Παρασκευή, 15 Μαΐ, 2026

Αμερικανοί νομοθέτες τιμούν την επέτειο της ειρηνικής έκκλησης του Φάλουν Γκονγκ στο Πεκίνο

Αμερικανοί νομοθέτες εξέφρασαν την υποστήριξή τους προς τους ασκούμενους του Φάλουν Γκονγκ στις 25 Απριλίου, με αφορμή την 27η επέτειο μιας ειρηνικής διαμαρτυρίας στην Κίνα, οι επιπτώσεις της οποίας εξακολουθούν να γίνονται αισθητές έως σήμερα.

Η ειρηνική συγκέντρωση, γνωστή πλέον ως η έκκληση της 25ης Απριλίου, πραγματοποιήθηκε το 1999. Αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες διαδηλώσεις στη σύγχρονη ιστορία της κομμουνιστικής Κίνας, καθώς περίπου 10.000 ασκούμενοι του Φάλουν Γκονγκ συγκεντρώθηκαν στο Πεκίνο, με αίτημα την απελευθέρωση συλληφθέντων ομοϊδεατών τους και το δικαίωμα να ασκούνται ελεύθερα.

Παρά τις διαβεβαιώσεις των αξιωματούχων εκείνη την περίοδο, το γεγονός δεν οδήγησε σε διεύρυνση των ελευθεριών. Λιγότερο από τρεις μήνες αργότερα, το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (ΚΚΚ) ξεκίνησε μια σκληρή εκστρατεία δίωξης κατά της ομάδας. Η δίωξη συνεχίζεται αμείωτη μέχρι σήμερα, ενώ ορισμένοι ειδικοί την έχουν χαρακτηρίσει ως «ψυχρή γενοκτονία».

Ο Κρις Σμιθ (R-N.J.), ένας εκ των προέδρων της Εκτελεστικής Επιτροπής του Κογκρέσου για την Κίνα, ανέφερε σε δήλωσή του ότι κάθε ημέρα, και ιδιαίτερα στις 25 Απριλίου, τιμάται και μνημονεύεται το ακλόνητο θάρρος και η πεποίθηση των ασκούμενων του Φάλουν Γκονγκ σε όλον τον κόσμο, οι οποίοι συνεχίζουν να υφίστανται τη σκληρή εκστρατεία δίωξης, δυσφήμησης και διεθνικής καταστολής από το ΚΚΚ. Όπως σημείωσε, η βάναυση προσπάθεια του κόμματος να εξαλείψει το Φάλουν Γκονγκ θα καταγραφεί ως ένα από τα χειρότερα εγκλήματα του 21ου αιώνα.

Ο Κρις Σμιθ (R-N.J.), πρόεδρος της Εκτελεστικής Επιτροπής του Κογκρέσου για την Κίνα, μετά από ακρόαση σχετικά με την πρακτική των εξαναγκαστικών αφαιρέσεων οργάνων από το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας. Ουάσιγκτον, 20 Μαρτίου 2024. (York Du/The Epoch Times)

 

Το Φάλουν Γκονγκ, γνωστό και ως Φάλουν Ντάφα, είναι μια πνευματική άσκηση που περιλαμβάνει αργές κινήσεις και διδασκαλίες βασισμένες στις αρχές της αλήθειας, της καλοσύνης και της ανεκτικότητας. Πρωτοπαρουσιάστηκε δημόσια στην Κίνα το 1992 και διαδόθηκε ταχύτατα από στόμα σε στόμα σε όλη τη χώρα. Μέχρι το τέλος της δεκαετίας, τουλάχιστον 70 εκατομμύρια άνθρωποι είχαν υιοθετήσει την πρακτική, σύμφωνα με επίσημες εκτιμήσεις της εποχής.

Στα πρώτα χρόνια, τα κρατικά μέσα ενημέρωσης της Κίνας παρουσίαζαν το Φάλουν Γκονγκ με θετικό τρόπο. Άρθρο του 1993 στο περιοδικό China Today, που εκδίδεται από το κράτος, περιέγραφε την ευρεία απήχησή του, σημειώνοντας ότι οι ασκούμενοι προέρχονταν από όλα τα κοινωνικά στρώματα — ανάμεσά τους βρίσκονταν στρατιωτικοί, κυβερνητικοί αξιωματούχοι, καθηγητές και φοιτητές.

Τον Νοέμβριο του 1998, η κρατική εφημερίδα Yangcheng Evening News ανέφερε ότι περίπου 5.000 άνθρωποι συγκεντρώθηκαν σε ένα πάρκο για να ασκηθούν στο Φάλουν Γκονγκ. Η συγκεκριμένη αναφορά συγκαταλέγεται μεταξύ των τελευταίων περιπτώσεων θετικής κάλυψης του Φάλουν Γκονγκ στην Κίνα.

Στις 11 Απριλίου 1999, ένα κολέγιο στην Τιαντζίν, πόλη κοντά στο Πεκίνο, δημοσίευσε στο περιοδικό του άρθρο κατά της πρακτικής. Η δημοσίευση ώθησε ασκούμενους του Φάλουν Γκονγκ της περιοχής να απευθυνθούν σε εκπροσώπους του ιδρύματος και σε τοπικούς αξιωματούχους, για να διαψεύσουν τους παραπλανητικούς ισχυρισμούς που περιείχε το άρθρο.

Αργότερα τον ίδιο μήνα, η Δημόσια Ασφάλεια της Τιαντζίν ανέπτυξε δυνάμεις καταστολής, οι οποίες χρησιμοποίησαν βία κατά ειρηνικής διαμαρτυρίας ασκούμενων του Φάλουν Γκονγκ, με αποτέλεσμα τη σύλληψη 45 ατόμων.

Η αστυνομική βία στην Τιαντζίν προκάλεσε γρήγορα ευρύτερες αντιδράσεις. Στις 25 Απριλίου 1999, περίπου 10.000 ασκούμενοι του Φάλουν Γκονγκ συγκεντρώθηκαν στο Πεκίνο ζητώντας την απελευθέρωση των κρατουμένων της Τιαντζίν και το ελεύθερο να ασκούν την πρακτική που έχουν επιλέξει. Μετά από συνάντηση μεταξύ αξιωματούχων του ΚΚΚ και πέντε εκπροσώπων του Φάλουν Γκονγκ στο Κρατικό Συμβούλιο, οι αρχές της Τιαντζίν ικανοποίησαν το αίτημα.

Ωστόσο, λιγότερο από τρεις μήνες αργότερα, στις 20 Ιουλίου 1999, το ΚΚΚ ξεκίνησε πανεθνική εκστρατεία για την εξάλειψη του Φάλουν Γκονγκ. Ταυτόχρονα, τα κρατικά μέσα ενημέρωσης της χώρας άρχισαν να δημοσιεύουν προπαγάνδα για την ειρηνική έκκληση, συχνά παρουσιάζοντάς την ως «πολιορκία» κατά του καθεστώτος.

Ο Νηλ Νταν (R-Fla.), μέλος της Ειδικής Επιτροπής της Βουλής για το ΚΚΚ, ανέφερε ότι, καθώς συμπληρώνεται η επέτειος της ειρηνικής έκκλησης του 1999 στο Πεκίνο, τιμάται το θάρρος περισσότερων από 10.000 ασκούμενων του Φάλουν Γκονγκ που στάθηκαν ειρηνικά υπέρ των πεποιθήσεών τους απέναντι στην καταστολή. Όπως δήλωσε, οι Ηνωμένες Πολιτείες στέκονται σταθερά στο πλευρό όσων υφίστανται θρησκευτικές διώξεις στην Κίνα και παγκοσμίως.

Ο Νηλ Νταν (R-Fla.) δίνει συνέντευξη Τύπου σε συγκέντρωση έξω από την America ChangLe Association, εκθέτοντας τη διεθνική καταστολή του Πεκίνου. Νέα Υόρκη, 25 Φεβρουαρίου 2023. (Samira Bouaou/The Epoch Times)

 

Από την έναρξη της δίωξης, εκατομμύρια ασκούμενοι του Φάλουν Γκονγκ έχουν κλειστεί σε φυλακές, στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας και άλλες εγκαταστάσεις, ενώ εκατοντάδες χιλιάδες έχουν υποστεί βασανιστήρια κατά τη διάρκεια της φυλάκισής τους, σύμφωνα με το Κέντρο Πληροφόρησης Φάλουν Ντάφα. Πολλοί έχουν χάσει τη ζωή τους, είτε λόγω των βασανιστηρίων είτε λόγω αφαίρεσης των ζωτικών τους οργάνων για να χρησιμοποιηθούν ως μοσχεύματα σε επεμβάσεις που αναλαμβάνουν κρατικά νοσοκομεία της Κίνας.

Ανάληψη ευθυνών

Ο Ρικ Σκοτ (R-Fla.), μέλος της Επιτροπής Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας, χαρακτήρισε τη δίωξη του Φάλουν Γκονγκ από το ΚΚΚ ως βάναυση και παράλογη.

Όπως είπε, καθώς ο κινεζικός λαός εξακολουθεί να υφίσταται φρικτές διώξεις υπό το κομμουνιστικό καθεστώς, οι Ηνωμένες Πολιτείες και κάθε άλλη χώρα που αγαπά την ελευθερία οφείλουν να αναλάβουν δράση και να απαιτήσουν λογοδοσία για την απαράδεκτη θρησκευτική δίωξη και τις εξαναγκαστικές αφαιρέσεις οργάνων που εφαρμόζει το ΚΚΚ.

Ο Ρικ Σκοτ (R-Fla.) στο Λας Βέγκας, στις 4 Σεπτεμβρίου 2024. (John Fredricks/The Epoch Times)

 

Ο Σκοτ ήταν μεταξύ αυτών που υποστήριξαν τον Νόμο για την Προστασία του Φάλουν Γκονγκ. Το νομοσχέδιο, που επανεισήχθη τον Μάρτιο του 2025, προβλέπει την επιβολή στοχευμένων κυρώσεων σε όσους εμπλέκονται στις εξαναγκαστικές αφαιρέσεις οργάνων από ασκούμενους του Φάλουν Γκονγκ, όπως περιορισμούς στη χορήγηση θεωρήσεων, πρόστιμα έως ένα εκατομμύριο δολάρια και ποινές φυλάκισης έως είκοσι έτη.

Ο Ζακ Ναν (R-Iowa), μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής του Κογκρέσου για την Κίνα και της Ειδικής Επιτροπής της Βουλής για το ΚΚΚ, χαρακτήρισε την πρακτική των εξαναγκαστικών αφαιρέσεων οργάνων από ασκούμενους του Φάλουν Γκονγκ ως αποτρόπαιη.

Σε δήλωσή του σημείωσε ότι πριν από 27 χρόνια το ΚΚΚ ξεκίνησε μια βάναυση εκστρατεία κατά των ασκούμενων του Φάλουν Γκονγκ, χρησιμοποιώντας ως πρόσχημα μια ειρηνική έκκληση για ελευθερία. Υπογράμμισε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες στέκονται σταθερά στο πλευρό των ασκούμενων του Φάλουν Γκονγκ και ότι ο ίδιος θα συνεχίσει να εργάζεται για να λογοδοτήσει το Πεκίνο έως ότου τερματιστεί η δίωξη.

