Πέμπτη, 18 Ιούν, 2026

ΗΠΑ: Η Κίνα χρησιμοποιεί το συνέδριο ανθρωπίνων δικαιωμάτων για να διαστρεβλώνει τις διεθνείς αρχές

Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ των ΗΠΑ επέκρινε το πρόσφατο συνέδριο ανθρωπίνων δικαιωμάτων που διοργάνωσε το Πεκίνο, υποστηρίζοντας ότι οι κινεζικές αρχές χρησιμοποίησαν την εκδήλωση για να διαστρεβλώσουν διεθνώς αναγνωρισμένες αρχές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ενώ παράλληλα αποκρύπτουν παραβιάσεις τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό.

Το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ ανέφερε σε ηλεκτρονικό μήνυμα προς το Voice of America ότι εξακολουθεί να ανησυχεί βαθιά για τις παραβιάσεις που στοχεύουν θρησκευτικές ομάδες, αντιφρονούντες, Ουιγούρους, Θιβετιανούς, χριστιανούς και άλλους. Παράλληλα, δήλωσε ότι αντιτίθεται στη διεθνική καταστολή που ασκεί το Πεκίνο, επισημαίνοντας ότι τέτοιες ενέργειες παραβιάζουν την κυριαρχία των Ηνωμένων Πολιτειών και άλλων χωρών.

Το Πεκίνο φιλοξένησε το Διεθνές Συνέδριο Παγκόσμιας Διακυβέρνησης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων 2026 από τις 11 έως τις 12 Ιουνίου. Το κινεζικό υπουργείο Εξωτερικών ανακοίνωσε ότι συνδιοργάνωσε το συνέδριο μαζί με το Γραφείο Πληροφοριών του Κρατικού Συμβουλίου της Κίνας και ότι αυτό εντάχθηκε στο πλαίσιο της 40ής επετείου της Διακήρυξης του ΟΗΕ για το Δικαίωμα στην Ανάπτυξη.

Σύμφωνα με ειδικούς που μίλησαν στην εφημερίδα The Epoch Times, το συνέδριο εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας (ΚΚΚ) να επαναπροσδιορίσει τα ανθρώπινα δικαιώματα γύρω από την κρατικά κατευθυνόμενη ανάπτυξη και τον πολιτικό έλεγχο, αντί για τις ατομικές ελευθερίες.

Ο Τσενγκ Τσιεν-γουάν, μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Ένωσης της Ταϊβάν για τη Δημοκρατία στην Ηπειρωτική Κίνα, δήλωσε ότι το πλαίσιο ανθρωπίνων δικαιωμάτων του Πεκίνου τοποθετεί το κράτος στο επίκεντρο των δικαιωμάτων και όχι το άτομο. Σύμφωνα με τον Τσενγκ, στις δυτικές δημοκρατίες το άτομο είναι το υποκείμενο των δικαιωμάτων, ενώ κατά την αντίληψη του Πεκίνου το κράτος είναι το υποκείμενο, ενεργώντας ως διαιτητής των προτεραιοτήτων και ισχυριζόμενο ότι επιλύει ζητήματα επιβίωσης μέσω της άσκησης κρατικής εξουσίας. Όπως επεσήμανε, αυτή η προσέγγιση επιτρέπει στο ΚΚΚ να αντιμετωπίζει τα αστικά και πολιτικά δικαιώματα ως δευτερεύοντα σε σχέση με αυτό που το Πεκίνο αποκαλεί δικαίωμα στην επιβίωση και την ανάπτυξη.

Η Σενγκ Σουέ, Καναδή συγγραφέας και σχολιάστρια κινεζικής καταγωγής, δήλωσε ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν περιορίζονται σε ζητήματα υλικών αναγκών, επικαλούμενη το διεθνές δίκαιο, κατά το οποίο τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι κάτι πολύ περισσότερο από την απουσία πείνας. Όπως ανέφερε, χωρίς ελευθερία του λόγου, προσωπική ασφάλεια και ελεύθερο Τύπο, το λεγόμενο «δικαίωμα στην επιβίωση» είναι προσχηματικό. Όπως υπογράμμισε, το ιστορικό του ΚΚΚ στις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, με διώξεις αντιφρονούντων, θρησκευόμενων πολιτών και υπερασπιστών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, του αφαιρεί το ηθικό έρεισμα να φιλοξενεί συνέδριο ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Διεθνική καταστολή

Η κριτική του Στέιτ Ντιπάρτμεντ διατυπώθηκε μία εβδομάδα μετά τη συνεδρίαση της Εκτελεστικής Επιτροπής του Κογκρέσου για την Κίνα (CECC), η οποία εξέτασε την ολοένα αυξανόμενη χρήση διεθνικής καταστολής και επιχειρήσεων αθέμιτης επιρροής από το κινεζικό καθεστώς στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η επιτροπή ανέφερε ότι κοινότητες της διασποράς, εταιρείες, πανεπιστήμια, πολιτιστικά ιδρύματα, δημόσιοι αξιωματούχοι και οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών αντιμετώπισαν τα τελευταία χρόνια πιέσεις, όταν τα λόγια ή οι ενέργειές τους αμφισβήτησαν το εκάστοτε αφήγημα που προωθούσε το ΚΚΚ.

Το Κέντρο Πληροφόρησης Φάλουν Ντάφα, σε γραπτή κατάθεση που υπέβαλε για την ακρόαση της CECC στις 4 Ιουνίου, ανέφερε ότι το ΚΚΚ έχει εντείνει από το 2022 την εκστρατεία διεθνικής καταστολής εναντίον ασκουμένων του Φάλουν Γκονγκ στις Ηνωμένες Πολιτείες και σε άλλες χώρες. Η οργάνωση κατέγραψε 388 περιστατικά σε είκοσι πέντε χώρες από τον Μάρτιο του 2024 έως τον Μάιο του 2026, εκ των οποίων τα 218 σημειώθηκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Όσοι υπέβαλαν την κατάθεση ανέφεραν ότι η εκστρατεία περιλαμβάνει κατασκοπεία, παρακολούθηση, κατάχρηση νομικών διαδικασιών, εκστρατείες παραπληροφόρησης, πλαστοπροσωπία, ψευδείς απειλές, δολιοφθορές, επιθέσεις, σωματικό εκφοβισμό, διπλωματικές πιέσεις και κινητοποίηση τρίτων προσώπων.

Η κατάθεση υπογράμμισε ότι το Shen Yun Performing Arts, εταιρεία κλασικού κινεζικού χορού με έδρα τη Νέα Υόρκη, η οποία ιδρύθηκε από ασκούμενους του Φάλουν Γκονγκ, έχει καταστεί ο βασικός στόχος της εκστρατείας, αντιπροσωπεύοντας την πλειονότητα των καταγεγραμμένων περιστατικών.

Το Φάλουν Γκονγκ, γνωστό και ως Φάλουν Ντάφα, είναι μία πνευματική πρακτική που συνδυάζει ασκήσεις διαλογισμού και ηθικές διδασκαλίες που βασίζονται στις αρχές της Αλήθειας, της Καλοσύνης και της Ανεκτικότητας. Παρουσιάστηκε δημόσια στην Κίνα το 1992 και γνώρισε γρήγορα μεγάλη απήχηση. Το ΚΚΚ άρχισε να θεωρεί τη δημοτικότητά του απειλή για την εξουσία του και, τον Ιούλιο του 1999, ξεκίνησε εκστρατεία δίωξης με στόχο την εξάλειψή του.

Σύμφωνα με το Minghui, αμερικανική μη κερδοσκοπική οργάνωση που καταγράφει τη δίωξη των ασκουμένων του Φάλουν Γκονγκ, έχει επιβεβαιωθεί ότι 5.339 ασκούμενοι έχασαν τη ζωή τους ως αποτέλεσμα της δίωξης. Ο ιστότοπος αναφέρει ότι ο πραγματικός αριθμός των θανάτων είναι πολύ υψηλότερος, αλλά πολλές περιπτώσεις είτε δεν έχουν καταγραφεί είτε απαιτούν περαιτέρω διερεύνηση λόγω της αυστηρής λογοκρισίας στην Κίνα.

Το αρχείο διώξεων του Minghui περιλαμβάνει μαρτυρίες και στοιχεία σχετικά με θανάτους, βασανιστήρια, εξαναγκαστικές αφαιρέσεις οργάνων, φυλακίσεις και καταναγκαστική εργασία, εξαφανίσεις, διώξεις εκτός Κίνας, δράστες και προπαγάνδα του ΚΚΚ.

Η CECC πραγματοποίησε επίσης ακρόαση στα μέσα Μαΐου με τίτλο «Μια αγορά χτισμένη πάνω στα θύματα: Σταματώντας την παράνομη διακίνηση οργάνων στην Κίνα και πέρα από αυτήν» [«A Market Built on Victims: Stopping Illegal Organ Trafficking in China and Beyond»].

Η επιτροπή ανέφερε ότι η συστηματική, εκτεταμένη και χωρίς συναίνεση αφαίρεση ανθρώπινων οργάνων για μεταμόσχευση — μια πρακτική που συχνά περιγράφεται ως εξαναγκαστικές αφαιρέσεις οργάνων ή παράνομη διακίνηση οργάνων — εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις σοβαρότερες ανησυχίες για τα ανθρώπινα δικαιώματα που συνδέονται με την Κίνα.

Σύμφωνα με την επιτροπή, εκθέσεις ερευνητών, υπερασπιστών ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ειδικών στην ιατρική δεοντολογία έχουν εγείρει σοβαρές ανησυχίες ότι κρατούμενοι συνείδησης, συμπεριλαμβανομένων ασκούμενων του Φάλουν Γκονγκ, Ουιγούρων και άλλων ομάδων κρατουμένων συνείδησης, έχουν στοχοποιηθεί στο πλαίσιο ενός κρατικά υποστηριζόμενου συστήματος μεταμοσχεύσεων.

Το δικαίωμα στην ανάπτυξη 

Η Διακήρυξη των Ηνωμένων Εθνών για το Δικαίωμα στην Ανάπτυξη αναφέρει ότι κάθε άνθρωπος και όλοι οι λαοί δικαιούνται να συμμετέχουν, να συμβάλλουν και να απολαμβάνουν την οικονομική, κοινωνική, πολιτιστική και πολιτική ανάπτυξη. Η διακήρυξη αναφέρει επίσης ότι η ανάπτυξη πρέπει να πραγματοποιείται μέσα σε ένα πλαίσιο στο οποίο «όλα τα ανθρώπινα δικαιώματα και οι θεμελιώδεις ελευθερίες μπορούν να πραγματωθούν πλήρως».

Η αναπληρώτρια διευθύντρια του τμήματος Ασίας της Human Rights Watch, Μάγια Γουάνγκ, δήλωσε στο Voice of America ότι τα κοινωνικά, οικονομικά, πολιτιστικά, αστικά και πολιτικά δικαιώματα συνθέτουν από κοινού το διεθνές σύστημα ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Επεσήμανε ότι το Πεκίνο έχει μεν δεσμευθεί να προστατεύει αυτά τα δικαιώματα, αλλά τελικά επιχειρεί να τα επαναπροσδιορίσει με τρόπο που αποδυναμώνει την αποτελεσματικότητά τους.

Η παγκόσμια έκθεση της Human Rights Watch για το 2026 αναφέρει ότι οι κινεζικές αρχές αρνούνται συστηματικά την ελευθερία της έκφρασης, του συνεταιρίζεσθαι, της συνάθροισης και της θρησκείας, ενώ παράλληλα διώκουν όσους επικρίνουν την κυβέρνηση.

Η Κίνα υπέγραψε το Διεθνές Σύμφωνο για τα Αστικά και Πολιτικά Δικαιώματα το 1998, αλλά δεν το έχει επικυρώσει.

Του Arthur Zhang

Με τη συμβολή των Tang Bing και Yi Ru

ΗΠΑ: Κατάσχεση 13 ιστοτόπων που συνδέονται με φερόμενη κινεζική επιχείρηση κατασκοπείας

Οι ομοσπονδιακές αρχές των ΗΠΑ κατέσχεσαν την Τετάρτη δεκατρείς διαδικτυακούς τομείς, τους οποίους οι εισαγγελείς συνδέουν με φερόμενο σχέδιο στρατολόγησης από κινεζικές υπηρεσίες πληροφοριών, με στόχο νυν και πρώην Αμερικανούς κυβερνητικούς υπαλλήλους που είχαν πρόσβαση σε διαβαθμισμένες και ευαίσθητες πληροφορίες.

Σύμφωνα με δικαστικά έγγραφα, οι διαχειριστές δημιούργησαν τουλάχιστον δεκατρείς ψευδείς ιστοτόπους εταιρειών συμβούλων από τον Νοέμβριο του 2023 και τους χρησιμοποίησαν για τη δημοσίευση αγγελιών εργασίας που απευθύνονταν σε νυν και πρώην κυβερνητικούς υπαλλήλους, στρατιωτικούς και κατόχους αδειών ασφαλείας.

Το υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ ανέφερε ότι οι ιστότοποι αρνούνταν οποιαδήποτε εμπλοκή ξένης κυβέρνησης. Εκπρόσωπος της κινεζικής πρεσβείας στο Λονδίνο χαρακτήρισε τον ισχυρισμό περί κινεζικής εμπλοκής «κακόβουλη συκοφαντία» και υποστήριξε ότι είναι απολύτως ψευδής.

Σύμφωνα με το υπουργείο Δικαιοσύνης, οι ιστότοποι διαφήμιζαν θέσεις όπως «Ανώτερος Αναλυτής» και «Σύμβουλος Διεθνών Υποθέσεων» και αναζητούσαν άτομα με εξειδίκευση σε θέματα που παρουσιάζουν ενδιαφέρον για την κινεζική κυβέρνηση.

Οι εισαγγελικές αρχές υποστηρίζουν ότι τα άτομα που πραγματοποιούσαν τη στρατολόγηση χρησιμοποιούσαν ψευδείς ταυτότητες, φωτογραφίες προφίλ που είχαν δημιουργηθεί με τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης, κρυπτογραφημένες εφαρμογές ανταλλαγής μηνυμάτων και πληρωμές μέσω λογαριασμών στο εξωτερικό, προκειμένου να αποκρύπτουν την ταυτότητα και τις δραστηριότητές τους.

