Σε φάση ταχείας ανάπτυξης εισέρχεται η εγχώρια παραγωγή στρατιωτικών μη επανδρωμένων συστημάτων (drone), με τις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις να αποκτούν για πρώτη φορά οργανωμένη και ευρείας κλίμακας παραγωγική δυνατότητα. Δύο στρατιωτικά εργοστάσια, σε Αχαρνές και Ξάνθη, μετατρέπονται σε κέντρα καινοτομίας και τεχνολογίας, σηματοδοτώντας μια σημαντική στροφή προς την αμυντική αυτάρκεια.
Η παραγωγή περιλαμβάνει τέσσερις βασικούς τύπους αεροσκαφών: μικρά τετρακόπτερα για μεταφορά εξοπλισμού, επιθετικά τετρακόπτερα με δυνατότητα ρίψης φορτίου, «καμικάζι» τύπου loitering munition και UAV σταθερής πτέρυγας για αποστολές επιτήρησης και αναγνώρισης. Όλα τα συστήματα βασίζονται σε ελληνική σχεδίαση και τεχνολογία, ενώ έχουν αναπτυχθεί και κινητές μονάδες παραγωγής για άμεση επιχειρησιακή αξιοποίηση στο πεδίο.
Η παραγωγική δυναμικότητα έχει ήδη αυξηθεί σημαντικά, φτάνοντας τα 4.000 σκάφη ετησίως, με προοπτική περαιτέρω ενίσχυσης στο άμεσο μέλλον. Πρόκειται για μια εξέλιξη που εντάσσεται στον ευρύτερο σχεδιασμό εκσυγχρονισμού των Ενόπλων Δυνάμεων, με στόχο την προσαρμογή στις απαιτήσεις του σύγχρονου πεδίου μάχης.
Όπως επισημάνθηκε από την πολιτική ηγεσία του υπουργείου Άμυνας, η ανάπτυξη αυτής της παραγωγικής βάσης δεν περιορίζεται μόνο στην ενίσχυση των επιχειρησιακών δυνατοτήτων, αλλά αξιοποιεί και το επιστημονικό δυναμικό της χώρας. Στο πλαίσιο της «Ατζέντας 2030», τα μη επανδρωμένα σκάφη αναμένεται να ενσωματωθούν σταδιακά σε όλες τις ταξιαρχίες, διαμορφώνοντας ένα νέο μοντέλο επιχειρήσεων με έμφαση στην ευελιξία, την ταχύτητα και τη δικτυοκεντρική δράση.
Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει μια ευρύτερη αλλαγή φιλοσοφίας: από την εξάρτηση σε εισαγόμενα συστήματα προς μια πιο αυτάρκη και τεχνολογικά προηγμένη αμυντική στρατηγική.