Ο Ζακ Ναν (R-Iowa) μιλά σε δημοσιογράφους στην Ουάσιγκτον, στις 15 Μαΐου 2025, μετά από ακρόαση στο Καπιτώλιο. (Madalina Vasiliu/The Epoch Times)

 

Το 2020, το China Tribunal — ένα ανεξάρτητο λαϊκό δικαστήριο με έδρα το Λονδίνο — κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το κινεζικό καθεστώς πραγματοποιούσε επί χρόνια εξαναγκαστικές αφαιρέσεις οργάνων από κρατούμενους συνείδησης, προσδιορίζοντας τους ασκούμενους του Φάλουν Γκονγκ ως τα κύρια θύματα.

Ο Σμιθ ανέφερε ότι θα συνεχίσει να διοργανώνει ακροάσεις, να καταθέτει νομοθετικές πρωτοβουλίες και να καλεί την αμερικανική κυβέρνηση να δίνει προτεραιότητα στα ανθρώπινα δικαιώματα στις σχέσεις ΗΠΑ–Κίνας. Υπογράμμισε ότι ο κόσμος δεν πρέπει να αποστρέφει το βλέμμα του, ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας πρέπει να λογοδοτήσει και ότι οι ωμότητες κατά του Φάλουν Γκονγκ πρέπει να τερματιστούν.

Ο Τομ Τίφφανυ (R-Wis.), μέλος της Επιτροπής Δικαιοσύνης της Βουλής, δήλωσε ότι παραμένει βαθιά ανήσυχος για τις θρησκευτικές μειονότητες, τους πολιτικούς αντιφρονούντες, τους καλλιτέχνες, τους δημοσιογράφους και τους υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων που υφίστανται διώξεις στην Κίνα. Επεσήμανε δε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες στέκονται στο πλευρό όσων επιδιώκουν να χαράξουν το δικό τους δημοκρατικό μέλλον, να εκφράζουν ελεύθερα τις απόψεις τους και να ασκούν την ελευθερία της λατρείας και της συνείδησης χωρίς φόβο τιμωρίας ή αντιποίνων.

Ο Τίφφανυ σημείωσε ότι το ΚΚΚ έχει επιβάλει ποινικές κυρώσεις σε ορισμένους ασκούμενους του Φάλουν Γκονγκ.

Ο Τομ Τίφφανυ (R-Wis.) κατά τη διάρκεια τελετής ορκωμοσίας στο Καπιτώλιο των ΗΠΑ, στις 19 Μαΐου 2020. (Drew Angerer/Getty Images)

 

Ο ιστότοπος Minghui.org, με έδρα τις Ηνωμένες Πολιτείες, που παρακολουθεί τη δίωξη των ασκούμενων του Φάλουν Γκονγκ στην Κίνα, ανέφερε 751 νέες περιπτώσεις επιβολής ποινών φυλάκισης σε ασκούμενους το 2025. Μία από τις μεγαλύτερες ποινές — οκτώ έτη — επιβλήθηκε στη Μενγκ Τσινγκτζιέ, 72 ετών, συνταξιούχο δασκάλα δημοτικού σχολείου, τον Μάρτιο του 2025.

Ο Τίφφανυ επίσης συγκαταλέγεται μεταξύ των υποστηρικτών του Νόμου για την Προστασία του Φάλουν Γκονγκ, ο οποίος εγκρίθηκε από τη Βουλή τον Μάιο του 2025.

Ο Μάικλ Μακόλ (R-Texas), επίτιμος πρόεδρος τόσο της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων όσο και της Επιτροπής Εσωτερικής Ασφάλειας της Βουλής, δήλωσε ότι το ΚΚΚ καταστέλλει βάναυσα κάθε μορφή διαφωνίας.

Ο Μάικλ Μακόλ (R-Texas) στο Καπιτώλιο της Ουάσιγκτον, στις 11 Οκτωβρίου 2023. (Kevin Lamarque/Reuters)

 

Όπως τόνισε, με αφορμή την επέτειο την ειρηνική έκκληση του Φάλουν Γκονγκ στις 25 Απριλίου 1999, καταδικάζει έντονα κάθε πράξη καταστολής των ασκουμένων και δεσμεύεται να σταθεί στο πλευρό όλων των θυμάτων της τυραννίας του ΚΚΚ.

Με τη συμβολή της Eva Fu

Η Κίνα πραγματοποιεί ασκήσεις με πραγματικά πυρά ενώ η ηγέτιδα της αντιπολίτευσης της Ταϊβάν επισκέπτεται το Πεκίνο

Το κομμουνιστικό καθεστώς της Κίνας ξεκίνησε στις 9 Απριλίου μονοήμερες στρατιωτικές ασκήσεις με πραγματικά πυρά, την ώρα που η επικεφαλής της κύριας αντιπολίτευσης της Ταϊβάν διένυε την τρίτη ημέρα της επίσκεψής της στην Κίνα, την οποία είχε χαρακτηρίσει «ταξίδι ειρήνης».

Οι ασκήσεις με πραγματικά πυρά πραγματοποιήθηκαν στα βόρεια ύδατα της Κίτρινης Θάλασσας, η οποία βρίσκεται μεταξύ της Κίνας και της Κορεατικής Χερσονήσου, από τις 10 το πρωί έως τις 4 το απόγευμα (τοπική ώρα) στις 9 Απριλίου, σύμφωνα με πολλά κρατικά κινεζικά μέσα ενημέρωσης, τα οποία επικαλέστηκαν το περιφερειακό παράρτημα της Διοίκησης Ναυτιλιακής Ασφάλειας της Κίνας στην πόλη Νταλιάν, στη βορειοανατολική Κίνα.

Σε απάντηση στις ασκήσεις, ο υπουργός Άμυνας της Ταϊβάν, Ουέλινγκτον Κου, δήλωσε σε δημοσιογράφους ότι ο στρατός της Ταϊβάν παρακολουθούσε πλήρως την κατάσταση, σύμφωνα με το κρατικό Military News Agency της Ταϊβάν.

Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (ΚΚΚ) θεωρεί την Ταϊβάν μέρος της επικράτειάς του και εκσυγχρονίζει ταχέως τις ένοπλες δυνάμεις του, ενώ απειλεί να καταλάβει το νησί με τη βία ή να το υποχρεώσει να υποταχθεί στην εξουσία του. Το καθεστώς πραγματοποιεί τακτικά στρατιωτικές ασκήσεις, συμπεριλαμβανομένων δύο μεγάλης κλίμακας ασκήσεων που περικύκλωσαν την Ταϊβάν το 2025, με στόχο να εκφοβίσει την κοινή γνώμη της Ταϊβάν και να επηρεάσει τη στάση της υπέρ του Πεκίνου.

Ο τελευταίος γύρος στρατιωτικών ασκήσεων πραγματοποιείται ενώ η Τσενγκ Λι-γουέν, πρόεδρος του μεγαλύτερου κόμματος της αντιπολίτευσης της Ταϊβάν, του Κουομιντάνγκ (KMT), επισκέπτεται την Κίνα κατόπιν πρόσκλησης του Κινέζου ηγέτη Σι Τζινπίνγκ.

Η Τσενγκ έχει συναντηθεί με αρκετά υψηλόβαθμα στελέχη του ΚΚΚ, μεταξύ των οποίων ο Σιν Τσανγκσίνγκ και ο Τσεν Τζίνινγκ, γραμματείς του Κόμματος στην επαρχία Τζιανγκσού και στη Σαγκάη, αντίστοιχα.

Στις 9 Απριλίου, η Τσενγκ συναντήθηκε στη Σαγκάη με Ταϊβανέζους επιχειρηματίες που δραστηριοποιούνται στην Κίνα. Σύμφωνα με ανάρτηση του KMT στο Facebook, ανέφερε ότι το κόμμα θα συνεχίσει να προωθεί ευρεία διμερή συνεργασία, είτε βρίσκεται στην αντιπολίτευση είτε στην εξουσία.

Η Τσενγκ Λι-γουέν, πρόεδρος του κόμματος Κουομιντάνγκ της Ταϊβάν, μιλά στα μέσα ενημέρωσης ενόψει του ταξιδιού της στην Κίνα, στην Ταϊπέι της Ταϊβάν, στις 7 Απριλίου 2026. (Ann Wang/Reuters)

 

Πρόσθεσε ότι το Κουομιντάνγκ θεωρεί πως, όταν επιστρέψει στην εξουσία το 2028, θα ξεκινήσει μια εντελώς νέα εποχή.

Το Δημοκρατικό Προοδευτικό Κόμμα (DPP) βρίσκεται στην εξουσία από το 2016, περίοδο κατά την οποία το ΚΚΚ αρνείται να συνεργαστεί με την κυβέρνησή του, χαρακτηρίζοντας τόσο τον πρόεδρο Λάι Τσινγκ-τε όσο και την προκάτοχό του, Τσάι Ινγκ-γουέν, ως «αυτονομιστές», λόγω της σαφούς υποστήριξής τους στην κυριαρχία της Ταϊβάν.

Αντίθετα, το KMT θεωρείται γενικά πιο φιλικό προς το Πεκίνο σε σύγκριση με το DPP.

Η Λιν Τσου-γιν, εκπρόσωπος του DPP και βουλευτής, χαρακτήρισε τις κινεζικές στρατιωτικές ασκήσεις «χαστούκι στο πρόσωπο» για το KMT. Επέκρινε το κόμμα ότι διατηρεί «μη ρεαλιστικές φαντασιώσεις» για αυταρχικά καθεστώτα, τονίζοντας ότι η ισχύς αποτελεί τη βάση της ειρήνης, και κάλεσε να εγκριθεί χωρίς καθυστέρηση ο ειδικός αμυντικός προϋπολογισμός ύψους 40 δισεκατομμυρίων δολαρίων που έχει προτείνει ο Λάι.

Ο ειδικός αμυντικός προϋπολογισμός του Λάι έχει μπλοκαριστεί στο κοινοβούλιο, το οποίο ελέγχεται από την αντιπολίτευση, καθώς το KMT και ο μικρότερος σύμμαχός του, το Λαϊκό Κόμμα της Ταϊβάν, πιέζουν για χαμηλότερες δαπάνες.

Στις 9 Απριλίου, βουλευτές του DPP επέκριναν το KMT επειδή απουσίασε από συνεδρίαση του κοινοβουλίου σχετικά με την προώθηση των σχεδίων που έχουν καθυστερήσει για την έγκριση επιπλέον 40 δισεκατομμυρίων δολαρίων για την άμυνα.

Αμερικανοί νομοθέτες εξέφρασαν τη στήριξή τους στα σχέδια δαπανών του Λάι. Στις 8 Απριλίου, ο γερουσιαστής Τζιμ Μπανκς (R-Ind.), ο οποίος είχε φτάσει στην Ταϊβάν την προηγούμενη ημέρα, ανέφερε κατά τη διάρκεια συνάντησης με τον Λάι ότι ο πρόεδρος της Ταϊβάν έχει επιδείξει ηγεσία στην ενίσχυση των αμυντικών δαπανών.

Πρόσθεσε ότι το Νομοθετικό Γιουάν οφείλει να συμβάλει και να εγκρίνει τον ειδικό προϋπολογισμό, επισημαίνοντας ότι αυτό είναι ένα μήνυμα που ήθελε να απευθύνει προς την ηγεσία της Ταϊβάν. Τόνισε ότι η έγκριση του ειδικού προϋπολογισμού από το κοινοβούλιο θα αποτελούσε μήνυμα προς την Κίνα και την υπόλοιπη διεθνή κοινότητα ότι η Ταϊβάν αντιμετωπίζει σοβαρά την ειρήνη μέσω της ισχύος.

