Τετάρτη, 04 Μαρ, 2026

Τσαρλς Ντίκενς: Ένας συγγραφέας της πειθαρχίας και της σκληρής δουλειάς

Σαν σήμερα γεννήθηκε το 1812 στο Πόρτσμουθ της Μεγάλης Βρετανίας ο μεγαλύτερος βικτωριανός μυθιστοριογράφος: ο Κάρολος ή Τσαρλς Ντίκενς. Οι ήρωές του έχουν σημαδέψει την παιδική ηλικία πλείστων όσων αναγνωστών και έχουν μεταφέρει τις δυστυχίες και τις χάρες της κοινωνίας της εποχής του πέρα από τα σύνορα του χρόνου και του χώρου.

Η ζωή του και η συγγραφή ήταν αλληλένδετες και πλούσιες. Τα επεισόδια της ζωής του, ιδίως η παιδική του ηλικία, τροφοδότησαν το συγγραφικό του έργο με χαρακτήρες, τοπόσημα, καταστάσεις και ώθησαν στην επιφάνεια την άχαρη ζωή των απόρων, της εκβιομηχάνισης, των βικτωριανών αδυναμιών του βασιλείου. Η ζωντάνια που έβαζε στον κάθε ήρωα, έστω και σε μορφή καρικατούρας, το χιούμορ, η οξεία γλώσσα έδωσαν όγκο στα μυθιστορήματά του και τα έβαλαν στην καρδιά του αναγνωστικού κοινού. Οι δημοσιογραφικές του εμπειρίες τον έφεραν σε ακόμη μεγαλύτερη επαφή με την πραγματικότητα της εποχής του και με μια ευρεία ποικιλία τύπων, οδηγώντας στη διαμόρφωση των ντικενσιανών προτύπων.

Η επιτυχία του δεν ήταν τυχαία. Ήταν το αποτέλεσμα συνειδητής προσπάθειας, πειθαρχίας και μιας ισορροπημένης καθημερινής ρουτίνας — σε συνδυασμό, φυσικά, με το μοναδικό ταλέντο και το φυσικό χάρισμά του. Παραγωγικότατος συγγραφέας, συνεχίζει να γοητεύει τους αναγνώστες των έργων του, που έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από 150 γλώσσες.

Πρώτα πειθαρχία, μετά έμπνευση

Ο Ντίκενς αντιμετώπιζε τη δημιουργική του εργασία όπως κάθε άλλη δουλειά: ήταν ακριβής και τηρούσε το ωράριό του. Δεν περίμενε να τον καλέσει η Μούσα ή να του έρθει η διάθεση να πιάσει την πένα του. Μια τέτοια ρομαντική άποψη για τη δημιουργική διαδικασία μάλλον θα παρακώλυε το έργο του. Ο Ντίκενς ήξερε ότι η έμπνευση έπεται της σκληρής δουλειάς, δεν προηγείται. Έρχεται στο πλευρό του συγγραφέα μόνον αφότου εκείνος έχει ξεκινήσει το ταξίδι της ημερήσιας συγγραφικής του αποστολής.

Σύμφωνα με τον μεγαλύτερο γιο του Ντίκενς, όπως παρατίθεται στο βιβλίο του Μέισον Κάρρεϋ «Daily Rituals: How Artists Work» (Καθημερινά τελετουργικά: Πώς εργάζονται οι καλλιτέχνες), «κανένας υπάλληλος δεν ήταν πιο μεθοδικός και τακτικός από αυτόν. Κανένα βαρετό, μονότονο, συμβατικό έργο δεν θα μπορούσε να εκτελεστεί με μεγαλύτερη ακρίβεια ή με μεγαλύτερη επαγγελματική συνέπεια από ό,τι έδινε αυτός στο έργο της φαντασίας και της δημιουργικότητάς του».

Σύμφωνα με τον Κάρρεϋ, ο Ντίκενς ξυπνούσε στις 7:00, έτρωγε πρωινό στις 8:00 και άρχιζε να εργάζεται στο γραφείο του στις 9:00.

Έκανε ένα σύντομο διάλειμμα για μεσημεριανό γεύμα — το οποίο έτρωγε γρήγορα και μηχανικά, με το μυαλό του ακόμα απασχολημένο με τη δουλειά του — και μετά συνέχιζε να εργάζεται μέχρι τις 14:00. Ο Ντίκενς συχνά έγραφε 2.000-4.000 λέξεις κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, αλλά ακόμα και αν δεν έγραφε πολλές λέξεις, παρέμενε στο γραφείο του και ονειροπολώντας ή σκιτσάροντας.

Ύστερα, έβγαινε στους δρόμους του Λονδίνου για έναν τρίωρο περίπατο, κατά τη διάρκεια του οποίου ήταν σε εγρήγορση για οποιαδήποτε θραύσματα ή κομμάτια έμπνευσης. Αυτή η εμπειρία από πρώτο χέρι του Λονδίνου συνέβαλε αναμφίβολα στην ζωντανή και ρεαλιστική απόδοση της πόλης στα έργα του. Στις 6:00, ο Ντίκενς έτρωγε το δείπνο του και μετά χαλάρωνε, κουβεντιάζοντας με την οικογένεια και τους φίλους του μέχρι να πάει για ύπνο γύρω στα μεσάνυχτα.

Ο σκοπός συναντά την ακρίβεια

Όσο σχολαστικά τηρούσε το κανονικό ωράριο εργασίας του, ανεξάρτητα από το αν ένιωθε έμπνευση και είχε γράψει πολλά κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, άλλο τόσο σχολαστικά αντιμετώπιζε την προετοιμασία του εργασιακού του περιβάλλοντος. Απαιτούσε απόλυτη ησυχία, φτάνοντας ακόμη και στο σημείο να εγκαταστήσει μια επιπλέον πόρτα για να ηχομονώσει το γραφείο του.

Το γραφείο του έπρεπε να είναι διαρρυθμισμένο με συγκεκριμένο τρόπο, με πένα από χήνα, λουλούδια και αγαλματίδια — ένα ζευγάρι βατράχια που μονομαχούν και ένα άλλο με έναν κύριο περιτριγυρισμένο από κουτάβια. Προτιμούσε το μαύρο μελάνι, αν και στα τέλη της δεκαετίας του 1840 υιοθέτησε μπλε χαρτί και μπλε μελάνι.

Ο Ντίκενς προετοίμαζε επίσης με προσοχή τις σημειώσεις και τα σκαριφήματα για τα έργα του. Αυτό ήταν ιδιαίτερα σημαντικό, καθώς δημοσίευε σχεδόν όλα τα έργα του σε μορφή σειράς — μικρά κεφάλαια σε περιοδικά και εφημερίδες που εμφανίζονταν σε διάστημα μηνών ή ετών μέχρι να ολοκληρωθεί το μυθιστόρημα. Ο σχεδιασμός και η δομή ενός μυθιστορήματος σε συνέχειες κατά τη διάρκεια της συγγραφής και δημοσίευσής του δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Με τα προηγούμενα κεφάλαια ήδη τυπωμένα δεν υπήρχε δυνατότητα αναθεώρησης και αλλαγής της κατεύθυνσης του βιβλίου ούτε περιθώριο για διορθώσεις, φυσικά. Ο Ντίκενς έπρεπε λοιπόν να είναι ευέλικτος, αλλά και προνοητικός και μεθοδικός. Αυτό το πέτυχε με τα «plan sheets» (φύλλα σχεδίου), ένα για κάθε κεφάλαιο.

Ο Μάικλ Σλέιτερ περιέγραψε τα φύλλα σχεδίου του Ντίκενς στη βιογραφία του: «Ετοίμαζε ένα φύλλο χαρτί, διαστάσεων περίπου 15 x 20 εκ, γυρίζοντάς το κατά μήκος και χωρίζοντάς το σε δύο μέρη. Το αριστερό μέρος χρησιμοποιούνταν για αυτό που ονόμαζε ‘mems’ (memos ή σημειώσεις). Αυτά ήταν σημειώσεις για τον εαυτό του σχετικά με γεγονότα και σκηνές που θα μπορούσαν να εμφανιστούν στο τεύχος, οδηγίες για το ρυθμό της αφήγησης, συγκεκριμένες φράσεις που ήθελε να χρησιμοποιήσει, ερωτήσεις προς τον εαυτό του σχετικά με το αν ένας συγκεκριμένος χαρακτήρας θα έπρεπε να εμφανιστεί σε αυτό το τεύχος ή να περιμένει στην άκρη. Στη δεξιά πλευρά του φύλλου, ο Ντίκενς συνήθως έγραφε τους αριθμούς και τους τίτλους των τριών κεφαλαίων που αποτελούσαν κάθε μηνιαίο μέρος και σημείωνε, είτε πριν είτε μετά τη σύνταξή τους, τα ονόματα των κύριων χαρακτήρων και τα γεγονότα που εμφανίζονταν σε κάθε κεφάλαιο, με περιστασιακά κάποιο κρίσιμο απόσπασμα του διαλόγου».

Το γραφείο και βιβλιοθήκη του Τσαρλς Ντίκενς, στο σπίτι του στο Κεντ. Το οίκημα είναι τώρα σχολείο, ανοιχτό και για ξεναγήσεις. (ilbusca/Getty Images)

 

Η δύναμη της καλής υγείας

Αναπόσπαστο μέρος της ζωής του Ντίκενς ήταν και διάφορες υγιεινές συνήθειες που είχε υιοθετήσει, αφού έδινε σημασία στη διατήρηση της υγείας και της ζωτικότητας. Εκτός από  μακρινούς περιπάτους, έκανε καθημερινά ένα κρύο μπάνιο ακόμα και τον χειμώνα, όπως αποκάλυψε σε μια επιστολή του προς τη Σόφι Βερένα το 1865. Στην ίδια επιστολή, ο Ντίκενς τόνισε τη σημασία της διατήρησης της καλής υγείας και της ισορροπίας μεταξύ πνευματικής και σωματικής άσκησης. Για τον εαυτό του, έγραφε: «Είμαι τώρα 44 ετών. Φαίνεται πολύ, στα χαρτιά, αλλά πιστεύω ότι εξακολουθώ να φαίνομαι νέος και ξέρω ότι είμαι ένας πολύ ενεργητικός και δυναμικός άνθρωπος, που δεν έχει γνωρίσει ποτέ από πρώτο χέρι τη λέξη ‘κόπωση’. […] Συνήθως, εκτός από τη σωματική άσκηση, έχω πάντα και κάποια ελαφριά πνευματική ασχολία για να διαφοροποιώ την εργασία μου ως συγγραφέας».

Αυτή η ισορροπημένη προσέγγιση προφανώς απέδωσε, τουλάχιστον στη δική του περίπτωση, αφού άφησε ένα ογκώδες έργο (15 μυθιστορήματα, πέντε νουβέλες, εκατοντάδες διηγήματα και άρθρα, καθώς και χιλιάδες επιστολές), ενώ παράλληλα πραγματοποιούσε εξαντλητικές και εκτενείς περιοδείες ομιλιών. Η ρουτίνα και ο αυστηρός τρόπος ζωής συνέβαλαν με τον τρόπο τους στην παραγωγή των αριστουργημάτων που ακόμη ψυχαγωγούν και παιδεύουν το αναγνωστικό κοινό.

Με τη συμβολή της Αλίας Ζάε

Η φαντασία είναι μια δεξιότητα που μπορούμε να καλλιεργήσουμε

Μία από τις μεγαλύτερες δυνάμεις του ανθρώπου είναι η δύναμη της φαντασίας. Τα καλλιτεχνικά, επιστημονικά, φιλοσοφικά και πολιτικά επιτεύγματα της ανθρώπινης ιστορίας έχουν προέλθει από την ικανότητά μας να φανταζόμαστε, να οραματιζόμαστε και να καινοτομούμε, να δημιουργούμε κάτι από το ‘τίποτα’.

Η φαντασία συμβάλλει σημαντικά στην υγεία του εγκεφάλου μας. Σύμφωνα με μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Neurology, το περιοδικό της Αμερικανικής Ακαδημίας Νευρολογίας, τα άτομα που ασχολούνται με καλλιτεχνικές και φαντασιακές δραστηριότητες στη μέση και την τρίτη ηλικία έχουν σημαντικά λιγότερες πιθανότητες να υποφέρουν από προβλήματα μνήμης και σκέψης, όπως ήπια γνωστική δυσλειτουργία.

«Με απλά λόγια, η φαντασία αυξάνει τη νευρική δραστηριότητα επειδή το μυαλό σας χαρτογραφεί ανεξερεύνητα εδάφη», εξηγεί η Κέντρα Σαντ, που γράφει για το Technology, Entertainment, Design (TED). Η συνεχής διάδοση νέων νευρικών συνδέσεων διατηρεί το μυαλό σε εγρήγορση.

Αλλά μπορεί να βελτιωθεί η φαντασία κάποιου; Σύμφωνα με τη φιλόσοφο Έιμυ Κάιντ, η απάντηση είναι καταφατική. «Η φαντασία είναι μια δεξιότητα», γράφει σε άρθρο που δημοσιεύθηκε στο British Journal of Aesthetics. «Μερικοί άνθρωποι τα καταφέρνουν καλύτερα από άλλους, αλλά είναι κάτι που μπορούμε να βελτιώσουμε με την εξάσκηση».

Η βελτίωση των φαντασιακών μας ικανοτήτων είναι πιο περίπλοκη από τη βελτίωση άλλων δεξιοτήτων, ωστόσο υπάρχουν ορισμένες μέθοδοι για να εκπαιδεύσουμε, να βελτιώσουμε και να ενισχύσουμε τη φαντασία.

Οι νέες εμπειρίες

Η προσκόλληση σε γνωστές δραστηριότητες κρατά το μυαλό εγκλωβισμένο σε γνωστές ατραπούς. Για να αναπτυχθεί η φαντασία χρειαζεται να εγκαταλείψουμε τα οικεία μοτίβα και να εξερευνήσουμε νέο έδαφος. Ξεκινήστε νέες δραστηριότητες, κινηθείτε σε νέο περιβάλλον. «Η εμπειρία ή η εκμάθηση νέων πραγμάτων απαιτεί από το μυαλό σας να σκεφτείμε νέους τρόπους», εξήγησε η Σαντ, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται νέες νευρωνικές συνδέσεις.  Το να ξεκινήσετε ένα νέο χόμπι ή να επισκεφθείτε μια νέα πόλη, ή ακόμα και χώρα, μπορεί να βοηθήσει στην ενεργοποίηση της φαντασίας. Επίσης, αυξάνεται το απόθεμα γνώσεων, μνήμης και αισθητηριακών εμπειριών από το οποίο θα αντλήσει αργότερα η φαντασία.

Μπορούμε να σκεφτούμε τη φαντασία είναι ως ένα εργαλείο ανασύνθεσης, το οποίο παίρνει νοητικές έννοιες και εικόνες και τις συνδυάζει με απροσδόκητους τρόπους, δημιουργώντας εκπληκτικές συνδέσεις. Για παράδειγμα, ξέρουμε τι είναι μια χελώνα και ξέρουμε τι είναι το πέταγμα. Η φαντασία μπορεί να συνδυάσει αυτά τα δύο πράγματα με έναν ασυνήθιστο τρόπο, δημιουργώντας την ιδέα μιας ιπτάμενης χελώνας. Όσο περισσότερες ακατέργαστες έννοιες και εικόνες έχει στη διάθεσή του το μυαλό, τόσο περισσότερες είναι οι δυνατότητες πρωτότυπης ανασύνθεσης.

Θέματα και προκλήσεις

Για τους συγγραφείς, τους ζωγράφους και λοιπούς καλλιτέχνες, ένα δοσμένο θέμα ή μια προτροπή μπορεί να αποτελέσει πηγή σπουδαίας έμπνευσης. Το Writer’s Digest έχει μια λίστα εκατό προτροπών γραφής, και υπάρχουν πολλές άλλες λίστες διαθέσιμες στο διαδίκτυο ή σε βιβλία. Η ανταπόκριση σε αυτές αναγκάζει το μυαλό να δημιουργήσει κάτι άγνωστο με βάση το γνωστό. Για να το κάνει αυτό, πρέπει να επιστρατεύσει τη φαντασία. Ο συγγραφέας καλείται να βρει ή να παράξει νόημα, μοτίβα και συνδέσεις, για να δημιουργήσει τάξη από το χάος.

Πολλές από τις προτροπές καθοδηγούν τον συγγραφέα πώς να αντλήσει από τη μνήμη και την εμπειρία του για να πυροδοτήσει τη φαντασία του. Ακολουθεί ένα παράδειγμα:

«Ρίξτε μια ματιά σε ένα μουσείο ή θυμηθείτε τα αγαπημένα σας εκθέματα σε ένα μουσείο. Φανταστείτε πώς ήταν η προηγούμενη ζωή αυτών των αντικειμένων. Εναλλακτικά, μπορείτε να φανταστείτε πώς θα έμοιαζαν τα καθημερινά αντικείμενα της ζωής μας σε ένα μουσείο και τι ιστορίες θα έλεγαν για αυτά οι μελλοντικές γενιές».

Η συνήθεια να χρησιμοποιείτε προτροπές γραφής μπορεί να οξύνει τη φαντασία σας με την πάροδο του χρόνου.

