Σάββατο, 30 Αυγ, 2025

Η ζωή του Λέοντα Τολστόι

Ο Μάθιου Άρνολντ είπε κάποτε ότι ένα μυθιστόρημα του Τολστόι δεν είναι έργο τέχνης, αλλά κομμάτι της ζωής. Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς μεγαλύτερο έπαινο από αυτόν για έναν μυθιστοριογράφο, του οποίου το δύσκολο έργο είναι να αποστάξει την ανθρώπινη εμπειρία στις σελίδες ενός βιβλίου.

Πολλοί αναγνώστες και κριτικοί συμφωνούν με τον Άρνολντ και θεωρούν ότι ο έπαινος είναι δικαιολογημένος. Πράγματι, πολλοί θεωρούν ότι ο Τολστόι είναι ο μεγαλύτερος μυθιστοριογράφος όλων των εποχών. Το «Πόλεμος και Ειρήνη» συχνά ανακηρύσσεται το μεγαλύτερο μυθιστόρημα που γράφτηκε ποτέ.

Αναζητώντας τις ρίζες της επιτυχίας των έργων του στη ζωή του, ανακαλύπτουμε μια ιστορία απώλειας, ανατροπών και βαθιάς πνευματικότητας. Οι εμπειρίες του από τον πόλεμο, τον έρωτα, την κακία και την αρετή, μαζί με την οξεία παρατήρηση των άλλων, του επέτρεψαν να γράψει έργα που διεισδύουν στον πυρήνα της ανθρώπινης φύσης και της ανθρώπινης ζωής με τρόπο που έχει παγκόσμια απήχηση.

A close-up of the portrait of Leo Tolstoy, 1882, by Nikolai Ge. (Public Domain)
Προσωπογραφία του Τολστόι από τον Νικολάι Γκε, 1882. (Public Domain)

 

Απώλειες και απολαύσεις

Ο Τολστόι γεννήθηκε το 1828 στο κτήμα της οικογένειάς του στην επαρχία Τούλα της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Οι γονείς του πέθαναν όταν το αγόρι ήταν 10 ετών. Οι ατυχίες του όμως δεν τελείωσαν εκεί: Η γιαγιά του πέθανε 11 μήνες μετά τον πατέρα του και η θεία του, Αλεξάνδρα, απεβίωσε λίγο μετά τη γιαγιά του.

Ο Τολστόι και τα τέσσερα αδέλφια του κατέληξαν τελικά σε μια άλλη θεία, στη δυτική Ρωσία. Παρά τις απανωτές απώλειες, ο Τολστόι πέρασε μια ευτυχισμένη παιδική ηλικία, την ανάμνηση της οποίας εκτιμούσε τόσο πολύ, ώστε το πρώτο του δημοσιευμένο έργο, η «Παιδική ηλικία», είναι μια μυθιστορηματική περιγραφή αυτών των χρυσών χρόνων.

Ο Τολστόι μορφώθηκε στο σπίτι του από Γερμανούς και Γάλλους δασκάλους, μέχρι που γράφτηκε σε ένα πρόγραμμα ανατολικών γλωσσών στο Πανεπιστήμιο του Καζάν, το 1843. Ωστόσο, ο νεαρός Τολστόι δεν ήταν βυθίστηκε στις σπουδές του – αντίθετα, διαιώνισε τη φοιτητική παράδοση ανά τον κόσμο και τους αιώνες, περνώντας τον χρόνο του σε απολαύσεις.

Έζησε έτσι για τέσσερα χρόνια, πίνοντας, τζογάροντας και κάνοντας γυναικείες σχέσεις. Οι βαθμοί του ήταν τόσο κακοί που αναγκάστηκε να μετεγγραφεί σε ένα ευκολότερο πρόγραμμα, το οποίο όμως και πάλι δεν κατάφερε να ολοκληρώσει. Έφυγε από το πανεπιστήμιο το 1847, χωρίς πτυχίο.

Kazan University, seen here in a depiction from 1832. (Public Domain)
Το Πανεπιστήμιο του Καζάν, σε απεικόνιση του 1832. (Public Domain)

 

Μέχρι τότε, ο Τολστόι είχε αποκτήσει μια προτίμηση για τη λογοτεχνία και τη φιλοσοφία, απολαμβάνοντας τα έργα του Λώρενς Στερν, του Καρόλου Ντίκενς και του Ζαν-Ζακ Ρουσσώ. Επέστρεψε στη Γιασνάγια Πολιάνα, το οικογενειακό κτήμα, προσδοκώντας να μορφωθεί και να αφιερωθεί στη διαχείριση του κτήματος. Ωστόσο, οι ακολασίες του συνεχίζονταν, παρά τις αποφάσεις του να τις σταματήσει. Τα ταξίδια του στη Μόσχα και την Αγία Πετρούπολη ανέστειλαν τα σχέδιά του να διαχειριστεί το κτήμα και να βοηθήσει τους δουλοπάροικους.

Περίπου εκείνη την εποχή, άρχισε να κρατά λεπτομερές ημερολόγιο της καθημερινής του ζωής. Αυτό αποδείχθηκε ο σπόρος της μετέπειτα λογοτεχνικής του ιδιοφυΐας. Μεταξύ άλλων, το ημερολόγιο περιελάμβανε περίπλοκα σύνολα κανόνων για την κοινωνική και ηθική ζωή – πολλούς από τους οποίους αποτύγχανε και ο ίδιος να τηρήσει. Τους ξαναέγραφε και πάλι δεν τους ακολουθούσε, με αποτέλεσμα να απογοητεύεται και να μέμφεται τον εαυτό του. Ο Τολστόι κρατούσε το ημερολόγιο σχολαστικά καθ’ όλη τη διάρκεια του μεγαλύτερου μέρους της ζωής του, έτσι μάς παρέχει σημαντικές και εις βάθος πληροφορίες για την καριέρα και την προσωπική του ζωή.

Το 1851, κατατάχθηκε στο στρατό, παρακινούμενος από τον μεγαλύτερο αδελφό του, Νικολάι, αλλά και από τα χρέη του στον τζόγο. Αυτό τοποθέτησε τον Τολστόι κατευθείαν στον Κριμαϊκό Πόλεμο του 1853 έως το 1856. Υπηρέτησε ως αξιωματικός πυροβολικού κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της Σεβαστούπολης από το 1854 έως το 1855. Αν και επέδειξε θάρρος και ικανότητα ως αξιωματικός, απεχθανόταν τη βία και το αίμα της μάχης και εγκατέλειψε το στρατό αμέσως μόλις τελείωσε ο πόλεμος.

Lev Nikolayevich Tolstoy in 1848, at 20 years old. (Pavel Biryukov) <span style="color: #ff0000;"> </span>
Ο Λεβ Νικολάγεβιτς Τολστόι το 1848, σε ηλικία 20 ετών. (Pavel Biryukov)

 

Ωστόσο, η εμπειρία του του παρείχε τροφή για περαιτέρω λογοτεχνικά έργα. Κατάφερε να γράψει τη συνέχεια της «Παιδικής ηλικίας», ενώ απέφευγε τις σφαίρες και τις εκρήξεις του πολέμου. Έγραψε επίσης τις «Ιστορίες της Σεβαστούπολης», έναν στοχασμό πάνω στη φύση του πολέμου, όπου πειραματίστηκε γράφοντας με «ροή συνείδησης». Οι «Ιστορίες της Σεβαστούπολης» περιλαμβάνουν μια από τις πιο διάσημες ρήσεις του Τολστόι : «Ο ήρωας του παραμυθιού μου, τον οποίο αγαπώ με όλη τη δύναμη της ψυχής μου, τον οποίο προσπάθησα να απεικονίσω σε όλη του την ομορφιά, ο οποίος ήταν, είναι και θα είναι όμορφος, είναι η Αλήθεια».

Τα έργα αυτά είχαν ήδη αποκτήσει κάποια φήμη όταν ο Τολστόι επέστρεψε στη Ρωσία, μετά τον πόλεμο. Αν και μπήκε στη λογοτεχνική σκηνή της Αγίας Πετρούπολης, σύντομα την απαρνήθηκε – αρνούμενος να ενταχθεί σε οποιοδήποτε δημοφιλές διανοητικό στρατόπεδο της εποχής – υπέρ της σκηνής του τζόγου στο Παρίσι. Αφού σπατάλησε όλα του τα χρήματα εκεί, αναγκάστηκε να επιστρέψει στη Ρωσία, όπου δημοσίευσε το τρίτο μέρος της αυτοβιογραφικής τριλογίας του το 1857.

