκατοντάδες μαχητικά αεροσκάφη και σκάφη ηλεκτρονικού πολέμου, με αποστολές τόσο από έδαφος όσο και από αεροπλανοφόρα, εκτόξευσαν τα πυρά τους κατά του Ιράν.

«Οι αμερικανικές δυνάμεις έπληξαν πάνω από χίλιους στόχους την πρώτη μέρα των επιθέσεων», ανέφερε ο Κέιν, διευκρινίζοντας ότι η αρχική προτεραιότητα εστιάστηκε στις συστηματικές επιθέσεις κατά των ιρανικών κέντρων διοίκησης και ελέγχου, ναυτικών δυνάμεων, βάσεων πυραύλων και δικτύων πληροφοριών, με στόχο να «τους αποπροσανατολίσουν και να τους προκαλέσουν σύγχυση».

Ο Κέιν συνέχισε: «Έκτοτε, εκατοντάδες σύγχρονα αμερικανικά μαχητικά τέταρτης και πέμπτης γενιάς, βομβαρδιστικά stealth B-2 Spirit, αεροσκάφη ηλεκτρονικού πολέμου, μη επανδρωμένα αεροσκάφη και δεξαμενόπλοια ανεφοδιασμού συμμετέχουν στις επιχειρήσεις. Μέσα σε δυο ημέρες, η συμμαχική δύναμη εξαπέλυσε εκατοντάδες αποστολές από ξηρά και θάλασσα, ρίχνοντας δεκάδες χιλιάδες εκρηκτικά μέσα στο Ιράν. Η επιχείρηση κλιμακώνεται».

Οι ιρανικές δυνάμεις απάντησαν στις αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις με κύματα μη επανδρωμένων αεροσκαφών και βαλλιστικών πυραύλων, που στόχευσαν το Ισραήλ καθώς και διάφορες χώρες της περιοχής που φιλοξενούν αμερικανικές δυνάμεις. Κατά τις επιχειρήσεις αυτές, τέσσερα μέλη των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων σκοτώθηκαν, ενώ υπάρχουν και τραυματίες.

Επιπλέον, δυνάμεις τις  αντιαεροπορικής άμυνας του Κουβέιτ κατέρριψαν — σε περιστατικό που χαρακτηρίστηκε λανθασμένα φίλια πυρά — τρία αμερικανικά μαχητικά F-15E Strike Eagle· και οι έξι πιλότοι κατάφεραν να εκτιναχθούν με επιτυχία και φέρονται να είναι σε σταθερή κατάσταση.

Ο Κέιν, αναφερόμενος στους στόχους που έχουν τεθεί για τη CENTCOM και τις αμερικανικές δυνάμεις, υπογράμμισε: «Χρειάζεται χρόνος για να επιτευχθούν και σε ορισμένες περιπτώσεις θα είναι εξαιρετικά δύσκολο. Αναμένουμε να υποστούμε πρόσθετες απώλειες».

Τρίτος γύρος συνομιλιών ΗΠΑ–Ιράν χωρίς συμφωνία

Αντιπροσωπείες των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν ολοκλήρωσαν στις 26 Φεβρουαρίου στη Γενεύη τον τρίτο γύρο έμμεσων συνομιλιών, χωρίς να επιτευχθεί διπλωματική τομή που θα απέτρεπε το ενδεχόμενο ένοπλης σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή.

Από τον Ιανουάριο, οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις έχουν ενισχύσει την παρουσία τους στην περιοχή, ενώ ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ επιδιώκει νέα συμφωνία για τον τερματισμό των πυρηνικών προγραμμάτων του Ιράν. Οι συνομιλίες στη Γενεύη πραγματοποιήθηκαν την ίδια εβδομάδα κατά την οποία η κυβέρνηση Τραμπ διατύπωσε εκ νέου ισχυρισμούς ότι η Τεχεράνη επιχειρεί να ανασυγκροτήσει το πυρηνικό της πρόγραμμα και να προχωρήσει στην ανάπτυξη πυρηνικής κεφαλής, μετά τα αμερικανικά πλήγματα του Ιουνίου 2025 σε τρεις πυρηνικές εγκαταστάσεις της.

Παρά το γεγονός ότι δεν επετεύχθη συμφωνία στις 26 Φεβρουαρίου, ο μεσολαβητής και υπουργός Εξωτερικών του Ομάν Μπαντρ Αλμπουσαΐντι έκανε λόγο για πρόοδο και ανέφερε ότι οι δύο πλευρές είναι έτοιμες να συνεχίσουν τις επαφές. Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X σημείωσε ότι η ημέρα ολοκληρώθηκε με σημαντική πρόοδο στις διαπραγματεύσεις μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν και ότι οι συνομιλίες θα επαναληφθούν σύντομα, έπειτα από διαβουλεύσεις στις αντίστοιχες πρωτεύουσες. Ο Αλμπουσαΐντι διευκρίνισε ότι οι δύο πλευρές θα συναντηθούν την επόμενη εβδομάδα στη Βιέννη για έναν γύρο τεχνικών συζητήσεων.

Ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν Αμπάς Αραγτσί, ο οποίος εκπροσώπησε την Τεχεράνη στις διαβουλεύσεις, έκανε επίσης λόγο για πρόοδο μετά τις συνομιλίες της 26ης Φεβρουαρίου και εξέφρασε ικανοποίηση για την παρουσία του γενικού διευθυντή του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας Ραφαέλ Γκρόσι. Όπως ανέφερε, η συγκεκριμένη ημέρα αποτέλεσε έναν από τους πιο σοβαρούς και μακροχρόνιους γύρους διαπραγματεύσεων.

Η ιρανική πλευρά δήλωσε επίσης έτοιμη να συμμετάσχει σε νέο γύρο συνομιλιών την επόμενη εβδομάδα.

Ο Λευκός Οίκος δεν απάντησε σε αίτημα για σχόλιο σχετικά με τις συνομιλίες της Γενεύης έως τη στιγμή της δημοσίευσης.

Την Ουάσιγκτον εκπροσώπησαν ο ειδικός απεσταλμένος των ΗΠΑ Στιβ Γουίτκοφ και ο Τζάρεντ Κούσνερ, όπως και στον προηγούμενο γύρο στη Γενεύη και στις συνομιλίες της 6ης Φεβρουαρίου στη Μουσκάτ του Ομάν.

Σε συνέντευξή του στο Fox News στις 22 Φεβρουαρίου, ο Γουίτκοφ ανέφερε ότι το Ιράν εξακολουθεί να διατηρεί αποθέματα ουρανίου εμπλουτισμένου σε ποσοστό καθαρότητας 60%, επισημαίνοντας ότι για υλικό κατάλληλο για πυρηνικό όπλο απαιτείται καθαρότητα περίπου 90%. Εκτίμησε ότι το Ιράν βρίσκεται πιθανότατα μία εβδομάδα μακριά από το να διαθέτει υλικό για την κατασκευή πυρηνικού όπλου.