Το ημερολόγιο των ονείρων

Από όλες τις παράξενες συνδέσεις που μπορεί να σχηματίσει το μυαλό, αυτές που βρίσκονται στα όνειρα είναι πιθανώς οι πιο παράδοξες. Το ασυνείδητό μας αντλεί από τη μνήμη, τα συναισθήματα και τις αισθητηριακές εμπειρίες μας, τα αναμιγνύει και δημιουργεί τρελές, απροσδόκητες και περιστασιακά όμορφες αφηγήσεις. Τα όνειρα ανακατεύουν το μυαλό. Αν και πολλά από αυτά που προκύπτουν από αυτή την τυχαία διαδικασία ανασύνθεσης είναι άχρηστα, μερικά από αυτά είναι πράγματι δημιουργικά. Η παρατήρηση της σύνθεσης των ονείρων σας μπορεί να αναβαθμίσει τις δημιουργικές σας ικανότητες και όταν είστε ξύπνιοι. Είναι σημαντικό να καταγράφετε τα όνειρά σας αμέσως μόλις ξυπνάτε, καθώς ξεθωριάζουν και χάνονται γρήγορα από τη μνήμη.

Σκηνική αναπαράσταση

Μια άσκηση που προτείνει η Σαντ είναι ένα παιχνίδι μνήμης. Συμβουλεύει να κοιτάξετε έξω από το παράθυρο για 10΄΄, μετά να απομακρύνετε το βλέμμα σας και να γράψετε κάθε λεπτομέρεια που μπορείτε να θυμηθείτε. Στη συνέχεια, κοιτάξτε ξανά έξω και αξιολογήστε πόσο ακριβής ήταν η αναπαράσταση της σκηνής στο μυαλό σας. Αυτή η δραστηριότητα σάς αναγκάζει να παρατηρήσετε, να καταγράψετε στη μνήμη και τέλος να επαναφέρετε με ακρίβεια στοιχεία από το περιβάλλον σας, ενδυναμώνοντας την ικανότητα αυτή και εμπλουτίζοντας τη νοητική σας ‘αποθήκη΄.

Θεατρικοί αυτοσχεδιασμοί 

Η Κάιντ ισχυρίζεται ότι ο αυτοσχεδιασμός στο θέατρο ή στο θεατρικό παιχνίδι οξύνει τη φαντασία. «Μπορούμε να βρούμε τεχνικές που διευρύνουν τη φαντασία σε είδη παιχνιδιών και προθέρμανσης που χρησιμοποιούνται σε μαθήματα και εργαστήρια αυτοσχεδιαστικής κωμωδίας», είπε. «Αυτού του είδους οι δραστηριότητες βοηθούν κάποιον να ξεφύγει από μια παγιωμένη νοοτροπία, να γίνει πιο δεκτικός σε νέες ιδέες και να σκέφτεται πιο γρήγορα».

Μπορείτε να βρείτε μια λίστα με παιχνίδια αυτοσχεδιασμού εδώ.

Ποίηση και λογοτεχνία 

Αν, όπως υποδηλώνει η Κάιντ, «η παραγωγικότητα της φαντασίας συνδέεται με την ευρύτητα του αποθέματος εμπειριών του ατόμου», τότε δεν υπάρχει καλύτερο μέρος για να βρείτε ποιοτικό υλικό για να ασκήσετε τη φαντασία σας από τα σπουδαία κλασικά έργα της λογοτεχνίας και της ποίησης. Συχνά, η φαντασία του ενός ενεργοποιείται από τη φαντασία ενός άλλου. Στα κλασικά έργα της λογοτεχνίας θα εξερευνήσετε νέους κόσμους, θα συναντήσετε μια πληθώρα ανθρώπινων τύπων, θα εντρυφήσετε σε πρωτόγνωρες ιδέες. Όλα αυτά εμπλουτίζουν και εσάς και το πνεύμα σας.

Τα αστέρια ως διαχρονική πηγή έμπνευσης

Ανέκαθεν η ανθρωπότητα εμπνεόταν από τον λαμπερό έναστρο ουρανό. Ο Αριστοτέλης, μάλιστα, έφτασε στο σημείο να τον θεωρήσει την πραγματική προέλευση της φιλοσοφίας. Στο έργο του «Μεταφυσική» αναφέρει:

«Είναι μέσω του θαυμασμού που οι άνθρωποι άρχισαν να φιλοσοφούν. Αρχικά θαυμάζοντας τις προφανείς αινιγματικές καταστάσεις και στη συνέχεια, με σταδιακή πρόοδο, θέτοντας ερωτήματα και για τα μεγαλύτερα ζητήματα, π.χ. για τις αλλαγές της σελήνης και του ήλιου, για τα αστέρια και για την προέλευση του σύμπαντος. Τώρα, αυτός που αναρωτιέται και είναι μπερδεμένος αισθάνεται ότι είναι αδαής (επομένως, ο λάτρης των μύθων είναι κατά μία έννοια φιλόσοφος, αφού οι μύθοι αποτελούνται από θαύματα)· επομένως… ήταν για να ξεφύγουν από την άγνοια που οι άνθρωποι ανέπτυξαν τη φιλοσοφία».

Όπως αναφέρεται στο The Dark Sky Project, «η εμπειρία του νυχτερινού ουρανού προσφέρει προοπτική, έμπνευση και μας οδηγεί να αναλογιστούμε την ανθρωπότητα και τη θέση μας στο σύμπαν. Η ιστορία των επιστημονικών ανακαλύψεων και ακόμη και η ίδια η ανθρώπινη περιέργεια οφείλουν πολλά στον έναστρο ουρανό».

Αφήστε τη φαντασία σας να αναφλεγεί από τη φωτιά των αστεριών.

Ο μοναχισμός ως πρόγονος του μινιμαλιστικού κινήματος

Ο μινιμαλισμός ως κίνημα και αξία αντιτίθεται στην καταναλωτική κουλτούρα και προωθεί τη συνειδητότητα και την ανάκτηση του χώρου, της σιωπής και της σκοπιμότητας. Πολλοί άνθρωποι σήμερα αισθάνονται ότι η ζωή τους είναι γεμάτη με πράγματα, θόρυβο και δραστηριότητα. Αναζητούν μια πιο ουσιαστική ύπαρξη βασισμένη σε μεγαλύτερη απλότητα, απομακρύνοντας οτιδήποτε περιττό επιβαρύνει τη ζωή, ώστε να μπορούν να επικεντρωθούν σε αυτό που έχει πραγματικά σημασία.

Στην αγορά υπάρχει πλέον πληθώρα βιβλίων που μιλούν για το πώς μπορεί κανείς να ζήσει πληρέστερα  με το ελάχιστο δυνατόν. Ένα από αυτά τα βιβλία είναι το «Η μαγεία της τακτοποίησης που αλλάζει τη ζωή: Η ιαπωνική τέχνη της αποσυμφόρησης και της οργάνωσης» της Μαρί Κόντο (Marie Kondo, “The Life-Changing Magic of Tidying Up: The Japanese Art of Decluttering and Organizing”), το οποίο ξεπέρασε τα 10 εκατομμύρια αντίτυπα. Ωστόσο, όπως επεσήμανε η Χάιντι Ντέντενς σε ένα άρθρο για το περιοδικό Comment, η ιαπωνική τέχνη που περιγράφει η Κόντο δεν αφορά μόνο ένα πιο τακτοποιημένο σπίτι.

Γράφει η Κόντο: «Η τακτοποίηση δεν είναι ο σκοπός της ζωής. Η τακτοποίηση του σπιτιού σας θα σας βοηθήσει να βρείτε την αποστολή που μιλάει στην καρδιά σας. Η ζωή αρχίζει ουσιαστικά αφού τακτοποιήσετε το σπίτι σας».

Η Ντέντενς επεσήμανε ότι στον πυρήνα του μινιμαλισμού βρίσκεται μια πνευματική λαχτάρα, μια επιθυμία να αφήσουμε το περιττό για να ανακαλύψουμε το νόημα και την εσωτερική ικανοποίηση, το καθαρό νερό της ζωής που βρίσκεται από κάτω. Έχοντας υπ’ όψιν αυτή την κεντρική λαχτάρα για πνευματική ελευθερία και μέσα από τα συγκεκριμένα μέσα που χρησιμοποιούνται για την επίτευξή της (περιορισμός των περιουσιακών στοιχείων, σιωπή, απλότητα, ενσυνειδητότητα), ο μινιμαλισμός μοιάζει με μια πολύ παλαιότερη παράδοση: τον μοναχισμό.

«Ο μινιμαλισμός, ο οποίος ορίζεται ως το να ζεις με λιγότερα, δεν είναι ένα νέο φαινόμενο», σημειώνει η Ντέντενς. «Υπάρχει εδώ και αιώνες με διάφορα ονόματα, συνήθως συνδεδεμένα με τις μοναστικές παραδόσεις του Χριστιανισμού, του Βουδισμού και άλλων θρησκειών».

Περιορίζοντας τον αριθμό των αντικειμένων, περιορίζουμε τον οπτικό θόρυβο και δημιουργούμε χώρο για σαφήνεια, συγκέντρωση και μια πιο βαθιά εσωτερική ζωή. (imaginima/Getty Images)

 

Μυστικιστές και μοναχοί

Στη χριστιανική παράδοση, ο μοναχισμός ξεκίνησε με τους πατέρες της ερήμου, τους πρώτους χριστιανούς που ένιωθαν μια παράξενη δίψα την οποία δεν μπορούσε να ικανοποιήσει η χριστιανική ζωή μέσα στην κοινωνία. Οδηγημένοι από αυτή την αόρατη έλξη, μετακόμισαν στις ερήμους, αφήνοντας πίσω τους την οικογένεια, τη φήμη και την περιουσία για να αναζητήσουν τον Θεό στη σιωπή και την απλότητα. Σε ορισμένα μέρη, σχηματίστηκαν κοινότητες ανδρών ή γυναικών με παρόμοια νοοτροπία για να ακολουθήσουν μαζί αυτή τη θρησκευτική ζωή.

«Το άγονο τοπίο της ερήμου ήταν το ιδανικό σκηνικό για τον ασκητικό τρόπο ζωής τους, όπου ελάχιστα πράγματα — ούτε η φασαρία της πόλης ούτε ο πειρασμός των υλικών ανέσεων — μπορούσαν να τους αποσπάσουν από τη λατρεία του Θεού», γράφει η Ντέντενς.

Για αιώνες, η μοναστική ζωή αποτελεί καταφύγιο και εναλλακτικό τρόπο ύπαρξης, αντίθετο από τις κοινωνικές απαιτήσεις για κύρος, επιτεύγματα και πλούτο. (Atelier2J/Shutterstock)

 

Αντλώντας από την παράδοση των πατέρων της ερήμου, ο Άγιος Βενέδικτος της Νουρσίας αναβίωσε και διαμόρφωσε τη δυτική μοναστική παράδοση τον 5ο και 6ο αιώνα. Ο Κανόνας του Αγίου Βενέδικτου έγινε οδηγός για αμέτρητα μοναστήρια και μοναστικές πρακτικές ανά τους αιώνες. Το θεμελιώδες κείμενο του Βενέδικτου είναι αξιοσημείωτο για τη συντομία και την απλότητά του, αλλά και για τη διορατικότητά του για το πώς η κατοχή αγαθών καταλαμβάνει και νεκρώνει την ψυχή: «Χωρίς εντολή του Ηγουμένου, κανείς δεν δίνει ούτε λαμβάνει ούτε κρατά οτιδήποτε ως δικό του, τίποτα απολύτως — ούτε βιβλίο ούτε πλάκες γραφής ούτε γραφίδα — εν ολίγοις, ούτε ένα αντικείμενο», έγραφε ο Βενέδικτος, «ειδικά επειδή οι μοναχοί δεν μπορούν να διαθέτουν ελεύθερα ούτε το σώμα ούτε τη θέλησή τους. Για τις ανάγκες τους, πρέπει να απευθύνονται στον πατέρα του μοναστηριού και δεν επιτρέπεται να έχουν τίποτα που δεν τους έχει δώσει ή επιτρέψει ο ηγούμενος».

Η καθοδήγηση του Αγίου Βενέδικτου έδινε έμφαση στην αυτοσυγκράτηση και την απλότητα, διαμορφώνοντας αιώνες μοναστικής πρακτικής. (Nastasic/Getty Images)

 

Ουσιαστικά, για να ζήσουν μια πνευματικά πλούσια ύπαρξη, οι σύγχρονοι μινιμαλιστές ακολουθούν τυχαία πρακτικές που οι μοναχοί χρησιμοποιούν εδώ και χιλιετίες. Ωστόσο, στην κοινωνία, αυτές οι πρακτικές δεν σχετίζονται με το θείο. Οι μοναχοί έχουν κατανοήσει από καιρό το παράδοξο της φράσης  «το λιγότερο είναι περισσότερο» και ότι η διαύγεια του νου και της καρδιάς αυξάνεται όσο περισσότερο απορρίπτονται τα περιττά υπάρχοντα και οι περιττές δραστηριότητες.

Ένα παράδειγμα συνάντησης μινιμαλισμού και μοναχισμού μπορεί να βρεθεί στην εταιρεία ημερολογίων και προγραμματιστών Monk Manual. Τα προϊόντα της υιοθετούν μια μινιμαλιστική αισθητική, συνδυάζοντας σύγχρονες, επιστημονικά τεκμηριωμένες στρατηγικές παραγωγικότητας με την αρχαία μοναστική σοφία για την απλή, σκόπιμη ζωή. Στη σελίδα όπου αναφέρεται η αποστολή της εταιρείας διαβάζουμε: «Οι μοναχοί είναι οι πιο παραγωγικοί άνθρωποι στον κόσμο. Γνωρίζουν ότι η παραγωγικότητα δεν αφορά το να κάνεις περισσότερα πράγματα, αλλά το να κάνεις καλά τα πιο σημαντικά πράγματα και να εξαλείφεις τα υπόλοιπα».

Η σελίδα περιλαμβάνει και ένα απόφθεγμα του μοναχού Τόμας Μέρτον: «Οι άνθρωποι μπορεί να περάσουν όλη τους τη ζωή ανεβαίνοντας τη σκάλα της επιτυχίας, μόνο και μόνο για να διαπιστώσουν, όταν φτάσουν στην κορυφή, ότι η σκάλα ακουμπά στον λάθος τοίχο». Αυτό είναι κάτι που θα μπορούσε να είναι γραμμένο και σε ένα σύγχρονο μινιμαλιστικό μπλογκ.

Σύγχρονοι μινιμαλιστές

Η Μπέκα Έρλιχ, μια αυτοαποκαλούμενη χριστιανή μινιμαλίστρια, πιστεύει ότι οι άνθρωποι που ενδιαφέρονται για τον μινιμαλισμό μπορούν να μάθουν πολλά από τους μοναχούς. Στο μπλογκ της, παραθέτει ένα απόσπασμα από την ιστοσελίδα του Μοναστηριού του Τιμίου Σταυρού: «Η μοναστική ζωή είναι μια εναλλακτική λύση στην έμφαση που δίνει η κοινωνία στο κύρος, τον καταναλωτισμό και την απόκτηση αγαθών, καθώς και στην αντίληψη ότι η αυτοεκτίμησή μας δεν μετριέται με την επιτυχία μας και από αυτά που κάνουμε, παράγουμε ή κατέχουμε».

Συνεχίζει αναφέροντας συγκεκριμένα μαθήματα που μπορούμε να μάθουμε από τη μοναστική παράδοση: «Όπως έμαθα κι εγώ από τους μοναχούς κατά τη διάρκεια αυτών των ημερών σιωπής, μπορούμε να μάθουμε από αυτούς και να ενσωματώσουμε πτυχές του τρόπου ζωής τους στη δική μας ζωή. Μπορούμε να σταματήσουμε να εστιάζουμε τόσο πολύ στη συσσώρευση: αντικειμένων, κοσμικών διακρίσεων, συμβόλων κοινωνικής θέσης. Μπορούμε να διασφαλίσουμε ότι οι άνθρωποι της άμεσης κοινότητάς μας έχουν αρκετά για να φάνε, να ντυθούν και να συντηρηθούν. Μπορούμε να επικεντρωθούμε στο να αγαπάμε τον Θεό και να αγαπάμε τους άλλους».

Ο μινιμαλισμός φαίνεται να έχει πολλά κοινά με τη μοναστική παράδοση, και το κίνημα μπορεί να επωφεληθεί από την αρχαία σοφία εκείνων που ζούσαν έναν μινιμαλιστικό τρόπο ζωής πριν ακόμα γίνει μόδα. Υπάρχει όμως μια σημαντική διαφορά μεταξύ του κινήματος του μινιμαλισμού και του μοναχισμού: ο μοναχισμός βασίζεται σε μια συγκεκριμένη θρησκευτική δέσμευση, μια συγκεκριμένη πίστη, ενώ ο μινιμαλισμός είναι απλώς αόριστα πνευματικός (αν είναι καθόλου). Η Ντέντενς έφτασε στο σημείο να πει: «Ωστόσο, ενώ [οι μινιμαλιστές] αναγνωρίζουν ότι η κατοχή υλικών αγαθών δεν μας κάνει ευτυχισμένους, δεν φαίνεται να κατανοούν πλήρως τι μας κάνει ευτυχισμένους. Το πιο κοινό στοιχείο των διδασκαλιών τους, ανεξάρτητα από την ποικιλομορφία της γλώσσας ή των μεθόδων τους, είναι η λανθασμένη εστίαση στην αυτοανακάλυψη και την αυτοέκφραση».