Οικογένεια και ιδεολογία

Στα 30 του πλέον, ο Τολστόι έστρεψε το βλέμμα του στο γάμο, αφού ο θάνατος ενός από τα αδέλφια του τον έκανε να επανεξετάσει την κατεύθυνση της ζωής του. Ωστόσο, φοβόταν ότι ήταν πολύ γέρος και άσχημος για να τον θέλει κάποια γυναίκα. Παρ’ όλα αυτά, έκανε πρόταση γάμου στη Σοφία Αντρέγιεβνα Μπερς, τη μικρότερη κόρη ενός γιατρού της αυλής. Εκείνη ήταν μόλις 18 ετών και εκείνος 34. Εκείνη όμως είπε το ‘ναι’ και παντρεύτηκαν το 1862. Απέκτησαν 13 παιδιά μαζί.

"Sophia Tolstaya, Leo Tolstoy's wife, and their daughter Alexandra Tolstaya," 1886, by Nikolai Ge. Oil on canvas. Leo Tolstoy Memorial Estate, Russia. (Public Domain)
Νικολάι Γκε, «Η Σοφία Τολστάγια, σύζυγος του Λέοντα Τολστόι, και η κόρη τους Αλεξάνδρα Τολστάγια», 1886. Λάδι σε καμβά. Κτήμα Λέοντος Τολστόι, Ρωσία. (Public Domain)

 

Στην αρχή, ο γάμος τους ήταν γεμάτος χαρά και πάθος, αν και η Σόνια αποδοκίμαζε το άγριο παρελθόν του συζύγου της. Ήταν μία αφοσιωμένη σύζυγος και μητέρα, που αντέγραψε ακόμη και τον ογκώδη τόμο του συζύγου της «Πόλεμος και Ειρήνη» επτά φορές για να τον βοηθήσει στο έργο του.

Αλλά με την πάροδο του χρόνου, έκαναν την εμφάνισή τους ορισμένες εντάσεις μεταξύ τους, ιδίως όταν ο Τολστόι άρχισε να αναπτύσσει αντισυμβατικές θρησκευτικές πεποιθήσεις. Μεταξύ αυτών, και η πεποίθησή του ότι πρέπει να χαρίσει όλα τα χρήματά του. Η σύζυγός του αντιτάχθηκε σθεναρά στην ιδέα αυτή. Ερχόμενος σε έναν συμβιβασμό, ο Τολστόι τής μεταβίβασε τα δικαιώματα μεγάλου μέρους του λογοτεχνικού του έργου. Τα επόμενα χρόνια του γάμου τους ήταν όλο και πιο δυστυχισμένα.

Τα σπουδαιότερα έργα του

Στις αρχές της δεκαετίας του 1860, ο Τολστόι εισήλθε στην περίοδο των μεγαλύτερων λογοτεχνικών επιτευγμάτων του. Μέσα σε δώδεκα χρόνια, έγραψε δύο από τα καλύτερα μυθιστορήματα του κόσμου, το «Πόλεμος και Ειρήνη» και την «Άννα Καρένινα», τους δύο πυλώνες της διαχρονικής κληρονομιάς του.

Το «Πόλεμος και Ειρήνη» περιλαμβάνει ιστορικές περιγραφές των Ναπολεόντειων Πολέμων, δοκίμια για τους νόμους της ιστορίας και ιστορίες με εξαιρετικά ρεαλιστικούς χαρακτήρες. Η «Άννα Καρένινα» αφηγείται τις τραγικές συνέπειες που βιώνει μια γυναίκα που εγκαταλείπει τον άντρα της για να ζήσει τον έρωτα στην αγκαλιά κάποιου άλλου. Και τα δύο έργα έχουν τις ρίζες τους στην κατανόηση ότι η ποιότητα και το νόημα της ζωής μας εξαρτώνται από τη φύση των καθημερινών μας δραστηριοτήτων.

The central conflict in "Anna Karenina" is Anna's extramarital affair with a dashing soldier. (Public Domain)
Το δράμα στην «Άννα Καρένινα» προκύπτει από τον έρωτα της Άννας με έναν όμορφο, νεότερό της στρατιωτικό, και την επικράτηση του συναισθήματος επί του καθήκοντος. (Public Domain)

 

Μετά την ολοκλήρωση της «Άννας Καρένινα», ο Τολστόι βίωσε μια πνευματική κρίση που χαρακτηριζόταν από υπαρξιακή απελπισία, την οποία κατέγραψε στο έργο του «Η εξομολόγησή μου» το 1884. Στα βάθη αυτής της κρίσης, ο θάνατος έμοιαζε να καθιστά τα πάντα χωρίς νόημα. Όμως ο Τολστόι βρήκε παρηγοριά στην απλή πίστη των απλών ανθρώπων και στράφηκε επιτέλους προς τη θρησκεία για να απαλύνει την απελπισία του. Αρχικά, εξερεύνησε τη ρωσική ορθόδοξη εκκλησία, στην οποία είχε γεννηθεί, αλλά γρήγορα απογοητεύτηκε από αυτήν. Στην πραγματικότητα, έφτασε να απορρίψει εξ ολοκλήρου την οργανωμένη θρησκεία, πιστεύοντας ότι όλες οι εκκλησίες ήταν διεφθαρμένες.

Αντ’ αυτού, ανέπτυξε μια προσωπική, ετερόδοξη μορφή χριστιανισμού, η οποία οδήγησε στον αφορισμό του από την ορθόδοξη εκκλησία το 1901. Μαζί με τις ανορθόδοξες δογματικές πεποιθήσεις του, δημιούργησε ένα σύνολο ηθικών αρχών, μία από τις πιο αξιοσημείωτες από τις οποίες ήταν η αυστηρή διδαχή της μη βίας. Ο Τολστόι προσέλκυσε οπαδούς ως θρησκευτικός ηγέτης. Ο ειρηνισμός του αποδείχθηκε ιδιαίτερα επιδραστικός στον Γκάντι. Συνδύασε την ιδέα του για τον χριστιανισμό με αυστηρά ηθικά ιδεώδη, όπως η αποχή από κάθε κυβερνητική δραστηριότητα, η άρνηση υποσχέσεων και η πλήρης σεξουαλική αποχή. Ωστόσο, τα υψηλά του πρότυπα ήταν απρόσιτα ακόμα και για τον ίδιο.

Ο Τολστόι συνέχισε να γράφει μέχρι τα βαθιά του γεράματα. Ένα από τα πιο αξιοσημείωτα όψιμα έργα του είναι «Ο θάνατος του Ιβάν Ίλιτς», μια νουβέλα που απεικονίζει με ρεαλισμό την ψυχολογική αναταραχή ενός ανθρώπου που πλησιάζει στο θάνατο και που συνειδητοποιεί ότι η ζωή του έχει πάει χαμένη.

Τα μεταγενέστερα μυθιστορήματα του Τολστόι περιλαμβάνουν ηθικές ιστορίες ή μύθους που απευθύνονταν σε ένα ευρύτερο φάσμα αναγνωστών. Πολλές από αυτές είναι αρκετά βαθυστόχαστες. Ο Τζέημς Τζόυς μάλιστα εξήρε μία από αυτές τις ιστορίες, το «Πόση γη χρειάζεται ένας άνθρωπος», ως «τη μεγαλύτερη ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας».

Στην προσπάθειά του να ξεφύγει προσωρινά από τον κακό του γάμο και τη δυσκολία του να τηρήσει τις αρχές του, ο Τολστόι έκανε ένα ταξίδι το 1910 με την κόρη του Αλεξάνδρα και τον γιατρό του. Ήλπιζε να αποφύγει την αδιάκοπη προσοχή του Τύπου ταξιδεύοντας ινκόγκνιτο, αλλά αυτό δεν επετεύχθη στον βαθμό που το ήθελε. Τελικά, εξαντλημένος από τα ταξίδια, ο Τολστόι σταμάτησε στο Αστάποβο της Ρωσίας, στο σπίτι ενός σταθμάρχη. Εκεί πέθανε από πνευμονία και καρδιακή ανεπάρκεια στις 20 Νοεμβρίου 1910. Κηδεύτηκε στο οικογενειακό του κτήμα.