Από την πλευρά του, ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο, μιλώντας σε δημοσιογράφους κατά την επίσκεψή του στο νησιωτικό κράτος της Καραϊβικής Σεν Κιτς και Νέβις, υποστήριξε ότι το Ιράν έχει προβεί σε ενέργειες για την αποκατάσταση του πυρηνικού του προγράμματος μετά τα αμερικανικά πλήγματα. Ανέφερε ότι είχαν λάβει προειδοποίηση να μην επιχειρήσουν την επανεκκίνησή του, ωστόσο παρατηρείται προσπάθεια ανασυγκρότησης επιμέρους στοιχείων του. Πρόσθεσε ότι, αν και δεν προχωρούν αυτή τη στιγμή σε εμπλουτισμό, επιδιώκουν να φθάσουν σε σημείο όπου τελικά θα μπορούν να το πράξουν.

Ο Ρούμπιο επανέλαβε επίσης τις ανησυχίες της Ουάσιγκτον σχετικά με τα συμβατικά οπλικά συστήματα του Ιράν, συμπεριλαμβανομένων βαλλιστικών πυραύλων που μπορούν να πλήξουν αμερικανικές βάσεις στη Μέση Ανατολή, επισημαίνοντας ότι πέραν του πυρηνικού προγράμματος, η Τεχεράνη διαθέτει τέτοια οπλικά συστήματα τα οποία έχουν σχεδιαστεί αποκλειστικά για να πλήττουν τις Ηνωμένες Πολιτείες και Αμερικανούς πολίτες.

Αυτή την εβδομάδα, ο Αραγτσί επανέλαβε τη διαχρονική διαβεβαίωση της Τεχεράνης ότι δεν επιδιώκει την απόκτηση πυρηνικών όπλων, υπογραμμίζοντας ωστόσο ότι η χώρα του δεν θα παραιτηθεί από την ειρηνική χρήση της πυρηνικής ενέργειας. Έχει επίσης δηλώσει ότι τα πυραυλικά προγράμματα του Ιράν δεν αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης.

Με τη συμβολή του Jacob Burg

Κύμα βίας στο Μεξικό μετά τον θάνατο κορυφαίου στελέχους καρτέλ

Η εξόντωση του «El Mencho», κορυφαίου στελέχους καρτέλ, στο πλαίσιο επιχείρησης των μεξικανικών δυνάμεων ασφαλείας, προκάλεσε εκτεταμένο κύμα βίας που εξαπλώθηκε σε ολόκληρο το Μεξικό στις 22 Φεβρουαρίου.

Στρατιωτικές και αστυνομικές δυνάμεις πραγματοποίησαν διακλαδική επιχείρηση με στόχο τη σύλληψη του Νεμέσιο Ρουμπέν Οσεγκέρα Θερβάντες, γνωστού ως «El Mencho», τον οποίο οι αρχές θεωρούσαν ηγέτη του καρτέλ Νέα Γενιά Χαλίσκο (Cartel de Jalisco Nuevo Generacion – CJNG). Κατά τη διάρκεια της επιχείρησης, ο Οσεγκέρα Θερβάντες δέχθηκε πυρά και υπέκυψε στα τραύματά του.

Λίγο μετά την επιδρομή, μέλη του καρτέλ εξαπέλυσαν συντονισμένες ενέργειες αντιποίνων, πυρπολώντας πρατήρια καυσίμων και τραπεζικά καταστήματα και στήνοντας οδοφράγματα σε ολόκληρη τη Χαλίσκο και σε γειτονικές πολιτείες. Καθώς η κατάσταση κλιμακωνόταν, η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών εξέδωσε οδηγίες παραμονής σε ασφαλές καταφύγιο για τους Αμερικανούς πολίτες που βρίσκονταν στη χώρα.

Το CJNG και ο «El Mencho»

Μετά τη γνωστοποίηση του θανάτου του Οσεγκέρα Θερβάντες, ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Κρίστοφερ Λάνταου τον χαρακτήρισε ως έναν από τους πιο αιμοσταγείς και αδίστακτους βαρώνους ναρκωτικών.

Σύμφωνα με το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, ο Οσεγκέρα Θερβάντες διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην ίδρυση του CJNG το 2009. Εκτιμήσεις των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών ανέφεραν ότι η οργάνωση υιοθέτησε μοντέλο τύπου «δικαιόχρησης», προσελκύοντας μικρότερα τοπικά καρτέλ ώστε να ενταχθούν υπό την ομπρέλα της και να επεκτείνουν την επιρροή της πέρα από τα προπύργιά της στις πολιτείες Χαλίσκο, Ναγιαρίτ και Κολίμα.

Έως τον Δεκέμβριο του 2024, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ εκτιμούσε ότι το CJNG διέθετε τη μεγαλύτερη επιχειρησιακή ικανότητα διακίνησης κοκαΐνης, ηρωίνης και μεθαμφεταμίνης στο Μεξικό. Το αμερικανικό υπουργείο ανέφερε ακόμη ότι ο Οσεγκέρα Θερβάντες ευθυνόταν για τις δολοφονίες πολυάριθμων μελών αντίπαλων καρτέλ και στελεχών των μεξικανικών διωκτικών αρχών, ενώ διατύπωσε ισχυρισμούς ότι στελέχη της οργάνωσης είχαν εμπλακεί σε σχέδια δολοφονίας Μεξικανών κυβερνητικών αξιωματούχων. Σε βάρος του είχαν ασκηθεί πολλαπλές ομοσπονδιακές ποινικές διώξεις στις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ η αμερικανική κυβέρνηση είχε επικηρύξει τον ίδιο με αμοιβή έως και 15 εκατομμυρίων δολαρίων για πληροφορίες που θα οδηγούσαν στη σύλληψη ή την καταδίκη του.

Επικήρυξη του Νεμέσιο Οσεγκέρα Θερβάντες, με αμοιβή 10 εκατομμυρίων δολαρίων για πληροφορίες σχετικά με τον αρχηγό του καρτέλ Νέα Γενιά Χαλίσκο (CJNG), 11 Μαρτίου 2020. (Charlotte Cuthbertson/The Epoch Times)

 

Το CJNG συγκαταλέγεται μεταξύ αρκετών καρτέλ της Λατινικής Αμερικής που το Στέιτ Ντιπάρτμεντ έχει χαρακτηρίσει τον τελευταίο χρόνο ως ξένες τρομοκρατικές οργανώσεις. Έως τον Σεπτέμβριο του 2025, εκτιμήσεις των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών τοποθετούσαν τη δύναμή του μεταξύ 15.000 και 20.000 μελών.