Το αν ο μινιμαλισμός, από μόνος του, μπορεί να φέρει την ευτυχία και την ικανοποίηση που υπόσχεται, βρίσκεται εκτός του πεδίου αυτού του άρθρου. Αυτό που γνωρίζουμε είναι ότι η σύγχρονη δημοφιλής επιστήμη και κουλτούρα καταλήγουν σε συμπεράσματα παρόμοια με αυτά της αρχαίας θρησκευτικής σοφία. Για να αξιοποιήσουμε πλήρως το ανθρώπινο δυναμικό μας, χρειαζόμαστε λιγότερα, όχι περισσότερα πράγματα. Όταν η αρχαία σοφία και οι σύγχρονες ανακαλύψεις συνάδουν, πρέπει να επιβραδύνουμε και να εξετάζουμε το ζήτημα πιο προσεκτικά.

Πώς η προσφορά, η συμπόνια και η ταπεινότητα διαμόρφωσαν τον χαρακτήρα και τις αντιλήψεις τριών νέων κοριτσιών

Η Μπερόνικα, μια μεσήλικη γυναίκα από τον Ισημερινό, δεν μπορούσε να πει στον Αμερικανό γιατρό την ημερομηνία γέννησής της ούτε την ηλικία της. Αυτή και τα δώδεκα αδέλφια της μεγάλωσαν σε τέτοια φτώχεια που οι γονείς τους δεν μπορούσαν να αγοράσουν δώρα γενεθλίων ή να οργανώσουν γιορτές για κανένα από τα παιδιά. Ούτε μπορούσαν να τα στείλουν στο σχολείο.

Για να αποφύγουν την ντροπή και την οδύνη τού να μην μπορούν να οργανώσουν καμία γιορτή, οι γονείς της Μπερόνικα απλά δεν έλεγαν τίποτα για τα γενέθλια τα δικά τους και των παιδιών.

Την κουβέντα της Μπερόνικα και του γιατρού άκουγαν οι τρεις κόρες του δευτέρου: η Κάσσι, η Τζέσσι και η Αλέξις Ρος, κλαίγοντας καθώς προσπαθούσαν να κατανοήσουν το βάθος της δυστυχίας στην οποία είχε περιπέσει η Μπερόνικα — και εκατομμύρια άλλοι σαν αυτήν.

Η Κάσσι Ρος (κέντρο) σε ένα ορφανοτροφείο στη Γουατεμάλα, το 2005. (Ευγενική παραχώρηση της οικογένειας Ρος)

 

Στην άνετη ζωή τους στην Καλιφόρνια, το να μην έχεις κάνει ποτέ πάρτι γενεθλίων, το να μην ξέρεις καν την ημέρα που γεννήθηκες ήταν κάτι αδιανόητο. Έτσι, τα τρία κορίτσια θέλησαν να προσφέρουν τα ίδια στη Μπερόνικα αυτό που δεν είχε βιώσει ποτέ: ένα πάρτι γενεθλίων. Συγκέντρωσαν μερικά δώρα για τα παιδιά της Νότιας Αμερικής, τα οποία είχαν συλλέξει ως δωρεές από τους συμμαθητές τους στις Ηνωμένες Πολιτείες, προσκάλεσαν γιατρούς, νοσοκόμες και άλλους εθελοντές και τραγούδησαν στη Μπερόνικα το «Happy Birthday», καθώς της πρόσφεραν τα πρώτα της δώρα γενεθλίων: μια κούκλα Μπάρμπι, ένα βιβλίο ζωγραφικής και ένα λούτρινο ζωάκι.

Συγκινημένη από την καλοσύνη τους, η Μπερόνικα έκλαψε και αγκάλιασε κάθε ένα από τα κορίτσια, τα οποία της υποσχέθηκαν να γιορτάσουν μαζί της και τα επόμενα γενέθλιά της. Αυτές οι δύο γιορτές ενθουσίασαν τόσο η Μπερόνικα, που ο γιος της αποφάσισε να τη βοηθήσει να ταξιδέψει μέχρι το Κίτσο, όπου φυλάσσονται τα εθνικά αρχεία του Ισημερινού, και να βρει το πιστοποιητικό γέννησής της. Έτσι, η Μπερόνικα επιτέλους έμαθε την ημερομηνία γέννησής της.

Αυτή είναι μόνο μία από τις πολλές εμπειρίες που είχαν οι κόρες του γιατρού Ρος, ορθοπεδικού χειρουργού, κατά τη διάρκεια των ιατρικών αποστολών του στο Μεξικό, τη Γουατεμάλα, τον Ισημερινό και το Περού, αποστολές που οδήγησαν την οικογένεια σε απομακρυσμένα ορεινά χωριά, ορφανοτροφεία και σεμινάρια. Κάθε μία από τις κοπέλες — που σήμερα είναι 28, 17 και 16 ετών — άρχισε να βοηθά τον πατέρα της σε αυτά τα ταξίδια από την ηλικία των οκτώ ετών περίπου.

Πλέον, οι αδελφές Ρος αποτελούν βασικό συστατικό της επιτυχίας αυτών των αποστολών, καθώς ανεβάζουν το ηθικό των ασθενών, των γιατρών και των νοσοκόμων με την ενέργεια, την καλοσύνη, τη χαρά και το μουσικό ταλέντο τους, προσφέροντας παράλληλα βοήθεια σε ιατρικά αλλά και επικοινωνιακά θέματα, μεταφράζοντας όποτε αυτό χρειάζεται.

Η 17χρονη Τζέσσι εξήγησε στην εφημερίδα The Epoch Times την αξία της παρουσίας τους σε αυτά τα ταξίδια: «Ίσως δεν είναι ιατρική περίθαλψη ή συγκεκριμένες ενέργειες που χρειάζεται κάποιος, αλλά γενική φροντίδα. Είτε πρόκειται για αγάπη είτε για προσοχή, οτιδήποτε αυτού του είδους, μπορεί να αλλάξει τη ζωή ενός ατόμου». Οι διοργανωτές της αποστολής αναγνωρίζουν επίσης αυτή την αλήθεια και έχουν αρχίσει να βασίζονται στη συμμετοχή των αδελφών Ρος.

Τα κορίτσια βοηθούν σε μικρές χειρουργικές επεμβάσεις, κάνουν ενέσεις, βοηθούν στη μεταφορά ασθενών, παρηγορούν τα παιδιά και γενικά προσφέρουν ζεστά χαμόγελα, παίζουν, τραγουδούν και χορεύουν για τους ανθρώπους που υποφέρουν (αλλά και τους εθελοντές). Όπως είπε ο υπερήφανος πατέρας τους στην Epoch Times: «Οι αγκαλιές, τα δώρα, η συντροφιά και η επικοινωνία έχουν μόνιμα αποτελέσματα, ενισχύοντας περαιτέρω τη βελτίωση της υγείας που έφερε η ιατρική περίθαλψη που έλαβαν».

Ένα παράδειγμα ιατρικής περίθαλψης που άλλαξε τη ζωή της ασθενούς, παρά την έλλειψη επίσημης ιατρικής εκπαίδευσης των κοριτσιών, αφορούσε μια περίπτωση αποβολής που εντόπισε η Τζέσσι. Όταν μια γυναίκα ήρθε στην ιατρική ομάδα με συνεχή κολπική αιμορραγία, η Τζέσσι σκέφτηκε να της κάνει ένα τεστ εγκυμοσύνης. Έτσι, η ομάδα συνειδητοποίησε ότι η γυναίκα είχε αποβολή και τη μετέφερε στο νοσοκομείο, όπου έλαβε κρίσιμη ιατρική περίθαλψη. Το προσωπικό του νοσοκομείου είπε ότι αν η Τζέσσι δεν υποψιαστεί τι συνέβαινε, η γυναίκα πιθανότατα θα είχε πεθάνει μετά από λίγες ημέρες.

Πώς ξεκίνησαν όλα

Η συμμετοχή της οικογένειας Ρος στις αποστολές στη Λατινική Αμερική ξεκίνησαν όταν ένας φίλος και συνάδελφος του Δρος Ρος τού είπε να περάσει μία εβδομάδα στη Γουατεμάλα, σε μία ιατρική αποστολή. Εκείνος δέχθηκε και την πρώτη αποστολή ακολούθησαν κι άλλες. Μετά από μερικά ταξίδια, ο Δρ Ρος ρώτησε τους διοργανωτές αν μπορούσε να φέρει μαζί του τη μεγαλύτερη κόρη του, την Κασσάνδρα, που ήταν 8 ετών τότε. Οι διοργανωτές συμφώνησαν και η Κάσσι αποδείχθηκε μεγάλη βοήθεια, παρά το νεαρό της ηλικίας της. Με την πάροδο των ετών, συνέχισε να ταξιδεύει μαζί με τον πατέρα της σε όλη τη Νότια Αμερική σε διάφορες αποστολές, ενώ αργότερα άρχισαν τους συνοδεύουν και η Τζέσσι και η Αλέξις.

Η Αλέξις Ρος (δ) με την καλύτερή της φίλη στον Ισημερινό, το 2022. (Ευγενική παραχώρηση της οικογένειας Ρος)

 

Μαθήματα

Τα κορίτσια σοκαρίστηκαν όταν είδαν για πρώτη φορά τη φτώχεια και τις στερήσεις των κοινοτήτων που επισκέφτηκαν. Τα σπίτια ήταν φτιαγμένα από πηλό και μερικά αξιολύπητα φύλλα κόντρα πλακέ, ενώ για στέγη είχαν έναν μουσαμά.

Είδαν ανθρώπους που υπέφεραν από υποσιτισμό και γνώρισαν την απλή διατροφή των ντόπιων, που αποτελείται κυρίως από ρύζι και, με λίγη τύχη, λίγο κοτόπουλο, καρότα ή πατάτες. Συναντήθηκαν και παρηγόρησαν παραπληγικούς, ακρωτηριασμένους και ανθρώπους με εγκεφαλική παράλυση, πολλοί  από τους οποίους χρησιμοποιούσαν αυτοσχέδια αναπηρικά αμαξίδια, μπαστούνια και περιπατητήρες — αν ήταν αρκετά τυχεροί για να έχουν τέτοια βοηθήματα. Είδαν τα τραχιά, σαν γυαλόχαρτο, χέρια των ανδρών και των γυναικών που είχαν ζήσει μια ζωή σκληρής εργασίας και έκθεσης στον ήλιο. Έτρεμαν από το κρύο καθώς κοιμούνταν κάτω από σωρούς από κουβέρτες αλπακά που δεν μπορούν να τους προστατεύσουν από τις παγωμένες θερμοκρασίες, και σκέφτονταν τα ζεστά ντους, τα χαλιά και τις εσωτερικές υδραυλικές εγκαταστάσεις των σπιτιών τους.

Αυτές οι εμπειρίες δίδαξαν στα κορίτσια σημαντικά μαθήματα για την ενσυναίσθηση και την ταπεινότητα. Η Αλέξις είπε στην Epoch Times: «Είναι σημαντικό να είμαστε ευαίσθητοι απέναντι στους άλλους ανθρώπους και σε αυτά που έχουν. Γιατί όταν πηγαίνεις σε μέρη που δεν έχουν πολλούς πόρους ή πολλά πράγματα, όπως παιχνίδια… Νιώθω ότι το σημαντικότερο για μένα είναι να μην καυχιέμαι, να μην έχω την αίσθηση ότι μου ανήκουν τα πάντα και να μην έχω μεγάλο ‘εγώ’. […] Επειδή θεωρούμε τα πράγματα δεδομένα, δεν συνειδητοποιούμε πόσους πόρους καταναλώνουμε αλόγιστα».

Τα ταξίδια των κοριτσιών σε απομακρυσμένα μέρη τους ενστάλαξαν ένα αίσθημα συμπόνιας για τη δυστυχία των άλλων και ευγνωμοσύνης για τη δική τους άνετη ζωή. Όπως το έθεσε η Τζέσσι: «Όταν είμαστε εκεί, είναι πραγματικά μια εμπειρία που μας ανοίγει τα μάτια, που πρέπει να μεταφέρουμε στην κοινότητά μας στην Καλιφόρνια και να πούμε στους ανθρώπους ότι δεν πρέπει να θεωρούμε τα πράγματα που έχουμε ως δεδομένα. Το να έχεις τη δυνατότητα να πλένεις τα δόντια σου με νερό από τη βρύση και να πίνεις νερό από τη βρύση, ή να μπορείς να κάνεις ντους με ζεστό νερό, ή ακόμα και απλά να μπορείς να αναπνέεις αέρα με επίπεδο οξυγόνου πάνω από 92 είναι μια μεγάλη ευλογία, και πραγματικά δεν καταλαβαίνουμε πόσο καλά ζούμε εδώ».

Η Κάσσι (αριστερά), η Αλέξις (κέντρο) και η Τζέσσι Ρος (δεξιά) μαζί με τρία παιδιά στο Περού, το 2025. (Ευγενική παραχώρηση της οικογένειας Ρος)

 

Μια ζωή αφιερωμένη στην υπηρεσία

Οι αδελφές Ρος προσπαθούν να αντισταθμίσουν τις δυσκολίες και τη φτώχεια προσφέροντας θεραπεία για το σώμα και την ψυχή. Ένα από τα καθήκοντά τους σε αυτά τα ταξίδια είναι να μεταφέρουν τα παιχνίδια που συγκεντρώνονται από δωρεές στις Ηνωμένες Πολιτείες και να τα διανέμουν στα παιδιά — ή ακόμη και σε μερικούς ενήλικες, που δεν έχουν δει ποτέ παιχνίδι — στις περιοχές της αποστολής.

Η πρωτοβουλία ξεκίνησε από την Τζέσσι, που συγκινήθηκε από την έλλειψη παιχνιδιών, και έχει πλέον μεγάλη επιτυχία. Τα κορίτσια συλλέγουν δωρεές και επισημαίνουν κάθε μία με πληροφορίες για τον δωρητή. Στη συνέχεια, βιντεοσκοπούν την παράδοση κάθε παιχνιδιού (πολλές φορές ένα λούτρινο ζωάκι) και στέλνουν τα βίντεο και τις φωτογραφίες στον δωρητή, ώστε να δει κι εκείνος την έκφραση χαράς που απλώνεται στα χαρακτηριστικά του προσώπου που λαμβάνει το δώρο του, και να συνειδητοποιήσει τι έχει προσφέρει.

Στα συγκινητικά βίντεο, παιδιά και ενήλικες ντυμένοι με παραδοσιακές ενδυμασίες χαμογελούν και δακρύζουν όταν λαμβάνουν τα παιχνίδια, αγκαλιάζοντας τα κορίτσια με χαρά. Ωστόσο, παρά την υλική τους φτώχεια, πολλοί από αυτούς διαθέτουν μεγαλύτερο πνευματικό πλούτο από τους πλούσιους Αμερικανούς ομολόγους τους, παρατηρούν οι αδελφές Ρος. Συγκρίνοντας τους Αμερικανούς — που θεωρούν δεδομένη την πρόσβαση στο διαδίκτυο, τα smartphone, τα αυτοκίνητα, τα θερμαινόμενα σπίτια και την αφθονία επιλογών σε τρόφιμα — με τις φτωχές οικογένειες της Νότιας Αμερικής, η Τζέσσι σημείωσε: «Όταν είμαστε εδώ στις Ηνωμένες Πολιτείες, αυτά τα γήινα πράγματα φαίνεται να σημαίνουν πολύ περισσότερα για εμάς. Είμαστε επιθετικοί στον δρόμο και [εκνευριζόμαστε] πιο εύκολα. Ας πούμε ότι έχουμε πιο συχνά εκρήξεις θυμού από ό,τι όταν βρισκόμαστε σε αυτές τις κοινότητες, επειδή εκείνοι μαθαίνουν την υπομονή. Εμείς μαθαίνουμε την επιθετικότητα».

Οι Ρος θεωρούν επίσης ότι ο ατομικισμός είναι πιο διαδεδομένος μεταξύ των Αμερικανών, ενώ οι λαοί της Νότιας Αμερικής είναι πιο πρόθυμοι να βοηθούν ο ένας τον άλλον, να βασίζονται ο ένας στον άλλον και να συνεργάζονται. «Οι κοινότητες εκεί κάτω είναι πολύ πιο δεμένες από ό,τι εδώ στις Ηνωμένες Πολιτείες», είπε η Τζέσσι.

Τα κορίτσια λένε ότι έχουν διδαχθεί την ταπεινότητα, την υπομονή, τη συνεργασία και την πίστη από το παράδειγμα των ντόπιων που πηγαίνουν να βοηθήσουν. «Σε αυτές τις αποστολές, νιώθω ότι μεγαλώνω κάθε φορά, ότι έχω γίνει πιο υπομονετική ή πιο πιστή, κάτι τέτοιο», είπε η Τζέσσι στην Epoch Times, και η αδελφή της συμφώνησε.

Οι αποστολές έχουν επίσης διδάξει στις αδελφές τη χαρά τού να βοηθάς τους άλλους. Τα κορίτσια σκοπεύουν να μεταφέρουν τη φιλοσοφία της παροχής υπηρεσίας και στις καριέρες τους. Η Κάσσι εργάζεται ήδη ως δικηγόρος, η Αλέξις σχεδιάζει να εργαστεί στον ιατρικό τομέα, ενώ η Τζέσσι διστάζει μεταξύ των δύο. Αυτό που φαίνεται σαφές είναι ότι οι αποστολικές τους εμπειρίες έχουν επηρεάσει την πορεία τους.