Ο Μπανκς και τέσσερις ακόμη Αμερικανοί νομοθέτες —οι Ζακ Ναν (R-Iowa), Σκοτ Φιτζέραλντ (R-Wis.), Τζούλι Φεντορτσάκ (R-N.D.) και Τζέφερσον Σριβ (R-Ind.)— συναντήθηκαν με τον Κου στις 8 Απριλίου. Σύμφωνα με το Military News Agency της Ταϊβάν, οι Μπανκς και Ναν ανέφεραν ότι η συνεργασία ΗΠΑ-Ταϊβάν στον τομέα της ασφάλειας διαδραματίζει αναντικατάστατο ρόλο στη διατήρηση της περιφερειακής σταθερότητας και ότι οι δύο πλευρές θα συνεχίσουν να ενισχύουν τις στρατιωτικές ανταλλαγές και τον στρατηγικό διάλογο.

Η Τσενγκ αναμένεται να ολοκληρώσει την επίσκεψή της στην Κίνα στις 12 Απριλίου. Το ενδεχόμενο συνάντησης μεταξύ της Τσενγκ και του Σι στις 10 Απριλίου συζητήθηκε κατά τη διάρκεια τακτικής ενημέρωσης που πραγματοποίησε στις 9 Απριλίου το Συμβούλιο Ηπειρωτικών Υποθέσεων της Ταϊβάν (MAC).

Ο εκπρόσωπος του MAC, Λιανγκ Ουέν-τζιέ, δήλωσε ότι, εάν πραγματοποιηθεί η συνάντηση Τσενγκ–Σι, η πρόεδρος του KMT θα πρέπει να μεταφέρει με σαφήνεια τουλάχιστον τρία σημεία που αντανακλούν την κυρίαρχη άποψη της κοινής γνώμης στην Ταϊβάν. Συγκεκριμένα, ότι το Πεκίνο πρέπει να αναγνωρίσει την ύπαρξη της Δημοκρατίας της Κίνας, που αποτελεί την επίσημη ονομασία της Ταϊβάν, ότι το μέλλον της Ταϊβάν πρέπει να αποφασιστεί σύμφωνα με τη βούληση του λαού της και ότι τα κινεζικά στρατιωτικά αεροσκάφη και πλοία πρέπει να σταματήσουν άμεσα τις παρενοχλήσεις γύρω από το νησί.

Σε δημοσκόπηση του Μαρτίου, στην οποία συμμετείχαν 1.138 άτομα και πραγματοποιήθηκε από το MAC, το 1,5% δήλωσε ότι υποστηρίζει την άμεση ενοποίηση της Ταϊβάν με την Κίνα, ενώ το 6,3% τάχθηκε υπέρ της διατήρησης της υφιστάμενης κατάστασης με προοπτική ενοποίησης.

Αντίστοιχα, το 7,4% δήλωσε ότι η Ταϊβάν θα πρέπει να κηρύξει την ανεξαρτησία της το συντομότερο δυνατό.

Η μεγαλύτερη ομάδα, ποσοστό 33,9%, επιθυμεί τη διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης επ’ αόριστον. Ένα επιπλέον 24,1% υποστηρίζει τη διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης με απόφαση για ανεξαρτησία ή ενοποίηση σε μεταγενέστερο στάδιο, ανάλογα με τις εξελίξεις, ενώ το 20,4% προτιμά τη διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης με προοπτική μελλοντικής ανεξαρτησίας.

Με πληροφορίες από το Reuters

Ανησυχία στην Ταϊβάν για τις επιχειρήσεις επιρροής του Πεκίνου

Ο επικεφαλής των υπηρεσιών ασφαλείας της Ταϊβάν προειδοποίησε στις 8 Απριλίου για τις επιχειρήσεις «ενιαίου μετώπου» της Κίνας κατά του νησιού, την ώρα που η ηγέτιδα της αξιωματικής αντιπολίτευσης της Ταϊβάν βρίσκεται στην Κίνα και συναντά αξιωματούχους του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας (ΚΚΚ).

Ο Τσάι Μινγκ-γιεν, γενικός διευθυντής του Γραφείου Εθνικής Ασφάλειας της Ταϊβάν, διατύπωσε την προειδοποίηση στο κοινοβούλιο το πρωί της 8ης Απριλίου, απαντώντας σε ερωτήσεις δημοσιογράφων σχετικά με το ταξίδι της Τσενγκ Λι-γουέν στην Κίνα, το οποίο βρισκόταν στη δεύτερη ημέρα του. Η Τσενγκ, πρόεδρος του μεγαλύτερου κόμματος της αντιπολίτευσης της Ταϊβάν, του Κουομιντάνγκ (KMT), είχε χαρακτηρίσει το ταξίδι ως ένα «ιστορικό ταξίδι για την ειρήνη».

Απαντώντας, ο Τσάι ανέφερε ότι δεν μπορούσε να σχολιάσει τις δραστηριότητες των πολιτικών κομμάτων, προσθέτοντας ωστόσο ότι το κινεζικό καθεστώς χρησιμοποιεί στρατηγική «καρότου και μαστιγίου».

Εξήγησε ότι, αφενός, το Πεκίνο δημιουργεί ένα τεταμένο διασυνοριακό κλίμα πιθανής σύγκρουσης μέσω στρατιωτικού εκφοβισμού και παρενοχλήσεων στη λεγόμενη «γκρίζα ζώνη», επιδιώκοντας να προκαλέσει στην κοινωνία της Ταϊβάν και στους πολίτες της ψυχολογική πίεση και άγχος για ενδεχόμενη σύγκρουση.

Αφετέρου, σημείωσε ότι προωθεί διάφορες δραστηριότητες ανταλλαγών μεταξύ των δύο πλευρών, με στόχο να ενισχύσει την αποκαλούμενη διασυνοριακή ειρήνη υπό την ηγεσία του ΚΚΚ, καθώς και τα ενδεχόμενα παράπλευρα οφέλη που απορρέουν από αυτήν.

Το ΚΚΚ θεωρεί την Ταϊβάν μέρος της επικράτειάς του και εκσυγχρονίζει με ταχείς ρυθμούς τον στρατό του, επιδιώκοντας είτε να καταλάβει το νησί με τη βία είτε να το εξαναγκάσει να υποταχθεί στη διακυβέρνησή του. Οι τακτικές της «γκρίζας ζώνης» περιλαμβάνουν την αποστολή στρατιωτικών αεροσκαφών και πλοίων στις γύρω περιοχές της Ταϊβάν, καθώς και τη διεξαγωγή μεγάλης κλίμακας στρατιωτικών ασκήσεων στην περιοχή.

Ο Τσάι ανέφερε ότι η στρατηγική του Πεκίνου επιδιώκει δύο βασικούς στόχους: πρώτον, να διχάσει την κοινωνία της Ταϊβάν, ενισχύοντας τις φιλοκινεζικές φωνές, κάτι που μπορεί επίσης να παρεμποδίσει περαιτέρω τις προσπάθειες προώθησης των πωλήσεων όπλων των Ηνωμένων Πολιτειών προς την Ταϊβάν και, δεύτερον, να διασπάσει τη συνεργασία Ταϊβάν–Ηνωμένων Πολιτειών. Μέσω δραστηριοτήτων ανταλλαγών, επιδιώκει να διαμορφώσει απόψεις για την επανένωση μεταξύ των δύο πλευρών, αποδυναμώνοντας έτσι την εμπλοκή των ΗΠΑ στις υποθέσεις του Στενού της Ταϊβάν και την επιρροή τους στις σχετικές συζητήσεις.

Το Κουομιντάνγκ θεωρείται ευρέως πιο φιλικό προς το Πεκίνο σε σύγκριση με το κυβερνών Δημοκρατικό Προοδευτικό Κόμμα (DPP). Από το 2016, το κινεζικό καθεστώς αρνείται να συνεργαστεί με την κυβέρνηση υπό την ηγεσία του DPP, χαρακτηρίζοντας τόσο τον πρόεδρο Λάι Τσινγκ-τε όσο και την προκάτοχό του, Τσάι Ινγκ-γουέν, ως «αυτονομιστές» λόγω της έντονης υποστήριξής τους στην κυριαρχία της Ταϊβάν. Ο ειδικός αμυντικός προϋπολογισμός ύψους 40 δισεκατομμυρίων δολαρίων του Λάι, που υποστηρίζεται από Αμερικανούς νομοθέτες, παραμένει μπλοκαρισμένος στο κοινοβούλιο, το οποίο ελέγχεται από την αντιπολίτευση.

Ο Τσάι σημείωσε ότι κάθε φορά που το ΚΚΚ προωθεί διασυνοριακές ανταλλαγές, υποκρύπτονται «πολιτικές και στρατηγικές ενιαίου μετώπου». Η προσπάθεια «ενιαίου μετώπου» του κόμματος καθοδηγείται από το Τμήμα Εργασίας του Ενιαίου Μετώπου, το οποίο επιβλέπει ένα δίκτυο οργανώσεων με αποστολή τη χειραγώγηση κοινωνικών ομάδων, τη συλλογή πληροφοριών, τη διαμόρφωση του πολιτικού περιβάλλοντος άλλων χωρών και την επιρροή της κοινής γνώμης.

Ταξίδια

Η Τσενγκ, η οποία έφτασε στην Κίνα στις 7 Απριλίου, πραγματοποίησε το ταξίδι έπειτα από πρόσκληση του ηγέτη της Κίνας Σι Τζινπίνγκ. Στις 8 Απριλίου κατέθεσε στεφάνι στο μαυσωλείο του ιδρυτή του κόμματός της, Σουν Γιατ-σεν, στη Ναντζίνγκ, πρωτεύουσα της παράκτιας επαρχίας Τζιανγκσού, σύμφωνα με ανάρτηση του Κουομιντάνγκ στο Facebook.

Η Ναντζίνγκ υπήρξε κάποτε πρωτεύουσα της κυβέρνησης της Δημοκρατίας της Κίνας υπό το Κουομιντάνγκ, πριν αυτή καταφύγει στην Ταϊβάν το 1949, μετά την απώλεια του ελέγχου της Κίνας από τις κομμουνιστικές δυνάμεις του Μάο Τσετούνγκ κατά τον κινεζικό εμφύλιο πόλεμο.

Επίσης στη Ναντζίνγκ, η Τσενγκ και η αντιπροσωπεία της συναντήθηκαν με τον Σιν Τσανγκσίνγκ, γραμματέα του ΚΚΚ στην επαρχία Τζιανγκσού. Σύμφωνα με την ίδια ανάρτηση, οι δύο πλευρές κατέληξαν σε συμφωνία για μελλοντική συνεργασία στους τομείς της οικονομίας, της τεχνολογίας, του πολιτισμού και των ανταλλαγών νέων.

Δεν έχει υπάρξει επίσημη ανακοίνωση για συνάντηση μεταξύ της Τσενγκ και του Σι πριν από την προγραμματισμένη αναχώρησή της στις 12 Απριλίου. Κατά τη διάρκεια ενημέρωσης στις 8 Απριλίου, η εκπρόσωπος του Γραφείου Υποθέσεων Ταϊβάν της Κίνας, Τζου Φενγκλιάν, δεν απάντησε όταν ρωτήθηκε αν οι δύο θα συναντηθούν στις 10 Απριλίου.

