Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε στις 14 Απριλίου ότι ένας δεύτερος γύρος ειρηνευτικών συνομιλιών μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν είναι πιθανό να πραγματοποιηθεί στο Πακιστάν μέσα στις επόμενες δύο ημέρες.
Σε τηλεφωνική συνέντευξη στη New York Post, ο Τραμπ ανέφερε ότι οι διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό του πολέμου στο Ιράν προχωρούν με σχετικά αργό ρυθμό και αρχικά υπέδειξε ότι ο επόμενος γύρος απευθείας συνομιλιών με Ιρανούς αξιωματούχους θα μπορούσε να διεξαχθεί στην Ευρώπη.
Ωστόσο, σύμφωνα με το δημοσίευμα, ο πρόεδρος επανήλθε με νέα επικοινωνία, επισημαίνοντας ότι οι συνομιλίες ενδέχεται τελικά να πραγματοποιηθούν στο Ισλαμαμπάντ. Ο Τραμπ παρότρυνε να παραμείνουν στο Ισλαμαμπάντ, επισημαίνοντας ότι ενδέχεται να υπάρξουν εξελίξεις μέσα στις επόμενες δύο ημέρες και ότι υπάρχει αυξημένη προδιάθεση να μεταβούν εκεί.
Ο Τραμπ επαίνεσε τον αρχηγό του στρατού του Πακιστάν, στρατάρχη Ασίμ Μουνίρ, για τον ρόλο του στη διευκόλυνση των συνομιλιών μεταξύ Αμερικανών και Ιρανών αξιωματούχων, σημειώνοντας ότι οι ενέργειές του αυξάνουν τις πιθανότητες επανέναρξης των διαπραγματεύσεων στη συγκεκριμένη τοποθεσία.
Οι ειρηνευτικές συνομιλίες μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν στο Ισλαμαμπάντ, στις 12 Απριλίου, ολοκληρώθηκαν χωρίς την επίτευξη συμφωνίας. Ο αντιπρόεδρος Τζ. Ντ. Βανς, ο οποίος ηγήθηκε της αμερικανικής αντιπροσωπείας, ανέφερε στις 13 Απριλίου στο Fox News ότι η ιρανική πλευρά δεν ήταν σε θέση να οριστικοποιήσει συμφωνία χωρίς την έγκριση του ανώτατου ηγέτη του Ιράν, Μοτσταμπά Χαμενεΐ.
Ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Τζ. Ντ. Βανς δήλωσε στις 13 Απριλίου ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν σημειώσει σημαντική πρόοδο στην πρότασή τους για ειρήνη προς το Ιράν, αφήνοντας πλέον στο ιρανικό καθεστώς την απόφαση για το αν θα προχωρήσει προς την ειρήνη ή θα συνεχίσει τη σύγκρουση, μετά την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων στο Πακιστάν χωρίς επίτευξη συμφωνίας.
Σε συνέντευξή του στην εκπομπή «Special Report» του Fox News, ο Βανς ανέφερε ότι η αμερικανική αντιπροσωπεία αποχώρησε από το Πακιστάν έπειτα από 21 ώρες συνομιλιών, καθώς η ιρανική πλευρά δεν ήταν σε θέση να οριστικοποιήσει συμφωνία χωρίς την έγκριση του ανώτατου ηγέτη του Ιράν, Μοτσταμπά Χαμενεΐ. Όπως εξήγησε, η ομάδα που συμμετείχε στις συνομιλίες δεν κατάφερε να καταλήξει σε συμφωνία και έπρεπε να επιστρέψει στην Τεχεράνη για να λάβει την απαραίτητη έγκριση από τον ανώτατο ηγέτη ή από άλλο αρμόδιο πρόσωπο για τους όρους που είχαν τεθεί.
Το αν θα υπάρξουν περαιτέρω συνομιλίες ή αν θα επιτευχθεί τελικά συμφωνία εξαρτάται πλέον από το Ιράν, δήλωσε ο Βανς, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ήδη καταθέσει εκτενείς προτάσεις και έχουν καταστήσει απολύτως σαφείς τις «κόκκινες γραμμές» τους.
Οι «κόκκινες γραμμές», όπως διευκρίνισε, βασίζονται στη θεμελιώδη αρχή της αποτροπής ανάπτυξης πυρηνικών όπλων από το Ιράν. Αυτό περιλαμβάνει τη μεταβίβαση του εμπλουτισμένου ουρανίου του Ιράν στις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς και τη δημιουργία μηχανισμού που θα διασφαλίζει ότι η Τεχεράνη δεν θα έχει πλέον τη δυνατότητα εμπλουτισμού ουρανίου.
Σύμφωνα με τον Βανς, σε αυτά τα δύο βασικά ζητήματα η ιρανική πλευρά έδειξε κάποια πρόοδο και κινήθηκε προς την κατεύθυνση των αμερικανικών θέσεων, γεγονός που ερμηνεύτηκε ως θετική ένδειξη, αν και όχι ως ουσιαστική πρόοδος. Ωστόσο, ο Βανς εκτίμησε ότι είναι εφικτή μια συμφωνία που θα ωφελεί και τις δύο χώρες , εφόσον το Ιράν αποδεχθεί τις συγκεκριμένες «κόκκινες γραμμές».
Ιρανικά κρατικά μέσα ενημέρωσης ανέφεραν ότι οι όροι που έθεσαν οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν υπερβολικοί. Μεταξύ των σημείων διαφωνίας περιλαμβάνονταν τα «πυρηνικά δικαιώματα» του Ιράν και ο έλεγχος των Στενών του Ορμούζ, διεκδίκηση που δεν αναγνωρίζεται από τη διεθνή κοινότητα.
Μετά την αποτυχία των ειρηνευτικών συνομιλιών στο Ισλαμαμπάντ, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε στις 12 Απριλίου ότι το Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ θα επιβάλει δικό του αποκλεισμό πλοίων στα Στενά του Ορμούζ. Η Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ ανέφερε ότι το μέτρο αποσκοπεί στον αποκλεισμό της ναυσιπλοΐας προς και από τα ιρανικά λιμάνια. Ο αποκλεισμός τέθηκε σε ισχύ στις 13 Απριλίου, με τη Διοίκηση να διευκρινίζει ότι οι αμερικανικές δυνάμεις δεν θα παρεμβαίνουν στα πλοία που δεν φεύγουν από ή δεν κατευθύνονται προς ιρανικά λιμάνια.
Ο διάπλους της κρίσιμης για τη μεταφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου παγκοσμίως θαλάσσιας οδού έχει διαταραχθεί από την αρχή της επιθέσης ΗΠΑ και Ισραήλ κατά του Ιράν, στις 28 Φεβρουαρίου. Το Ιράν απάντησε με επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη και πυραύλους κατά ισραηλινών και αμερικανικών στρατιωτικών στόχων σε χώρες του Κόλπου, και τοποθέτησε και θαλάσσιες νάρκες στο Ορμούζ.
