Πέμπτη, 15 Ιαν, 2026

Βρετανοί βουλευτές εναντιώνονται στη νέα «υπερπρεσβεία» της Κίνας στο Λονδίνο

Ισχυρές πιέσεις δέχεται η βρετανική κυβέρνηση να εμποδίσει την ανέγερση μιας νέας, υπερμεγέθους πρεσβείας της Κίνας στο Λονδίνο, καθώς εγείρονται σοβαρές ανησυχίες για την εθνική ασφάλεια. Το καθεστώς του Πεκίνου είχε αποκτήσει το κτιριακό συγκρότημα Royal Mint Court το 2018, με σκοπό να εγκαταστήσει εκεί μια πρεσβεία πολλαπλάσιας κλίμακας σε σχέση με το σημερινό του κτίριο στη χρηματοοικονομική καρδιά της πρωτεύουσας.

Στις 13 Ιανουαρίου, σε επείγουσα ερώτηση στη Βουλή των Κοινοτήτων, η σκιώδης υπουργός Εσωτερικών, Αλίσια Κερνς, δήλωσε: «Η σχεδιαζόμενη πρεσβεία θα βρεθεί επικίνδυνα κοντά σε κρίσιμες υποδομές που στηρίζουν τη βρετανική οικονομία», επισημαίνοντας πως αδημοσίευτα σχέδια αποκαλύπτουν την πρόθεση της κινεζικής κυβέρνησης να κατασκευάσει «208 κρυφές αίθουσες και έναν μυστικό θάλαμο» στη νέα πρεσβεία, η οποία θα απέχει μόλις ένα μέτρο από ζωτικής σημασίας καλώδια που εξυπηρετούν το Σίτυ και το ευρύτερο κοινό.

Η Κερνς προειδοποίησε επίσης ότι τα ίδια σχέδια υποδηλώνουν πρόθεση κατεδάφισης του τοίχου που χωρίζει την πρεσβεία από τα εν λόγω καλώδια, τα οποία διαχειρίζονται εκατομμύρια ηλεκτρονικά μηνύματα και δεδομένα χρηματοοικονομικών συναλλαγών, προσφέροντας ενδεχομένως στο Πεκίνο μία «πλατφόρμα οικονομικού πολέμου» κατά της Βρετανίας.

Η κινεζική πρεσβεία υπέβαλε νέα αίτηση πολεοδομικής έγκρισης τον Ιούλιο του 2024, έπειτα από την πρώτη αρνητική απόφαση των τοπικών αρχών, το 2022.

Αντίστοιχες ανησυχίες εξέφρασε πλήθος βουλευτών, που ερμηνεύουν το εγχείρημα ως ενίσχυση της επιθετικής στάσης του Πεκίνου. Η βουλευτής των Εργατικών Σάρα Τσάμπιον υπογράμμισε ότι «πολλά κυβερνητικά τμήματα και διεθνείς εταίροι έχουν κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου για τη συγκεκριμένη πρεσβεία», σημειώνοντας: «Κάθε ενημέρωση ασφαλείας που έλαβα χαρακτηρίζει την Κίνα εχθρικό κράτος. Δεν έχω καμία αμφιβολία πως αυτή η υπερπρεσβεία δεν πρέπει να προχωρήσει». Περαιτέρω, καταδίκασε τη στάση του κινεζικού καθεστώτος απέναντι σε πολίτες του Χονγκ Κονγκ, της Ταϊβάν και της Βρετανίας.

Ένας διαδηλωτής με πλακάτ έξω από το Royal Mint Court, κατά τη διάρκεια διαδήλωσης ενάντια στην προοπτική της νέας κινεζικής πρεσβείας. Λονδίνο, 8 Φεβρουαρίου 2025. (Carlos Jasso/Reuters)

 

Ο βουλευτής των Φιλελεύθερων Δημοκρατών, Κάλλουμ Μίλλερ, έθεσε ερωτήματα για το αν οι υπουργοί έχουν μελετήσει τα πλήρη, μη επεξεργασμένα σχέδια, και αν οι υπηρεσίες πληροφοριών θα αναθεωρήσουν την αξιολόγηση κινδύνων, καλώντας σε πάγωμα των αποφάσεων μέχρι να ολοκληρωθεί η εν εξελίξει έρευνα για ξένη χρηματοδοτούμενη παρέμβαση στη βρετανική πολιτική σκηνή. Προειδοποίησε πως η πρεσβεία μπορεί να οδηγήσει σε εξάπλωση της παρακολούθησης και του εκφοβισμού, εκφράζοντας ειδική ανησυχία για όσους κατοίκους της Βρετανίας έχουν καταγωγή από το Χονγκ Κονγκ.

Ο βουλευτής των Εργατικών, Τζέιμς Νας, αναφέρθηκε στις ευρύτερες προεκτάσεις της υπόθεσης, υποστηρίζοντας πως το ζήτημα υπερβαίνει τη μεμονωμένη οικοδομική δραστηριότητα και ζήτησε διαβεβαιώσεις για την ανεξαρτησία της διαδικασίας αδειοδότησης.

Ο πρώην ηγέτης των Συντηρητικών και βουλευτής σερ Ίαν Ντάνκαν Σμιθ, ο οποίος υπέστη κινεζικές κυρώσεις το 2021 επειδή επέκρινε τη στάση της Κίνας απέναντι στους Ουιγούρους, κάλεσε σε συγκέντρωση διαμαρτυρίας έξω από το Royal Mint Court στις 17 Ιανουαρίου, γράφοντας στις 7 Ιανουαρίου στην πλατφόρμα Χ: «Σταθείτε στο πλευρό των κατοίκων της περιοχής και αντιταχθείτε σε αυτή την πρόταση που περιβάλλεται από μυστικότητα, αντιδράσεις και σοβαρούς κινδύνους για την εθνική ασφάλεια».

Ο Ντάνκαν Σμιθ έχει επίσης ζητήσει από την κυβέρνηση να μην εγκρίνει την πρεσβεία μέχρι να αφεθεί ελεύθερος ο Τζίμμυ Λάι, φιλοδημοκράτης, επικριτής του Πεκίνου και ιδρυτής της εφημερίδας Apple Daily, η οποία πλέον δεν κυκλοφορεί. Ο Λάι κρατείται βάσει του νόμου εθνικής ασφαλείας του Χονγκ Κονγκ μετά τις αντικυβερνητικές διαδηλώσεις του 2019.

