Τη νέα στρατηγική της για την καταπολέμηση του ρατσισμού παρουσίασε στις 20 Ιανουαρίου η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, προκρίνοντας τη δημιουργία μιας Ευρώπης χωρίς ρατσισμό. Το σχέδιο προβλέπει ενίσχυση της επιβολής υφιστάμενων αντιρατσιστικών νομοθεσιών, αντιμετώπιση εμποδίων στην εκπαίδευση, την απασχόληση, την υγεία και τη στέγαση, καθώς και οικοδόμηση συνεργασιών κατά του ρατσισμού σε όλα τα επίπεδα της κοινωνίας. Η στρατηγική προσεγγίζει το ζήτημα διαθεματικά, λαμβάνοντας υπ’ όψιν την αλληλεπίδραση πολλαπλών ταυτοτήτων και τις δομικές ανισότητες εξουσίας.
Όπως δήλωσε η Επίτροπος Ισότητας, Ετοιμότητας και Διαχείρισης Κρίσεων Χάτζια Λαχμπίμπ, «ανοιχτές και συμπεριληπτικές κοινωνίες δέχονται πίεση, τόσο εκ των έσω όσο και από το εξωτερικό. Ο ρατσισμός κλειδώνει πόρτες. Η πρώτη πανευρωπαϊκή στρατηγική κατά του ρατσισμού στοχεύει στο να τις ανοίξει, επιλέγοντας την ηγεσία έναντι της σιωπής».
Οι πολέμιοι της στρατηγικής, μιλώντας στην Epoch Times, εξέφρασαν τον φόβο ότι πρόκειται κατά κύριο λόγο για έναν μηχανισμό αστυνόμευσης της έκφρασης και διολίσθησης σε ιδέες πολιτισμικού σοσιαλισμού. Η στρατηγική δεν θέτει ένα νέο πλαίσιο, αλλά βασίζεται σε ήδη υπάρχουσες πολιτικές της ΕΕ.
Η Επιτροπή ζητά από τα 27 κράτη-μέλη την καθιέρωση ολοκληρωμένων προγραμμάτων επιμόρφωσης των δημόσιων λειτουργών για την αναγνώριση και αντιμετώπιση φυλετικών προκαταλήψεων, καλλιεργώντας παράλληλα πολιτισμική ευαισθητοποίηση. Επιδιώκεται ακόμη η εκπαίδευση των εκπαιδευτικών στη διαφορετικότητα και την ένταξη, όπως και η προώθηση της πολυμορφίας στο ίδιο το εκπαιδευτικό δυναμικό. Επιπλέον, ενθαρρύνει τη διαμόρφωση τοπικών σχεδίων δράσης κατά του ρατσισμού σε περιφέρειες, πόλεις, σχολεία και κοινοτικά κέντρα, ενώ κάθε κράτος θα πρέπει να ορίσει Εθνικό Συντονιστή κατά του Ρατσισμού.
Τα κράτη-μέλη δεν συμμερίζονται απαραίτητα τους ίδιους ορισμούς για τα εγκλήματα μίσους και τη ρητορική μίσους, γι’ αυτό και η Κομισιόν επιδιώκει την εναρμόνιση των όρων για διαδικτυακά αδικήματα μίσους σε όλη την ΕΕ. Σε ανάρτηση στις 20 Ιανουαρίου στην πλατφόρμα Χ, η Επιτροπή επανέλαβε εννέα φορές το σύνθημα: «Μια Ευρώπη ελεύθερη από ρατσισμό».
Η διδασκαλία της αντιρατσιστικής στάσης αντλεί από την Κριτική Φυλετική Θεωρία (Critical Race Theory), η οποία συνδέεται με μαρξιστικές ιδέες περί πάλης καταπιεστών και καταπιεζομένων, σε αναλογία με τον διαχωρισμό της ιστορίας σε μάχη μεταξύ αστών και προλετάριων.