Σύμφωνα με ένορκη κατάθεση που υποστήριξε τις κατασχέσεις, στους υποψηφίους προσφέρονταν χρηματικά ποσά με αντάλλαγμα αναφορές και πληροφορίες. Οι φερόμενοι υπεύθυνοι στρατολόγησης φέρονται να πίεζαν τους υποψηφίους να παρέχουν εμπιστευτικές ή εσωτερικές πληροφορίες, χρησιμοποιώντας συμβάσεις και συμφωνίες εχεμύθειας ώστε οι ευκαιρίες συνεργασίας να φαίνονται νόμιμες.

Κατά το υπουργείο Δικαιοσύνης, το σχέδιο περιελάμβανε δωροδοκία νυν και πρώην δημοσίων λειτουργών, κλοπή ταυτότητας και διεθνές ξέπλυμα χρήματος. Ο υφυπουργός Δικαιοσύνης για θέματα Εθνικής Ασφάλειας Τζον Άιζενμπεργκ προειδοποίησε ότι ξένοι παράγοντες χρησιμοποιούν ολοένα και συχνότερα υποσχέσεις οικονομικού οφέλους για να αποκτούν ευαίσθητες πληροφορίες από Αμερικανούς πολίτες.

Ο Άιζενμπεργκ δήλωσε ότι οι κατασχέσεις των διαδικτυακών τομέων αποκαλύπτουν τον τρόπο με τον οποίο ξένοι παράγοντες μπορούν να χρησιμοποιούν υποσχέσεις εύκολου κέρδους για να παρασύρουν Αμερικανούς στην αποκάλυψη ευαίσθητων ή διαβαθμισμένων πληροφοριών που έχουν καθήκον να προστατεύουν. Παράλληλα, προειδοποίησε ότι όποιος προσεγγίζεται διαδικτυακά με προτάσεις για εύκολο εισόδημα μέσω ασαφώς περιγραφόμενης «συμβουλευτικής» εργασίας θα πρέπει να επιδεικνύει ιδιαίτερη προσοχή και να παραμένει σε εγρήγορση για ενδείξεις κακόβουλης στόχευσης.

Το Ομοσπονδιακό Γραφείο Ερευνών (FBI) ανέφερε ότι η υπόθεση αναδεικνύει τις προσπάθειες των κινεζικών μυστικών υπηρεσιών να αξιοποιήσουν διαδικτυακές αγγελίες εργασίας, επαγγελματικές πλατφόρμες δικτύωσης, την τεχνητή νοημοσύνη και ψηφιακά συστήματα πληρωμών για να στοχεύσουν Αμερικανούς με πρόσβαση σε ευαίσθητες πληροφορίες.

Οι αρχές δήλωσαν ότι οι ιστότοποι προωθούνταν μέσω ιστοσελίδων αναζήτησης εργασίας και άλλων διαδικτυακών πλατφορμών, μεταξύ των οποίων οι Upwork, Expertia AI, Hubstaff Talent, Wellfound και Post Job Free.

Μετά την κατάσχεση, το FBI αντικατέστησε τους ιστοτόπους με προειδοποιητικές σελίδες που ενημερώνουν ότι οι διαδικτυακοί τομείς κατασχέθηκαν στο πλαίσιο έρευνας των αρχών επιβολής του νόμου. Αξιωματούχοι δήλωσαν ότι η ενέργεια αποσκοπούσε στον τερματισμό της στρατολόγησης Αμερικανών πολιτών και στην προστασία των ευαίσθητων πληροφοριών της αμερικανικής κυβέρνησης.

Σε ανακοίνωσή του, ο αναπληρωτής διευθυντής του Τμήματος Αντικατασκοπείας και Κατασκοπείας του FBI Ρόμαν Ροζάφσκι ανέφερε ότι οι ψευδείς διαδικτυακοί τομείς εταιρειών συμβούλων που κατασχέθηκαν από το FBI καταδεικνύουν μέχρι ποιο σημείο είναι διατεθειμένες να φτάσουν οι υπηρεσίες πληροφοριών της κινεζικής κυβέρνησης, επιχειρώντας να χρησιμοποιήσουν περιεχόμενο που δημιουργείται με τεχνητή νοημοσύνη για να εξαπατήσουν, να στρατολογήσουν ή να εξαναγκάσουν νυν και πρώην κατόχους αδειών ασφαλείας των ΗΠΑ να κοινοποιήσουν ευαίσθητες πληροφορίες.

Προσέθεσε ότι το FBI και οι συνεργαζόμενες υπηρεσίες έχουν διαπιστώσει πως οι κινεζικές μυστικές υπηρεσίες  καταφεύγουν στη χρήση τεχνητής νοημοσύνης, επαγγελματικών ιστοτόπων δικτύωσης και διαδικτυακών πλατφορμών πληρωμών για να στοχεύσουν Αμερικανούς πολίτες και ότι έχουν λάβει μέτρα για την προστασία της χώρας και της εθνικής ασφάλειας των Ηνωμένων Πολιτειών.

Του Tom Gantert

Εντείνονται τα ερωτήματα για την πολιτική μηδενικών εκπομπών άνθρακα του Καναδά

Ανάλυση ειδήσεων

Καθώς ο Καναδάς προχωρά προς την επίτευξη των κλιματικών του στόχων, αυξάνονται τα ερωτήματα σχετικά με το εάν ενδεχομένως υπερβολικά απαισιόδοξες προβλέψεις για το κλίμα οδήγησαν τη χώρα σε απώλεια επενδύσεων δισεκατομμυρίων δολαρίων και ταχείας οικονομικής ανάπτυξης επί χρόνια.

Η προσπάθεια του Καναδά να επιτύχει μηδενικές εκπομπές άνθρακα έως το 2050 έχει διαμορφώσει σημαντικές κυβερνητικές πολιτικές τα τελευταία χρόνια, συμπεριλαμβανομένης της τιμολόγησης του άνθρακα, των κανόνων για τις εκπομπές, των περιβαλλοντικών κανονισμών, καθώς και δαπάνες δισεκατομμυρίων δολαρίων σε πρωτοβουλίες καθαρής ενέργειας.

Οι εξελίξεις στο πεδίο της αξιολόγησης της κλιματικής κρίσης και του κινδύνου υπερθέρμανσης του πλανήτη δείχνουν ότι ερευνητές που συνεργάζονται με την κλιματική επιτροπή του ΟΗΕ διατυπώνουν προσδοκίες λιγότερο απαισιόδοξες πλέον, υποστηρίζοντας ότι αυτό αποτελεί ένδειξη πως οι δράσεις για το κλίμα αποδίδουν.

Παρότι η Διακυβερνητική Επιτροπή για την Κλιματική Αλλαγή [United Nations’s Intergovernmental Panel on Climate Change – IPCC] του ΟΗΕ δεν έχει εγκαταλείψει τα χειρότερα σενάρια, ερευνητές που συνδέονται με τον οργανισμό περιγράφουν τώρα τα σενάρια υψηλών εκπομπών άνθρακα ως λιγότερο πιθανά, λόγω αλλαγών στην τεχνολογία, στις αγορές ενέργειας και στις προβλέψεις για τη χρήση άνθρακα. Οι ερευνητές δημοσίευσαν τον περασμένο μήνα μελέτη στην οποία ανέφεραν ότι τα μελλοντικά μοντέλα θα βασίζονται περισσότερο σε σενάρια που θεωρούνται «πιο πιθανά».

Ενώ ορισμένοι από τους συμμετέχοντες στις μελέτες υποστηρίζουν ότι αυτό αποτελεί ένδειξη πως η πολιτική για μηδενικές εκπομπές άνθρακα επηρεάζει τις κλιματικές τάσεις, άλλοι αντιτείνουν ότι σημαντικές οικονομικές αποφάσεις λαμβάνονται με βάση αβέβαια και διαρκώς εξελισσόμενα μοντέλα.

Ο Ρος ΜακΚίτρικ, καθηγητής περιβαλλοντικής οικονομίας στο Πανεπιστήμιο του Γκουέλφ, δήλωσε ότι οι εκτιμήσεις των κανονιστικών επιπτώσεων που διαμόρφωναν τις αναλύσεις κόστους-οφέλους, και κατ’ επέκταση τη ρύθμιση των κανονισμών, είναι πλέον ξεπερασμένες.

Μεγάλα καναδικά ενεργειακά έργα που ακυρώθηκαν λόγω κανονιστικών και περιβαλλοντικών προκλήσεων

Northern Gateway Pipeline (2006–2016): Η έγκριση ανατράπηκε από ομοσπονδιακό δικαστήριο και το έργο απορρίφθηκε από την κυβέρνηση για περιβαλλοντικούς λόγους.

Prince Rupert LNG (2012–2016): Η Shell αποχώρησε έπειτα από χρόνια καθυστερήσεων στην αδειοδότηση και κανονιστικής αβεβαιότητας στη Βρετανική Κολομβία.

Mackenzie Gas Project (2003–2017): Δεκατετραετής κανονιστική διαδικασία και εκκρεμή ζητήματα διαβούλευσης με αυτόχθονες κοινότητες οδήγησαν στην εγκατάλειψη του έργου.

Aurora LNG (2013–2017): Ακυρώθηκε λόγω κανονιστικών καθυστερήσεων στη Βρετανική Κολομβία και χαμηλών τιμών LNG.

Energy East Pipeline (2013–2017): Η διεύρυνση της αξιολόγησης εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου προηγήθηκε της απόφασης της TransCanada να το ακυρώσει.

Pacific NorthWest LNG (2012–2017): Πενταετής περιβαλλοντική αξιολόγηση του βιότοπου σολωμού στην περιοχή Flora Bank συνέβαλε στην ακύρωσή του.

Teck Frontier Oil Sands Mine (2011–2020): Η εταιρεία απέσυρε αίτηση ύψους 20,6 δισ. δολαρίων Καναδά, επικαλούμενη τη συζήτηση γύρω από την κλιματική πολιτική της χώρας.

Goldboro LNG (2012–2023): Καθυστερήσεις στις διαβουλεύσεις και άρνηση ομοσπονδιακής χρηματοδότησης οδήγησαν στην εγκατάλειψη του έργου.

(Πηγές: CBC News, The Globe and Mail / Επεξεργασία: The Epoch Times) 

Έργα που έμειναν στα χαρτιά

Οι πολέμιοι των πολιτικών μηδενικών εκπομπών άνθρακα του Καναδά υποστηρίζουν ότι οι οικονομικές επιπτώσεις είναι ήδη ορατές στον τομέα των φυσικών πόρων, όπου μεγάλα έργα πετρελαίου και φυσικού αερίου, εξόρυξης και υποδομών έχουν αντιμετωπίσει πολυετείς καθυστερήσεις, ακυρώσεις ή κανονιστική αβεβαιότητα.

Ο Canada’s Oil Sands Alliance, συνασπισμός που εκπροσωπεί τους έξι μεγαλύτερους παραγωγούς πετρελαϊκής άμμου της χώρας, ανέφερε σε ανακοίνωσή του τον Μάιο ότι οι πολύπλοκες κανονιστικές διαδικασίες, το μη ανταγωνιστικό πλαίσιο τιμολόγησης του άνθρακα και τα δημοσιονομικά συστήματα που δεν ενθαρρύνουν την ανάπτυξη έχουν συμβάλει σε απότομη μείωση των μεγάλων νέων επενδύσεων στον τομέα. Σύμφωνα με τον συνασπισμό, δεν έχει πραγματοποιηθεί καμία σημαντική νέα επένδυση στον κλάδο από το 2013.

Σύμφωνα με εκτίμηση της ομάδας υπεράσπισης Canada Action, έργα φυσικών πόρων αξίας 670 δισεκατομμυρίων δολαρίων — συμπεριλαμβανομένων τερματικών σταθμών υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), αγωγών και έργων πετρελαίου και φυσικού αερίου — έχουν ακυρωθεί ή τεθεί σε αναστολή στον Καναδά από το 2015.

Το Fraser Institute έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ότι οι κανονισμοί που σχετίζονται με το κλίμα αποθαρρύνουν τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις στην ενεργειακή βιομηχανία του Καναδά. Μία ανάλυση του οργανισμού εκτίμησε ότι το προτεινόμενο ομοσπονδιακό ανώτατο όριο εκπομπών για τον τομέα πετρελαίου και φυσικού αερίου θα μπορούσε να μειώσει την αξία του κλάδου έως και κατά 255 δισεκατομμύρια δολάρια μέχρι το 2040, ανάλογα με το σενάριο.

Ορισμένοι οικονομολόγοι υποστηρίζουν ότι η συνολική επίδραση της κλιματικής πολιτικής πιθανότατα δεν μπορεί να μετρηθεί μόνο μέσω των ακυρωμένων έργων. Στο κόστος θα πρέπει επίσης να συνυπολογιστούν επενδύσεις που οι εταιρείες δεν επεδίωξαν ποτέ, επειδή θεωρούσαν τον Καναδά υπερβολικά δαπανηρό, αβέβαιο ή δύσκολο για την ανάπτυξη μεγάλων έργων.

Ο οικονομολόγος Τζακ Μιντζ δήλωσε στην εφημερίδα The Epoch Times ότι το κόστος των χαμένων ευκαιριών είναι ακόμη μεγαλύτερο για έργα που δεν ξεπέρασαν ποτέ το αρχικό στάδιο της ιδέας, επειδή κάποιοι έκριναν ότι δεν άξιζε καν να προσπαθήσουν στον Καναδά.

Χαμένες ευκαιρίες στο LNG και σε άλλα ενεργειακά έργα

Τα αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου του Καναδά είναι από τα μεγαλύτερα στον κόσμο, ωστόσο η χώρα διαθέτει μόνο έναν λειτουργικό τερματικό σταθμό εξαγωγής LNG, έπειτα από χρόνια κανονιστικών εμποδίων, περιορισμών στους αγωγούς και ακυρωμένων προτάσεων. Στον αντίποδα, οι Ηνωμένες Πολιτείες επέκτειναν ταχύτατα τις υποδομές τους για εξαγωγές LNG και εξελίχθηκαν σε έναν από τους μεγαλύτερους εξαγωγείς παγκοσμίως.