Σύμφωνα με τον Βανς, οι ενέργειες του Ιράν για τη διατάραξη της ναυσιπλοΐας συνιστούν οικονομική τρομοκρατία και οι Ηνωμένες Πολιτείες θα απαντήσουν εμποδίζοντας τα ιρανικά πλοία να αποπλέουν από τα λιμάνια τους. Σημείωσε ότι ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών κατέδειξε ότι υπάρχει δυνατότητα αμοιβαίων αντιδράσεων και ότι, εφόσον το Ιράν επιλέξει να προχωρήσει σε ενέργειες οικονομικής τρομοκρατίας, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα εφαρμόσουν αποκλεισμό των ιρανικών πλοίων και καθήλωση στα λιμάνια.
Έναν μήνα μετά την έναρξη των επιχειρήσεων στο Ιράν, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε στις 27 Μαρτίου ότι απομένουν πια λίγο πάνω από 3.500 εναπομείναντες στρατιωτικοί στόχοι, εκφράζοντας τη βεβαιότητα ότι θα εξουδετερωθούν σύντομα.
Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά: «Τώρα απλώς κυνηγάμε στόχους. Δεν διαθέτουν αντιαεροπορικά συστήματα, οπότε περνάμε από πάνω τους ελεύθερα, εντοπίζουμε ό,τι θέλουμε και το χτυπάμε. Μας έχουν απομείνει ακόμη 3.554 στόχοι, [άρα] αυτό θα τελειώσει αρκετά σύντομα. Ύστερα, θα πρέπει να αποφασίσουμε τι θα κάνουμε στη συνέχεια».
Ο Τραμπ γνωστοποίησε ακόμη ότι το Ιράν εκτόξευσε περίπου 101 πυραύλους κατά αμερικανικού αεροπλανοφόρου που χαρακτήρισε ως ένα από τα μεγαλύτερα στον κόσμο και ισχυρίστηκε ότι καταρρίφθηκαν όλοι οι εισερχόμενοι πύραυλοι. Επίσης, αναφέρθηκε στις διαπραγματεύσεις:«Διαπραγματευόμαστε τώρα και θα ήταν εξαιρετικό αν πετυχαίναμε μια λύση. Αλλά πρέπει να ανοίξει ο πορθμός [του Ορμούζ]» — ένα θαλάσσιο πέρασμα ζωτικής σημασίας για τη διακίνηση της ενέργειας, το οποίο έκλεισε όταν ξεκίνησαν οι αμερικανοϊσραηλινές επιχειρήσεις κατά του Ιράν.
Ο Αμερικανός πρόεδρος είχε προηγουμένως προειδοποιήσει ότι θα δώσει εντολή για πλήγματα στην ενεργειακή υποδομή του Ιράν εφόσον το Ορμούζ δεν ανοίξει, αρχικά δίνοντας στην Τεχεράνη διορία 48 ωρών στις 21 Μαρτίου, η οποία ωστόσο παρατάθηκε επανειλημμένως στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων.
Το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης του Ιράν έχει απειλήσει με κλείσιμο της διέλευσης από τον Πορθμό του Ορμούζ και με επιθέσεις σε ενεργειακές εγκαταστάσεις χωρών της Μέσης Ανατολής που φιλοξενούν αμερικανικές δυνάμεις. Ο Τραμπ σχολίασε την κατάσταση αυτή με ανάρτησή του στο Truth Social στις 26 Μαρτίου, αναφέροντας: «Η δεκαήμερη παύση οφείλεται σε αίτημα του ιρανικού καθεστώτος. Οι συνομιλίες συνεχίζονται και πηγαίνουν πολύ καλά».
Αν και τα ιρανικά κρατικά μέσα ενημέρωσης μεταδίδουν δηλώσεις αξιωματούχων που απορρίπτουν τις αμερικανικές ειρηνευτικές προτάσεις, ο Τραμπ υποστηρίζει πως στο παρασκήνιο το Ιράν υιοθετεί πιο διαλλακτική στάση, ζητώντας παύση των εχθροπραξιών. Παρά τις διαπραγματεύσεις αυτές, η Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ επιβεβαίωσε ότι συνεχίζονται οι επιχειρήσεις εντός Ιράν με στόχο την εξουδετέρωση των στρατιωτικών δυνατοτήτων του ιρανικού καθεστώτος εκτός των συνόρων του.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες εξέδωσαν απαλλαγή από τις κυρώσεις διάρκειας 30 ημερών, προκειμένου να επιτραπεί η πώληση ιρανικού αργού πετρελαίου και προϊόντων πετρελαίου που βρίσκονται αυτή τη στιγμή εγκλωβισμένα στη θάλασσα, δήλωσε στις 20 Μαρτίου ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσσεντ.
Σύμφωνα με έγγραφο που δημοσιοποιήθηκε από το Γραφείο Ελέγχου Ξένων Περιουσιακών Στοιχείων του υπουργείου Οικονομικών, εκδόθηκε γενική άδεια που επιτρέπει την παράδοση και πώληση ιρανικού αργού πετρελαίου και προϊόντων πετρελαίου τα οποία είχαν ήδη φορτωθεί σε πλοία έως τις 20 Μαρτίου. Η άδεια ισχύει έως τις 19 Απριλίου.
Ο Μπέσσεντ ανέφερε στην πλατφόρμα X ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες εξέδωσαν την άδεια με στόχο τη μεγιστοποίηση της ροής ενέργειας προς τον κόσμο και τη συγκράτηση των τιμών του πετρελαίου, εν μέσω της συνεχιζόμενης σύγκρουσης με το Ιράν.
Ειδικότερα, επισήμανε ότι με το προσωρινό «ξεκλείδωμα» αυτής της υπάρχουσας προσφοράς για τον κόσμο, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα διοχετεύσουν γρήγορα περίπου 140 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου στις παγκόσμιες αγορές, αυξάνοντας τη συνολική παγκόσμια ενεργειακή προσφορά και συμβάλλοντας στην ανακούφιση από τις προσωρινές πιέσεις στην προσφορά που προκαλούνται από το Ιράν.
Πρόσθεσε ακόμη ότι, ουσιαστικά, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα χρησιμοποιήσουν τα ιρανικά βαρέλια εναντίον της Τεχεράνης για να διατηρήσουν χαμηλές τις τιμές, καθώς συνεχίζεται η επιχείρηση «Epic Fury».
Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ανακοίνωσε στις 13 Μαρτίου αμοιβή έως και 10 εκατομμυρίων δολαρίων, καθώς και πιθανότητα μετεγκατάστασης στις Ηνωμένες Πολιτείες, για πληροφορίες σχετικά με τον νέο ανώτατο ηγέτη του Ιράν και ακόμη εννέα κορυφαίους αξιωματούχους των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης του Ιράν (IRGC).
