Σάββατο, 20 Ιούν, 2026

Κέντρο που υποστηρίζει την αποχώρηση από το ΚΚ της Κίνας δέχθηκε 300 εκατ. κυβερνοεπιθέσεις σε 45 λεπτά

Το Παγκόσμιο Κέντρο για την Αποχώρηση από το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας [Global Service Center for Quitting the Chinese Communist Party], με έδρα τη Νέα Υόρκη, γνωστό και ως Κέντρο Tuidang, καθώς και η πλατφόρμα του, βρέθηκαν πρόσφατα στο στόχαστρο μεγάλης κλίμακας κυβερνοεπιθέσεων που αποδίδονται στο κομμουνιστικό καθεστώς της Κίνας, σύμφωνα με τον τεχνικό υπεύθυνο του οργανισμού.

Ο Σιάο Τζουν, τεχνικός υπεύθυνος του κέντρου και επικεφαλής της πλατφόρμας Tianchao Messenger, δήλωσε στην εφημερίδα The Epoch Times στις 10 Ιουνίου ότι το σύστημα κυβερνοασφάλειας του κέντρου απέκρουσε έως και 300 εκατομμύρια κακόβουλα αιτήματα μέσα σε 45 λεπτά. Τα αιτήματα στόχευαν τον τομέα που χρησιμοποιείται για την παράκαμψη του Μεγάλου Τείχους Προστασίας της Κίνας, φτάνοντας σε κορύφωση άνω των 110.000 ανά δευτερόλεπτο.

Σύμφωνα με τον Σιάο, αυτή η μεγάλης κλίμακας στοχευμένη κυβερνοεπίθεση ξεκίνησε στις 13 Μαΐου, παραμονή της επίσκεψης του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ στην Κίνα, και συνεχίστηκε έως το τέλος του μήνα.

Ανέφερε ότι το σύστημα κυβερνοασφάλειας του ιστοτόπου απέτρεψε την επίθεση με μεθόδους όπως η δυναμική ανακατεύθυνση της διαδικτυακής κίνησης και ο αποκλεισμός κακόβουλων κόμβων, σημειώνοντας ότι το σύστημα λειτουργεί πάντα στο υψηλότερο επίπεδο ασφαλείας και ότι όλα τα δεδομένα παραμένουν πλήρως προστατευμένα.

Πέρα από το Κέντρο Tuidang, η πλατφόρμα Tianchao Messenger παρέχει πρόσβαση και σε άλλους ιστοτόπους, επιτρέποντας στους χρήστες στην ηπειρωτική Κίνα να περιηγούνται σε αυτούς χωρίς εργαλεία παράκαμψης της λογοκρισίας. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται μέσα ενημέρωσης του εξωτερικού που δημοσιεύουν μη λογοκριμένες ειδήσεις για την Κίνα, όπως η εφημερίδα The Epoch Times και το αδελφό της μέσο NTD, καθώς και τα Sound of Hope, Aboluowang, China Banned Films και άλλοι ιστότοποι.

Στην πλατφόρμα περιλαμβάνονται επίσης ιστοσελίδες πληροφόρησης για το Φάλουν Γκονγκ και παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων που σχετίζονται με τη δίωξη της πρακτικής, όπως ο Παγκόσμιος Οργανισμός για τη Διερεύνηση της Δίωξης του Φάλουν Γκονγκ και το Minghui.org.

Το Φάλουν Γκονγκ, γνωστό και ως Φάλουν Ντάφα, είναι μια παραδοσιακή κινεζική πνευματική άσκηση που βασίζεται στις αρχές της Αλήθειας, της Καλοσύνης και της Ανεκτικότητας. Η δημοτικότητά του αυξήθηκε σημαντικά κατά τη δεκαετία του 1990 και, σύμφωνα με εκτιμήσεις της εποχής, ο αριθμός των ασκουμένων του Φάλουν Γκονγκ στην Κίνα είχε φτάσει τα 70– 100 εκατομμύρια μέχρι το τέλος της δεκαετίας.

Το κυβερνών Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (ΚΚΚ), υπό τον τότε ηγέτη του Τζιανγκ Ζεμίν, θεώρησε ότι η δημοτικότητα της άσκησης απειλεί την εξουσία του και ξεκίνησε τον Ιούλιο του 1999 μια συστηματική εκστρατεία εξάλειψής της. Έκτοτε, εκατομμύρια ασκούμενοι του Φάλουν Γκονγκ έχουν κρατηθεί σε φυλακές, στρατόπεδα συγκέντρωσης και άλλες εγκαταστάσεις, ενώ εκατοντάδες χιλιάδες έχουν υποστεί βασανιστήρια κατά τη διάρκεια της κράτησής τους, σύμφωνα με το Κέντρο Πληροφόρησης Φάλουν Ντάφα.

Ασκούμενοι του Φάλουν Γκονγκ συμμετέχουν σε παρέλαση για τον εορτασμό της Παγκόσμιας Ημέρας Φάλουν Ντάφα, ζητώντας παράλληλα τον τερματισμό των διώξεων στην Κίνα. Νέα Υόρκη, 13 Μαΐου 2026. (Samira Bouaou/The Epoch Times)

 

Οι πληροφορίες σχετικά με το Φάλουν Γκονγκ και τη συνεχιζόμενη δίωξη της ομάδας από το ΚΚΚ θεωρούνται ιδιαίτερα ευαίσθητες από το καθεστώς και λογοκρίνονται στην ηπειρωτική Κίνα.

Το ΚΚΚ χρησιμοποιεί ένα εκτεταμένο σύστημα διαδικτυακής λογοκρισίας και επιτήρησης, γνωστό ως «Μεγάλο Τείχος Προστασίας της Κίνας», για να περιορίζει την πρόσβαση των Κινέζων πολιτών σε ιστοτόπους του εξωτερικού από τους οποίους μπορούν να ενημερώνονται για το Φάλουν Γκονγκ, την πραγματική κατάσταση στην Κίνα και άλλα ζητήματα που το καθεστώς θεωρεί ευαίσθητα.

Σύμφωνα με τον Σιάο, ένας από τους βασικούς λόγους που το ΚΚΚ στοχοποιεί το Κέντρο Tuidang είναι ότι οι χρήστες του διαδικτύου στην ηπειρωτική Κίνα μπορούν να αποκτήσουν σχεδόν ανεμπόδιστη πρόσβαση στην πλατφόρμα, να ενημερώνονται από πηγές του εξωτερικού χωρίς περιορισμούς και να επικοινωνούν ελεύθερα με τον υπόλοιπο κόσμο.

Όπως ανέφερε, έχουν λάβει αναφορές σύμφωνα με τις οποίες πολίτες ή αντιφρονούντες στην ηπειρωτική Κίνα, αφού μετέδωσαν ζωντανά ή αποκάλυψαν τοπικές κινητοποιήσεις διαμαρτυρίας ή υπεράσπισης δικαιωμάτων, ερωτήθηκαν από την αστυνομία κατά τη διάρκεια ανακρίσεων εάν είχαν επισκεφθεί το Tianchao Messenger.

Ο Σιάο σημείωσε επίσης ότι ο διαδικτυακός αποκλεισμός της πλατφόρμας εντείνεται τις περιόδους που το ΚΚΚ θεωρεί «ευαίσθητες», επειδή φοβάται ότι η πλατφόρμα μπορεί να μεταφέρει πληροφορίες που δεν ελέγχονται από το καθεστώς και να προσφέρει στους πολίτες έναν δίαυλο ελεύθερης έκφρασης.

Επιθέσεις σε πολλαπλά επίπεδα

Ο Σιάο δήλωσε ότι οι επιθέσεις του ΚΚΚ κατά της πλατφόρμας Tianchao Messenger έχουν γίνει πρόσφατα πολύ μεγαλύτερες σε κλίμακα και συχνότερες, ενώ περιλαμβάνουν και μη τεχνικές μεθόδους.

Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι πραγματοποιούνται έμμεσες επιθέσεις σε συνδεδεμένους λογαριασμούς, όπως λογαριασμούς Google, με στόχο την απόκτηση των διαπιστευτηρίων που απαιτούνται για την πλαστοπροσωπία των διαχειριστών ή για παράνομη πρόσβαση στους ιστοτόπους και τους διακομιστές της πλατφόρμας.

Ο Σιάο πρόσθεσε ότι έχουν λάβει γραπτές επιβεβαιώσεις από παρόχους υπηρεσιών, όπως η Google, οι οποίες χαρακτηρίζουν τα περιστατικά αυτά ως κυβερνοεπιθέσεις συνδεόμενες με κρατικούς φορείς. Όπως δήλωσε, έχουν αποκτήσει άμεσα αποδεικτικά στοιχεία και μέρος των μεταγενέστερων επιθέσεων στόχευσε ειδικά τον ιστότοπο του Παγκόσμιου Κέντρου Υπηρεσιών για την Αποχώρηση από το ΚΚΚ.

Επιπλέον, υποβλήθηκαν ψευδείς καταγγελίες προς καταχωρητές ονομάτων τομέα και παρόχους διακομιστών, στις οποίες αναφερόταν, μεταξύ άλλων, ότι η πλατφόρμα Tianchao Messenger φιλοξενούσε περιεχόμενο ηλεκτρονικής απάτης, υλικό κατά των ομοφυλοφίλων ή περιεχόμενο που παραβίαζε την ιδιωτικότητα, την κινεζική νομοθεσία ή τους όρους χρήσης των υπηρεσιών. Στόχος ήταν η απενεργοποίηση του ονόματος τομέα ή η αναστολή των υπηρεσιών της πλατφόρμας.

Ο Γουάνγκ Τζιγιουάν, πρόεδρος του Παγκόσμιου Κέντρου Υπηρεσιών για την Αποχώρηση από το ΚΚΚ, δήλωσε στην Epoch Times ότι οι επιθέσεις κατά του ιστοτόπου αποδεικνύουν, κατά την άποψή του, τον φόβο του καθεστώτος απέναντι στις αρχές που προωθεί το Φάλουν Γκονγκ — την αλήθεια, την καλοσύνη και την ανεκτικότητα — και αντανακλούν την ανησυχία του για τις προσπάθειες αποκάλυψης των διώξεων.

Ο Γουάνγκ ανέφερε ότι η οργάνωση επιδιώκει να αποκαλύψει στο κοινό αυτό που χαρακτήρισε «μοχθηρή φύση» του ΚΚΚ, υποστηρίζοντας ότι το κόμμα διώκει κάθε Κινέζο πολίτη. Πρόσθεσε επίσης ότι, κατά την άποψή του, οι διαδοχικές εκστρατείες που έχει εξαπολύσει το κόμμα από το 1949 συνιστούν «εκστρατείες γενοκτονίας».

Κλείνοντας, δήλωσε ότι πιστεύει πως ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι θα στηρίξουν την προσπάθεια αυτή και θα συμμετάσχουν στην αποδόμηση του ΚΚΚ.

Με τη συμβολή των Li Jing και Gu Xiaohua

Η Κίνα εντείνει την επιτήρηση εν όψει της επετείου της Τιενανμέν

Καθώς πλησιάζει η 37η επέτειος της Σφαγής της Πλατείας Τιενανμέν του 1989, το κομμουνιστικό καθεστώς της Κίνας έχει εντείνει τα μέτρα ασφαλείας κατά αντιφρονούντων και υπερασπιστών της δημοκρατίας σε ολόκληρη τη χώρα, σύμφωνα με μαρτυρίες ατόμων που δηλώνουν ότι έχουν τεθεί υπό παρακολούθηση, έχουν περιοριστεί στα σπίτια τους ή έχουν δεχθεί προειδοποιήσεις να μην μιλήσουν δημόσια για την επέτειο.

Την 4η Ιουνίου 1989, κινεζικά στρατεύματα κατέστειλαν βίαια ένα φιλοδημοκρατικό κίνημα υπό την ηγεσία φοιτητών, με αποτέλεσμα χιλιάδες νεκρούς και τραυματίες. Σήμερα, το καθεστώς παραμένει ιδιαίτερα ευαίσθητο σε κάθε δημόσια αναφορά ή μνημόνευση της τραγωδίας.

Οι περιορισμοί που καταγράφονται σε διάφορες περιοχές της χώρας αντανακλούν ένα πάγιο μοτίβο, σύμφωνα με το οποίο το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (ΚΚΚ) εντείνει κάθε χρόνο τις επιχειρήσεις πολιτικής ασφαλείας εν όψει της 4ης Ιουνίου.

Την ίδια στιγμή, η οργάνωση ανθρωπίνων δικαιωμάτων Human Rights in China, με έδρα τη Νέα Υόρκη, δημοσίευσε την ετήσια αναμνηστική ανακοίνωση των Μητέρων της Τιενανμέν [Tiananmen Mothers], μιας ομάδας που εκπροσωπεί συγγενείς όσων σκοτώθηκαν κατά τη σφαγή. Η ομάδα επανέλαβε τα πάγια αιτήματά της προς το ΚΚΚ: να αποκαλύψει ολόκληρη την αλήθεια για τα γεγονότα, να αποζημιώσει τις οικογένειες των θυμάτων και να λογοδοτήσουν όσοι φέρουν ευθύνη.

Παρακολούθηση και περιορισμοί

Αρκετοί αντιφρονούντες στην Κίνα δήλωσαν στην εφημερίδα The Epoch Times ότι αξιωματικοί της κρατικής ασφάλειας, αστυνομικοί και τοπικοί αξιωματούχοι γειτονιάς άρχισαν να επικοινωνούν μαζί τους στα τέλη Μαΐου, προειδοποιώντας τους να μην ταξιδέψουν, να μην συμμετάσχουν σε συγκεντρώσεις και να μην μιλήσουν σε μέσα ενημέρωσης του εξωτερικού εν όψει της επετείου. Οι ίδιοι μίλησαν υπό τον όρο να δημοσιευθούν μόνο τα επώνυμά τους, φοβούμενοι αντίποινα.

Ένας αντιφρονών από το Πεκίνο, με το επώνυμο Λιου, δήλωσε ότι η αστυνομική παρακολούθηση γύρω από το σπίτι του είχε ήδη ενταθεί. Σύμφωνα με τον Λιου, η αστυνομία έχει αναλάβει τη συνεχή παρακολούθησή του. Ένα όχημα χωρίς διακριτικά παραμένει σταθμευμένο έξω από το σπίτι του και τον ακολουθεί όπου κι αν πηγαίνει.

Όπως είπε, αξιωματικοί της κρατικής ασφάλειας του έδωσαν οδηγίες να μην συμμετάσχει σε συγκεντρώσεις που σχετίζονται με την 4η Ιουνίου και να μην αναρτήσει πληροφορίες σε ιστοτόπους του εξωτερικού. Κατά την άποψη του, οι φετινοί έλεγχοι βασίζονται περισσότερο στην άμεση παρακολούθηση παρά στην πρακτική της υποχρεωτικής απομάκρυνσης που οι Κινέζοι ακτιβιστές αποκαλούν «εξαναγκαστικό ταξίδι».

Στο πλαίσιο αυτής της πρακτικής, το καθεστώς συνήθως απομακρύνει αντιφρονούντες, υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή πρώην συμμετέχοντες στο κίνημα του 1989 από τις πόλεις όπου κατοικούν, με το πρόσχημα του τουρισμού, ταξιδιών αναψυχής ή άτυπων συναντήσεων, κρατώντας τους μακριά έως ότου περάσει η επέτειος.

Εκδήλωση στο Μνημείο των Θυμάτων του Κομμουνισμού στην Ουάσιγκτον, στις 23 Απριλίου 2026. Το μνημείο, αντίγραφο του αγάλματος της Θεάς της Δημοκρατίας που είχαν ανεγείρει οι διαδηλωτές της Πλατείας Τιενανμέν το 1989, τιμά τη μνήμη πλέον των εκατό εκατομμυρίων ανθρώπων που έχασαν τη ζωή τους υπό κομμουνιστικά καθεστώτα μετά την Μπολσεβικική Επανάσταση του 1917. (The Epoch Times)

 

Ο Λιου εκτίμησε ότι όσοι συμμετείχαν άμεσα στα γεγονότα της 4ης Ιουνίου και είναι περισσότερο γνωστοί ενδέχεται να απομακρυνθούν και πάλι από τις αρχές, ενώ οι περισσότεροι απλώς παρακολουθούνται στα σπίτια τους.