The grave of Leo Tolstoy is well tended in this 2015 photograph. (<a href="https://commons.wikimedia.org/wiki/User:Velbes">Velbes</a>/<a href="https://creativecommons.org/licenses/by-sa/4.0/deed.en">CC BY-SA 4.0</a>)
Ο τάφος του Λέοντα Τολστόι, 2015. (Velbes/CCBY-SA 4.0)

 

Η ικανότητά του να περιγράφει την ψυχική ζωή των χαρακτήρων με αξιοσημείωτη λεπτομέρεια και ρεαλισμό ήταν απαράμιλλη. Τα έργα που άφησε πίσω του για την ανθρωπότητα συγκαταλέγονται μεταξύ των κορυφαίων λογοτεχνικών μνημείων. Η εσωτερική του ανησυχία τον βοήθησε να μετατρέψει τη ζωή του από μια ζωή ηδονιστικής αναζήτησης σε εκείνη ενός βαθιά πνευματικού ανθρώπου με πίστη στην αυτοσυγκράτηση και ευαισθησία στην ανάγκη της ανθρωπότητας για το υπερβατικό.

Η σιωπή αποκαθιστά το μυαλό και την ψυχή

Ντινγκ! Άλλο ένα γραπτό μήνυμα. Ντριιιν! Μια εισερχόμενη τηλεφωνική κλήση. Μουσική από το ραδιόφωνο. Ο βρυχηθμός ενός αεροσκάφους που περνάει από πάνω μας. Ένα αυτοκίνητο που κορνάρει. Ανησυχητικές ειδήσεις από την τηλεόραση…

Ο κόσμος μας είναι γεμάτος θόρυβο – γρήγορο, κατακερματισμένο, σπασμένο, διακοπτόμενο. Δεχόμαστε επίθεση από ήχους όλες τις ώρες της ημέρας, από τη στιγμή που ξυπνάμε με το τσιριχτό κουδούνισμα του ξυπνητηριού μέχρι που μας παίρνει ο ύπνος με το μουρμουρητό και το τρεμόπαιγμα της τηλεόρασης. Αυτή η αέναη φασαρία καθιστά δύσκολη τη διατήρηση της εσωτερικής μας ηρεμίας.

Ωστόσο, από τους αρχαίους Κινέζους φιλοσόφους και τους μοναχούς του Μεσαίωνα μέχρι τους καθηγητές του ΜΙΤ, πολλοί έχουν κηρύξει τη δύναμη και την αξία της σιωπής.

Οι επιστημονικές μελέτες υποστηρίζουν τις συμβουλές των σοφών: οι έρευνες δείχνουν ότι η σιωπή ωφελεί την υγεία, ρίχνοντας την αρτηριακή πίεση, βελτιώνοντας τη συγκέντρωση, ελαττώνοντας την κορτιζόλη, και ευνοώντας την ανάπτυξη του εγκεφάλου.

«Το πλήθος των λέξεων είναι κουραστικό / σε αντίθεση με το να παραμένεις επικεντρωμένος», έγραφε ο Λάο Τσε στο «Τάο Τε Τσινγκ», γύρω στα 400 π.Χ.

Η σιωπή φέρνει ισορροπία, γαλήνη. Οι χείμαρροι λόγου, ήχων και σκέψεων προκαλούν ανισορροπία και διαταραχή που μόνο η ησυχία και η ηρεμία μπορούν να διορθώσουν.

Στην ψηφιακή εποχή μας, έχουμε ακόμα μεγαλύτερη ανάγκη από τη σιωπή για να επαναπροσδιοριστούμε. Σε ένα άρθρο για το περιοδικό « Plough », η Στέφανι Μπέννετ επεσήμανε ότι η αύξηση των πληροφοριών που φέρνει η εποχή των μεγάλων δεδομένων επιβαρύνει την ικανότητα επεξεργασίας του εγκεφάλου μας. Αυτό μπορεί να είναι ένας παράγοντας για την αύξηση των επιπέδων άγχους και στρες σήμερα.

Η ζωή μέσα από τα μάτια της σιωπής

Πολύ πριν από την εφεύρεση των μηχανών, μοναχοί όπως ο Άγιος Βενέδικτος της Νουρσίας, γνώριζαν ότι ο πολύς θόρυβος ενοχλεί την ψυχή. Η σιωπή τονίζεται σε όλον τον «Κανόνα» του Αγίου Βενέδικτου, όπου σημειώνει: «Οι μοναχοί πρέπει να καλλιεργούν επιμελώς τη σιωπή ανά πάσα στιγμή, αλλά ιδιαίτερα τη νύχτα». Και: «Ας ακολουθήσουμε τη συμβουλή του Προφήτη: «Είπα: ‘Αποφάσισα να προσέχω τους τρόπους μου, ώστε να μην αμαρτάνω ποτέ με τη γλώσσα μου. Έχω βάλει φρουρά στο στόμα μου. Σιώπησα και ταπεινώθηκα’».

Η πρώτη λέξη του «Κανόνα» του Αγίου Βενέδικτου είναι «Ακούστε» – δηλαδή, να είστε ήσυχοι, ακίνητοι και δεκτικοί σε ό,τι σας προσφέρουν οι άλλοι, ο κόσμος και ο Θεός. Η σιωπή και η προσοχή επιτρέπουν στη δημιουργία να ξεδιπλώσει την ομορφιάς και το μυστήριό της.

Ακόμα και σήμερα, πολλοί άνθρωποι της βενεδικτινής παράδοσης πιστοποιούν ότι η σιωπή τους βοηθάει να έχουν μία βέλτιστη εμπειρία του κόσμου. Συντονίζεται κανείς περισσότερο με τους ρυθμούς της ζωής, του κόσμου και της ίδιας της ύπαρξης. Η Τζόντι Μπλάζεκ Γκερ, η οποία ζει σε μοναστήρι Βενεδικτίνων χωρίς να έχει πάρει τον μοναστικό όρκο, γράφει στο ιστολόγιό της: «Στη σιωπή, μπορούμε να μεταμορφωθούμε. Γινόμαστε πιο προσεκτικοί. Παρατηρούμε τις λεπτομέρειες γύρω μας και παρατηρούμε τι συμβαίνει μέσα μας.»

Η Γκερ θυμάται μια επίσκεψη της σε ένα μοναστήρι στο οποίο ακόμη και στα γεύματα επικρατούσε σιωπή. Περιέγραψε τα εκπληκτικά αποτελέσματα αυτής της πρακτικής: «Καθίσαμε σιωπηλά, γεγονός που όξυνε τις αισθήσεις μου. Η ησυχία και η ακινησία με βοήθησαν να αντιληφθώ πιο πλέρια το χρώμα και τις γεύσεις των συνηθισμένων τροφίμων: μαρούλι, ντομάτες, ψωμί, ζυμαρικά, βούτυρο, γάλα. Ήταν σκέτη έκσταση να κοιτάζω, να αγγίζω και να γεύομαι – να αλληλεπιδρώ με το φαγητό μου. Αυτό το συναίσθημα – η ευαισθησία στα φυσικά, απτά πράγματα – παρέμεινε και όταν παρακολουθούσα τα ψάρια να κολυμπούν στη λίμνη, τις ακρίδες να πηδούν από τον ένα σταθμό του σταυρού στον άλλο, ένα κερί να τρεμοπαίζει. Όλα τα πράγματα έμοιαζαν να έχουν δημιουργηθεί για μένα. Κάθε κίνηση, χρώμα, γεύση και αίσθηση φαινόταν ξεχωριστή, ενώ λίγες ημέρες πριν ήταν συνηθισμένη.»

Μια επιστημονική προοπτική

Η Γκερ δεν είναι η μόνη που παρατηρεί τις συνέπειες της σιωπής. Η Μπέννετ περιγράφει τις αντιδράσεις ορισμένων μαθητών της, όταν τους ανατέθηκε αποχή από τα ηλεκτρονικά μέσα (για 24 ώρες) στην τάξη της. Πολλοί από αυτούς ανέφεραν αισθήματα φόβου και κατάθλιψης, αναδεικνύοντας αόρατες αλυσίδες ψυχολογικής εξάρτησης που τους συνέδεαν με τα τηλέφωνά τους.