Ο πρώην ηγέτης του Συντηρητικού Κόμματος και νυν βουλευτής σερ Ίαν Ντάνκαν Σμιθ μιλάει στο NTD, ενώ διαδηλωτές από τουλάχιστον 28 ομάδες της διασποράς διαμαρτύρονται έξω από το Royal Mint Court, τον  χώρο που ζητά η κινεζική ηγεσία για να στεγάσει τη νέα πρεσβεία της στο κέντρο του Λονδίνου. Ηνωμένο Βασίλειο, 8 Φεβρουαρίου 2025. (Jordan Pettitt/PA)

 

Απαντώντας εκ μέρους της κυβέρνησης, ο υφυπουργός Στέγασης και Πολεοδομίας, Μάθιου Πέννυκουκ, ανέφερε πως η τελική απόφαση για την πρεσβεία αναμένεται εντός της επόμενης εβδομάδας. Διέψευσε πως παραπλάνησε τη Βουλή και σημείωσε πως η Κίνα αποτελεί τόσο απειλή όσο και ευκαιρία για τη Βρετανία, δηλώνοντας: «Θα λάβουμε απόφαση αδειοδότησης με βάση τις καθορισμένες διαδικασίες διαφάνειας και δεοντολογίας». Παρατήρησε δε ότι δεν συντρέχει λόγος να σχολιάσει στοιχεία που κοινοποιήθηκαν κατά τη διαδικασία εξέτασης της αίτησης.

Τον Νοέμβριο του 2025, παρενέβησαν Αμερικανοί βουλευτές με επιστολή τους στην υπουργό Εξωτερικών της Βρετανίας, Υβέτ Κούπερ, στην οποία προτρέπουν το Λονδίνο να απορρίψει την ανέγερση της κινεζικής πρεσβείας λόγω του στρατηγικού χαρακτήρα του οικοπέδου. Κάνοντας αναφορά στο ιστορικό της Κίνας σε θέματα κατασκοπείας και κυβερνοεπιθέσεων, υπογράμμισαν ότι η υλοποίηση των κινεζικών σχεδίων εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για τις πληροφορίες που κυκλοφορούν μεταξύ Βρετανίας, ΗΠΑ και των υπολοίπων χωρών της συμμαχίας Five Eyes.

ΥΠΕΞ Δανίας: «Δεν καταφέραμε να αλλάξουμε τη στάση της Ουάσιγκτον για τη Γροιλανδία»

Η Δανία και οι ΗΠΑ εξακολουθούν να έχουν μια «θεμελιώδη διαφωνία» στο ζήτημα της Γροιλανδίας, και στη συνάντηση της Τετάρτης στον Λευκό Οίκο η στάση της Ουάσιγκτον παρέμεινε ακλόνητη, σύμφωνα με τη δήλωση του Δανού υπουργού Εξωτερικών Λαρς Λόκε Ράσμουσεν.

Η αντιπροσωπεία της Δανίας και της Γροιλανδίας είχε μια «ειλικρινή και εποικοδομητική συζήτηση» με τους Αμερικανούς, είπε ο Ράσμουσεν, μιλώντας όμως από διαφορετική οπτική. Τόνισε δε πως δεν είναι απαραίτητο να αποκτήσουν οι ΗΠΑ τη Γροιλανδία, όπως υποστηρίζει ο Αμερικανός πρόεδρος.

Η υπουργός Εξωτερικών της Γροιλανδίας Βίβιαν Μότσφελτ είπε ότι θέλει να ενισχύσει τη συνεργασία του νησιού με την Ουάσιγκτον αλλά η Γροιλανδία δεν επιθυμεί να ανήκει στις ΗΠΑ.

Ο Ράσμουσεν υπενθύμισε ότι η Γροιλανδία καλύπτεται από το Άρθρο 5 της Συνθήκης του ΝΑΤΟ και χαρακτήρισε απολύτως απαράδεκτες τις ιδέες που δεν σέβονται την εδαφική ακεραιότητα του νησιού.

Μια νέα πολιτική εποχή ανεκτικότητας ξεκινά στη Βενεζουέλα, δηλώνει η προσωρινή πρόεδρος Ντέλσι Ροδρίγκες

Η Βενεζουέλα οδεύει πλέον σε μια «νέα πολιτική εποχή», δήλωσε την Τετάρτη 14 Ιανουαρίου η προσωρινή πρόεδρος της Βενεζουέλας Ντέλσι Ροδρίγκες, μετά τη σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο από τις αμερικανικές δυνάμεις, στις 3 Ιανουαρίου.

«Αυτό είναι το μήνυμα μιας Βενεζουέλας που ανοίγεται σε μια νέα πολιτική εποχή, μια εποχή που επιτρέπει την ανεκτικότητα παρά τις διαφωνίες, [που επιτρέπει] την ιδεολογική και πολιτική ποικιλομορφία» είπε στους δημοσιογράφους από το προεδρικό μέγαρο Μιραφλόρες, αναφέροντας ότι από τον Δεκέμβριο 406 πολιτικοί κρατούμενοι έχουν απελευθερωθεί, στο πλαίσιο μιας διαδικασίας που, κατά την ίδια, ξεκίνησε ο Μαδούρο.

Ωστόσο, η μη κυβερνητική οργάνωση Foro Penal ωστόσο κάνει λόγο για 180 αποφυλακίσεις σε δύο κύματα, αυτό του Δεκεμβρίου και το τρέχον, που συνεχίζεται με το σταγονόμετρο.

«Η διαδικασία δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί, παραμένει ανοιχτή», σχολίασε η Ροδρίγκες.

Την ίδια ημέρα, το Foro Penal και η Ένωση Εργαζομένων στον Τύπο SNTP ανέφεραν ότι αποφυλακίστηκαν τουλάχιστον δεκαεπτά δημοσιογράφοι. Προηγουμένως, έκαναν λόγο για εννέα, μεταξύ των οποίων ήταν και ο αντιφρονών δημοσιογράφος και πολιτικός Ρολάντ Καρένιο.

Η προσωρινή πρόεδρος είπε ότι έχει αποκλειστεί το ενδεχόμενο να αποφυλακιστούν άτομα που κατηγορούνται για «σοβαρά παραπτώματα», όπως για ανθρωποκτονίες και διακίνηση ναρκωτικών ενώ λαμβάνονται υπ’ όψιν τα αδικήματα που συνδέονται με τη «συνταγματική τάξη», καθώς και «το μίσος, τη βία και τη μισαλλοδοξία».