Μεταξύ των προσώπων που περιλαμβάνονται στη λίστα είναι ο Μοτσταμπά Χαμενεΐ, γιος και διάδοχος του εκλιπόντος ανώτατου ηγέτη Αλί Χαμενεΐ, καθώς και ο Αλί Λαριτζανί, γραμματέας του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας του Ιράν, και ο Αλί Ασγκάρ Χετζαζί, αναπληρωτής επικεφαλής του γραφείου του ανώτατου ηγέτη.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες ζητούν επίσης πληροφορίες για τον υπουργό Εσωτερικών του Ιράν ταξίαρχο Εσκαντάρ Μομενί, τον υπουργό Πληροφοριών και Ασφάλειας Εσμαΐλ Χατίμπ, και τον υποστράτηγο Γιαχία Ραχίμ Σαφαβί, ανώτερο στρατιωτικό σύμβουλο του ανώτατου ηγέτη του Ιράν, σύμφωνα με το Στέιτ Ντιπάρτμεντ.
Τέσσερις ακόμη Ιρανοί αξιωματούχοι περιλαμβάνονται στη λίστα χωρίς να κατονομάζονται. Οι συγκεκριμένοι αναφέρονται μόνο μέσω των ρόλων τους ως γραμματέας του Συμβουλίου Άμυνας του Ιράν, σύμβουλος του ανώτατου ηγέτη, επικεφαλής του στρατιωτικού γραφείου και διοικητής των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης.
Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ανέφερε, μέσω ανάρτησης που δημοσιεύθηκε στον λογαριασμό της πρωτοβουλίας Rewards for Justice στο X, ότι τα πρόσωπα αυτά διοικούν και κατευθύνουν διάφορα τμήματα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης του Ιράν, οι οποίοι σχεδιάζουν, οργανώνουν και εκτελούν τρομοκρατικές ενέργειες σε όλο τον κόσμο.
Το υπουργείο σημείωσε ότι όσοι διαθέτουν πληροφορίες για τα πρόσωπα αυτά ή για άλλα βασικά στελέχη των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης μπορούν να τις αποστείλουν μέσω γραμμής πληροφοριών που βασίζεται στο δίκτυο Tor ή μέσω της εφαρμογής Signal, προσθέτοντας ότι όσοι συνεργαστούν ενδέχεται να είναι επιλέξιμοι τόσο για χρηματική αμοιβή όσο και για μετεγκατάσταση στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Σύμφωνα με το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, οι Φρουροί της Ισλαμικής Επανάστασης αποτελούν τμήμα των επίσημων ενόπλων δυνάμεων του Ιράν και διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο στη χρήση της τρομοκρατίας από το ιρανικό καθεστώς ως εργαλείου άσκησης κρατικής πολιτικής. Οι Ηνωμένες Πολιτείες χαρακτήρισαν το 2019 τους Φρουρούς της Ισλαμικής Επανάστασης ως ξένη τρομοκρατική οργάνωση, υποστηρίζοντας ότι ευθύνονται για πολυάριθμες επιθέσεις εναντίον Αμερικανών πολιτών και αμερικανικών εγκαταστάσεων.
Η Ουάσιγκτον αναφέρει ότι το σώμα αυτό έχει αναλάβει σημαντικό ρόλο στην υλοποίηση της εξωτερικής πολιτικής του Ιράν από την ίδρυσή του το 1979 και σήμερα ασκεί έλεγχο σε εκτεταμένα τμήματα της οικονομίας της χώρας, ενώ έχει σημαντική επιρροή στην εσωτερική πολιτική του Ιράν.
Ο Μοτσταμπά Χαμενεΐ διορίστηκε επίσημα στις 8 Μαρτίου από τη Συνέλευση των Ειδικών του Ιράν για να διαδεχθεί τον πατέρα του, ο οποίος σκοτώθηκε στις αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις της 28ης Φεβρουαρίου. Ο νέος ηγέτης εξέδωσε στις 12 Μαρτίου την πρώτη επίσημη δήλωσή του, δεσμευόμενος ότι θα συνεχιστούν τα αντίποινα κατά των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ για τους Ιρανούς που σκοτώθηκαν στη σύγκρουση.
Πινακίδα που απεικονίζει τον εκλιπόντα ανώτατο ηγέτη του Ιράν, αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ (κ), να παραδίδει τη σημαία της χώρας στον γιο και διάδοχό του, αγιατολάχ Μοτσταμπά Χαμενεΐ (δ), ενώ ο εκλιπών ιδρυτής της επανάστασης, αγιατολάχ Ρουχολάχ Χομεϊνί (α), παρακολουθεί, σε πλατεία στο κέντρο της Τεχεράνης. Ιράν, 10 Μαρτίου 2026. (Vahid Salemi/AP Photo)
Στη δήλωση αυτή ο Μ. Χαμενεΐ διαβεβαίωσε ότι δεν θα υπάρξει καμία υποχώρηση από την εκδίκηση για το αίμα των «μαρτύρων», προειδοποιώντας παράλληλα τις χώρες του Κόλπου να κλείσουν τις στρατιωτικές βάσεις στα εδάφη τους που χρησιμοποιούνται από τις αμερικανικές δυνάμεις. Η δήλωση δεν εκφωνήθηκε από τον ίδιο, αλλά διαβάστηκε από άλλο πρόσωπο εκ μέρους του κατά τη διάρκεια τηλεοπτικής μετάδοσης.
Στην ίδια δήλωση ανέφερε επίσης ότι τα Στενά του Ορμούζ θα παραμείνουν κλειστά ως μέσον πίεσης, προσθέτοντας ότι Ιρανοί αξιωματούχοι έχουν εξετάσει το ενδεχόμενο ανοίγματος και άλλων μετώπων στα οποία υποστήριξε ότι ο αντίπαλος είναι ιδιαίτερα ευάλωτος.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε στις 12 Μαρτίου πως ο νέος ανώτατος ηγέτης του Ιράν ενδέχεται να είναι ακόμη ζωντανός, παρά το γεγονός ότι δεν έχει εμφανιστεί δημοσίως από τότε που ανέλαβε την εξουσία. Σε συνέντευξή του στην εκπομπή «Brian Kilmeade Show» του Fox News, ο Τραμπ εκτίμησε ότι πιθανότατα βρίσκεται στη ζωή, αν και είναι πιθανό να έχει τραυματιστεί σοβαρά.
Ο υπουργός Πολέμου των ΗΠΑ Πητ Χέγκσεθ δήλωσε σε ενημέρωση Τύπου στο Πεντάγωνο, στις 13 Μαρτίου, ότι ο νέος ανώτατος ηγέτης του Ιράν είναι τραυματισμένος και πιθανόν παραμορφωμένος.