Ο ΜακΚίτρικ δήλωσε ότι η περιορισμένη δυνατότητα εξαγωγών LNG του Καναδά αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα χαμένης οικονομικής ευκαιρίας. Το γεγονός ότι η χώρα διαθέτει σήμερα μόνο μία εγκατάσταση εξαγωγής LNG συνιστά τεράστια χαμένη ευκαιρία.

Παράλληλα, ανέφερε τα κέντρα δεδομένων και άλλες ενεργοβόρες βιομηχανίες ως παραδείγματα επενδύσεων που ενδέχεται να δυσκολεύεται ο Καναδάς να προσελκύσει λόγω του αυξανόμενου κόστους και της αβεβαιότητας γύρω από την ενεργειακή πολιτική και την ανάπτυξη υποδομών. Το γεγονός ότι ο Καναδάς δεν έχει καταφέρει να προσελκύσει σημαντικές επενδύσεις σε κέντρα δεδομένων αποτελεί άλλη μία σημαντική χαμένη ευκαιρία σε σύγκριση με άλλες χώρες.

Ο Μάικλ Μπίννιον, ιδρυτής της Questerre Energy, δήλωσε ότι οι αυστηρότερες κλιματικές πολιτικές έχουν πλήξει την ανταγωνιστικότητα του Καναδά, μεταφέροντας επενδύσεις και παραγωγή σε άλλες χώρες με λιγότερους περιβαλλοντικούς περιορισμούς, εάν ο τελικός στόχος είναι πράγματι η μείωση των παγκόσμιων εκπομπών.

Κατά κεφαλήν ΑΕΠ (δολάρια ΗΠΑ), 1990–2024

Πηγή: The Epoch Times. Στοιχεία: Παγκόσμια Τράπεζα (World Development Indicators). Δημιουργήθηκε με το Datawrapper

 

Σύμφωνα με στοιχεία του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ των ΗΠΑ έχει αυξηθεί κατά περίπου 18 έως 20% από το 2015, ενώ του Καναδά κατά μόλις 1,1% την ίδια περίοδο.

Ο Μιντζ υποστήριξε ότι πολλές από τις οικονομικές προκλήσεις του Καναδά προέρχονται από πολιτικές που συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με τις δεσμεύσεις της χώρας για μηδενικές εκπομπές άνθρακα, συμπεριλαμβανομένης της τιμολόγησης του άνθρακα, των κανόνων για τις εκπομπές και της αβεβαιότητας στις εγκρίσεις έργων.

Όπως ανέφερε, υπάρχουν πολλά παραδείγματα. Ο Νόμος για την Εκτίμηση των Επιπτώσεων [«Impact Assessment Act»], κατέστησε εξαιρετικά δύσκολη την υλοποίηση οποιουδήποτε έργου, είτε επρόκειτο για αγωγό είτε για νέα πετρελαϊκή ανάπτυξη, και περιόρισε σημαντικά τις επενδύσεις στον τομέα της αξιοποίησης φυσικών πόρων.

Η νομοθεσία, που εισήχθη από την κυβέρνηση Τρυντώ, απαιτεί πρόσθετες ομοσπονδιακές περιβαλλοντικές αξιολογήσεις. Οι επαρχίες της Αλμπέρτα και του Σασκάτσουαν έχουν υποστηρίξει ότι οι αξιολογήσεις αυτές παρεμποδίζουν τα έργα αγωγών επιβάλλοντας πρόσθετο κανονιστικό βάρος.

Η κυβέρνηση Κάρνεϋ εισήγαγε νέα νομοθεσία, που επιτρέπει την επιτάχυνση επιλεγμένων έργων που αξιολογούνται από την κυβέρνηση, ενώ οι Συντηρητικοί υποστηρίζουν ότι νομοθετήματα όπως ο Νόμος για την Εκτίμηση των Επιπτώσεων θα πρέπει να καταργηθούν πλήρως, ώστε η βιομηχανία να λειτουργεί χωρίς η κυβέρνηση να επιλέγει ποια έργα θα προωθεί κατά προτεραιότητα.

Οι επικριτές των κλιματικών πολιτικών του Καναδά υποστηρίζουν ότι η χώρα εισήλθε στις πρόσφατες οικονομικές αναταράξεις — συμπεριλαμβανομένης της πανδημίας, της έξαρσης του πληθωρισμού και της αύξησης των εμπορικών εντάσεων — με ασθενέστερη αύξηση της παραγωγικότητας από ό,τι θα μπορούσε διαφορετικά να έχει, γεγονός που ενίσχυσε την οικονομική ζημία.

Επιχειρήματα υπέρ των μηδενικών εκπομπών άνθρακα

Από την άλλη πλευρά, οι υποστηρικτές των πολιτικών αυτών υποστηρίζουν ότι η μετάβαση προς πηγές ενέργειας χαμηλότερων εκπομπών δημιουργεί επίσης σημαντικές οικονομικές ευκαιρίες, και προβλέπουν ότι ο Καναδάς θα αναδειχθεί σε παγκόσμιο ηγέτη στη διεθνή μετάβαση προς χαμηλότερες εκπομπές.

Η Οττάβα αναφέρει ότι η δέσμευσή της βασίζεται τόσο σε περιβαλλοντικές όσο και σε οικονομικές παραμέτρους, υποστηρίζοντας ότι οι καθαρότερες βιομηχανίες και οι εξαγωγές χαμηλότερων εκπομπών θα γίνουν πιο ανταγωνιστικές καθώς οι χώρες αυστηροποιούν τους κλιματικούς κανόνες και αναζητούν εφοδιαστικές αλυσίδες χαμηλότερου ενεργειακού αποτυπώματος.

Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση έχει επίσης δηλώσει ότι η επιδίωξη μηδενικών εκπομπών άνθρακα έως το 2050 θα προσελκύσει επενδύσεις και θα ενισχύσει την οικονομική θέση του Καναδά μακροπρόθεσμα μέσω της ανάπτυξης καθαρής ενέργειας και της αντικατάστασης συστημάτων που λειτουργούν με ορυκτά καύσιμα από συστήματα που λειτουργούν με ηλεκτρική ενέργεια.

Ηλεκτρικό όχημα που προωθεί το κυβερνητικό πρόγραμμα Greening Government Fund. Οττάβα, 27 Ιουνίου 2023. (The Canadian Press/Justin Tang)

 

Έκθεση της Clean Energy Canada πέρυσι ανέφερε ότι η παγκόσμια ζήτηση για τεχνολογίες όπως οι μπαταρίες, οι ηλεκτρολύτες και οι αντλίες θερμότητας αναμένεται να αυξηθεί σημαντικά κατά την επόμενη δεκαετία, από περίπου 700 δισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ το 2023 σε περισσότερα από 2 τρισεκατομμύρια δολάρια έως το 2035. Σύμφωνα με την έκθεση, ο Καναδάς διαθέτει τεράστια ευκαιρία να αξιοποιήσει το πλεονέκτημά του στην καθαρή ηλεκτρική ενέργεια, ώστε να προσελκύσει νέες βιομηχανίες και να καταστήσει καθαρότερες τις ήδη υπάρχουσες.

Ο πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϋ έχει επίσης επανειλημμένα περιγράψει τις δυνατότητες του Καναδά να εξελιχθεί σε «υπερδύναμη καθαρής ενέργειας», υποστηρίζοντας ότι η μετάβαση μακριά από πηγές ενέργειας υψηλότερων εκπομπών δημιουργεί σημαντικές οικονομικές ευκαιρίες και ότι οι παγκόσμιες αγορές θα αναζητούν πηγές ενέργειας χαμηλών εκπομπών. Σε μία τέτοια δήλωση, τον Νοέμβριο του 2025, ανέφερε ότι η μείωση των εκπομπών δεν αποτελεί μόνο ηθικό καθήκον, αλλά και οικονομική αναγκαιότητα.

Ενδείξεις μεταστροφής

Παρότι η Οττάβα διατηρεί τη δέσμευσή της για επίτευξη μηδενικών εκπομπών άνθρακα έως το 2050, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση έχει πρόσφατα δείξει μεγαλύτερη διάθεση να αναπτύξει συμβατικές πηγές ενέργειας. Μεταξύ άλλων συζητάται η επέκταση της δυναμικότητας των αγωγών και η επιτάχυνση των εγκρίσεων μεγάλων έργων, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τη σημερινή επιβράδυνση της εγχώριας οικονομίας και της παγκόσμιας ζήτησης για ενέργεια.

Ο ομοσπονδιακός υπουργός Ενέργειας Τιμ Χότζσον ανακοίνωσε στις 27 Μαΐου ότι γερμανική εταιρεία κοινής ωφέλειας υπέγραψε συμφωνία για την αγορά ενός εκατομμυρίου τόνων LNG ετησίως από το έργο Ksi Lisims στη βόρεια Βρετανική Κολομβία.

Ο Κάρνεϋ και ο Χότζσον έχουν αμφότεροι μιλήσει για τη μετατροπή του Καναδά σε «ενεργειακή υπερδύναμη», ενώ η Οττάβα και η Αλμπέρτα έχουν συζητήσει τρόπους επιτάχυνσης εθνικής σημασίας υποδομών μέσω του Ομοσπονδιακού Γραφείου Μεγάλων Έργων.

Σειρές ατμογεννητριών κατά μήκος δρόμου, σε εγκαταστάσεις εξόρυξης πετρελαϊκής άμμου με τη μέθοδο υποβοηθούμενης αποστράγγισης μέσω ατμού και βαρύτητας (SAGD) Christina Lake της Cenovus Energy, νότια του Φορτ ΜακΜάρρεϋ της Αλμπέρτα. (Todd Korol/File Photo/Reuters)

 

Η πρωθυπουργός της Αλμπέρτα, Ντανιέλ Σμιθ, δήλωσε ότι η επαρχία σχεδιάζει να υποβάλει πρόταση για νέο αγωγό αργού πετρελαίου προς τις ακτές της Βρετανικής Κολομβίας έως τον Ιούλιο, αν και η ιδέα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει αντιδράσεις από την κυβέρνηση της Βρετανικής Κολομβίας και αρκετές ομάδες Πρώτων Εθνών κατά μήκος της προτεινόμενης διαδρομής.

Οι Συντηρητικοί υποστηρίζουν ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θα πρέπει να άρει περιορισμούς όπως ο βιομηχανικός φόρος άνθρακα και να επιτρέψει στη βιομηχανία να αναπτυχθεί αυτόνομα, χωρίς η κυβέρνηση να παρεμβαίνει επιλέγοντας ποιους κλάδους ή έργα θα ευνοήσει.

Ο Μπίννιον δήλωσε ότι η αλλαγή στη ρητορική υποδηλώνει πως οι κυβερνήσεις αρχίζουν να αναγνωρίζουν τις αυξανόμενες ανησυχίες σχετικά με τις επενδύσεις, την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα, αν και παραμένει ασαφές κατά πόσο αυτό θα οδηγήσει σε ουσιαστική αλλαγή πολιτικής.

Του Paul Rowan Brian

Αντιδράσεις προκαλούν οι δηλώσεις Καναδού βουλευτή σχετικά με την καταναγκαστική εργασία στην Κίνα

Ο βουλευτής των Φιλελευθέρων Μάικλ Μα δέχεται επικρίσεις επειδή αμφισβήτησε αναφορές για πρακτικές καταναγκαστικής εργασίας στην Κίνα. Ο πρώην βουλευτής των Συντηρητικών, ο οποίος εντάχθηκε στους Φιλελευθέρους τον Δεκέμβριο, ζήτησε αργότερα συγγνώμη για τις δηλώσεις του, καθώς βρέθηκε αντιμέτωπος με αντιδράσεις ακτιβιστών υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και βουλευτών της αντιπολίτευσης.

Κατά τη διάρκεια συνεδρίασης της επιτροπής βιομηχανίας της Βουλής των Κοινοτήτων στις 26 Μαρτίου, η οποία εξετάζει τις πολιτικές της κυβέρνησης για τα ηλεκτρικά οχήματα, ο Μα υπέβαλε στη Μάργκαρετ ΜακΚιουέιγκ-Τζόνστον, ειδική στην Κίνα και πρώην ανώτερη δημόσια λειτουργό, ερωτήματα που υποδήλωναν σκεπτικισμό ως προς την ύπαρξη καταναγκαστικής εργασίας στην Κίνα, χωρίς όμως να της δώσει χρόνο να αναπτύξει τις απαντήσεις της.

Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση του Καναδά υπέγραψε πρόσφατα σειρά συμφωνιών με το Πεκίνο, μεταξύ των οποίων και συμφωνία που επιτρέπει την εισαγωγή έως και 49.000 κινεζικών ηλεκτρικών οχημάτων με χαμηλούς δασμούς, με αντάλλαγμα τη μείωση των κινεζικών δασμών στις εισαγωγές καναδικής κανόλας. Η ΜακΚιουέιγκ-Τζόνστον συγκαταλέγεται μεταξύ των ειδικών που αμφισβητούν την ασφάλεια της συμφωνίας, επισημαίνοντας ότι το Πεκίνο στοχοποιεί συστηματικά κοινότητες της κινεζικής διασποράς και Κινέζους αντιφρονούντες στον Καναδά.

Η ΜακΚιουέιγκ-Τζόνστον ανέφερε στους βουλευτές ότι δεκάδες εξαρτήματα που χρησιμοποιούνται σε κινεζικά ηλεκτρικά οχήματα παράγονται με αλουμίνιο το οποίο έχει παραχθεί με τη χρήση καταναγκαστικής εργασίας Ουιγούρων στην Κίνα. Επικαλέστηκε έκθεση του 2024 της οργάνωσης Human Rights Watch, σύμφωνα με την οποία εντοπίστηκαν «αξιόπιστα στοιχεία» ότι τόσο κινεζικοί κατασκευαστές όσο και δυτικές εταιρείες με εργοστάσια στην Κίνα «αποτυγχάνουν να ελαχιστοποιήσουν τον κίνδυνο χρήσης καταναγκαστικής εργασίας Ουιγούρων στις αλυσίδες εφοδιασμού αλουμινίου τους».