Εν τω μεταξύ, η οικογένεια συνεχίζει να πραγματοποιεί τα ετήσια ταξίδια της για να βοηθήσει τους ξεχασμένους και τους παραμελημένους. Από απομακρυσμένα ορεινά χωριά έως πυκνές ζούγκλες και άνυδρες περιοχές όπου δεν φυτρώνουν δέντρα, ο πατέρας και οι κόρες του προχωρούν με κόπο, οι φωνές των κοριτσιών υψώνονται σε τραγούδι, ωθούμενες από μια βαθιά αγάπη για όσους διαβιούν σε σκληρές συνθήκες και παλεύουν με τις υλικές ελλείψεις.

Η επιστροφή των απλών κινητών: Πώς και γιατί οι άνθρωποι επιλέγουν να αποσυνδεθούν

Τα πρώτα κινητά ήταν μία εκπληκτική τεχνολογική καινοτομία για την εποχή – γρήγορα κατέκτησαν το κοινό  και διαδόθηκαν, θέτοντας νέους κοινωνικούς κανόνες και ήθη. Η έλευση των smartphone λίγο αργότερα, με την πρόσβαση στο διαδίκτυο, τις εφαρμογές, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, κ.ά., τα κατέστησε παρωχημένα, οδηγώντας το είδος σχεδόν σε εξαφάνιση.

Σχεδόν, αλλά όχι τελείως. Όπως και με τα χτενίσματα και κάθε ‘τάση’, αυτό που κάποτε ήταν μοντέρνο, για ένα διάστημα παύει να είναι, και μετά επανέρχεται στο προσκήνιο. Αυτό φαίνεται να συμβαίνει και με τα «dumbphone», τα οποία σήμερα επιστρέφουν δυναμικά.

Επιστροφή στο… παρελθόν

Η ονομασία «dumbphone» (χαζοτηλέφωνο) δεν είναι πραγματικά δίκαιη, αν και είναι μια χρήσιμη συντομογραφία για οποιοδήποτε κινητό τηλέφωνο δεν είναι smartphone – δηλαδή δεν προσφέρει σύνδεση στο διαδίκτυο. Πολλοί άνθρωποι έχουν αρχίσει να αναρωτιούνται αν η επιστροφή στα απλά κινητά είναι τελικά μια έξυπνη κίνηση στον τεχνολογικά κορεσμένο, γεμάτο ντοπαμίνη κόσμο μας. Τα dumbphone – ή απλά κινητά – προσφέρουν την ευκαιρία να αποσυνδεθούμε λίγο και να σπάσουμε την έξη μας στην τεχνολογία.

Αν και όχι ακόμη ευρέως διαδεδομένη ως τάση, υπάρχει αυξανόμενο ενδιαφέρον για τα απλά κινητά, με τη γενιά Z (όσοι γεννήθηκαν μεταξύ 1997 και 2015 περίπου) ειδικότερα να δείχνει πως λαχταρά να επιστρέψει σε μια απλούστερη εποχή (ακόμα κι αν είναι πολύ νέοι για να τη θυμούνται), όταν τα τηλέφωνα δεν είχαν τις κομψές, εξελιγμένες και εθιστικές εφαρμογές που διαθέτουν σήμερα. Οι αναζητήσεις στο Google για απλά κινητά είναι σε σταθερά ανοδική τάση τα τελευταία 5 χρόνια. Η Άμμυ Άρτσερ, υπεύθυνη δημοσίων σχέσεων και έρευνας στην εταιρεία σύγκρισης τηλεφωνικών πακέτων WhistleOut, περιέγραψε για την Epoch Times τα αποτελέσματα ορισμένων από τις έρευνές της σχετικά με αυτήν την αναδυόμενη τάση:

«Σε μια έρευνα που πραγματοποιήσαμε νωρίτερα φέτος, διαπιστώσαμε ότι πάνω από το ήμισυ (59%) της γενιάς Z θέλει να μεταβεί σε dumbphone φέτος, μαζί με το 49% των millennials. Ένας στους τέσσερις ανθρώπους που ενδιαφέρονται για τα dumbphone δεν ενδιαφέρεται καν για τη διατήρηση των εφαρμογών, κάτι που δείχνει μια πραγματική τάση αποσύνδεσης».

Revenge of the Dumbphone: Why Minimalist Phones Are Making a Comeback
(Zia Soleil/Getty Images)

 

Η Αρτσερ προσθέτει: «Αν και είναι βοηθητικό να είσαι διαρκώς συνδεδεμένος με τα πάντα, να ενημερώνεσαι για τα παγκόσμια γεγονότα και να κοινωνικοποιείσαι, η συνεχής εισροή πληροφοριών επιφέρει μεγάλη κόπωση, επηρεάζοντας τη ζωή μας έξω από το τηλέφωνο. Μόλις πριν από λίγα χρόνια ανακαλύψαμε ότι πάνω από το ήμισυ των Αμερικανών θεωρούν τον εαυτό τους εθισμένο στα τηλέφωνά τους».

Αυτή η διαπίστωση και η ανάγκη για αντίδραση οδηγεί τους χρήστες smartphone να ψάχνουν στο eBay για παλιά Blackberry, να τροποποιούν τα τηλέφωνά τους για να αφαιρέσουν εφαρμογές που τους αποσπούν την προσοχή ή ακόμα και να αγοράζουν ένα από τα νέα, υψηλής τεχνολογίας, μινιμαλιστικά τηλέφωνα που κυκλοφορούν εταιρείες όπως η Punkt. ή η The Light Phone, τα οποία δεν διαθέτουν παρά μόνο τις πιο βασικές λειτουργίες ενός τηλεφώνου, όπως μηνύματα, κλήσεις και χάρτες.

Οι κουρασμένοι χρήστες αναπτύσσουν νέες τεχνολογικές συνήθειες

Τι είναι αυτό που οδηγεί στην επιστροφή των απλών κινητών; Εκτός από τη νοσταλγία για τις αρχές της δεκαετίας του 2000, υπάρχουν και πιο σοβαροί παράγοντες, ιδιαίτερα η αυξανόμενη ευαισθητοποίηση του κοινού σχετικά με τις αρνητικές επιπτώσεις των smartphone σε όλα τα επίπεδα, από τη σωματική και ψυχική υγεία έως τις κοινωνικές σχέσεις και την ανάπτυξη των παιδιών. Η οικογενειακή σύμβουλος Τέσσα Στάκυ [Tessa Stuckey] δήλωσε στην Epoch Times:

«Νομίζω ότι αυτό που βλέπουμε είναι μια συλλογική ανακούφιση. Για χρόνια, όλοι κολυμπάμε σε αυτό το ψηφιακό ρεύμα, συνεχώς συνδεδεμένοι, συνεχώς κυλιόμενοι. Γονείς, έφηβοι, επαγγελματίες – όλοι νιώθαμε την ψυχική εξάντληση, την απόσπαση της προσοχής, το άγχος, αλλά νιώθαμε επίσης ότι έχουμε ‘κολλήσει’. Τα smartphone έχουν ενσωματωθεί τόσο πολύ στην καθημερινή ζωή που η εγκατάλειψή τους φαινόταν μη ρεαλιστική».

Αλλά η συσσώρευση άγχους και κόπωσης που σχετίζεται με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τα κινητά αναγκάζει τελικά τους ανθρώπους να εξετάσουν εναλλακτικές λύσεις, αναπροσδιορίζοντας αυτό που οι περισσότεροι θεωρούν ρεαλιστικό. «Αυτό που έχει αλλάξει είναι ότι περισσότεροι άνθρωποι επιτρέπουν στον εαυτό τους να κάνουν ένα βήμα πίσω», επισημαίνει η Στάκυ. «Έχουν γίνει έρευνες. Οι πολιτισμικές συζητήσεις έχουν αλλάξει. Και ειλικρινά, η κρίση ψυχικής υγείας – ειδικά μεταξύ των νέων – έχει αναγκάσει τις οικογένειες να επανεκτιμήσουν τι είναι ‘φυσιολογικό’».

Το κοινό αναγνωρίζει όλο και περισσότερο τις επιβλαβές επιπτώσεις των διασυνδεδεμένων κινητών και των κοινωνικών μέσων. Ο Γιαρόν Λίτγουιν, ειδικός στην ψηφιακή ευεξία και διευθυντής μάρκετινγκ της εταιρείας Canopy, που αναπτύσσει εφαρμογές γονικού ελέγχου, ανέφερε μερικές από αυτές τις επιπτώσεις, όπως οι επιβλαβείς κοινωνικές συγκρίσεις και οι αρνητικές επιπτώσεις στον ύπνο, τη μνήμη, την προσοχή και τις κοινωνικές σχέσεις.

«Ειδικά για τα παιδιά, παρουσιάζουν μια σειρά από σημαντικές απειλές, όπως κυβερνομπούλινγκ, κλοπή ταυτότητας και σεξουαλικό εκβιασμό», είπε. Όπως και ο Λίτγουιν, η Στάκυ σημειώνει τα αρνητικά στοιχεία των smartphone, παρατηρώντας ότι έχουν γίνει «συναισθηματικές πιπίλες» που αναστέλλουν την ικανότητά μας να αντιμετωπίζουμε την ταλαιπωρία, την πλήξη ή τη μοναξιά. Αυτό επηρεάζει λειτουργίες όπως η συναισθηματική αυτορρύθμιση, ο αυτοέλεγχος και η αντοχή, μεταξύ άλλων.

Καθώς οι ανησυχίες πολλαπλασιάζονται, τα ρετρό κινητά με κουμπιά και τα πρωτοποριακά μινιμαλιστικά τηλέφωνα γίνονται όλο και πιο ελκυστικά. Για πολλούς, η μετάβαση σε μια συσκευή επικοινωνίας χαμηλότερης τεχνολογίας σημαίνει λιγότερο άγχος, καλύτερη συγκέντρωση και αντίληψη του περιβάλλοντος, περισσότερο ελεύθερο χρόνο, λιγότερη καταπόνηση των ματιών, καλύτερο ύπνο και πιο συχνή και ουσιαστική διαπροσωπική επαφή με τους άλλους.

Το τελευταίο σημείο είναι ίσως και το πιο κρίσιμο. Η Στάκυ επισημαίνει ότι ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που επέφεραν τα smartphone είναι η κοινωνική αποσύνδεση: «Ακούγεται ειρωνικό, αλλά όσο περισσότερο προσπαθούμε να ‘συνδεθούμε’ στο διαδίκτυο τόσο πιο απομονωμένοι αισθανόμαστε στην πραγματική ζωή. Το βλέπω συνέχεια στις οικογένειες: όλοι βρίσκονται στο ίδιο δωμάτιο, αλλά νοητικά είναι αλλού, ο καθένας στο τηλέφωνό του».

Όποιος έχει παρατηρήσει ομάδες ανθρώπων σε ένα σαλόνι, μια αίθουσα αναμονής, ένα εστιατόριο ή στα μέσα μαζικής μεταφοράς θα αναγνωρίσει αυτό το φαινόμενο. Για να δανειστώ τον τίτλο ενός βιβλίου της καθηγήτριας του MIT και συγγραφέως τεχνολογίας , της Σέρρυ Τερκλ, συχνά είμαστε «μόνοι μαζί». Ίσως τα dumbphone να έχουν τη δύναμη να κάνουν αυτό για το οποίο σχεδιάστηκαν αρχικά τα ‘έξυπνα’ τηλέφωνα: να μας συνδέουν, αντί να μας απομονώνουν.

Η γλυκύτητα του να μην κάνεις τίποτα – Γιατί χρειαζόμαστε την πλήξη

«Il dolce far niente» ή «H γλυκύτητα του να μην κάνεις τίποτα». Αυτή η ιταλική φράση συμπυκώνει τον μεσογειακό χαρακτήρα και φιλοσοφία, αν και μπορεί να ακούγεται παράδοξη σε ξένους ή γενικότερα σε μια εποχή στην οποία κυριαρχεί ο νόμος της αέναης δραστηριότητας και οι κατεπείγουσες υποχρεώσεις.

Η αδράνεια εμπεριέχει το στοιχείο της επαφής με τον εαυτό μας – αλλά αυτή είναι μια σκέψη που πολλές φορές μας τρομάζει: μια ψυχολογική μελέτη διαπίστωσε ότι το 67% των ανδρών και το 25% των γυναικών θα προτιμούσαν να υποστούν ένα μικρό ηλεκτροσόκ παρά να μείνουν μόνοι με τις σκέψεις τους για μόλις 15 λεπτά.

Οι σύγχρονες ‘ανέσεις’ δεν μας επιτρέπουν να παραδοθούμε εύκολα στην αδράνεια. Το κινητό τηλέφωνο, το οποίο έχει κατακτήσει την καθημερινότητα της συντριπτικής πλειοψηφίας των ανθρώπων παγκοσμίως ανεξαρτήτως ηλικίας, φύλου και κοινωνικής τάξης, φαίνεται να έχει σχεδιαστεί για αυτόν ακριβώς τον λόγο. Έχουμε στη διάθεσή μας ατελείωτες ψηφιακές εκτάσεις με τίτλους, ταινίες, podcast, άρθρα, παιχνίδια, κοινωνικά μέσα, μηνύματα κειμένου και ούτω καθεξής. Το 74% των ανθρώπων αισθάνεται άβολα όταν αφήνει το κινητό του στο σπίτι, και το 71% από εμάς ελέγχει το κινητό του μέσα στα πρώτα 10 λεπτά της ημέρας. Οι περισσότεροι άνθρωποι, όταν νιώθουν μια αίσθηση πλήξης, εκεί καταφεύγουν. Και γιατί όχι, άλλωστε;

Η πλήξη είναι καλή για τον εγκέφαλο

Πολλοί στοχαστές και ερευνητές υποστηρίζουν ότι δεν πρέπει. Η πλήξη είναι αναγκαία για την υγεία της ανθρώπινης ψυχολογίας, ακόμα και για την ίδια την ανθρώπινη ζωή. Παρέχει στον εγκέφαλο ένα πολύ απαραίτητο διάλειμμα, ανοίγει τις πύλες της δημιουργικότητας, διευκολύνει την αυτογνωσία και τον στοχασμό και μας διδάσκει την τέχνη του απλού «είναι», αντί του «κάνω» – της κατάστασης της απλής ύπαρξης που συμπληρώνει την κατάσταση δράσης.

Ουσιαστικά, ο ανθρώπινος εγκέφαλος δεν ξεκουράζεται ποτέ. Κάθε δραστηριότητα στην οποία εμπλεκόμαστε απαιτεί κάτι από τον εγκέφαλό μας, και αυτά τα κύτταρα βουίζουν από δραστηριότητα, επικοινωνώντας ασταμάτητα μεταξύ τους και με το υπόλοιπο σώμα. Μόνο τη νύχτα, όταν κοιμόμαστε, ο εγκέφαλος ανακουφίζεται και το μυαλό μπορεί να καθαριστεί – κυριολεκτικά – από τα ‘σκουπίδια’.

Αλλά και κατά τη διάρκεια των ωρών που είμαστε ξύπνιοι, ο εγκέφαλος χρειάζεται περιόδους ανάπαυσης – ή έστω, μειωμένης δραστηριότητας.

Ένα τόξο που είναι συνεχώς τεντωμένο θα φθαρεί και τελικά θα χάσει τη δύναμη και την ελαστικότητά του. Όπως εξηγεί ο Μπράιαν Ρόμπινσον στο περιοδικό Forbes, οι περίοδοι πλήξης υποστηρίζουν την υγεία του εγκεφάλου, παρέχοντάς του περιόδους χαλάρωσης. Βελτιώνουν επίσης τις κοινωνικές σχέσεις, τοποθετώντας τον εγκέφαλο σε μια προεπιλεγμένη κατάσταση ανοιχτότητας προς τη δικτύωση.

Η ομορφιά που βρίσκεται στην πλήξη

Ερευνητές και δημιουργικοί άνθρωποι έχουν ανακαλύψει ότι η πλήξη τροφοδοτεί τη φωτιά της έμπνευσης. Ο Ρόμπινσον σημειώνει:

«Η ανία μπορεί να καλλιεργήσει δημιουργικές ιδέες, να ξαναγεμίσει τα φθίνοντα αποθέματά σας, να ανανεώσει το κίνητρό σας για εργασία και να προσφέρει μια περίοδο ωρίμανσης για να εκκολαφθούν εμβρυακές ιδέες για εργασία. Σε εκείνες τις στιγμές που μπορεί να φαίνονται βαρετές, κενές και περιττές, στρατηγικές και λύσεις που υπήρχαν πάντα σε κάποια εμβρυακή μορφή αποκτούν χώρο και ζωντανεύουν.»

Ο ποιητής, θεατρικός συγγραφέας και δοκιμιογράφος Ααρών Άντζελο το βίωσε αυτό από πρώτο χέρι όταν έθεσε στον εαυτό του ένα ασυνήθιστο συγγραφικό έργο:

Κάθε πρωί, για 114 ημέρες, ξυπνούσε νωρίς, καθόταν στην ίδια καρέκλα, κοιτάζοντας μπροστά, και σκεφτόταν μια λέξη από το Σονέτο 29 του Σαίξπηρ για περίπου 30 λεπτά. Με άλλα λόγια, κάθε πρωί άφηνε τον εαυτό του να βαρεθεί για λίγο. Στη συνέχεια, άρχιζε να γράφει, χωρίς να σταματάει μέχρι να γεμίσει τη σελίδα. Το αποτέλεσμα ήταν ένα βιβλίο με τίτλο «The Fact of Memory: 114 Ruminations and Fabrications» (Το γεγονός της μνήμης: 114 στοχασμοί και επινοήσεις). Αργότερα, ο Άντζελο είπε: «Αυτό που συνειδητοποιώ τώρα, εκ των υστέρων, είναι ότι είχα ανακαλύψει μια από τις πιο παραγωγικές προσεγγίσεις στη συγγραφή που είχα εφαρμόσει ποτέ».