Ανώτερος Ισραηλινός αξιωματούχος ασφαλείας δήλωσε στην εφημερίδα The Epoch Times, στις 11 Μαρτίου, ότι το Ισραήλ έχει ενδείξεις πως ο Μοτσταμπά Χαμενεΐ ενδέχεται να υπέστη τραυματισμό στο πόδι κατά τις επιθέσεις που στόχευαν το καταφύγιο του πατέρα του, αν και η σοβαρότητα του τραυματισμού παραμένει ασαφής.
Ο πρέσβης του Ιράν στην Τυνησία, Μιρ Μασούντ Χοσεϊνιάν, δήλωσε στο Associated Press στις 12 Μαρτίου ότι ο Μοτσταμπά Χαμενεΐ τραυματίστηκε κατά την επίθεση στο σπίτι της οικογένειάς του, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι ο τραυματισμός δεν είναι σοβαρός. Ο Χοσεϊνιάν ανέφερε επίσης ότι τα πλήγματα του Ιράν εναντίον χωρών του Κόλπου είχαν στρατηγικό χαρακτήρα, εξηγώντας ότι ακόμη και όταν στοχοποιήθηκαν ξενοδοχεία υπήρχαν ακριβείς πληροφορίες πως σε αυτά φιλοξενούνταν Αμερικανοί και Ισραηλινοί στρατιώτες.
Η κλιμάκωση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή έχει οδηγήσει πολλά δεξαμενόπλοια να αποφεύγουν τη διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ, ένα κρίσιμο θαλάσσιο πέρασμα για τις παγκόσμιες μεταφορές πετρελαίου και φυσικού αερίου, γεγονός που έχει προκαλέσει άνοδο των τιμών του πετρελαίου.
Καπνός υψώνεται από το ταϊλανδέζικο φορτηγό πλοίο χύδην φορτίου «Mayuree Naree» κοντά στα Στενά του Ορμούζ, έπειτα από επίθεση στις 11 Μαρτίου. (Royal Thai Navy/AFP μέσω Getty Images)
Για να περιοριστεί η άνοδος των τιμών, τα μέλη του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας συμφώνησαν στις 11 Μαρτίου να απελευθερώσουν 400 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου από τα στρατηγικά αποθέματα, στη μεγαλύτερη αποδέσμευση που έχει καταγραφεί.
Όταν ρωτήθηκε σχετικά με τις απειλές του Ιράν, ο Τραμπ ανέφερε ότι οι αμερικανικές δυνάμεις πλήττουν ιρανικούς στρατιωτικούς στόχους με σφοδρότητα που, όπως υποστήριξε, δεν έχει σημειωθεί από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Όπως είπε, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν εξουδετερώσει το μεγαλύτερο μέρος των πυραύλων του Ιράν, έχουν καταστρέψει πολλά μη επανδρωμένα αεροσκάφη και έχουν πλήξει σημαντικές εγκαταστάσεις παραγωγής όπου κατασκευάζονται πύραυλοι και μη επανδρωμένα αεροσκάφη.
Σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, στις 12 Μαρτίου, ο Τραμπ ανέφερε επίσης ότι η διασφάλιση πως το Ιράν δεν θα αποκτήσει πυρηνικό όπλο αποτελεί σημαντικότερη προτεραιότητα από την άνοδο των τιμών του πετρελαίου.
Λίγες ώρες αργότερα, ο πρωθυπουργός του Ισραήλ Μπενιαμίν Νετανιάχου ανακοίνωσε ότι ισραηλινές επιθέσεις σκότωσαν έναν κορυφαίο Ιρανό πυρηνικό επιστήμονα και έπληξαν και άλλους στόχους, χωρίς να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες. Το Ισραήλ είχε δηλώσει νωρίτερα ότι τις προηγούμενες ημέρες έπληξε πυρηνική εγκατάσταση στο Ιράν, την οποία είχε καταστρέψει με αεροπορική επιδρομή τον Οκτώβριο του 2024.
Οι επιθέσεις εναντίον κρατών του Κόλπου συνεχίστηκαν στις 13 Μαρτίου, με το υπουργείο Άμυνας της Σαουδικής Αραβίας να αναφέρει ότι τα συστήματα αντιαεροπορικής άμυνας κατέρριψαν περισσότερα από 30 μη επανδρωμένα αεροσκάφη που κατευθύνονταν προς την Ανατολική Επαρχία του βασιλείου μέσα σε διάστημα λίγων ωρών.
Με τη συμβολή του Ryan Morgan και πληροφορίες από το Associated Press
Συνομιλία διάρκειας μίας ώρας είχαν στις 9 Μαρτίου ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν και ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, με αντικείμενο τον πόλεμο στο Ιράν και τη ρωσική επέμβαση στην Ουκρανία, σύμφωνα με το Κρεμλίνο.
Όπως δήλωσε ο Γιούρι Ουσακόφ, βασικός συνεργάτης του Πούτιν σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, «η τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ των δύο ηγετών ήταν ουσιαστική, ανοιχτή και εποικοδομητική», σύμφωνα με το ρωσικό πρακτορείο TASS.
Κατά τον Ουσακόφ, ο Πούτιν παρουσίασε διάφορες ιδέες για ταχεία επίλυση του πολέμου στο Ιράν διά της πολιτικής και διπλωματικής οδού, επικαλούμενος πρόσφατες συνομιλίες του τόσο με ηγέτες κρατών του Κόλπου όσο και με τον πρόεδρο του Ιράν.
«Ο Τραμπ παρουσίασε τη δική του εκτίμηση για την κατάσταση, στο πλαίσιο της εν εξελίξει αμερικανοϊσραηλινής στρατιωτικής επιχείρησης κατά του Ιράν», σημείωσε ο Ουσακόφ, προσθέτοντας πως οι δύο πλευρές αντάλλαξαν λεπτομερείς απόψεις επ’ αυτού του ζητήματος.
Σε ό,τι αφορά το ουκρανικό, ο Ουσακόφ ανέφερε ότι ο Πούτιν ενημέρωσε τον Τραμπ πως οι ρωσικές δυνάμεις σημειώνουν σημαντικές επιτυχίες και υποστήριξε πως αυτό θα πρέπει να ωθήσει το Κίεβο να προχωρήσει σε διαπραγματεύσεις για την επίλυση της σύρραξης. Ο Τραμπ, από την πλευρά του, εξέφρασε το ενδιαφέρον του για κατάπαυση του πυρός και για την αναζήτηση μακρόπνοης λύσης στον πόλεμο Ρωσίας–Ουκρανίας, σύμφωνα με τον Ρώσο αξιωματούχο.