Αιματηρή επιχείρηση

Μεξικανοί αξιωματούχοι ασφαλείας ανέφεραν ότι ο εντοπισμός του Οσεγκέρα Θερβάντες κατέστη δυνατός έπειτα από πληροφορία που προήλθε από πρόσωπο συνδεόμενο με μία από τις ερωτικές του συντρόφους.

Σε συνέντευξη Τύπου στις 23 Φεβρουαρίου, ο υπουργός Άμυνας του Μεξικού Ρικάρδο Τρεβίγια Τρέχο δήλωσε ότι οι στρατιωτικές υπηρεσίες πληροφοριών εντόπισαν τη σύντροφο του Οσεγκέρα Θερβάντες σε εγκατάσταση στην πόλη Ταπάλπα, στη Χαλίσκο. Αμερικανοί και Μεξικανοί αξιωματούχοι ανέφεραν επίσης ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες παρείχαν πληροφορίες που συνέβαλαν στην επιχείρηση.

Η εφημερίδα The Epoch Times απευθύνθηκε στο Πεντάγωνο ζητώντας περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με αυτή την αμερικανική συνδρομή σε επίπεδο πληροφοριών, αλλά δεν έλαβε απάντηση έως τον χρόνο δημοσίευσης του άρθρου.

Ο Μεξικανός υπουργός Άμυνας ανέφερε ότι η διεθνική δύναμη κατήρτισε άμεσα το επιχειρησιακό σχέδιο, το οποίο περιελάμβανε επίγειο τμήμα, αερομεταφερόμενη δύναμη με έξι ελικόπτερα ειδικών επιχειρήσεων και πρόσθετη αεροπορική υποστήριξη από τη μεξικανική πολεμική αεροπορία.

Καθώς οι μεξικανικές δυνάμεις περικύκλωναν την εγκατάσταση στην Ταπάλπα, ένοπλοι του καρτέλ άνοιξαν πυρ. Στην αρχική συμπλοκή σκοτώθηκαν οκτώ μέλη του καρτέλ. Μετά την πρώτη ανταλλαγή πυρών, ο Οσεγκέρα Θερβάντες και ορισμένοι από τους σωματοφύλακές του επιχείρησαν να διαφύγουν σε κοντινή δασική περιοχή, ωστόσο εντοπίστηκαν από τις δυνάμεις ασφαλείας. Ο Θερβάντες και δύο από τους σωματοφύλακές του τραυματίστηκαν σε δεύτερη ανταλλαγή πυρών. Σύμφωνα με τον Τρεβίγια Τρέχο, κλήθηκε ελικόπτερο για τη διακομιδή τους σε νοσοκομείο, όμως κατέληξαν καθ’ οδόν.

Η επιχείρηση προκάλεσε αναστάτωση που γρήγορα κινητοποίησε και άλλα μέλη του καρτέλ στην ευρύτερη περιοχή, με τις συνέπειες να μην περιορίζονται στην Ταπάλπα και τη γύρω κοινότητα της Χαλίσκο.

Οδοφράγματα, εμπρησμοί και πυροβολισμοί 

Τις ώρες που ακολούθησαν τον θάνατό του, μέλη του καρτέλ κλιμάκωσαν τη βία σε διάφορα σημεία της χώρας.

Οι μεξικανικές αρχές ανέφεραν ότι στήθηκαν οδοφράγματα σε ομοσπονδιακούς αυτοκινητοδρόμους στις πολιτείες Χαλίσκο, Μπάχα Καλιφόρνια, Μιτσοακάν, Γκουαναχουάτο, Γκερέρο, Οαχάκα, Σιναλόα, Ταμαουλίπας, Βερακρούς, Σακατέκας και στην Πολιτεία του Μεξικού.

Παράλληλα, πυρπολήθηκαν οχήματα, πρατήρια καυσίμων και τραπεζικά καταστήματα. Έως το απόγευμα της 22ας Φεβρουαρίου, το υπουργικό συμβούλιο ασφαλείας της μεξικανικής κυβέρνησης ανέφερε μέσω κοινωνικών δικτύων ότι έως και 20 υποκαταστήματα της Banco del Bienestar είχαν υποστεί ζημιές λόγω της κλιμακούμενης βίας.

Καμένο όχημα, που χρησιμοποιήθηκε ως οδόφραγμα από μέλη του οργανωμένου εγκλήματος μετά από σειρά συλλήψεων από ομοσπονδιακές δυνάμεις, στην Γουαδαλαχάρα του Μεξικού, στις 22 Φεβρουαρίου 2026. (Michelle Freyria/Reuters)

 

Στο στόχαστρο βρέθηκαν και στελέχη του μεξικανικού κράτους. Κατά την ενημέρωση της 23ης Φεβρουαρίου, ο Τρεβίγια Τρέχο δήλωσε ότι ο υπαρχηγός του Οσεγκέρα Θερβάντες, γνωστός ως «El Tuli», προσέφερε αμοιβή 20.000 πέσος (περίπου 1.050 ευρώ) για κάθε μέλος των δυνάμεων ασφαλείας που θα σκοτωνόταν.

Ο υπουργός Ασφάλειας Ομάρ Γκαρσία Χάρφουτς ανέφερε ότι οι αρχές εντόπισαν τον «El Tuli» σε μικρή πόλη κοντά στη Γουαδαλαχάρα και τον σκότωσαν σε ανταλλαγή πυρών.

Όπως δήλωσε, 25 μέλη της Μεξικανικής Εθνικής Φρουράς, ένας σωφρονιστικός υπάλληλος και ένα στέλεχος της γενικής εισαγγελίας είχαν σκοτωθεί σε έξι διαφορετικές επιθέσεις μετά την επιδρομή. Στις 23 Φεβρουαρίου ανέφερε ακόμη ότι 30 επιπλέον μέλη του καρτέλ είχαν σκοτωθεί, ενώ οι αρχές είχαν διαλύσει 85 οδοφράγματα και προχωρήσει σε 70 συλλήψεις σε σχέση με τις ταραχές.

Εύθραυστη ηρεμία

Απαντώντας σε ερωτήσεις δημοσιογράφων κατά τη συνέντευξη Τύπου της 23ης Φεβρουαρίου, η πρόεδρος του Μεξικού Κλαούντια Σέινμπαουμ δήλωσε ότι η κατάσταση είχε σε μεγάλο βαθμό εκτονωθεί και ότι συνεχίζει να συντονίζεται με τους κυβερνήτες των πολιτειών. Διαβεβαίωσε ότι σε περίπτωση νέας έντασης, οι αρχές θα παρενέβαιναν άμεσα.