Επί προεδρίας Μαδούρο, εκατοντάδες άνθρωποι συνελήφθησαν και δικάστηκαν για «υποκίνηση μίσους» και «προδοσία της πατρίδας», κυρίως κατά τις περιόδους των εκλογών και σε πολιτικές διαδηλώσεις.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

ΕΕ: Αντιμέτωπη ξανά με πρόταση μομφής η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν

Αντιμέτωπη με πρόταση μομφής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα βρεθεί ξανά η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, όπως μεταδίδει το Γερμανικό Πρακτορείο Ειδήσεων (dpa).

Η πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Ρομπέρτα Μέτσολα, ενημέρωσε ήδη τους επικεφαλής των πολιτικών ομάδων, σύμφωνα με το dpa, που επικαλείται καλά πληροφορημένες πηγές.

Η συζήτηση και η ψηφοφορία αναμένεται να διεξαχθούν στην Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, την ερχόμενη εβδομάδα στο Στρασβούργο. Είναι η τέταρτη πρόταση μομφής κατά της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και της Επιτροπής της μέσα σε ένα εξάμηνο.

Η νέα πρόταση μομφής κατατίθεται από την ακροδεξιά ομάδα «Πατριώτες για την Ευρώπη», η οποία άσκησε δριμεία κριτική στην πρόεδρο της Κομισιόν κυρίως για την εμπορική συμφωνία με τις χώρες της Mercosur (Βραζιλία, Αργεντινή, Ουρουγουάη και Παραγουάη). Στην ομάδα «Πατριώτες για την Ευρώπη» ανήκουν μεταξύ άλλων ευρωβουλευτές από τον Εθνικό Συναγερμό της Γαλλίδας Μαρίν Λεπέν και το κόμμα του Ούγγρου πρωθυπουργού Βίκτορ Ορμπάν.

Για να συζητηθεί και να τεθεί προς ψήφιση μια πρόταση μομφής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα πρέπει να υποστηριχθεί τουλάχιστον από το 10% των ευρωβουλευτών.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Τραμπ: «Ο έλεγχος της Γροιλανδίας από τις ΗΠΑ θα ενίσχυε το ΝΑΤΟ»

Στις 14 Ιανουαρίου, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ υποστήριξε ότι το ΝΑΤΟ θα ήταν πιο ισχυρό και αξιόπιστο ως αποτρεπτική δύναμη εάν η Γροιλανδία βρισκόταν υπό αμερικανικό έλεγχο. Σε ανάρτησή του στο Truth Social, τόνισε: «Οι Ηνωμένες Πολιτείες χρειάζονται τη Γροιλανδία για λόγους εθνικής ασφάλειας. Είναι ζωτικής σημασίας για τον Χρυσό Θόλο που χτίζουμε. Το ΝΑΤΟ θα έπρεπε να ηγείται στην προσπάθεια να την αποκτήσουμε». Προειδοποίησε μάλιστα πως «αν δεν ελέγχουν τη Γροιλανδία οι Ηνωμένες Πολιτείες, τότε θα το κάνει η Ρωσία ή η Κίνα», ενώ υπογράμμισε ότι «το ΝΑΤΟ αποκτά πολύ μεγαλύτερη ισχύ και αποτελεσματικότητα αν η Γροιλανδία περιέλθει στις ΗΠΑ».

Η στρατηγική σημασία της Γροιλανδίας για τις ΗΠΑ έχει τεκμηριωθεί επανειλημμένα. Το Ατλαντικό Συμβούλιο έχει επισημάνει πως τα ραντάρ έγκαιρης προειδοποίησης και εντοπισμού πυραύλων που βρίσκονται στη Γροιλανδία είναι κρίσιμα για την άμυνα της αμερικανικής επικράτειας. Επιπλέον, η γεωγραφία του νησιού ενισχύει την αξία του στους τομείς της δορυφορικής επικοινωνίας και του ελέγχου διαστημικών και κυβερνοαπειλών. Η αμερικανική στρατιωτική παρουσία διατηρείται εδώ και δεκαετίες στη Διαστημική Βάση Πατούφικ (πρώην Θούλη), η οποία λειτουργεί από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Παρά ταύτα, ο Τραμπ υποστηρίζει ότι υπάρχει κίνδυνος χωρίς πλήρη αμερικανική κυριαρχία επί της Γροιλανδίας, ιδίως απέναντι σε Ρωσία και Κίνα. Ωστόσο, η Γροιλανδία είναι αυτόνομη επικράτεια εντός του Βασιλείου της Δανίας, ενώ αμφότερες αποτελούν μέλη του ΝΑΤΟ. Το ζήτημα προκαλεί διπλωματικές εντάσεις, με τη Δανία να επιμένει ότι οι ΗΠΑ δεν χρειάζεται να την κατέχουν, καθώς η Γροιλανδία προστατεύεται ήδη από τις συλλογικές ρήτρες άμυνας του ΝΑΤΟ.

Τις δηλώσεις Τραμπ επικρίνουν Ευρωπαίοι ηγέτες, που ανησυχούν πως τυχόν αλλαγή στο καθεστώς κυριαρχίας της Γροιλανδίας θα υπονόμευε την ενότητα της Συμμαχίας. Ο πρόεδρος της Γαλλίας, Εμμανουέλ Μακρόν, επεσήμανε: «Δεν υποτιμούμε τις δηλώσεις αυτές για τη Γροιλανδία. Εάν πληγεί η κυριαρχία μιας ευρωπαϊκής χώρας και συμμάχου, οι επιπτώσεις θα είναι άνευ προηγουμένου. Η Γαλλία παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις και θα σταθεί πλήρως αλληλέγγυα στη Δανία και τα κυριαρχικά της δικαιώματα». Ο Γάλλος υπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, ΖανΝοέλ Μπαρρό, χαρακτήρισε εκβιαστική τη στάση των ΗΠΑ και ανακοίνωσε την πρόθεση της Γαλλίας να ανοίξει προξενείο στη Γροιλανδία ώστε να ενισχύσει την εκεί διπλωματική της παρουσία.

Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, επίσης δήλωσε την υποστήριξή της στους κατοίκους της Γροιλανδίας, τονίζοντας το ιδιαίτερο πολιτικό ενδιαφέρον της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το νησί. Προ ημερών, η πρωθυπουργός της Δανίας, Μέττε Φρέντρικσεν και άλλοι Ευρωπαίοι ηγέτες εξέδωσαν δήλωση σύμφωνα με την οποία «η Γροιλανδία ανήκει στον λαό της», επισημαίνοντας ότι μόνο η Δανία και η Γροιλανδία μπορούν να αποφασίσουν για το μέλλον τους.

Ο πρωθυπουργός της Γροιλανδίας, Γενς Φρέντερικ Νίλσεν, στις 13 Ιανουαρίου ξεκαθάρισε: «Αν χρειαστεί να διαλέξουμε μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Δανίας εδώ και τώρα, διαλέγουμε τη Δανία. Διαλέγουμε το ΝΑΤΟ. Διαλέγουμε το Βασίλειο της Δανίας. Διαλέγουμε την Ευρωπαϊκή Ένωση».

Σχολιάζοντας τη θέση του Νίλσεν, ο Τραμπ απάντησε: «Διαφωνώ», σημειώνοντας πως αυτή η στάση θα αποτελέσει σημαντικό ζήτημα για τον ίδιο.

Με πληροφορίες από Reuters και Associated Press 

Η Φινλανδία αποχωρεί από τη Συνθήκη της Οττάβα και επαναφέρει τις νάρκες κατά προσωπικού

Η Φινλανδία ετοιμάζεται να επανεντάξει τις νάρκες κατά προσωπικού στο οπλοστάσιό της, ξεκινώντας παράλληλα την εκπαίδευση στρατιωτών, κληρωτών και εφέδρων στη χρήση τους, σύμφωνα με ανακοίνωση των φινλανδικών Ενόπλων Δυνάμεων στις 14 Ιανουαρίου 2026. Είχε προηγηθεί η επίσημη αποχώρηση της χώρας από τη Συνθήκη της Οττάβα, που απαγορεύει τη χρήση των συγκεκριμένων εκρηκτικών, στις 10 Ιανουαρίου. Στόχος της χώρας είναι η απόκτηση των πρώτων νέων ναρκών και του απαραίτητου εξοπλισμού εκπαίδευσης έως το 2027.

«Οι νέες νάρκες κατά προσωπικού προγραμματίζεται να σχεδιαστούν σε συνεργασία με την εγχώρια αμυντική βιομηχανία, με απώτερο σκοπό την παραγωγή τους στη Φινλανδία», αναφέρουν οι φινλανδικές Ένοπλες Δυνάμεις. Η εκπαίδευση στη χρήση τους θα ξεκινήσει στις αρχές του 2026.

Η συνταγματάρχης Ρίκα Μίκκονεν, επιθεωρήτρια μηχανικού, δήλωσε πως «για τις ένοπλες δυνάμεις, οι νάρκες κατά προσωπικού αποτελούν μια επιπλέον επιλογή ενίσχυσης της αμυντικής ικανότητας, ειδικά σε μια περίοδο που η ενίσχυση της άμυνας είναι ζωτικής σημασίας». Όπως εξήγησε, οι νάρκες θα ενταχθούν στα μέτρα ανάσχεσης εχθρικής προέλασης, σε συνδυασμό με αντιαρματικές νάρκες και τη χρήση του φυσικού ανάγλυφου. Η Μίκκονεν ξεκαθάρισε πως τα συγκεκριμένα όπλα θα χρησιμοποιούνται μόνο σε συνθήκες έκτακτης πολεμικής ανάγκης, προσθέτοντας: «Η εκπαίδευση εν καιρώ ειρήνης θα γίνεται μόνο με ειδικά εκπαιδευτικά μέσα και όχι με πραγματικές νάρκες».

Η Φινλανδία είχε καταστρέψει πάνω από ένα εκατομμύριο νάρκες μετά τη δέσμευσή της το 2012. Ήταν το τελευταίο μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης που υπέγραψε τη Συνθήκη της Οττάβα, η οποία έχει επικυρωθεί από περισσότερες από 160 χώρες. Πέρυσι, η Φινλανδία, μαζί με άλλες χώρες της ΕΕ και του ΝΑΤΟ που συνορεύουν με τη Ρωσία — όπως η Λιθουανία, η Λετονία, η Εσθονία και η Πολωνία — ανακοίνωσαν την αποχώρησή τους από τη Συνθήκη, προκειμένου να είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν τυχόν ρωσική επιθετικότητα, καθώς ο ρωσο-ουκρανικός πόλεμος κλείνει τα τέσσερα χρόνια τον Φεβρουάριο.

Η ένταξη της Φινλανδίας στη Βορειοατλαντική Συμμαχία το 2023 σηματοδότησε το τέλος πολυετούς στρατιωτικής ουδετερότητας, εξέλιξη που επιταχύνθηκε από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022. Το γεγονός αυτό διπλασίασε πρακτικά το μήκος των συνόρων του ΝΑΤΟ με τη Ρωσία, καθώς η Φινλανδία έχει το μεγαλύτερο μήκος συνόρων με τη Ρωσία από κάθε άλλη χώρα-μέλος της συμμαχίας. 

Η χρήση ναρκών κατά προσωπικού παραμένει αντικείμενο έντονων αντιπαραθέσεων, ειδικά μετά την αξιοποίησή τους από τις ρωσικές δυνάμεις κατά την εισβολή στην Ουκρανία. Αλλά και η Ρωσία κατηγορεί το Κίεβο για χρήση ναρκών μετά την αποχώρηση της Ουκρανίας από τη Συνθήκη, ενώ σύμφωνα με τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, περίπου το 23% της ουκρανικής επικράτειας θεωρείται σήμερα ναρκοθετημένο ή επιβαρυμένο με εκρηκτικά πολέμου. Υπολογίζεται ότι η αποναρκοθέτηση θα κοστίσει γύρω στα 30 δισ. ευρώ.

Η Συνθήκη της Οττάβα, που κυρώθηκε το 1997 με την επίσημη ονομασία «Σύμβαση για την απαγόρευση της χρήσης, αποθήκευσης, παραγωγής και μεταφοράς ναρκών κατά προσωπικού και την καταστροφή τους», υποχρεώνει τα κράτη-μέλη να καταστρέψουν τα αποθέματα ναρκών εντός τεσσάρων ετών και να απομακρύνουν οριστικά όσες είναι τοποθετημένες εντός δέκα ετών. Ως νάρκη κατά προσωπικού ορίζεται κάθε συσκευή που ενεργοποιείται από την παρουσία, την προσέγγιση ή την επαφή με άτομο, με αποτέλεσμα την πρόκληση αναπηρίας, τραυματισμού ή θανάτου.