Μεταξύ των Κινέζων ακτιβιστών, η πρακτική ανάθεσης προσωπικού για την παρακολούθηση ατόμων όλο το εικοσιτετράωρο είναι γνωστή ως «υπηρεσία επιτήρησης». Πρόκειται για συνεχή φυσική παρακολούθηση από προσωπικό ασφαλείας. Η επιτήρηση μπορεί να περιλαμβάνει αστυνομικούς, στελέχη της κρατικής ασφάλειας, επιτροπές γειτονιάς, φύλακες ασφαλείας ή άλλους τοπικούς αξιωματούχους που σταθμεύουν κοντά στην κατοικία του ατόμου.

Ένας ακόμη αντιφρονών και ακτιβιστής από το Πεκίνο, με το επώνυμο Τσεν, δήλωσε στην Epoch Times ότι φύλακες άρχισαν να τον παρακολουθούν λίγες ημέρες πριν από την επέτειο. Σύμφωνα με τον Τσεν, δύο φύλακες ασφαλείας κάθονται εκ περιτροπής στον διάδρομο έξω από το διαμέρισμά του και τον ακολουθούν ακόμη και όταν βγαίνει για να αγοράσει κάτι. Τη μεγαλύτερη ανησυχία προκαλούν στο ΚΚΚ όσοι συζητούν για τη σφαγή της Τιενανμέν ή συγκεντρώνονται για να την τιμήσουν.

Παρόμοιες προειδοποιήσεις έλαβαν υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε άλλες περιοχές της χώρας, σύμφωνα με αναφορές που έκαναν.

Ένας υπερασπιστής ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην επαρχία Χουνάν, με το επώνυμο Χουάνγκ, δήλωσε στην εφημερίδα The Epoch Times ότι αξιωματικοί της κρατικής ασφάλειας επικοινωνούσαν επανειλημμένα μαζί του, δίνοντάς του οδηγίες να μην εγκαταλείψει την περιοχή και να μην συναντήσει φίλους σε άλλες πόλεις. Σύμφωνα με τον Χουάνγκ, ακτιβιστές στο Γκουανγκσί, το Τσενγκντού και το Τσονγκτσίνγκ έχουν λάβει παρόμοιες προειδοποιήσεις και ενημερώθηκαν ότι ενδέχεται να κληθούν για ανάκριση στις 4 Ιουνίου. Τα προηγούμενα χρόνια οι αρχές συνήθιζαν να απομακρύνουν άτομα για αρκετές ημέρες, ενώ πλέον είναι πιθανότερο να τα κρατούν υπό επιτήρηση στις περιοχές όπου διαμένουν.

Ο Λιου εκτίμησε ότι η αλλαγή αυτή αντανακλά μέτρα εξοικονόμησης κόστους και όχι χαλάρωση των ελέγχων.

Πρώην μέλη του απαγορευμένου Κόμματος της Δημοκρατίας της Κίνας στην επαρχία Τζετζιάνγκ εξακολουθούν να βρίσκονται υπό στενή παρακολούθηση, σύμφωνα με αντιφρονούντα της περιοχής που ζήτησε να παραμείνει ανώνυμος. Όπως δήλωσε, αρκετοί γνωστοί ακτιβιστές, μεταξύ των οποίων ο πρώην ηγέτης του φοιτητικού κινήματος Σου Γκουάνγκ, ο οποίος αποφυλακίστηκε πρόσφατα, καθώς και ο βετεράνος αντιφρονών Τσεν Σουτσίνγκ, που ολοκλήρωσε πέρυσι την ποινή φυλάκισής του, αντιμετωπίζουν περιορισμούς στις μετακινήσεις τους τις τελευταίες ημέρες.

Όπως επεσήμανε, αξιωματικοί της κρατικής ασφάλειας προειδοποίησαν τους ακτιβιστές να μην χρησιμοποιούν εικονικά ιδιωτικά δίκτυα (VPN) για να παρακάμπτουν το σύστημα λογοκρισίας του διαδικτύου στην Κίνα και να μην αναρτούν σχόλια σε διαδικτυακές ομάδες συζήτησης.

Ο Φανγκ Τζενγκ, υπέρμαχος της δημοκρατίας του οποίου τα πόδια συνέθλιψε κινεζικό στρατιωτικό άρμα μάχης κατά τη Σφαγή της Πλατείας Τιενανμέν, συμμετέχει σε αγρυπνία με κεριά στο Σαν Φρανσίσκο. ΗΠΑ, 3 Ιουνίου 2025. (Nathan Su/The Epoch Times)

 

Το ΚΚΚ δεν έχει ανακοινώσει δημόσια ειδικά μέτρα ασφαλείας για τη φετινή επέτειο. Ωστόσο, ακτιβιστές στη Σαγκάη και στο Τσενγκντού δήλωσαν στην Epoch Times ότι οι περιορισμοί στις μετακινήσεις τους ξεκίνησαν αυτή την εβδομάδα. Ορισμένοι ανέφεραν ότι τοπικοί αξιωματούχοι γειτονιάς τούς ενημέρωσαν πως η ελεύθερη μετακίνησή τους δεν θα αποκατασταθεί πριν από τις 5 Ιουνίου.

Το αίτημα για λογοδοσία

Παράλληλα, οι Μητέρες της Τιενανμέν αξιοποίησαν την ετήσια αναμνηστική τους ανακοίνωση για να επαναλάβουν το αίτημα επίσημης αναγνώρισης της σφαγής. Σε ανακοίνωση που εγκρίθηκε από την ομάδα και δημοσιεύθηκε από την Human Rights in China στο X στις 28 Μαΐου, τα γεγονότα της 3ης και 4ης Ιουνίου 1989 περιγράφονται ως μια τραγωδία κατά την οποία στρατιωτικές δυνάμεις χρησιμοποιήθηκαν εναντίον φοιτητών και πολιτών που συμμετείχαν σε ειρηνικές διαδηλώσεις.

Η ομάδα κάλεσε το ΚΚΚ να αντιμετωπίσει την κληρονομιά της σφαγής με νομικά και ειρηνικά μέσα και να αποδώσει δικαιοσύνη στις οικογένειες των θυμάτων. Στην ανακοίνωση αναφέρεται ότι επί 37 χρόνια τα μέλη της ομάδας βιώνουν τον πόνο και την οδύνη, αναζητώντας παράλληλα την αλήθεια και τη λογοδοσία, ενώ επαναλαμβάνουν τα τρία βασικά τους αιτήματα: την αποκάλυψη των γεγονότων, την αποζημίωση των θυμάτων και τη λογοδοσία όσων φέρουν ευθύνη.

Του Michael Zhuang

Με τη συμβολή του Zhou Yu

Το τίμημα της πίστης για τις οικογένειες των Κινέζων αντιφρονούντων

Ο Γκάο Που είχε κλειστεί στο διαμέρισμά του για μήνες, βυθισμένος σε ένα αίσθημα απόγνωσης. Δεν είχε γνωριμίες, πολιτική ισχύ ή επιρροή. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να αναρτά δημοσιεύσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αν και δεν πίστευε ότι αυτό θα βοηθούσε ιδιαίτερα. Και οι δύο γονείς του, ηγετικά στελέχη χριστιανικής κοινότητας που πλησίαζαν τα 70, βρίσκονταν πλέον σε κινεζική φυλακή και ο ίδιος ήταν χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Όταν η αστυνομία συνέλαβε τον πατέρα του, η μητέρα του τού είχε πει να προσέχει και να φροντίζει τον εαυτό του. Λίγες εβδομάδες αργότερα, συνελήφθη και εκείνη.

Το ζευγάρι, ο Γκάο Τσουανφού και η Πανγκ Γιου, ηγούνταν της Εκκλησίας Φως της Σιών στην κεντρική Κίνα. Με τα χρόνια, η εκκλησία εξελίχθηκε σε σημαντικό σημείο συνάντησης χριστιανών που επιθυμούσαν να λατρεύουν τον Θεό εκτός του ελέγχου του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας (ΚΚΚ), δήλωσε ο Γκάο Που στην εφημερίδα The Epoch Times. Οι γονείς του δεν αποτελούσαν απειλή, είπε· απλώς ήθελαν να υπηρετούν τον Θεό τους ειρηνικά. Όμως, για το Πεκίνο, η ανεξάρτητη πίστη δεν είναι αποδεκτή.

Οι γονείς του Γκάο Που, Γκάο Τσουανφού και Πανγκ Γιου, στο Σικάγο το 2018.  (Ευγενική παραχώρηση του Gao Pu)

 

Το κινεζικό καθεστώς αναγνωρίζει επισήμως μόνο πέντε θρησκείες. Για να λειτουργήσουν, οι θρησκευτικές οργανώσεις πρέπει να εγγράφονται στο κράτος, να ευθυγραμμίζονται με τις σοσιαλιστικές αξίες και να επιδεικνύουν πίστη στο Κόμμα. Όποιος παρεκκλίνει από αυτά τα αυστηρά όρια κινδυνεύει με παρενόχληση από την αστυνομία, φυλάκιση ή και κάτι χειρότερο. Δεκάδες εκατομμύρια πιστοί αντιμετωπίζουν αυτόν τον κίνδυνο καθημερινά, είτε πρόκειται για χριστιανούς, Θιβετιανούς βουδιστές, μουσουλμάνους Ουιγούρους ή ασκούμενους του Φάλουν Γκονγκ.

Ο Γκάο, όπως και άλλα παιδιά Κινέζων θρησκευτικών αντιφρονούντων, βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα παράδοξο. Ζει υπό την προστασία της αμερικανικής ελευθερίας. Ωστόσο, αντιμετωπίζει το ίδιο δίλημμα που θα είχε και στην Κίνα: να αυτολογοκριθεί απαλλάσσοντας τους δικούς του στην Κίνα από τη δίωξη του καθεστώτος ή να μιλήσει δημόσια, διακινδυνεύοντας την ασφάλειά τους.

Σε συνέντευξη Τύπου στην Ουάσιγκτον τον Μάρτιο, ο βουλευτής Τζον Μούλενααρ (R-Mich.), πρόεδρος της Ειδικής Επιτροπής της Βουλής για το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας, παρουσίασε δύο νεαρές γυναίκες, την Κλαιρ Λάι και την Γκρέις Τζιν Ντρέξελ, οι οποίες βρίσκονται αντιμέτωπες με παρόμοιο δίλημμα.

Η Κλαιρ Λάι, κόρη του Τζίμμυ Λάι, ιδρυτή της φιλοδημοκρατικής εφημερίδας Apple Daily, ο βουλευτής Τζον Μούλενααρ (R-Mich.), πρόεδρος της Ειδικής Επιτροπής της Βουλής για το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας, και η Γκρέις Τζιν Ντρέξελ, κόρη του ιδρυτικού πάστορα της Εκκλησίας της Σιών στο Πεκίνο, Έζρα Τζιν, δίνουν συνέντευξη Τύπου στο Καπιτώλιο. Ουάσιγκτον, 19 Μαρτίου 2026. (Madalina Kilroy/The Epoch Times)

 

Ο Μούλενααρ επεσήμανε ότι είναι σημαντικό να γνωρίζουν οι Αμερικανοί ότι η ελευθερία που απολαμβάνουν στην πατρίδα τους δεν είναι δεδομένη παντού στον κόσμο. Όπως ανέφερε, στην Κίνα, άνθρωποι φυλακίζονται εξαιτίας της αγάπης τους για τον Θεό, της αγάπης τους για την ελευθερία και του σεβασμού προς την ανθρώπινη αξιοπρέπεια που όλοι θα ήθελαν να μοιράζονται. Το ΚΚ Κίνας δεν πιστεύει στην ελεύθερη έκφραση, προσέθεσε, επειδή δεν έχει εμπιστοσύνη στις ίδιες του τις ιδέες. Φοβάται τους ανθρώπους της πίστης και λογοκρίνει την αλήθεια.

Ο Γκάο ανέφερε ότι, τους πρώτους μήνες μετά τη σύλληψη των γονιών του, ένιωθε σαν «ένα άδειο κέλυφος». Αρκετοί άλλοι πάστορες είχαν καταδικαστεί σε πολυετείς ποινές φυλάκισης, κάτι που προμήνυε δυσοίωνες εξελίξεις και για τους γονείς του. Θυμήθηκε ότι ο δικηγόρος τους τού είχε πει να προετοιμαστεί για έναν μακρύ αγώνα.

Η ποινικοποίηση της πίστης

Τον περασμένο Οκτώβριο, η Γκρέις Τζιν Ντρέξελ ξύπνησε με ένα μήνυμα από τον πατέρα της, τον ηγέτη της Εκκλησίας της Σιών στο Πεκίνο, Έζρα Τζιν. Ήταν μια επιστολή προσευχής που είχε μόλις στείλει στο ποίμνιό του, εκφράζοντας ανησυχία για την κράτηση ενός άλλου πάστορα την προηγούμενη ημέρα.

Η Γκρέις και η μητέρα της προσπαθούσαν να επικοινωνήσουν με τον Τζιν και τους ανθρώπους γύρω του όλη εκείνη την ημέρα. Κανείς δεν απαντούσε. Τελικά έμαθαν ότι είχε φυλακιστεί και ο ίδιος — ένας από τους είκοσι οκτώ που συνελήφθησαν στη μεγάλη επιχείρηση των κινεζικών αρχών εναντίον ανεπίσημων χριστιανικών εκκλησιών στο Πεκίνο.

Ο ιδρυτής της Εκκλησίας της Σιών, Έζρα Τζιν, σε φωτογραφία αρχείου. (Ευγενική παραχώρηση της Grace Jin Drexel)

 

Πέρασαν τα Χριστούγεννα, η Πρωτοχρονιά του Νέου Σεληνιακού Έτους και το Πάσχα. Οι γιορτές — που κατά παράδοση συνδέονται με την οικογένεια — διαδέχονταν η μία την άλλη. Τόσο η Γκρέις όσο και ο Γκάο Που πέρασαν αυτές τις ημέρες ανησυχώντας για τους γονείς τους. Ούτε οι ίδιοι ούτε οι συγγενείς τους στην Κίνα κατάφεραν να επικοινωνήσουν μαζί τους. Ως φυλακισμένοι δεν μπορούν να λάβουν επιστολές ή τηλεφωνήματα.

Οι ελάχιστες πληροφορίες που έχουν συγκεντρώσει για τις συνθήκες κράτησής τους δεν είναι ενθαρρυντικές. Η μητέρα του Γκάο Που, που αντιμετωπίζει καρδιολογικά προβλήματα και άγχος, δεν μπορεί να λάβει τα φάρμακά της. Ο πατέρας της Γκρέις κοιμάται σε ένα στρώμα στο πάτωμα μαζί με δεκάδες άλλους, ενώ αέρας και βροχή μπαίνουν από το παράθυρο του κελιού που δεν έχει τζάμι, κάνοντας τους κρατούμενους να τρέμουν από το κρύο τη νύχτα.

Το ‘έγκλημα’ των γονιών του Γκάο Που ήταν ότι χρησιμοποιούσαν δεισιδαιμονίες για να παρεμποδίσουν την επιβολή του νόμου — κατηγορία που αργότερα μετατράπηκε σε απάτη. Ο Τζιν κατηγορείται για παράνομη χρήση δικτύων πληροφοριών. Τόσο ο Γκάο Που όσο και η Γκρέις δηλώνουν ότι οι ισχυρισμοί των κινεζικών αρχών είναι αβάσιμοι.

Η Γκρέις είπε στην Epoch Times ότι αν ρωτήσει κανείς τις αρχές ποια είναι η παράνομη πληροφορία που διαδίδεται, μπορούν μόνο να παραπέμψουν στα κηρύγματα και στη μουσική λατρείας που εξακολουθούν να είναι διαθέσιμα στο YouTube. Η ίδια διερωτάται γιατί αυτό θεωρείται παράνομο στην Κίνα και τι ακριβώς καθιστά ένα συνηθισμένο κήρυγμα ή μια μουσική λατρείας παράνομα.

Το κόστος της άρνησης

Οι θρησκευόμενοι στην Κίνα μπορεί να δουν τη ζωή τους να ανατρέπεται από τη μια μέρα στην άλλη αν χάσουν την εύνοια του Κόμματος.