Έως το απόγευμα της ίδιας ημέρας, η πρεσβεία των ΗΠΑ στο Μεξικό προειδοποιούσε για συνεχιζόμενες επιχειρήσεις ασφαλείας στις πολιτείες Χαλίσκο, Κολίμα, Γκουαναχουάτο, Γκερέρο, Πολιτεία του Μεξικού, Μιτσοακάν, Νουέβο Λεόν, Οαχάκα, Πουέμπλα, Κερετάρο, Σαν Λουίς Ποτοσί, Βερακρούς και Σακατέκας.

Αν και στις 22 Φεβρουαρίου οι πολιτείες Κιντάνα Ρόο, Σιναλόα και Ταμαουλίπας είχαν τεθεί σε αυξημένη επιφυλακή, η πρεσβεία ανέφερε ότι η κατάσταση εκεί είχε επανέλθει στο φυσιολογικό.

Καμένο λεωφορείο που στήθηκε ως οδόφραγμα από μέλη του οργανωμένου εγκλήματος μετά από στρατιωτική επιχείρηση, στην οποία Μεξικανοί αξιωματούχοι ανέφεραν ότι σκοτώθηκε ο αρχηγός καρτέλ Νεμέσιο Οσεγκέρα ή «El Mencho», στις 22 Φεβρουαρίου 2026. (Gabriel Trujillo/Reuters)

 

Η πρεσβεία έκανε επίσης λόγο για συνεχιζόμενες διαταραχές πτήσεων στο Πουέρτο Βαγιάρτα, επισημαίνοντας ωστόσο ότι οι πτήσεις από τις υπόλοιπες περιοχές διεξάγονταν κανονικά. Συνέστησε στους ταξιδιώτες με προγραμματισμένες πτήσεις να επικοινωνούν με τις αεροπορικές τους εταιρείες, καθώς η κατάσταση μπορούσε να μεταβληθεί ταχύτατα, και κάλεσε τους Αμερικανούς που βρίσκονται στο Μεξικό να επικοινωνήσουν με τους οικείους τους ώστε να επιβεβαιώσουν την τοποθεσία τους.

Σε σύντομη ανάρτησή του στην πλατφόρμα Truth Social το πρωί της 23ης Φεβρουαρίου, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ανέφερε ότι το Μεξικό πρέπει να εντείνει τις προσπάθειες καταπολέμησης των καρτέλ και της διακίνησης ναρκωτικών.

Τους τελευταίους μήνες, ο Τραμπ έχει αναφερθεί και στο ενδεχόμενο διαταγής αμερικανικών στρατιωτικών πληγμάτων εναντίον χερσαίων στόχων καρτέλ, ενώ η Μεξικανή πρόεδρος έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι έχει απορρίψει προτάσεις του Τραμπ για παροχή στρατιωτικής υποστήριξης από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Με τη συμβολή των Jack Phillips, Aldgra Fredly, Naveen Athrappully και πληροφορίες από Reuters και The Associated Press

Πιέσεις Τραμπ για διατήρηση του Ντιέγκο Γκαρσία από το Ηνωμένο Βασίλειο

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, στις 18 Φεβρουαρίου, προέτρεψε τον Βρετανό πρωθυπουργό Κιρ Στάρμερ να διατηρήσει τον έλεγχο του Ντιέγκο Γκαρσία, υποστηρίζοντας ότι το νησιωτικό έδαφος θα μπορούσε να συμβάλει στην αποτροπή μελλοντικής επιθετικότητας από το Ιράν.

Σε ανάρτησή του στο Truth Social έγραψε ότι, εάν το Ιράν αποφάσιζε να μη συνάψει συμφωνία, ενδέχεται να ήταν αναγκαίο οι Ηνωμένες Πολιτείες να χρησιμοποιήσουν το Ντιέγκο Γκαρσία και το αεροδρόμιο που βρίσκεται στο Φέρφορντ, προκειμένου να εξαλείψουν μια πιθανή επίθεση από ένα «εξαιρετικά ασταθές και επικίνδυνο καθεστώς» —μια επίθεση που, κατά τον ίδιο, θα μπορούσε να στρέφεται κατά του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και άλλων φιλικών χωρών.

Το Ντιέγκο Γκαρσία αποτελεί μέρος του αρχιπελάγους Τσάγκος στον Ινδικό Ωκεανό. Τη δεκαετία του 1960, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ηνωμένο Βασίλειο κατέληξαν σε συμφωνία για τη μετατροπή του Ντιέγκο Γκαρσία, του μεγαλύτερου νησιού του αρχιπελάγους, σε κοινό στρατιωτικό κόμβο.

Πέρυσι, το Ηνωμένο Βασίλειο συνήψε συμφωνία για τη μεταβίβαση του ελέγχου του αρχιπελάγους Τσάγκος στον Μαυρίκιο. Η συμφωνία θα επέτρεπε στο Ηνωμένο Βασίλειο να συνεχίσει να λειτουργεί την κοινή στρατιωτική βάση Ηνωμένου Βασιλείου–ΗΠΑ στο Ντιέγκο Γκαρσία για τουλάχιστον 99 χρόνια, με δυνατότητα παράτασης της μίσθωσης για άλλα 40 χρόνια.

Ο Τραμπ έγραψε στο Truth Social ότι ο πρωθυπουργός Στάρμερ δεν θα έπρεπε να χάσει τον έλεγχο, για οποιονδήποτε λόγο, του Ντιέγκο Γκαρσία, συνάπτοντας μια —στην καλύτερη περίπτωση— επισφαλή μίσθωση 100 ετών. Τα σχόλιά του για τη συμφωνία σχετικά με το αρχιπέλαγος Τσάγκος έγιναν μία ημέρα αφότου το Στέιτ Ντιπάρτμεντ δήλωσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες «υποστηρίζουν την απόφαση του Ηνωμένου Βασιλείου να προχωρήσει με τη συμφωνία του με τον Μαυρίκιο σχετικά με το αρχιπέλαγος Τσάγκος».

Όταν, κατά τη διάρκεια ενημέρωσης Τύπου στις 18 Φεβρουαρίου, ζητήθηκε να σχολιαστούν οι αντικρουόμενες δηλώσεις, η εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου Καρολάιν Λέβιτ ανέφερε ότι ο Τραμπ θα έχει τον τελικό λόγο στο ζήτημα, προσθέτοντας ότι η ανάρτηση θα πρέπει να εκληφθεί ως η πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ και ότι προέρχεται «απευθείας από την πηγή».

Παρότι ο Τραμπ έχει επικρίνει στο παρελθόν τη συμφωνία για το αρχιπέλαγος Τσάγκος με αναρτήσεις στο Truth Social, το πιο πρόσφατο σχόλιό του στις 18 Φεβρουαρίου ήταν το πρώτο που συνέδεσε το νησί με τις διαπραγματεύσεις με το Ιράν.