Ενδεικτικά, ο διακεκριμένος Αμερικανός υποστηρικτής της, Ίμπραμ Σ. Κέντι γράφει: «Δεν υπάρχει μη-ρατσισμός ούτε ουδετερότητα. Οι άνθρωποι πρέπει να στηρίζουν τις αντιρατσιστικές πολιτικές και να εντοπίζουν και να αντιμετωπίζουν τον ρατσισμό στην καθημερινή ζωή — αλλιώς είναι ρατσιστές. Τα μωρά μαθαίνουν να είναι είτε ρατσιστές είτε αντιρατσιστές, δεν υπάρχει μέση οδός», όπως σημειώνει στο παιδικό του βιβλίο «Το αντιρατσιστικό μωρό».
Ο Έρικ Κάουφμαν, καθηγητής πολιτικής στο Πανεπιστήμιο του Μπάκιγχαμ, ανέφερε στην Epoch Times: «Η έκθεση της ΕΕ δείχνει παντελή αστοχία και αποκαλύπτει πολλά. Οι προοδευτικοί ακτιβιστές της Κομισιόν δεν έχουν αντιληφθεί ότι δεν ζούμε πια στο 2020. Η έκθεση αποτυπώνει ένα ανελεύθερο ηθικολογικό όραμα χωρίς επίγνωση ότι ο αντιρατσισμός χωρίς φραγμούς καταλήγει σε διακρίσεις λόγω φυλής, στην καταστολή της ελευθερίας του λόγου, πνίγοντας την ιστορική υπερηφάνεια και τον πολιτισμό των λαών που πλειοψηφούν στην Ευρώπης, που αποτελούν μόλις το 10% του παγκόσμιου πληθυσμού. Υπάρχει μια αδιάλειπτη μετάβαση από αξίες όπως η άρση των διακρίσεων και η αντίθεση στην παρενόχληση σε ιδέες πολιτισμικού σοσιαλισμού, όπως η θετική διάκριση και η φίμωση της ελεύθερης έκφρασης της πλειοψηφικής ταυτότητας και εθνικότητας».
Την έννοια του θεσμικού ρατσισμού εισήγαγαν οι ακτιβιστές του Black Power, Στόκλυ Καρμάικλ (ή Kwame Ture) και Τσαρλς Β. Χάμιλτον, με το βιβλίο τους «Black Power, The Politics of Liberation in America», το 1967. Ο Κάουφμαν σημειώνει πως ο όρος χρησιμοποιείται στην έκθεση χωρίς να ορίζεται επακριβώς: «Οι συγγραφείς παραθέτουν παραδείγματα παραδοσιακού ατομικού ρατσισμού, αγνοώντας το γεγονός ότι η Κριτική Φυλετική Θεωρία αναφέρεται σε ρατσισμό χωρίς εμφανείς ρατσιστές. Για αυτό το τελευταίο, καμία απόδειξη δεν παρατίθεται, και έτσι ο όρος λειτουργεί ως ‘περίβλημα’ για ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς, με σκοπό να αποφύγουν επιστημονικό έλεγχο και αμφισβήτηση. Θα χρησιμοποιηθεί ως μέσο λογοκρισίας».
Ο Τζέικομπ Ρέυνολντς, επικεφαλής πολιτικής στο think tank MCC Brussels, υποστήριξε στην Epoch Times: «Η πολιτική αυτή δεν σχετίζεται με τον ρατσισμό, αλλά αποτελεί κλασικό παράδειγμα συσσώρευσης εξουσιών στην ΕΕ, ώστε να ρυθμίζει τη ζωή και να παρεμβαίνει στην πολιτική. Δεν πρόκειται για αντιρατσισμό, όπως το αντιλαμβάνονται οι πολίτες. Είναι μέρος της ‘woke’ ατζέντας DEI που κυριαρχεί ανάμεσα σε δημόσιους υπαλλήλους, ακαδημαϊκούς, ΜΚΟ. Η ΕΕ δεν ενδιαφέρεται για τον πραγματικό ρατσισμό — δηλαδή τις διακρίσεις λόγω χρώματος δέρματος — αλλά για τη ρύθμιση της σκέψης.
»Όλοι υποστηρίζουν τη μάχη κατά του ρατσισμού και εξοργίζονται με περιστατικά αληθινού ρατσισμού. Όμως αυτό το πλαίσιο θα χρησιμοποιηθεί για να φιμωθούν ευαίσθητες συζητήσεις, για παράδειγμα σχετικά με την ισλαμοποίηση. Θα είναι εργαλείο περιορισμού του λόγου και απονομιμοποίησης όσων αμφισβητούν την πολιτική ανοικτών συνόρων».