Ο Μα ρώτησε τη ΜακΚιουέιγκ-Τζόνστον αν είχε διαπιστώσει προσωπικά την ύπαρξη καταναγκαστικής εργασίας στο Σεντζέν και αν είχε επισκεφθεί ποτέ την περιοχή. Το Σεντζέν, βιομηχανικό κέντρο της Κίνας, και το Σιντζιάνγκ, όπου ζει ο διωκόμενος λαός των Ουιγούρων, έχουν παρόμοια προφορά. Καθώς πολλά μέσα ενημέρωσης κάλυψαν την ανταλλαγή θεωρώντας ότι αναφερόταν στο Σιντζιάνγκ, ο Μα διευκρίνισε αργότερα σε ανακοίνωσή του ότι εννοούσε το Σεντζέν και όχι το Σιντζιάνγκ.

Η ΜακΚιουέιγκ-Τζόνστον απάντησε ότι είχε επισκεφθεί την Κίνα πολλές φορές τα τελευταία πενήντα χρόνια. Ο Μα διέκοψε την απάντησή της και επανέλαβε το ερώτημα αν είχε δει η ίδια καταναγκαστική εργασία. Εκείνη απάντησε ότι συνεργάζεται στενά με τη Human Rights Watch, όπου οι ερευνητές έχουν διαπιστώσει τέτοιες πρακτικές. Ο Μα στη συνέχεια πέρασε σε ερωτήσεις προς τον άλλο μάρτυρα.

Η Βουλή των Κοινοτήτων ενέκρινε ομόφωνα τον Φεβρουάριο του 2021 πρόταση που είχαν καταθέσει οι Συντηρητικοί, με την οποία οι διώξεις του Πεκίνου κατά των Ουιγούρων και άλλων μουσουλμανικών ομάδων στην Κίνα χαρακτηρίζονται ως γενοκτονία. Την πρόταση στήριξαν οι Συντηρητικοί, το Bloc Québécois, το NDP, το Κόμμα των Πρασίνων και οι βουλευτές των Φιλελευθέρων που δεν συμμετείχαν στο υπουργικό συμβούλιο, ενώ τα μέλη της κυβέρνησης απείχαν.

Η Μάργκαρετ ΜακΚιουέιγκ-Τζόνστον, ειδική στην Κίνα και ανώτερη ερευνήτρια στο Πανεπιστήμιο της Οττάβα, καταθέτει ενώπιον της Μόνιμης Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου στη Βουλή των Κοινοτήτων. Καναδάς, 12 Μαρτίου 2026. (House of Commons/Στιγμιότυπο οθόνης)

 

Ο Καναδάς επέβαλε κυρώσεις σε Κινέζους αξιωματούχους τον Δεκέμβριο του 2024 για τις διώξεις κατά των Ουιγούρων, των ασκούμενων του Φάλουν Γκονγκ και των Θιβετιανών, επισημαίνοντας ότι οι ομάδες αυτές υπόκεινται σε διάφορες μορφές καταστολής στην Κίνα, συμπεριλαμβανομένης της αυθαίρετης κράτησης και της καταναγκαστικής εργασίας.

Δημοσιογράφοι και οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων έχουν αναφέρει ότι αντιμετωπίζουν περιορισμούς στις θεωρήσεις εισόδου όταν επισκέπτονται την Κίνα, ιδίως όταν επιχειρούν να αποκτήσουν πρόσβαση σε ευαίσθητες περιοχές, επισημαίνοντας ότι είναι δύσκολη η συλλογή πληροφοριών στη χώρα.

Σύμφωνα με έκθεση του 2024 του Γραφείου του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, οι αρμόδιοι συνεχίζουν να παρακολουθούν στενά την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Κίνα, παρά τις δυσκολίες που προκαλούνται από την περιορισμένη πρόσβαση σε πληροφορίες και τον φόβο αντιποίνων εις βάρος όσων συνεργάζονται με τα Ηνωμένα Έθνη.

«Απαράδεκτο»

Η ΜακΚιουέιγκ-Τζόνστον δήλωσε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μετά τη συνεδρίαση της επιτροπής ότι είχε επισημάνει στον Μα πως οι κινεζικές αρχές δεν θα του έδειχναν ποτέ στοιχεία καταναγκαστικής εργασίας, αλλά ότι η Human Rights Watch έχει παρουσία εκεί. Πρόσθεσε ότι ο Μα δήλωσε πως δεν πιστεύει τις αναφορές επειδή περιλαμβάνονται σε έκθεση και ότι θεωρεί πως πρέπει να το δει με τα μάτια του.

Ο Μεχμέτ Τοχτί, εκτελεστικός διευθυντής του Καναδικού Προγράμματος Υπεράσπισης Δικαιωμάτων των Ουιγούρων, ανέφερε ότι ο Μα τοποθετείται εκ νέου ως υποστηρικτής της άρνησης, υποβαθμίζοντας την πραγματικότητα της γενοκτονίας των Ουιγούρων, της καταναγκαστικής εργασίας και της διεθνικής καταστολής που ασκεί η Κίνα εναντίον τους.

Σε ανάρτησή του στις 26 Μαρτίου σημείωσε ότι η καταναγκαστική εργασία αποτελεί εκτεταμένη πρακτική που επιβάλλεται από το κράτος και στοχεύει τους Ουιγούρους, προσθέτοντας ότι υπάρχει ακόμη και συγκεκριμένος όρος, «χασάρ», για να περιγράψει μορφές καταναγκαστικής εργασίας, ενώ η κινεζική κυβέρνηση αναφέρεται επίσημα στο σύστημα αυτό ως «κατανομή εργασίας», αποκρύπτοντας τον εξαναγκαστικό χαρακτήρα του.

Εγκατάσταση που θεωρείται στρατόπεδο συγκέντρωσης, όπου κρατούνται κυρίως μουσουλμανικές εθνοτικές μειονότητες, στο Άρτουξ του Σιντζιάνγκ. Κίνα, 2 Ιουνίου 2019. (Greg Baker/AFP/Getty Images)

 

Αρκετοί βουλευτές των Συντηρητικών σχολίασαν επίσης τις δηλώσεις του Μα, μεταξύ των οποίων και ο βουλευτής Σουβαλόι Ματζούμνταρ, ο οποίος τον κατηγόρησε ότι αναπαράγει την προπαγάνδα του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας (ΚΚΚ).

Η βουλευτής των Συντηρητικών και αρμόδια για θέματα βιομηχανίας Ρέιτσελ Ντάντσω χαρακτήρισε την ανταλλαγή μεταξύ Μα και ΜακΚιουέιγκ-Τζόνστον ανησυχητική. Διερωτήθηκε αν ο βουλευτής των Φιλελευθέρων αρνήθηκε ότι λαμβάνουν χώρα πρακτικές καταναγκαστικής εργασίας στην Κίνα, τονίζοντας ότι πρόκειται για τεκμηριωμένο πρόβλημα και θέτοντας το ερώτημα γιατί υπερασπίζεται το κινεζικό καθεστώς.

Ο βουλευτής των Συντηρητικών Μάικλ Γκουλιελμίν χαρακτήρισε τη συμπεριφορά του Μα απαράδεκτη, επισημαίνοντας ότι οι Καναδοί αναμένουν από τους βουλευτές να υπερασπίζονται τα ανθρώπινα δικαιώματα και όχι να καλύπτουν το κινεζικό καθεστώς.

Ο βουλευτής των Συντηρητικών και αρμόδιος για θέματα εξωτερικών Μάικλ Τσονγκ έθεσε το ζήτημα στη Βουλή των Κοινοτήτων κατά την περίοδο ερωτήσεων στις 26 Μαρτίου, ζητώντας να διευκρινιστεί αν η κυβέρνηση εξακολουθεί να εκτιμά ότι υπάρχει καταναγκαστική εργασία Ουιγούρων και αν οι κυρώσεις θα παραμείνουν σε ισχύ.

Αργότερα ανέφερε σε ανάρτησή του ότι εάν η κυβέρνηση δεν θεωρεί πλέον ότι υφίσταται καταναγκαστική εργασία, αυτό θα είχε συνέπειες για τις κυρώσεις που έχουν επιβληθεί σε κινεζικές οντότητες και αξιωματούχους, για τις εισαγωγές προϊόντων από το Σιντζιάνγκ στον Καναδά, για την αναθεώρηση της Συμφωνίας Ηνωμένων Πολιτειών-Μεξικού-Καναδά και για το εμπόριο μεταξύ Καναδά και Ηνωμένων Πολιτειών.

Ο Μα δεν απάντησε σε ερωτήσεις δημοσιογράφων σχετικά με την ανταλλαγή μετά τη συνεδρίαση της επιτροπής.

Σε ανακοίνωσή του ζήτησε συγγνώμη, αναφέροντας ότι άθελά του έδωσε την εντύπωση ότι υποβαθμίζει το σοβαρό ζήτημα της καταναγκαστικής εργασίας. Δήλωσε ότι μετανιώνει για το λάθος και ζήτησε συγγνώμη από τη ΜακΚιουέιγκ-Τζόνστον και τα υπόλοιπα μέλη της επιτροπής, διευκρινίζοντας ότι η γραμμή των ερωτήσεών του αφορούσε την αυτοκινητοβιομηχανία στο Σεντζέν της Κίνας και όχι το Σιντζιάνγκ.

Ο Μάικλ Μα γεννήθηκε στο Χονγκ Κονγκ και μετανάστευσε στο Βανκούβερ σε ηλικία 12 ετών. Εξελέγη βουλευτής μετά τις γενικές εκλογές του περασμένου Απριλίου. Τα τελευταία χρόνια έχει συμμετάσχει σε εκδηλώσεις ή πρωτοβουλίες με πρόσωπα που εκφράζουν απόψεις ευθυγραμμισμένες με την πολιτική του Πεκίνου.

Μέσα στον Μάρτιο, ο εμπορικός αντιπρόσωπος των Ηνωμένων Πολιτειών ξεκίνησε έρευνα για εισαγωγές προϊόντων που παράγονται με καταναγκαστική εργασία, στοχεύοντας εξήντα (60) χώρες, μεταξύ των οποίων και ο Καναδάς. Η έρευνα ενδέχεται να οδηγήσει σε απαγόρευση εισαγωγών τέτοιων προϊόντων στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Σε δήλωση της 12ης Μαρτίου, ο εμπορικός αντιπρόσωπος των ΗΠΑ Τζέιμσον Γκρηρ ανέφερε ότι οι έρευνες αυτές θα καθορίσουν αν οι ξένες κυβερνήσεις έχουν λάβει επαρκή μέτρα για να απαγορεύσουν την εισαγωγή προϊόντων που παράγονται με καταναγκαστική εργασία και πώς η αποτυχία εξάλειψης αυτών των απαράδεκτων πρακτικών επηρεάζει τους εργαζομένους και τις επιχειρήσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Της Olivia Gomm

Με πληροφορίες από Canadian Press

Ο Μασκ δεσμεύεται να χρηματοδοτήσει την υπεράσπιση όσων αποκαλύψουν στοιχεία για τον Έπσταϊν

Ο Έλον Μασκ δήλωσε ότι θα πληρώσει τα δικαστικά έξοδα οποιουδήποτε μιλήσει δημόσια για φερόμενους δράστες, των οποίων τα ονόματα έχουν αποκρυφτεί από τους φακέλους του Τζέφρι Έπσταϊν, και στη συνέχεια μηνυθεί γι’ αυτό.

Ο διευθύνων σύμβουλος της Tesla έκανε την προσφορά ως απάντηση σε ένα κοινωνικό μήνυμα που προβλήθηκε την Κυριακή του Super Bowl, στις 8 Φεβρουαρίου 2026, στο οποίο εμφανίζονταν γυναίκες που υποστήριζαν ότι κακοποιήθηκαν από τον Έπσταϊν και τους συνεργάτες του.

Στο απόσπασμα των 40 δευτερολέπτων σημειωνόταν ότι 3 εκατομμύρια αρχεία που σχετίζονται με τον εκλιπόντα δράστη σεξουαλικών εγκλημάτων δεν έχουν ακόμη δοθεί στη δημοσιότητα. Οι γυναίκες εμφανίζονταν να κρατούν φωτογραφίες τους από τη νεότερη ηλικία τους, ενώ μαύρα πλαίσια, ως σύμβολα λογοκρισίας, κάλυπταν τα στόματά τους. Στη συνέχεια, οι καταγγέλλουσες τόνιζαν ότι παραμένουν ενωμένες και ζητούν να αποκαλυφθεί όλη η αλήθεια για το εγκληματικό δίκτυο του Έπσταϊν και, κατόπιν, καλούσαν τη γενική εισαγγελέα Παμ Μπόντι, λέγοντας ότι είχε έρθει «η ώρα για την αλήθεια».

Ο σχολιαστής της Daily Wire, Ματ Γουόλς (Matt Walsh), διερωτήθηκε στην πλατφόρμα του Μασκ, το X, γιατί οι γυναίκες δεν έχουν κατονομάσει δημόσια τους φερόμενους ως κακοποιητές τους και υποστήριξε ότι θα μπορούσαν να το κάνουν με ασφάλεια μέσω υποστηρικτών τους στο Κογκρέσο.

Ο Γουόλς έγραψε την Κυριακή ότι όσοι ισχυρίζονται πως δεν μπορούν να κατονομάσουν πρόσωπα επειδή θα μηνυθούν, θα μπορούσαν απλώς να δώσουν τα ονόματα σε οποιονδήποτε από τους πολλούς —και, όπως ανέφερε, ως επί το πλείστον πολύ πρόσφατους— υποστηρικτές τους στο Κογκρέσο, ώστε εκείνοι να τα εκφωνήσουν από το βήμα, προστατεύοντας έτσι τους ίδιους και τις γυναίκες από πιθανές αγωγές. Πρόσθεσε ότι, κατά την άποψή του, αρνούνται να το κάνουν και αναρωτήθηκε γιατί.

Λογοκρισία

Ο Μασκ απάντησε στην ανάρτηση του Γουόλς ότι θα καλύψει τα έξοδα υπεράσπισης όποιου πει την αλήθεια για το θέμα και μηνυθεί επειδή το έκανε.

Η προσφορά θα μπορούσε να λειτουργήσει ως οικονομική ασπίδα για θύματα που φοβούνται νομικά αντίποινα αν κατονομάσουν πρόσωπα που συνδέονται με τον Έπσταϊν, ο οποίος πέθανε υπό κράτηση το 2019, ενώ ανέμενε να δικαστεί για πολλαπλές κατηγορίες εμπορίας ανηλίκων. Ο θάνατός του αποδόθηκε σε αυτοκτονία.