Όταν το καθεστώς ξεκίνησε το 1999 την πανεθνική εκστρατεία εξάλειψης του Φάλουν Γκονγκ, η οποία συνεχίζεται μέχρι και σήμερα, οι ασκούμενοι της εν λόγω πνευματικής πρακτικής έμειναν άναυδοι. Χιλιάδες πήγαν στο Πεκίνο, για να παρακαλέσουν την ηγεσία να αλλάξει γνώμη, αλλά αυτό που τους περίμενε ήταν περισσότερες συλλήψεις και ξυλοδαρμοί.

Παρά το γεγονός ότι τα κρατικά μέσα ενημέρωσης είχαν εξυμνήσει πολλούς από αυτούς ως υποδειγματικούς πολίτες — εθελοντές πρώτης γραμμής σε μεγάλη πλημμύρα μόλις έναν χρόνο νωρίτερα, κορυφαίους εργαζομένους, φοιτητές ελίτ πανεπιστημίων, βετεράνους και επιστήμονες — μέσα σε μια νύχτα μετατράπηκαν σε δημόσιους εχθρούς με προορισμό τη φυλακή.

Παρόμοια μοίρα είχαν αργότερα και οι Κινέζοι χριστιανοί, σημείωσε ο πάστορας Μπομπ Φου, ιδρυτής της χριστιανικής οργάνωσης ανθρωπίνων δικαιωμάτων China Aid.

Όταν ένας μεγάλος σεισμός κατέστρεψε την ορεινή επαρχία Σιτσουάν το 2008, εκατοντάδες χιλιάδες χριστιανοί κινητοποιήθηκαν, μεταφέροντας προμήθειες στην περιοχή και δημιουργώντας πρόχειρα σχολεία για εκτοπισμένα παιδιά. Κι όμως, παρά τις ανιδιοτελείς προσπάθειες που κατέβαλαν, οι αρχές συνέχισαν να τους στοχοποιούν, είπε ο Φου. Ένας άνδρας που φιλοξένησε ομάδα χριστιανών εθελοντών και αργότερα ασπάστηκε τον χριστιανισμό κατηγορήθηκε για «παροχή χώρου για παράνομη συγκέντρωση» και «συμμετοχή σε παράνομες δραστηριότητες κηρύγματος», σύμφωνα με την China Aid. Κρατήθηκε επί πέντε ημέρες.

Ο Μπομπ Φου, πρόεδρος της China Aid, μιλά σε εκδήλωση που διοργάνωσε η Επιτροπή για τον Παρόντα Κίνδυνο. Ουάσιγκτον, 2 Μαΐου 2019. (The Epoch Times)

 

Ο Φου δήλωσε στην Epoch Times ότι, στα μάτια του ΚΚΚ, τα πάντα είναι πολιτικά. Όταν το Κόμμα θέλει να «παίξει τον Θεό», τονίζει, η άρνηση κάποιου να υποκλιθεί στο πορτρέτο της κινεζικής ηγεσίας ή να λατρέψει το δόγμα του Κομμουνιστικού Κόμματος θεωρείται προδοσία.

Ο πατέρας της Γκρέις πληρώνει το τίμημα αυτής της άρνησης. Το 2018, οι αρχές έκλεισαν την Εκκλησία της Σιών αφού αρνήθηκε να εγκαταστήσει κάμερες παρακολούθησης μέσα στο κτίριο. Παράλληλα, του επέβαλαν απαγόρευση εξόδου από τη χώρα.

Σύμφωνα με την Γκρέις, το καθεστώς λειτουργεί με τη λογική «υποτάσσεσαι ή πεθαίνεις».

Η Μωρήν Φέργκιουσον, μέλος της Επιτροπής των ΗΠΑ για τη Διεθνή Θρησκευτική Ελευθερία (U.S. Commission on International Religious Freedom), περιέγραψε μια «γενικευμένη καταστολή». Όπως δήλωσε στην Epoch Times, οι αρχές διώκουν κάθε θρησκευτική κοινότητα, από τους μουσουλμάνους Ουιγούρους και τους ασκούμενους του Φάλουν Γκονγκ μέχρι το θιβετιανό κίνημα, τη μη αναγνωρισμένη καθολική εκκλησία και τις ανεπίσημες χριστιανικές εκκλησίες.

Η επίτροπος της Επιτροπής των ΗΠΑ για τη Διεθνή Θρησκευτική Ελευθερία (USCIRF) Μωρήν Φέργκιουσον μιλά σε εκδήλωση της USCIRF. Ουάσιγκτον, 4 Μαρτίου 2026. (Στιγμιότυπο οθόνης μέσω The Epoch Times)

 

Η πολιτική αυτή είναι συστηματική και σκόπιμη, υποστηρίζει η Φέργκιουσον, προκειμένου να έχει το ΚΚΚ τον έλεγχο κάθε πτυχής της θρησκείας. Τονίζει δε ότι οι άνθρωποι της πίστης συχνά στοχοποιούνται επειδή οι αυταρχικές κυβερνήσεις θέλουν να ελέγχουν τους πολίτες, ενώ η ύπαρξη μιας ανώτερης δύναμης στην οποία πιστεύουν οι άνθρωποι και η υπακοή στη συνείδησή τους θεωρούνται απειλή από ένα αυταρχικό κράτος.

Από το 1999, οι Ηνωμένες Πολιτείες χαρακτηρίζουν σταθερά την Κίνα ως «χώρα ιδιαίτερης ανησυχίας» εξαιτίας των σοβαρών παραβιάσεων της θρησκευτικής ελευθερίας από το καθεστώς.

Από τη χαρά στην οδύνη

Η φωνή της Λιου Τζιτόνγκ σπάει όταν μιλά για τη 60χρονη μητέρα της, Κονγκ Τσινγκπίνγκ.

Η τελευταία τους συνάντηση ήταν στα τέλη του 2019. Η Κονγκ πήγε στο σπίτι της Λιου, κοντά στο Σαν Φρανσίσκο, και έμεινε μέχρι την Πρωτοχρονιά του Νέου Σεληνιακού Έτους. Κάθε μέρα, μετά τη δουλειά, η Λιου επέστρεφε βιαστικά στο σπίτι, όπου την υποδέχονταν οι μυρωδιές των φαγητών της πατρίδας — μοσχαρίσιο στιφάδο, τραγανό γλυκόξινο χοιρινό, τηγανητές γαρίδες.

Μήνες αργότερα, η Λιου ακόμη απολάμβανε τα ζουμερά ντάμπλινγκ που είχε βάλει η μητέρα της στην κατάψυξη. Κάθε μπουκιά την έκανε να νιώθει ότι η μητέρα της ήταν ακόμη κοντά της. Ωστόσο, αυτή η χαρά δεν κράτησε πολύ.

Περίπου έναν μήνα μετά την επιστροφή της Κονγκ στην Κίνα, η αστυνομία έκανε έφοδο στο σπίτι της, κατάσχοντας φυλλάδια και βιβλία για το Φάλουν Γκονγκ. Η Κονγκ έζησε κρυμμένη για περισσότερα από δύο χρόνια, μέχρι που οι αρχές την εντόπισαν και της επέβαλαν επταετή ποινή φυλάκισης.

Όταν άκουσε την απόφαση, η Λιου ένιωσε το μυαλό της να αδειάζει. Δήλωσε στην Epoch Times ότι τα επτά χρόνια είναι πάρα πολλά και πως δεν αντέχει καν να το σκέφτεται.

Η ασκούμενη του Φάλουν Γκονγκ Λιου Τζιτόνγκ στο Σαν Φρανσίσκο, στις 8 Απριλίου 2026. Η πινακίδα που κρατά γράφει: «Βοηθήστε με να σώσω τη μητέρα μου, Τσινγκπίνγκ Κόνγκ, ασκούμενη του Φάλουν Γκονγκ». (Jonny Liu/The Epoch Times)

 

Σύμφωνα με τη Λιου, η αστυνομία άλλαξε δύο φορές την κατάθεση μιας γειτόνισσας της Κονγκ, περιγράφοντας ότι μοίραζε φυλλάδια στη γειτονιά. Η γειτόνισσα αρνήθηκε να υπογράψει, ωστόσο η κατάθεση συμπεριελήφθη κανονικά στη δικογραφία, όπως προκύπτει από δικαστική απόφαση που εξέτασε η Epoch Times.

Η απόφαση επικαλούνταν ως επιβαρυντικό στοιχείο και τα πρωτοχρονιάτικα μηνύματα που είχε κρεμάσει η Κονγκ γύρω από την πόρτα του σπιτιού της.

Ένα από αυτά έγραφε: «Να είστε ειλικρινείς, να είστε καλοί και, πάνω απ’ όλα, ανεκτικοί». Οι λέξεις σχετίζονταν με τις τρεις βασικές αρχές — Αλήθεια, Καλοσύνη και Ανεκτικότητα — που αποτελούν τον πυρήνα των διδασκαλιών του Φάλουν Γκονγκ.

Η Λιου σχολίασε ότι η λογική των αρχών βρίσκεται «πέρα από κάθε κατανόηση», αναρωτώμενη ποια από αυτές τις λέξεις, που απλώς προτρέπουν τους ανθρώπους να γίνουν καλύτερες εκδοχές του εαυτού τους, παραβιάζει τον νόμο.

Εκφοβισμός πέρα από τα σύνορα

Είναι επώδυνο να ζει κανείς υπό την προστασία του αμερικανικού Συντάγματος (και ειδικά της Πρώτης Τροπολογίας), γνωρίζοντας ότι η άσκηση της ελευθερίας του θα επηρεάσει τους οικείους του στην Κίνα.

Η δράση της ακτιβίστριας Ρουσάν Αμπάς [Rushan Abbas], που μίλησε δημόσια για τη μαζική καταστολή των Ουιγούρων στο Σιντζιάνγκ, οδήγησε στη σύλληψη της αδελφής της, Γκουλσάν, η οποία παραμένει φυλακισμένη. Αφότου οι αρχές του Χονγκ Κονγκ επικήρυξαν τη διαφωνούσα Άννα Κουόκ [Anna Kwok], καταδίκασαν τον πατέρα της επειδή επιχείρησε να αποσύρει χρήματα που συνδέονταν με εκείνη.

Η Ρουσάν Αμπάς, ιδρύτρια της οργάνωσης Εκστρατεία για τους Ουιγούρους (Campaign for Uyghurs), μιλά για τον νόμο κατά των εξαναγκαστικών αφαιρέσεων οργάνων (Stop Forced Organ Harvesting Act), που εγκρίθηκε από τη Βουλή των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ. Καπιτώλιο, Ουάσιγκτον, 7 Μαΐου 2025. (Madalina Vasiliu/The Epoch Times)

 

Απειλές δέχθηκε και η ίδια η Λιου. Λίγο αφότου μίλησε δημόσια για την υπόθεση της μητέρας της σε διαδήλωση, οι κινεζικές αρχές έδειξαν στον δικηγόρο της μητέρας της φωτογραφία της Λιου να κρατά πανό. Το μήνυμα ήταν σαφές: «Σας παρακολουθούμε». Μετέφεραν επίσης μια ξεκάθαρη προειδοποίηση: να μην επιστρέψει ποτέ στην Κίνα, όπως είπε.

Ο φόβος είναι πραγματικός. Η Γκρέις δήλωσε ότι αισθάνεται να την παρακολουθούν όταν συναντά ανθρώπους για να συζητήσουν την υπόθεση του πατέρα της. Το λάστιχο του αυτοκινήτου της μητέρας της σκίστηκε μέσα στο γκαράζ, κάτι που ενδεχομένως αποτελεί μέρος τακτικής εκφοβισμού, ανέφερε.

Καθώς περιμένουν το τρίτο τους παιδί, η Γκρέις και ο σύζυγός της εγκατέστησαν κάμερες ασφαλείας γύρω από το σπίτι τους, ενώ εκείνος κοιμάται με ένα μεταλλικό ρόπαλο δίπλα στο κρεβάτι, σε μια προσπάθεια να προστατέψει την οικογένειά του.

Η Γκρέις υποστηρίζει ότι οι κινεζικές αρχές θέλουν να τους αναγκάσουν να σιωπήσουν. Όπως λέει, εκείνη είναι απλώς ένας άνθρωπος που προσπαθεί να αποκαλύψει τι συνέβη στη δεύτερη ισχυρότερη χώρα του κόσμου· από την άλλη πλευρά, το Πεκίνο διαθέτει όλα τα μέσα: το δικαστικό σύστημα, την αστυνομία και πολλά ακόμη

Όταν η ευτυχία μετατράπηκε σε εφιάλτη

Για αυτά τα παιδιά Κινέζων θρησκευτικών αντιφρονούντων, η έννοια της υιικής ευσέβειας — της τιμής, του σεβασμού και της φροντίδας προς τους γονείς — είναι τόσο βαθιά ριζωμένη στην παραδοσιακή κινεζική κουλτούρα, ώστε δεν σκέφτονται καν να την αναφέρουν ρητά. Ωστόσο, βρίσκεται εκεί, ενισχύοντας το αίσθημα μουδιάσματος, αποχωρισμού και ενοχής.

Τον Μάιο του 2023, την ημέρα που η Ντόρια Λιου και ο σύζυγός της γιόρταζαν την Παγκόσμια Ημέρα Φάλουν Ντάφα, ημέρα αφιερωμένη στην πίστη τους και στην ανθεκτικότητα της κοινότητας του Φάλουν Γκονγκ παρά τη συνεχιζόμενη καταστολή στην Κίνα, κάλεσαν στο τηλέφωνο τη μητέρα της Λιου, Μενγκ Τζαοχόνγκ, επίσης ασκούμενη του Φάλουν Γκονγκ, η οποία βρισκόταν στην Κίνα.

Κατά τη διάρκεια της βιντεοκλήσης, η Λιου της έδειξε μια φωτογραφία στην οποία στην οποία το ζευγάρι κρατά τον λίγων μηνών γιο τους, φορώντας φωτεινά κίτρινα μπλουζάκια για τον εορτασμό της ημέρας. Η Μενγκ, που είχε αντέξει σιωπηλά πολυάριθμα βασανιστήρια σε κινεζικές φυλακές, σκούπισε διακριτικά τα μάτια της.

Υποσχέθηκαν να μιλήσουν ξανά την επόμενη ημέρα. Αυτό δεν συνέβη ποτέ. Η Μενγκ φυλακίστηκε επειδή ενημέρωνε τον κόσμο σε μια λαϊκή αγορά για το Φάλουν Γκονγκ.

Η Ντόρια Λιου με τον σύζυγο και τον γιο της στο Σαν Φρανσίσκο, τον Ιούλιο του 2024.  (Ευγενική παραχώρηση της Doria Liu)

 

Στα έντεκα χρόνια που η Λιου ζει μακριά από την Κίνα, αυτοεξόριστη, η Μενγκ έχασε τον γάμο της κόρης της, τη γέννηση του εγγονού της και τη χαρές να τον βλέπει να μεγαλώνει.

Οι ενοχές έκαναν την εμφάνιση τους όταν η Λιου και ο γιος της έφτιαχναν χιονάνθρωπους κοντά στη λίμνη Τάχο, όταν χαλάρωναν σε κάποια θερμή πηγή στην Ιαπωνία ή όταν μαζεύονταν με φίλους για ψήσιμο — κάτι που αγαπά επίσης η μητέρα της. Όταν όλοι γελούν, όταν η χαρά κορυφώνεται, τότε είναι που ο πόνος επιστρέφει ξαφνικά.

Η Λιου δήλωσε στην Epoch Times ότι αισθάνεται σαν να μην επιτρέπεται να είναι υπερβολικά ευτυχισμένη, γιατί μόλις νιώσει χαρά θυμάται ότι η μητέρα της υποφέρει στην Κίνα. Κάθε εμπειρία γίνεται μια ακόμη ανάμνηση που η Μενγκ έχασε. Δεν έχει ταξιδέψει ποτέ στο εξωτερικό ούτε έχει δει χιονοδρομικό κέντρο.

Σήμερα, η Λιου γράφει μακροσκελείς επιστολές, καταγράφοντας στιγμές της ζωής της και ζητώντας συμβουλές από τη μητέρα της για την ανατροφή των παιδιών. Κάθε ανταλλαγή διαρκεί μήνες, περιορισμένη από τη λογοκρισία σε επιφανειακές ευγένειες, αναγκάζοντάς τες να επικοινωνούν για την πίστη τους μέσα από κωδικοποιημένα μηνύματα. Είναι δύσκολο, αλλά αποτελεί τον μοναδικό τρόπο να δίνουν κουράγιο η μία στην άλλη.