Αλλά κάποιοι μαθητές άντεξαν το αρχικό ‘σκοτάδι’, όταν το μπλε φως χάθηκε για λίγο από τη ζωή τους. Σύμφωνα με την Μπέννετ, «κάποιοι είπαν ότι είχαν στιγμές μεγάλης διαύγειας και συνειδητότητας, άλλοι βρήκαν μία σχεδόν εκστατική δημιουργικότητα… Δεν είναι ασυνήθιστο για τους μαθητές να νιώθουν την ανάγκη να προσευχηθούν.»

Η πνευματική διαύγεια που υλοποιείται μέσω της σιωπής και της μοναξιάς έχει μελετηθεί από την καθηγήτρια του ΜΙΤ Σέρρυ Τέρκλ, η οποία πιστεύει ότι η σιωπή αποτελεί ουσιαστικό μέρος της αυτογνωσίας. Με τη σειρά της, η αυτογνωσία ανοίγει το δρόμο για βαθύτερες συνδέσεις και σχέσεις με τους άλλους. Στο βιβλίο της «Διεκδικώντας ξανά τη συνομιλία: Η δύναμη της ομιλίας σε μια ψηφιακή εποχή», η Τέρκλ γράφει: «Χωρίς τη μοναξιά δεν μπορούμε να οικοδομήσουμε μια σταθερή αίσθηση του εαυτού μας. Ωστόσο, τα παιδιά που μεγαλώνουν την ψηφιακή εποχή έχουν πάντα κάποιο εξωτερικό ερέθισμα.»

Θεωρεί λυπηρό το πώς η συνεχής παρουσία των ψηφιακών μέσων τείνει να γεμίζει οποιεσδήποτε φυσικές περιόδους σιωπής στα σπίτια των περισσότερων ανθρώπων. Ωστόσο, η σιωπή είναι  χρυσός — εν προκειμένω, μια χρυσή ευκαιρία για βαθύτερη σύνδεση και διάδραση μεταξύ των μελών της οικογένειας. Το αποτέλεσμα είναι οι γονείς και τα παιδιά να μην κάνουν συζητήσεις ή να μην μοιράζονται τη σιωπή που δίνει στον καθένα τον χρόνο να ανασύρει από μέσα του μια αστεία ιστορία ή κάτι που τον προβληματίζει.»

Οι προβληματισμοί της Μπέννετ απηχούν τη σκέψη της Τερκλ: «Μέσω [της σιωπής], καταλαβαίνουμε καλύτερα τις σκέψεις και τα κίνητρά μας. Βρίσκουμε τους εαυτούς μας να σχετίζονται πιο συνεκτικά με τον κόσμο μας και τους άλλους. Μπορούμε να αποκτήσουμε μια ισχυρότερη αντίληψη τού τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος. […] Ο αδιάκοπος εσωτερικός θόρυβος αντικαθιστά τον χώρο περισυλλογής που χρειάζεται κανείς για να σκεφτεί, να αναλογιστεί, να αναρωτηθεί και να προσευχηθεί.»

Ίσως, όμως, ο αδιάκοπος θόρυβος στην κοινωνία μας να πηγάζει από την επιθυμία μας να ξεφύγουμε από αυτά ακριβώς τα πράγματα: τον στοχασμό, τα ερωτήματα, την προσευχή. Τέτοιες δραστηριότητες φαίνονται αθώες, όμως έχουν τα πιο θαυμαστά αποτελέσματα. Με τον στοχασμό, με το να θέτουμε τα μεγάλα ερωτήματα, επιτελούμε κάποια από τα πιο δύσκολα – και πιο ουσιώδη – ανθρώπινα καθήκοντά μας: Παλεύουμε με τον εαυτό μας, τους φόβους μας, τις αδυναμίες μας, τη θνητότητά μας και το μυστήριο του σύμπαντος.

Η σιωπή είναι τρομακτική, γιατί μας φέρνει αντιμέτωπους με τον εαυτό μας, αλλά και με ζητήματα πολύ μεγαλύτερα από τον εαυτό μας.

Αλλά μόνο αντιμετωπίζοντας τους φόβους μας μπορούμε να αναπτυχθούμε. Μπορούν τα προβλήματα να λυθούν αν το βάζουμε στα πόδια; Μπορούν να αλλάξουν αν πνίγουμε τη φωνή τους στο θόρυβο;

Μερικές φορές, το να περιβάλλουμε τον εαυτό μας με θόρυβο – ηχητικό, οπτικό, ψηφιακό, συναισθηματικό κ.ο.κ. – μπορεί να μας προσφέρει την ψευδαίσθηση της ανακούφισης και της ασφάλειας. Αλλά η ανησυχία παραμένει.

Όπως είπε και ο φιλόσοφος Μπλεζ Πασκάλ : «Όλα τα προβλήματα της ανθρωπότητας προέρχονται από την αδυναμία του ανθρώπου να καθίσει ήσυχα σε ένα δωμάτιο μόνος του.»

 

Τα εκπληκτικά οφέλη του περπατήματος

Ένα αρχαίο δίκτυο μονοπατιών προσκυνητών διατρέχει την Ευρώπη. Συναντιούνται στον τάφο του Αγίου Ιακώβου στη βορειοδυτική Ισπανία, σαν φλέβες που οδηγούν σε μια καρδιά. Αυτοί οι δρόμοι είναι γνωστοί ως Καμίνο ντε Σαντιάγο ή Δρόμος του Αγίου Ιακώβου. Εκατοντάδες χιλιάδες προσκυνητές περπατούν αυτές τις διαδρομές κάθε χρόνο, βαδίζοντας στα χνάρια των οδοιπόρων του παρελθόντος.

Η παράδοση των προσκυνημάτων ξεκίνησε τον ένατο αιώνα. Από τότε, τα μονοπάτια έχουν γνωρίσει τα τραγούδια και τα βήματα αμέτρητων προσκυνητών στο πέρασμα των αιώνων – τόσες ιστορίες ζωής, τόσα ταξίδια, πνευματικά και σωματικά, έχουν διασταυρωθεί στο Καμίνο ντε Σαντιάγο και έχουν κατακάτσει στην ιστορία του δρόμου σαν σκόνη. Οι προσκυνητές του Καμίνο φέρουν ειδικά διαβατήρια τα οποία, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, γεμίζουν με σφραγίδες από ιστορικές τοποθεσίες κατά μήκος των διαδρομών, όπως σφραγίζεται και η μνήμη των οδοιπόρων με πρόσωπα, απόψεις, εμπειρίες και εσωτερικές αποκαλύψεις.

Οι άνθρωποι πηγαίνουν στο Καμίνο για διάφορους λόγους. Κάποιοι το βλέπουν σαν προσωπική πρόκληση. Άλλοι το κάνουν για να αποσυρθούν από την καθημερινότητα και να αποκτήσουν αυτογνωσία ή βαθύτερη αντίληψη. Και μερικοί το κάνουν για τον ίδιο λόγο που το έκαναν και οι προσκυνητές του Μεσαίωνα: πνευματική ανάπτυξη και θρησκευτική κατάνυξη.

The road less traveled: pilgrims on the Camino de Santiago. (Burkard Meyendriesch/Unsplash)
Ο δρόμος ο λιγότερο ταξιδεμένος: προσκυνητές στο Καμίνο ντε Σαντιάγο. (Burkard Meyendriesch/Unsplash)

 

Ένα μη θρησκευτικό αμερικανικό αντίστοιχο του Καμίνο είναι το Μονοπάτι των Απαλαχίων, το οποίο διασχίζει 3.540 χλμ. στις ανατολικές ΗΠΑ. Ένας πεζοπόρος, που διέσχισε όλο το μονοπάτι, ο «Μόζι», δήλωσε στην Epoch Times: «Ένας λόγος που πολλοί άνθρωποι κάνουν το μονοπάτι των Απαλαχίων είναι ότι έχουν υποστεί κάποια ήττα και θέλουν να επιτύχουν κάτι. [Η πεζοπορία στο Μονοπάτι των Απαλαχίων] μού χάρισε ένα αίσθημα ολοκλήρωσης που παραμένει.»