Το όνομα του ίδιου του Μασκ είναι μεταξύ των πολλών που αναφέρονται στη νέα δημοσιοποίηση περισσότερων από 3 εκατομμύρια αρχεία που σχετίζονται με τον Έπσταϊν και δόθηκαν στη δημοσιότητα στις 31 Ιανουαρίου, χωρίς ο ίδιος να έχει κατηγορηθεί για οποιαδήποτε παράνομη πράξη.

Σύμφωνα με έγγραφα, ο Μασκ και ο Έπσταϊν αντάλλαξαν μηνύματα μεταξύ 2012 και 2014, συζητώντας πιθανές επισκέψεις στο ιδιωτικό νησί του Έπσταϊν, Little St James. Σε ένα ηλεκτρονικό μήνυμα του Νοεμβρίου 2012, ο Μασκ εμφανιζόταν να ρωτά ποια ημέρα ή νύχτα θα είχε «το πιο ξέφρενο πάρτυ» στο νησί.

Ο Μασκ έχει αρνηθεί ότι επισκέφθηκε ποτέ το νησί, αναφέροντας σε ανάρτησή του στο X ότι «αρνήθηκε» τις επανειλημμένες προσκλήσεις του Έπσταϊν και ότι δεν δέχθηκε να πετάξει με το ιδιωτικό αεροσκάφος του χρηματοδότη, γνωστό με το παρατσούκλι «Lolita Express». Πρόσθεσε ότι, όταν ζητούσε να δοθούν στη δημοσιότητα οι φάκελοι, γνώριζε πως η αλληλογραφία του με τον Έπσταϊν θα μπορούσε να παρερμηνευτεί και να χρησιμοποιηθεί για να πληγεί η φήμη του.

Μετά τη δημοσιοποίηση των αρχείων, στις 31 Ιανουαρίου, έγραψε στο X ότι αυτό δεν τον απασχολεί, αλλά τον απασχολεί να υπάρξει τουλάχιστον προσπάθεια να διωχθούν όσοι διέπραξαν σοβαρά εγκλήματα μαζί με τον Έπσταϊν, ιδίως σε σχέση με τη φρικτή εκμετάλλευση ανήλικων κοριτσιών.

Η Μαρίνα Λασέρντα, καταγγέλλουσα στην υπόθεση Τζέφρυ Έπσταϊν, μιλά κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου και συγκέντρωσης υπέρ των θυμάτων του δράστη σεξουαλικών εγκλημάτων Τζέφρι Έπσταϊν και της συνεργού του, Γκισλέιν Μάξγουελ, έξω από το Καπιτώλιο των ΗΠΑ στην Ουάσιγκτον, στις 3 Σεπτεμβρίου 2025. (Roberto Schmidt/AFP μέσω Getty Images)

 

Στα έγγραφα που δημοσιοποιήθηκαν περιλαμβάνονταν λίστες πτήσεων, οικονομικά κατάστιχα και αλληλογραφία ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ενώ το υπουργείο Δικαιοσύνης ανέφερε ότι πολλά στοιχεία έχουν αποκρυφτεί για να προστατευτούν τα θύματα.

Η τελευταία δέσμη αρχείων περιλάμβανε αναφορές σε ονόματα υψηλού προφίλ από τον χώρο της τεχνολογίας και των μεγάλων επιχειρήσεων, όπως τον συνιδρυτή της Microsoft, Μπιλ Γκέιτς, και τον συνιδρυτή του LinkedIn, Ριντ Χόφμαν, καθώς και σε πολιτικούς υψηλού προφίλ, όπως τον πρώην πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών Μπιλ Κλίντον και τον πρώην πρωθυπουργό του Ισραήλ Εχούντ Μπαράκ.

Πρόσβαση στους νομοθέτες

Ο Μασκ έκανε την προσφορά του πριν από την ανακοίνωση του υπουργείου Δικαιοσύνης, τη Δευτέρα, ότι θα επιτρέψει σε μέλη του Κογκρέσου να εξετάσουν μη αποκρυμμένες εκδοχές των αρχείων, σύμφωνα με επιστολή που στάλθηκε στους νομοθέτες.

Στην επιστολή αναφερόταν ότι οι νομοθέτες —αλλά όχι το κοινό— θα μπορούν να εξετάσουν μη αποκρυμμένες εκδοχές αρχείων που η κυβέρνηση έχει ήδη δώσει στη δημοσιότητα, προκειμένου να συμμορφωθεί με νόμο που ψηφίστηκε από το Κογκρέσο πέρυσι.

Στους νομοθέτες επιβάλλονταν αρκετοί όροι· θα πρέπει να ειδοποιούν 24 ώρες νωρίτερα πριν τους δοθεί πρόσβαση, θα μπορούν να εξετάζουν τα αρχεία μόνο σε υπολογιστές στο υπουργείο Δικαιοσύνης, πρόσβαση θα έχουν μόνο οι ίδιοι —και όχι το προσωπικό τους— και, παρότι θα επιτρέπεται η λήψη σημειώσεων, δεν θα επιτρέπεται να δημιουργούν αντίγραφα.

Ανάμεσα στα ονόματα υψηλού προφίλ που εμφανίζονται στα τελευταία αρχεία περιλαμβάνεται και ο Άντριου Μάουντμπάτεν-Ουίνδσορ, παλαιότερα γνωστός ως πρίγκιπας Άντριου, δούκας της Υόρκης, του οποίου η γνωστή πλέον σχέση με τον Έπσταϊν είχε ήδη οδηγήσει στην αφαίρεση των βασιλικών του τίτλων από τον αδελφό του, τον Βρετανό μονάρχη βασιλιά Κάρολο Γ΄.

Ανακοίνωση του Μπάκιγχαμ

Η αστυνομία στο Ηνωμένο Βασίλειο αξιολογεί ισχυρισμούς ότι ο πρώην δούκας μοιράστηκε με τον Έπσταϊν εμπιστευτικές αναφορές, τις οποίες είχε στη διάθεσή του από τον ρόλο του ως εμπορικού απεσταλμένου του Ηνωμένου Βασιλείου.

Ανακοίνωση του Μπάκιγχαμ ανέφερε τη Δευτέρα ότι είναι έτοιμα να στηρίξουν οποιαδήποτε αστυνομική έρευνα για τον αδελφό του Καρόλου, αφού ηλεκτρονικά μηνύματα άφηναν να εννοηθεί ότι ο Μάουντμπάτεν-Ουίνδσορ ενδέχεται να είχε μοιραστεί με τον Έπσταϊν εμπιστευτικά βρετανικά εμπορικά έγγραφα, υπό την ιδιότητά του ως εμπορικού απεσταλμένου, στα τέλη του 2010.

Εκπρόσωπος των Ανακτόρων δήλωσε ότι ο βασιλιάς έχει καταστήσει σαφές, «με λόγια και με πρωτοφανείς ενέργειες», τη βαθιά ανησυχία του για ισχυρισμούς που συνεχίζουν να έρχονται στο φως σε σχέση με τη συμπεριφορά του κ. Μάουντμπάτεν-Ουίνδσορ.

Πρόσθεσε ότι, παρότι οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί είναι ζήτημα που πρέπει να απαντήσει ο κ. Μάουντμπάτεν-Ουίνδσορ, αν η Thames Valley Police προσεγγίσει τα Ανάκτορα, αυτά είναι έτοιμα να τη στηρίξουν, όπως θα ήταν αναμενόμενο. Συμπλήρωσε ότι, όπως είχε δηλωθεί στο παρελθόν, οι σκέψεις και η συμπαράσταση των Μεγαλειοτήτων «ήταν και παραμένουν με τα θύματα κάθε μορφής κακοποίησης».

Ο Μάουντμπάτεν-Ουίνδσορ έχει αρνηθεί στο παρελθόν οποιαδήποτε παρανομία σε σχέση με τους δεσμούς του με τον Έπσταϊν, οι οποίοι είναι γνωστό ότι συνεχίστηκαν μετά την καταδίκη του Έπσταϊν για αποπλάνηση ανηλίκου το 2008.

Η Thames Valley Police ανέφερε την περασμένη εβδομάδα ότι αξιολογεί καταγγελίες πως μια 26χρονη γυναίκα στάλθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο από τον Έπσταϊν για σεξουαλική επαφή με τον πρώην δούκα το 2010.

Ο τότε πρίγκιπας της Ουαλίας Κάρολος μαζί με τον τότε Δούκα της Υόρκης Άντριου την ημέρα των Χριστουγέννων το 2017. (Joe Giddens/PA)

 

Ο Κάρολος αφαίρεσε τους τίτλους του νεότερου αδελφού του μετά τη μεταθανάτια κυκλοφορία βιβλίου της Βιρτζίνια Τζιούφρι, η οποία υποστήριξε ότι, όταν ήταν έφηβη, διακινήθηκε από τον Έπσταϊν και τη συνεργό του, Γκισλέιν Μάξγουελ.

Το 2022, ο δούκας κατέληξε σε εξωδικαστικό συμβιβασμό σε αγωγή της Τζιούφρι, η οποία τον κατηγόρησε ότι είχε σεξουαλική επαφή μαζί της όταν ήταν 17 ετών, αφού γνωρίστηκαν μέσω του Έπσταϊν. Ο Μάουντμπάτεν-Ουίνδσορ ανέφερε ότι δεν θυμάται να έχει συναντήσει ποτέ την Τζιούφρι, η οποία ήταν η πιο προβεβλημένη υπερασπίστρια των θυμάτων του Έπσταϊν πριν από τον αιφνίδιο θάνατό της στη Δυτική Αυστραλία τον Απρίλιο 2025 και είχε εμπλακεί σε πολλαπλές δικαστικές υποθέσεις κατά όσων κατηγορούσε ότι την εκμεταλλεύτηκαν.

Οι αρχές ανέφεραν ότι ο θάνατος της Τζιούφρι δεν ήταν ύποπτος, αν και ορισμένα μέλη της οικογένειάς της εξέφρασαν αμφιβολίες ότι έβαλε τέλος στη ζωή της, ενώ πλήρης ιατροδικαστική έρευνα δεν έχει ακόμη πραγματοποιηθεί.

Η Λόρεν Χερς (Lauren Hersh), διευθύντρια του World Without Exploitation στις ΗΠΑ, που βρίσκεται πίσω από την παραγωγή της ενημερωτικής ταινίας η οποία δόθηκε στη δημοσιότητα στις 8 Φεβρουαρίου, ανέφερε σε δήλωσή της μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ότι, από εδώ και πέρα, το υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ πρέπει να καταβάλει κάθε προσπάθεια ώστε να δώσει προτεραιότητα στην ιδιωτικότητα και την ασφάλεια των επιζώντων, οι οποίοι έχουν γενναία μιλήσει για τις εμπειρίες τους τις τελευταίες δεκαετίες.

Τόνισε ότι δεν θα σταματήσουν μέχρι οι επιζώντες να λάβουν τη διαφάνεια και τη λογοδοσία που τους αξίζουν.

Της Rachel Roberts

Με πληροφορίες από PA Media και Reuters

Οι νέες διατροφικές οδηγίες της κυβέρνησης Τραμπ: Έμφαση στο «αληθινό φαγητό»

Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ παρουσίασε στις 7 Ιανουαρίου νέες διατροφικές οδηγίες, που θα επηρεάσουν τα εκατομμύρια Αμερικανών που σιτίζονται μέσω κρατικών προγραμμάτων. Το δεκασέλιδο αυτό πλαίσιο δίνει έμφαση στις πρωτεΐνες, τα γαλακτοκομικά, τα υγιεινά λιπαρά, τα φρούτα, τα λαχανικά και τα δημητριακά ολικής άλεσης.

Ο υπουργός Υγείας Ρόμπερτ Φ. Κένενντυ Τζούνιορ και η υπουργός Γεωργίας Μπρουκ Ρόλινς, οι οποίοι συντόνισαν τη διαμόρφωση των νέων συστάσεων κατ’ εντολή του προέδρου Τραμπ, τόνισαν σε συνέντευξη Τύπου στην Ουάσιγκτον ότι το μήνυμα είναι απλό: «Να τρώτε αληθινό φαγητό».

Οι νέες οδηγίες αναγνωρίζουν ότι η κατανάλωση ολόκληρων, θρεπτικών τροφών αποτελεί τον πιο αποτελεσματικό δρόμο για καλύτερη υγεία και χαμηλότερες δαπάνες περίθαλψης. «Εδώ και δεκαετίες — επί Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικανών — τα ομοσπονδιακά κίνητρα ευνόησαν τα επεξεργασμένα τρόφιμα χαμηλής ποιότητας και τις φαρμακευτικές παρεμβάσεις αντί της πρόληψης», υπογράμμισε η Ρόλινς. «Ως αποτέλεσμα, τα πλούσια σε θρεπτικά συστατικά τρόφιμα που καλλιεργούν οι Αμερικανοί αγρότες και κτηνοτρόφοι παραγκωνίζονται ολοένα και περισσότερο. Η κυβέρνηση Τραμπ αντιλαμβάνεται έντονα αυτόν τον κίνδυνο και σήμερα ανακοινώνουμε ένα σημαντικό βήμα για την αντιμετώπισή του».

Στις οδηγίες τονίζεται ότι οι Αμερικανοί πρέπει να καταναλώνουν την κατάλληλη ποσότητα φαγητού, λαμβάνοντας υπόψη παράγοντες όπως η ηλικία και το σωματικό βάρος. Συνιστάται να δίνεται έμφαση στην πρωτεΐνη σε κάθε γεύμα, επιλέγοντας ποικιλία πηγών, όπως κρέας, όσπρια και ξηρούς καρπούς. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά: «Οι άνθρωποι πρέπει να καταναλώνουν πλήρη γαλακτοκομικά, χωρίς πρόσθετη ζάχαρη».