Σε μία από τις επιστολές της, η Λιου έγραψε στη μητέρα της να μην ανησυχεί, διαβεβαιώνοντάς τη ότι δεν θα βυθιστεί στην κατάθλιψη και ότι επικεντρώνεται στην ελπίδα ότι θα την ξαναβρεί σύντομα. Έχει σκεφτεί να ρισκάρει τα πάντα και να επιστρέψει στην Κίνα. Ωστόσο, γνωρίζει ότι ακόμη κι έτσι οι πιθανότητες να δικαιωθεί η μητέρα της είναι ελάχιστες, ενώ θα έθετε και τον εαυτό της σε κίνδυνο.

Πρόσφατα έμαθε ότι η μητέρα της αντιμετωπίζει καρδιολογικά προβλήματα και δυσκολία στην αναπνοή. Η καρδιά της σφίγγεται και προσεύχεται να αντέξει η μητέρα της — και να μπορέσουν να ξανασυναντηθούν.

Πίστη μέσα στο σκοτάδι

Τα τελευταία έξι χρόνια, από τότε που φυλακίστηκε ο πατέρας της, Τζίμμυ Λάι, στο Χονγκ Κονγκ, η Κλαιρ Λάι βλέπει την υγεία και την όραση του μεγιστάνα των μέσων ενημέρωσης να επιδεινώνονται.

Τα σημάδια της φυλάκισης είναι εμφανή πάνω του — τα νύχια του έχουν πέσει, τα δόντια του έχουν σαπίσει και το δέρμα του έχει χάσει τη ζωντάνια του. Ωστόσο, σύμφωνα με τη Λάι, το χαμόγελό του δεν έχει αλλάξει.

Η ίδια περιγράφει τον εαυτό της ως τον άνθρωπο της οικογένειας που ανησυχεί περισσότερο. Ο πατέρας της, καθολικός στο θρήσκευμα, έχει καταδικαστεί σε είκοσι χρόνια φυλάκισης βάσει του κινεζικού νόμου εθνικής ασφάλειας. Δεν έχει άμεση πρόσβαση στο φως του ήλιου ούτε στον καθαρό αέρα.

Άνθρωποι συγκεντρώνονται έξω από το Γενικό Προξενείο της Κίνας για να διαμαρτυρηθούν για την καταδίκη του επιχειρηματία των μέσων ενημέρωσης Τζίμμυ Λάι. Λος Άντζελες, ΗΠΑ, 14 Φεβρουαρίου 2026. (Apu Gomes/Getty Images)

 

Η Λάι αναφέρει ότι ο πατέρας της, αντί να πικραθεί, αγκάλιασε τον πόνο με αξιοπρέπεια και της ζήτησε να προσεύχεται για όσους τον κακομεταχειρίζονται.

Όπως λέει, οι σκληροί δεσμοφύλακες υπάρχουν για να του διδάξουν ταπεινότητα. Το συνεχές δίπλωμα φακέλων, που του προκαλεί έντονους πόνους στην πλάτη, τον βοηθά να δυναμώσει ψυχικά. Τα ταξίδια προς το δικαστήριο, όπου είναι αλυσοδεμένος και ακίνητος μέσα στο σκοτάδι, τού διδάσκουν υπομονή.

Η απλωμένη αγκαλιά του Θεού προς τους αμαρτωλούς, επισημαίνει, έρχεται σε απόλυτη αντίθεση με τη σφιγμένη γροθιά και το σφυροδρέπανο του Κόμματος.

Η Γκρέις επίσης πιστεύει ότι οι δυσκολίες ίσως τελικά υπηρετούν έναν ανώτερο σκοπό. Σε κεντρική ομιλία της στη Σύνοδο για τη Διεθνή Θρησκευτική Ελευθερία τον Φεβρουάριο, είπε ότι πιστεύει πως ο Θεός δοκιμάζει τους ανθρώπους σε τέτοιες περιόδους, όπως το ασήμι που εξευγενίζεται — μια διαδικασία επώδυνη αλλά γεμάτη αγάπη.

Ο Ντέιβιντ Στίλγουελ, πρώην υφυπουργός Εξωτερικών για θέματα Ανατολικής Ασίας και Ειρηνικού, ο οποίος είχε υπηρετήσει επί δύο χρόνια στην αμερικανική πρεσβεία στο Πεκίνο, δήλωσε ότι το αθεϊστικό ΚΚΚ δεν έχει καταλάβει ότι η θρησκεία δυναμώνει υπό συνθήκες πίεσης.

Όπως αναφέρει, προτού ξεκινήσει η εκστρατεία κατά του Φάλουν Γκονγκ πριν από 27 χρόνια, ακόμη και οικογένειες υψηλόβαθμων στελεχών ασκούνταν σε αυτό. Δήλωσε στην Epoch Times ότι το καθεστώς κινήθηκε υπερβολικά επιθετικά κατά του Φάλουν Γκονγκ και ότι αυτό ήταν λάθος.

Ο πρώην υφυπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Ντέιβιντ Στίλγουελ. Ουάσιγκτον, ΗΠΑ, 21 Ιουνίου 2022. (Matthew Pearson/CPI Studios)

 

Ο Τζιανγκ Ζεμίν, ο οποίος ήταν επικεφαλής του ΚΚΚ το 1999, ήθελε να εξαφανιστεί το Φάλουν Γκονγκ μέσα σε τρεις μήνες. Αυτό δεν συνέβη. Όπως δεν εξαφανίστηκαν οι ανεπίσημες εκκλησίες από την Κίνα.

Ο Στίλγουελ χαρακτήρισε τη δίωξη της πίστης στην Κίνα «αυτοκαταστροφική», αφού περισσότερη καταστολή γεννά περισσότερη αντίσταση. Όπως είπε, αυτό είναι μέρος της ανθρώπινης φύσης — αλλά και της πνευματικής.

Διατηρώντας την ελπίδα 

Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του Νέου Σεληνιακού Έτους, η οικογένεια της Λιου Τζιτόνγκ ετοίμαζε ντάμπλινγκ με μοσχάρι και πιπεριά — αυτά που είχε φτιάξει και η μητέρα της προ έξι ετών, όταν ήταν ακόμη ελεύθερη.

Η Κονγκ έχασε περισσότερα από δεκατρία κιλά μέσα σε λίγους μήνες μετά την κράτησή της, αναφέρει η Λιου. Βρισκόταν σε στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας, όπου έραβε κάποια προϊόντα, αν και η Λιου δεν γνώριζε τι ακριβώς.

Ο Τζον Μούλενααρ, πρόεδρος της επιτροπής της Βουλής για την Κίνα, έστειλε πρόσφατα επιστολή στον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ σχετικά με τη συστηματική θρησκευτική καταστολή στην Κίνα. Έγραψε ότι η έκταση και η κλίμακα των αυθαίρετων και άδικων κρατήσεων του ΚΚΚ, καθώς και άλλων παραβιάσεων όπως ο χωρισμός οικογενειών και η καταναγκαστική εργασία, ενδέχεται να συνιστούν εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Παρότρυνε τον πρόεδρο των ΗΠΑ να θέσει το ζήτημα κατά την επίσκεψή του στο Πεκίνο στα μέσα Μαΐου και να ζητήσει την απελευθέρωση των θρησκευτικών κρατουμένων.

Η σύλληψη των στενών φίλων Έζρα Τζιν και Γκάο Τσουανφού στην Κίνα έφερε πιο κοντά τα παιδιά τους στην Αμερική, κάνοντας τον αγώνα λιγότερο μοναχικό για την Γκρέις και τον Γκάο Που. Ο Γκάο είπε ότι χρειάζονται μια νίκη από τη δική τους πλευρά, όσο μικρή κι αν είναι. Αισθάνονται ευάλωτο, όμως θέλουν να απελευθερωθούν οι γονείς τους και δεν βλέπουν άλλη επιλογή από το να συνεχίσουν να μιλούν δημόσια.

Η Ντόρια Λιου θυμάται όταν εκείνη και η μητέρα της μπορούσαν ακόμη να μιλούν τηλεφωνικά. Η οικογένεια της Λιου είχε μόλις εγκατασταθεί στο νέο της σπίτι. Η μητέρα της μιλούσε για όλα τα λαχανικά που θα φύτευε· λίγα φασολάκια εδώ, λίγες μελιτζάνες εκεί —«μόλις έρθω», είχε πει. Το μικρό χωράφι παραμένει σε μεγάλο βαθμό ακαλλιέργητο. Μερικά νεαρά δέντρα στέκονται πίσω από μια περιποιημένη λωρίδα γης.

Η Λιου λέει ότι το χωράφι περιμένει τη μητέρα της να σπείρει τους σπόρους.

Η πολιτική δυναμική στην Κίνα υπό τον Σι Τζινπίνγκ

Η σύγχρονη πολιτική σκηνή της Κίνας βρίσκεται σε μια περίοδο έντονων ανακατατάξεων και εσωτερικών εντάσεων, με επίκεντρο τον ηγέτη της χώρας, Σι Τζινπίνγκ. Πρόκειται για μια διαδικασία που εκτείνεται από τη βάση του κρατικού μηχανισμού έως την κορυφή της εξουσίας. Παρά την φαινομενική σταθερότητα της εξουσίας, οι εξελίξεις στο εσωτερικό του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας (ΚΚΚ) αποκαλύπτουν μια πιο σύνθετη και δυνητικά ασταθή πραγματικότητα.

Η Κίνα έχει εισέλθει σε έναν πενταετή κύκλο ανανέωσης στελεχών, μια διαδικασία που αφορά εκατοντάδες χιλιάδες θέσεις σε όλα τα επίπεδα διοίκησης, από τις τοπικές κοινότητες μέχρι τα ανώτατα κρατικά και κομματικά όργανα.

Στη βάση αυτού του συστήματος βρίσκονται οι λεγόμενες «εκλογές» σε χωριά και αστικές γειτονιές. Αν και συμμετέχουν εκατοντάδες εκατομμύρια πολίτες, η διαδικασία είναι σε μεγάλο βαθμό προσχηματική, καθώς οι υποψήφιοι έχουν εγκριθεί εκ των προτέρων από το κόμμα.

Στα ανώτερα επίπεδα, η διαδικασία γίνεται κεκλεισμένων των θυρών. Καθώς η διαδικασία ανεβαίνει ιεραρχικά, οι δήμαρχοι, κυβερνήτες και υπουργοί επιλέγονται μέσα από εσωτερικές διαβουλεύσεις, ενώ οι τελικές αποφάσεις επικυρώνονται από κομματικά όργανα. Οι επαρχιακές ηγεσίες αναδιαμορφώνονται και οι κορυφαίες θέσεις οδηγούν τελικά στο Πολιτικό Γραφείο του ΚΚΚ το οποίο αποτελεί τον πυρήνα λήψης αποφάσεων της χώρας.

Το αποκορύφωμα αυτής της διαδικασίας θα είναι το 21ο Συνέδριο του κόμματος, το οποίο θα καθορίσει την πολιτική σύνθεση της επόμενης πενταετίας.

Η θέση του Σι Τζινπίνγκ ως Γενικού Γραμματέα του Κόμματος, Προέδρου της χώρας και Αρχηγού των ενόπλων δυνάμεων θεωρείται πρακτικά αδιαμφισβήτητη.

Καταργώντας το όριο θητείας (δύο τετραετίες), το 2018, ο Σι ενίσχυσε περαιτέρω τη θέση του και  άνοιξε τον δρόμο για παραμονή στην εξουσία επ’ αόριστον. Αυτό τον διαφοροποιεί έντονα από τους προκατόχους του, όπως ο Χου Τζιντάο και ο Τζιανγκ Ζεμίν [Hu Jintao, Jiang Zemin], οι οποίοι ακολούθησαν τις θεσμοθετημένες διαδικασίες διαδοχής.

Ένα από τα πιο κρίσιμα ζητήματα είναι η απουσία εμφανούς διαδόχου. Η ηγεσία γερνάει, δεν υπάρχουν νεότερα στελέχη σε τροχιά ανόδου και οι «επόμενες γενιές» δεν προωθούνται. Αυτό ενισχύει την εκτίμηση ότι ο Σι δεν σκοπεύει να αποχωρήσει σύντομα.

Εκκαθαρίσεις και εσωτερική ανασφάλεια

Ένα από τα πιο εντυπωσιακά χαρακτηριστικά της πρόσφατης περιόδου είναι οι εκτεταμένες εκκαθαρίσεις. Αξιωματούχοι του στρατού και του κόμματος —πολλοί από αυτούς στενοί συνεργάτες του Σι — έχουν απομακρυνθεί. Επισήμως, οι λόγοι σχετίζονται με διαφθορά. Ανεπισήμως, όμως, είναι πιθανόν να πρόκειται για εξουδετέρωση αντιπάλων.

Σύμφωνα με αναλύσεις από οργανισμούς όπως το Center for Strategic and International Studies, ένα πολύ μεγάλο ποσοστό στελεχών της Κεντρικής Επιτροπής που αναδείχθηκαν στο προηγούμενο συνέδριο έχει αποβληθεί ή έχει τεθεί υπό έρευνα ή έχει εξαφανιστεί πολιτικά. Το φαινόμενο αυτό δεν περιορίζεται σε πολιτικούς αντιπάλους, αλλά επεκτείνεται και σε πρόσωπα που θεωρούνταν κοντά στον Σι, γεγονός που εντείνει το κλίμα αβεβαιότητας εντός της ελίτ. Αυτό δημιουργεί ένα σοβαρό πρόβλημα: την έλλειψη στελεχών για την επόμενη γενιά ηγεσίας.

Η Κεντρική Στρατιωτική Επιτροπή της Κίνας αποτελεί κρίσιμο δείκτη για τη διαδοχή. Παραδοσιακά, αν εμφανιστεί δεύτερος πολιτικός στην επιτροπή, θεωρείται διάδοχος. Σήμερα, ο Σι παραμένει ο μοναδικός πολιτικός στην επιτροπή και δεν υπάρχει σαφής κληρονόμος.

Αυτό ενισχύει την εκτίμηση ότι δεν σχεδιάζει να αποχωρήσει ούτε στο άμεσο ούτε στο μεσοπρόθεμο μέλλον.

Γεροντοκρατία και έλλειψη ανανέωσης

Ένα ακόμη χαρακτηριστικό της σημερινής κατάστασης είναι η γήρανση της πολιτικής ηγεσίας. Η μέση ηλικία των μελών του Πολιτικού Γραφείου είναι η υψηλότερη των τελευταίων δεκαετιών, ενώ η παρουσία νεότερων στελεχών είναι περιορισμένη. Ο μέσος όρος ηλικίας του Πολιτικού Γραφείου είναι τα 66 έτη. Το νεότερο μέλος κορυφής είναι άνω των 60 και είναι σπάνια η παρουσία στελεχών κάτω των 50. Η απουσία νεότερων προσώπων περιορίζει την καινοτομία, αυξάνει την εξάρτηση από παλιές δομές, δυσκολεύει τη μακροπρόθεσμη σταθερότητα. Επιπλέον, παρατηρείται και έλλειψη γυναικών στην κορυφή της εξουσίας, κάτι που ενισχύει τον κλειστό χαρακτήρα του συστήματος.

Η κινεζική ηγεσία έχει λόγους να φοβάται τη διαδοχή. Στο παρελθόν, εσωτερικές συγκρούσεις για την εξουσία οδήγησαν σε κρίσεις, όπως τα γεγονότα της Πλατείας Τιενανμέν. Η ανάδειξη ενός διαδόχου μπορεί να προκαλέσει εσωτερικές φατριακές συγκρούσεις, να αποδυναμώσει τον εν ενεργεία ηγέτη, να δημιουργήσει πόλους εξουσίας. Γι’ αυτό, η επιλογή του Σι να αποφύγει τον ορισμό διαδόχου μπορεί να είναι στρατηγική.

Παρά την ισχυρή εικόνα του Σι, αρκετοί αναλυτές εκτιμούν ότι το μέλλον μπορεί να είναι πιο ασταθές από όσο φαίνεται. Σε ανάλυση που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό China Leadership Monitor επισημαίνεται ότι οι εκκαθαρίσεις δημιουργούν κλίμα φόβου, η έλλειψη εμπιστοσύνης διαβρώνει την ελίτ, η συγκέντρωση εξουσίας αυξάνει τους κινδύνους λαθών.