Μετά τις δηλώσεις του στους δημοσιογράφους, ο Τσάι συμμετείχε σε συνεδρίαση του κοινοβουλίου που διοργάνωσε η Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων και Εθνικής Άμυνας, προκειμένου να παρουσιάσει έκθεση για τις δραστηριότητες της υπηρεσίας του. Ενημέρωσε τους νομοθέτες ότι οι προσπάθειες διείσδυσης του κινεζικού καθεστώτος έχουν στοχεύσει κυρίως μεσαία στελέχη των ενόπλων δυνάμεων με πρόσβαση σε απόρρητες πληροφορίες, προσθέτοντας ότι πρόσφατες παρατηρήσεις δείχνουν πως το καθεστώς έχει αρχίσει να στοχεύει και απλούς στρατιώτες.

Τον Μάρτιο, ένας εν ενεργεία στρατιώτης της μονάδας επικοινωνιών της πολεμικής αεροπορίας της Ταϊβάν παραπέμφθηκε στη δικαιοσύνη μαζί με δύο ακόμη άτομα, καθώς φέρεται να μετέδιδε στρατιωτικά μυστικά στην υπηρεσία πληροφοριών του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας.

Στην έκθεση επισημαίνεται ότι 58 άτομα έχουν κατηγορηθεί για υποθέσεις κατασκοπείας που σχετίζονται με την Κίνα από το προηγούμενο έτος έως τον Μάρτιο του τρέχοντος έτους, εκ των οποίων 32 ήταν εν ενεργεία ή εν αποστρατεία στρατιωτικοί.

Όσον αφορά τις κυβερνοαπειλές από την Κίνα, η έκθεση αναφέρει ότι το Κυβερνητικό Δίκτυο Υπηρεσιών της Ταϊβάν δέχθηκε περισσότερες από 173 εκατομμύρια απόπειρες κυβερνοεισβολής κατά τους πρώτους τρεις μήνες του έτους.

Στην έκθεση σημειώνεται ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο το ΚΚΚ να προετοιμάζει το έδαφος για παρέμβαση στις εκλογές του τέλους του έτους, με στόχο την ενίσχυση της συλλογής πληροφοριών, της παρακολούθησης και της κλοπής δεδομένων.

Η Ταϊβάν αναμένεται να διεξαγάγει γενικές εκλογές τον Νοέμβριο, κατά τις οποίες οι ψηφοφόροι θα εκλέξουν δημάρχους πόλεων, δημοτικούς και περιφερειακούς συμβούλους, καθώς και περιφερειάρχες.

Το ταξίδι της Τσενγκ στην Κίνα πραγματοποιείται ενώ αρκετοί Αμερικανοί νομοθέτες επισκέπτονται την Ταϊβάν. Στις 7 Απριλίου, οι βουλευτές Ζακ Ναν (R-Iowa), Σκοτ Φιτζέραλντ (R-Wis.), Τζούλι Φεντορτσάκ (R-N.D.) και Τζέφερσον Σριβ (R-Ind.) συναντήθηκαν με τον Λάι στο προεδρικό γραφείο.

Ο γερουσιαστής Τζιμ Μπανκς (R-Ind.), μέλος της Επιτροπής Ενόπλων Δυνάμεων της Γερουσίας, συναντήθηκε με τον Λάι στις 8 Απριλίου. Σύμφωνα με ανακοίνωση του προεδρικού γραφείου, ανέφερε ότι σκοπός της επίσκεψής του ήταν να επιβεβαιώσει πως οι Ηνωμένες Πολιτείες στέκονται στο πλευρό της Ταϊβάν, την οποία χαρακτήρισε αναντικατάστατο εταίρο σε μια ελεύθερη και ανοικτή περιοχή Ινδο-Ειρηνικού.

Οι ΗΠΑ πιέζουν για περιορισμό της κινεζικής επιρροής στον ΟΗΕ και προωθούν την Ταϊβάν

Οι Ηνωμένες Πολιτείες εντείνουν τις προσπάθειές τους να ανακόψουν την επιρροή της Κίνας στα Ηνωμένα Έθνη, επικαλούμενες τον ανταγωνισμό για θέσεις προσωπικού και ηγετικούς ρόλους, καθώς και τη στήριξη της συμμετοχής της Ταϊβάν σε διεθνείς οργανισμούς, σύμφωνα με τον πρέσβη των ΗΠΑ στον ΟΗΕ, Μάικ Γουόλτς.

Μιλώντας σε ακρόαση επιτόπου του Κογκρέσου στις 20 Μαρτίου, ο Γουόλτς, ο οποίος ανέλαβε τη θέση του στον ΟΗΕ πέρυσι, ανέφερε ότι η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας (ΛΔΚ) αξιοποιεί τις χρηματοδοτικές της συνεισφορές για να επεκτείνει την επιρροή της εντός του συστήματος του ΟΗΕ.

Σύμφωνα με τον Γουόλτς, οι Κινέζοι αξιοποιούν επιθετικά τη χρηματοδότησή τους, θέτοντας απαιτήσεις ως προς τις θέσεις. Οι Ηνωμένες Πολιτείες επικεντρώνονται ιδιαίτερα σε οργανισμούς που επηρεάζουν τη βιομηχανία τους, επισημαίνοντας ειδικευμένες υπηρεσίες του ΟΗΕ, όπως τον Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό, τη Διεθνή Ένωση Τηλεπικοινωνιών, τον Οργανισμό Τροφίμων και Γεωργίας και τον Παγκόσμιο Οργανισμό Πνευματικής Ιδιοκτησίας.

Ο Γουόλτς ανέφερε ότι οι ΗΠΑ επιδιώκουν με πιο στρατηγικό και αποφασιστικό τρόπο την τοποθέτηση κατάλληλων Αμερικανών σε καίριες ηγετικές θέσεις, εκτιμώντας ωστόσο ότι υπάρχουν περιθώρια ενίσχυσης της παρουσίας σε χαμηλότερα επίπεδα, ακόμη και σε επίπεδο πρακτικής άσκησης, όπου η ΛΔΚ προωθεί ολοένα και περισσότερο τους υπηκόους της σε μεγάλη κλίμακα.

Οι δηλώσεις του Γουόλτς — απάντηση σε ερωτήσεις του βουλευτή Τζον Μούλενααρ (R-Mich.), προέδρου της Ειδικής Επιτροπής της Βουλής για το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (ΚΚΚ) — έγιναν την ίδια ημέρα με τη δημοσίευση έκθεσης από την επιτροπή, στην οποία καταγράφεται πώς η Κίνα αναδιαμορφώνει τα Ηνωμένα Έθνη προκειμένου να προωθεί τα δικά της στρατηγικά συμφέροντα.

Μεταξύ 2005 και 2023, ο αριθμός των Κινέζων υπηκόων που εργάζονταν στο σύστημα του ΟΗΕ αυξήθηκε από 579 σε 1.664, δηλαδή κατά 187%. Ορισμένοι, μάλιστα, ανέλαβαν ηγετικούς ρόλους, όπως του γενικού διευθυντή του FAO, με στόχο να επηρεάζουν τη διαδικασία λήψης αποφάσεων ώστε να ευθυγραμμίζεται με τα εθνικά συμφέροντα της Κίνας.

Στην ανακοίνωση που συνόδευε τη δημοσίευση της έκθεσης, ο Μούλενααρ ανέφερε ότι η Κίνα εκμεταλλεύεται τον ΟΗΕ, τοποθετώντας δικό της προσωπικό σε καίριες θέσεις, χρηματοδοτώντας πρωτοβουλίες που αντιτίθενται στις Ηνωμένες Πολιτείες και αναπτύσσοντας δυνάμεις του ΟΗΕ για την προστασία των επιχειρηματικών της συμφερόντων.

Ο Γουόλτς τόνισε τη σημασία της στήριξης των ΗΠΑ προς την Ταϊβάν, ένα αυτοδιοικούμενο νησί που αντιμετωπίζει αυξανόμενη πίεση από την Κίνα. Η διαρκής υποστήριξη της ουσιαστικής συμμετοχής της Ταϊβάν σε διεθνείς οργανισμούς αποτελεί βασικό μέρος της αποστολής των ΗΠΑ, σημείωσε, προσθέτοντας ότι η διεθνής κοινότητα επωφελείται από την τεχνογνωσία και τους πόρους της Ταϊβάν, ιδίως στην αντιμετώπιση κρίσιμων προκλήσεων, με έμφαση στην τεχνολογία που προσφέρει.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα υποστηρίξουν εταίρους που δεν συμμερίζονται αυτή την αντίληψη ως προς τις ελευθερίες, επεσήμανε ο πρέσβης. Επιπλέον, αντιτίθενται, μεταξύ άλλων, στη σκόπιμη κατάχρηση και διαστρέβλωση από την Κίνα του Ψηφίσματος 2758 της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, το οποίο αποτελεί μέρος ευρύτερων προσπαθειών του Πεκίνου να απομονώσει την Ταϊβάν από τη διεθνή κοινότητα, υπογραμμίζοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες αντέδρασαν σε αυτό με ιδιαίτερη ένταση και, όπως εκτίμησε, αποτελεσματικά.

Το ΚΚΚ θεωρεί την Ταϊβάν μέρος της επικράτειάς του και απορρίπτει το δικαίωμα του νησιού για ανεξάρτητη διεθνή εκπροσώπηση, ασκώντας πίεση στις κυβερνήσεις προκειμένου να μη συνάπτουν επίσημες διπλωματικές σχέσεις με τη νήσο και εμποδίζοντας τη συμμετοχή της Ταϊπέι σε διεθνείς οργανισμούς.

Το 1971, η Ταϊβάν αποχώρησε από τα Ηνωμένα Έθνη, μετά την έγκριση του Ψηφίσματος 2758 από τη Γενική Συνέλευση, με το οποίο η έδρα της αποδόθηκε στην Κίνα. Το Πεκίνο επικαλείται συχνά το εν λόγω ψήφισμα για να υποστηρίξει, εσφαλμένα, την κυριαρχία του επί της Ταϊβάν και να πιέσει άλλες κυβερνήσεις να αποδεχθούν την «αρχή της μίας Κίνας» — μια θέση που διαφέρει από την «πολιτική της μίας Κίνας» που ακολουθούν πολλές χώρες, μεταξύ των οποίων και οι Ηνωμένες Πολιτείες.

Στις 21 Μαρτίου, ο υπουργός Εξωτερικών της Ταϊβάν, Λιν Τσιά-λουνγκ, εξέδωσε ανακοίνωση με την οποία ευχαρίστησε τον Γουόλτς, αναφέροντας ότι η διεθνής κοινότητα δεν πρέπει να επιτρέψει σε καμία χώρα να χρησιμοποιεί την πολιτική για να διαστρεβλώνει την πραγματικότητα και να αποκλείει έναν δημοκρατικό εταίρο που μπορεί να συμβάλει στον κόσμο. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι το Ψήφισμα 2758 του ΟΗΕ δεν εξουσιοδοτεί καμία χώρα να αποκλείει τη συμμετοχή της Ταϊβάν στον Οργανισμό των  Ηνωμένων Εθνών ή άλλους διεθνείς οργανισμούς.