Αξίζει να σημειωθεί ότι μεγάλες χώρες, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Κίνα, η Ρωσία, η Ινδία, το Ισραήλ και η Σαουδική Αραβία, δεν έχουν υπογράψει τη συνθήκη. Η αποχώρηση της Φινλανδίας επικρίθηκε έντονα από οργανώσεις ειρήνης, με τη διεθνή εκστρατεία για την απαγόρευση των ναρκών να τη χαρακτηρίζει ως «δραματική ανατροπή της διαχρονικής υποστήριξης της Φινλανδίας στη διεθνή νομιμότητα και τον ανθρωπιστικό αφοπλισμό».

Γερουσιαστές των ΗΠΑ ζητούν τον αποκλεισμό Κινέζων επιστημόνων από κρατικά ερευνητικά εργαστήρια

Στις 13 Ιανουαρίου, έντεκα γερουσιαστές απέστειλαν επιστολή προς τον υπουργό Ενέργειας Κρις Ράιτ, ζητώντας την απαγόρευση πρόσβασης Κινέζων υπηκόων στα εθνικά εργαστήρια των ΗΠΑ, καθώς φοβούνται ότι η συμμετοχή των Κινέζων επιστημόνων θα μπορούσε να υπονομεύσει τη θέση των Ηνωμένων Πολιτειών στην παγκόσμια κούρσα για την τεχνητή νοημοσύνη. Το υπουργείο Ενέργειας επιβλέπει 17 εθνικά εργαστήρια και χρηματοδοτεί έρευνα που στοχεύει στην πρόοδο της ενέργειας, του περιβάλλοντος, της πυρηνικής τεχνολογίας και άλλων καινοτόμων επιστημών.

Τον Νοέμβριο, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έδωσε εντολή στο υπουργείο να εφαρμόσει την αποστολή Genesis, η οποία αποσκοπεί στον συντονισμό μιας εθνικής προσπάθειας για την ταχεία ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης, χαρακτηρίζοντας τη συγκεκριμένη αποστολή αντίστοιχης σημασίας και επείγοντος με το ιστορικό «Σχέδιο Μανχάταν».

Η πρόσβαση χιλιάδων Κινέζων πολιτών σε εγκαταστάσεις, πληροφορίες και τεχνογνωσία των εθνικών εργαστηρίων των ΗΠΑ είναι κάτι που ανησυχεί τους γερουσιαστές, οι οποίοι επεσήμαναν ότι το οικονομικό έτος 2024, περίπου 3.200 Κινέζοι υπήκοοι έλαβαν έγκριση για τέτοιου είδους πρόσβαση, αριθμός που δεν περιλαμβάνει όσους είναι νόμιμοι κάτοικοι ΗΠΑ.  «Αυτό σημαίνει ότι υπάρχουν πιθανότατα εκατοντάδες — ίσως και χιλιάδες — ακόμη Κινέζοι πολίτες που εργάζονται στα εργαστήριά μας», υπογραμμίζει η επιστολή. Η διατήρηση της πρόσβασης αυτών των επιστημόνων στις πρωτοποριακές έρευνες των εργαστηρίων, οι οποίοι, όπως υποστηρίζουν οι γερουσιαστές, μεταφέρουν κάθε πληροφορία στην κυβέρνηση της Κίνας, «υπονομεύει άμεσα τον σκοπό της αποστολής Genesis».

Την επιστολή συνυπέγραψαν οι γερουσιαστές Τομ Κόττον, Μάικ Λι, Τζιμ Ρις, Τζιμ Τζάστις, Τζον Κόρνιν, Τζον Μπαράσο, Τζέιμς Λίνκφορντ, Ντέιβ ΜακΚόρμικ, Τζέρρυ Μοράν, Τοντ Γιανγκ και Τεντ Μπαντ, οι οποίοι προτείνουν την υιοθέτηση πολιτικής που θα απαγορεύει στους Κινέζους υπηκόους την πρόσβαση σε εγκαταστάσεις, πληροφορίες και τεχνολογία των εθνικών εργαστηρίων. Οι επιφυλάξεις τους εδράζονται αφ’ ενός στο γεγονός ότι το Πεκίνο έχει θεσπίσει νόμους που υποχρεώνουν κάθε Κινέζο πολίτη να συνδράμει στις υπηρεσίες πληροφοριών του κράτους αφ’ ετέρου στην πάγια πρακτική του κινεζικού καθεστώτος για διακρατική καταστολή.

Ο οργανισμός Freedom House κατατάσσει το καθεστώς της Κίνας μεταξύ των πλέον δραστήριων καταπιεστικών καθεστώτων διεθνώς, επισημαίνοντας μεθόδους όπως οι απειλές εναντίον συγγενών στην Κίνα για την εξαναγκαστική συνεργασία της κινεζικής διασποράς σε κρατικές επιχειρήσεις. Οι νομοθέτες επικαλούνται αυτόν τον εξαναγκασμό ως λόγο που ακόμη και ο ενδελεχής έλεγχος των επιστημόνων δεν θεωρείται επαρκής ασφαλιστική δικλείδα.

Οι γερουσιαστές επισημαίνουν ακόμη ότι ο όγκος των αιτούντων υπερβαίνει τη δυνατότητα του υπουργείου να προβαίνει σε αυστηρούς ελέγχους και ότι το Πεκίνο εντείνει τις προσπάθειες απόκρυψης της σχέσης τους με το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας. «Ο καλύτερος τρόπος να προστατευθεί η αποστολή Genesis, αλλά και όλο το πολύτιμο έργο που πραγματοποιείται στα εργαστήρια, είναι ο τερματισμός της παρουσίας Κινέζων επιστημόνων και ερευνητών σε αυτά», αναφέρει χαρακτηριστικά η επιστολή.

Το αίτημα αυτό διατυπώνεται στον απόηχο έκθεσης της Βουλής του Δεκεμβρίου, η οποία διαπίστωσε ότι το υπουργείο Ενέργειας χρηματοδότησε έρευνα στην τεχνητή νοημοσύνη, την κβαντική επιστήμη και άλλες προηγμένες τεχνολογίες με αμυντικές εφαρμογές, σε συνεργασία με Κινέζους επιστήμονες και ινστιτούτα. Σημειώνεται πως, μεταξύ Ιουνίου 2023 και Ιουνίου 2025, δημοσιεύτηκαν πάνω από 4.000 ερευνητικές εργασίες με τέτοιες συνεργασίες.