Προτείνεται επίσης η κατανάλωση ποικιλίας φρούτων και λαχανικών σε όλη τη διάρκεια της ημέρας, δημητριακών ολικής άλεσης και η ενσωμάτωση υγιεινών λιπαρών, όπως αυγά και αβοκάντο, στη διατροφή. Ενώ οι συνιστώμενες ποσότητες κορεσμένων λιπαρών αυξάνονται, οι οδηγίες σημειώνουν: «Δεν πρέπει να ξεπερνούν το 10% των συνολικών ημερήσιων θερμίδων».

Σύμφωνα με τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (CDC), το μεγαλύτερο μέρος των θερμίδων των Αμερικανών προέρχεται από υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα, όπως η πίτσα και τα αναψυκτικά. Οι οδηγίες επισημαίνουν: «Περιορίστε τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα, τα πρόσθετα σάκχαρα και τους εξευγενισμένους υδατάνθρακες, όπως το λευκό ψωμί. Δεν συστήνεται και δεν περιλαμβάνεται σε υγιεινή διατροφή καμία ποσότητα πρόσθετων σακχάρων ή γλυκαντικών χωρίς θρεπτική αξία».

Οι οδηγίες ακόμα συστήνουν τον περιορισμό της κατανάλωσης αλκοόλ.

Οι νέες συστάσεις αφορούν εκατομμύρια ανθρώπους, μεταξύ αυτών μαθητές σε δημόσια σχολεία, μέλη των ενόπλων δυνάμεων, βετεράνους νοσηλευόμενους σε δομές του Υπουργείου Υποθέσεων Βετεράνων και δικαιούχους ομοσπονδιακών προγραμμάτων σίτισης οικογενειών χαμηλού εισοδήματος, όπως το Head Start.

Διατροφικές οδηγίες δημοσιεύονται από την αμερικανική κυβέρνηση κάθε πέντε χρόνια. Η προηγούμενη έκδοση, του 2020, ήταν 164 σελίδων και μεταξύ άλλων συνιστούσε τον περιορισμό ζαχαρούχων τροφίμων και ποτών.

Ένα προσχέδιο 421 σελίδων, που είχε υποβληθεί στην αρμόδια συμβουλευτική επιτροπή το 2024, περιλάμβανε μεταξύ άλλων συστάσεις για λιγότερη κατανάλωση κρέατος, αποφυγή πλήρων γαλακτοκομικών και αύξηση φυτικών πρωτεϊνών, όπως οι φακές.

Όπως εξηγούν οι αρμόδιοι, η αναθεώρηση των οδηγιών αποσκοπεί στην αντιμετώπιση της ολοένα και μεγαλύτερης επιβάρυνσης της δημόσιας υγείας, ιδίως της παχυσαρκίας, σύμφωνα με σχετικό ενημερωτικό δελτίο του υπουργείου του Κέννεντυ.

Εισήγηση στις οδηγίες είχαν, μεταξύ άλλων, ο Ιατρικός Σύλλογος Αμερικής και η Αμερικανική Ακαδημία Παιδιατρικής, όπως επεσήμανε ο Κέννεντυ. Ο δρ. Μπόμπι Μακαμάλα, πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου, δήλωσε: «Οι οδηγίες σωστά ζητούν τον περιορισμό των υπερεπεξεργασμένων τροφίμων, των ζαχαρούχων ροφημάτων και του νατρίου. Επιβεβαιώνουν ότι η διατροφή είναι η καλύτερη “ιατρική” και προσφέρουν σαφείς κατευθύνσεις που γιατροί και ασθενείς μπορούν να εφαρμόσουν για καλύτερη υγεία».

Προσέθεσε ακόμη ότι ο σύλλογος δεσμεύεται να βοηθήσει τους γιατρούς να μεταφράζουν τα νεότερα επιστημονικά δεδομένα σε καθημερινές υγειονομικές αποφάσεις.

Από την πλευρά της, η Επιτροπή Ιατρών για Υπεύθυνη Ιατρική Πολιτική επαίνεσε τον περιορισμό του αλκοόλ και την απλοποίηση των οδηγιών, αλλά υποστήριξε πως θα έπρεπε να υπάρχει σαφής προειδοποίηση κατά της κατανάλωσης ζωικών πρωτεϊνών και γαλακτοκομικών.

Ο δρ. Νιλ Μπάρναρντ, πρόεδρος της Επιτροπής, τόνισε: «Οι Αμερικανοί λαμβάνουν ήδη επαρκή ποσότητα πρωτεΐνης. Αν οι οδηγίες προτρέπουν σε αυξημένη κατανάλωση πρωτεΐνης, τότε αυτή πρέπει να προέρχεται από φυτικές πηγές».

Οι ΗΠΑ αναλαμβάνουν προσωρινά τη διακυβέρνηση στη Βενεζουέλα μετά τη σύλληψη του Μαδούρο

Στις 3 Ιανουαρίου, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αναλάβουν ουσιαστικά τη διακυβέρνηση της Βενεζουέλας έως ότου επιτευχθεί ειρηνική μετάβαση της εξουσίας, έπειτα από τη σύλληψη του προέδρου Νικολάς Μαδούρο από αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις νωρίτερα την ίδια ημέρα.

Κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου, ο Τραμπ δήλωσε: «Θα αναλάβουμε τη διοίκηση της χώρας μέχρι να επιτευχθεί η ασφαλής, ομαλή και δίκαιη μετάβαση της εξουσίας. Δεν θέλουμε να εμπλακούμε στο ποιος θα ανεβεί στην ηγεσία. Θέλουμε ειρήνη, ελευθερία και δικαιοσύνη για τον λαό της Βενεζουέλας — και αυτό αφορά πολλούς Βενεζουελάνους που ζουν σήμερα στις Ηνωμένες Πολιτείες και επιθυμούν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους. Είναι η γη τους».

Ο Τραμπ ανήγγειλε επίσης την επιστροφή μεγάλων αμερικανικών πετρελαϊκών εταιρειών στη Βενεζουέλα: «Οι μεγαλύτερες πετρελαϊκές εταιρίες μας, οι μεγαλύτερες στον κόσμο, θα πάνε να δαπανήσουν δισεκατομμύρια δολάρια, να διορθώσουν τις σοβαρά κατεστραμμένες πετρελαϊκές υποδομές και να αρχίσουν δημιουργούν εισόδημα για τη χώρα». Απευθυνόμενος στους Βενεζουελάνους, ο Τραμπ υπογράμμισε την προοπτική ευημερίας: «Θα έχετε ειρήνη, δικαιοσύνη, θα αποκτήσετε τα πλούτη που έπρεπε να απολαμβάνετε εδώ και καιρό. Σας τα στέρησαν». Αυτή τη στιγμή, η Chevron είναι η μοναδική μεγάλη αμερικανική πετρελαϊκή εταιρία που λειτουργεί στη Βενεζουέλα.

Εν τω μεταξύ, το εμπάργκο των ΗΠΑ στο πετρέλαιο της Βενεζουέλας παραμένει σε πλήρη ισχύ, ενώ οι στρατιωτικές δυνάμεις των ΗΠΑ θα παραμείνουν εκεί μέχρι οι απαιτήσεις των ΗΠΑ να ικανοποιηθούν πλήρως, συμπλήρωσε ο Αμερικανός πρόεδρος. «Η αμερικανική αρμάδα παραμένει σε ετοιμότητα στη θέση της, και οι ΗΠΑ διατηρούν όλες τις στρατιωτικές επιλογές μέχρι οι απαιτήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών να εκπληρωθούν και να ικανοποιηθούν πλήρως».

Για τη διαχείριση της χώρας θα οριστεί ειδική ομάδα, η οποία θα περιλαμβάνει τον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο και τον υπουργό Πολέμου Πητ Χέγκσεθ, οι οποίοι ήταν παρόντες στη συνέντευξη Τύπου. «Εκείνοι θα ηγηθούν μέχρι να επανέλθει η χώρα στην ομαλότητα», τόνισε ο Τραμπ.

Ωστόσο, επικρατεί αβεβαιότητα για το ποιος θα αναλάβει τελικά την ηγεσία της Βενεζουέλας. Η Μαρία Καρίνα Ματσάδο, εξέχουσα μορφή της αντιπολίτευσης και βραβευμένη με το Νόμπελ Ειρήνης, αποκλείστηκε από την υποψηφιότητα για την προεδρία από το Ανώτατο Δικαστήριο του Μαδούρο τον Ιανουάριο του 2024. Μετά τις αμφιλεγόμενες εκλογές του 2024, οι Ηνωμένες Πολιτείες,  ο Καναδάς, η Ιαπωνία, η Αργεντινή, η Χιλή και η Ευρώπη αναγνώρισαν τον Εντμούντο Γκονθάλεθ ως τον νόμιμο νεοεκλεγέντα πρόεδρο της Βενεζουέλας. Η Ματσάδο δήλωσε: «Μια κυβέρνηση υπό τον Γκονθάλεθ, τον ηγέτη που επέλεξε ο λαός μας πριν από έναν χρόνο, είναι έτοιμη να αναλάβει την εξουσία».

Από τη Νορβηγία, η Ματσάδο διαμήνυσε ότι ο Γκονθάλεθ, ο οποίος διαμένει στην Ισπανία, είναι έτοιμος να επιστρέψει στο Καράκας εντός των πρώτων 100 ωρών και να σχηματίσει νέα κυβέρνηση μέσα σε 100 ημέρες. Κάλεσε τη διεθνή κοινότητα να στηρίξει τη διαδικασία, τονίζοντας: «Είμαστε έτοιμοι να αναλάβουμε τη διακυβέρνηση. Έχουμε τις ομάδες, έχουμε τα σχέδια. Ζητάμε από τις κυβερνήσεις της Λατινικής Αμερικής και της Ευρώπης να δημοσιοποιήσουν πλήρως όλες τις πληροφορίες που έχουν, και γνωρίζουμε ότι έχουν, σχετικά με τις εγκληματικές δραστηριότητες του Μαδούρο και των συνεργατών του».

Σχετικά με την προοπτική ηγεσίας της Ματσάδο, ο Τραμπ εξέφρασε επιφυλάξεις κατά τη συνέντευξη Τύπου: «Θα ήταν πολύ δύσκολο να γίνει ηγέτιδα. Δεν διαθέτει την αναγκαία στήριξη ούτε τον σεβασμό μέσα στη χώρα. Είναι πολύ καλή γυναίκα, αλλά δεν έχει το απαραίτητο κύρος».

Με πληροφορίες από το ΑΠΕ-ΜΠΕ

Οι ΗΠΑ προσφέρουν στην Ουκρανία 15ετείς εγγυήσεις ασφαλείας στο πλαίσιο ειρηνευτικού σχεδίου

Δεκαπενταετείς εγγυήσεις ασφαλείας πρότεινε η Ουάσιγκτον στο Κίεβο στο πλαίσιο του ειρηνευτικού σχεδίου, αποκάλυψε στις 29 Δεκεμβρίου ο πρόεδρος της Ουκρανίας, Βολοντίμιρ Ζελένσκι, αναφέροντας ότι θα επιθυμούσε η δέσμευση των Ηνωμένων Πολιτειών να είχε διάρκεια 50 χρόνια, ώστε να αποθαρρύνει οποιαδήποτε μελλοντική εδαφική διεκδίκηση από τη Ρωσία.

«Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών έδωσε ισχυρές εγγυήσεις ασφαλείας. Επιβεβαίωσε τις λεπτομέρειες που είχαν έως τώρα καταρτίσει οι διαπραγματευτικές μας ομάδες σχετικά με αυτές τις εγγυήσεις και δήλωσε ότι θα τεθούν προς ψήφιση στο Κογκρέσο των ΗΠΑ. Είναι μια πολύ ισχυρή συμφωνία», έγραψε ο Ζελένσκι στην πλατφόρμα Χ. Αν και οι λεπτομέρειες της πρότασης δεν έχουν ακόμη δημοσιοποιηθεί, ο Ουκρανός πρόεδρος ανέφερε ότι θα έχουν νομική ισχύ και ότι διμερείς συμφωνίες με ευρωπαϊκές χώρες θα κυρωθούν από τα κοινοβούλια των κρατών αυτών, αποκτώντας αντίστοιχη νομική βάση. Σύμφωνα με άλλη ανάρτηση του Ζελένσκι, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, δήλωσε πως θα εξετάσει το ενδεχόμενο διεύρυνσης των εγγυήσεων ασφαλείας πέραν της 15ετίας και ότι επιθυμεί να τεθεί σε εθνικό δημοψήφισμα το ειρηνευτικό σχέδιο που βρίσκεται υπό διαπραγμάτευση.

Την ίδια ώρα, στη Μόσχα, ο Βλαντίμιρ Πούτιν ανακοίνωσε ότι οι δυνάμεις του πετυχαίνουν σημαντικές προελάσεις και σπάζοντας τις ουκρανικές άμυνες. «Οι δυνάμεις των στρατιωτικών ομάδων προελαύνουν με αυτοπεποίθηση, διασπώντας τις άμυνες του εχθρού», δήλωσε σύμφωνα με το κρατικό πρακτορείο ειδήσεων TASS. «Μονάδες των ουκρανικών ενόπλων δυνάμεων υποχωρούν παντού, σε όλη τη γραμμή επαφής», και προσέθεσε ότι οι ρωσικές δυνάμεις εργάζονται για την «πλήρη απελευθέρωση της περιοχής του Ντονμπάς», η οποία αποτελεί σημείο αιχμής στις διαπραγματεύσεις.

Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ, κάλεσε την Ουκρανία να αποσύρει τα στρατεύματά της από τις περιοχές του Ντονμπάς που παραμένουν υπό ουκρανικό έλεγχο, εφόσον επιθυμεί ειρήνη: «Φυσικά, απαίτησή μας είναι να αποσυρθούν οι ένοπλες δυνάμεις [της Ουκρανίας] από το Ντονμπάς, πέραν των διοικητικών ορίων», υπογράμμισε ο Πεσκόφ στο TASS, επαναλαμβάνοντας την πάγια θέση της Μόσχας. Για το ενδεχόμενο ελεύθερης οικονομικής ζώνης στη Χερσώνα ή για το μέλλον του πυρηνικού σταθμού στη Ζαπορίζια, που βρίσκεται υπό ρωσικό έλεγχο, απέφυγε να κάνει σχόλια τονίζοντας πως παρόμοια θέματα δεν συζητούνται δημοσίως. «Έχω ήδη πει ότι δεν θα προβούμε σε δημόσιο σχολιασμό ή διαπραγμάτευση των επιμέρους διατάξεων», τόνισε απαντώντας σε ερώτηση κατά την ενημέρωση των δημοσιογράφων στη Μόσχα.