Ο Ουσακόφ ανέφερε επίσης ότι συζητήθηκε η κατάσταση στη Βενεζουέλα, ιδιαίτερα υπό το πρίσμα των εξελίξεων στις παγκόσμιες αγορές πετρελαίου, και εκφράστηκε η διάθεση διατήρησης τακτικής επικοινωνίας μεταξύ των δύο ηγετών.
Ο Τραμπ, μιλώντας σε δημοσιογράφους στις 9 Μαρτίου, δήλωσε: «Είχα μια πολύ καλή συνομιλία με τον Πούτιν. Ο Ρώσος πρόεδρος εξέφρασε την πρόθεσή του να βοηθήσει στην επίλυση της κρίσης με το Ιράν, αλλά του είπα πως η Ρωσία θα πρέπει να εργαστεί πρώτα για τον τερματισμό του δικού της πολέμου στην Ουκρανία. Συζητήσαμε για την Ουκρανία, που αποτελεί έναν ατελείωτο αγώνα. Υπάρχει τεράστιο μίσος μεταξύ του προέδρου Πούτιν και… Δεν μπορούν να τα βρουν, αλλά θεωρώ πως ήταν μια θετική συζήτηση για το ζήτημα. Φυσικά μιλήσαμε για τη Μέση Ανατολή, κι εκείνος θέλει να φανεί χρήσιμος. Του είπα ότι θα μπορούσε να βοηθήσει πολύ περισσότερο αν φρόντιζε να λήξει ο πόλεμος Ρωσίας–Ουκρανίας. Αυτό θα ήταν το πιο χρήσιμο».
Από την πλευρά του, ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι δήλωσε στις 9 Μαρτίου ότι η ουκρανική κυβέρνηση είναι έτοιμη για ειρηνευτικές συνομιλίες ανά πάσα στιγμή, σε ένα ρεαλιστικό πλαίσιο που μπορεί να συμβάλει πραγματικά στον τερματισμό του πολέμου. Ο ίδιος ανέφερε πως συνάντηση που είχε προγραμματιστεί για αυτή την εβδομάδα αναβλήθηκε, ύστερα από αίτημα της αμερικανικής πλευράς, καθώς οι ΗΠΑ επικεντρώνονται αυτήν την περίοδο στην κρίση του Ιράν.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ ξεκίνησαν στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά του Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου, αφότου ναυάγησαν οι συνομιλίες για το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης. Σύμφωνα με τον Τραμπ, οι ενέργειες των δύο χωρών αποσκοπούν στην εξουδετέρωση της απειλής που συνιστά το πυρηνικό οπλοστάσιο του Ιράν.
Η Τεχεράνη αντέδρασε εξαπολύοντας σειρά αντιποίνων εναντίον στόχων σε χώρες της Μέσης Ανατολής. Παράλληλα, η σιιτική οργάνωση Χεζμπολάχ, που εδρεύει στον Λίβανο και υποστηρίζεται από το Ιράν, εξαπέλυσε επιθέσεις κατά του Ισραήλ.
Η κλιμάκωση της σύρραξης στη Μέση Ανατολή αναγκάζει πολλά δεξαμενόπλοια να αποφεύγουν τα Στενά του Ορμούζ – ένα ζωτικής σημασίας θαλάσσιο πέρασμα για τη μεταφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου – γεγονός που έχει εκτοξεύσει τις διεθνείς τιμές του πετρελαίου.
Ο Τραμπ προειδοποίησε στις 9 Μαρτίου ότι οι αμερικανικές δυνάμεις θα εντείνουν τα πλήγματα στο πλαίσιο της επιχείρησης «Epic Fury», εάν οι Φρουροί της Επανάστασης συνεχίσουν να απειλούν εμπορικά πλοία στα Στενά του Ορμούζ με πυραύλους και μη επανδρωμένα. «Δεν θα επιτρέψω σε ένα τρομοκρατικό καθεστώς να κρατά τον κόσμο όμηρο και να επιχειρεί να διακόψει την παγκόσμια προσφορά πετρελαίου. Εάν το Ιράν τολμήσει να το πράξει, θα δεχθεί πολύ ισχυρότερο πλήγμα», τόνισε χαρακτηριστικά.
Ο πρωθυπουργός του Ισραήλ, Μπενιαμίν Νετανιάχου, δήλωσε σε συνέντευξή του στο Fox News που μεταδόθηκε στις 2 Μαρτίου ότι η στρατιωτική επιχείρηση ΗΠΑ-Ισραήλ κατά του Ιράν δεν θα εξελιχθεί σε «ατέρμονο πόλεμο», αν και ενδέχεται να διαρκέσει «κάποιο χρονικό διάστημα».
Παράλληλα, σημείωσε ότι δεν αναμένει η στρατιωτική εκστρατεία —η οποία αποσκοπεί στην εξουδετέρωση της πυρηνικής απειλής του Ιράν— να παραταθεί για χρόνια.
Ο Ισραηλινός ηγέτης υποστήριξε ότι δεν πρόκειται να υπάρξει ένας ατέρμονος πόλεμος, προσθέτοντας ότι το ιρανικό καθεστώς βρίσκεται στο πιο αδύναμο σημείο του από τότε που «υφαρπάχθηκε» το Ιράν από τον γενναίο ιρανικό λαό πριν από 47 χρόνια.
Επισήμανε ακόμη ότι πρόκειται για μια γρήγορη και αποφασιστική ενέργεια και ότι θα δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις, αρχικά ώστε ο ιρανικός λαός να αποκτήσει τον έλεγχο της μοίρας του και να σχηματίσει τη δική του δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση, η οποία θα καταστήσει το Ιράν μια εντελώς διαφορετική χώρα.
Ο ανώτατος ηγέτης του Ιράν, αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, σκοτώθηκε στα αμερικανοϊσραηλινά στρατιωτικά πλήγματα της 28ης Φεβρουαρίου, γεγονός που πυροδότησε αντίποινα από το Ιράν και τους περιφερειακούς του συμμάχους, συμπεριλαμβανομένης της λιβανέζικης ένοπλης οργάνωσης Χεζμπολάχ, η οποία έχει στοχοποιήσει το Ισραήλ.
Ο Νετανιάχου ανέφερε ότι η επιχείρηση επιδιώκει να ανοίξει τον δρόμο για τη δημοκρατία στο Ιράν προς όφελος του ιρανικού λαού και της ευρύτερης περιοχής, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι η επιλογή της κυβέρνησης θα εξαρτηθεί από τον ίδιο τον ιρανικό λαό. Υποστήριξε επίσης ότι το Ιράν υπήρξε η κύρια κινητήρια δύναμη πολέμων τα τελευταία χρόνια, εκτιμώντας ότι το 95% όλων των προβλημάτων που παρατηρούνται στη Μέση Ανατολή προέρχονται από το Ιράν.
Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός τόνισε ότι η στρατιωτική δράση ήταν επειγόντως αναγκαία για να ανακοπεί το πρόγραμμα πυρηνικών όπλων του Ιράν, υποστηρίζοντας ότι η Τεχεράνη ανακατασκεύαζε εγκαταστάσεις σε νέες τοποθεσίες και σε υπόγεια καταφύγια, γεγονός που, όπως ισχυρίστηκε, θα καθιστούσε το πρόγραμμα βαλλιστικών πυραύλων και το πρόγραμμα ατομικής βόμβας του Ιράν απρόσβλητα μέσα σε λίγους μήνες.
Σύμφωνα με τον Νετανιάχου, εάν δεν λαμβανόταν δράση τώρα, δεν θα μπορούσε να ληφθεί στο μέλλον, επισημαίνοντας ότι η επέμβαση ήταν αναγκαία άμεσα και πραγματοποιήθηκε, διαφορετικά το «καθεστώς μαζικών δολοφονιών» του Ιράν θα αποκτούσε ασυλία έναντι μελλοντικής ενέργειας.
Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, δήλωσε ότι οι στόχοι των Ηνωμένων Πολιτειών είναι παρόμοιοι.
Μιλώντας σε δημοσιογράφους στις 2 Μαρτίου, ανέφερε ότι οι στόχοι της επιχείρησης είναι η καταστροφή της ικανότητας του Ιράν σε βαλλιστικούς πυραύλους και η διασφάλιση ότι δεν θα μπορέσει να την ανασυγκροτήσει, καθώς και ότι δεν θα μπορέσει να καλυφθεί πίσω από αυτήν για να αναπτύξει πυρηνικό πρόγραμμα.
Προειδοποίησε επίσης την Τεχεράνη ότι τα σφοδρότερα πλήγματα από τον αμερικανικό στρατό δεν έχουν ακόμη εκδηλωθεί. Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ κάλεσε τους Αμερικανούς πολίτες που διαμένουν στο Ιράν και στις γειτονικές του χώρες να αναχωρήσουν άμεσα.
Ο Ρούμπιο ανέφερε ότι δεν πρόκειται να αποκαλύψει λεπτομέρειες για τις τακτικές ενέργειες, υπογραμμίζοντας ωστόσο ότι τα πιο σκληρά πλήγματα από τον αμερικανικό στρατό επί του Ιράν δεν έχουν ακόμη έρθει και ότι η επόμενη φάση θα είναι ακόμη πιο τιμωρητική για την Τεχεράνη σε σύγκριση με την τρέχουσα κατάσταση.
Σε αντίποινα για τα αμερικανοϊσραηλινά πλήγματα, το Ιράν εξαπέλυσε σειρά επιθέσεων κατά του Ισραήλ και γειτονικών κρατών του Κόλπου, στοχοποιώντας αμερικανικές και ισραηλινές στρατιωτικές βάσεις στην περιοχή, αλλά και αεροδρόμια και ξενοδοχεία.
Οι επιθέσεις αυτές προκάλεσαν την καταδίκη κρατών του Κόλπου, μεταξύ των οποίων και το Ομάν, το οποίο είχε διαδραματίσει ρόλο διαμεσολαβητή στις πυρηνικές συνομιλίες ΗΠΑ-Ιράν που ολοκληρώθηκαν χωρίς αποτέλεσμα τον περασμένο μήνα.
Ο Αλί Λαριτζανί, γραμματέας του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας του Ιράν και πρώην μέλος των Φρουρών της Επανάστασης, δήλωσε ότι οι επιθέσεις δεν στρέφονταν κατά των συγκεκριμένων χωρών, αλλά κατά των αμερικανικών στρατιωτικών μέσων που φιλοξενούν.
Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X ανέφερε ότι όταν βάσεις που βρίσκονται σε μια χώρα χρησιμοποιούνται εναντίον του Ιράν και όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες διεξάγουν επιχειρήσεις στην περιοχή βασιζόμενες σε αυτές τις δυνάμεις, τότε οι βάσεις αυτές θα αποτελούν στόχο.
Ο Λαριτζανί δήλωσε την 1η Μαρτίου ότι θα συγκροτηθεί μεταβατικό συμβούλιο ηγεσίας για τη διακυβέρνηση του Ιράν έως ότου επιλεγεί ο διάδοχος του Χαμενεΐ. Το συμβούλιο αποτελείται από τρία μέλη· τον πρόεδρο Μασούντ Πεζεσκιάν, τον επικεφαλής της Δικαιοσύνης Γκολάμ Χοσεΐν Μοχσενί Εζεΐ και τον αγιατολάχ Αλιρεζά Αραφί.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δήλωσε στις 22 Φεβρουαρίου ότι θέλει «πλήρη σαφήνεια» από τις Ηνωμένες Πολιτείες μετά από απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου που ακύρωσε τους δασμούς του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ. Ζήτησε από την Ουάσιγκτον να τιμήσει την εμπορική συμφωνία που επιτεύχθηκε πέρυσι.
Η κυβέρνηση Τραμπ εξετάζει εναλλακτικές νομικές οδούς, αφού το Ανώτατο Δικαστήριο, στις 20 Φεβρουαρίου, ακύρωσε το πλαίσιο αμοιβαίων δασμών που είχε επιβάλει ο Τραμπ βάσει του Νόμου περί Διεθνών Οικονομικών Εξουσιών Έκτακτης Ανάγκης. Μετά την απόφαση, ο Τραμπ ανακοίνωσε παγκόσμιο δασμό 10% βάσει του Τμήματος 122 του Νόμου περί Εμπορίου του 1974, πριν τον αυξήσει σε 15% στις 21 Φεβρουαρίου, έπειτα από λεπτομερή εξέταση της δικαστικής απόφασης.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε ανακοίνωση στις 22 Φεβρουαρίου, με την οποία προέτρεψε την κυβέρνηση των ΗΠΑ να διευκρινίσει τα επόμενα βήματά της, σημειώνοντας ότι η παρούσα κατάσταση «δεν ευνοεί την επίτευξη δίκαιου, ισορροπημένου και αμοιβαία επωφελούς» διατλαντικού εμπορίου και επενδύσεων, όπως είχαν συμφωνήσει οι δύο πλευρές πέρυσι.