Όποια κι αν είναι τα κίνητρα των οδοιπόρων, η διαχρονική δημοτικότητα μονοπατιών όπως το ισπανικό Καμίνο ή το Μονοπάτι των Απαλαχίων αποδεικνύει τη βαθιά ανταμοιβή που μπορεί να προέλθει από κάτι τόσο απλό όσο το περπάτημα. Ακόμα και όσοι δεν έχουν αψηφήσει τα απότομα μονοπάτια του Καμίνο ντε Σαντιάγο ή τις άγριες χαράδρες του Μονοπατιού των Απαλαχίων, πιθανότατα έχουν βιώσει τη θεραπευτική δύναμη του περπατήματος.

Αν σας προβληματίζει μια απόφαση που πρέπει να πάρετε, ένα πρόβλημα ή μια σύγκρουση, κάντε έναν περίπατο. Το φως του ήλιου που διαχέεται μέσα από τα φυλλώματα των δέντρων και τα κελαηδίσματα των πουλιών, σε συνδυασμό με ένα σταθερό βηματισμό, θα απομακρύνουν την ένταση από το κεφάλι σας και θα σας βοηθήσουν να συγκεντρώσετε τις σκέψεις σας. Όταν τελειώσει ο περίπατός σας, θα έχετε κατά πάσα πιθανότητα χαλαρώσει και ό,τι σας βασάνιζε θα φαίνεται πιο διαχειρίσιμο.

Ο Χένρυ Ντέηβιντ Θορώ θεωρούσε το περπάτημα τόσο απαραίτητο για την υγεία του που έγραψε: «Νομίζω ότι δεν μπορώ να διατηρήσω την υγεία και το πνεύμα μου [σε καλή κατάσταση] αν δεν περνάω τέσσερις ώρες την ημέρα τουλάχιστον – και συνήθως είναι περισσότερες από αυτές – περπατώντας στα δάση και τα χωράφια, απολύτως ελεύθερος από όλες τις κοσμικές υποχρεώσεις».

Η επιστημονική έρευνα επιβεβαιώνει την προσωπική αντίληψη του Θορώ για τα οφέλη του περπατήματος. Μελέτες έχουν δείξει ότι το περπάτημα μπορεί να κατευνάσει τη θλίψη, την κατάθλιψη και το άγχος. Μερικές φορές, αρκούν 10 λεπτά περπάτημα για να τονωθεί η διάθεσή σας. Επειδή το περπάτημα αυξάνει τη ροή του οξυγόνου στο σώμα και ενισχύει τα επίπεδα επινεφρίνης και νορεπινεφρίνης, συμβάλλει και στην αύξηση της ενέργειάς σας. Το σταθερό περπάτημα, με την πάροδο του χρόνου, μπορεί επίσης να μειώσει τα επίπεδα κορτιζόλης, μετριάζοντας έτσι τις επιπτώσεις του στρες. Οι ερευνητές έχουν επίσης καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το περπάτημα ενισχύει τη δημιουργικότητα και τη διαύγεια της σκέψης.

Εκτός από την ψυχική υγεία, το περπάτημα ωφελεί και τη φυσική υγεία. Μελέτη του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ διαπίστωσε ότι οι άνθρωποι που περπατούν ζωηρά για μία ώρα την ημέρα μειώνουν κατά το ήμισυ τις επιπτώσεις των γονιδίων που ευνοούν την παχυσαρκία. Το περπάτημα φαίνεται επίσης να μειώνει τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού και του πόνου στις αρθρώσεις και να βελτιώνει τη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος. Μελέτη διαπίστωσε ότι οι άνθρωποι που περπατούσαν για τουλάχιστον 20 λεπτά πέντε φορές την εβδομάδα αρρώσταιναν 43% λιγότερο συχνά από εκείνους που ασκούνταν μόνο μία φορά την εβδομάδα.

Ο Μόζι, ο βετεράνος του Μονοπατιού των Απαλαχίων, βίωσε αυτού του είδους την ψυχική και φυσική τόνωση κατά τη διάρκεια της πολύμηνης πεζοπορίας του. Δήλωσε σχετικά στην Epoch Times: «Πάσχω από ημικρανίες. Συνήθως έχω μία ή δύο ημικρανίες το μήνα. Δεν είχα ούτε μία ημικρανία κατά τη διάρκεια των πέντε μηνών που έκανα πεζοπορία. Ξέρετε, υπάρχει σχέση. Υπάρχει ένα είδος, δεν ξέρω, ένα είδος μεταφυσικής σύνδεσης που έχουμε με τη γη [καθώς περπατάμε]».

Το ότι η κάποτε συνηθισμένη πρακτική ενός ήσυχου, διαλογιστικού περιπάτου δεν είναι και τόσο συνηθισμένη σήμερα φαίνεται και από την τάση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης για «σιωπηλό περπάτημα». Σιωπηλό περπάτημα σημαίνει απλώς … περπάτημα χωρίς τους ακουστικούς περισπασμούς της μουσικής και των podcast, που είναι πια τόσο συνηθισμένα που η απουσία τους είναι παρατηρήσιμη. Τουλάχιστον αυτή η τάση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης είναι υγιής και φυσική, και προς όφελος μία κοινωνίας με καθαρό μυαλό.

Seniors can often feel a physical or mental boost after taking short walks. (Mladen Mitrinovic/Shutterstock)
Ένας σύντομος περίπατος αρκεί για να αναζωογονήσει τους πιο ηλικιωμένους. (Mladen Mitrinovic/Shutterstock)

 

«Solvitur ambulando – λύνεται με το περπάτημα», είπε ο Άγιος Αυγουστίνος, απαντώντας στο παράδοξο του Ζήνωνα, που υποστήριζε ότι η κίνηση είναι ψευδαίσθηση. Η σκέψη του Ζήνωνα μπορεί να φαίνεται ελκυστική, αλλά η κοινή λογική καταδεικνύει τη ματαιότητα της αφηρημένης συλλογιστικής του. Ξέρουμε ότι η κίνηση είναι πραγματική επειδή μπορούμε να απολαύσουμε έναν περίπατο.

Μία απτή, πραγματική εμπειρία, όπως το περπάτημα, μπορεί μερικές φορές να φέρει περισσότερη σοφία από ατελείωτες υποθετικές υποθέσεις αποκομμένες από την πραγματικότητα. Φυσικά, η φράση του Αγίου Αυγουστίνου ταιριάζει  θαυμάσια και σε όλα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω. Μερικές φορές, η πραγματική λύση στα ζητήματα που μας ταλανίζουν είναι να βγούμε έξω για μια βόλτα.

Όπως τα μεγάλα καράβια φέρνουν μεγάλες φουρτούνες, έτσι και τα μεγαλύτερα προβλήματα απαιτούν μεγαλύτερες πορείες – αυτός είναι και ένας από τους λόγους που οι άνθρωποι ξεκινούν για μία πορεία πολλών εβδομάδων όπως το Καμίνο, με όλα τα σκαμπανεβάσματα, τις δοκιμασίες και τους θριάμβους του. Κάποιοι θεωρούν το Καμίνο μία μεταφορά για τη ζωή. Ίσως αυτό να είναι το πραγματικό μυστικό της δύναμης του περπατήματος: μάς υπενθυμίζει ότι η ζωή είναι ένα ταξίδι γεμάτο γυρίσματα. Ο ήλιος βγαίνει πάλι μετά τη βροχή και ένα υπέροχο πανόραμα ανταμείβει όσους έχουν κοπιάσει για να  ανέβουν σε μία κορυφή. Και ακόμα, ίσως το πιο σημαντικό από όλα, το περπάτημα μάς υπενθυμίζει τη σημασία τού να προχωράμε βάζοντας το ένα πόδι μπροστά από το άλλο.

Το εκπαιδευτικό πρόγραμμα του Αριστοτέλη και οι τέσσερις τομείς που χτίζουν χαρακτήρα

Οι ρίζες της εκπαιδευτικής θεωρίας στη Δύση φτάνουν στον Πλάτωνα και τον μαθητή του, Αριστοτέλη, τον τέταρτο αιώνα π.Χ. Αμφότεροι οι αρχαίοι φιλόσοφοι μίλησαν για την εκπαίδευση, δίνοντας ένα γενικό πλαίσιο θεωρίας των σωστών σκοπών και μεθόδων μελέτης.