Ο Πεσκόφ προσέθεσε πως αναμένεται νέο τηλεφώνημα μεταξύ Τραμπ και Πούτιν στο άμεσο μέλλον. «Δεν γνωρίζουμε πώς πήγαν οι συνομιλίες, συνεπώς δεν μπορούμε να τις αξιολογήσουμε», απάντησε ερωτηθείς για τις επαφές που έγιναν τη συγκεκριμένη εβδομάδα στη Φλόριντα. «Μετά από αυτές τις συνομιλίες, οι δύο πρόεδροι — δηλαδή ο Ρώσος πρόεδρος και ο πρόεδρος των ΗΠΑ — συμφώνησαν να μιλήσουν ξανά. Μόλις αυτό γίνει, θα υπάρξει ενημέρωση».

Σύμφωνα με τον Πεσκόφ, δεν υπάρχουν προς το παρόν σχέδια για τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ των προέδρων Ρωσίας και Ουκρανίας. Ο Τραμπ είχε επικοινωνία με τον Πούτιν πριν από τη συνάντησή του με τον Ζελένσκι στις 28 Δεκεμβρίου. «Είχα μια πολύ καλή και παραγωγική τηλεφωνική συνομιλία με τον πρόεδρο Πούτιν της Ρωσίας, λίγο πριν τη συνάντησή μου, στις 13:00 σήμερα, με τον πρόεδρο Ζελένσκι της Ουκρανίας», έγραψε ο Τραμπ σε ανάρτησή του στο Truth Social την Κυριακή.

Ο Τραμπ υποδέχθηκε τον Ζελένσκι στην κατοικία του, Μαρ-α-Λάγκο, στο Παλμ Μπητς της Φλόριντα, όπου συζήτησαν το σχέδιο για τον τερματισμό του πολέμου. Μετά τη συνάντηση, δήλωσε ότι προσεγγίζεται μια ειρηνευτική συμφωνία: «Βρισκόμαστε πολύ κοντά, ίσως πάρα πολύ κοντά, στη σύναψη συμφωνίας ειρήνης».

Ωστόσο, οι εδαφικές διαφορές, και ειδικότερα η κατά 90% κατεχόμενη από ρωσικές δυνάμεις περιοχή του Ντονμπάς, παραμένουν σε εκκρεμότητα. Σημαντικό έργο απομένει επίσης να γίνει και στο ζήτημα της προσφοράς εγγυήσεων ασφαλείας, όπως δήλωσαν αργότερα οι δύο ηγέτες σε κοινή συνέντευξη Τύπου που παραχώρησαν.

«Όσον αφορά τα εδάφη για τα οποία γίνεται λόγος, κάποια από αυτά έχουν ήδη περάσει στα χέρια της Ρωσίας», είπε χαρακτηριστικά ο Τραμπ. «Κάποια ενδέχεται να βρεθούν υπό διαπραγμάτευση, όμως μπορεί να καταληφθούν στους επόμενους μήνες». Υπέδειξε ότι ίσως είναι προς όφελος της Ουκρανίας μια συμφωνία που θα περιλαμβάνει εδαφικούς συμβιβασμούς, αν και μέχρι τώρα ο ο Ουκρανός πρόεδρος δεν έχει δείξει σημάδια ότι σκέπτεται να εγκαταλείψει το Ντονμπάς ή άλλη περιοχή.

Σε ανάρτησή του στις 28 Δεκεμβρίου σημείωσε: «Αυτές είναι μερικές από τις πιο έντονες διπλωματικές ημέρες του έτους, και πολλά μπορούν να κριθούν πριν από το νέο έτος. Κάνουμε τα πάντα προς αυτή την κατεύθυνση, όμως το αν θα ληφθούν αποφάσεις εξαρτάται από τους εταίρους μας, όσους βοηθούν την Ουκρανία, αλλά και από εκείνους που ασκούν πίεση στη Ρωσία ώστε να νιώσει τις συνέπειες της επιθετικότητάς της».

Με τη συμβολή των Jacki Thrapp, Emel Akan και Joseph Lord

Στη «μαύρη λίστα» των ΗΠΑ για τα πνευματικά δικαιώματα παραμένει η Κίνα

Η Κίνα εξακολουθεί να βρίσκεται στην κορυφή της λίστας προτεραιότητας της Υπηρεσίας Εμπορικού Αντιπροσώπου των ΗΠΑ (USTR), όπως ανακοίνωσε η αμερικανική υπηρεσία στις 29 Απριλίου, επισημαίνοντας πως η πρόοδος της χώρας στην προστασία και επιβολή των πνευματικών δικαιωμάτων παρέμεινε «αναιμική» για το 2024.

Στη φετινή ετήσια έκθεση της USTR, οκτώ χώρες συμπεριλαμβάνονται πλέον στη λίστα προτεραιότητας για παραβάσεις και ελλείψεις στην προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας, καθώς προστέθηκε και το Μεξικό. Οι λίστες αυτές καταρτίζονται κάθε χρόνο με βάση εκτενή ανάλυση των εμπορικών εταίρων των ΗΠΑ, που ξεπερνούν τους εκατό.

«Οι Αμερικανοί νιώθουν υπερήφανοι ως πρωτοπόροι της καινοτομίας και της δημιουργικότητας στον κόσμο,» τόνισε ο Αμερικανός Εμπορικός Αντιπρόσωπος, Τζέιμισον Γκριρ, σε επίσημη δήλωσή του. «Οι εμπορικοί μας εταίροι οφείλουν να ανταποκριθούν στις ανησυχίες που εντοπίζονται στην ειδική έκθεση 301 και να σταματήσουν την κλοπή της πνευματικής ιδιοκτησίας από επιχειρήσεις και επαγγελματίες. Ο πρόεδρος Τραμπ έχει αποδείξει ότι στηρίζει με συνέπεια την καινοτομία, και αυτή η έκθεση αποτελεί απαραίτητο εργαλείο για τη λήψη μέτρων απέναντι σε όσους δεν τηρούν τους κανόνες.»

Η Κίνα περιλαμβάνεται συστηματικά στη λίστα προτεραιότητας από την πρώτη έκδοση της ειδικής έκθεσης το 1989. Σύμφωνα με τη φετινή αναφορά, υφίστανται «σοβαρές ανησυχίες» για πολλά διαχρονικά ζητήματα, όπως η αναγκαστική μεταφορά τεχνολογίας, τα εμπορικά μυστικά, η παραποίηση προϊόντων, η ψηφιακή πειρατεία, το νομικό πλαίσιο προστασίας πνευματικής ιδιοκτησίας, οι πατέντες, η καταχώριση εμπορικών σημάτων κακής πίστης και τα γεωγραφικά προϊόντα.

Η έκθεση τονίζει: «Η Κίνα οφείλει να διασφαλίζει ίσους όρους ανταγωνισμού στην προστασία και την επιβολή της πνευματικής ιδιοκτησίας, να σταματήσει να απαιτεί ή να ασκεί πίεση για μεταφορά τεχνολογίας σε κινεζικές εταιρείες, να ανοίξει την αγορά της σε ξένες επενδύσεις και να υιοθετήσει ανοιχτές, προσανατολισμένες στην αγορά πολιτικές.»

Η USTR υπενθύμισε ότι η συμφωνία της πρώτης φάσης του εμπορικού διαλόγου ΗΠΑ-Κίνας, που υπογράφτηκε τον Ιανουάριο του 2020 επί διοίκησης Τραμπ, εμπεριείχε συγκεκριμένες δεσμεύσεις από πλευράς Κίνας σχετικά με τα εμπορικά σήματα, τα πνευματικά δικαιώματα και τα φάρμακα. Ωστόσο, όπως τονίζεται, μεγάλο μέρος αυτών των δεσμεύσεων παραμένει ακόμα ανεφάρμοστο.

Παράλληλα, η Κίνα χαρακτηρίζεται ως «ο μεγαλύτερος παραγωγός προϊόντων-μαϊμού και ψηφιακής πειρατείας παγκοσμίως», καθώς το Τελωνείο των ΗΠΑ κατέσχεσε περισσότερα από 32 εκατομμύρια πλαστά προϊόντα μέσα στο 2024 — αξίας που θα ξεπερνούσε τα 5,4 δισεκατομμύρια δολάρια εάν ήταν αυθεντικά. Εμπορεύματα με προέλευση την Κίνα και το Χονγκ Κονγκ αντιστοιχούν περίπου στο 90% των συνολικών κατασχέσεων πλαστών ειδών.

Ανησυχία προκάλεσε στους Αμερικανούς και νέα ρύθμιση που εισήγαγε η Κινεζική κυβέρνηση τον Μάρτιο με τις «Διατάξεις για τη Διαχείριση Διαφορών Πνευματικής Ιδιοκτησίας με Ξένο Στοιχείο», οι οποίες, σύμφωνα με την USTR, νομιμοποιούν την πολιτική παρέμβαση σε τέτοιες υποθέσεις και δίνουν τη δυνατότητα στις κινεζικές αρχές να επιβάλλουν περιορισμούς σε ξένες επιχειρήσεις.

Στη λίστα προτεραιότητας της USTR, εκτός από την Κίνα, βρίσκονται και άλλες χώρες όπως η Αργεντινή, η Χιλή, η Ινδία, η Ινδονησία, η Ρωσία και η Βενεζουέλα. Αντίστοιχα, στην επιβλεπόμενη λίστα περιλαμβάνονται χώρες όπως η Βραζιλία, ο Καναδάς και το Βιετνάμ.

Τον περασμένο μήνα, ο γερουσιαστής Τομ Κότον, επικεφαλής της αρμόδιας Επιτροπής Πληροφοριών της Γερουσίας, σχολίασε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης την Παγκόσμια Ημέρα Πνευματικής Ιδιοκτησίας λέγοντας: «Σε αυτή την Παγκόσμια Ημέρα Πνευματικής Ιδιοκτησίας να θυμάστε: η Κίνα δεν καινοτομεί — κλέβει. Από τα μικροτσιπ ως τη βιοτεχνολογία, κλέβουν αμερικανικές ιδέες για να ενισχύσουν τον στρατό τους. Θα συνεχίσω να το πολεμώ.»

Τον Ιανουάριο, ο ίδιος και άλλοι γερουσιαστές ανανέωσαν την πρότασή τους για ανάκληση του μόνιμου καθεστώτος εμπορικών σχέσεων κανονικότητας με την Κίνα.

Για περαιτέρω ανάλυση, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να διαβάσουν σχετικά άρθρα για τις διαρκείς επιπτώσεις στις εμπορικές σχέσεις ΗΠΑ-Κίνας και τα ζητήματα πνευματικής ιδιοκτησίας που παραμένουν στο προσκήνιο.

Γιατί οι ΗΠΑ απέρριψαν το αίτημα του Μεξικού για παροχή νερού;

Οι παραβιάσεις του Μεξικού όσον αφορά τις υποχρεώσεις του για παροχή νερού, στο πλαίσιο μιας συνθήκης 81 ετών με τις Ηνωμένες Πολιτείες, έχουν φέρει στην επιφάνεια χρόνια πολιτικής ανοχής, ταχέως αυξανόμενο πληθυσμό και υδρολογικές μεταβολές, σύμφωνα με ειδικό του Πολεμικού Κολλεγίου των ΗΠΑ.

Ο Έβαν Έλλις, ερευνητής στο Ινστιτούτο Στρατηγικών Μελετών του Κολλεγίου, ανέφερε στην Epoch Times ότι οι τρέχουσες εντάσεις σχετίζονται με μια μακρά περίοδο κατά την οποία οι ΗΠΑ «έκαναν τα στραβά μάτια» στις παραλείψεις του Μεξικού.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ είχε ζητήσει από τη γειτονική χώρα να τηρήσει τη δέσμευσή της για παροχή 1,6 δισεκατομμυρίων κυβικών μέτρων νερού στο Τέξας – ποσότητα που αντιστοιχεί σχεδόν στο 70% μιας πενταετούς υποχρέωσης με προθεσμία τον Οκτώβριο. Όπως ανάρτησε ο ίδιος στις 10 Απριλίου, μέσω της πλατφόρμας Truth Social, είχε διακόψει τις αποστολές νερού προς την Τιχουάνα, μέχρι το Μεξικό να συμμορφωθεί με τη Συνθήκη για τα Ύδατα του 1944.

Η συνθήκη προβλέπει ότι το Μεξικό οφείλει να παραδίδει 2,16 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα στις ΗΠΑ σε κύκλους πέντε ετών — δηλαδή κατά μέσο όρο 432 εκατομμύρια κυβικά μέτρα ετησίως. Το νερό αυτό προέρχεται κυρίως από έξι παραποτάμους του Ρίο Γκράντε και αποθηκεύεται σε δύο διεθνή φράγματα, τα Αμίσταδ και Φάλκον.

Σε αντάλλαγμα, οι ΗΠΑ δεσμεύονται να παρέχουν στο Μεξικό 1,85 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα νερού ετησίως από τον ποταμό Κολοράντο — κάτι που διαφέρει από την πενταετή βάση υπολογισμού των υποχρεώσεων του Μεξικού.

Οι αποστολές νερού προς την Τιχουάνα, στις οποίες αναφέρθηκε ο Τραμπ, δεν αποτελούσαν μέρος της συνθήκης, αλλά ήταν αίτημα εκτός συμφωνίας.

Το Γραφείο Υποθέσεων Δυτικού Ημισφαιρίου του Στέιτ Ντιπάρτμεντ εξήγησε ότι οι ΗΠΑ απέρριψαν το αίτημα αυτό για πρώτη φορά από την υπογραφή της συνθήκης, εξαιτίας της αδυναμίας του Μεξικού να τηρήσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Σε ανάρτηση στην πλατφόρμα X, σκοτώνουν την αμερικανική γεωργία — ιδιαίτερα τους παραγωγούς στην κοιλάδα του Ρίο Γκράντε.