Η επόμενη πενταετία ενδέχεται να χαρακτηρίζεται από εντονότερες εσωτερικές συγκρούσεις, αυξημένη πολιτική αβεβαιότητα και μεγαλύτερη εξάρτηση από τον ίδιο τον Σι. Η Κίνα του Σι Τζινπίνγκ εμφανίζεται ισχυρή και συγκεντρωτική. Ωστόσο, κάτω από την επιφάνεια διαμορφώνεται ένα πιο περίπλοκο τοπίο. Η Κίνα βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Από τη μία πλευρά, ο Σι Τζινπίνγκ έχει εδραιώσει μια άνευ προηγουμένου προσωπική εξουσία. Από την άλλη, η απουσία διαδόχου, οι εκκαθαρίσεις και η γήρανση της ηγεσίας δημιουργούν δομικές αδυναμίες. Ποια θα είναι η σταθερότητα του ίδιου του συστήματος όταν αυτή η εποχή φτάσει στο τέλος της;

Αντιδράσεις προκαλούν οι δηλώσεις Καναδού βουλευτή σχετικά με την καταναγκαστική εργασία στην Κίνα

Ο βουλευτής των Φιλελευθέρων Μάικλ Μα δέχεται επικρίσεις επειδή αμφισβήτησε αναφορές για πρακτικές καταναγκαστικής εργασίας στην Κίνα. Ο πρώην βουλευτής των Συντηρητικών, ο οποίος εντάχθηκε στους Φιλελευθέρους τον Δεκέμβριο, ζήτησε αργότερα συγγνώμη για τις δηλώσεις του, καθώς βρέθηκε αντιμέτωπος με αντιδράσεις ακτιβιστών υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και βουλευτών της αντιπολίτευσης.

Κατά τη διάρκεια συνεδρίασης της επιτροπής βιομηχανίας της Βουλής των Κοινοτήτων στις 26 Μαρτίου, η οποία εξετάζει τις πολιτικές της κυβέρνησης για τα ηλεκτρικά οχήματα, ο Μα υπέβαλε στη Μάργκαρετ ΜακΚιουέιγκ-Τζόνστον, ειδική στην Κίνα και πρώην ανώτερη δημόσια λειτουργό, ερωτήματα που υποδήλωναν σκεπτικισμό ως προς την ύπαρξη καταναγκαστικής εργασίας στην Κίνα, χωρίς όμως να της δώσει χρόνο να αναπτύξει τις απαντήσεις της.

Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση του Καναδά υπέγραψε πρόσφατα σειρά συμφωνιών με το Πεκίνο, μεταξύ των οποίων και συμφωνία που επιτρέπει την εισαγωγή έως και 49.000 κινεζικών ηλεκτρικών οχημάτων με χαμηλούς δασμούς, με αντάλλαγμα τη μείωση των κινεζικών δασμών στις εισαγωγές καναδικής κανόλας. Η ΜακΚιουέιγκ-Τζόνστον συγκαταλέγεται μεταξύ των ειδικών που αμφισβητούν την ασφάλεια της συμφωνίας, επισημαίνοντας ότι το Πεκίνο στοχοποιεί συστηματικά κοινότητες της κινεζικής διασποράς και Κινέζους αντιφρονούντες στον Καναδά.

Η ΜακΚιουέιγκ-Τζόνστον ανέφερε στους βουλευτές ότι δεκάδες εξαρτήματα που χρησιμοποιούνται σε κινεζικά ηλεκτρικά οχήματα παράγονται με αλουμίνιο το οποίο έχει παραχθεί με τη χρήση καταναγκαστικής εργασίας Ουιγούρων στην Κίνα. Επικαλέστηκε έκθεση του 2024 της οργάνωσης Human Rights Watch, σύμφωνα με την οποία εντοπίστηκαν «αξιόπιστα στοιχεία» ότι τόσο κινεζικοί κατασκευαστές όσο και δυτικές εταιρείες με εργοστάσια στην Κίνα «αποτυγχάνουν να ελαχιστοποιήσουν τον κίνδυνο χρήσης καταναγκαστικής εργασίας Ουιγούρων στις αλυσίδες εφοδιασμού αλουμινίου τους».

Ο Μα ρώτησε τη ΜακΚιουέιγκ-Τζόνστον αν είχε διαπιστώσει προσωπικά την ύπαρξη καταναγκαστικής εργασίας στο Σεντζέν και αν είχε επισκεφθεί ποτέ την περιοχή. Το Σεντζέν, βιομηχανικό κέντρο της Κίνας, και το Σιντζιάνγκ, όπου ζει ο διωκόμενος λαός των Ουιγούρων, έχουν παρόμοια προφορά. Καθώς πολλά μέσα ενημέρωσης κάλυψαν την ανταλλαγή θεωρώντας ότι αναφερόταν στο Σιντζιάνγκ, ο Μα διευκρίνισε αργότερα σε ανακοίνωσή του ότι εννοούσε το Σεντζέν και όχι το Σιντζιάνγκ.

Η ΜακΚιουέιγκ-Τζόνστον απάντησε ότι είχε επισκεφθεί την Κίνα πολλές φορές τα τελευταία πενήντα χρόνια. Ο Μα διέκοψε την απάντησή της και επανέλαβε το ερώτημα αν είχε δει η ίδια καταναγκαστική εργασία. Εκείνη απάντησε ότι συνεργάζεται στενά με τη Human Rights Watch, όπου οι ερευνητές έχουν διαπιστώσει τέτοιες πρακτικές. Ο Μα στη συνέχεια πέρασε σε ερωτήσεις προς τον άλλο μάρτυρα.

Η Βουλή των Κοινοτήτων ενέκρινε ομόφωνα τον Φεβρουάριο του 2021 πρόταση που είχαν καταθέσει οι Συντηρητικοί, με την οποία οι διώξεις του Πεκίνου κατά των Ουιγούρων και άλλων μουσουλμανικών ομάδων στην Κίνα χαρακτηρίζονται ως γενοκτονία. Την πρόταση στήριξαν οι Συντηρητικοί, το Bloc Québécois, το NDP, το Κόμμα των Πρασίνων και οι βουλευτές των Φιλελευθέρων που δεν συμμετείχαν στο υπουργικό συμβούλιο, ενώ τα μέλη της κυβέρνησης απείχαν.

Η Μάργκαρετ ΜακΚιουέιγκ-Τζόνστον, ειδική στην Κίνα και ανώτερη ερευνήτρια στο Πανεπιστήμιο της Οττάβα, καταθέτει ενώπιον της Μόνιμης Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου στη Βουλή των Κοινοτήτων. Καναδάς, 12 Μαρτίου 2026. (House of Commons/Στιγμιότυπο οθόνης)

 

Ο Καναδάς επέβαλε κυρώσεις σε Κινέζους αξιωματούχους τον Δεκέμβριο του 2024 για τις διώξεις κατά των Ουιγούρων, των ασκούμενων του Φάλουν Γκονγκ και των Θιβετιανών, επισημαίνοντας ότι οι ομάδες αυτές υπόκεινται σε διάφορες μορφές καταστολής στην Κίνα, συμπεριλαμβανομένης της αυθαίρετης κράτησης και της καταναγκαστικής εργασίας.

Δημοσιογράφοι και οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων έχουν αναφέρει ότι αντιμετωπίζουν περιορισμούς στις θεωρήσεις εισόδου όταν επισκέπτονται την Κίνα, ιδίως όταν επιχειρούν να αποκτήσουν πρόσβαση σε ευαίσθητες περιοχές, επισημαίνοντας ότι είναι δύσκολη η συλλογή πληροφοριών στη χώρα.

Σύμφωνα με έκθεση του 2024 του Γραφείου του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, οι αρμόδιοι συνεχίζουν να παρακολουθούν στενά την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Κίνα, παρά τις δυσκολίες που προκαλούνται από την περιορισμένη πρόσβαση σε πληροφορίες και τον φόβο αντιποίνων εις βάρος όσων συνεργάζονται με τα Ηνωμένα Έθνη.

«Απαράδεκτο»

Η ΜακΚιουέιγκ-Τζόνστον δήλωσε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μετά τη συνεδρίαση της επιτροπής ότι είχε επισημάνει στον Μα πως οι κινεζικές αρχές δεν θα του έδειχναν ποτέ στοιχεία καταναγκαστικής εργασίας, αλλά ότι η Human Rights Watch έχει παρουσία εκεί. Πρόσθεσε ότι ο Μα δήλωσε πως δεν πιστεύει τις αναφορές επειδή περιλαμβάνονται σε έκθεση και ότι θεωρεί πως πρέπει να το δει με τα μάτια του.

Ο Μεχμέτ Τοχτί, εκτελεστικός διευθυντής του Καναδικού Προγράμματος Υπεράσπισης Δικαιωμάτων των Ουιγούρων, ανέφερε ότι ο Μα τοποθετείται εκ νέου ως υποστηρικτής της άρνησης, υποβαθμίζοντας την πραγματικότητα της γενοκτονίας των Ουιγούρων, της καταναγκαστικής εργασίας και της διεθνικής καταστολής που ασκεί η Κίνα εναντίον τους.

Σε ανάρτησή του στις 26 Μαρτίου σημείωσε ότι η καταναγκαστική εργασία αποτελεί εκτεταμένη πρακτική που επιβάλλεται από το κράτος και στοχεύει τους Ουιγούρους, προσθέτοντας ότι υπάρχει ακόμη και συγκεκριμένος όρος, «χασάρ», για να περιγράψει μορφές καταναγκαστικής εργασίας, ενώ η κινεζική κυβέρνηση αναφέρεται επίσημα στο σύστημα αυτό ως «κατανομή εργασίας», αποκρύπτοντας τον εξαναγκαστικό χαρακτήρα του.

Εγκατάσταση που θεωρείται στρατόπεδο συγκέντρωσης, όπου κρατούνται κυρίως μουσουλμανικές εθνοτικές μειονότητες, στο Άρτουξ του Σιντζιάνγκ. Κίνα, 2 Ιουνίου 2019. (Greg Baker/AFP/Getty Images)

 

Αρκετοί βουλευτές των Συντηρητικών σχολίασαν επίσης τις δηλώσεις του Μα, μεταξύ των οποίων και ο βουλευτής Σουβαλόι Ματζούμνταρ, ο οποίος τον κατηγόρησε ότι αναπαράγει την προπαγάνδα του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας (ΚΚΚ).

Η βουλευτής των Συντηρητικών και αρμόδια για θέματα βιομηχανίας Ρέιτσελ Ντάντσω χαρακτήρισε την ανταλλαγή μεταξύ Μα και ΜακΚιουέιγκ-Τζόνστον ανησυχητική. Διερωτήθηκε αν ο βουλευτής των Φιλελευθέρων αρνήθηκε ότι λαμβάνουν χώρα πρακτικές καταναγκαστικής εργασίας στην Κίνα, τονίζοντας ότι πρόκειται για τεκμηριωμένο πρόβλημα και θέτοντας το ερώτημα γιατί υπερασπίζεται το κινεζικό καθεστώς.

Ο βουλευτής των Συντηρητικών Μάικλ Γκουλιελμίν χαρακτήρισε τη συμπεριφορά του Μα απαράδεκτη, επισημαίνοντας ότι οι Καναδοί αναμένουν από τους βουλευτές να υπερασπίζονται τα ανθρώπινα δικαιώματα και όχι να καλύπτουν το κινεζικό καθεστώς.

Ο βουλευτής των Συντηρητικών και αρμόδιος για θέματα εξωτερικών Μάικλ Τσονγκ έθεσε το ζήτημα στη Βουλή των Κοινοτήτων κατά την περίοδο ερωτήσεων στις 26 Μαρτίου, ζητώντας να διευκρινιστεί αν η κυβέρνηση εξακολουθεί να εκτιμά ότι υπάρχει καταναγκαστική εργασία Ουιγούρων και αν οι κυρώσεις θα παραμείνουν σε ισχύ.

Αργότερα ανέφερε σε ανάρτησή του ότι εάν η κυβέρνηση δεν θεωρεί πλέον ότι υφίσταται καταναγκαστική εργασία, αυτό θα είχε συνέπειες για τις κυρώσεις που έχουν επιβληθεί σε κινεζικές οντότητες και αξιωματούχους, για τις εισαγωγές προϊόντων από το Σιντζιάνγκ στον Καναδά, για την αναθεώρηση της Συμφωνίας Ηνωμένων Πολιτειών-Μεξικού-Καναδά και για το εμπόριο μεταξύ Καναδά και Ηνωμένων Πολιτειών.

Ο Μα δεν απάντησε σε ερωτήσεις δημοσιογράφων σχετικά με την ανταλλαγή μετά τη συνεδρίαση της επιτροπής.

Σε ανακοίνωσή του ζήτησε συγγνώμη, αναφέροντας ότι άθελά του έδωσε την εντύπωση ότι υποβαθμίζει το σοβαρό ζήτημα της καταναγκαστικής εργασίας. Δήλωσε ότι μετανιώνει για το λάθος και ζήτησε συγγνώμη από τη ΜακΚιουέιγκ-Τζόνστον και τα υπόλοιπα μέλη της επιτροπής, διευκρινίζοντας ότι η γραμμή των ερωτήσεών του αφορούσε την αυτοκινητοβιομηχανία στο Σεντζέν της Κίνας και όχι το Σιντζιάνγκ.

Ο Μάικλ Μα γεννήθηκε στο Χονγκ Κονγκ και μετανάστευσε στο Βανκούβερ σε ηλικία 12 ετών. Εξελέγη βουλευτής μετά τις γενικές εκλογές του περασμένου Απριλίου. Τα τελευταία χρόνια έχει συμμετάσχει σε εκδηλώσεις ή πρωτοβουλίες με πρόσωπα που εκφράζουν απόψεις ευθυγραμμισμένες με την πολιτική του Πεκίνου.

Μέσα στον Μάρτιο, ο εμπορικός αντιπρόσωπος των Ηνωμένων Πολιτειών ξεκίνησε έρευνα για εισαγωγές προϊόντων που παράγονται με καταναγκαστική εργασία, στοχεύοντας εξήντα (60) χώρες, μεταξύ των οποίων και ο Καναδάς. Η έρευνα ενδέχεται να οδηγήσει σε απαγόρευση εισαγωγών τέτοιων προϊόντων στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Σε δήλωση της 12ης Μαρτίου, ο εμπορικός αντιπρόσωπος των ΗΠΑ Τζέιμσον Γκρηρ ανέφερε ότι οι έρευνες αυτές θα καθορίσουν αν οι ξένες κυβερνήσεις έχουν λάβει επαρκή μέτρα για να απαγορεύσουν την εισαγωγή προϊόντων που παράγονται με καταναγκαστική εργασία και πώς η αποτυχία εξάλειψης αυτών των απαράδεκτων πρακτικών επηρεάζει τους εργαζομένους και τις επιχειρήσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Της Olivia Gomm

Με πληροφορίες από Canadian Press

Η στροφή του Καναδά προς την Κίνα προκαλεί αντιδράσεις

Καθώς ο Καναδάς επιδιώκει στενότερες διπλωματικές σχέσεις με την Κίνα και ορισμένες άλλες χώρες, ενδέχεται να στέλνει το μήνυμα σε καθεστώτα όπως το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (ΚΚΚ) ότι δεν αντιμετωπίζει με σοβαρότητα την αντίσταση στη διεθνική καταστολή, δήλωσε πανεπιστημιακός καθηγητής σε βουλευτές.

Ο Ρόναλντ Ντέιμπερτ (Ronald Deibert), καθηγητής πολιτικής επιστήμης και διευθυντής του Citizen Lab στο Πανεπιστήμιο του Τορόντο, ανέφερε ότι μια τέτοια στάση στέλνει το μήνυμα σε αυτές τις κυβερνήσεις πως ο Καναδάς δεν λαμβάνει πλέον σοβαρά το ζήτημα της αντιμετώπισης του προβλήματος. ‘Οπως παρατήρησε, όταν μια χώρα δεν εκφράζεται δημόσια και δεν παίρνει θέση, ουσιαστικά δημιουργεί τις συνθήκες για να εκδηλωθούν τέτοιου είδους πρακτικές καταστολής.