Στο δοκίμιό του «You Can’t Have Creativity Without Boredom» (Δεν μπορείς να έχεις δημιουργικότητα χωρίς πλήξη), ο Άντζελο συγκρίνει την εμπειρία του στη συγγραφή με ανθρώπους που έχουν κολλήσει σε ένα τρένο, οι οποίοι βρίσκονται στην ιδανική κατάσταση για να ονειροπολούν, κατεβάζοντας ιδέεες:

«Είναι το γεγονός ότι το σώμα βρίσκεται σε μια προκαθορισμένη θέση (δηλαδή, καθισμένο, στραμμένο προς τα εμπρός) και το μυαλό είναι απελευθερωμένο από τη συνήθη, συνεχή ενασχόλησή του με μια πληθώρα ασήμαντων πραγμάτων, που επιτρέπει στον δημιουργικό άνθρωπο να μετακινηθεί από τους περιορισμούς του συνειδητού μυαλού στο τεράστιο δυναμικό αυτού που μου αρέσει να αποκαλώ «υπερ-συνειδητό» μυαλό. Στο τρένο (ή στο λεωφορείο ή στην καρέκλα του σαλονιού), μεταβαίνουμε από μια κατάσταση ασήμαντης ενασχόλησης σε μια κατάσταση που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε πλήξη, και αυτή η κατάσταση είναι ένα σημείο πρόσβασης σε δημιουργικές δυνατότητες.»

Υπάρχει ένας λόγος για τον οποίο τόσοι μεγάλοι ποιητές, εφευρέτες, καλλιτέχνες και επιστήμονες έχουν στιγμές σπουδαίας έμπνευσης ενώ εκτελούν κάποια ασήμαντη εργασία, άσχετη με το έργο τους. Γράφοντας για το Psychology Today, ο Τζέφφρυ Ντέιβις [Jeffrey Davis] υπογραμμίζει το εξής:

«Σε μια σειρά μελετών, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι τα άτομα στα οποία ζητήθηκε να εκτελέσουν βαρετές, καθημερινές εργασίες ήταν πιο δημιουργικά μετά. Η βαρεμάρα είναι ένα ‘συναίσθημα που οδηγεί στη ποικιλία’, που σημαίνει ότι μας ωθεί να αναζητήσουμε νέες και διαφορετικές – και επομένως δημιουργικές – εμπειρίες και λύσεις. Η βαρεμάρα καλλιεργεί φυσικά τη θεμελιώδη πτυχή της περιέργειας, την ανοιχτότητα. Η ετοιμότητα για νέες εμπειρίες και για το περιβάλλον μας οδηγεί σε περισσότερες πιθανές δημιουργικές ιδέες».

Προτείνει να αξιοποιούμε τις φυσικές περιόδους πλήξης που προκύπτουν μέσα στην ημέρα μας, όπως κατά τη μετακίνηση από και προς την εργασία ή το μεσημεριανό διάλειμμα, χωρίς να καταφεύγουμε σε μια οθόνη για άμεση ανακούφιση από τις ‘άχρηστες’ σκέψεις.

Μόνοι, μια ήσυχη στιγμή

Εκτός από το ότι λειτουργεί ως καταλύτης για τη δημιουργικότητα, η πλήξη/αδράνεια υποστηρίζει επίσης την ενδοσκόπηση και καλλιεργεί την αυτογνωσία.

Συχνά φοβόμαστε να είμαστε μόνοι, κυρίως λόγω της σιωπής και της ανίας που μπορεί να ακολουθήσουν. Ωστόσο, η μοναξιά και η σιωπή είναι απαραίτητες για την επεξεργασία και την αφομοίωση των εμπειριών και, μέσω αυτών, για την κατανόηση του ατόμου της ιστορίας της ζωής του. Έτσι χτίζουμε την αίσθηση του εαυτού μας.

Όπως έγραψε η καθηγήτρια του MIT Σέρρυ Τερκλ στο βιβλίο της «Reclaiming Conversation: The Power of Talk in a Digital Age» (Ανακτώντας τη συνομιλία: Η δύναμη της ομιλίας στην ψηφιακή εποχή): «Η μοναξιά είναι το μέρος όπου βρίσκεις τον εαυτό σου, ώστε να μπορείς να προσεγγίσεις άλλους ανθρώπους και να δημιουργήσεις πραγματικούς δεσμούς. Όταν δεν έχουμε την ικανότητα για μοναξιά, στρεφόμαστε στους άλλους για να νιώθουμε λιγότερο άγχος ή για να νιώθουμε ζωντανοί».

Το άτομο που εξαρτάται συνεχώς από εξωτερικά ερεθίσματα – κοινωνικά, ψηφιακά ή και τα δύο – για να νιώθει καλά, πιθανότατα δεν έχει πολύ ισχυρή αίσθηση του εαυτού του. Αλλά για να μάθουμε να ξεκουραζόμαστε στο παρόν, να αναλογιζόμαστε το παρελθόν και το μέλλον, πρέπει να ενδίδουμε και στην αδράνεια. Αυτές οι στιγμές είναι πύλες που μας προσκαλούν σε απρογραμμάτιστες και απροσδόκητες σκέψεις.

Η Τερκλ υποστηρίζει εύγλωττα: «Για να ανακτήσουμε τη μοναξιά, πρέπει να μάθουμε να βιώνουμε μια στιγμή πλήξης ως λόγο για να στραφούμε προς τα μέσα, αναβάλλοντας το να πάμε ‘αλλού’ τουλάχιστον για κάποιο χρονικό διάστημα».

Η άρνηση να «πηγαίνουμε αλλού» σχετίζεται με την προθυμία να «είμαστε εδώ». Η αποδοχή της προσωρινής πλήξης – ή ακόμα και της απειλής της πλήξης – μας επιτρέπει να συνειδητοποιούμε την παρούσα στιγμή, αυτό που συμβαίνει εκείνη την ώρα γύρω μας. Μπορούμε να παρατηρούμε, να προσέχουμε τα πράγματα και απλά να τα αφήνουμε να είναι όπως είναι.

Το έζησα αυτό ο ίδιος πριν από λίγο καιρό, όταν έμεινα κάπου χωρίς σήμα ίντερνετ, περιμένοντας να έρθουν να με πάρουν. Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να είμαι παρών στη στιγμή. Αποδείχθηκε ένα απροσδόκητο δώρο. Σκέφτηκα αυτό μετά:

«Χωρίς την απόσπαση της προσοχής από ηλεκτρονικές συσκευές, μερικά χιλιόμετρα μακριά από την πόλη, ανίκανος να επιταχύνω την άφιξη της γυναίκας μου, δεν είχα τίποτα άλλο να κάνω από το να παρακολουθώ το ρυάκι. Ήταν μια ευτυχισμένη αδυναμία. Ο χρόνος επιβραδύνθηκε. Μετακινήθηκα από το πεδίο της δράσης στο πεδίο της ύπαρξης. Δεν ήμουν ‘κάποιος που προσπαθούσε να κάνει κάτι’ ή ‘πήγαινε κάπου αλλού’. Ήμουν απλώς ένας άνθρωπος που είχε σκοντάψει στην ύπαρξη, είχε σκοντάψει στον κόσμο που ξαφνικά έγινε παρών όπως σπάνια συμβαίνει, θαυμάζοντας την περίπλοκη ομορφιά του».

Αφιερώστε χρόνο στην πλήξη

Ο Ρόμπινσον φτάνει στο σημείο να υποστηρίζει ότι πρέπει να προγραμματίζουμε σκόπιμα χρόνο για τέτοιες εμπειρίες μέσα στην εβδομάδα μας. Αντί για μια απλή «λίστα υποχρεώσεων», συμβουλεύει να φτιάξουμε μια «λίστα ύπαρξης». Μια λίστα ύπαρξης φυλά χρόνο μόνο για την πρακτική της ενσυνειδητότητας, μόνο για την ύπαρξη, χωρίς την πίεση να επιτύχουμε κάτι:

«Δίνετε στον εαυτό σας χώρο να τεντωθεί και να αναπνεύσει βαθιά μεταξύ των ραντεβού, χρόνο να περπατήσετε γύρω από το τετράγωνο και να καθαρίσετε το μυαλό σας. Ή να διαλογιστείτε, να προσευχηθείτε, να κάνετε γιόγκα στο γραφείο σας, να παρακολουθήσετε το γρασίδι να μεγαλώνει ή απλά να συλλογιστείτε το σύμπαν. Ο εγκέφαλός σας θα είναι πιο ευτυχισμένος και υγιής όταν συνυπάρχει με στιγμές αδράνειας χωρίς επιταγές, χωρίς να χρειάζεται να βιαστείτε, να διορθώσετε ή να επιτύχετε οτιδήποτε.»

Πόσοι σημειώνουν στην ατζέντα τους «Μην κάνεις τίποτα» ή «Χρόνος για βαρεμάρα»; Ωστόσο, πώς θα ήταν οι ζωές μας και η κοινωνία γενικότερα αν το κάναμε αυτό;

Η πλήξη μάς αναγκάζει να ακούσουμε. Να ανοιχτούμε. Χωρίς τίποτα να διεκδικεί την προσοχή μας, χωρίς τίποτα να μας «διασκεδάζει», ξαφνικά είμαστε ελεύθεροι – ακόμα κι αν η ελευθερία συνοδεύεται από λίγο πόνο και αρχική δυσφορία. Μπορούμε να ανοιχτούμε στον κόσμο. Όπως το έθεσε η Τερκλ: «Δεν χρειάζεται να βγεις από το δωμάτιό σου. Μείνε καθισμένος στο τραπέζι σου και άκου. Δεν χρειάζεται καν να ακούς, απλά μείνε, μάθε να γίνεσαι ήσυχος, ακίνητος και μοναχικός. Κι ύστερα, θα είσαι ελεύθερος να ανακαλύψεις».

«Πολύ κακό για το τίποτα»: Μία σαιξπηρική κωμωδία για τη δύναμη των λέξεων

Ποιο είναι το πιο πολύτιμο αγαθό ενός ανθρώπου; Πολλοί υποστηρίζουν ότι δεν είναι τα πλούτη ή οποιοδήποτε άλλο υλικό αγαθό, αλλά η καλή φήμη. Ένα καλό όνομα έχει μεγαλύτερη αξία από οποιοδήποτε χρηματικό ποσό. Μόλις αμαυρωθεί ή χαθεί, δεν μπορεί να αποκατασταθεί τόσο εύκολα όσο ο πλούτος, και χωρίς αυτό σχεδόν κάθε πτυχή της ζωής μας γίνεται πιο δύσκολη. Όταν κάποιος χάσει την τιμή του ή το καλό του όνομα, η σχέση του με την κοινωνία αλλάζει ριζικά.

Έτσι, το άτομο που καταστρέφει το καλό όνομα ενός άλλου αμαυρώνει την πηγή που ποτίζει όλους τους τομείς της ζωής, των επιχειρήσεων και της οικογένειας. Οι λέξεις μπορούν να προκαλέσουν μεγαλύτερη ζημιά από τη σωματική βία, αλλά έχουν επίσης τη δύναμη να εμπνέουν, να ενώνουν, να θεραπεύουν και να αποκαθιστούν.

Η δύναμη των λέξεων – τόσο για το καλό όσο και για το κακό – αποτελεί ένα από τα κεντρικά θέματα της απολαυστικής σαιξπηρικής κωμωδίας «Πολύ κακό για το τίποτα» («Much Ado About Nothing», 1600). Μεταξύ άλλων, το έργο υμνεί τη χαρά της γλωσσικής δεξιότητας και του πνεύματος, τη δύναμή τους να αποκαλύπτουν την αλήθεια και να συμφιλιώνουν τις διαφορές, αλλά και τη δυνατότητα που έχουν να προκαλούν διχασμό, απομόνωση και βαθιές βλάβες στα άτομα και τις μεταξύ τους σχέσεις.

Η πρώτη έκδοση του «Πολύ κακό για το τίποτα» του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ. (Public Domain)

 

Αγάπη και πόλεμος στη Σικελία

Στην αρχή του έργου, βλέπουμε τη σύγκρουση δύο αντίθετων και φαινομενικά ασυμβίβαστων κόσμων. Μια ομάδα στρατιωτικών με επικεφαλής τον πρίγκιπα της Αραγωνίας, Ντον Πέδρο, επιστρέφει θριαμβευτικά από τον πόλεμο και εισέρχεται στην πόλη της Μεσσήνης για μια περίοδο εορτασμών και ανάπαυσης. Τους καλωσορίζουν οι άρχοντες της πόλης, Λεονάτο και Αντόνιο, μαζί με τις κόρες τους, τις όμορφες Ηρώ και Βεατρίκη.

Ένας από τους συντρόφους του Δον Πέδρο, ο νεαρός Κλαούντιο, ερωτεύεται γρήγορα – ίσως και απερίσκεπτα – την Ηρώ, και ζητά τη βοήθεια του πρίγκιπα για να την κερδίσει και να κανονίσει τον γάμο τους. Ένας άλλος από τους συντρόφους του Δον Πέδρο, ο Βενέδικτος, συγκρούεται με την ορμητική και ανεξάρτητη Βεατρίκη και θρηνεί που ο σύντροφός του, ο Κλαούντιο, έχει στραφεί από τις σκέψεις του πολέμου στις σκέψεις των γυναικών.

Οι δύο ριζικά διαφορετικοί κόσμοι που συναντώνται εδώ είναι ο κόσμος του πολέμου και ο κόσμος της οικογενειακής ζωής ή, όπως επισημαίνει η Αν Μπάρτον στην εισαγωγή της στο έργο στο «The Riverside Shakespeare», ο κόσμος της «ανδρικής φιλίας και ο νέος κόσμος του έρωτα». Η ένταση μεταξύ αυτών των δύο κόσμων γεννά μεγάλο μέρος του ενδιαφέροντος του έργου, καθώς και τα διλήμματα των χαρακτήρων.

Ο Βενέδικτος, ένας «επιβεβαιωμένος εργένης», δεν θέλει  να εγκαταλείψει τον ανδρικό κόσμο των τολμηρών κατορθωμάτων στο πεδίο της μάχης και της ανδρικής συντροφικότητας για χάρη της ποίησης, των εορτασμών, των χορών και των ερωτικών σχέσεων που ραγίζουν καρδιές – παρά τα καταπιεσμένα συναισθήματα έλξης που νιώθει για τη Βεατρίκη. Στη Δεύτερη Πράξη, Σκηνή 3, ο Βενέδικτος παραπονιέται που ο Κλαούντιο έχει χάσει τα μυαλά του για την Ηρώ:

«Ξέρω ότι κάποτε η μόνη μουσική που άκουγε ήταν τα τύμπανα και τα πνευστά, ενώ τώρα προτιμά να ακούει ταμπούρλα και αυλό. Τον ήξερα όταν περπατούσε δέκα μίλια με τα πόδια για να δει μια καλή πανοπλία, και τώρα μένει ξύπνιος δέκα νύχτες σκαλίζοντας το σχέδιο ενός νέου γιακά. Συνήθιζε να μιλάει απλά και ευθέως (σαν έντιμος άνθρωπος και στρατιώτης), και τώρα έχει γυρίσει στην ορθογραφία – τα λόγια του είναι σαν φανταστικό συμπόσιο.»

Ο Τζον Γκίλγκουντ ως Βενέδικτος στο «Πολύ κακό για το τίποτα» (1959).  (Public Domain)

 

Όμως ο Κλάουντιο δεν είναι ο μόνος που έχει εγκαταλείψει την ευθύτητα. Ούτε ο Βενέδικτος λέει αυτό που πραγματικά εννοεί, ειδικά όταν πρόκειται για τη Βεατρίκη και την ιδέα του γάμου. Επιμένει ότι δεν θέλει να έχει καμία σχέση με κανένα από τα δύο, αρνούμενος να αναγνωρίσει αυτό που πραγματικά τον συγκινεί. Στην πραγματικότητα, η λεκτική μονομαχία μεταξύ της Βεατρίκης και του Βενέδικτου, γεμάτη προσβολές και χτυπήματα – απολαυστική στο γραπτό κείμενο αλλά και στη σκηνή, όταν αποδίδεται καλά – καλύπτει την αμοιβαία έλξη που υπάρχει μεταξύ τους. Όπως το έθεσε η Μπάρτον:

«Η Βεατρίκη και ο Βενέδικτος χρησιμοποιούν το πνεύμα για να αποστασιοποιηθούν από τα συναισθήματα που αναγνωρίζουν ως δυνητικά επικίνδυνα. Προσκολλώνται στην παρέα του ίδιου φύλου, επειδή εκεί αισθάνονται ασφαλείς, αλλά δεν μπορούν να αντισταθούν στο να ρίχνουν προκλητικές βολές στο έδαφος του εχθρού.»