Στο πλαίσιο εμπορικής συμφωνίας που επιτεύχθηκε τον περασμένο Ιούλιο, οι Ηνωμένες Πολιτείες συμφώνησαν να θέσουν ανώτατο όριο δασμών στο 15% για τις περισσότερες εισαγωγές από την ΕΕ, καλύπτοντας ένα εύρος τομέων όπως τα αυτοκίνητα, τα φαρμακευτικά προϊόντα, οι ημιαγωγοί και η ξυλεία. Από την πλευρά της, η ΕΕ συμφώνησε να καταργήσει τους δασμούς σε όλα τα βιομηχανικά προϊόντα των ΗΠΑ και να παραχωρήσει προνομιακή πρόσβαση στην αγορά για εξαγωγές θαλασσινών και αγροτικών προϊόντων από τις ΗΠΑ. Συμφώνησε επίσης να αυξήσει τις αγορές στρατιωτικού και αμυντικού εξοπλισμού από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανέφερε ότι η ΕΕ, ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος των Ηνωμένων Πολιτειών, αναμένει από τις ΗΠΑ να τηρήσουν τις δεσμεύσεις τους όπως αυτές αποτυπώνονται στην κοινή δήλωση, όπως αντίστοιχα η ΕΕ τηρεί τις δικές της δεσμεύσεις.
Ειδικότερα, η Επιτροπή υπογράμμισε ότι τα προϊόντα της ΕΕ πρέπει να συνεχίσουν να απολαμβάνουν τους πλέον ευνοϊκούς όρους ανταγωνισμού, χωρίς καμία αύξηση των δασμών πέρα από το σαφές και συνολικό ανώτατο όριο που είχε συμφωνηθεί προηγουμένως.
Η Επιτροπή δήλωσε ότι βρίσκεται σε συνεχή επαφή με την κυβέρνηση Τραμπ για το ζήτημα, σημειώνοντας ότι ο επίτροπος Εμπορίου της ΕΕ Μάρος Σέφτσοβιτς είχε μιλήσει με τον εκπρόσωπο Εμπορίου των ΗΠΑ Τζέιμσον Γκρηρ και τον υπουργό Εμπορίου Χάουαρντ Λούτνικ στις 21 Φεβρουαρίου. Επεσήμανε δε ότι θα συνεχίσει να εργάζεται για τη μείωση των δασμών, όπως προβλέπει η κοινή δήλωση, και ότι προτεραιότητα της ΕΕ είναι να διατηρήσει ένα σταθερό και προβλέψιμο διατλαντικό εμπορικό περιβάλλον, λειτουργώντας ταυτόχρονα ως παγκόσμια άγκυρα για το εμπόριο βάσει ορισμένων κανόνων.
Ο Γκρηρ επιβεβαίωσε, σε συνέντευξη στο CBS News, στις 22 Φεβρουαρίου, ότι είχε συζητήσει ζητήματα δασμών με τον ομόλογό του από την ΕΕ και αξιωματούχους από άλλες χώρες, και δήλωσε ότι η Ουάσιγκτον αναμένει από τους εμπορικούς εταίρους της να τηρήσουν τις συμφωνίες. Όπως είπε, οι συμφωνίες δεν βασίζονταν στο αν η δικαστική διαμάχη για τους δασμούς έκτακτης ανάγκης θα κερδιζόταν ή θα χανόταν, προσθέτοντας ότι μιλούσε με αυτούς τους συνομιλητές και τους έλεγε επί έναν χρόνο ότι, είτε κέρδιζαν είτε έχαναν την υπόθεση, θα υπήρχαν δασμοί και ότι η πολιτική του προέδρου θα συνεχιζόταν. Γι’ αυτό υπέγραψαν αυτές τις συμφωνίες, ακόμη και ενώ η δικαστική διαδικασία ήταν σε εξέλιξη, υποστήριξε.
Ο Γκρηρ δήλωσε στις 20 Φεβρουαρίου ότι η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου επηρεάζει μόνο τους αμοιβαίους δασμούς του Τραμπ και τους δασμούς που σχετίζονται με τη φαιντανύλη, ενώ εκτεταμένοι δασμοί που επιβλήθηκαν βάσει άλλων νομοθετικών εξουσιοδοτήσεων θα παραμείνουν σε ισχύ.
Ανέφερε ακόμη ότι το γραφείο του θα ξεκινήσει νέες έρευνες βάσει του Τμήματος 301 του Νόμου περί Εμπορίου, που θα καλύπτουν τους περισσότερους μεγάλους εμπορικούς εταίρους. Η έρευνα αποσκοπεί στην αντιμετώπιση «αδικαιολόγητων, παράλογων, μεροληπτικών και επιβαρυντικών πράξεων, πολιτικών και πρακτικών» και ενδέχεται να επιβληθούν πρόσθετοι δασμοί, εάν διαπιστωθούν αθέμιτες πρακτικές.
Ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσσεντ επικαλέστηκε το Τμήμα 232 του Νόμου περί Επέκτασης του Εμπορίου ως μια επιλογή που εξετάζει η κυβέρνηση Τραμπ για την πολιτική δασμών μετά την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου.
Ο Υπουργός Πολέμου Πιτ Χέγκσεθ δήλωσε στις 6 Φεβρουαρίου ότι το Πεντάγωνο θα διακόψει όλους τους ακαδημαϊκούς δεσμούς με το Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ, καθώς το ίδρυμα «δεν ανταποκρίνεται πλέον στις ανάγκες του Υπουργείου Πολέμου ή των στρατιωτικών υπηρεσιών».
Ο Πιτ Χέγκσεθ ανέφερε ότι το Πεντάγωνο θα σταματήσει τη μεταπτυχιακή επαγγελματική στρατιωτική εκπαίδευση, τις υποτροφίες και τα προγράμματα πιστοποίησης με το σχολείο της Άιβι Λιγκ, ξεκινώντας από το ακαδημαϊκό έτος 2026-27 για τα εν ενεργεία μέλη των υπηρεσιών. Αυτή η πολιτική θα ισχύει για τα μέλη που θα εγγράφονται σε μελλοντικά μαθήματα, ενώ το στρατιωτικό προσωπικό που είναι ήδη εγγεγραμμένο στο Χάρβαρντ θα έχει τη δυνατότητα να ολοκληρώσει τις σπουδές του.
«Για πολύ καιρό, αυτό το υπουργείο έστελνε τους καλύτερους και λαμπρότερους αξιωματικούς μας στο Χάρβαρντ, ελπίζοντας ότι το πανεπιστήμιο θα κατανοούσε και θα εκτιμούσε καλύτερα την τάξη των πολεμιστών μας», δήλωσε σε ανακοίνωσή του. «Αντίθετα, πάρα πολλοί από τους αξιωματικούς μας επέστρεφαν μοιάζοντας υπερβολικά στο Χάρβαρντ — με κεφάλια γεμάτα παγκοσμιοποιητικές και ριζοσπαστικές ιδεολογίες που δεν βελτιώνουν τις μαχητικές μας τάξεις».