Το υπουργείο Εξωτερικών της Ταϊβάν κάλεσε τη διεθνή κοινότητα να συνεχίσει να λαμβάνει συγκεκριμένα μέτρα για την αντιμετώπιση της διαστρέβλωσης του ψηφίσματος από την Κίνα, επισημαίνοντας σε ανακοίνωσή του ότι, ως θετική δύναμη στη διεθνή σκηνή, η Ταϊβάν θα συνεχίσει να προωθεί τη διεθνή της συμμετοχή και να συμβάλλει ενεργά στη διεθνή κοινότητα, συνεργαζόμενη για τη διασφάλιση της ειρήνης, της σταθερότητας και της ευημερίας στα Στενά της Ταϊβάν και στην ευρύτερη περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού.

Σχέδια των ΗΠΑ για ανάπτυξη περισσότερων εκτοξευτών πυραύλων στις Φιλιππίνες 

Η κυβέρνηση Τραμπ σχεδιάζει να αναπτύξει στις Φιλιππίνες περισσότερα προηγμένα πυραυλικά συστήματα, με στόχο να συμβάλει στην αποτροπή της επιθετικότητας του κομμουνιστικού καθεστώτος της Κίνας, μετά από συνομιλίες υψηλού επιπέδου μεταξύ ανώτερων αξιωματούχων των δύο πλευρών στη Μανίλα, στις 16 Φεβρουαρίου.

Το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ εξέδωσε την ίδια ημέρα κοινή ανακοίνωση σχετικά με τον 12ο Στρατηγικό Διμερή Διάλογο Φιλιππίνων–Ηνωμένων Πολιτειών, ο οποίος επικεντρώθηκε στη διεύρυνση των οικονομικών, πολιτικών και αμυντικών δεσμών και στην ενίσχυση της συνεργασίας με περιφερειακούς συμμάχους.

Η Ουάσιγκτον και η Μανίλα υπογράμμισαν τη σημασία της αποκατάστασης της αποτρεπτικής ισχύος στον Ινδο-Ειρηνικό και, σύμφωνα με την ανακοίνωση, καταδίκασαν τις παράνομες, εξαναγκαστικές, επιθετικές και παραπλανητικές δραστηριότητες της Κίνας στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας, αναγνωρίζοντας ότι έχουν δυσμενείς επιπτώσεις στην περιφερειακή ειρήνη και σταθερότητα, καθώς και στις οικονομίες του Ινδο-Ειρηνικού και πέραν αυτού.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες εγκατέστησαν το 2024 στις βόρειες Φιλιππίνες πυραυλικό σύστημα μέσου βεληνεκούς, γνωστό ως Typhon, και το 2025 ανέπτυξαν εκτοξευτή πυραύλων κατά πλοίων. Το Πεκίνο έχει παροτρύνει τη Μανίλα να αποσύρει τα συστήματα αυτά από το έδαφός της, αίτημα που οι αξιωματούχοι υπό τον πρόεδρο των Φιλιππίνων Φερδινάνδο Μάρκος του νεότερου έχουν απορρίψει.

Η κοινή ανακοίνωση περιέγραψε συγκεκριμένα σχέδια άμυνας και ασφάλειας για το επόμενο έτος, μεταξύ των οποίων δέσμευση να συνεχιστούν και να αυξηθούν οι αναπτύξεις προηγμένων πυραυλικών και μη επανδρωμένων συστημάτων των ΗΠΑ στις Φιλιππίνες, καθώς και να επεκταθούν και να εκσυγχρονιστούν οι δυνατότητες κυβερνοάμυνας της χώρας, σε πολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο, και η ικανότητά της να εντοπίζει και να διακόπτει κυβερνοαπειλές.

Ο πρέσβης των Φιλιππίνων στις Ηνωμένες Πολιτείες, Χοσέ Μανουέλ Ρομουάλντες, ο οποίος συμμετείχε στον διάλογο της 16ης Φεβρουαρίου, δήλωσε ότι αξιωματούχοι άμυνας και από τις δύο πλευρές συζήτησαν το ενδεχόμενο ανάπτυξης εντός του έτους «αναβαθμισμένων» αμερικανικών εκτοξευτών πυραύλων, τους οποίους οι Φιλιππίνες ενδέχεται τελικά να επιλέξουν να αγοράσουν.

Σε δηλώσεις του στο Associated Press ανέφερε ότι πρόκειται για σύστημα εξαιρετικά προηγμένο, το οποίο θα αναπτυχθεί στη χώρα με την ελπίδα ότι, σε βάθος χρόνου, οι Φιλιππίνες θα μπορέσουν να αποκτήσουν το δικό τους. Πρόσθεσε ότι το πυραυλικό σύστημα Typhon, που αναπτύχθηκε από τον Στρατό Ξηράς των ΗΠΑ στη νήσο Λουζόν τον Απρίλιο του 2024, καθώς και ο εκτοξευτής πυραύλων που αποκαλείται Σύστημα Παρεμπόδισης Πλοίων του Εκστρατευτικού Σώματος Πεζοναυτών του Ναυτικού, ο οποίος αναπτύχθηκε τον Απρίλιο του 2025, παραμένουν στις Φιλιππίνες. Τόνισε ακόμη ότι η ανάπτυξη των αμερικανικών πυραύλων είναι αποκλειστικά αποτρεπτική και ότι κάθε φορά που η Κίνα επιδεικνύει οποιαδήποτε μορφή επιθετικότητας, ενισχύεται περαιτέρω η αποφασιστικότητα της χώρας του να διαθέτει τέτοιου είδους μέσα.

Ινδο-Ειρηνικός

Ο διάλογος, που συγκλήθηκε για πρώτη φορά το 2011, φιλοξενήθηκε για τελευταία φορά τον Απρίλιο του 2024. Στην κοινή ανακοίνωση της 16ης Φεβρουαρίου αναφέρεται ότι οι δύο πλευρές υπογράμμισαν την αταλάντευτη δέσμευσή τους να προασπίσουν έναν ελεύθερο, ανοικτό, ευημερούντα και ασφαλή Ινδο-Ειρηνικό, με βάση τον αμοιβαίο σεβασμό στην κυριαρχία, στην εδαφική ακεραιότητα, στο διεθνές δίκαιο και στην ειρηνική επίλυση διαφορών.

Παράλληλα, δεσμεύτηκαν να διατηρήσουν επαγρύπνηση στον Ινδο-Ειρηνικό ώστε να αποτραπεί σύγκρουση και να αναπτύξουν ισχυρά μέτρα, σε συνδυασμό με την αποτρεπτική ισχύ, για να παραμείνουν ανοικτές οι θαλάσσιες οδοί και να μην υπόκεινται σε αυθαίρετο έλεγχο από μία χώρα. Στην ίδια ανακοίνωση επισημαίνεται ότι η συλλογική άμυνα είναι κρίσιμη για την αποστέρηση δυνατοτήτων και την αποτροπή επιθετικότητας οπουδήποτε στην Πρώτη Αλυσίδα Νησιών.

Τα τελευταία χρόνια, η Μανίλα έχει κατηγορήσει το Πεκίνο ότι εμβολίζει τα σκάφη της, τα πλήττει με υδροβόλα και εκτοξεύει φωτοβολίδες προς τα αεροσκάφη της, με τα περισσότερα περιστατικά να σημειώνονται γύρω από τον αμφισβητούμενο ύφαλο Σαμπίνα στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας. Μετά από περιστατικό τον Οκτώβριο του 2025, κατά το οποίο πλοίο της κινεζικής ακτοφυλακής χτύπησε σκάφος της κυβέρνησης των Φιλιππίνων, η Ουάσιγκτον επαναβεβαίωσε τη στήριξή της, επικαλούμενη τη Συνθήκη Αμοιβαίας Άμυνας Ηνωμένων Πολιτειών–Φιλιππίνων του 1951.

Ο εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών, Τόμας Πίγκοτ, είχε δηλώσει τότε ότι η συνθήκη καλύπτει ένοπλες επιθέσεις κατά των ενόπλων δυνάμεων των Φιλιππίνων, δημόσιων πλοίων ή αεροσκαφών, συμπεριλαμβανομένων εκείνων της Ακτοφυλακής τους, οπουδήποτε στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας.

Η Πρώτη Αλυσίδα Νησιών, που εκτείνεται από το νοτιότερο ιαπωνικό νησί Κιούσου, την Ταϊβάν και τις Φιλιππίνες έως τη Μαλαιική Χερσόνησο, θεωρείται στρατηγικό εμπόδιο που εμποδίζει την Κίνα να αποκτήσει εύκολη πρόσβαση στον Ειρηνικό Ωκεανό για τις ναυτικές και αεροπορικές της δυνάμεις.

Η ανακοίνωση της 16ης Φεβρουαρίου επισήμανε επίσης σημαντικά ορόσημα από το 2024, μεταξύ των οποίων ήταν η συνάντηση του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ με τον Μάρκος τον νεότερο στην Ουάσιγκτον το 2025, καθώς και η προσχώρηση των Φιλιππίνων στις Συμφωνίες Άρτεμις υπό την ηγεσία των ΗΠΑ για συνεργασία στο Διάστημα τον Οκτώβριο του 2025. Οι δύο πλευρές συμφώνησαν ακόμη στη σημασία της διατήρησης της ειρήνης και της σταθερότητας στα Στενά της Ταϊβάν.

Η Κίνα πραγματοποίησε μεγάλης κλίμακας στρατιωτικές ασκήσεις γύρω από την Ταϊβάν για δύο ημέρες στα τέλη του 2025, προκαλώντας διεθνή κριτική, μεταξύ άλλων από την Ουάσιγκτον και τη Μανίλα. Σύμφωνα με το Philippine News Agency, ο υπουργός Άμυνας των Φιλιππίνων, Χιλμπέρτο Τεοντόρο ο νεότερος, είχε δηλώσει τότε ότι οι ενέργειες του Πεκίνου υπονομεύουν την περιφερειακή ειρήνη και σταθερότητα.

Με πληροφορίες από το Associated Press

Αμερικανός πολίτης καταδικάστηκε σε φυλάκιση στη Γερμανία για κατασκοπεία υπέρ της Κίνας

Σε ποινή φυλάκισης δύο ετών και οκτώ μηνών καταδικάστηκε Αμερικανός πολίτης από το Ανώτερο Περιφερειακό Δικαστήριο του Κόμπλεντς, στη δυτική Γερμανία, καθώς προσέφερε ευαίσθητες στρατιωτικές πληροφορίες των ΗΠΑ σε κινεζική υπηρεσία πληροφοριών.

Η απόφαση ελήφθη στις 11 Φεβρουαρίου, με τον κατηγορούμενο να αναφέρεται ως Μάρτιν Ντ., σύμφωνα με τη γερμανική νομοθεσία περί προστασίας δεδομένων, και καταδικάστηκε για κατασκοπεία, όπως ανακοινώθηκε επίσημα.

Η δίκη του Μάρτιν Ντ. ξεκίνησε τον Νοέμβριο του 2025, με την κατηγορία ότι επανειλημμένως προσφέρθηκε να διαβιβάσει ευαίσθητες στρατιωτικές πληροφορίες των ΗΠΑ σε κινεζική υπηρεσία πληροφοριών, ενώ εργαζόταν ως πολιτικός υπάλληλος σε αμερικανική στρατιωτική βάση στη Γερμανία. Ο κατηγορούμενος είχε συλληφθεί στη Φρανκφούρτη τον Νοέμβριο του 2024 και παραπέμφθηκε σε δίκη τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς.