Σε αυτή την περίπτωση, οι αιχμηρές γλώσσες χρησιμοποιούνται ως βελόνες για να υφάνουν έναν ιστό λέξεων που κρύβει την ευαισθησία των συναισθημάτων, την αυθεντικότητα.

Παρά τη διασκέδαση που προσφέρουν τα ευφυολογήματά τους, παίζουν ένα επικίνδυνο παιχνίδι, ένα παιχνίδι λεκτικών υπεκφυγών που ενέχει τον κίνδυνο να καταλήξει σε πλήρη απομόνωση. Γράφει η Μπάρτον:

«Τόσο η Βεατρίκη όσο και ο Βενέδικτος, παρά την επιφανειακή τους χαρά και την περιφρόνησή τους για τον γάμο, είναι ουσιαστικά μοναχικοί άνθρωποι. Είναι μεγαλύτεροι από τον Κλαούντιο και την Ήρω και κινδυνεύουν να βρεθούν φυλακισμένοι για όλη τους τη ζωή σε μια σειρά από συμπεριφορές και κοινωνικότητες που, αν και πνευματώδεις και διασκεδαστικές, είναι ωστόσο ανασταλτικές και στείρες.»

Τι μας λες!;

Και πάλι, η αλληλεπίδραση μεταξύ του κόσμου του πολέμου και του κόσμου της οικογενειακής ζωής μπαίνει στο παιχνίδι. Ο Βενέδικτος απολαμβάνει τον πρώτο, αλλά αποφεύγει τον δεύτερο, παρά το γεγονός ότι αυτοί οι δύο κόσμοι εξαρτώνται ο ένας από τον άλλο.

Το οικογενειακό σπίτι και η εστία εξαρτώνται από τους πολεμιστές για την προστασία και τη διατήρησή τους, αλλά και ο ανδροκρατούμενος χώρος της μάχης εξαρτάται από το σπίτι και την οικογένεια για να αναπληρώσει τις τάξεις του με μελλοντικούς στρατιώτες. Ο Βενέδικτος δεν έχει ακόμη αποδεχτεί ότι μια συνέπεια του πολέμου είναι η αυξημένη ανάγκη για γονιμότητα ούτε ότι, εξ ορισμού, ο ανδροκρατούμενος κόσμος είναι ψυχολογικά και βιολογικά στείρος.

Σε μεγάλο βαθμό, η Βεατρίκη και ο Βενέδικτος, με τις εκατέρωθεν ειρωνείες τους και προς το γάμο, περισσότερο ξεγελούν τους εαυτούς τους παρά τους άλλους – ένα ακόμη παράδειγμα της δύναμης των λέξεων. Όταν λέμε στον εαυτό μας ένα ψέμα για αρκετό καιρό, αρχίζουμε να το πιστεύουμε. Χρειάζεται η παρέμβαση κάποιων σκανδαλιάρικων αλλά καλοπροαίρετων φίλων για να μπορέσουν η Βεατρίκη και ο Βενέδικτος να καταλάβουν την καρδιά τους.

Τζον Σάτκλιφ, «Η Βεατρίκη κρυφακούει την Ηρώ και την Ούρσουλα», 1904. Ακουαρέλα. Βιβλιοθήκη Φόλτζερ Σαίξπηρ (Thedarklady154/CC BY-SA 4.0)

 

Ο Δον Πέδρο, ο Κλάουντιο, η Ηρώ και η υπηρέτρια της Ηρώ κανονίζουν να ακούσουν κρυφά η Βεατρίκη και ο Βενέδικτος  συνομιλίες όπου μαθαίνουν ότι ο ένας – υποτίθεται – δηλώνει την αγάπη του για τον άλλον. Όταν η Βεατρίκη και ο Βενέδικτος πιστεύουν ότι ο άλλος έχει ήδη «υποκύψει» στην καταπιεσμένη έλξη, ο καθένας τους παραδέχεται γρήγορα τον κρυφό του έρωτα.

Το ενδιαφέρον του Σαίξπηρ για τη φήμη – τι σκέφτονται οι άλλοι για εμάς και τι σκέφτεται ο καθένας για τον εαυτό του – αναδύεται και πάλι σε αυτές τις σκηνές. Ακούγοντας μάλλον κριτικές απόψεις για τον εαυτό τους από άλλους, νιώθουν ταπεινοί και αρχίζουν να αποκτούν αυτογνωσία, η οποία περιλαμβάνει τη γνώση της γνήσιας αγάπης τού ενός για τον άλλον. Εδώ, οι λέξεις χρησιμεύουν ως όργανα της αλήθειας, παρόλο που χρησιμοποιούνται από τους φιλικούς συνωμότες με παραπλανητικό τρόπο.

Δριμεία χρήση της γλώσσας

Ωστόσο, δεν είναι όλες οι συνωμοσίες στο έργο καλοκάγαθες. Ο Σαίξπηρ επιστρατεύει και μια απειλητική συνωμοσία για να τονίσει την καταστροφική πλευρά της γλώσσας που συνδέεται με το ψεύδος και την ανηθικότητα. Ο Ντον Τζον, ο νόθος αδελφός του Ντον Πέδρο, πάσχει από μια παραλυτική μελαγχολία που τον κάνει εχθρό κάθε χαράς και ευτυχίας. Από καθαρή κακία, επινοεί μια ψεύτικη ιστορία για μια υποτιθέμενη ασέλγεια της Ηρώς, η οποία οδηγεί τον Κλαούντιο να την καταγγείλει οργισμένα και να την απορρίψει την ίδια μέρα του γάμου τους. Το σοκ από αυτό, όπως φαίνεται, σκοτώνει την Ηρώ.

Νωρίτερα στο έργο, η ίδια η Ηρώ είχε προφητικά πει, στην Τρίτη Πράξη, Σκηνή 1: «Κανείς δεν ξέρει/ Πόσο μια κακή λέξη μπορεί να δηλητηριάσει την αγάπη» – μια σαφής προειδοποίηση για το πόσο εύκολα μπορούν οι απρόσεκτες λέξεις να επηρεάσουν τη φήμη και την κοινή γνώμη για κάποιον. Προεκτείνοντας την εντύπωση του δηλητηρίου, μετά τον φαινομενικό θάνατο της Ηρώς, ο Σαίξπηρ βάζει τον Αντόνιο να φωνάξει: «Ο Θεός ξέρει ότι αγαπούσα την ανιψιά μου/ Και είναι νεκρή, συκοφαντημένη μέχρι θανάτου από κακοποιούς/ Που τολμούν να απαντήσουν σε έναν άνδρα/ Όπως εγώ τολμώ να πιάσω ένα φίδι από τη γλώσσα». Όπως το δηλητήριο ενός φιδιού, η συκοφαντία έχει καταστρέψει την αγάπη και έχει κλέψει τη ζωή. Ο συνδυασμός της κακίας του Ντον Τζον και της ευπιστίας και της νεανικής απερίσκεπτης κρίσης του Κλαούντιο αποδεικνύεται μοιραίος.

Άλφρεντ Έλμορ, απεικόνιση της σκηνής της συκοφάντησης της Ηρώς στην εκκλησία, από το θεατρικό έργο του Σαίξπηρ «Πολύ κακό για το τίποτα». Λάδι σε καμβά, 1846. (Public Domain)

 

Ή σχεδόν μοιραίος, αφού το έργο είναι μία κωμωδία, όχι τραγωδία. Η Ηρώ δεν είναι πραγματικά νεκρή, αλλά ένας σοφός γέροντας μοναχός συμβουλεύει να κρατηθεί μυστικό αυτό το γεγονός, ώστε να δοθεί η ευκαιρία στον Κλαούντιο να μετανοήσει για τη σκληρότητά του. Η μετάνοια του Κλαούντιο είναι, και πάλι, γλωσσική: πηγαίνει στον υποτιθέμενο τάφο της Ηρώς και θρηνεί δημόσια για αυτήν, τραγουδώντας ένα τραγούδι προς τιμήν της και αποθέτοντας ένα επίγραμμα στον τάφο της.

Το επιτάφιο συνοψίζει εύστοχα τη διερεύνηση της γλώσσας στο έργο και τη σχέση της με τον θάνατο και την αθανασία:

«Σκοτώθηκε από συκοφαντικές γλώσσες / η ηρωίδα που εδώ κείτεται. / Ο θάνατος, ως ανταμοιβή για τα αδικήματά της / Της δίνει φήμη που δεν πεθαίνει ποτέ. / Έτσι, η ζωή που πέθανε με ντροπή / Ζει στον θάνατο με ένδοξη φήμη.»

Μετά την τελετουργική μετάνοια του Κλαούντιο, αρχίζει η αποκατάσταση, που συμβολίζεται από την έλευση της αυγής, την οποία χαιρετίζει ο Δον Πέδρο: «Καλημέρα, κύριοι, σβήστε τις δάδες σας / Οι λύκοι έφαγαν το θήραμά τους, και κοιτάξτε, η ήρεμη μέρα/ Πριν από τους τροχούς του Φοίβου, γύρω-γύρω/ Στίγματα γκρι χρωματίζουν τη νυσταγμένη ανατολή».

Εν τω μεταξύ, η Βεατρίκη, πεπεισμένη για την αθωότητα της Ηρώς, είναι τόσο εξοργισμένη με τον Κλαούντιο που ζητά από τον Βενέδικτο – ο οποίος έχει ομολογήσει την αγάπη του – να σκοτώσει τον Κλαούντιο για εκδίκηση. Ο Βενέδικτος συμφωνεί απρόθυμα, δείχνοντας, όπως επισημαίνει ο Μπάρτον, την αλλαγή που τον έχει μεταμορφώσει. Η φιλία τώρα περνά σε δεύτερη μοίρα μπροστά στην αγάπη του για τη Βεατρίκη.

Ευτυχώς, η αλήθεια αποκαλύπτεται πριν από μια αιματηρή σύγκρουση μεταξύ του Βενέδικτου και του Κλαούντιο. Η αθωότητα της Ηρώς αποδεικνύεται και, λίγο μετά, επιστρέφει, ζωντανή και υγιής, στον έκπληκτο και τιμωρημένο Κλαούντιο. Όπως λέει ο Λεονάτο: «Πέθανε, κύριέ μου, αλλά η συκοφάντησή της ζούσε» – μια υπενθύμιση της ασυμβατότητας της αθωότητας και του ψεύδους.

Ο Χένρυ Ίρβινγκ και η Έλλεν Τέρρυ ως Βενέδικτος και Βεατρίκη στο «Πολύ κακό για το τίποτα», 1870. Χρωμολιθογραφία. (Public Domain)

 

Σε αυτό το έργο, ο Σαίξπηρ, μέγας μαιτρ των λέξεων, δραματοποιεί τη δύναμη της γλώσσας, συμπεριλαμβανομένου του τρόπου με τον οποίο δομεί την κατανόησή μας για τον εαυτό μας και τους άλλους, είτε καλή είτε άσχημη. Οι πιο σκοτεινές και παραπλανητικές χρήσεις της γλώσσας – που της δίνουν ακόμη και τη δύναμη να σκοτώνει, κυριολεκτικά – αντιπαραβάλλονται με τη δύναμή της να θεραπεύει, να ανασταίνει και να αποκαθιστά, όταν χρησιμοποιείται για την αλήθεια. Μέσα από αυτή τη δραματοποίηση, ο Σαίξπηρ μάς συμβουλεύει να ζυγίζουμε προσεκτικά τα λόγια μας και να τα ευθυγραμμίζουμε με την πραγματικότητα.

«Εκλογή IV»: Η μυστηριώδης προφητεία του Βιργιλίου

Ο Ρωμαίος ποιητής Βιργίλιος (70–19 π.Χ.), γνωστός κυρίως για το έπος «Αινειάδα», έγραψε και μια σειρά ποιημάτων με ποιμενικό περιεχόμενο, τις επονομαζόμενες «Εκλογές» (ή «Βουκολικές»).

Αυτά αναφέρονται κυρίως σε μια ειδυλλιακή αγροτική ζωή σε λαμπερά χωράφια, λιβάδια γεμάτα με λουλούδια και ελικοειδείς περιβόλους, παρουσιάζοντας κυρίως βοσκούς που συνομιλούν και τραγουδούν στην ύπαιθρο, με περιστασιακές αναφορές στις κατασχέσεις γης που γίνονταν εκείνη την εποχή και τις πολιτικές διαμάχες και αναταραχές.

Από τη συλλογή ξεχωρίζει η «Εκλογή IV», της οποίας οι στίχοι φαίνεται να αναφέρονται σε κάτι πιο μεγάλο από την εγκόσμια θεματολογία των υπόλοιπων ποιημάτων.

«Εκλογή IV»

Η «Εκλογή IV» γοητεύει και μπερδεύει τους μελετητές για αιώνες, προκαλώντας μια διαμάχη που περιλαμβάνει πολύ διαφορετικές ερμηνείες. Είναι γραμμένη σαν γρίφος ή προφητεία, και οι κριτικοί και οι μελετητές αδυνατούν να καταλήξουν σε κάποιο ομόφωνο συμπέρασμα όσον αφορά το ακριβές νόημα της.

ZoomInImage
«Εκλογή IV: Η κούνια σου ζωντανεύει». 1876, Σκίτσο του Σάμιουελ Πάλμερ, 1876. (CC BY 2.5)

 

Ήδη από την αρχή, το ποίημα έχει διαφορετικό τόνο από τα προηγούμενα της σειράς: «Μούσες της Σικελίας, ας τραγουδήσουμε ένα κάπως πιο ευγενές τραγούδι. Δεν είναι όλοι που χαίρονται με τους κήπους και τα ταπεινά θαμνάκια. Αν το τραγούδι σας είναι για το δάσος, ας είναι το δάσος άξιο ενός υπάτου».

Ο ποιητής προαναγγέλλει την αυγή μιας νέας εποχής:

«Τώρα έφτασε η τελευταία εποχή των τραγουδιών της Κύμης. Η μεγάλη σειρά των αιώνων ξεκινά απ’ την αρχή. Τώρα επιστρέφει η Παρθένος, επιστρέφει η βασιλεία του Κρόνου. Τώρα μια νέα γενιά κατεβαίνει από τον ουρανό».

Αυτή η νέα εποχή συνδέεται με τη γέννηση ενός παιδιού: «Μόνο χαμογέλασε, εσύ αγνή Λουκίνα, στη γέννηση του παιδιού, που θα σημάνει το τέλος της σιδερένιας γενιάς και μια χρυσή φυλή θα αναδυθεί σε όλο τον κόσμο». Λουκίνα είναι το επίθετο που δίνεται στις θεές Ήρα ή Άρτεμη ως προστάτιδες του τοκετού. Η λατινική λέξη «Lux», από την οποία προέρχεται η λέξη Λουκίνα [Lucina], σημαίνει «φως» και σε αυτό το πλαίσιο αναφέρεται στη γέννηση ενός νέου παιδιού.

Ο Βιργίλιος παρουσιάζει το παιδί, ένα αγοράκι, ως σωτήρα και κυβερνήτη του κόσμου. «Θα έχει το δώρο της θεϊκής ζωής, θα δει ήρωες να αναμειγνύονται με θεούς, και θα τον δουν και αυτοί, και θα κυβερνήσει τον κόσμο στον οποίο η ανδρεία του πατέρα του έφερε την ειρήνη».

Αφού προφητεύει την κυριαρχία του παιδιού πάνω στη γη, ο Βιργίλιος αναπτύσσει διάφορους όμορφους και μυστηριώδεις στίχους, χρησιμοποιώντας φυσικές εικόνες για να απεικονίσει τον κόσμο που ανοίγει την αγκαλιά του για να καλωσορίσει τον νεαρό ηγεμόνα. Ο ποιητής προφητεύει ότι η γη θα ανθίσει με χαρούμενη βλάστηση, και οι στίχοι γλιστρούν απαλά από τη μια εικόνα της αφθονίας στην άλλη: κισσός, δακτυλίτιδα, αιγυπτιακή φασολιά, αγριοκράταιγος, χαμογελαστά λουλούδια και κατσίκες με γεμάτα μαστάρια.

Παραδοσιακά σύμβολα

Ο κισσός περιβάλλεται από μια πλούσια συμβολική παράδοση: έχει συνδεθεί με τη γονιμότητα, τους περιβόλους, τη θρησκευτική έκσταση, τον θεό Διόνυσο και το θέατρο. Ίσως το πιο σημαντικό για το ποίημα αυτό είναι ότι ο αειθαλής κισσός δημιουργεί μια συμβολική σύνδεση με την αθανασία και την πίστη. Δεδομένου ότι το ποίημα υπονοεί ότι η βασιλεία του μικρού αγοριού θα είναι ατελείωτη, ο Βιργίλιος πιθανότατα έχει εδώ στο μυαλό του την αθανασία του κισσού.

Στη ρωμαϊκή μυθολογία, η θεά Φλόρα άγγιξε την Ήρα (Τζούνο, στα λατινικά) με το φυτό δακτυλίτιδα για να γονιμοποιήσει μέσα της τον θεό Άρη χωρίς τη συμμετοχή πατέρα. Όπως θα δούμε παρακάτω, αυτό είναι σημαντικό για τις χριστιανικές ερμηνείες του ποιήματος του Βιργιλίου, οι οποίες βλέπουν σε αυτό μια πιθανή αναφορά στην παρθενογένεση του Ιησού Χριστού.