Στο Βιβλίο Η΄ των«Πολιτικών», ο Αριστοτέλης πρότεινε ένα πρόγραμμα μελέτης για νέους με τέσσερις μόνο θεματικές ενότητες: ανάγνωση και γραφή, ασκήσεις γυμναστικής, μουσική και ζωγραφική. Το πρόγραμμα σπουδών του Αριστοτέλη για μικρούς μαθητές μάς εντυπωσιάζει με την απλότητά του, μια απλότητα που περιέχει ωστόσο μια βαθιά κατανόηση της ανθρώπινης φύσης και των σκοπών της εκπαίδευσης.

Για τα σύγχρονα αυτιά, αυτό το πρόγραμμα σπουδών ακούγεται θλιβερά ανεπαρκές. Τι γίνεται με τα μαθηματικά και τις επιστήμες; Τι γίνεται με τις κοινωνικές σπουδές και την ιστορία; Ή το αρχαιοελληνικό αντίστοιχο του προγραμματισμού υπολογιστών (η τεχνολογία ηλιακών ρολογιών, αναμφίβολα);

Ένας μαθητής που μελετούσε μόνο αυτά τα τέσσερα μαθήματα δεν θα άρχιζε καν να εκπαιδεύεται. Ή θα άρχιζε;

Για να δούμε τη σοφία της εκπαιδευτικής συνταγής του Αριστοτέλη, πρέπει να κατανοήσουμε τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποίησε κάθε όρο και τη συλλογιστική πίσω από την επιλογή των θεματικών πεδίων. Καθώς διερευνούμε τις θεματικές περιοχές του προγράμματος σπουδών του Αριστοτέλη, είναι χρήσιμο να έχουμε κατά νου το ευρύτερο πλαίσιο της εκπαιδευτικής θεωρίας του.

Όπως σχολίασε η καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Μακεδονίας Λελούδα Στάμου:

«Ο Αριστοτέλης συμφωνεί με τον ορισμό του Πλάτωνα για την κατάλληλη εκπαίδευση ως την εκπαίδευση για να βιώνει κανείς σωστά την ευχαρίστηση ή τον πόνο, που σημαίνει την ανάπτυξη μιας θετικής στάσης προς ό,τι είναι ευγενές και καλό και αποστροφής για ό,τι είναι ανήθικο».

Έχοντας αυτό κατά νου, ας πάρουμε τα θέματα ένα προς ένα.

Ανάγνωση και γραφή

Για τον Αριστοτέλη, ο πρωταρχικός σκοπός της εκπαίδευσης δεν ήταν ωφελιμιστικός. Δεν αφορούσε κυρίως την κατάρτιση για σταδιοδρομία, την πολιτική προετοιμασία ή την απόκτηση δεξιοτήτων για να προχωρήσεις στη ζωή, αν και αναγνώρισε ότι αυτά τα πράγματα είναι επίσης σημαντικά. Αντίθετα, ο Αριστοτέλης υποστήριξε ότι ορισμένα πράγματα πρέπει να μελετώνται απλώς επειδή εξευγενίζουν, τελειοποιούν και εξυψώνουν. Η εκπαίδευση αφορά τη διαμόρφωση του χαρακτήρα.

Στα «Πολιτικά», έγραψε: «Είναι προφανές, λοιπόν, ότι υπάρχει ένα είδος εκπαίδευσης στο οποίο οι γονείς πρέπει να εκπαιδεύουν τους γιους τους, όχι επειδή είναι χρήσιμο ή απαραίτητο, αλλά επειδή είναι φιλελεύθερο και ευγενές».

Ο Αριστοτέλης διέκρινε ξεκάθαρα τα δύο:

«Υπάρχουν κλάδοι μάθησης και εκπαίδευσης που πρέπει να μελετήσουμε απλώς αφιερώνοντας χρόνο σε πνευματική δραστηριότητα, και αυτοί έχουν αξία από μόνοι τους· ενώ εκείνα τα είδη γνώσης που είναι χρήσιμα στις επιχειρήσεις πρέπει να θεωρούνται απαραίτητα και να υπάρχουν για χάρη άλλων πραγμάτων.»

Η μελέτη της ανάγνωσης και της γραφής εμπίπτει και στις δύο κατηγορίες, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη. Έχει προφανή πρακτική χρήση στις συναλλαγές ή την ενασχόληση με την πολιτική. Αλλά μπορεί επίσης να είναι αυτοσκοπός όταν κάποιος διαβάζει ένα μεγάλο έργο για ευχαρίστηση και μόρφωση, κατευθύνοντας το μυαλό του σε ανώτερα πράγματα μέσω του βιβλίου. Αυτή η ανάγνωση δεν γίνεται για κανέναν άλλο σκοπό εκτός από το αποτέλεσμα μόρφωσης και εξευγενισμού που έχει στον αναγνώστη.

Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η ανάγνωση και η γραφή που είχε στο μυαλό του ο Αριστοτέλης εδώ περιελάμβανε τη μελέτη της ποίησης, σύμφωνα με την Στάμου. Έτσι, το έργο του μαθητή στις γλωσσικές τέχνες περιείχε μια ευφάνταστη και συναισθηματική υφή παράλληλα με τον πρακτικό του σκοπό.

Γυμναστική

Όταν ο Αριστοτέλης χρησιμοποίησε τον όρο «γυμναστική», δεν αναφερόταν σε ένα πρόγραμμα ισορροπίας σε δοκό (ή τουλάχιστον, όχι μόνο αυτό). Ο όρος ήταν πολύ ευρύτερος από αυτό. Όπως εξήγησε η Στάμου: «Γυμναστική εννοεί ένα ολόκληρο σύστημα φυσικής προπόνησης».

Ο εκπαιδευτικός Τζον Σίνιορ επεκτάθηκε σε αυτό, εξηγώντας ότι «γυμναστική» σήμαινε τη διαδικασία με την οποία ένας μαθητής μαθαίνει να χρησιμοποιεί το σώμα του και, μέσω αυτού, έρχεται σε άμεση επαφή με τον κόσμο. Ο Σίνιορ έγραψε ότι παραδοσιακά, στον ελληνικό πολιτισμό, το πρώτο επίπεδο εκπαίδευσης ήταν «μια σθεναρή εκγύμναση του σώματος, σκοπός της οποίας δεν ήταν απλώς η ευχαρίστηση και η υγεία αλλά η όξυνση των αισθήσεων, καθώς η όραση οξύνεται και συντονίζεται από την τοξοβολία».

Παραδόξως, ο Αριστοτέλης πίστευε ότι οι εκπαιδευτικοί πρέπει να επικεντρωθούν σε αυτό το είδος εκπαίδευσης για αρκετά χρόνια πριν εισαγάγουν οτιδήποτε άλλο. Η εκπαίδευση του σώματος και των αισθήσεών του προετοιμάζει τον δρόμο για μελλοντική μάθηση, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη και τον Σίνιορ. «Η γυμναστική είναι η πρώτη βάση κάθε μάθησης», έγραψε ο Σίνιορ. Τίποτα δεν έρχεται στο μυαλό αν δεν εισέλθει πρώτα στην αίσθηση της αντίληψης ενός ατόμου. Ο Αριστοτέλης υποστήριξε ότι ξεκινάμε σαν άγραφες κόλλες χαρτιού, και η γνώση και η κατανόηση ενσταλάζονται σταδιακά στο μυαλό μας, αρχικά μέσω των αισθήσεων. Μόνο όταν έχουμε δει μερικά δέντρα, για παράδειγμα, μπορούμε να εξαγάγουμε την έννοια του δέντρου και να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε πιο αφηρημένα τα δέντρα. Εάν το σώμα και οι αισθήσεις ενός μαθητή δεν είναι καλά εκπαιδευμένα για να αντιλαμβάνονται τον κόσμο και να αλληλεπιδρούν με αυτόν, αυτός ο μαθητής θα στερείται λίγης από την ακατέργαστη εμπειρία αισθήσεων πάνω στην οποία βασίζεται όλη η άλλη μάθηση.

«Τώρα είναι ξεκάθαρο», έγραψε ο Αριστοτέλης, «ότι στην εκπαίδευση η εξάσκηση πρέπει να έρχεται πριν από την θεωρία, και το σώμα να εξασκείται πριν από το μυαλό».