Ο Ντέιμπερτ προέβη στις δηλώσεις αυτές κατά την κατάθεσή του στις 23 Μαρτίου ενώπιον της Υποεπιτροπής Διεθνών Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Βουλής των Κοινοτήτων, η οποία εξετάζει τον παγκόσμιο αντίκτυπο της διεθνικής καταστολής.

Ερωτηθείς από τον βουλευτή του Bloc Québécois Αλεξί Μπρουνέλ-Ντυσέπ εάν ο Καναδάς θα πρέπει να είναι πιο προσεκτικός όταν προσεγγίζει κράτη που ασκούν διεθνική καταστολή, με αναφορά στην Κίνα και την Ινδία, απάντησε ότι η κυβέρνηση οφείλει να τοποθετείται ανοιχτά επί του ζητήματος.

Επεσήμανε ότι θεωρεί το θέμα σαφώς προβληματικό και ότι, όταν παραμερίζεται το γεγονός πως πρόκειται για κυβερνήσεις που έχουν εμπλακεί σε διεθνική καταστολή εις βάρος Καναδών πολιτών, μεταναστών και προσφύγων στη χώρα, ουσιαστικά αγνοείται το σύνολο του προβλήματος. Υπογράμμισε ότι η εθνική ασφάλεια του Καναδά εξαρτάται από το Διεθνές Δίκαιο και τα διεθνή ανθρώπινα δικαιώματα και προειδοποίησε πως εάν η χώρα δεν εκφράζεται δυναμικά και δεν λαμβάνει σοβαρή θέση, ενεργεί εις βάρος των ίδιων της των συμφερόντων.

Η κατάθεση πραγματοποιήθηκε μια περίοδο κατά την οποία η κυβέρνηση του πρωθυπουργού Μαρκ Κάρνεϋ επιδιώκει στενότερες σχέσεις με την Κίνα, με στόχο την εξεύρεση νέων εταίρων εκτός από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο Κάρνεϋ είχε δηλώσει κατά την επίσκεψή του στην Κίνα τον Ιανουάριο ότι η Οττάβα και το Πεκίνο έχουν εισέλθει σε «στρατηγική σχέση» και έχουν υπογράψει διάφορες συμφωνίες, μεταξύ των οποίων και για συνεργασία στον τομέα της επιβολής του νόμου.

Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του 2025 την περασμένη άνοιξη, ο Κάρνεϋ είχε χαρακτηρίσει την Κίνα ως τη «μεγαλύτερη απειλή για την ασφάλεια» του Καναδά και μία από τις σημαντικότερες απειλές όσον αφορά την ξένη παρέμβαση.

Η πρόσφατη στροφή προς την ενίσχυση των σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών έχει επικριθεί από Συντηρητικούς και αναλυτές για την Κίνα, με τον ηγέτη των Συντηρητικών Πιερ Πουαλιέβρ να υποστηρίζει ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση οφείλει να εξηγήσει την αλλαγή της στάση της.

Οι ανησυχίες σχετικά με την ξένη παρέμβαση και τη διεθνική καταστολή που ασκεί η Κίνα έχουν ενταθεί στον Καναδά τα τελευταία χρόνια, με δημόσια έρευνα να εξετάζει εκτενώς το ζήτημα. Η τελική έκθεση της Επιτροπής για την Ξένη Παρέμβαση ανέφερε ότι η Κίνα αποτελεί τον «πιο ενεργό δράστη ξένης παρέμβασης κατά των δημοκρατικών θεσμών του Καναδά».

Φόβοι και ανησυχίες στην κοινότητα του Χονγκ Κονγκ

Ο Λάντσον Τσαν (Landson Chan), υπεύθυνος συνηγορίας της μη κυβερνητικής οργάνωσης Hong Kong Watch με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο, δήλωσε στην ίδια συνεδρίαση της υποεπιτροπής ότι η διασπορά του Χονγκ Κονγκ στον Καναδά αποτελεί έναν από τους στόχους της διεθνικής καταστολής της Κίνας και έχει υποστεί παρενόχληση, εκφοβισμό και παρακολούθηση, αναφέροντας ότι έχουν καταγραφεί περιπτώσεις κατά τις οποίες στοχοποιούνται μέλη οικογενειών.

Επεσήμανε ότι η συμφωνία της Οττάβα για συνεργασία με το Πεκίνο στον τομέα της επιβολής του νόμου εγείρει ανησυχίες σχετικά με τις δικλίδες ασφαλείας και την ανταλλαγή πληροφοριών, ιδίως υπό το φως παλαιότερων ανησυχιών για φερόμενους κινεζικούς αστυνομικούς σταθμούς στον Καναδά, με τα αποτελέσματα των ερευνών να παραμένουν ασαφή.

Ο Γκάρρυ Κλέμεντ (Garry Clement), πρώην εθνικός διευθυντής της Βασιλικής Καναδικής Έφιππης Αστυνομίας (RCMP), δήλωσε σε βουλευτές κατά τη συνεδρίαση κοινοβουλευτικής επιτροπής στις 12 Μαρτίου ότι η συμφωνία συνεργασίας της αστυνομίας αφορά το ίδιο κινεζικό υπουργείο που λειτουργούσε μυστικούς αστυνομικούς σταθμούς σε ολόκληρο τον Καναδά. Όπως επεσήμανε, οι αρχές επιβολής του νόμου στην Κίνα αποτελούν μέρος του μηχανισμού του καθεστώτος, τονίζοντας ότι δεν μπορούν να διαχωριστούν από την κυβέρνηση και ότι δεν λειτουργούν υπό το κράτος δικαίου, κάτι που έχει διαπιστώσει ο ίδιος προσωπικά.

Έκθεση της Βουλής των Κοινοτήτων του 2023 διαπίστωσε ότι τουλάχιστον πέντε παράνομοι αστυνομικοί σταθμοί λειτουργούσαν μυστικά στον Καναδά. Έκθεση του 2022 από την ισπανική μη κυβερνητική οργάνωση Safeguard Defenders ανέφερε ότι οι μυστικές αστυνομικές επιχειρήσεις στοχεύουν άτομα που αναζητούνται από το κινεζικό καθεστώς, μεταξύ των οποίων αντιφρονούντες και φιλοδημοκρατικοί ακτιβιστές.

Η Hong Kong Watch και εννέα ακόμη οργανώσεις της κοινότητας της διασποράς του Χονγκ Κονγκ ανέφεραν σε κοινή δήλωσή τους τον Φεβρουάριο ότι η συμφωνία συνεργασίας μεταξύ της RCMP και του υπουργείου Δημόσιας Ασφάλειας της Κίνας προκαλεί «βαθιά ανησυχία» στις κοινότητες που έχουν διαφύγει από την καταστολή του ΚΚΚ. Καθώς η Οττάβα δεν έχει εξηγήσει ποιες δικλίδες ασφαλείας, περιορισμοί ή μηχανισμοί εποπτείας ισχύουν για τη συμφωνία, η έλλειψη διαφάνειας εντείνει τους φόβους ότι η συμφωνία θα μπορούσε, σκόπιμα ή μη, να εκθέσει άτομα ή δίκτυα κοινοτήτων σε κίνδυνο, επεσήμαναν.

Ο Τσαν δήλωσε στους βουλευτές ότι η διεθνική καταστολή δεν αποτελεί ζήτημα που αφορά αποκλειστικά τη διασπορά του Χονγκ Κονγκ. Τόνισε ότι το θέμα αγγίζει την κυριαρχία, την ασφάλεια και τη δημοκρατική ακεραιότητα του Καναδά και ότι η διεθνική καταστολή φιμώνει φωνές εντός των κοινοτήτων της διασποράς και αποθαρρύνει τη συμμετοχή στα κοινά.

Ο Μεχμέτ Τοχτί (Mehmet Tohti), εκτελεστικός διευθυντής του Uyghur Rights Advocacy Project, ο οποίος κατέθεσε επίσης ενώπιον της υποεπιτροπής στις 23 Μαρτίου, δήλωσε ότι η βασική επιδίωξη του κινεζικού καθεστώτος είναι να φιμώσει τους επικριτές του σε χώρες του εξωτερικού και ότι συμφωνίες όπως εκείνη της Οττάβας με το Πεκίνο για τη μείωση των δασμών στα κινεζικά οχήματα συνιστούν ζήτημα εθνικής ασφάλειας για τον Καναδά.

Της Olivia Gomm

Πρωτοχρονιά με άδειους δρόμους και αυξανόμενη ανησυχία

Κατά τη διάρκεια της Πρωτοχρονιάς του Νέου Σεληνιακού Έτους, τα κινεζικά κρατικά μέσα ενημέρωσης γέμισαν τις τηλεοπτικές οθόνες με πανηγυρικές εικόνες από φαναράκια και πυροτεχνήματα, παρουσιάζοντας τη σταθερότητα και την ευημερία του καθεστώτος. Ωστόσο, άνθρωποι στους δρόμους της κεντρικής Κίνας μετέφεραν μια εντελώς διαφορετική εικόνα. Στην επαρχία Χενάν, ένας άνδρας που επέστρεψε στην ιδιαίτερη πατρίδα του για τις γιορτές περιέγραψε κάτι που δεν είχε ξαναδεί: σιωπή.

Ο Σιαομίνγκ, εργαζόμενος που μίλησε στην εφημερίδα The Epoch Times χρησιμοποιώντας ψευδώνυμο για λόγους ασφαλείας, ανέφερε ότι δεν υπήρχε καθόλου αίσθηση Πρωτοχρονιάς και ότι δεν έβλεπε ανθρώπους στους δρόμους. Τα προηγούμενα χρόνια, νέοι και ηλικιωμένοι έβγαιναν όλοι έξω, επισκέπτονταν συγγενείς, χαιρετούσαν γείτονες, ενώ τα παιδιά άναβαν κροτίδες σε ομάδες. Φέτος, η πόλη ήταν άδεια και ήσυχη.

Σε ολόκληρη την Κίνα, καθώς το παραδοσιακό σεληνιακό ημερολόγιο περνά στο Έτος του Πύρινου Αλόγου στις 17 Φεβρουαρίου, πολλοί απλοί Κινέζοι λένε ότι το κλίμα κάθε άλλο παρά εορταστικό είναι. Πίσω από το επίσημο αφήγημα του καθεστώτος περί σταθερότητας και ανάκαμψης, διαγράφεται ένα ολοένα εντονότερο αίσθημα οικονομικής πίεσης και κοινωνικής αβεβαιότητας. Για τον Σιαομίνγκ, ο περασμένος χρόνος συνοψίζεται σε δύο λέξεις: «αγώνας» και «σύγχυση».

Πρωτοχρονιά χωρίς εορταστική ατμόσφαιρα

Η ιδιαίτερη πατρίδα του Σιαομίνγκ βρίσκεται στο Γιουζού, πόλη της επαρχίας Χενάν. Εργάζεται στην πρωτεύουσα της επαρχίας, τη Τζενγκτζού, αλλά επέστρεψε στο σπίτι του αρκετές ημέρες πριν από τις γιορτές. Ανέφερε ότι έχει δει παρόμοιες εικόνες και σε άλλα μέρη της χώρας. Κατά την εκτίμησή του, ο λόγος για τη σιωπή και την απουσία γιορτινής ατμόσφαιρας είναι απλός· οι άνθρωποι έχουν λιγότερα χρήματα και αισιοδοξία.

Όπως είπε, το επίπεδο ζωής έχει επιδεινωθεί σε σύγκριση με τα προηγούμενα χρόνια. Εξήγησε ότι οι άνθρωποι εργάζονται και επιστρέφουν στα σπίτια τους για τις γιορτές, αλλά, αν κάποιος δεν κέρδισε τίποτα τη χρονιά που πέρασε, δεν θέλει να γυρίσει για να επισκεφθεί συγγενείς, επειδή η Πρωτοχρονιά συνδέεται με δώρα και με οικογενειακά γεύματα.

Η εξήγησή του συμβαδίζει με τις ευρύτερες οικονομικές πιέσεις στην Κίνα· η οικονομική κάμψη έχει πλήξει σκληρά την εργατική τάξη γεγονός που έχει οδηγήσει σε διαμαρτυρίες που σχετίζονται με μισθούς,  η ανεργία των νέων παραμένει επίμονα υψηλή αν και τα επίσημα στοιχεία έχουν αλλάξει μεθοδολογία εν μέσω ελέγχου και κριτικής, η αγορά ακινήτων παραμένει αδύναμη και η εμπιστοσύνη των καταναλωτών δυσκολεύεται να ανακάμψει.

Εγκαταλελειμμένες βίλες σε προάστιο της Σενγιάνγκ, στην βορειοανατολική επαρχία Λιαονίνγκ της Κίνας, στις 31 Μαρτίου 2023. (Jade Gao/AFP μέσω Getty Images)

 

Ο Σιαομίνγκ είπε ότι πολλοί άνθρωποι στην αγροτική περιοχή του εργάζονταν παραδοσιακά σε εσωτερικές ανακαινίσεις κατοικιών — έναν κλάδο άμεσα συνδεδεμένο με την αγορά κατοικίας. Πλέον, με λιγότερους αγοραστές σπιτιών και με πολλά κατασκευαστικά έργα να έχουν «παγώσει», η δουλειά έχει στερέψει.

Ανέφερε ότι πολλά εργοτάξια έχουν ουσιαστικά σταματήσει και ότι υπάρχουν πολλά ημιτελή συγκροτήματα διαμερισμάτων. Πρόσθεσε ότι ακόμη και όσοι έχουν σταθερή εργασία δυσκολεύονται: εργαζόμενοι που κερδίζουν 3.000 έως 5.000 γουάν τον μήνα (περίπου 360 έως 600 ευρώ) διαπιστώνουν συχνά ότι το ποσό μετά βίας αρκεί για να καλύψει το αυξανόμενο κόστος ζωής. Όπως είπε, πολλοί δουλεύουν όλον τον χρόνο αλλά, λόγω του κόστους ζωής, στο τέλος δεν τους μένουν χρήματα.

Ενίσχυση της διαδικτυακής επιτήρησης

Πρόσφατα, κυκλοφόρησαν στα κινεζικά μέσα κοινωνικής δικτύωσης βίντεο που έδειχναν ανέργους να κοιμούνται στους δρόμους μεγάλων πόλεων. Στις 12 Φεβρουαρίου, η κινεζική ρυθμιστική αρχή του διαδικτύου ανακοίνωσε εκστρατεία διάρκειας ενός μήνα, με στόχο αυτό που περιέγραψε ως περιεχόμενο που «υποκινεί κακόβουλα αρνητικά συναισθήματα».

Αναλυτές που παρακολουθούν τις εξελίξεις στην Κίνα λένε ότι τέτοιες εκστρατείες συχνά αποσκοπούν στην καταστολή προβολών της οικονομικής δυσπραγίας και της κοινωνικής δυσαρέσκειας.

Για τον Σιαομίνγκ, η συναισθηματική πορεία των πραγμάτων είναι σαφής· το 2025 ήταν «ένας αγώνας», καθώς όλοι απλώς πάλευαν να επιβιώσουν, ενώ για το 2026 είπε ότι κυριαρχεί η «σύγχυση» —οι νέοι δεν ξέρουν καν τι να βγουν να κάνουν πια, πολύ λίγοι έχουν ακόμη ξεκάθαρους στόχους και δεν φαίνεται ελπίδα, επειδή οι ευκαιρίες είναι ελάχιστες. Έκανε σύγκριση του σημερινού κλίματος με την επιχειρηματική δυναμική προηγούμενων ετών, όταν η ίδρυση μιας επιχείρησης έμοιαζε εφικτή, ενώ τώρα σε ό,τι κι αν επενδύσει κανείς, χάνει.

Η αβεβαιότητα έχει ωθήσει ορισμένους και σε παράνομες δραστηριότητες. Ανέφερε ότι οι τηλεπικοινωνιακές απάτες έχουν γίνει συχνότερες και εντός της χώρας, συμπεριλαμβανομένου του χωριού καταγωγής του, όπου συνελήφθησαν πάνω από δώδεκα άτομα.

Αγανάκτηση για τη διαφθορά

Πέρα από την οικονομική απογοήτευση, ο Σιαομίνγκ μίλησε ανοιχτά για αυτό που θεωρεί παγιωμένη διαφθορά στο πολιτικό σύστημα του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας (ΚΚΚ). Περιέγραψε συζητήσεις κατά την επιστροφή του στο σπίτι, όπου οι άνθρωποι μιλούσαν για τις άτυπες πληρωμές και τις γνωριμίες που απαιτούνται για να ενταχθεί κανείς στο ΚΚΚ —μια ιδιότητα που συχνά θεωρείται μονοπάτι επαγγελματικής εξέλιξης.