“Juno and Flora” 1702, Bon Boullogne. Palace of Versailles, Paris. (Public Domain)
Μπον Μπουλόν [Bon Boullogne], «Ήρα και Φλόρα», 1702. Παλάτι των Βερσαλλιών, Παρίσι. (Public Domain)

 

Οι επόμενοι στίχοι μιλούν για αγελάδες που δεν φοβούνται πλέον τα λιοντάρια και για την καταστροφή ενός φιδιού. Η είσοδος του νεαρού ήρωα στην ενηλικίωση συμπίπτει με περαιτέρω γήινη γονιμότητα: χωράφια με καλαμπόκι, βάτα καλυμμένα με τσαμπιά λαμπερών σταφυλιών και βελανιδιές που απελευθερώνουν ένα γλυκό υγρό.

Η βασιλεία του ήρωα θα είναι τόσο ειρηνική και ευημερούσα που, μετά την επανάληψη του Τρωικού Πολέμου, ένα είδος μακαριότητας θα απλωθεί στον κόσμο, όπου το εμπόριο, η γεωργία και παρόμοιες τέχνες δεν θα είναι πλέον απαραίτητες. «Δεν θα διδάσκονται πλέον τα πρόβατα να παίρνουν διάφορα χρώματα, αλλά τα πρόβατα στα λιβάδια θα αλλάζουν μόνα τους το τρίχωμά τους, άλλοτε σε ένα γλυκό πορφυρό χρώμα, άλλοτε σε ένα κροκί, και τα αρνιά που βόσκουν θα ντύνονται με κόκκινο χρώμα κατά βούληση».

Ο Βιργίλιος βλέπει τη δόξα της νέας εποχής να διαχέεται, να εγκαθίσταται και να εισέρχεται σε όλα τα πράγματα, μέχρι τα άκρα της γης και του ουρανού: «Δείτε πώς ο κόσμος με τον τεράστιο θόλο του υποκλίνεται – η γη και η έκταση της θάλασσας και τα βάθη τ’ ουρανού!»

Στην ευφορία του, ο ποιητής υψώνεται σε ένα κύμα θάρρους για να προκαλέσει τους ίδιους τους θεούς σε ποιητικό διαγωνισμό, διακηρύσσοντας ότι αν ζήσει για να δει την αυγή αυτής της νέας ημέρας, οι καλλιτεχνικές του δυνάμεις θα φθάσουν σε τέτοια ύψη που ούτε ο ίδιος ο θεός Πάνας δεν θα μπορεί να τον ανταγωνιστεί. Ο ποιητής ολοκληρώνει το ποίημα επιστρέφοντας στην εικόνα του ήρωα που έρχεται ως βρέφος: «Άρχισε, αγοράκι μου, να αναγνωρίζεις τη μητέρα σου με ένα χαμόγελο: δέκα μήνες έφεραν στη μητέρα σου μεγάλο μόχθο. Άρχισε, αγοράκι μου!»

Ερμηνείες

Είναι σαφές ότι με αυτή την Εκλογή έχουμε προχωρήσει πέρα από το παίξιμο της λύρας και του αυλού των βοσκών σε μια μεγάλη προφητεία που αφορά ολόκληρο τον κόσμο. Έχουν προταθεί διάφορες ερμηνείες του ποιήματος, μεταξύ των οποίων ότι ο Βιργίλιος εξυμνούσε τη δική του ποίηση ή ότι έγραφε για τον γιο ενός φίλου του, τον Κ. Ασίνιους Πόλλιο, στον οποίο απευθύνεται αρχικά το ποίημα, ή ότι προφήτευε τη μεγαλοσύνη των απογόνων του Μάρκου Αντώνιου.

Ωστόσο, καμία από αυτές τις υποθέσεις δεν ταιριάζει με τον τόνο του ποιήματος. Μιλάει για ένα συγκεκριμένο άτομο, η βασιλεία του οποίου θα αλλάξει την όψη ολόκληρου του κόσμου – αν και θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι την εποχή που γράφτηκε το ποίημα, το παιδί του Αντώνιου αναμενόταν να κάνει κάτι τέτοιο.

Δεδομένης της ευφορικής και μεγαλοπρεπούς φύσης της γλώσσας και του περιεχομένου του ποιήματος, δύο άλλες ερμηνείες φαίνονται πιο ορθές: Η πρώτη υποστηρίζει ότι ο ηγεμόνας του κόσμου στον οποίο αναφέρεται το ποίημα είναι ο Οκταβιανός – ο Καίσαρας Αύγουστος – και ότι με αυτό το ποίημα ο Βιργίλιος ακολουθούσε τη μακρά παράδοση που ήθελε τους ποιητές να υμνούν τους προστάτες τους.

Η εκδοχή του Καίσαρα Αυγούστου, ιδρυτή της Ρψμαϊκής Αυτοκρατορίας

Την εποχή που ο Βιργίλιος έγραφε, η Ρώμη μεταμορφωνόταν από δημοκρατία σε αυτοκρατορία, μέσω των περίφημων εμφυλίων πολέμων στους οποίους συμμετείχαν ο Ιούλιος Καίσαρας, ο Μέγας Πομπήιος, ο Μάρκος Κράσσος, ο Μάρκος Αντώνιος, ο Μάρκος Λέπιδος και ο Οκταβιανός. Ο Ιούλιος Καίσαρας είχε ορίσει τον ανιψιό και υιοθετημένο γιο του, Οκταβιανό, ως διάδοχό του. Μετά τη δολοφονία του Καίσαρα και αφού επιβλήθηκαν επί των δολοφόνων, ο Οκταβιανός, ο Μάρκος Αντώνιος και ο Μάρκος Λέπιδος στράφηκαν ο ένας εναντίον του άλλου. Όταν επικράτησε ο πρώτος, έγινε Καίσαρας Αύγουστος και ιδρυτής της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, και εγκαινίασε μια περίοδο ειρήνης και σταθερότητας που η Ρώμη (και όλος ο γνωστός κόσμος εκείνης της εποχής) δεν είχε γνωρίσει εδώ και πολύ καιρό.

ZoomInImage
Προτομή του νεαρού Οκταβιανού, που χρονολογείται περίπου στο 30 π.Χ. Μουσεία του Καπιτωλίου, Ρώμη. (Public Domain)

 

Ο Βιργίλιος γνώριζε προσωπικά τον Αύγουστο. Μάλιστα, το αριστούργημά του, η «Αινειάδα», ήταν παραγγελία εκείνου. Ο Βιργίλιος διάβαζε ο ίδιος την «Αινειάδα» στον Αύγουστο και την οικογένειά του. Επομένως, δεν είναι παράλογο να φανταστούμε ότι ο Βιργίλιος έβλεπε στον Αύγουστο μια μορφή σωτήρα που έφερε επιτέλους μια περίοδο ειρήνης, σταθερότητας και ευημερίας στον ρωμαϊκό κόσμο.

Δεν είναι παράλογο να φανταστεί κανείς ότι θα ήθελε να γράψει κάτι για να υμνήσει τον ισχυρό προστάτη του, όπως είχε κάνει και σε ορισμένα αποσπάσματα της «Αινειάδας». Σε αυτή την ερμηνεία, το βρέφος που μεγαλώνει και κυβερνά τον κόσμο είναι ο ίδιος ο Αύγουστος, του οποίου η επικράτεια περιελάμβανε, στην πραγματικότητα, το μεγαλύτερο μέρος του γνωστού κόσμου εκείνη την εποχή.

Η αδυναμία αυτής της ερμηνείας είναι το ότι ο Βιργίλιος έγραψε το ποίημα το 40 π.Χ., πριν δηλαδή γίνει ο Οκταβιανός Αύγουστος και ηγεμόνας του κόσμου. Φυσικά, υπάρχει και η πιθανότητα ο Βιργίλιος να προέβλεψε την πορεία των πολιτικών γεγονότων ή να είχε προφητικές δυνάμεις.

Η χριστιανική εκδοχή

Η δεύτερη ερμηνεία, η οποία προέρχεται από τους πρώτους χριστιανούς συγγραφείς, όπως ο Άγιος Αυγουστίνος, υποστηρίζει ότι ο Βιργίλιος ήταν ένας «πρωτοχριστιανός» ο οποίος προσέφερε μια μεσσιανική προφητεία για τον Χριστό την παραμονή της έλευσης του. Σύμφωνα με αυτή την εκδοχή, ο Βιργίλιος είχε, με κάποιο τρόπο, μια προφητική εικόνα της επερχόμενης λύτρωσης του κόσμου και της έναρξης της χριστιανικής εποχής στη ζωή, τον θάνατο και την ανάσταση του Ιησού Χριστού.

Ο Δάντης κάνει τον Βιργίλιο κεντρική φιγούρα στο χριστιανικό ποίημά του, «Η Θεία Κωμωδία», εν μέρει λόγω αυτής της μεσαιωνικής πεποίθησης σχετικά με την προχριστιανική ποίηση του Βιργιλίου. Η Εκλογή θεωρήθηκε ως παγανιστικό αντίστοιχο των προφητειών του Ησαΐα και άλλων προφητών της Παλαιάς Διαθήκης. Αυτή η ερμηνεία υποστηρίζεται από τα εντυπωσιακά χριστιανικά θέματα και τις εικόνες που διατρέχουν το ποίημα. Μια ατελής λίστα περιλαμβάνει την αναφορά σε μια παρθένα, την έλευση ενός ήρωα που είναι θεός/συνδεδεμένος με τους θεούς, την άφεση των αμαρτιών και της ενοχής του κόσμου, τη δακτυλίτιδα και τη μυθολογία που συνδέεται με αυτήν, την καταστροφή του φιδιού (παραδοσιακό σύμβολο του διαβόλου), τα αρνιά τα καλυμμένα με κόκκινο χρώμα (που μοιάζουν με τον Χριστό, τον Αμνό του Θεού) και την τεράστια έκταση και διάρκεια του βασιλείου αυτού του αγοριού.

ZoomInImage
Ουίλλιαμ Στρατ [William Strutt], εικονογράφηση του ψαλμού 11:6, 7 του Ησαΐα, 1896. Το απόσπασμα περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο ο Χριστός θα οδηγήσει τα ζώα, τόσο τα άγρια όσο και τα ήμερα. (Public Domain)

 

Ωστόσο, οι περισσότεροι σύγχρονοι μελετητές υποστηρίζουν ότι όλα αυτά τα στοιχεία μπορούν να ερμηνευθούν χωρίς να καταφύγουμε σε χριστιανικές ιδέες.

Ό,τι και αν είχε ακριβώς στο μυαλό του ο Βιργίλιος, το ποίημα διαθέτει μια αδιαμφισβήτητη δύναμη που αιχμαλωτίζει το μυαλό και τη φαντασία, έτσι ώστε, κατά την ανάγνωσή του, γνωρίζουμε ότι έχουμε περάσει κάποιο κατώφλι προς το άγνωστο. Βρισκόμαστε μπροστά σε μεγάλα μυστήρια, σε μια απόκοσμη ατμόσφαιρα που δημιουργείται με τη δύναμη της ποίησης του Βιργιλίου.

Παραμύθια, απαραίτητα όσο και το πρώτο γάλα

Oρισμένα παραμύθια έχουν μια πολύ μακρά ιστορία, παραμένοντας ζωντανά και άφθαρτα διαμέσου των αιώνων ως ένα βασικό μέρος της ανατροφής ενός παιδιού. Ακόμα και σήμερα, τα περισσότερα παιδιά είναι εξοικειωμένα με τη Σταχτοπούτα, τον Κοντορεβυθούλη και τους μύθους του Αισώπου. Παρόλο που οι ιστορίες εξελίσσονται με τον χρόνο και ανάλογα με τις εκάστοτε κοινωνικές συνθήκες, η βασική δομή και η γοητεία τους διατηρούνται. Είναι σαφές ότι τα παραμύθια έχουν μια παράξενη δύναμη που συνεχίζει να πυροδοτεί τη φαντασία των παιδιών – και πολλών ενηλίκων.

Υπάρχουν και οι φωνές που υποστηρίζουν ότι τα παραμύθια είναι ξεπερασμένα και πρέπει να παραμεριστούν, ωστόσο οι περισσότεροι τείνουν να τα υπερασπίζονται, βλέποντας έναν μεγάλο και αναντικατάστατο πλούτο σε αυτά. Σε αυτούς συγκαταλέγονται οι συγγραφείς Κ.Σ. Λιούις, Τζ.Ρ.Ρ. Τόλκιν και Γκ.Κ. Τσέστερτον.

Ηθική και καλοσύνη

Τα παραμύθια αγγίζουν την καρδιά και τη φαντασία των παιδιών, ενώ τους διδάσκουν μαθήματα για το καλό και το κακό. (Biba Kayewich)

 

Τα παραμύθια θίγουν ηθικά ζητήματα με τρόπο που αγγίζει τόσο την καρδιά και τη φαντασία των παιδιών όσο και το μυαλό τους. Η Σταχτοπούτα μάς δείχνει την ανταμοιβή της ταπεινότητας και της υπομονής. Η Πεντάμορφη και το Τέρας μάς δείχνει ότι, μερικές φορές, το να αγαπάς κάποιον ακόμα κι αν δεν φαίνεται αξιαγάπητος μπορεί να αποκαλύψει την ομορφιά που κρύβεται μέσα του. Πολλά άλλα παραμύθια διδάσκουν τη σημασία της ειλικρίνειας, της γρήγορης σκέψης, του θάρρους, κ.ο.κ, μιλώντας παράλληλα και για τον πόνο που συνοδεύει το κακό. Τα διδάγματα εκφράζονται μέσω ζωντανών εικόνων που μένουν στο μυαλό και την καρδιά του παιδιού πολύ αφότου κλείσει το βιβλίο.

Η δύναμη των παραμυθιών έγκειται στο ότι αποστάζουν την πραγματικότητα σε σαφώς αναγνωρίσιμες εικόνες του καλού, του κακού, της ομορφιάς, της ασχήμιας, της αλήθειας, του ψεύδους, της ευγένειας, της κακίας. Συμπυκνωμένες σε απτές εικόνες και σύμβολα, οι έννοιες αποκτούν ισχυρή δύναμη και μεταδίδουν την ουσία των πραγμάτων πιο καθαρά από πολλούς άλλους τύπους ιστοριών. Έτσι τα παιδιά αποκτούν μια βαθιά κατανόηση του ηθικού σύμπαντος.

Ο δράκος του μύθου δίνει ένα πρόσωπο – και άκρα και νύχια και ουρά – στο κακό, βοηθώντας τα παιδιά να αντιληφθούν τη φύση του κακού με έναν τρόπο που μπορούν να καταλάβουν: είναι εγωιστικό, καταστροφικό, αδηφάγο και σκληρό. Φυσικά, υπάρχουν και οι εικόνες του καλού: οι ήρωες, οι όμορφες κοιλάδες, τα κάστρα και άλλες εικόνες ομορφιάς, καλοσύνης και πολιτισμού που αντιπαραβάλλονται ξεκάθαρα με το κακό.

Θέτοντας τις βάσεις

Ένας από τους πιο σημαντικούς λόγους για τους οποίους τα παιδιά πρέπει να διαβάζουν παραμύθια είναι ότι τους παρέχουν κρίσιμη εκπαίδευση για τη ζωή, διδάσκοντας στα παιδιά ότι τα εμπόδια και το κακό μπορούν να ξεπεραστούν με την καλοσύνη.

Ο Κ.Σ. Λιούις εξήγησε ότι τα παιδιά πρέπει να διαβάζουν παραμύθια για να αρχίσουν να κατανοούν πώς να αντιμετωπίζουν και να νικούν τα κακά που θα συναντήσουν στη ζωή τους: «Επειδή είναι πολύ πιθανό [τα παιδιά] να συναντήσουν σκληρούς εχθρούς, ας έχουν τουλάχιστον ακούσει για γενναίους ιππότες και ηρωικό θάρρος», υποστήριζε ο συγγραφέας.

Αυτό το λέει ως απάντηση σε όσους πιστεύουν ότι τα παραμύθια τρομάζουν άσκοπα τα παιδιά. Ο Λιούις επισημαίνει ότι πρέπει τα παιδιά να μυηθούν στην έννοια του κακού (που έτσι κι αλλιώς θα συναντήσουν έτσι ή αλλιώς) με τρόπο κατάλληλο για την ηλικία τους μέσω των παραμυθιών και, παράλληλα, να μάθουν για τις δυνάμεις του καλού που μπορούν να νικήσουν το κακό.

Αυτή η βαθιά πίστη στην πιθανότητα της τελικής νίκης του καλού δεν είναι απλώς ‘ωραία’. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι από τις πιο σημαντικές πεποιθήσεις που μπορούν να δοθούν σε ένα παιδί, επειδή είναι από τις πιο ζωτικές βεβαιότητες για τους ενήλικες, καθώς προχωρούν μέσα στο σκοτεινό δάσος αυτού του κόσμου (για να χρησιμοποιήσουμε μια παραμυθένια εικόνα). Αυτή τη πεποίθηση μπορεί να εδραιωθεί εντός του παιδιού μέσω της έμμεσης εμπειρίας που προσφέρει η ιστορία.