Ζωγραφική

Όπως και η γυμναστική, η ζωγραφική επίσης ακονίζει τις αισθήσεις καθώς απαιτεί προσεκτική παρατήρηση και προσοχή. Ένας καλός καλλιτέχνης πρέπει να κοιτάξει προσεκτικά το θέμα του για να το αποδώσει με ακρίβεια σε χαρτί. Η ζωγραφική βοηθά στην εκπαίδευση της εστίασης, της προσοχής στη λεπτομέρεια, της ικανότητας του μαθητή να βλέπει με οξυδέρκεια τον κόσμο γύρω του, και στον συντονισμό χεριού-ματιού. Ο μαθητής ζωγραφικής αρχίζει να παρατηρεί σχήματα, χρώματα, μορφές και καμπύλες με αυξημένη προσοχή.

Ο Αριστοτέλης πίστευε ακόμη ότι η ζωγραφική μπορεί να συντονίσει την ψυχή ενός μαθητή στο ύψος της ομορφιάς του κόσμου. Για παράδειγμα, είχε γράψει ότι η ζωγραφική «κάνει [τους μαθητές] να κρίνουν την ομορφιά της ανθρώπινης μορφής». Έτσι, η ζωγραφική εισάγει μια βασική εκπαίδευση στην αισθητική, στο πρόγραμμα σπουδών.

Μουσική

Όπου η γυμναστική αναπτύσσει το σώμα και τις αισθήσεις ενός μαθητή, τα άλλα τρία — ανάγνωση/γραφή, μουσική και ζωγραφική — εκπαιδεύουν τα συναισθήματα, τη φαντασία και τη διάνοια του μαθητή. Στην εξήγησή του για τα ακαδημαϊκά θέματα, ο Αριστοτέλης αφιέρωσε τον περισσότερο χρόνο εξηγώντας τον ρόλο της μουσικής και πώς αυτή δρα στο μυαλό και την καρδιά του μαθητή. Γι’ αυτόν, η μουσική παρείχε το πιο ξεκάθαρο παράδειγμα ενός θέματος που μελετήθηκε απλώς επειδή αξίζει — λόγω του τρόπου με τον οποίο τελειοποιεί τον μαθητή.

Στην ανάλυσή του, ο Αριστοτέλης υπενθύμισε πρώτα στον αναγνώστη του το απόλυτο εκπαιδευτικό έπαθλο: ένα μυαλό και μια καρδιά που σχηματίζονται μέσω αρετής.

«Η αρετή συνίσταται στο να χαιρόμαστε, να αγαπάμε και να μισούμε σωστά», έγραψε, προσθέτοντας, «δεν υπάρχει ξεκάθαρα τίποτα που να μας ενδιαφέρει τόσο πολύ να αποκτήσουμε και να καλλιεργήσουμε όσο η δύναμη να σχηματίζουμε ορθές κρίσεις και να απολαμβάνουμε την ευχαρίστηση με καλή διάθεση και ευγενικές πράξεις».

Με αυτό ως δεδομένο, ο Αριστοτέλης συνέχισε να εξηγεί τη δύναμη της μουσικής να κάνει ακριβώς αυτό. Η συναισθηματική της έλξη τής επιτρέπει να διαμορφώνει συναισθήματα και να διαμορφώνει χαρακτήρα σύμφωνα με τον σωστό σκοπό:

«Ο ρυθμός και η μελωδία παρέχουν μιμήσεις θυμού και πραότητας, αλλά και θάρρους και εγκράτειας, και όλων των αντίθετων ιδιοτήτων, και άλλων ιδιοτήτων του χαρακτήρα, που δύσκολα υπολείπονται των πραγματικών αισθημάτων, όπως γνωρίζουμε από τη δική μας εμπειρία, γιατί ακούγοντας τέτοια βάσανα η ψυχή μας υφίσταται μια αλλαγή.

»Η συνήθεια να νιώθουμε ευχαρίστηση ή πόνο απλώς από αναπαραστάσεις δεν είναι πολύ μακριά από τα ίδια αισθήματα για πραγματικότητες.»

Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, η ελεγχόμενη, καθοδηγούμενη συναισθηματική διέγερση που προκαλείται από τη μουσική μπορεί να εκπαιδεύσει τα συναισθήματα ενός μαθητή ώστε να ανταποκρίνονται κατάλληλα στις χαρές και τις λύπες που συναντά στην πραγματική ζωή.

Ελεύθερος χρόνος

Συνοψίζοντας, ο Αριστοτέλης είδε μια σαφή δομή στην εκπαίδευση των παιδιών. Η εκπαίδευση βασίζεται στο σωματικό, ασχολείται με το συναισθηματικό και προοδεύει σταδιακά προς το λογικό. Η Στάμου ανακεφαλαιώνει: «Η εκπαιδευτική διαδικασία πρέπει να ξεκινήσει με την εκπαίδευση του σώματος, να προχωρήσει στην εκγύμναση της όρεξης (επιθυμία για το ευγενές) και να κορυφωθεί στην εκπαίδευση της λογικής».

«Το να αναζητάς πάντα το χρήσιμο δεν κάνει ελεύθερες και εξυψωμένες ψυχές», υποστήριξε ο Αριστοτέλης. Το χρήσιμο, το ρεαλιστικό, το χρηματικό — όλα αυτά επιδιώκονται για χάρη κάτι άλλου. Αυτό το κάτι άλλο, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, ήταν ο ελεύθερος χρόνος, τον οποίο υποστήριξε ότι μπορούσε να απολαύσει πλήρως μόνο ένας ενάρετος άνθρωπος. Ο Αριστοτέλης οραματίστηκε ξεκάθαρα μια κατηγορία σπουδών που ξεπερνούν τα πρακτικά, με στόχο να διαμορφώσουν τους μαθητές με αρετή και να τους προετοιμάσουν για την πλήρη εμπειρία του αληθινού ελεύθερου χρόνου.

Ο Αριστοτέλης πίστευε ότι ο ελεύθερος χρόνος και η απόλαυση δεν ήταν απλώς θέμα διασκέδασης ή αναψυχής, αλλά αντίθετα μια βαθιά και στοχαστική συνάντηση με την καλοσύνη της ίδιας της πραγματικότητας.

Μαθήματα ζωής από τον «Θάνατο του Ιβάν Ιλίτς»

«Η ιστορία της ζωής του Ιβάν Ιλίτς ήταν η πιο απλή και συνηθισμένη, και η πιο τρομερή.»

Αυτά τα λόγια από τη νουβέλα του Λέοντος Τολστόι «Ο θάνατος του Ιβάν Ιλίτς» του 1886 ξεπηδούν από τη σελίδα. Τι μπορεί να είναι τόσο τρομερό σε μια απλή και συνηθισμένη ζωή; Τι εννοεί ο Τολστόι με αυτή την αινιγματική φράση; Δεν είναι γνωστό ότι μεγάλοι συγγραφείς όπως ο Τολστόι εξυμνούν την ομορφιά μιας συνηθισμένης ζωής;

Αυτό εξαρτάται από το τι εννοούμε με τη λέξη «συνηθισμένη». Η ζωή του Ιβάν Ιλίτς είναι συνηθισμένη με την έννοια ότι είναι μη αυθεντική, παραγωγική και ρηχή. Ζει μια ζωή παραδομένη στις απόψεις και τις συμβάσεις της κοινωνίας – μιας κοινωνίας που έχει εμμονή με το τετριμμένο και το τεχνητό, με τη ματαιοδοξία και την άνεση. Ο Ιβάν Ιλίτς ζει με τα πιο πιεστικά ερωτήματα στη ζωή του, αν θα λάβει την αναμενόμενη προαγωγή και αν οι καλεσμένοι του θα εντυπωσιαστούν από το σαλόνι του. Σπαταλάει τη ζωή του μέχρι που τον σταματά το ξαφνικό φάσμα της θνητότητάς του.