Η έκθεση αποκάλυψε επίσης ότι το 2025 εργάζονταν στα αμερικανικά εργαστήρια περίπου 2.000 Κινέζοι υπήκοοι. Οι συντάκτες της έκθεσης ανέφεραν ότι συνομίλησαν με στελέχη του υπουργείου και θεώρησαν τα επιχειρήματά τους αφελή. Ένα από τα κορυφαία στελέχη του υπουργείου υποστήριξε, σύμφωνα με την έκθεση, πως «ουσιαστικά, τους θέλουμε στα εργαστήριά μας ώστε να δουν πόσο προχωρημένοι είμαστε και να επιστρέψουν στην Κίνα να το πουν στους συναδέλφους τους, εγκαταλείποντας έτσι κάθε ελπίδα να ξεπεράσουν τις ΗΠΑ».

Η Ειδική Επιτροπή της Βουλής για το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας έχει επίσης δώσει στη δημοσιότητα εκθέσεις που μιλούν για τη χρηματοδότηση της κινεζικής αμυντικής έρευνας μέσω κρατικών επιχορηγήσεων, συμπεριλαμβανομένων αυτών από το Πεντάγωνο.

Μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος άρθρου, το υπουργείο Ενέργειας δεν είχε ανταποκριθεί σε σχετικό αίτημα της Epoch Times για σχολιασμό.

Πρόταση για νέα συνάντηση με τον πρωθυπουργό αποδέχονται οι αγρότες

Σημαντικές εξελίξεις σημειώνονται στο αγροτικό ζήτημα μετά την πανελλαδική σύσκεψη της Επιτροπής των Μπλόκων που πραγματοποιήθηκε στον Παλαμά Καρδίτσας.

Στη σύσκεψη, που ολοκληρώθηκε λίγο μετά τις 15:30 και χαρακτηρίστηκε από τους συμμετέχοντες ως κρίσιμη για τις επόμενες κινήσεις των αγροτών, οι αγρότες κατέληξαν στην απόφαση να αποδεχθούν νέα πρόταση για συνάντηση με τον πρωθυπουργό.

«Κατά τη διάρκεια της σύσκεψης δεχθήκαμε πρόταση για νέα συνάντηση με τον πρωθυπουργό και αποφασίσαμε να τη δεχτούμε. Περιμένουμε πλέον να μας γνωστοποιηθεί η ημερομηνία της συνάντησης», αναφέρθηκε.

Η κυβερνητική πρόταση προβλέπει τη συγκρότηση επιτροπής 25 εκπροσώπων, μαζί με 5 παρατηρητές, υπό την προϋπόθεση ότι οι δρόμοι θα παραμείνουν ανοιχτοί κατά τη διάρκεια της συνάντησης. Από την πλευρά τους, οι αγρότες ξεκαθαρίζουν ότι δεν σκοπεύουν να κλιμακώσουν τις κινητοποιήσεις, ωστόσο τα μπλόκα θα παραμείνουν στα σημεία όπου βρίσκονται.

Με βάση τις τελευταίες εξελίξεις, φαίνεται πως απομακρύνεται το ενδεχόμενο αποκλεισμού δρόμου αύριο, Πέμπτη 15 Ιανουαρίου, σε σημείο της Χαλκίδας. Υπενθυμίζεται ότι σχετικό ενδεχόμενο είχε τεθεί από αγρότες κατά την έναρξη της σύσκεψης, πριν γνωστοποιηθεί η νέα πρόταση για συνάντηση με τον πρωθυπουργό.

Γαλλία: «Υποχώρηση» της κυβέρνησης με νέο αγροτικό πακέτο

Η εικόνα εκατοντάδων τρακτέρ να μπαίνουν στο Παρίσι και να συγκεντρώνονται μπροστά από την Εθνοσυνέλευση δεν είναι πια μια «εξαίρεση» αλλά ένα επαναλαμβανόμενο ευρωπαϊκό μοτίβο.  Περίπου 350 τρακτέρ και πάνω από 1.000 αγρότες μετέβησαν στη γαλλική πρωτεύουσα, με βασικό επίδικο τη συμφωνία ΕΕ–Mercosur, αλλά και μια ατζέντα που απλώνεται από το κόστος παραγωγής μέχρι την άρδευση, τις ζωονόσους και τις ζημιές από άγρια ζώα.

Αυτό το «μίγμα» αιτημάτων είναι κρίσιμο για να καταλάβει κανείς γιατί οι κυβερνητικές ανακοινώσεις συχνά μοιάζουν με πακέτα πολλών μικρών παραχωρήσεων: οι αγρότες δεν διαμαρτύρονται μόνο για μία πολιτική, αλλά για το πώς πολλές πολιτικές και συγκυρίες (εμπορικές συμφωνίες, κανόνες περιβάλλοντος, ασθένειες στα κοπάδια, τιμές εισροών) συμπιέζουν ταυτόχρονα τα εισοδήματά τους. Αυτό αποτυπώνεται και στη διεθνή κάλυψη των κινητοποιήσεων του Ιανουαρίου 2026, όπου ως κεντρικά αίτια αναφέρονται οι χαμηλές απολαβές, το αυξημένο κόστος, η «ρυθμιστική πίεση» και ο φόβος αθέμιτου ανταγωνισμού από εισαγωγές χαμηλότερων προδιαγραφών μέσω Mercosur.

Η Mercosur λειτουργεί εδώ ως σύμβολο «άνισου ανταγωνισμού». Πρόκειται για το εμπορικό πλαίσιο της ΕΕ με χώρες της Νοτίου Αμερικής (στον δημόσιο διάλογο αναφέρεται συχνά ως μπλοκ Mercosur), το οποίο — σύμφωνα με τους επικριτές του — μπορεί να αυξήσει τις εισαγωγές προϊόντων όπως το κρέας ή η ζάχαρη με κόστος και κανόνες διαφορετικούς από αυτούς που ισχύουν στην ΕΕ. Γι’ αυτό και στο ρεπορτάζ του Reuters υπογραμμίζεται ότι οι Γάλλοι αγρότες θεωρούν πως οι εισαγωγές από αγορές με «πιο χαλαρά πρότυπα» υπονομεύουν την ευρωπαϊκή παραγωγή.