Σύμφωνα με τη Γενική Ομοσπονδιακή Εισαγγελία της Γερμανίας, από το 2017 έως την άνοιξη του 2023, ο Μάρτιν Ντ. απασχολούνταν ως πολιτικός εργολάβος του αμερικανικού υπουργείου Αμύνης. Μέχρι το 2020 είχε τοποθετηθεί σε αμερικανική στρατιωτική βάση στη Γερμανία.

Το δικαστήριο διευκρίνισε ότι η απόφαση δεν είναι ακόμη τελεσίδικη, καθώς, παρά το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος παραιτήθηκε από το δικαίωμά του για έφεση, εκπρόσωποι της Ομοσπονδιακής Εισαγγελίας άφησαν ανοιχτό το ενδεχόμενο υποβολής ένστασης. Σύμφωνα με έκθεση της Υπηρεσίας Ερευνών του Κογκρέσου, περίπου 35.000 εν ενεργεία Αμερικανοί στρατιωτικοί βρίσκονταν μόνιμα ανεπτυγμένοι στη Γερμανία τον Μάρτιο του 2024, όπου οι ΗΠΑ διαθέτουν βάσεις στρατού και αεροπορίας.

Το δικαστήριο έκρινε ότι το κίνητρο του Μάρτιν Ντ. ήταν η έντονη διαφωνία του με τον εργοδότη του. Η εφημερίδα Die Welt ανέφερε στις 11 Φεβρουαρίου ότι ο κατηγορούμενος απολύθηκε το 2023, αφότου κατήγγειλε «αδικίες εις βάρος του αμερικανικού στρατού» τόσο στον εργοδότη του όσο και στις αμερικανικές αρχές.

«Αγανακτισμένος που οι ανησυχίες του δεν ελήφθησαν υπ’ όψιν, ο άνδρας επικοινώνησε αργότερα με τις κινεζικές αρχές προσφέροντας πληροφορίες», γράφει το δημοσίευμα. Κατά τη διάρκεια της δίκης προέκυψε ότι οι πληροφορίες τις οποίες προσπάθησε να μεταφέρει δεν υπόκειντο σε ειδικές απαιτήσεις εχεμύθειας, ενώ οι κινεζικές αρχές έδειξαν περιορισμένο ενδιαφέρον, σύμφωνα πάντα με την εφημερίδα.

Οι δικαστές χαρακτήρισαν τις ενέργειες του κατηγορουμένου «ερασιτεχνικές» και τα σχέδιά του «άτσαλα και αταίριαστα με τις πρακτικές ενός κλασικού πράκτορα», όπως αναφέρει η Die Welt. Η συνήγορός του, Σαμπρίνα Γκις-Μάιερ, δήλωσε στην Epoch Times με email, στις 12 Φεβρουαρίου, ότι ελπίζει το υπόλοιπο της ποινής να ανασταλεί υπό όρους, κατά την εφαρμογή της απόφασης.

Η κα Γκις-Μάιερ δήλωσε: «Η ποινή που επέβαλε το δικαστήριο, σε σύγκριση με την πολύ πιο αυστηρή ποινή που ζήτησε η ομοσπονδιακή εισαγγελία, είναι ευνοϊκή για τον πελάτη μου. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν τον χαρακτήρα του, τα κίνητρά του, καθώς και το γεγονός ότι το αδίκημα τελείται ακόμη και μόνο με την προσφορά πληροφοριών σε ξένη δύναμη, χωρίς αυτές να κατέχονται, θεωρώ δικαιολογημένη την αποφυλάκισή του και την αναστολή εκτέλεσης της ποινής. […] Ελπίζουμε ότι δεν θα υπάρξει ποινική δίωξη από τις ΗΠΑ και ότι δεν θα κατατεθεί σχετικό αίτημα έκδοσης», σημείωσε. «Κατά την άποψή μας, η έκδοσή του και η δίωξη στις ΗΠΑ θα ήταν δυσανάλογη και αθέμιτη».

Υπενθυμίζεται ότι τον Σεπτέμβριο του 2025, γερμανικό δικαστήριο καταδίκασε πρώην Κινέζο βοηθό του Γερμανού πολιτικού Μαξιμίλιαν Κραχ σε φυλάκιση τεσσάρων ετών και εννέα μηνών, για κατασκοπεία υπέρ της Κίνας, σε υπόθεση που ο ομοσπονδιακός εισαγγελέας Στέφαν Μορβάιζερ χαρακτήρισε «τη σοβαρότερη περίπτωση κινεζικής κατασκοπείας που έχει αποκαλυφθεί στη χώρα μέχρι σήμερα».

Ο υπέρμαχος της δημοκρατίας Τζίμμυ Λάι καταδικάστηκε σε 20 χρόνια φυλάκισης

Ο Τζίμμυ Λάι, πρώην μεγιστάνας των μέσων ενημέρωσης στο Χονγκ Κονγκ και έντονος επικριτής του κομμουνιστικού καθεστώτος της Κίνας, καταδικάστηκε σε 20 χρόνια φυλάκισης σε μια εμβληματική υπόθεση εθνικής ασφάλειας, η οποία έχει προσελκύσει διεθνή προσοχή, καθώς οι ελευθερίες στην πόλη συνεχίζουν να υποχωρούν.

Ο 78χρονος Λάι, ιδρυτής της πλέον ανενεργής φιλοδημοκρατικής εφημερίδας Apple Daily, κρίθηκε ένοχος τον Δεκέμβριο του περασμένου έτους για δύο κατηγορίες «συνωμοσίας με σκοπό τη σύμπραξη με ξένες δυνάμεις» βάσει του νόμου περί εθνικής ασφάλειας που επιβλήθηκε από το Πεκίνο, καθώς και για μία κατηγορία «στάσης» βάσει νόμου περί στάσης της αποικιακής περιόδου.

Πριν από την επιβολή της ποινής, είχε ήδη περάσει περισσότερες από 1.800 ημέρες σε καθεστώς κράτησης. Σύμφωνα με τον γιο του και τον δικηγόρο του, η κατάσταση της υγείας του έχει επιδεινωθεί σημαντικά κατά τη διάρκεια αυτού του διαστήματος, με προβλήματα που περιλαμβάνουν διαβήτη και καρδιακές αρρυθμίες.

Η καταδίκη του Λάι προκάλεσε άμεσα την καταδίκη οργανώσεων υπεράσπισης των δικαιωμάτων.

Η διευθύνουσα σύμβουλος της Επιτροπής για την Προστασία των Δημοσιογράφων, Τζόντι Γκίνσμπεργκ (Jodie Ginsberg), ανέφερε σε δήλωσή της ότι το κράτος δικαίου στο Χονγκ Κονγκ έχει καταρρεύσει πλήρως.

Στην ίδια δήλωση σημείωσε ότι η απόφαση αυτή συνιστά την τελική πράξη για την ελευθερία του Τύπου στο Χονγκ Κονγκ και τόνισε πως η διεθνής κοινότητα οφείλει να εντείνει την πίεσή της για την απελευθέρωση του Τζίμμυ Λάι, εάν επιθυμεί να διασφαλιστεί ο σεβασμός της ελευθερίας του Τύπου οπουδήποτε στον κόσμο.

Η υπόθεση του Λάι αναδείχθηκε επίσης σε έκθεση της Διακομματικής Εκτελεστικής Επιτροπής του Κογκρέσου για την Κίνα, η οποία δημοσιεύθηκε τον Δεκέμβριο του περασμένου έτους. Στην έκθεση αναφέρεται ότι ο Λάι είχε τεθεί σε απομόνωση, περνώντας περισσότερες από 23 ώρες την ημέρα στο κελί του και στερούμενος ανεξάρτητης ιατρικής φροντίδας, σύμφωνα με όσα επικαλέστηκε η νομική του ομάδα.

Η έκθεση καλεί την Ουάσιγκτον να επιβάλει κυρώσεις σε κυβερνητικούς αξιωματούχους του Χονγκ Κονγκ, εισαγγελείς, δικαστές, την αστυνομία και ξένα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που φέρονται να εμπλέκονται στη «συστηματική διάβρωση της αυτονομίας και των θεμελιωδών ελευθεριών του Χονγκ Κονγκ», όπως αυτές περιγράφονται σε δύο νόμους των ΗΠΑ: τον Hong Kong Human Rights and Democracy Act (Νόμο για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και τη Δημοκρατία στο Χονγκ Κονγκ) και τον Hong Kong Autonomy Act (Νόμο για την Αυτονομία του Χονγκ Κονγκ).

Η επιτροπή καλεί επίσης το Κογκρέσο να εγκρίνει τον Hong Kong Judicial Sanctions Act (Νόμο για Δικαστικές Κυρώσεις στο Χονγκ Κονγκ), ο οποίος, σύμφωνα με την έκθεση, θα επιβάλλει αυστηρότερες κυρώσεις σε αξιωματούχους που ευθύνονται για την υπονόμευση της δημοκρατίας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δίκαιης διαδικασίας.

Με τη συμβολή του Reuters

Ενισχυμένη συνεργασία Ταϊβάν–ΗΠΑ κατά της κινεζικής επιρροής και κατασκοπείας

Σε οκταετή κάθειρξη καταδικάστηκε μία πολιτογραφημένη Ταϊβανέζα κινεζικής καταγωγής, με την κατηγορία ότι παραβίασε τον Νόμο Εθνικής Ασφαλείας της Ταϊβάν, ιδρύοντας οργανώσεις στη χώρα κατ’ εντολή του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας.

Η Τζόου Μάντσι, υπήκοος Κίνας που απέκτησε την ταϊβανική υπηκοότητα το 2004 μέσω γάμου με Ταϊβανό, καταδικάστηκε στις 20 Ιανουαρίου από το Εφετείο Καοσιούνγκ, στη νότια Ταϊβάν. Η απόφαση αυτή ανέτρεψε πρωτόδικη ετυμηγορία του Μαρτίου, που είχε αθωώσει την Τζόου λόγω ελλιπών αποδεικτικών στοιχείων.

Σύμφωνα με την απόφαση, η Τζόου ήταν μέλος δύο κινεζικών συλλόγων: του «Συνδέσμου Εθελοντών Πατριωτών Σαανσί» και του «Συνδέσμου Εθελοντών Πατριωτών της Κίνας». Το δικαστήριο έκρινε πως οι σύλλογοι αυτοί συνδέονται με το Τμήμα Ενωμένου Μετώπου του καθεστώτος του Πεκίνου.

Το συγκεκριμένο τμήμα υπάγεται απευθείας στην Κεντρική Επιτροπή, υπό την καθοδήγηση του Σι Τζινπίνγκ, και συντονίζει χιλιάδες ομάδες που επιδιώκουν πολιτική επιρροή στο εξωτερικό, καταστολή αντιφρονούντων, συλλογή πληροφοριών και μεταφορά τεχνολογίας στην Κίνα. Η στρατηγική του Ενωμένου Μετώπου αποτελεί βασικό εργαλείο του ΚΚΚ για την προώθηση των οικονομικών, πολιτικών και στρατηγικών του συμφερόντων σε παγκόσμιο επίπεδο.

Ενεργώντας βάσει των οδηγιών των δύο κινεζικών συλλόγων, η Τζόου ίδρυσε δύο σωματεία φροντίδας μεταναστών στη Ταϊβάν — το πρώτο το 2016 με αναφορά στο «Καοσιούνγκ» και το δεύτερο το 2019 με αναφορά στην «Ταϊβάν». Μέσω αυτών των φορέων, οργάνωσε και υλοποίησε δραστηριότητες με σαφείς σκοπούς του Ενωμένου Μετώπου. «Οι στόχοι της περιελάμβαναν και άλλες Κινέζες συζύγους, όπως και νέους μετανάστες και τα παιδιά τους», αναφέρει η απόφαση.