Διαπραγματευτές των ΗΠΑ και του Ιράν πραγματοποίησαν συνομιλίες αυτή την εβδομάδα στη Γενεύη της Ελβετίας, καθώς ο Τραμπ συνεχίζει να πιέζει την Τεχεράνη για νέες παραχωρήσεις σε θέματα ασφάλειας. Οι συνομιλίες φαίνεται να επικεντρώνονται κυρίως στα πυρηνικά προγράμματα του Ιράν, αλλά θα μπορούσαν επίσης να αγγίξουν τα πυραυλικά του προγράμματα και τη χρηματοδότηση ή υποστήριξή του σε οργανώσεις που έχουν χαρακτηριστεί τρομοκρατικές.

Σε συνέντευξη στο Fox News στις 17 Φεβρουαρίου, ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Τζ. Ντ. Βανς δήλωσε ότι «όλα είναι στο τραπέζι» στις συζητήσεις, όμως τόνισε ότι ο κύριος στόχος είναι να αποτραπεί το ενδεχόμενο το Ιράν να αποκτήσει πυρηνικό όπλο, επισημαίνοντας ότι αυτή είναι η «κόκκινη γραμμή» που ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών έχει θέσει με συνέπεια.

Καθώς μιλούσε με δημοσιογράφους στις 18 Φεβρουαρίου, η Λέβιτ είπε ότι στην πιο πρόσφατη φάση των διαπραγματεύσεων στη Γενεύη σημειώθηκε κάποια πρόοδος, «αλλά εξακολουθούμε να απέχουμε πολύ σε ορισμένα ζητήματα», προσθέτοντας ότι, όπως εκτιμά, οι Ιρανοί αναμένεται να επιστρέψουν προς την αμερικανική πλευρά με περισσότερες λεπτομέρειες μέσα στις επόμενες δύο εβδομάδες και ότι ο πρόεδρος θα συνεχίσει να παρακολουθεί πώς θα εξελιχθεί η κατάσταση.

Οι ΗΠΑ δίνουν νέα στοιχεία για κινεζική πυρηνική δοκιμή του 2020

Εχθές, Τρίτη 17 Φεβρουαρίου, ανώτερος αξιωματούχος του υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ έδωσε στη δημοσιότητα πρόσθετα στοιχεία, που ενισχύουν την αμερικανική καταγγελία ότι η Κίνα πραγματοποίησε υπόγεια πυρηνική δοκιμή τον Ιούνιο του 2020, καθώς τα παγκόσμια πλαίσια ελέγχου εξοπλισμών καταρρέουν.

Ο υφυπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Κρίστοφερ Γιο, μιλώντας σε εκδήλωση του Hudson Institute, αναφέρθηκε σε δεδομένα από απομακρυσμένο σεισμολογικό σταθμό στο Καζακστάν, ο οποίος κατέγραψε μια έκρηξη μεγέθους 2,75 Ρίχτερ περίπου 700 χιλιόμετρα από τα πεδία δοκιμών της Κίνας στη Λοπ Νουρ, στις 22 Ιουνίου 2020.

Ο Γιο ανέφερε ότι είχε εξετάσει πρόσθετα δεδομένα έκτοτε και ότι υπήρχε ελάχιστη πιθανότητα να πρόκειται για κάτι άλλο εκτός από έκρηξη, μια μεμονωμένη έκρηξη, τονίζοντας ότι τα δεδομένα δεν συνάδουν με εκρήξεις από εξορυκτικές δραστηριότητες. Ως πρώην αναλυτής πληροφοριών και αξιωματούχος στον τομέα της άμυνας με διδακτορικό στην πυρηνική μηχανική, ανέφερε επίσης ότι το φαινόμενο δεν συνάδει καθόλου με σεισμό και ότι είναι «αυτό που θα περίμενε κανείς σε μια πυρηνική δοκιμή». Υποστήριξε ότι η Κίνα επιχείρησε να αποκρύψει το συμβάν μέσω «αποσύζευξης», δηλαδή πυροδοτώντας τη συσκευή σε ευρύχωρη υπόγεια κοιλότητα ώστε να μειωθούν τα σεισμικά κύματα.

Ο υφυπουργός Εξωτερικών για τον έλεγχο εξοπλισμών Τόμας ΝτιΝάνο είχε κατηγορήσει αυτόν την μήνα την Κίνα ότι πραγματοποιεί  μυστικές δοκιμές πυρηνικών όπλων και ότι εφαρμόζει μέτρα για να περιορίζει τα σεισμολογικά στοιχεία. Ο ΝτιΝάνο ανέφερε ότι μπορούσε να αποκαλύψει πως η κυβέρνηση των ΗΠΑ γνωρίζει ότι η Κίνα έχει πραγματοποιήσει πυρηνικές εκρηκτικές δοκιμές, συμπεριλαμβανομένης της προετοιμασίας για δοκιμές με προκαθορισμένες αποδόσεις της τάξης των εκατοντάδων τόνων. Οι ισχυρισμοί αυτοί ενισχύουν τις δηλώσεις του Γιο για τακτικές απόκρυψης.

Ο Οργανισμός της Συνθήκης για την Πλήρη Απαγόρευση των Πυρηνικών Δοκιμών, που παρακολουθεί τις εκρήξεις παγκοσμίως, σημείωσε ότι τα διαθέσιμα δεδομένα δεν επιτρέπουν ασφαλή συμπεράσματα. Ο εκτελεστικός γραμματέας Ρόμπερτ Φλόυντ ανέφερε σε ανακοίνωση ότι ο σεισμολογικός σταθμός παρακολούθησης στο Καζακστάν κατέγραψε «δύο πολύ μικρά σεισμικά συμβάντα», με διαφορά 12 δευτερολέπτων, στις 22 Ιουνίου 2020. Σύμφωνα με τον Φλόυντ, το δίκτυο του οργανισμού ανιχνεύει γεγονότα ισοδύναμα με 551 τόνους (500 μετρικούς τόνους) ΤΝΤ ή μεγαλύτερα. Ο Φλόυντ ανέφερε ότι τα δύο αυτά συμβάντα ήταν πολύ κάτω από αυτό το επίπεδο και ότι, ως αποτέλεσμα, μόνο με αυτά τα δεδομένα δεν είναι δυνατό να εκτιμηθεί με βεβαιότητα η αιτία τους.

Η Κίνα, η οποία έχει υπογράψει τη Συνθήκη του 1996 για την Πλήρη Απαγόρευση των Πυρηνικών Δοκιμών αλλά δεν την έχει επικυρώσει, απέρριψε την αρχική αμερικανική κατηγορία σε διεθνή διάσκεψη αυτόν τον μήνα. Η τελευταία υπόγεια δοκιμή που έχει αναγνωρίσει επισήμως το Πεκίνο πραγματοποιήθηκε το 1996.