Μπροστά σε αυτή την πίεση, η γαλλική κυβέρνηση επέλεξε διπλή απάντηση: οικονομική στήριξη και θεσμικές παρεμβάσεις, έναν συμβιβασμό ύψους 300 εκατ. ευρώ και έναν «έκτακτο νόμο» που θα κατατεθεί τον Μάρτιο, ώστε να ψηφιστεί μέχρι το καλοκαίρι, καλύπτοντας πεδία όπως ύδρευση/άρδευση, ζημιές από λύκους, ασθένειες και ζητήματα παραγωγής.

Η πιο πολιτικά «φορτισμένη» κίνηση, όμως, είναι η σκλήρυνση της στάσης απέναντι στις εισαγωγές που συνδέονται με φυτοφάρμακα: ο λόγος είναι η διακοπή εισαγωγής πέντε ουσιών/φυτοφαρμάκων.  Στις αρχές Ιανουαρίου 2026, η Γαλλία πράγματι προχώρησε σε μέτρο που στοχεύει εισαγόμενα τρόφιμα με ίχνη πέντε φυτοφαρμάκων που είναι απαγορευμένα στην ΕΕ — ένα σήμα προς τους αγρότες ότι το κράτος επιχειρεί να «εξισώσει» τους όρους ανταγωνισμού. Το πολιτικό μήνυμα είναι σαφές: ακόμη κι αν η εμπορική συμφωνία κινείται σε ευρωπαϊκό επίπεδο, το Παρίσι επιχειρεί να δείξει ότι δεν θα αφήσει την εγχώρια αγορά εκτεθειμένη σε προϊόντα που δεν τηρούν τα ίδια στάνταρ.

Παρά τις ανακοινώσεις, η κοινωνική δυναμική δεν είναι ενιαία. Υπάρχει διχασμός ανάμεσα σε βασικά αγροτικά συνδικάτα — με ορισμένα να δηλώνουν ικανοποιημένα και άλλα να συνεχίζουν τα μπλόκα σε δρόμους (π.χ. εκτός Παρισιού, προς Τουλούζη και νότια Γαλλία).  Αυτή η διάσπαση εξηγεί γιατί τα πακέτα στήριξης συχνά δεν «κλειδώνουν» άμεσα την εκτόνωση: όταν τα αιτήματα διαφέρουν ανά κλάδο (κτηνοτρόφοι, σιτηρά, οπωροκηπευτικά) και ανά οργάνωση, μια κυβερνητική δέσμη μέτρων μπορεί να ικανοποιεί τους πιο «μετριοπαθείς» αλλά να αφήνει εκτός τους πιο μαχητικούς.

Στο βάθος υπάρχει και κάτι πιο δομικό: η αίσθηση ότι οι λύσεις είναι αποσπασματικές και επαναλαμβάνονται χωρίς να αλλάζει το βασικό μοντέλο. Η εκτίμηση ότι το πρόβλημα είναι η διαχρονική «υποκρισία» των κυβερνήσεων — ότι δηλαδή υπόσχονται διόρθωση, αλλά τα θεμελιώδη ζητήματα μένουν άλυτα και μεταφέρονται στον επόμενο νόμο.  Με όρους πολιτικής οικονομίας, αυτό μεταφράζεται στο εξής δίλημμα: πώς μια χώρα (και συνολικά η ΕΕ) θα στηρίζει το εισόδημα και την ανθεκτικότητα του πρωτογενούς τομέα, ενώ ταυτόχρονα αυστηροποιεί περιβαλλοντικούς/υγειονομικούς κανόνες, αντιμετωπίζει ζωονόσους και ανοίγει νέες εμπορικές «πύλες» που πιέζουν τις τιμές;

Το επόμενο διάστημα θα κριθεί σε δύο πεδία. Πρώτον, στην αποτελεσματικότητα των άμεσων μέτρων (π.χ. οι έλεγχοι/απαγορεύσεις για τα φυτοφάρμακα και το πώς εφαρμόζονται στην πράξη) που έχουν στόχο να απαντήσουν στην καταγγελία περί «δύο μέτρων και δύο σταθμών» στο εμπόριο· και δεύτερον, στο ευρωπαϊκό πολιτικό παιχνίδι γύρω από τη Mercosur, όπου η διαμάχη δεν είναι μόνο αγροτική αλλά και γεωοικονομική: άλλες χώρες της ΕΕ βλέπουν εξαγωγικές ευκαιρίες, ενώ χώρες όπως η Γαλλία εμφανίζονται πιο επιφυλακτικές, υπό το βάρος της κοινωνικής έντασης και της αγροτικής πίεσης.

Ιράν: Φήμες για κατάληψη αρχηγείου, διαδηλώσεις, μπλακάουτ, μειονότητες

Οι τελευταίες ώρες στο Ιράν χαρακτηρίζονται από σημαντική κλιμάκωση της έντασης, καθώς οι μαζικές διαδηλώσεις συνεχίζονται σε πολλές πόλεις, ενώ το κράτος απαντά με αυξημένα μέτρα ασφαλείας, περιορισμούς στις μετακινήσεις και σοβαρές διακοπές στις τηλεπικοινωνίες και στο διαδίκτυο. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, όπου η πρόσβαση σε ανεξάρτητη πληροφόρηση είναι περιορισμένη, κυκλοφόρησαν ανεπιβεβαίωτοι ισχυρισμοί ότι το Κόμμα για την Ελευθερία του Κουρδιστάν (PAK) κατέλαβε αρχηγείο του Σώματος των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC) στην Κερμανσάχ, στη δυτική χώρα. Αν κάτι τέτοιο επιβεβαιωθεί, θα πρόκειται για μια εξαιρετικά σοβαρή εξέλιξη, καθώς θα σηματοδοτούσε μετάβαση από τις συγκρούσεις δρόμου και τις επιθέσεις σε μια πιο οργανωμένη πρόκληση απέναντι στο ιρανικό κράτος.

Ωστόσο, μέχρι στιγμής δεν υπάρχει ανεξάρτητη και αξιόπιστη επιβεβαίωση ότι πράγματι έγινε κατάληψη στρατιωτικής εγκατάστασης του IRGC. Αντίθετα, ιρανικές επίσημες πηγές έχουν αναφερθεί σε περιστατικό πυρκαγιάς σε εγκατάσταση των Φρουρών στην επαρχία Κερμανσάχ, μιλώντας για φωτιά σε χώρο φύλαξης εύφλεκτων υλικών και αναφέροντας ότι τα αίτια διερευνώνται, χωρίς να γίνεται λόγος για επίθεση ή απώλεια ελέγχου του χώρου. Αυτό από μόνο του δείχνει πόσο δύσκολη είναι η επαλήθευση όταν συνυπάρχουν έντονα επεισόδια, περιορισμοί στο διαδίκτυο και διάχυση φημών.