Οι δραστηριότητες της Τζόου παρουσιαζόταν ως προώθηση των οικονομικών και πολιτιστικών ανταλλαγών μεταξύ των δύο πλευρών των στενών, σημείωσε το δικαστήριο — υπογραμμίζοντας ότι η κατηγορούμενη αναζητούσε απευθείας καθοδήγηση και οικονομική στήριξη από υψηλόβαθμα στελέχη του Ενωμένου Μετώπου.

Το 2017, η Τζόου μετέβη στην Κίνα και ζήτησε συνάντηση με τη Χουάνγκ Λανσιάνγκ, τότε επικεφαλής του Τμήματος Ενωμένου Μετώπου της Επαρχιακής Επιτροπής Χουνάν, χωρίς τελικά να γίνει δεκτή. Το 2018, σε νέα επίσκεψη, συναντήθηκε με τον Τσούι Γκουογουέι, ιδρυτή του Συλλόγου Εθελοντών Πατριωτών Σαανσί, και υπέγραψε διακήρυξη που αναγνώριζε την ηγετική ικανότητα του ΚΚΚ στην Ταϊβάν, όπως σημειώνεται στην απόφαση.

Αιτιολογώντας την ποινή, το δικαστήριο επεσήμανε: «Οι πράξεις της Τζόου συνιστούν ιδεολογική διείσδυση, αποσκοπούσαν στην υπονόμευση της επαγρύπνησης της κοινής γνώμης έναντι του ΚΚΚ και προκάλεσαν βλάβη στην εθνική ασφάλεια και κοινωνική σταθερότητα της Ταϊβάν».

Η Τζόου καταδικάστηκε σε οκταετή κάθειρξη με βάση τον Νόμο για την Εθνική Ασφάλεια της Ταϊβάν. Η Epoch Times δεν κατόρθωσε να επικοινωνήσει με τον συνήγορό της για σχόλιο.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η Ειδική Επιτροπή της Βουλής για την Κίνα έχει προειδοποιήσει για τις απειλές που απορρέουν από τις δραστηριότητες του ΚΚΚ μέσω της στρατηγικής του Ενωμένου Μετώπου. Σε ενημερωτικό σημείωμα του 2023, η επιτροπή ανέφερε: «Το κινεζικό καθεστώς θεωρεί τη στρατηγική αυτή ως μαγικό όπλο, για το οποίο οι ΗΠΑ δεν έχουν αντίστοιχο μέτρο αντιμετώπισης, ενώ η απειλή του παραμένει ελάχιστα κατανοητή».

Ο Ράσσελ Σιάο, διευθυντής του ανεξάρτητου ινστιτούτου Global Taiwan Institute, με έδρα την Ουάσιγκτον, έχει ζητήσει στενότερη συνεργασία Ταϊβάν–ΗΠΑ για την αντιμετώπιση της επιζήμιας επιρροής του κινεζικού καθεστώτος, χαρακτηρίζοντάς τη συλλογική πρόκληση που πρέπει να αντιμετωπιστεί από τις δύο πλευρές και άλλους ομοϊδεάτες εταίρους.

«Το πιο αποτελεσματικό αντίμετρο στην επιζήμια επιρροή είναι η μεγαλύτερη διαφάνεια», δήλωσε ο Σιάο σε εκδήλωση στη Νέα Υόρκη τον Μάρτιο, προσθέτοντας ότι απαραίτητα μέτρα είναι η πληρέστερη ενημέρωση της κοινής γνώμης, η ενίσχυση της συνεργασίας ερευνητών και κοινωνίας των πολιτών στις δύο χώρες και το κλείσιμο των νομικών κενών στα αντίστοιχα συστήματα.

Σε εκατοντάδες χιλιάδες ζωές εκτιμάται το κόστος μιας κινεζικής εισβολής στην Ταϊβάν

Το κινεζικό κομμουνιστικό καθεστώς θα υφίστατο «τεράστιες» απώλειες σε μια αποτυχημένη σύγκρουση για την Ταϊβάν, συμπεριλαμβανομένου του θανάτου περίπου 100.000 στελεχών, προειδοποίησε δεξαμενή σκέψης με έδρα την Ουάσιγκτον σε έκθεση που δημοσιεύθηκε στις 5 Ιανουαρίου.

Η έκθεση του German Marshall Fund, με τίτλο «Αν η Κίνα επιτεθεί στην Ταϊβάν» («If China Attacks Taiwan»), εξετάζει τις συνέπειες για την Κίνα σε δύο σενάρια — μια «μικρή σύγκρουση» και έναν «μεγάλο πόλεμο» — που θα μπορούσαν να εκδηλωθούν κάποια στιγμή μεταξύ 2026 και 2030.

Το κινεζικό καθεστώς θεωρεί ότι η Ταϊβάν αποτελεί μέρος της επικράτειάς του και δεν έχει αποκηρύξει τη χρήση βίας για την κατάληψη της. Αμερικανοί αξιωματούχοι πιθανολογούν ότι η Κίνα θα μπορούσε να επιτεθεί στην Ταϊβάν έως το 2027.

Σύμφωνα με το σενάριο του μεγάλου πολέμου, η Κίνα θα εισέβαλλε στην Ταϊβάν με αμφίβιες δυνάμεις, συνοδευόμενες από αρχικά πυραυλικά πλήγματα κατά του στρατού της Ταϊβάν και των αμερικανικών δυνάμεων στην Ιαπωνία και στο Γκουάμ. Οι κινεζικές δυνάμεις εισβολής θα αποβιβάζονταν στην Ταϊβάν, αλλά θα δυσκολεύονταν να διατηρήσουν τις πολεμικές τους επιχειρήσεις, καθώς οι ταϊβανέζικες και οι αμερικανικές δυνάμεις θα πραγματοποιούσαν συνεχή πλήγματα σε κινεζικά πλοία και αεροσκάφη που θα επιχειρούσαν να μεταφέρουν προμήθειες και ενισχύσεις μέσω του Στενού της Ταϊβάν.

Ύστερα από «αρκετούς μήνες σφοδρών μαχών», ο κινεζικός στρατός θα υποχωρούσε από την Ταϊβάν, αλλά θα διατηρούσε τον έλεγχο των ταϊβανέζικων νησιών Κίνμεν και Μάτσου, τα οποία βρίσκονται ανοικτά της ακτής, ανέφεραν οι συντάκτες.

Εκτιμάται ότι η Κίνα θα είχε 100.000 απώλειες κατά τη διάρκεια της εισβολής. Παράλληλα, σύμφωνα με την έκθεση, η Ταϊβάν θα είχε ~50.000 στρατιωτικές απώλειες και ισάριθμους θανάτους αμάχων, οι Ηνωμένες Πολιτείες 5.000 στρατιωτικές απώλειες και 1.000 απώλειες αμάχων, ενώ η Ιαπωνία θα έχανε 1.000 στρατιωτικούς και 500 αμάχους.

Ο μηχανισμός προπαγάνδας του Πεκίνου θα προσπαθούσε να παρουσιάσει το αποτέλεσμα ενός τέτοιου πολέμου ως «νίκη», πιθανότατα πλαισιώνοντάς το ως «μάθημα προς την Ταϊβάν», δεδομένης της δυνατότητας των κινεζικών δυνάμεων να καταλάβουν τα δύο ταϊβανέζικα νησιά, ανέφερε η έκθεση. Ωστόσο, ο μέγεθος της στρατιωτικής απώλειας θα ήταν «πολύ μεγάλο για να αποκρυφθεί» από το κοινό και θα έπληττε τη σχέση του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας (ΚΚΚ) με τον Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό (ΛΑΣ).

Οι συντάκτες σημείωσαν ότι το στρατιωτικό προσωπικό δεν θα πειθόταν πως το αποτέλεσμα ήταν κάτι άλλο πέρα από εθνική ταπείνωση, προσθέτοντας ότι οι αρχές του ΚΚΚ θα επιχειρούσαν να μεταθέσουν την ευθύνη προχωρώντας σε «εκκαθαρίσεις» διοικητών του ΛΑΣ που θα κρίνονταν «ανίκανοι» ή «μη πιστοί». Σύμφωνα με την έκθεση, το σενάριο καταλήγει με τη μετατόπιση της υποστήριξης του Στρατού προς έναν αντίπαλο πολιτικό ηγέτη ή ακόμη και με ένα πραξικόπημα με στόχο την αποκατάσταση της εθνικής υπερηφάνειας.

Οι οικονομικές συνέπειες θα ήταν «τεράστιες» και «καταστροφικές», αναφέρουν οι συντάκτες, καθώς ο μεγάλος πόλεμος θα οδηγούσε σε «σχεδόν πλήρες εμπάργκο» στο εμπόριο με την Κίνα.

Η έκθεση υποστηρίζει ότι η απειλή για την παγκόσμια ζήτηση των κινεζικών εξαγωγών είναι πλέον πολύ πιο κρίσιμη για τη θεμελιώδη υγεία της οικονομίας της χώρας σε σχέση με πριν από πέντε χρόνια, επειδή η εγχώρια ζήτηση έχει αποδυναμωθεί τόσο απότομα. Ως αιτία ανέφερε τα προβλήματα της κινεζικής αγοράς ακινήτων και το επακόλουθο τέλος της «άνευ προηγουμένου πιστωτικής και επενδυτικής φούσκας».

Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα επέβαλλαν κυρώσεις στην Κίνα, πιθανότατα στοχεύοντας την κινεζική κεντρική τράπεζα, και οι κινήσεις αυτές θα οδηγούσαν σε «αποδυνάμωση του κινεζικού γουάν έναντι του αμερικανικού δολαρίου». Αυτή η υποτίμηση θα έπληττε την ικανότητα του Πεκίνου να εισάγει ενέργεια και άλλες πρώτες ύλες.

Η έκθεση υποστηρίζει ακόμη ότι το Χονγκ Κονγκ πιθανότατα θα έπαυε να είναι παγκόσμιο χρηματοοικονομικό κέντρο μόλις επιβάλλονταν κυρώσεις και εμπάργκο στο κινεζικό εμπόριο, καθώς το Πεκίνο θα είχε κίνητρο να αποτρέψει τη φυγή κεφαλαίων μέσω της πόλης.

Όσον αφορά το διεθνές κύρος, οι συντάκτες ανέφεραν ότι το σενάριο του μεγάλου πολέμου θα μπορούσε να θέσει τις κινεζικές Αρχές σε «αμυντική» διπλωματική θέση, ενώ θα αποδεικνυόταν λανθασμένο το μακροχρόνιο αφήγημα του ΚΚΚ περί «αναπόφευκτης ανόδου».

Σύμφωνα με την έκθεση, οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους θα ανακαλούσαν πιθανότατα τους πρεσβευτές τους, θα απέλαυναν προσωπικό των κινεζικών πρεσβειών και θα αποχωρούσαν από συνέδρια και άλλους διαλόγους στην Κίνα και με Κινέζους συνομιλητές. Περαιτέρω, ορισμένες χώρες ίσως αποσύρονταν από έργα της Πρωτοβουλίας «Μία ζώνη, ένας δρόμος» ή θα υποβάθμιζαν τη συνεργασία τους με τους BRICS.