Οι ΗΠΑ, οι οποίες επίσης υπέγραψαν αλλά δεν επικύρωσαν τη συνθήκη, δεσμεύονται νομικά από τους όρους της βάσει διεθνών κανόνων. Η τελευταία υπόγεια δοκιμή των ΗΠΑ έγινε το 1992, ενώ έκτοτε βασίζονται σε προηγμένες προσομοιώσεις και υπερυπολογιστές για τη συντήρηση των πυρηνικών κεφαλών.

Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ κάλεσε πρόσφατα την Κίνα να συμμετάσχει σε τριμερείς συνομιλίες με τη Ρωσία για τη στήριξη της Συνθήκης για τη Μείωση των Στρατηγικών Όπλων (New START), η οποία έληξε στις 5 Φεβρουαρίου. Η Κίνα αρνήθηκε την πρόσκληση, υποστηρίζοντας ότι το οπλοστάσιό της είναι πολύ μικρότερο από εκείνα των ΗΠΑ και της Ρωσίας.

Το Πεντάγωνο εκτιμά ότι οι επιχειρησιακές πυρηνικές κεφαλές της Κίνας υπερβαίνουν σήμερα τις 600, ενώ το απόθεμα αναμένεται να ξεπεράσει τις 1.000 έως το 2030. Η Ομοσπονδία Αμερικανών Επιστημόνων, οργανισμός που εργάζεται για να μειώσει τους κινδύνους από πυρηνικές απειλές, καταγράφει ότι η Ρωσία διαθέτει σήμερα 5.459 πυρηνικές κεφαλές, ενώ οι ΗΠΑ έχουν 5.177.

Η λήξη της Συνθήκης για τη Μείωση των Στρατηγικών Όπλων καταργεί τα ανώτατα όρια για αναπτυγμένες στρατηγικές κεφαλές και μέσα μεταφοράς, γεγονός που θα μπορούσε να επιταχύνει την κούρσα εξοπλισμών. Η Ρωσία και οι ΗΠΑ ανέφεραν ότι θα τηρούν ανεπίσημα τα όρια.

Αμερικανικές δυνάμεις εξοντώνουν 11 διακινητές ναρκωτικών σε επιδρομές σε Καραϊβική και Ειρηνικό

Έντεκα άτομα σκοτώθηκαν από αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις σε τρεις συντονισμένες επιχειρήσεις που πραγματοποιήθηκαν στις 16 Φεβρουαρίου στη Θάλασσα της Καραϊβικής και στον ανατολικό Ειρηνικό Ωκεανό, όπως ανακοίνωσε η Διοίκηση του Νότιου Τομέα των ΗΠΑ (Southcom).

Τις εντολές για τις επιθέσεις έδωσε ο στρατηγός των Πεζοναυτών Φράνσις Λ. Ντόνοβαν, ο οποίος ανέλαβε καθήκοντα επικεφαλής της Southcom στις αρχές του μήνα, σύμφωνα με σχετική ανακοίνωση που εκδόθηκε στις 17 Φεβρουαρίου.

Σύμφωνα με τη Southcom, οι επιθέσεις στόχευσαν δύο σκάφη στον ανατολικό Ειρηνικό και ένα τρίτο στη Θάλασσα της Καραϊβικής. Σε κάθε ένα από τα σκάφη του Ειρηνικού σκοτώθηκαν τέσσερις άνδρες, ενώ στο σκάφος που κινούνταν στα ύδατα της Καραϊβικής έχασαν τη ζωή τους ακόμη τρία άτομα. Οι αρμόδιες υπηρεσίες πληροφοριών επιβεβαίωσαν πως τα σκάφη ακολουθούσαν γνωστές διαδρομές διακίνησης ναρκωτικών και εμπλέκονταν σε σχετικές επιχειρήσεις.

Οι τρεις αυτές επιθέσεις, που σημειώθηκαν τη Δευτέρα, αποτελούν τμήμα της Επιχείρησης «Southern Spear», η οποία ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο του 2025. Εκπρόσωπος της Southcom επιβεβαίωσε στην Epoch Times ότι έως σήμερα, στο πλαίσιο της συγκεκριμένης επιχείρησης, οι αμερικανικές δυνάμεις έχουν πλήξει συνολικά 42 σκάφη διακινητών ναρκωτικών, με αποτέλεσμα τον θάνατο 144 ατόμων. Όπως διευκρινίστηκε, σε αυτούς συμπεριλαμβάνονται και 11 επιζώντες από τις αρχικές επιθέσεις, οι οποίοι τελικά πνίγηκαν στη θάλασσα.

Η τελευταία αυτή σειρά επιθέσεων ακολούθησε ανάλογη επιχείρηση στις 13 Φεβρουαρίου, κατά την οποία αμερικανοί στρατιώτες εξαπέλυσαν επίθεση εναντίον σκάφους διακινητών, σκοτώνοντας τρία άτομα. Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έχει δηλώσει πως οι ενέργειες αυτές εντάσσονται στην προσπάθεια της κυβέρνησής του να αντιμετωπίσει την εισροή παράνομων ναρκωτικών στις Ηνωμένες Πολιτείες αλλά και τη συνεχιζόμενη κρίση με τα οπιοειδή.

Μέσα στον τελευταίο χρόνο, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ έχει χαρακτηρίσει ως ξένες τρομοκρατικές οργανώσεις δεκαπέντε καρτέλ και συμμορίες από τη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική. Ο Τραμπ, μάλιστα, στις 2 Σεπτεμβρίου είχε ταυτοποιήσει τα μέλη της βενεζουελανικής συμμορίας «Tren de Aragua» ως τους στόχους της πρώτης αμερικανικής επίθεσης στο πλαίσιο της Επιχείρησης «Southern Spear».

Τον περασμένο μήνα, οι οικογένειες δύο υπηκόων Τρινιντάντ προσέφυγαν στη δικαιοσύνη με μήνυση κατά της αμερικανικής κυβέρνησης για ανθρωποκτονία εξ αμελείας, ύστερα από θανατηφόρο πλήγμα στο οποίο ενεπλάκη ο αμερικανικός στρατός στη διάρκεια της ίδιας επιχείρησης.