Ο Πιτ Χέγκσεθ είπε ότι το Χάρβαρντ δεν είναι πλέον ένα φιλόξενο ίδρυμα για το στρατιωτικό προσωπικό, επικαλούμενος τη συνεργασία του με το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα (ΚΚΚ) σε ερευνητικά προγράμματα στην πανεπιστημιούπολη και μια κουλτούρα που, όπως είπε, επέτρεψε επιθέσεις σε Εβραίους φοιτητές και «προωθεί τις διακρίσεις βάσει φυλετικής καταγωγής κατά παράβαση των αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου».
Το Πεντάγωνο θα αξιολογήσει παρόμοιες σχέσεις και με άλλα σχολεία της Άιβι Λιγκ και πολιτικά πανεπιστήμια τις επόμενες εβδομάδες. Νωρίτερα αυτή την εβδομάδα, ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι η κυβέρνησή του θα απαιτήσει από το Χάρβαρντ να καταβάλει αποζημίωση ύψους 1 δισ. δολαρίων, κατηγορώντας το πανεπιστήμιο ότι είναι «έντονα αντισημιτικό».
Η κυβέρνηση Ντόναλντ Τραμπ επιχείρησε να παγώσει δισεκατομμύρια δολάρια σε ομοσπονδιακή χρηματοδότηση από το Χάρβαρντ μετά από έρευνα για τις πρωτοβουλίες διαφορετικότητας, ισότητας και ένταξης (DEI). Ο πρόεδρος του Χάρβαρντ, Άλαν Γκάρμπερ, κατέθεσε αγωγή κατά της κυβέρνησης τον Απρίλιο του 2025, επιδιώκοντας την αποκατάσταση επιχορηγήσεων ύψους 2,2 δισ. δολαρίων.
Τη δημιουργία του Συμβουλίου Ειρήνης για τη Γάζα ανακοίνωσε στις 15 Ιανουαρίου ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ, με αφορμή την έναρξη της δεύτερης φάσης της συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός μεταξύ Ισραήλ και της τρομοκρατικής οργάνωσης Χαμάς, υπό την αιγίδα των ΗΠΑ.
«Είναι μεγάλη μου τιμή να ανακοινώσω τη συγκρότηση του Συμβουλίου Ειρήνης», δήλωσε ο Τραμπ μέσω ανάρτησής του στην πλατφόρμα Truth Social. «Τα μέλη του συμβουλίου θα ανακοινωθούν σύντομα, αλλά μπορώ να πω με βεβαιότητα ότι πρόκειται για το σημαντικότερο και πιο διακεκριμένο συμβούλιο που έχει συγκροτηθεί ποτέ, σε οποιονδήποτε τόπο, οποιαδήποτε στιγμή».
Πρόεδρος του Συμβουλίου θα είναι ο ίδιος ο Τραμπ, το οποίο αναλαμβάνει την εποπτεία μιας παλαιστινιακής τεχνοκρατικής επιτροπής με αρμοδιότητα τη διοίκηση της Λωρίδας της Γάζας. Σε ξεχωριστή ανάρτηση, ο Τραμπ δήλωσε ότι στηρίζει τη νεοσυσταθείσα τεχνοκρατική επιτροπή που θα διοικήσει τη Γάζα κατά τη μεταβατική περίοδο, καθώς το ειρηνευτικό σχέδιο των ΗΠΑ εισέρχεται επίσημα στη δεύτερη φάση του.
«Ως πρόεδρος του Συμβουλίου Ειρήνης, στηρίζω τη νεοδιορισμένη παλαιστινιακή τεχνοκρατική κυβέρνηση, την Εθνική Επιτροπή Διοίκησης της Γάζας, με τη στήριξη του ανώτερου εκπροσώπου του συμβουλίου, ώστε να διαχειριστεί τη Γάζα στη μεταβατική περίοδο. Οι Παλαιστίνιοι αυτοί ηγέτες παραμένουν αμετακίνητα προσηλωμένοι σε ένα ειρηνικό μέλλον», τόνισε ο Τραμπ.
Ο πρόεδρος ανέφερε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα συνεργαστούν με την Αίγυπτο, την Τουρκία και το Κατάρ για την επίτευξη συμφωνίας αποστρατικοποίησης, που απαιτεί από τη Χαμάς να παραδώσει το σύνολο του οπλισμού της και να διαλύσει το δίκτυο τούνελ που διαθέτει.
«Η Χαμάς πρέπει άμεσα να σεβαστεί τις δεσμεύσεις της, συμπεριλαμβανομένης της επιστροφής της τελευταίας σορού στο Ισραήλ, και να προχωρήσει χωρίς καθυστέρηση στην πλήρη αποστρατικοποίηση», ανέφερε ο Τραμπ. «Όπως έχω ξαναπεί, μπορούν να το πετύχουν εύκολα ή δύσκολα. Ο λαός της Γάζας έχει υποφέρει αρκετά. Η ώρα είναι τώρα».
Το ειρηνευτικό σχέδιο για τη Γάζα ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 2025 και η γενικότερη στρατηγική προβλέπει τρεις φάσεις, με στόχο την υλοποίηση του σχεδίου 20 σημείων που παρουσίασε ο Τραμπ τον Σεπτέμβριο του περασμένου έτους. Ο προεδρικός απεσταλμένος για την ειρήνη, Στιβ Γουίτκοφ, δήλωσε στις 14 Ιανουαρίου ότι η δεύτερη φάση θα αφορά την πλήρη αποστρατικοποίηση και ανοικοδόμηση της Γάζας. Προειδοποίησε μάλιστα πως, αν η Χαμάς δεν τηρήσει τις υποχρεώσεις της, θα αντιμετωπίσει σοβαρές συνέπειες.
Από τον Οκτώβριο, Ισραήλ και Χαμάς αλληλοκατηγορούνται για παραβιάσεις της κατάπαυσης του πυρός. Η πρώτη φάση της συμφωνίας προέβλεπε την απελευθέρωση όλων των Ισραηλινών ομήρων, ζωντανών και νεκρών, που κρατούσε η Χαμάς. Μέχρι σήμερα, η οργάνωση έχει επιστρέψει τις σορούς 27 από τους 28 νεκρούς ομήρους.
Ο στρατός του Ισραήλ εξαπέλυσε στρατιωτική επιχείρηση στη Γάζα αφότου μαχητές της Χαμάς πραγματοποίησαν ευρείας κλίμακας επιθέσεις στη νότια περιοχή του Ισραήλ, στις 7 Οκτωβρίου 2023. Περισσότεροι από 1.100 άνθρωποι σκοτώθηκαν, χιλιάδες τραυματίστηκαν και 250 απήχθησαν κατά τη διάρκεια εκείνης της επίθεσης.
Η στρατιωτική αντίδραση του Ισραήλ στη Γάζα έχει οδηγήσει, σύμφωνα με το υπουργείο Υγείας της Γάζας που ελέγχεται από τη Χαμάς, σε πάνω από 71.000 θανάτους. Το υπουργείο δεν διαχωρίζει αμάχους από μέλη της Χαμάς.