Ο Γ.K. Τσέστερτον επίσης αναφέρθηκε στο ίδιο θέμα, σημειώνοντας ότι τα παιδιά από μικρή ηλικία έχουν κάποια αντίληψη για δράκους και τέρατα, που δημιουργείται από τη δική τους φαντασία. Και για αυτόν τον λόγο ειδικά, χρειάζονται παραμύθια. Στο βιβλίο «Τεράστιες μικροπράξεις», ο Τσέστερτον γράφει: «Τα παραμύθια, λοιπόν, δεν ευθύνονται για τη δημιουργία φόβου στα παιδιά ή οποιασδήποτε μορφής φόβου. […] Το μωρό γνωρίζει τον δράκο από τότε που απέκτησε φαντασία. Αυτό που του προσφέρει το παραμύθι είναι ένας Άγιος Γεώργιος για να σκοτώσει τον δράκο». Τα παραμύθια γίνονται ένα μέσο για να ξεπεραστεί ο φόβος και να αναπτυχθεί το θάρρος και η ελπίδα – κάτι που κάθε παιδί χρειάζεται στη ζωή του. Ο Τσέστερτον συνεχίζει: «Αυτό ακριβώς κάνει το παραμύθι: το συνηθίζει [μέσα από] μια σειρά από σαφείς εικόνες στην ιδέα ότι αυτοί οι φαινομενικά απεριόριστοι τρόμοι έχουν ένα όριο, ότι αυτοί οι άμορφοι εχθροί συναντούν αντίσταση από τους ιππότες του Θεού, ότι υπάρχει κάτι στο σύμπαν πιο μυστικιστικό από το σκοτάδι και πιο δυνατό από τον τρόμο».

Καλλιεργώντας το αίσθημα του θαυμασμού

Τέλος, τα παραμύθια καλλιεργούν ένα πνεύμα θαυμασμού στα παιδιά, μεταφέροντας την ιδέα ότι και αυτός ο κόσμος έχει τη μαγεία του. Τα «συνηθισμένα» πράγματα μπορούν να αποκτήσουν μια νέα λάμψη μυστηρίου και ομορφιάς για ένα παιδί που διαβάζει παραμύθια. Σκεφτείτε αυτά τα λόγια του μεγάλου συγγραφέα φαντασίας Τζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν στο δοκίμιό του «On Fairy Stories» (Σχετικά με τα παραμύθια):

«Στην πραγματικότητα, τα παραμύθια ασχολούνται σε μεγάλο βαθμό, ή (τα καλύτερα) κυρίως, με απλά, θεμελιώδη πράγματα, που δεν έχουν επηρεαστεί από τη φαντασία, τα  οποία γίνονται ακόμα πιο λαμπερά χάρη στο περιβάλλον τους. […] Ήταν στα παραμύθια που για πρώτη φορά διέκρινα τη δύναμη των λέξεων και το θαύμα των πραγμάτων, όπως η πέτρα, το ξύλο και ο σίδηρος, τα δέντρα και το γρασίδι, τα σπίτια και η φωτιά, το ψωμί και το κρασί».

Ο Τσέστερτον επίσης υιοθέτησε αυτή την ιδέα, σχολιάζοντας στο βιβλίο του «Ορθοδοξία»: «Τα παραμύθια λένε ότι τα μήλα ήταν χρυσά μόνο για να αναζωογονήσουν τη ξεχασμένη στιγμή που ανακαλύψαμε ότι ήταν πράσινα. Κάνουν τα ποτάμια να ρέουν με κρασί μόνο για να μας θυμίσουν, για μια τρελή στιγμή, ότι ρέουν με νερό». Το παιδί που έχει εκπαιδευτεί μέσω των παραμυθιών να βλέπει τον κόσμο με θαυμασμό θα δει περισσότερα και θα αγαπήσει περισσότερα από το παιδί που δεν έχει διαβάσει αυτές τις ιστορίες. Αυτή η διέγερση του θαυμασμού είναι πιο σημαντική από ό,τι μπορεί να ακούγεται, όχι μόνο για τη διαμόρφωση της ευγνωμοσύνης και της χαράς, αλλά και για την οικοδόμηση του ίδιου του πολιτισμού. Όπως έχω γράψει και πριν, ο θαυμασμός αποτελεί τη βάση κάθε σοφίας και φιλοσοφίας.

Το παιδί που έχει διαμορφωθεί από τα παραμύθια και έχει μυηθεί στο θαύμα, θα μεγαλώσει με μια άφατη λαχτάρα για όμορφα λιβάδια και δέντρα που λάμπουν από δροσιά, για καταρράκτες πιο διαυγείς από τον αέρα, για κάστρα με πολλούς πύργους, που υψώνονται σαν σπαθιά, δείχνοντας προς τον ουρανό. Το γεγονός ότι αυτή η λαχτάρα για μια παραμυθένια χώρα πρέπει, όπως και άλλα ενδιαφέροντα της παιδικής ηλικίας, να ωριμάσει και να αναπτυχθεί με την πάροδο του χρόνου, δεν την καθιστά λιγότερο σημαντική. Η ακριβής μορφή και το σχήμα που θα πάρει αυτή η λαχτάρα στην ενήλικη ζωή, ξεπερνά το πεδίο αυτού του άρθρου, αλλά θα πω απλά ότι το άτομο με μια τέτοια λαχτάρα διαθέτει ένα είδος εσωτερικής πυξίδας, που θα του είναι χρήσιμη στη ζωή. Θα νιώθει «hiraeth» – μια παλιά ουαλική λέξη που αναφέρεται στη λαχτάρα για μια πατρίδα – νοσταλγία.

Θα κλείσω επιστρέφοντας στον Κ. Σ. Λιούις, ο οποίος, στο «The Weight of Glory» (Το βάρος της δόξας), εκφράζει αυτό το είδος της μυστηριώδους νοσταλγίας που προσπαθώ να περιγράψω, νοσταλγίας που προκαλούν τα καλά παραμύθια: «Αυτά τα πράγματα – η ομορφιά, η μνήμη του δικού μας παρελθόντος – είναι καλές εικόνες αυτού που πραγματικά επιθυμούμε. […] Γιατί δεν είναι το ίδιο το πράγμα· είναι μόνο το άρωμα ενός λουλουδιού που δεν έχουμε βρει, η ηχώ μιας μελωδίας που δεν έχουμε ακούσει, νέα από μια χώρα που δεν έχουμε επισκεφτεί ποτέ». Η περιπλανητική διάθεση και η νοσταλγία που μας εμπνέουν τα παραμύθια μάς βοηθούν να συνεχίσουμε να αναζητούμε τα καλύτερα και τα πιο όμορφα πράγματα που έχει να προσφέρει ο κόσμος.

Οι γονείς ως αρχιτέκτονες του μέλλοντος

«Το χέρι που κουνάει την κούνια είναι το χέρι που κυβερνά τον κόσμο», έγραψε ο ποιητής Ουίλλιαμ Ρος Ουάλλας. Όσο γνωστό και αν είναι αυτό το παλιό ρητό, περιέχει μια αλήθεια που συχνά παραβλέπεται, και σπάνια λαμβάνουμε υπ’ όψιν την υποτιμημένη δύναμη που έχουν στα χέρια τους οι μητέρες και οι πατέρες.

Οι γονείς είναι οι αρχιτέκτονες του μέλλοντος. Διαμορφώνοντας τους πολίτες και τους ηγέτες του αύριο, ασκούν μεγαλύτερη επιρροή στο μέλλον από οποιονδήποτε άλλο.

Η δύναμη των γονέων

Φανταστείτε να έχετε την ευκαιρία επί δεκαοκτώ χρόνια να εκπαιδεύσετε, καταρτίσετε και καθοδηγήσετε τον μελλοντικό πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι οι γονείς του μελλοντικού προέδρου έχουν ένα σκανδαλωδώς υψηλό επίπεδο επιρροής. Ωστόσο, αυτό ακριβώς έκαναν ο Φρεντ και η Μαίρη Τραμπ, η Αν Ντάναμ,  ο Τζορτζ και η Μπάρμπαρα Μπους. Η κατάσταση ολόκληρης της χώρας σήμερα συνδέεται άμεσα με ό,τι συνέβη σε αυτά τα τρία νοικοκυριά όπου μεγάλωσαν οι τρεις τελευταίοι πρόεδροι. Φυσικά, κάθε άτομο – συμπεριλαμβανομένων των προέδρων – διαθέτει ελεύθερη βούληση και τελικά φέρει την ευθύνη για τις πράξεις του, αλλά κανείς δεν θα αρνηθεί ότι η οικογενειακή ζωή μάς διαμορφώνει και επηρεάζει τα πρότυπα συμπεριφοράς, καθώς και τον τρόπο σκέψης και δράσης μας περισσότερο από οτιδήποτε άλλο στη ζωή μας.

Επέλεξα ένα ακραίο παράδειγμα για να δείξω τη σημασία του ρόλου των γονέων. Οι περισσότεροι από εμάς δεν μεγαλώνουμε προέδρους. Ωστόσο, η επίδραση των γονέων στον κόσμο είναι ευρεία και εκτεταμένη, και ο αντίκτυπός της διαρκεί για αιώνες, ακόμα και αν οι γιοι ή οι κόρες τους δεν γίνουν μελλοντικοί πολιτικοί. Οι γιατροί, οι μελετητές, οι επιστήμονες, οι καλλιτέχνες – όλοι οι αυριανοί πολίτες – μεγαλώνουν υπό τη φροντίδα των γονέων του σήμερα. Ορισμένοι θεωρούν τα ανώτερα στελέχη πιο σημαντικά και με μεγαλύτερη επιρροή από μια μαμά ή έναν μπαμπά. Όμως είναι οι μητέρες και οι πατέρες αυτοί που καθορίζουν τι είδους άνθρωποι θα καταλάβουν τις θέσεις εξουσίας στα ανώτερα διοικητικά συμβούλια σε όλο τον κόσμο σε λίγα μόλις χρόνια. Με αυτή την έννοια, το σπίτι είναι η κοιτίδα του πολιτισμού.

Η λογική συνέπεια αυτών των σκέψεων είναι η εξής: οι γονείς — περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο — μπορούν ουσιαστικά να αναδιαμορφώσουν και να ανανεώσουν τον πολιτισμό, δημιουργώντας σκόπιμα μια υγιή, ζωογόνο, πολιτιστικά βιώσιμη και αξιακά υποστηρικτική οικογενειακή ζωή. Το σπίτι είναι η πρώτη κοινωνία, ένας μικρόκοσμος της ευρύτερης κοινωνίας. Αυτή η μικρή κοινωνία — η οποία, με τον καιρό, θα τροφοδοτήσει και θα επηρεάσει την μακροκοινωνία προς το καλύτερο ή προς το χειρότερο — βρίσκεται υπό τον πλήρη έλεγχο των μητέρων και των πατέρων. Υπό αυτό το πρίσμα, οι γονείς θα έπρεπε να επιδιώκουν να δημιουργούν στα σπίτια τους το είδος της κουλτούρας που θέλουν να υπάρχει στην ευρύτερη κοινωνία.

Πολύ συχνά, νιώθουμε αδύναμοι όταν αντιμετωπίζουμε την πραγματικότητα του κακού. Είναι δελεαστικό να γκρινιάζουμε και να παραπονιόμαστε, να κλαίμε και να κουνάμε τα χέρια μας για τις καταστροφικές επικεφαλίδες. Αντ’ αυτού, ας αναλάβουμε την ευθύνη. Δεν είμαστε τόσο αδύναμοι όσο φανταζόμαστε: ο αγώνας κατά του κακού ξεκινά από το σπίτι, με το οικογενειακό περιβάλλον που δημιουργούμε, τα κακά που εξορκίζουμε από αυτόν τον ιερό χώρο, και την καλή συμπεριφορά που περιμένουμε από τα παιδιά και από τους εαυτούς μας. Αν μπορέσουμε να ξαναχτίσουμε τις οικογένειες, μπορούμε να ξαναχτίσουμε την κοινωνία.

Φυσικά, αυτός ο δρόμος προς την αναμόρφωση της κοινωνίας δεν είναι τόσο απλός όσο ακούγεται. Είναι πιο εύκολο να επικρίνουμε τους πολιτικούς και να δημοσιεύουμε αγανακτισμένα σχόλια στο διαδίκτυο παρά να βάζουμε τάξη στο δικό μας σπίτι. Οι σύγχρονοι γονείς μπορούν εύκολα να νιώσουν σαν πολιορκημένοι μονάρχες, εγκλωβισμένοι σε ένα κάστρο από δυνάμεις που σαμποτάρουν το σημαντικό έργο τους και βάλλουν κατά του κάστρου: οικονομικές πιέσεις, σύγκρουση με τον/τη σύζυγο, τηλεοπτικό και διαδικτυακό περιεχόμενο που διαβρώνει την ηθική, αρνητικές επιρροές από τους συνομηλίκους και ατελείωτες οικιακές εργασίες και διαχείριση του σπιτιού. Και μετά υπάρχουν τα μεγαλύτερα εμπόδια: τα δικά μας συναισθήματα, τα ελαττώματα και οι αδυναμίες μας.

Το να χτίσουμε ένα καλό μέλλον για τα παιδιά μας και την κοινότητά μας δεν είναι εύκολη υπόθεση. Η οικογενειακή ζωή απαιτεί θυσίες και θάρρος.

Ο πολιτισμός ξεκινά από το σπίτι

Πώς χτίζουμε μια θετική οικογενειακή κουλτούρα; Το βασικότερο είναι να αντιμετωπίζουν οι γονείς τα σπίτια τους ως σπίτια, κάτι περισσότερο δηλαδή από ένα σταθμό μεταξύ της δουλειάς, των αγορών, του σχολείου και της προπόνησης. Το σπίτι είναι ο τόπος μας, ο πυρήνας, ένα καταφύγιο.

Όπως έγραψε ο Γκ. Κ. Τσέστερτον, «τα πιο δραματικά πράγματα συμβαίνουν στο σπίτι, από τη γέννηση μέχρι τον θάνατο».

Αυτή την ιδέα του σπιτιού πρέπει να ανακτήσουμε. Τα σπίτια αξίζουν ένα ορισμένο επίπεδο σεβασμού και μια σκόπιμη προσπάθεια να γίνουν ζεστά, φιλόξενα μέρη όπου η οικογένεια θέλει να συγκεντρώνεται. Δεν μπορείς να χτίσεις μια κουλτούρα χωρίς ένα σπίτι όπου οι άνθρωποι περνούν σημαντικό μέρος του χρόνου τους μαζί.

Το οικογενειακό γεύμα είναι ένας εξαιρετικός τρόπος για να χτίσεις μια οικογενειακή κουλτούρα. Αυτό το οικογενειακό τελετουργικό προσφέρει στην οικογένεια όχι μόνο καλή, σπιτική διατροφή, αλλά και πνευματική, συναισθηματική και διανοητική τροφή. Η συζήτηση χτίζει και διατηρεί τις σχέσεις, διευρύνει τη σκέψη και εκπαιδεύει. Όλα ξεκινούν από το οικογενειακό τραπέζι – κατά προτίμηση με τα τηλέφωνα στην άκρη ή σε σίγαση.

Πέρα από το ιερό οικογενειακό γεύμα, οι γονείς μπορούν να σκεφτούν και άλλες οικογενειακές δραστηριότητες που δημιουργούν γέφυρες επικοινωνίας, τους συνδέουν με τα παιδιά τους, διαμορφώνουν τον χαρακτήρα και μπορούν να πραγματοποιηθούν στο σπίτι. Αφήστε το τηλεχειριστήριο της τηλεόρασης στην άκρη και κάντε κάτι μαζί. Οι επιλογές είναι ατελείωτες: βιβλία, παιχνίδια, μουσική, μαγείρεμα, οικιακές εργασίες, κήπος, ζώα. Η συνεργασία για την παραγωγή κάτι χρήσιμου προσφέρει μια μοναδική ευκαιρία για τη δημιουργία οικογενειακών δεσμών και την ανάπτυξη της οικογενειακής κουλτούρας, επειδή η κουλτούρα, με την πραγματική έννοια της λέξης (culture < culivate = καλλιεργώ), είναι πάντα παραγωγική και πάντα καρποφόρα.

Για ορισμένους, μια μικρή οικογενειακή επιχείρηση μπορεί να δώσει στην οικογένεια έναν κοινό στόχο και ένα μέσο για να μετατρέψει το σπίτι – έστω και λίγο – από ένα μέρος κατανάλωσης σε ένα μέρος παραγωγής.

Οι γονείς είναι επίσης υπεύθυνοι και για τη διαμόρφωση της σχέσης των παιδιών τους με το θείο και την ανώτερη ηθική τάξη πραγμάτων. Από εκείνους εξαρτάται να εμφυσήσουν στα νέα μέλη την αγάπη για το καλό και τη σημασία της καθημερινής προσευχής που τρέφει αυτή τη σχέση και δυναμώνει την εσωτερική φλόγα ώστε να υψωθεί και να αγαπήσει και τα πνευματικά ζητήματα. Αυτή είναι άλλωστε και η σχέση που θα τα βοηθήσει αργότερα να ανταπεξέλθουν σε όλες τις δοκιμασίες της ζωής.

Η δημιουργικότητα, οι αξίες και η διαίσθηση των γονιών θα τους βοηθήσουν να επιλέξουν τον καλύτερο τρόπο για να δημιουργήσουν μια όμορφη οικογενειακή ατμόσφαιρα στο σπίτι τους, μέσω της οποίας θα μπορέσουν να μεταδώσουν τις αξίες και τις αρχές τους στη νέα γενιά. Το ουσιαστικό είναι να το θεωρήσουν όντως σημαντικό και στη συνέχεια να κάνουν το πρώτο βήμα.