Οι οικογένειες των Τσαντ Τζόζεφ και Ρίσι Σαμάρου ισχυρίζονται πως οι δύο άνδρες ήταν μετανάστες εργάτες που είχαν βρει προσωρινή απασχόληση στη γειτονική Βενεζουέλα. Όπως καταθέτουν, η τελευταία επικοινωνία μαζί τους έγινε στις 12 Οκτωβρίου, οπότε οι δύο φέρονται να ενημέρωσαν πως σκόπευαν να επιστρέψουν σύντομα στην πατρίδα. Οι ίδιες οικογένειες υποστηρίζουν ότι ο Τζόζεφ και ο Σαμάρου πιθανότατα ήταν ανάμεσα στα έξι θύματα αμερικανικής επιδρομής ανοιχτά της Βενεζουέλας στις 14 Οκτωβρίου.

Σε συνέντευξη που παραχώρησε στις 10 Φεβρουαρίου στην εκπομπή του Λάρι Κάντλοου στο Fox Business, ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι «οι μελλοντικές αμερικανικές στρατιωτικές επιθέσεις εναντίον υπόπτων διακίνησης ναρκωτικών θα στοχεύσουν επίσης και χερσαίους στόχους». Τόνισε μάλιστα: «Τώρα θα τους χτυπήσουμε και στη στεριά. Θα τους πλήξουμε πολύ σκληρά στη στεριά».

Δέκα νέα πλήγματα κατά του ISIS στη Σύρια πραγματοποίησαν οι ΗΠΑ

Στους τριάντα (30) ανέρχονται συνολικά οι στόχοι που έχουν πλήξει οι αμερικανικές δυνάμεις στη Συρία από τις 3 Φεβρουαρίου, οι οποίοι συνδέονται με την τρομοκρατική οργάνωση Ισλαμικό Κράτος (ISIS) , σύμφωνα με ανακοίνωση της 14η Φεβρουαρίου της Κεντρικής Διοίκησης των ΗΠΑ (CENTCOM).

Η CENTCOM, η οποία εποπτεύει τις αμερικανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Μέση Ανατολή, ανέφερε ότι οι αμερικανικές δυνάμεις υπό τη διοίκησή της πραγματοποίησαν 10 σειρές πληγμάτων μεταξύ 3 και 12 Φεβρουαρίου. Σύμφωνα με τη CENTCOM, οι αμερικανικές δυνάμεις χρησιμοποίησαν επανδρωμένα ελικόπτερα και αεροσκάφη σταθερών πτερύγων, καθώς και μη επανδρωμένα αεροσκάφη, για να πλήξουν χώρους αποθήκευσης όπλων και άλλες υποδομές που συνδέονται με το ISIS.

Τα τελευταία αυτά αμερικανικά πλήγματα στη Συρία εντάσσονται σε μια ευρύτερη εκστρατεία — με την ονομασία «Επιχείρηση Hawkeye Strike» — η οποία ξεκίνησε ως απάντηση σε ενέδρα της 13ης Δεκεμβρίου 2025, κατά την οποία σκοτώθηκαν δύο Αμερικανοί στρατιώτες και ένας Αμερικανός πολίτης-διερμηνέας. Το ISIS ανέλαβε την ευθύνη για την επίθεση.

Η CENTCOM ανέφερε στις 14 Φεβρουαρίου ότι, στη διάρκεια δύο μηνών στοχευμένων επιχειρήσεων, περισσότεροι από 50 τρομοκράτες του ISIS σκοτώθηκαν ή συνελήφθησαν και ότι περισσότερες από 100 υποδομές του ISIS αποτέλεσαν στόχο πληγμάτων, με τη χρήση εκατοντάδων πυρομαχικών ακριβείας.

Η αμερικανική κυβέρνηση έχει εργαστεί για να εξασφαλίσει τη στήριξη της μεταβατικής κυβέρνησης της Συρίας στη συνέχιση των προσπαθειών κατά του ISIS.

Η σημερινή κυβέρνηση της Συρίας σχηματίστηκε αφού σουνίτες ισλαμιστές μαχητές της Χαγιάτ Ταχρίρ Αλ Σαμ (Hay’at Tahrir al-Sham—HTS) εκδίωξαν από την εξουσία τον πρώην ηγέτη Μπασάρ Αλ Άσαντ και κατέλαβαν την πρωτεύουσα Δαμασκό τον Δεκέμβριο του 2024.

Η HTS ξεκίνησε ως συριακό παρακλάδι της τρομοκρατικής οργάνωσης Αλ Κάιντα και, όταν η ομάδα κατέλαβε την εξουσία στη Δαμασκό, η αμερικανική κυβέρνηση τη θεωρούσε ξένη τρομοκρατική οργάνωση. Έκτοτε, η αμερικανική κυβέρνηση ανέστρεψε τον χαρακτηρισμό της HTS ως τρομοκρατικής οργάνωσης και απέσυρε επικήρυξη 10 εκατ. δολαρίων για τον Αχμάντ Αλ Σαρά, ο οποίος ηγήθηκε της HTS στην κατάληψη της εξουσίας πριν αναλάβει τον ρόλο του μεταβατικού προέδρου.

Η μεταβατική κυβέρνηση του Σαρά έχει δηλώσει ότι ο ένοπλος που πραγματοποίησε την επίθεση της 13ης Δεκεμβρίου 2025 ήταν μέλος των συριακών κυβερνητικών δυνάμεων. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ έχει στη συνέχεια δηλώσει ότι δεν φέρει ευθύνη για την επίθεση η μετα-Άσαντ κυβέρνηση της Συρίας.

Οι αμερικανικές δυνάμεις είχαν συνεργαστεί στενά, σε μεγάλο βαθμό, με τις κυρίως κουρδικές Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (Syrian Democratic Forces – SDF) σε όλη τη διάρκεια της αποστολής κατά του ISIS, η οποία ξεκίνησε το 2014. Κατά το τελευταίο έτος, οι SDF έχουν δείξει απροθυμία να ενταχθούν στη δομή της κυβέρνησης Σαρά, ενώ οι δύο πλευρές έχουν ανταλλάξει επανειλημμένα πυρά.

Τον Ιανουάριο, οι δυνάμεις του Σαρά επιχείρησαν να αναλάβουν τον έλεγχο τουλάχιστον τριών κέντρων κράτησης που διοικούνται από τις SDF και χρησιμοποιούνται για την κράτηση υπόπτων του ISIS και των οικογενειών τους. Οι ένοπλες συγκρούσεις που ακολούθησαν κοντά σε αυτά τα κέντρα κράτησης ενίσχυσαν τους φόβους για μια μεγάλη απόδραση κρατουμένων, που θα μπορούσε να τροφοδοτήσει την αναζωπύρωση του ISIS. Έκτοτε, η CENTCOM έχει μεταφέρει 5.700 κρατουμένους σε ασφαλέστερες εγκαταστάσεις στο Ιράκ.

Στις 30 Ιανουαρίου, οι SDF και η κυβέρνηση Σαρά ανακοίνωσαν κατάπαυση του πυρός και σχέδιο για την ενσωμάτωση των SDF στον συριακό στρατό. Το σχέδιο περιλαμβάνει επίσης προβλέψεις για τη διασφάλιση των κουρδικών συμφερόντων στη μετα-Άσαντ Συρία.