Οι BRICS — ακρωνύμιο για τη Βραζιλία, τη Ρωσία, την Ινδία, την Κίνα και τη Νότια Αφρική — είναι ένα οικονομικό μπλοκ που περιλαμβάνει έντεκα (11) χώρες και αντιμετωπίζεται από το ΚΚΚ ως αντίβαρο σε μια διεθνή τάξη υπό δυτική ηγεσία.

Η Κίνα θα μπορούσε να εμπλακεί σε σύγκρουση με την Ταϊβάν λόγω λανθασμένων υπολογισμών. Η έκθεση αναφέρει ότι Κινέζοι αξιωματούχοι ενδέχεται να υπερεκτιμήσουν τις δυνατότητες του ΛΑΣ πριν από την έναρξη μιας σύγκρουσης.

Σύμφωνα με την έκθεση, δεδομένης της έκτασης και του μεγέθους των πρόσφατων εκκαθαρίσεων στον στρατό, που αποδίδονται στον Κινέζο ηγέτη Σι Τζινπίνγκ, θα ήταν κατανοητό αν οι δυνατότητες του ΛΑΣ έχουν υπονομευθεί. Ωστόσο, αναφέρεται ότι ανώτατοι αξιωματικοί μπορεί να μην είναι πρόθυμοι να απογοητεύσουν την πολιτική ηγεσία, επιτρέποντάς της να προχωρήσει με τη λανθασμένη προσδοκία ότι η νίκη σε μια σύγκρουση είναι σχεδόν βέβαιη.

Τον Οκτώβριο, το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας καθαίρεσε εννέα ανώτατους στρατιωτικούς αξιωματούχους για φερόμενη διαφθορά και κατάχρηση εξουσίας. Μεταξύ τους ήταν και ο Χε Γουεϊντόνγκ, ο οποίος υπήρξε κάποτε ο δεύτερος υψηλότερα ιστάμενος ένστολος αξιωματικός της Κίνας, ως αντιπρόεδρος της Κεντρικής Στρατιωτικής Επιτροπής.

Η Ταϊβάν καταγγέλλει κλιμάκωση κυβερνοεπιθέσεων από την Κίνα — 2,63 εκατ. την ημέρα το 2025

Ο «κυβερνοστρατός» του κινεζικού καθεστώτος εξαπέλυε κατά μέσο όρο 2,63 εκατομμύρια κυβερνοεπιθέσεις ημερησίως σε κρίσιμες υποδομές της Ταϊβάν το 2025, καταγράφοντας αύξηση 6% σε σχέση με το προηγούμενο έτος, σύμφωνα με έκθεση που δημοσιοποίησε η Εθνική Υπηρεσία Ασφαλείας της Ταϊβάν (National Security Bureau – NSB) στις 5 Ιανουαρίου.

Στην έκθεση αναφέρεται ότι «μια τέτοια τάση υποδηλώνει μια σκόπιμη προσπάθεια της Κίνας να θέσει σε κίνδυνο τις [κρίσιμες υποδομές] της Ταϊβάν συνολικά και να διαταράξει ή να παραλύσει τις κυβερνητικές και κοινωνικές λειτουργίες της Ταϊβάν. […] Οι κινήσεις της Κίνας ευθυγραμμίζονται με τη στρατηγική της ανάγκη να αξιοποιεί υβριδικές απειλές κατά της Ταϊβάν, τόσο σε περίοδο ειρήνης όσο και σε περίοδο πολέμου». Σύμφωνα με την NSB, οι ημερήσιες κυβερνοεπιθέσεις είχαν αυξηθεί σε μέσο όρο 2,46 εκατομμύρια το 2024, αριθμός διπλάσιος από τα 1,23 εκατομμύρια του 2023.

Τα ευρήματα αντανακλούν, σύμφωνα με την έκθεση, την κλιμακούμενη εκστρατεία του κινεζικού καθεστώτος κατά της Ταϊβάν τα τελευταία χρόνια, στο πλαίσιο ευρύτερων προσπαθειών υπονόμευσης της κοινωνίας των πολιτών και των δημοκρατικών θεσμών του νησιού. Η κυβερνοδιείσδυση συνοδευόταν από επιχειρήσεις επιρροής και στρατιωτικές ασκήσεις, που στόχευαν στην άσκηση πίεσης στην Ταϊπέι και στον επηρεασμό της κοινής γνώμης στο νησί.

Από τις κρίσιμες υποδομές της Ταϊβάν, η ενέργεια, οι υπηρεσίες έκτακτης διάσωσης και τα νοσοκομεία ήταν οι τομείς που στοχοποιήθηκαν περισσότερο το 2025, ενώ ο ενεργειακός τομέας κατέγραψε αύξηση 1.000% σε σχέση με το 2024, σύμφωνα με την έκθεση.

Στον ενεργειακό τομέα, Κινέζοι κυβερνοεισβολείς στόχευσαν δημόσιες και ιδιωτικές εταιρείες στους κλάδους του πετρελαίου, της ηλεκτρικής ενέργειας και του φυσικού αερίου, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις ανέπτυξαν κακόβουλο λογισμικό κατά τη διάρκεια αναβαθμίσεων λογισμικού. Η NSB ανέφερε ότι το Πεκίνο επεδίωκε να μάθει πώς λειτουργούσαν αυτές οι ενεργειακές εταιρείες, πώς προμηθεύονταν πόρους και πώς λειτουργούσαν τα εφεδρικά τους συστήματα. Περαιτέρω, Κινέζοι κυβερνοεισβολείς χρησιμοποίησαν λογισμικό εκβιασμού για να παραβιάσουν νοσοκομειακά συστήματα, κλέβοντας πληροφορίες ασθενών και δεδομένα έρευνας υγείας. Σύμφωνα με την υπηρεσία, οι κυβερνοεισβολείς πούλησαν τις κλεμμένες πληροφορίες σε φόρουμ του «σκοτεινού διαδικτύου» «τουλάχιστον είκοσι φορές μέσα στο 2025».

Άλλοι τομείς που στοχοποιήθηκαν από την κινεζική κυβερνοδιείσδυση ήταν: η διοίκηση και οι υπηρεσίες, οι επικοινωνίες και τα δίκτυα μετάδοσης, οι μεταφορές, οι υδάτινοι πόροι, τα χρηματοοικονομικά, τα επιστημονικά και βιομηχανικά πάρκα και τα τρόφιμα. Κινέζοι κυβερνοεισβολείς έστειλαν ηλεκτρονικά μηνύματα σε κυβερνητικά τμήματα, με κακόβουλο λογισμικό σε συνημμένα, επιχειρώντας να εγκαταστήσουν «κερκόπορτες» και να κλέψουν πληροφορίες. Η NSB ανέφερε ότι στόχος των κινήσεων του Πεκίνου ήταν η συλλογή πληροφοριών για την κυβέρνηση της Ταϊβάν και η υπονόμευση της δημόσιας εμπιστοσύνης στις δυνατότητες κυβερνοασφάλειας της κυβέρνησης. Το Πεκίνο πραγματοποίησε κυβερνοεπιθέσεις και κατά των βιομηχανιών ημιαγωγών και της αμυντικής βιομηχανίας της Ταϊβάν, όπως ανέφερε η υπηρεσία, επιδιώκοντας να στηρίξει την αυτοδυναμία του στην τεχνολογία και την οικονομική ανάπτυξη.

Σε γενικές γραμμές, οι Κινέζοι κυβερνοεισβολείς χρησιμοποίησαν τέσσερις τακτικές: εκμετάλλευση ευπαθειών σε υλικό και λογισμικό, επιθέσεις κατανεμημένης άρνησης υπηρεσίας (Distributed Denial-of-Service – DDoS), κοινωνική μηχανική και επιθέσεις στην εφοδιαστική αλυσίδα.

Οι επιθέσεις που εκμεταλλεύονταν ευπάθειες σε υλικό και λογισμικό αντιστοιχούσαν στο 57% όλων των τακτικών παραβίασης, σύμφωνα με την υπηρεσία, και ακολουθούσαν οι επιθέσεις DDoS με 21%, η κοινωνική μηχανική με 18% και οι επιθέσεις στην εφοδιαστική αλυσίδα με 4%.

Για τις επιθέσεις DDoS, η έκθεση αναφέρει ότι οι Κινέζοι κυβερνοεισβολείς στόχευαν στο να «καθυστερήσουν ή να παραλύσουν τις υπηρεσίες [των κρίσιμων υποδομών] και, κατ’ επέκταση, να επηρεάσουν την καθημερινή ζωή των κατοίκων της Ταϊβάν».

Οι επιθέσεις κοινωνικής μηχανικής λάμβαναν τη μορφή ηλεκτρονικών μηνυμάτων ηλεκτρονικού «ψαρέματος» και της τεχνικής ClickFix, η οποία δημιουργεί ψευδή μηνύματα σφάλματος ή ψεύτικες απαιτήσεις ενημέρωσης για να εξαπατήσει τους χρήστες ώστε να ενεργοποιήσουν ενσωματωμένο κακόβουλο λογισμικό, όπως ανέφερε η NSB.

Όσον αφορά τις επιθέσεις στην εφοδιαστική αλυσίδα, η έκθεση αναφέρει ότι Κινέζοι κυβερνοεισβολείς επιχείρησαν να διεισδύσουν στα δίκτυα προμηθευτών κρίσιμων υποδομών, ώστε να εγκαταστήσουν και να διασπείρουν κακόβουλο λογισμικό.

Οι κορυφαίες κινεζικές ομάδες κυβερνοεισβολέων που στόχευσαν την Ταϊβάν το 2025 ήταν οι BlackTech, Flax Typhoon, Mustang Panda, APT41 και UNC3886, σύμφωνα με την έκθεση. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ομάδες κυβερνοεισβολέων που συνδέονται με την Κίνα, όπως οι Volt Typhoon και Flax Typhoon, έχουν στοχοποιήσει κρίσιμες υποδομές των ΗΠΑ, ενώ μια άλλη ομάδα με την ονομασία Salt Typhoon έχει επιτεθεί σε τηλεπικοινωνιακά δίκτυα των ΗΠΑ. Το 2020, το υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ απήγγειλε κατηγορίες σε βάρος πέντε Κινέζων υπηκόων, όλοι μέλη της APT41, οι οποίοι κατηγορήθηκαν ότι έκλεψαν εμπορικά μυστικά και ευαίσθητες πληροφορίες από περισσότερες από 100 εταιρείες και οντότητες σε όλο τον κόσμο. Το FBI έχει περιλάβει τους πέντε κατηγορουμένους στη λίστα των πλέον καταζητούμενων.

Η έκθεση αναφέρει ότι η NSB δημιούργησε συνεργασία στον τομέα της κυβερνοασφάλειας με περισσότερες από 30 χώρες το 2025. Η υπηρεσία ανέφερε ότι, μέσω διαλόγου για την ασφάλεια πληροφοριών και τεχνικών συνεδρίων, η NSB επιδιώκει να αποκτά έγκαιρες πληροφορίες σχετικά με τα πρότυπα επιθέσεων του «κυβερνοστρατού» της Κίνας, προτού καλέσει «όλους τους πολίτες να ενισχύσουν την επίγνωσή τους για την κυβερνοασφάλεια και να παραμένουν σε επαγρύπνηση απέναντι στις κυβερνοαπειλές που προέρχονται από την Κίνα».