Ανέφερε ότι συζητούν σε ποιον πρέπει να κάνουν δώρα και τι δώρα πρέπει να κάνουν, προσθέτοντας ότι οι απλοί άνθρωποι δεν πιστεύουν πια σε αυτό το σύστημα. Ο κυνισμός είναι βαθύς· αν μπει κανείς σε ένα εστιατόριο και καθίσει, θα ακούσει τους ανθρώπους να μιλούν γι’ αυτά και να επικρίνουν αξιωματούχους, από την κορυφή μέχρι τους χαμηλόβαθμους κοινοτικούς παράγοντες. Περιέγραψε επίσης μια διάχυτη πεποίθηση ότι οι εκστρατείες κατά της διαφθοράς ισοδυναμούν με «αξιωματούχους που ερευνούν άλλους αξιωματούχους», αντί για συστημική μεταρρύθμιση.

Παρότι η ανοιχτή διαμαρτυρία παραμένει σπάνια, υπό το αυστηρό σύστημα επιτήρησης του ΚΚΚ, είπε ότι η δυσαρέσκεια είναι αισθητή. Ανέφερε ότι όλοι νιώθουν πως «κάτι μεγάλο» πρόκειται να συμβεί, αλλά κανείς δεν μπορεί να πει τι ακριβώς.

Κοινωνικός έλεγχος

Το μοντέλο διακυβέρνησης του ΚΚΚ βασίζεται ολοένα και περισσότερο σε ψηφιακά συστήματα παρακολούθησης, τα οποία καταγράφουν τις μετακινήσεις και τις δραστηριότητες των Κινέζων. Ο Σιαομίνγκ είπε ότι γνωρίζουν τι λέει κανείς και ακόμη και πότε βγαίνει από το σπίτι του.

Παρέπεμψε επίσης σε αυτό που θεωρεί ευρύτερη πολιτισμική μετατόπιση, που αποθαρρύνει την πολιτική παρέμβαση των πολιτών. Ανέφερε ότι οι άνθρωποι πλέον διστάζουν να επέμβουν όταν γίνονται μάρτυρες αδικίας, φοβούμενοι νομικές ή οικονομικές συνέπειες, αν μια αντιπαράθεση κλιμακωθεί. Εφόσον το ζήτημα δεν είναι δικό τους, οι άνθρωποι σιωπούν και απλώς προσπαθούν να τα βγάλουν πέρα.

Ένας αστυνομικός στέκεται σε επιφυλακή δίπλα σε κάμερες επιτήρησης, καθώς άνθρωποι βγάζουν φωτογραφίες στην πλατεία Τιενανμέν στο Πεκίνο, στις 15 Ιουλίου 2021. (Ng Han Guan/AP Photo)

 

Ωστόσο, εκτίμησε ότι η αντοχή της κοινωνίας έχει όρια. Ανέφερε ότι οι Κινέζοι μπορούν να αντέξουν πολλά, αλλά είναι σαν ελατήριο που το πιέζουν όλο και πιο κάτω· όταν φτάσει στον πάτο, θα αναπηδήσει.

Καθώς στις τηλεοπτικές οθόνες των κρατικών μέσων προβάλλονταν πυροτεχνήματα, ο Σιαομίνγκ ανέφερε ότι οι ήσυχοι δρόμοι στην πατρίδα του αποκάλυπταν περισσότερα για τη διάθεση της χώρας από οποιαδήποτε επίσημη μετάδοση.

Του Michael Zhuang

Με τη συμβολή των Tang Bing και Gu Xiaohua

Η επιδείνωση της οικονομίας της Κίνας ωθεί τους πολίτες στην πώληση αίματος

Κινέζοι πολίτες οδηγούνται στην πώληση αίματος προκειμένου να επιβιώσουν, λόγω του επίμονα υψηλού ποσοστού ανεργίας και της υποτονικής πορείας της κινεζικής οικονομίας, όπως ανέφεραν κάτοικοι από διαφορετικές περιοχές της χώρας μιλώντας στην εφημερίδα The Epoch Times.

Κάτοικος Πεκίνου, ο Τσεν Χονγκ (ψευδώνυμο), ο οποίος στράφηκε στη συλλογή ανακυκλώσιμων υλικών αφού έχασε τη δουλειά του, δήλωσε πρόσφατα στην Epoch Times ότι πολλοί άνθρωποι είναι άνεργοι και στερούνται ακόμη και τροφής. Ανέφερε ότι το 2023 και το 2024 υπήρχαν πολλοί άστεγοι στον Σιδηροδρομικό Σταθμό Beijing West, οι οποίοι βασίζονταν στην πώληση αίματος για να καλύψουν βασικές ανάγκες διαβίωσης.

Όπως είπε, επειδή δεν μπορούν να βρουν ούτε την πιο στοιχειώδη εργασία με ημερομίσθιο, μένουν χωρίς χρήματα και χωρίς φαγητό, ενώ αν προσφερθούν να πουλήσουν αίμα, τους παρέχεται τροφή. Πρόσθεσε ότι ορισμένοι φτάνουν στο σημείο να πουλούν αίμα κάθε δύο εβδομάδες.

Ο Γιανγκ Ντονγκ (ψευδώνυμο), μεσίτης αίματος στο Πεκίνο, δήλωσε στην Epoch Times στις 10 Φεβρουαρίου ότι οι τιμές διαμορφώνονται ανάλογα με την ομάδα αίματος. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι οι ομάδες A και O αποζημιώνονται με 800 γουάν (περίπου 97 ευρώ), ενώ οι ομάδες AB και B με 700 γουάν (περίπου 91 ευρώ). Επισήμανε ότι το βασικό πρόβλημα είναι η έλλειψη αίματος ομάδων A και O, καθώς πολλοί ασθενείς χρειάζονται αυτές τις ομάδες. Πρόσθεσε ότι διαθέτει διασυνδέσεις με όλα τα νοσοκομεία του Πεκίνου και μπορεί να διευκολύνει τη γραφειοκρατική διαδικασία και τον προγραμματισμό των ραντεβού για τη «δωρεά» αίματος.

Ανέφερε ακόμη ότι εκείνη την ημέρα βρισκόταν στο Νοσοκομείο 301, διευκρινίζοντας ότι πρόκειται για νοσοκομείο που συνήθως δέχεται ασθενείς με σοβαρές παθήσεις. Το Νοσοκομείο 301 έχει επίσης λειτουργήσει ως βάση υγειονομικής περίθαλψης για την ανώτατη ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας (ΚΚΚ), με αρμοδιότητα τη διάγνωση και θεραπεία των ηγετών του Κόμματος, καθώς και όλων των θεατρικών διοικήσεων και κλάδων του στρατού, ενώ παράλληλα εξυπηρετεί και πολίτες.

Άρθρο για την αγορά περιστασιακής εργασίας της Ματζουτσιάο στο Πεκίνο, το οποίο κυκλοφορεί στο διαδίκτυο από τον Ιανουάριο και υπογράφει ο ανεξάρτητος δημοσιογράφος Λι Μπαντζιάνγκ (Li Banjiang), αναφέρει ότι πολλοί από όσους κατέφευγαν εκεί αναζητώντας εργασία βρίσκονταν σε απόγνωση. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η πώληση αίματος κατέληξε να αποτελεί την έσχατη λύση επιβίωσης, με ανθρώπους να φωνάζουν στον δρόμο ότι διαθέτουν αίμα προς πώληση.

Το ίδιο άρθρο επικαλείται ηλικιωμένο άνδρα από τη γειτονική επαρχία Χεμπέι, ο οποίος ανέφερε ότι οι περισσότεροι στη Ματζουτσιάο απολύονται από εργοστάσια όταν φτάσουν σε συγκεκριμένη ηλικία και έτσι αναγκάζονται να αναζητούν περιστασιακές εργασίες. Αν ούτε αυτό αποδώσει, πρόσθεσε, καταφεύγουν στην πώληση προσωπικών δεδομένων ή ακόμη και του αίματός τους για να εξασφαλίσουν τα προς το ζην.

Ο Πινγκ Σενγκ (ψευδώνυμο), 39 ετών από την επαρχία Γκουανγκντόνγκ, δήλωσε στην Epoch Times ότι πριν από την πανδημία COVID-19 η εταιρεία του είχε επενδύσει πάνω από οκτώ εκατομμύρια γουάν (περίπου 1.025.000 ευρώ) για επέκταση, τον Οκτώβριο του 2019. Ωστόσο, εξαιτίας των περιοριστικών μέτρων της πανδημίας, η ταμειακή ροή της επιχείρησης μηδενίστηκε, με αποτέλεσμα να βρεθεί με χρέη άνω των τριών εκατομμυρίων γουάν (περίπου 390.000 ευρώ). Στη συνέχεια εμφάνισε πέτρες στα νεφρά, αλλά δεν διέθετε τα 3.000 γουάν (περίπου 410 ευρώ) που απαιτούνταν για τη θεραπεία και αναγκάστηκε να πουλήσει αίμα για να επιβιώσει.

Όπως ανέφερε, είχε δώσει αίμα αρκετές φορές, αποκομίζοντας συνολικά περίπου 2.000 γιουάν (περίπου 244 ευρώ). Πρόσθεσε ότι πλέον δεν μπορεί να συνεχίσει, καθώς του επισημάνθηκε ότι αν εξακολουθήσει να πουλά αίμα κινδυνεύει να πεθάνει. Διευκρίνισε επίσης ότι το νοσοκομείο δεν μπορεί να χαρακτηρίσει τη διαδικασία ως πώληση αίματος, καθώς αυτό είναι παράνομο, και γι’ αυτό χρησιμοποιείται ο όρος δωρεά αίματος.

Οικονομία του αίματος

Το κομμουνιστικό καθεστώς της Κίνας απαγόρευσε την πώληση αίματος με την έναρξη ισχύος του Νόμου περί Αιμοδοσίας την 1η Οκτωβρίου 1998, ο οποίος προβλέπει την εθελοντική αιμοδοσία. Έκτοτε, η πώληση αίματος πραγματοποιείται υπό το πρόσχημα της «εθελοντικής αιμοδοσίας». Όσοι μεσολαβούν σε αυτή τη δραστηριότητα και αποκομίζουν κέρδος αποκαλούνται «μεσίτες αίματος».

Ο Γιανγκ ανέφερε ότι η διαδικασία προσομοιάζει με μια κανονική επίσκεψη στο νοσοκομείο για αιμοδοσία και την τήρηση των προβλεπόμενων διαδικασιών. Όταν καταβάλλονται χρήματα, διευκρίνισε, αυτά εμφανίζονται ως έξοδα διατροφικής ενίσχυσης. Σημείωσε ότι σήμερα υπάρχουν πολλοί «αιμοδότες», μεταξύ των οποίων άνεργοι και πολυάριθμοι εργάτες για αγροτικές εργασίες.

Τη δεκαετία του 1990, η λεγόμενη «οικονομία του πλάσματος αίματος» —η παράνομη δραστηριότητα επί πληρωμή μεταγγίσεων και δωρεών αίματος που λειτουργούσε με την υποστήριξη τοπικών αρχών του ΚΚΚ στην επαρχία Χενάν, μετατρέποντας ολόκληρη την περιοχή σε «φάρμα αίματος»— οδήγησε σε σοβαρή επιδημία AIDS στη χώρα. Σύμφωνα με έρευνες ιατρικών ειδικών και πληροφοριοδοτών, όπως η Γκάο Γιαοτζιέ (Gao Yaojie) και η Γουάνγκ Σουπίνγκ (Wang Shuping), το πραγματικό μέγεθος της επιδημίας ήταν πολύ σοβαρότερο από αυτό που παραδέχονταν οι αξιωματούχοι και οι επιπτώσεις της αναμένονταν μακροχρόνιες.

Τα τελευταία χρόνια, καθώς η κινεζική οικονομία συνεχίζει να επιδεινώνεται, ολοένα και περισσότεροι Κινέζοι αναγκάζονται να πουλήσουν αίμα για να επιβιώσουν, σύμφωνα με κατοίκους της χώρας.

Ο Τανγκ Τζινγκγιουάν, σχολιαστής τρεχουσών υποθέσεων με έδρα τις Ηνωμένες Πολιτείες και ιατρός, δήλωσε στην Epoch Times ότι η παράνομη πώληση αίματος υφίσταται στην Κίνα εδώ και μεγάλο χρονικό διάστημα, ωστόσο στο παρελθόν διεξαγόταν υπόγεια, ενώ πλέον έχει λάβει τον χαρακτήρα μιας ημι-δημόσιας παράνομης δραστηριότητας. Προειδοποίησε ότι η αύξηση του αριθμού των παράνομων πωλητών αίματος ενδέχεται να προκαλέσει σοβαρή βλάβη σε ολόκληρο τον κλάδο των προϊόντων αίματος.

Όπως σημείωσε, το φαινόμενο αντανακλά τη μαζική ανεργία που έχει προκαλέσει η εκτεταμένη οικονομική ύφεση στην Κίνα, εξωθώντας πολλούς απελπισμένους πολίτες να πουλούν το αίμα τους απλώς για να επιβιώσουν. Πρόσθεσε ότι το γεγονός πως η παράνομη αυτή δραστηριότητα έχει εξελιχθεί σε ολόκληρη αλυσίδα της αγοράς καταδεικνύει τη σημερινή απορρύθμιση στη διαχείριση της κοινωνίας, η οποία έχει εισέλθει σε μια «ημι-μαφιόζικη κατάσταση».

Κατέληξε ότι ένα τέτοιο κοινωνικό φαινόμενο αποτελεί, στην πραγματικότητα, αναπόφευκτη εκδήλωση ενός καθεστώτος που εισέρχεται στο τελικό του στάδιο, με έντονη πόλωση πλούτου και απώλεια ελέγχου της κοινωνικής διαχείρισης.

Με τη συμβολή των Ning Haizhong και Gu Xiaohua

Πρώην πολιτικός κρατούμενος αποκαλύπτει το «κοινό μυστικό» της Κίνας

Για τριάντα έξι χρόνια, ο Γκου Κάι κουβαλούσε ένα μυστικό που χαρακτήριζε «υπερβολικά φρικτό για να ειπωθεί».

Το 1989, ως φοιτητής, συνελήφθη στη Σαγκάη επειδή στήριξε τις διαδηλώσεις της πλατείας Τιενανμέν. Ενώ βρισκόταν στη φυλακή, υποστήριξε ότι είδε αποδείξεις πως το σύστημα εκτελέσεων της Κίνας χρησιμοποιούνταν για την αφαίρεση οργάνων από κρατουμένους.

Ο ίδιος παρέμεινε σιωπηλός φοβούμενος αντίποινα εναντίον του ίδιου και της οικογένειάς του. Μόλις τον Μάρτιο του τρέχοντος έτους, αφότου επισκέφθηκε το Liberty Sculpture Park και το μνημείο της Τιενανμέν στο Γιέρμο της Καλιφόρνιας και παρακολούθησε εκδήλωση μνήμης για την 36η επέτειο της σφαγής, αποφάσισε να μιλήσει. Εξήγησε ότι αισθάνθηκε πως είχε υπάρξει «υπερβολικά δειλός», καθώς οι φόβοι του για τους γονείς και την οικογένειά του τον είχαν αποτρέψει από το να μιλήσει ανοικτά.

Η μοίρα ενός κρατουμένου στη Σαγκάη

Όταν οι αρχές συνέλαβαν τον Γκου, ήταν 21 ετών. Κατηγορήθηκε ως «αντεπαναστάτης», μια κατηγορία που χρησιμοποιούσε συχνά το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (ΚΚΚ) εναντίον πολιτικών αντιφρονούντων. Μεταφέρθηκε στο Κέντρο Κράτησης Νο 1 της Σαγκάης, σε ένα κελί 12 τετραγωνικών μέτρων μαζί με περισσότερους από δώδεκα συγκρατούμενους.