Στις 9 Φεβρουαρίου, ο Παγκόσμιος Συνασπισμός για την ήττα του ISIS ανέφερε ότι η νέα συριακή κυβέρνηση του Σαρά έγινε το 90ό μέλος του συνασπισμού.

Αμερικανικές δυνάμεις αποχωρούν από καίρια βάση στη Συρία

Οι αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις στη Συρία ολοκλήρωσαν, στις 11 Φεβρουαρίου, μείωση της παρουσίας τους από ένα καίριο στρατιωτικό φυλάκιο στη χώρα, στο πλαίσιο προγραμματισμένης αναδιάταξης και συγκέντρωσης δυνάμεων.

Σε ανακοίνωση της 12ης Φεβρουαρίου, η Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ (CENTCOM) —που είναι αρμόδια για τις αμερικανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Συρία και σε όλη τη Μέση Ανατολή— γνωστοποίησε ότι, την προηγούμενη ημέρα, ολοκλήρωσε «την τακτική αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων από τη Φρουρά Αλ Τανφ στη Συρία». Η CENTCOM ανέφερε ότι η αποχώρηση από την Αλ Τανφ αποτέλεσε μέρος «μιας σκόπιμης και βασισμένης στις συνθήκες μετάβασης» για την Συνδυασμένη Κοινή Δύναμη Κρούσης — «Επιχείρηση Inherent Resolve», δηλαδή την αμερικανική στρατιωτική αποστολή με στόχο την ήττα του ISIS.

Ο διοικητής της CENTCOM, ναύαρχος Μπραντ Κούπερ, δήλωσε ότι οι αμερικανικές δυνάμεις παραμένουν έτοιμες να ανταποκριθούν σε οποιεσδήποτε απειλές του ISIS που ενδέχεται να προκύψουν στην περιοχή, καθώς στηρίζουν προσπάθειες υπό την ηγεσία εταίρων για να αποτραπεί η αναβίωση του τρομοκρατικού δικτύου. Πρόσθεσε ότι η διατήρηση της πίεσης στον ISIS είναι απαραίτητη για την προστασία της αμερικανικής επικράτειας και την ενίσχυση της περιφερειακής ασφάλειας.

Τον Απρίλιο του 2025, το Πεντάγωνο ανακοίνωσε τα σχέδιά του να συγκεντρώσει και να αναδιατάξει το αποτύπωμα των δυνάμεών του στη Συρία, επικαλούμενο επιτυχίες στην προσπάθεια κατά του ISIS.

Το προηγούμενο έτος, η κυβέρνηση των ΗΠΑ ενίσχυσε τη συνεργασία της με τις νέες κυβερνητικές αρχές της Συρίας στη Δαμασκό, οι οποίες ανέλαβαν την εξουσία τον Δεκέμβριο του 2024, αφού εκδίωξαν τον τότε Σύρο ηγέτη Μπασάρ Αλ Άσαντ.

Από το 2011 έως την πτώση του, ο Άσαντ πολεμούσε για να διατηρήσει την εξουσία απέναντι σε ποικίλες αντάρτικες παρατάξεις. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιτάχθηκαν στον Άσαντ, ωστόσο η αμερικανική στρατιωτική αποστολή στη Συρία, επισήμως, επικεντρωνόταν στην ήττα του ISIS και όχι στην εμπλοκή στον συριακό εμφύλιο πόλεμο.

Ο Άχμαντ Αλ Σαρά υπηρετεί σήμερα ως μεταβατικός πρόεδρος της Συρίας, αφού οι δυνάμεις του —γνωστές ως Hayat Tahrir al-Sham (HTS)— εκδίωξαν τον Άσαντ από την εξουσία. Η HTS ξεκίνησε ως συριακό παρακλάδι της Αλ Κάιντα. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ θεωρούσε την HTS ξένη τρομοκρατική οργάνωση, αλλά ήρε τον χαρακτηρισμό τον Ιούλιο, στο πλαίσιο προσπαθειών συνεργασίας με τη νέα κυβέρνηση του Αλ Σαρά.

Ο ISIS ανέλαβε την ευθύνη για ενέδρα, κατά την οποία σκοτώθηκαν δύο Αμερικανοί στρατιώτες και ένας Αμερικανός πολίτης, διερμηνέας, στις 13 Δεκεμβρίου 2025. Το υπουργείο Εσωτερικών της Συρίας έχει δηλώσει ότι ο ένοπλος ήταν μέλος των συριακών δυνάμεων ασφαλείας. Μετά την ενέδρα της 13ης Δεκεμβρίου 2025, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι η κυβέρνηση του Αλ Σαρά δεν φέρει ευθύνη για την επίθεση.

Τις τελευταίες εβδομάδες, η κυβέρνηση Τραμπ εργάστηκε για να συμβάλει στην αποκλιμάκωση των εντάσεων ανάμεσα στη μεταβατική συριακή κυβέρνηση και τις κυρίως κουρδικές Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (SDF), με τις οποίες οι αμερικανικές δυνάμεις είχαν στενή συνεργασία επί χρόνια στις επιχειρήσεις κατά του ISIS.

Τον προηγούμενο μήνα, οι αμερικανικές δυνάμεις άρχισαν να μεταφέρουν στο Ιράκ υπόπτους του ISIS και τις οικογένειές τους από κέντρα κράτησης στη Συρία, τα οποία είχαν εξελιχθεί σε πεδίο ένοπλων συμπλοκών μεταξύ της SDF και των δυνάμεων της κυβέρνησης του Αλ Σαρά. Στις 30 Ιανουαρίου, η SDF και η κυβέρνηση του Αλ Σαρά ανακοίνωσαν εκεχειρία και σχέδιο για τη διασφάλιση των κουρδικών συμφερόντων και την ενσωμάτωση της SDF στον συριακό στρατό.

Ο Global Coalition to Defeat ISIS (Παγκόσμιος Συνασπισμός για την Ήττα του ISIS) ανέφερε, στις 9 Φεβρουαρίου, ότι η νέα συριακή κυβέρνηση του Αλ Σαρά έγινε το 90ό συμμετέχον μέλος του συνασπισμού.

Σε ανάρτηση στις 10 Φεβρουαρίου στην πλατφόρμα X, ο ειδικός απεσταλμένος των ΗΠΑ για τη Συρία, Τομ Μπάρακ, δήλωσε ότι η κίνηση της Δαμασκού να ενταχθεί σε αυτή τη διεθνή προσπάθεια κατά του ISIS «σηματοδοτεί ένα νέο κεφάλαιο στη συλλογική ασφάλεια».