Χρηματοδότηση μέσω του προγράμματος CERV
Πολλές από τις σχεδιαζόμενες πολιτικές στηρίζονται στο πρόγραμμα Πολίτες, Ισότητα, Δικαιώματα και Αξίες (CERV) — το κύριο εργαλείο χρηματοδότησης της ΕΕ για ΜΚΟ, φορείς της κοινωνίας των πολιτών και επιλεγμένους δημόσιους οργανισμούς. Για παράδειγμα, η Επιτροπή διαβεβαιώνει πως θα συνεχίσει να στηρίζει μέσω του CERV δράσεις που ερευνούν την αποικιοκρατική κληρονομιά και την επίδρασή της στις ευρωπαϊκές κοινωνίες.
Το CERV αναμένεται να ενισχυθεί σημαντικά: στον επόμενο επταετή προϋπολογισμό της Ένωσης θα ενσωματωθεί στο νέο πλαίσιο AgorEU, με το χρηματοδοτικό σκέλος «CERV-plus» να προτείνεται στα 3,6 δισ. ευρώ, υπερδιπλάσιο του τρέχοντος προϋπολογισμού.
Ο Ρέυνολντς επεσήμανε: «Φαίνεται ξεκάθαρα πως η Κομισιόν ελέγχει την αφήγηση σε συγκεκριμένα ζητήματα χρηματοδοτώντας φορείς από τη βάση της κοινωνίας των πολιτών, διοργανώνοντας καμπάνιες που δίνουν την ψευδαίσθηση πως υπάρχει κοινωνική ζήτηση για όσα επιδιώκει να επιβάλει».
Από την άλλη πλευρά, η ΜΚΟ Inar, σημαντικός δικαιούχος χρηματοδότησης της ΕΕ, υποστήριξε πως η στρατηγική δεν πηγαίνει αρκετά μακριά: «Η στρατηγική είναι αποσυνδεδεμένη από τη βίαιη πραγματικότητα των διακρίσεων στη δημόσια τάξη, την αστυνόμευση και τον συρρικνούμενο δημόσιο χώρο, ανακυκλώνοντας παλιές προσεγγίσεις. Ως μεγαλύτερο δίκτυο κατά του ρατσισμού στην Ευρώπη, με πάνω από 140 οργανώσεις-μέλη, θα συνεχίσουμε να εργαζόμαστε με θεσμούς και εταίρους για να μπορέσουμε να καλύψουμε τις πραγματικές ανάγκες της ευρωπαϊκής στιγμής».
Εκπρόσωπος της Επιτροπής δήλωσε στην Epoch Times μέσω email: «Η στρατηγική θα ενισχύσει την εφαρμογή της ισχύουσας νομοθεσίας και θα αναλαμβάνει δράση όταν δεν τηρούνται οι κανόνες. Κάθε μορφή ρατσισμού είναι απαράδεκτη, ανεξαρτήτως των ομάδων που στοχοποιούνται, και ο στόχος της στρατηγικής είναι η αντιμετώπιση όλων των μορφών. Η ισότητα αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα στην Ένωσή μας και μία από τις ιδρυτικές αξίες της ΕΕ».
Σχετικά με τη χρηματοδότηση, σημείωσε ότι τα έργα του CERV επιχορηγούνται κυρίως μέσω επιδοτήσεων δράσης και λειτουργίας, που κατευθύνονται απευθείας στις ανάγκες της βάσης: «Όλοι οι κατάλληλοι φορείς από τα κράτη-μέλη της ΕΕ και συμμετέχουσες τρίτες χώρες μπορούν να υποβάλουν πρόταση στις ανοιχτές, ανταγωνιστικές και διαφανείς προσκλήσεις μας. Οι προτάσεις αξιολογούνται με σαφή και δημόσια κριτήρια. Μόνο οι προτάσεις με υψηλή αξιολόγηση λαμβάνουν χρηματοδότηση».
Τέλος, επεσήμανε πως το νομικό πλαίσιο της Ένωσης διατηρεί ισορροπία μεταξύ της ελευθερίας της έκφρασης και της ανάγκης για αντιμετώπιση της δημόσιας υποκίνησης σε βία ή μίσος.