Σύμφωνα με τη Διεθνή Επιτροπή Συνόρων και Ύδατος (International Boundary and Water Commission-IBWC), η οποία διαχειρίζεται ζητήματα που αφορούν τη συνθήκη του 1944, το Μεξικό έχει αποτύχει να εκπληρώσει τις πενταετείς του υποχρεώσεις τρεις φορές από το 1992. Κάθε φορά, το χρέος μεταφερόταν στον επόμενο κύκλο και τελικά εξοφλούνταν.

Το Μεξικό δεν κατάφερε επίσης να τηρήσει τον ελάχιστο μέσο ετήσιο στόχο κατά τις περιόδους 2002-2007 και 2015-2020. Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι υποχρεώσεις καλύφθηκαν την τελευταία στιγμή — το 2020, μόλις τρεις ημέρες πριν τη λήξη της προθεσμίας.

Παρότι οι ποσότητες τελικά παραδόθηκαν, η ασυνέπεια στις αποστολές από τον Ρίο Γκράντε επηρεάζει τους κατοίκους και στις δύο πλευρές των συνόρων.

Ο τρέχων κύκλος ολοκληρώνεται τον Οκτώβριο, όμως σύμφωνα με στοιχεία της IBWC μέχρι τις 29 Μαρτίου το Μεξικό είχε υλοποιήσει μόλις το 28% της υποχρέωσής του, παραδίδοντας λιγότερα από 617 εκατομμύρια κυβικά μέτρα.

Ένα φορτηγό διανομής νερού φορτώνει νερό προς πώληση στην Τιχουάνα του Μεξικού, στις 24 Μαρτίου 2025. (Guillermo Arias/AFP μέσω Getty Images)

 

Απαντώντας σε ερώτηση σχετικά με την ανταπόκριση των ΗΠΑ στις δικές τους υποχρεώσεις προς το Μεξικό, ο επικεφαλής δημοσίων σχέσεων της IBWC, Φρανκ Φίσερ, παρέπεμψε σε σχετικό γράφημα που δείχνει ότι μέχρι τις 19 Απριλίου οι ΗΠΑ είχαν καλύψει περίπου το ήμισυ της δέσμευσής τους για το 2025.

Τον Νοέμβριο του 2024, οι δύο χώρες συμφώνησαν σε τροποποίηση της συνθήκης, που επιτρέπει στο Μεξικό να χρησιμοποιήσει επιπλέον πηγές, όπως οι ποταμοί Σαν Χουάν και Άλαμο, οι οποίοι δεν περιλαμβάνονται στους παραποτάμους του Ρίο Γκράντε που αναφέρονται στη συνθήκη. Η συμφωνία προέβλεπε και τη σύσταση ομάδας εργασίας για την εύρεση πρόσθετων υδατικών πηγών.

Η πρόεδρος του Μεξικού, Κλαούντια Σέινμπαουμ, δήλωσε σε συνέντευξη Τύπου στις 11 Απριλίου, μία ημέρα μετά τη δήλωση Τραμπ περί αναστολής των αποστολών, ότι αναμένεται σύντομα μια συμφωνία που θα επιτρέψει την εκπλήρωση της συνθήκης, την οποία χαρακτήρισε «δίκαιη».

Πρόσθεσε ότι προγραμματίζεται άμεση αποστολή νερού, σύμφωνα με τη διαθέσιμη ποσότητα στον Ρίο Γκράντε. Σε σχετικό ερώτημα για το αν έχει πραγματοποιηθεί αυτή η παράδοση, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ επιβεβαίωσε ότι το Μεξικό έχει δεσμευθεί να προχωρήσει σε άμεση μεταφορά, χωρίς όμως να επιβεβαιώσει την ολοκλήρωσή της.

Σε ανακοίνωση της 28ης Απριλίου, το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ δήλωσε ότι οι δύο χώρες έχουν δεσμευθεί να καταρτίσουν μακροπρόθεσμο σχέδιο για την αξιόπιστη τήρηση της συνθήκης, την αντιμετώπιση υφιστάμενων οφειλών και την τακτική διαβούλευση με έμφαση στις ανάγκες των χρηστών νερού στο Τέξας.

Άποψη του ταμιευτήρα Amistad στα σύνορα ΗΠΑ-Μεξικού, κοντά στη Σιουδάδ Ακούνια. Μεξικό, 21 Φεβρουαρίου 2017. (Guillermo Arias/AFP μέσω Getty Images).

 

Η πρόεδρος Σέινμπαουμ απέδωσε τις καθυστερήσεις των παραδόσεων του νερού στις παρατεταμένες περιόδους ξηρασίας, που έχουν επηρεάσει τον Ρίο Γκράντε. Όπως ανέφερε σε συνέντευξη Τύπου στις 15 Απριλίου, βρίσκονται σε εξέλιξη συνομιλίες με τους κυβερνήτες των μεξικανικών πολιτειών Ταμαουλίπας, Κοαουίλα και Τσιουάουα, προκειμένου να υπάρξει κοινή συμφωνία για τις ποσότητες που μπορούν να παραδοθούν χωρίς να θιγούν οι Μεξικανοί αγρότες, τηρώντας παράλληλα τη συνθήκη.

Ιστορικά, οι Μεξικανοί αγρότες αντιδρούν σε αυξημένες παραδόσεις νερού προς τις ΗΠΑ, φοβούμενοι ζημιές στις καλλιέργειές τους. Τον Σεπτέμβριο του 2020, πριν από την προθεσμία του Οκτωβρίου, αγρότες της πολιτείας Τσιουάουα διαμαρτυρήθηκαν έντονα κατά της κυβερνητικής πρόθεσης να παραδοθούν 378 κυβικά μέτρα νερού στις ΗΠΑ, υποστηρίζοντας ότι απειλούνται τα μέσα βιοπορισμού τους εν μέσω έντονης ξηρασίας. Στις συγκρούσεις τους με την Εθνική Φρουρά σκοτώθηκε ένας διαδηλωτής.

Διμερής κρίση

Η Μαρία-Ελένα Γκίνερ, μέχρι πρότινος επικεφαλής του αμερικανικού τμήματος της Διεθνούς Επιτροπής Ορίων και Υδάτων (IBWC), δήλωσε στις 18 Απριλίου ότι η υπηρεσία βρίσκεται «σε στενή επαφή με την κυβέρνηση των ΗΠΑ» αναφορικά με την ανάγκη να δεσμευθεί το Μεξικό σε προβλέψιμες και αξιόπιστες παραδόσεις νερού από τον Ρίο Γκράντε. Σύμφωνα με την ίδια, έχουν υποβληθεί επανειλημμένα αιτήματα προς το Μεξικό για μηνιαίες παραδόσεις και παρουσίαση συγκεκριμένου σχεδίου ώστε να καλυφθούν οι ελλείψεις στον επόμενο πενταετή κύκλο.

Παράλληλα, ανέφερε ότι η Επιτροπή καταβάλλει προσπάθειες για τη στήριξη των πληττόμενων κοινοτήτων στο Νότιο Τέξας, μέσω ενημέρωσης γεωργών και αρδευτικών φορέων για διαθέσιμους πόρους και μέσω διάθεσης ιστορικών υδρολογικών δεδομένων.

Η Γκίνερ, διορισμένη από την κυβέρνηση Μπάιντεν, υπέβαλε την παραίτησή της στις 21 Απριλίου και θα αντικατασταθεί από τον Ουίλλιαμ Μάκιντος, πρώην αναπληρωτή διοικητή της Υπηρεσίας Προστασίας Περιβάλλοντος υπό την ηγεσία του Λη Ζέλντιν.

Η διακρατική συμφωνία του 1944 υπογράφηκε μία εποχή κατά την οποία τα υπόγεια ύδατα ήταν άφθονα και τα φαινόμενα ξηρασίας λιγότερο παρατεταμένα. Οι δύο χώρες είχαν συμφωνήσει τότε να μοιράζονται τους υδάτινους πόρους του Κολοράντο και του Ρίο Γκράντε, ποταμών που αποτελούν φυσικά σύνορα ΗΠΑ-Μεξικού.

Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια, και οι δύο ποταμοί έχουν πληγεί από έντονη και μακρόχρονη ξηρασία. Ο ποταμός Κολοράντο, που πηγάζει στα Βραχώδη Όρη και καταλήγει στο Μεξικό στα σύνορα Καλιφόρνιας-Αριζόνα, αντιμετωπίζει από το 2000 μια «ιστορική, εκτεταμένη ξηρασία», όπως σημειώνεται.

Παράλληλα, ο πληθυσμός και η γεωργική δραστηριότητα στις πολιτείες της λεκάνης απορροής του Κολοράντο έχουν αυξηθεί κατακόρυφα τα τελευταία 20 χρόνια. Σήμερα, η περιοχή αυτή υδροδοτεί περίπου 40 εκατομμύρια ανθρώπους σε επτά πολιτείες των ΗΠΑ και αρδεύει πάνω από 20 εκατομμύρια στρέμματα καλλιεργήσιμης γης.

Αεροφωτογραφία του δέλτα του ποταμού Κολοράντο, που συναντά τη Θάλασσα του Κορτές στην κοιλάδα Μεξικάλι. Μεξικό, 4 Απριλίου 2025. (Guillermo Arias/AFP μέσω Getty Images)

 

Αντίστοιχα, η ζήτηση για νερό αυξήθηκε και στο μεξικανικό τμήμα του Ρίο Γκράντε, με τον πληθυσμό στην κάτω κοιλάδα του ποταμού να έχει υπερτετραπλασιαστεί από το 1970 έως σήμερα, λόγω της βιομηχανικής ανάπτυξης και της γεωργίας. Οι προβλέψεις κάνουν λόγο για σχεδόν 5 εκατομμύρια κατοίκους μέχρι το 2030.

Με δεδομένη την παρατεταμένη ξηρασία και την αύξηση των αναγκών, ορισμένοι ειδικοί θεωρούν πλέον ανέφικτη τη συμμόρφωση του Μεξικού με τις υποχρεώσεις της Συνθήκης.

Πόνος και στις δύο πλευρές των συνόρων

Ο καθηγητής Έβαν Έλλις από το U.S. Army War College, ο οποίος έχει μιλήσει στο Κογκρέσο σχετικά με ζητήματα ασφαλείας στη Λατινική Αμερική πολλές, σχολίασε στην Epoch Times ότι η τρέχουσα συγκυρία φέρνει στην επιφάνεια την αλληλεξάρτηση των δύο χωρών. Εκτίμησε ότι το Μεξικό βρίσκεται σε εξαιρετικά δύσκολη θέση, καθώς η εκπλήρωση των υποχρεώσεών του ενδέχεται να έχει σοβαρό κόστος για τους Μεξικανούς αγρότες.

Ο ίδιος σημείωσε πως ούτε η ανάπτυξη της γεωργίας στον άνυδρο Βορρά του Μεξικού ούτε η εκρηκτική πληθυσμιακή αύξηση στις νοτιοδυτικές ΗΠΑ είχαν προβλεφθεί όταν υπογράφηκε η συμφωνία. Υποστήριξε ότι οι ΗΠΑ ανέχθηκαν για χρόνια την αδυναμία του Μεξικού να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του, προκειμένου να μην διαταραχθούν οι διμερείς οικονομικές σχέσεις. Αυτή η πρακτική, όπως είπε, επιβάρυνε δυσανάλογα την αμερικανική πλευρά.

Ωστόσο, υπογράμμισε ότι η εξάρτηση του Μεξικού από τις παραδόσεις νερού των ΗΠΑ δίνει στην Ουάσιγκτον ένα διαπραγματευτικό πλεονέκτημα.

Όπως σημείωσε χαρακτηριστικά, αν το Μεξικό αποφασίσει να ανοίξει τα φράγματα, ενδέχεται να προκληθεί ζημιά στην εγχώρια αγροτική παραγωγή και στην οικονομία του. Την ίδια ώρα, οι αγρότες στο Τέξας αντιμετωπίζουν σοβαρό έλλειμμα αρδευτικού νερού εξαιτίας της μειωμένης ροής του Ρίο Γκράντε.

Αγρότης ετοιμάζεται να ταΐσει τα ζώα του στο Κεμάδο του Τέξας, στις 14 Ιουνίου 2023. (Brandon Bell/Getty Images)

 

Τον Μάιο του 2024, το Κογκρέσο των ΗΠΑ ζήτησε να ληφθούν άμεσα μέτρα. Βουλευτές απηύθυναν επιστολή προς τις Επιτροπές Προϋπολογισμού της Βουλής και της Γερουσίας, ζητώντας την αναστολή χρηματοδότησης προς το Μεξικό έως ότου υπάρξει συμφωνία για αξιόπιστες παραδόσεις νερού. Όπως ανέφεραν, η επιβίωση των αγροτικών και κτηνοτροφικών δραστηριοτήτων της περιοχής εξαρτάται από αυτές τις ποσότητες.

Οι νομοθέτες επεσήμαναν ότι ο μύλος επεξεργασίας ζαχαροκάλαμου Rio Grande Valley Sugar Growers — ο τελευταίος του είδους στο Τέξας — αναγκάστηκε να διακόψει τη λειτουργία του τον Φεβρουάριο του 2024, έπειτα από πέντε δεκαετίες, εξαιτίας των καθυστερήσεων στις παραδόσεις από το Μεξικό. Προειδοποίησαν πως αν δεν επιλυθεί το ζήτημα και άλλοι κλάδοι, όπως τα εσπεριδοειδή και το βαμβάκι, ενδέχεται να υποστούν ανάλογες συνέπειες.

Στις 19 Μαρτίου, το υπουργείο Γεωργίας των ΗΠΑ ανακοίνωσε συμφωνία επιχορήγησης ύψους 280 εκατομμυρίων δολαρίων προς το Τμήμα Γεωργίας του Τέξας, με στόχο την οικονομική ενίσχυση των πληγέντων παραγωγών στην κοιλάδα του Ρίο Γκράντε.

Η υπουργός Μπρουκ Ρόλλινς δήλωσε πως η έλλειψη νερού ήδη έθεσε τέλος στην καλλιέργεια ζαχαροκάλαμου στην περιοχή και απειλεί το μέλλον και άλλων βασικών προϊόντων. Όπως ανέφερε, η επιχορήγηση στοχεύει στην παροχή άμεσης ανακούφισης, ενώ η ομοσπονδιακή κυβέρνηση αναζητά μακροπρόθεσμες λύσεις για την προστασία των παραγωγών του Τέξας.