Τον Νοέμβριο του 1989, ένας νεαρός θανατοποινίτης, ο Γκε Γιανπίνγκ, μεταφέρθηκε στο ίδιο κελί. Ο Γκε, τότε 25 ετών, εργαζόταν στο κρατικό εργοστάσιο χάλυβα Baosteel πριν καταδικαστεί για φόνο. Ο Γκου θυμάται ότι τον Ιανουάριο του 1990, γιατροί της φυλακής πήραν αρκετά φιαλίδια αίμα από τον Γκε.

Κατά τον Γκου, ήταν γνωστό σε όλους ότι όταν οι γιατροί έπαιρναν αίμα από θανατοποινίτη, το έκαναν για αντιστοίχιση οργάνων. «Ήταν ένα κοινό μυστικό», τόνισε.

Λίγες εβδομάδες αργότερα, οι δεσμοφύλακες κάλεσαν τον Γκε με τον αριθμό του, 728, λέγοντάς του ότι θα μεταφερόταν στο δικαστήριο. Δεν επέστρεψε ποτέ. Πριν φύγει, είχε εμπιστευτεί στον Γκου τη διεύθυνση των γονιών του και του ζήτησε να τους επισκεφθεί σε περίπτωση που εκείνος επιζούσε της φυλακής.

Η συνταρακτική αποκάλυψη του πατέρα

Μετά την αποφυλάκισή του, τον Αύγουστο του 1990, ο Γκου επισκέφθηκε τους γονείς του Γκε. Αυτό που αντίκρισε τον συγκλόνισε περισσότερο από ό,τι η ίδια η φυλακή.

Ο πατέρας του Γκε, βετεράνος στρατιώτης και μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος, του έδειξε ένα σύνολο εγγράφων και φωτογραφιών που είχε αποκτήσει μέσω επαφών στο δικαστικό σύστημα. Οι εικόνες, όπως περιέγραψε ο Γκου, παρουσίαζαν τον Γκε γονατισμένο τη στιγμή που δέχθηκε τη σφαίρα στο κεφάλι, αλλά και σκηνές όπου ιατρικό προσωπικό άνοιγε τον θώρακά του για να πάρει τα όργανά του.

Οι φωτογραφίες, σύμφωνα με τον Γκου, ήταν «σοκαριστικές», καθώς ήταν φανερό ότι ο Γκε δεν είχε πεθάνει από τον πυροβολισμό πριν ξεκινήσει η διαδικασία. Ο πατέρας του Γκε έκλαψε καθώς εξηγούσε γιατί είχε παραμείνει σιωπηλός. Είπε στον Γκου ότι ο γιος του είχε σκοτώσει κάποιον και άξιζε τη θανατική ποινή, αλλά αναρωτιόταν γιατί έπρεπε να ακρωτηριάσουν έτσι το σώμα του. Συμπλήρωσε ότι αν τότε διαμαρτυρόταν, θα έχανε τη δουλειά και τη σύνταξή του, γεγονός που θα κατέστρεφε ολόκληρη την οικογένεια.

Επίσημα, οι Αρχές τού παρέδωσαν μόνο την τεφροδόχο με τις στάχτες του γιου του. Οι φωτογραφίες, όπως είπε, ήταν αποτέλεσμα προσωπικών γνωριμιών στο σύστημα.

Παράλληλες μαρτυρίες και διεθνείς καταγγελίες

Κι άλλοι πρώην κρατούμενοι έχουν καταθέσει παρόμοιες εμπειρίες. Ο Γιανγκ Γουέι, ακτιβιστής υπέρ της δημοκρατίας που φυλακίστηκε την ίδια περίοδο, ανέφερε ότι γιατροί έπαιρναν συχνά αίμα από αλυσοδεμένους θανατοποινίτες. Επισήμως, έλεγαν ότι πρόκειται για «ιατρικές εξετάσεις», αλλά, σύμφωνα με τον ίδιο, όλοι γνώριζαν ότι επρόκειτο για αντιστοίχιση οργάνων.

Οι καταθέσεις αυτές ενισχύουν μακροχρόνιες κατηγορίες ότι η Κίνα βασίστηκε σε εκτελεσμένους κρατουμένους για να τροφοδοτήσει τη βιομηχανία μεταμοσχεύσεων, πρακτική την οποία το Πεκίνο αρνιόταν για χρόνια, μέχρι που το 2005 παραδέχθηκε ότι ήταν συνήθης.

Ο Γκου υπογράμμισε ότι στις πρώτες δεκαετίες, οι βασικές πηγές οργάνων ήταν οι θανατοποινίτες, οι άστεγοι ή άτομα που είχαν πεθάνει αιφνιδίως. Με τον καιρό, η πρακτική διευρύνθηκε, κάτι που καταγράφεται και στο ντοκιμαντέρ «State Organs».

Η Σαμπρίνα Σοχάιλ συμμετέχει σε συνέντευξη Τύπου σχετικά με τον Νόμο για τον Τερματισμό των Εξαναγκαστικών Αφαιρέσεων Οργάνων, ο οποίος εγκρίθηκε από τη Βουλή. Καπιτώλιο, Ουάσιγκτον, 7 Μαΐου 2025. (Madalina Vasiliu/The Epoch Times)

 

Το 2006 αναφέρθηκε για πρώτη φορά ότι οι ασκούμενοι της πνευματικής άσκησης Φάλουν Γκονγκ θανατώνονταν από το καθεστώς για τα όργανά τους. Πολλαπλές διεθνείς έρευνες, συμπεριλαμβανομένου του Δικαστηρίου για την Κίνα στο Ηνωμένο Βασίλειο, κατέληξαν το 2019 ότι το Πεκίνο πραγματοποιούσε αφαιρέσεις οργάνων σε μεγάλη κλίμακα επί σειρά ετών, με κύρια πηγή τους ασκούμενους του Φάλουν Γκονγκ.

Το ζήτημα επανήλθε στο προσκήνιο στις 3 Σεπτεμβρίου, κατά τη στρατιωτική παρέλαση του ΚΚΚ, όταν σε ζωντανή μετάδοση ακούστηκε ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν να λέει στον Κινέζο ηγέτη Σι Τζινπίνγκ ότι οι συνεχείς μεταμοσχεύσεις θα μπορούσαν να παρατείνουν τη ζωή, ακόμη και να οδηγήσουν σε «αθανασία». Ο Σι φέρεται να σχολίασε ότι η πρακτική θα μπορούσε να βοηθήσει τον άνθρωπο να φτάσει τα 150 χρόνια, μέσα στον 21ο αιώνα. Το περιστατικό προκάλεσε έντονες αντιδράσεις.

Ο Γκου σημείωσε ότι σε μια χώρα χωρίς δημοκρατία, εκλογές ή ελευθερία λόγου «οποιοδήποτε έγκλημα μπορεί να συμβεί».

Σήμερα, ζώντας στη Νέα Υόρκη, ο Γκου εξακολουθεί να δυσκολεύεται να επεξεργαστεί όσα έζησε και έμαθε. Οι φωτογραφίες που είδε από τον πατέρα του Γκε παραμένουν ανεξίτηλες στη μνήμη του. Τόνισε ότι είναι «τραγικό» να συμβαίνουν τέτοια γεγονότα και εκτίμησε πως μόνο όταν η Κίνα γίνει δημοκρατική θα αποκαλυφθεί πλήρως αυτό το σκοτεινό μυστικό, αφού, όπως είπε, το Κομμουνιστικό Κόμμα εξακολουθεί να διατηρεί αρχεία με κάθε λεπτομέρεια.

Του Michael Zhuang

Με τη συμβολή των Cheng Mulan και Chang Chun

Κινέζοι κυβερνοεισβολείς χρησιμοποίησαν την Epoch Times για απειλές κατά ομοσπονδιακών υπηρεσιών και του Λευκού Οίκου

Κινέζοι κυβερνοεισβολείς απέστειλαν απειλητικά μηνύματα σε πολλαπλές ομοσπονδιακές υπηρεσίες και στον Λευκό Οίκο, υποστηρίζοντας ότι εκπροσωπούν την εφημερίδα The Epoch Times.

Στις 6 Σεπτεμβρίου, η Epoch Times έλαβε ηλεκτρονικό μήνυμα στα κινεζικά με τίτλο «Δείτε τα στιγμιότυπα, τελειώσατε», στο οποίο οι δράστες ειδοποιούσαν ότι είχαν στείλει τις απειλές. Στην αλληλογραφία υπήρχαν τρία συνημμένα στιγμιότυπα· ένα έδειχνε τη φόρμα «Επικοινωνία» στην ιστοσελίδα του Λευκού Οίκου, όπου είχε δηλωθεί το τηλέφωνο και το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο της εφημερίδας. Σχόλιο γραμμένο με πολλά θαυμαστικά ανέφερε ότι οι αποστολείς υποτίθεται πως εκπροσωπούσαν μέλη του Φάλουν Γκονγκ, πνευματικής κοινότητας που διώκεται στην Κίνα, και απειλούσαν με βία κατά του Λευκού Οίκου.

Το μήνυμα περιείχε διατυπώσεις περί ρίψης εμπρηστικών βομβών και εκρηκτικών, με την προειδοποίηση ότι σε περίπτωση επέμβασης θα άνοιγαν πυρ. Οι δράστες ισχυρίζονταν ότι θα μετέδιδαν «ζωντανά αυτό το μεγαλειώδες κατόρθωμα» σε διάφορες πλατφόρμες, μεταξύ των οποίων το YouTube, η Epoch Times και το θυγατρικό της μέσο ενημέρωσης, το τηλεοπτικό κανάλι NTD. Ως αιτία ανέφεραν την «αποτυχία των αρχών να βοηθήσουν στην αντιμετώπιση της διακρατικής καταστολής του Κομμουνιστικού Κόμματος».

Παρόμοιες απειλές φέρεται να εστάλησαν στη CIA, στο υπουργείο Δικαιοσύνης και στην Αστυνομία της Ουάσιγκτον, ενώ σε όλα τα μηνύματα είχε χρησιμοποιηθεί διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της Epoch Times. Σε σχόλιο στα κινεζικά, ο αποστολέας, που δήλωνε ότι βρισκόταν στην πόλη Σι’αν της επαρχίας Σαανσί στην Κίνα, ρωτούσε προκλητικά «Τι μπορείτε να μου κάνετε;».

Η έκδοση της Epoch Times του Χονγκ Κονγκ, της 17ης Σεπτεμβρίου 2024. (Kiri Choy/The Epoch Times)

 

Η Epoch Times ιδρύθηκε το 2000 στην Ατλάντα από ασκούμενους του Φάλουν Γκονγκ, με σκοπό να προσφέρει αξιόπιστη ενημέρωση για την Κίνα, όπου τα ΜΜΕ λειτουργούν υπό καθεστώς αυστηρής λογοκρισίας. Στο επίκεντρο της δημοσιογραφικής της δραστηριότητας βρίσκονται οι καταπατήσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένης της εκστρατείας εξάλειψης του Φάλουν Γκονγκ από το κινεζικό καθεστώς, το οποίο εναντιώνεται στις αρχές της αλήθειας, της καλοσύνης και της ανεκτικότητας στις οποίες βασίζεται η πρακτική.

Ο αρχισυντάκτης της κινεζόφωνης έκδοσης της εφημερίδας, Χουάνγκ Γουαντσίνγκ, δήλωσε ότι τα μηνύματ ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των δραστών παραπέμπουν ευθέως σε μεθόδους εκφοβισμού που εφαρμόζουν πράκτορες του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας και οι εντολοδόχοι τους. Υπογράμμισε ότι η εφημερίδα καταδικάζει την προσπάθεια των δραστών να σπείρουν τον τρόμο.

Το πλαίσιο μιας ευρύτερης εκστρατείας

Οι απειλητικές ενέργειες εντάσσονται, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, σε μια γενικότερη εκστρατεία του κινεζικού καθεστώτος. Το 2024, πολιτικός πληροφοριοδότης αποκάλυψε οδηγία που είχε εκδοθεί το 2022 από τον Κινέζο ηγέτη Σι Τζινπίνγκ για την παγκόσμια καταστολή του Φάλουν Γκονγκ, με κύριους στόχους τις εταιρείες που ίδρυσαν ασκούμενοι. Ο Σι είχε εκφράσει ιδιαίτερη ενόχληση για τα διεθνή ΜΜΕ, τα οποία χαρακτήρισε βασική «εχθρική δύναμη» στον αγγλόφωνο κόσμο.

Λίγο μετά την οδηγία, δύο Κινέζοι πράκτορες προσπάθησαν να δωροδοκήσουν την αμερικανική φορολογική υπηρεσία IRS ώστε να ξεκινήσει έρευνα κατά της καλλιτεχνικής ομάδας Shen Yun Performing Arts, που επίσης ιδρύθηκε από μέλη του Φάλουν Γκονγκ. Το σχέδιο απέτυχε, οι δύο άνδρες συνελήφθησαν και καταδικάστηκαν σε φυλάκιση.

Το Shen Yun, το οποίο προβάλλει «την Κίνα πριν τον κομμουνισμό», έχει δεχθεί επίσης μαζικά παρενοχλητικά μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου από ύποπτους Κινέζους πράκτορες. Κατά τη διάρκεια περιοδειών του, θιασώτες του καθεστώτος πιέζουν θέατρα να ακυρώσουν παραστάσεις, απειλώντας με βίαιες πράξεις όπως ένοπλες και βομβιστικές επιθέσεις. Τον Φεβρουάριο, μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου οδήγησε στην εκκένωση του Kennedy Center στην Ουάσιγκτον λίγες ώρες πριν από την πρεμιέρα της παράστασης του Shen Yun, πράξη που ο Λευκός Οίκος καταδίκασε.

Καταγεγραμμένα περιστατικά και προειδοποιήσεις

Το τελευταίο έτος, το Κέντρο Πληροφόρησης Φάλουν Ντάφα έχει καταγράψει περισσότερα από 130 περιστατικά απειλών κατά του Shen Yun και του Φάλουν Γκονγκ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται ψευδείς απειλές για βόμβες και ένοπλες επιθέσεις. Στο στόχαστρο βρέθηκαν τόσο οι καλλιτέχνες και οι εγκαταστάσεις εκπαίδευσης όσο και Αμερικανοί νομοθέτες που έχουν εκφράσει δημόσια την υποστήριξή τους στο Φάλουν Γκονγκ. Ωστόσο, καμία από τις απειλές δεν έχει υλοποιηθεί.

Τον Ιανουάριο, το Κέντρο είχε προειδοποιήσει για άνοδο «κακόβουλης πλαστοπροσωπίας ασκούμενων του Φάλουν Γκονγκ», τόσο σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης όσο και μέσω μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προς δημόσιους φορείς και εκλεγμένους αξιωματούχους. Τόνιζε ότι δημοσιογράφοι, αρχές επιβολής του νόμου και άλλοι πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί σε «περίεργα, βίαια ή ύποπτα μηνύματα» που παρουσιάζονται ως αποσταλμένα από ασκούμενους ή πρόσωπα που συνεργάζονται με το Shen Yun.

Ο εκτελεστικός διευθυντής του Κέντρου, Λήβαϊ Μπράουντ, εξέφρασε την ανησυχία ότι το καθεστώς ή οι εντολοδόχοι του ενδέχεται να προετοιμάζουν σοβαρότερο, ακόμη και βίαιο, περιστατικό χρησιμοποιώντας ψευδείς ταυτότητες ασκούμενων. Σκοπός, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι να ενταθούν οι τακτικές δυσφήμησης και να στραφεί η κοινή γνώμη στις Ηνωμένες Πολιτείες και διεθνώς κατά του Φάλουν Γκονγκ. Ο Μπράουντ σημείωσε ότι πρόκειται για «κατάφωρες και προκλητικές προσπάθειες» του Πεκίνου να εμφανίσει τους ασκούμενους ως ακραίους ή παράλογους, κάτι που δείχνει, όπως είπε, την απελπισία στην οποία έχει περιέλθει το καθεστώς.

Σε προηγούμενη έρευνα παρόμοιων περιστατικών στην Ταϊβάν, οι αρχές διαπίστωσαν ότι οι δράστες δρούσαν από την Κίνα, χρησιμοποιώντας εικονικά ιδιωτικά δίκτυα (VPN) για να αποκρύψουν την τοποθεσία τους. Το Γραφείο Εγκληματολογικών Ερευνών της Ταϊβάν ανακοίνωσε ότι η διακλαδική έρευνά του εντόπισε ότι τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προέρχονται από τη Σι’αν.