Την ίδια στιγμή, οι ΗΠΑ συστήνουν στους Αμερικανούς πολίτες που βρίσκονται στο Ιράν να εγκαταλείψουν τη χώρα, εφόσον αυτό είναι εφικτό και ασφαλές. Οι προειδοποιήσεις αναφέρονται στην κλιμάκωση των διαμαρτυριών, στην ένταση της καταστολής, στα κλεισίματα δρόμων, στις διακοπές στις δημόσιες συγκοινωνίες και στους περιορισμούς της πρόσβασης σε υπηρεσίες κινητής τηλεφωνίας και διαδικτύου. Παράλληλα, επισημαίνεται πως οι αεροπορικές εταιρείες περιορίζουν ή ακυρώνουν πτήσεις, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις έχουν ανασταλεί δρομολόγια από και προς το Ιράν. Όλα αυτά συνθέτουν μια εικόνα αυξανόμενης αστάθειας, όπου το ενδεχόμενο ταχείας επιδείνωσης της κατάστασης παραμένει ανοιχτό.

Στο επίκεντρο βρίσκεται η Κερμανσάχ, μια περιοχή με ισχυρή κουρδική παρουσία, κοντά στα σύνορα με το Ιράκ. Αυτό της δίνει ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς μια σοβαρή αναταραχή εκεί δεν μένει αναγκαστικά «τοπική»: μπορεί να επηρεάσει συνολικά τη δυτική ζώνη ασφαλείας του Ιράν και να ενισχύσει τη δράση ομάδων που διαθέτουν διασυνοριακές βάσεις ή δίκτυα υποστήριξης. Ακόμη κι αν ο ισχυρισμός περί «κατάληψης αρχηγείου» δεν επιβεβαιωθεί, η ίδια η κυκλοφορία του αποτυπώνει ότι στο πεδίο υπάρχει ήδη αίσθηση πως η κατάσταση ξεπερνά τα όρια μιας απλής κοινωνικής εξέγερσης και ακουμπά πλέον πιο επικίνδυνες μορφές αντιπαράθεσης.

Η κρίση στο Ιράν, όμως, δεν αφορά μόνο το κουρδικό στοιχείο. Η χώρα είναι πολυεθνοτική και σε περιόδους βαθιάς πολιτικής αναταραχής είναι συνηθισμένο να εμφανίζονται παράλληλες δυναμικές σε διαφορετικές περιφέρειες. Σε περιοχές όπως το Σιστάν-Μπαλουχιστάν, όπου υπάρχει μακροχρόνια ένταση και παρουσία ένοπλων οργανώσεων, κάθε γενικευμένη αποσταθεροποίηση δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για περαιτέρω κλιμάκωση. Το ίδιο ισχύει και για το Χουζεστάν, μια περιοχή με αραβική μειονότητα και ιστορικό κινημάτων που κατά καιρούς έχουν αναπτύξει αποσχιστική ή πιο ακραία δράση. Ακόμη και σε περιοχές που παραδοσιακά δεν έχουν έντονη ένοπλη διάσταση, όπως ορισμένες τουρκόφωνες κοινότητες στο βορειοδυτικό Ιράν, η πολιτική πίεση μπορεί να μετατραπεί σε πιο αιχμηρές μορφές σύγκρουσης όσο βαθαίνει η κρίση.

Σε αυτό το σημείο μπαίνει και η παράμετρος της εξωτερικής στήριξης, την οποία συχνά επικαλείται το ιρανικό κράτος. Η Τεχεράνη έχει μια σταθερή γραμμή ότι οι μεγάλες εξεγέρσεις δεν είναι αποκλειστικά «εσωτερικό ζήτημα», αλλά αποτέλεσμα ξένης υποκίνησης και χρηματοδότησης, κάτι που χρησιμοποιεί για τη νομιμοποίηση αυστηρών μέτρων καταστολής. Από την άλλη πλευρά, είναι επίσης γεγονός ότι στη Μέση Ανατολή οι μειονοτικές και αποσχιστικές οργανώσεις συχνά βρίσκουν πολιτικά ή υλικά στηρίγματα εκτός συνόρων, είτε μέσω κρατικών υπηρεσιών είτε μέσω δικτύων διασποράς και ανταγωνιστικών γεωπολιτικών κέντρων. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλες οι διαμαρτυρίες είναι «ξένα σχέδια», αλλά ότι μέσα σε μια γενικευμένη αναταραχή μπορεί να παρεμβληθούν και δυνάμεις που βλέπουν μια ευκαιρία να πιέσουν το ιρανικό καθεστώς από περισσότερα από ένα μέτωπα.

Το πιο κρίσιμο στοιχείο είναι πως αυτή τη στιγμή η αβεβαιότητα παραμένει μεγάλη. Οι περιορισμοί στο διαδίκτυο και οι δυσκολίες πρόσβασης σε ανεξάρτητες εικόνες από το εσωτερικό της χώρας επιτρέπουν να κυκλοφορούν πληροφορίες χωρίς σαφή επιβεβαίωση. Έτσι, ο ισχυρισμός περί «κατάληψης αρχηγείου των Φρουρών» μπορεί να είναι είτε υπερβολή είτε προπαγανδιστική διόγκωση, μπορεί όμως να είναι και ένα πρώτο σημάδι ότι το Ιράν μπαίνει σε μια φάση όπου η κρίση δεν θα περιοριστεί σε διαδηλώσεις, αλλά θα αποκτήσει και πιο στρατιωτικοποιημένα χαρακτηριστικά. Σε κάθε περίπτωση, οι επόμενες ημέρες θα είναι καθοριστικές, τόσο για το αν θα υπάρξει πραγματική επιβεβαίωση των πληροφοριών που διακινούνται όσο και για το αν οι κινητοποιήσεις θα εξελιχθούν σε ευρύτερη εσωτερική ρήξη με πολλαπλά ενεργά «μέτωπα» μέσα στη χώρα.

Οι απόψεις που εκφράζονται σε αυτό το άρθρο ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντικατοπτρίζουν απαραίτητα τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.