Σε αυτό το έργο, ο Τολστόι έθεσε στον εαυτό του ένα συναρπαστικό ερώτημα: Τι συμβαίνει σε έναν άνθρωπο που έχει ζήσει μια ζωή καθοδηγούμενος εξ ολοκλήρου από τις επιταγές της υψηλής κοινωνίας, που έχει κάνει τα πάντα απολύτως σωστά, που έχει επιτύχει κάθε κοσμική επιτυχία και άνεση, μόνο και μόνο για να ανακαλύψει ότι πεθαίνει και ότι η ζωή του ήταν χωρίς νόημα;

ZoomInImage
Λεπτομέρεια από το πορτρέτο του Λέοντος Τολστόι από τον Νικολάι Γκε, 1882. (Public Domain)

 

Η νουβέλα του Τολστόι είναι ένα έντονο, συμπιεσμένο όραμα μιας ζωής ιδωμένης από την οπτική γωνία του θανάτου. Μέσα από τη διαυγή πρόζα, τη συμπυκνωμένη συγκίνηση και τη συντομία του έργου, ο Τολστόι επιβάλλει στον αναγνώστη να συγκεντρώσει την προσοχή του στην πραγματικότητα της ζωής και του θανάτου, στο τι σημαίνει να ζεις καλά και να πεθαίνεις καλά – ακριβώς σε αυτά τα ερωτήματα που ο Ιβάν Ιλίτς αγνοούσε όλη του τη ζωή.

Μια κοσμική ζωή

Η νουβέλα αρχίζει με τον πρωταγωνιστή ήδη νεκρό. Μαθαίνουμε για τον θάνατό του από τους συναδέλφους του στη δουλειά, οι οποίοι τον βλέπουν κυρίως μέσα τη σημασία που έχει για την επαγγελματική τους ανέλιξη. Έτσι, από τις πρώτες κιόλας σελίδες, ο Τολστόι θέτει το θέμα των ασήμαντων ενασχολήσεων της κοινωνίας: την επιδίωξη μίας προαγωγής, τη συσσώρευση χρημάτων, την επίδειξη στους γείτονες, την ηδονή των απολαύσεων, τη διατήρηση των προσχημάτων.

Η θλίψη των συναδέλφων για τον θάνατο του «φίλου» τους είναι εντελώς ψεύτικη – όπως, άλλωστε, σχεδόν τα πάντα στη ζωή τους. Με αυτόν τον τρόπο, χρησιμεύουν ως αντιπρόσωποι του Ιβάν Ιλίτς. Μέσα από την εγωιστική και επιφανειακή αντίδρασή τους στο θάνατό του, αντανακλούν στον νεκρό τις αξίες με τις οποίες ζούσε. Τα πρώτα τμήματα της ιστορίας διαβάζονται σχεδόν σαν σάτιρα, καθώς ο Τολστόι εκθέτει ανελέητα την ψευτιά της κοινωνικής σφαίρας στην οποία κινούνταν ο ήρωας όταν ήταν ζωντανός.

Ύστερα, ο Τολστόι αφηγείται την ιστορία της ζωής του Ιβάν Ιλίτς, από τα νεανικά του χρόνια, όταν κέρδιζε φίλους και κύρος με τη γοητευτική, χαλαρή του φύση. Μαζί με τον συγγραφέα, ακολουθούμε τα βήματά του στη νομική σχολή και τον παρακολουθούμε να ανεβαίνει στις βαθμίδες του ρωσικού νομικού συστήματος, ενώ διασκεδάζει με το ποτό, το χαρτοπαίγνιο και τις ερωτοτροπίες.

Οδηγός του Ιλίτς δεν είναι η αρετή ή τα υψηλά ιδανικά, αλλά η συμπεριφορά των «υψηλά ιστάμενων ανθρώπων». Η κοινή γνώμη είναι η πυξίδα του. «Στη νομική σχολή είχε διαπράξει πράξεις που του είχαν προηγουμένως φανεί πολύ κακές και του είχαν εμπνεύσει ένα αίσθημα αυτοαποστροφής τη στιγμή που τις διέπραξε – αλλά στη συνέχεια, βλέποντας ότι τέτοιες πράξεις διαπράττονταν και από ανθρώπους με υψηλή θέση και δεν θεωρούνταν κακές, χωρίς να τις θεωρεί πραγματικά καλές, τις ξέχασε εντελώς και σταμάτησε να προβληματίζεται.»

ZoomInImage
Ουίλλιαμ Χηθ, «Ένας Ρώσος δανδής», 1818. Ινστιτούτο Τέχνης Σικάγο. (Public Domain)

 

Ο Ιβάν Ιλίτς διασκεδάζει με μια νεαρή γυναίκα, την Πρασκόβια Φιοντόροβνα, χωρίς να σκέφτεται ότι εκείνη μπορεί να τον ερωτευτεί – πράγμα που όντως συμβαίνει. Με χαρακτηριστική επιπολαιότητα, αποφασίζει ότι μπορεί κάλλιστα να την παντρευτεί, παρόλο που η σχέση τους δεν έχει ουσία. Σύντομα όμως διαπιστώνει ότι ο γάμος παρεμβαίνει στον τρόπο που πιστεύει ότι πρέπει να είναι η ζωή: «εύκολη, ευχάριστη, χαρούμενη και πάντα αξιοπρεπής και εγκεκριμένη από την κοινωνία».

Όπως είναι αναμενόμενο, ο γάμος του Ιλίτς παραπαίει, καθώς παραμελεί τις ευθύνες του συζύγου και του πατέρα. Η σχέση του Ιλίτς και της συζύγου του επιδεινώνεται σε σημείο ελάχιστα κεκαλυμμένης εχθρότητας, ακόμη και μίσους.

Παρ’ όλα αυτά, τα πράγματα συνεχίζονται αρκετά ευχάριστα, όσο ο Ιβάν Ιλίτς βρίσκει τρόπους να αποφεύγει τη γυναίκα του και να προστατεύει τον προσεκτικά κατασκευασμένο τρόπο ζωής του, που χαρακτηρίζεται από ευχαρίστηση, άνεση και αξιοπρέπεια. «Οι επίσημες χαρές ήταν οι χαρές της αυτοεκτίμησης – οι κοινωνικές χαρές ήταν οι χαρές της ματαιοδοξίας – αλλά η πραγματική χαρά του Ιβάν Ιλίτς βρισκόταν στο χαρτοπαίγνιο.»

Από μία άποψη, τα έχει όλα: εξουσία, χρήματα, σεβαστή θέση, σύζυγο, παιδιά. Αλλά από μία άλλη οπτική γωνία, δεν έχει τίποτα, γιατί η εγωκεντρική του ζωή στερείται νοήματος. Ο Τολστόι στήνει αριστοτεχνικά αυτή τη διπλή προοπτική, προετοιμάζοντάς μας για τον απολογισμό που ξέρουμε ότι θα έρθει.

Η κατάρρευση του οικοδομήματος 

Οι ρωγμές στην ιδανική ζωή του Ιλίτς αρχίζουν να φαίνονται. Η επιφανειακή του ζωή αρχίζει να τον κουράζει, καθώς βιώνει το κενό της ύπαρξής του: «Ο Ιβάν Ιλίτς ένιωσε για πρώτη φορά όχι απλώς πλήξη, αλλά μια αφόρητη αγωνία».

Στη συνέχεια, η ψευδαίσθηση του ελέγχου της ζωής του καταρρέει όταν αρχίζει να υποφέρει από μια μυστηριώδη ασθένεια. Ο προσεκτικά διατηρούμενος τρόπος ζωής του, η «ευχάριστη ζωή», αρχίζει να χάνεται σιγά-σιγά, αφήνοντάς τον οξύθυμο και φοβισμένο. Τελικά, γίνεται σαφές ότι πεθαίνει και ο προσεκτικά κατασκευασμένος κόσμος της άνεσής του αποδεικνύεται ότι είναι φτιαγμένος από άμμο.

Σιγά-σιγά, η ασθένεια του Ιβάν Ιλίτς, του αφαιρεί τις ανέσεις και τις απολαύσεις του – και μαζί με αυτές, το επίχρισμα της αξιοπρέπειας και της καλοσύνης που διατηρούσε τόσα χρόνια. «Ήταν αδύνατο να εξαπατήσει τον εαυτό του: κάτι φοβερό, καινούργιο και τόσο σημαντικό, που τίποτα πιο σημαντικό δεν είχε συμβεί ποτέ στη ζωή του, συντελούνταν στον Ιβάν Ιλίτς». Αυτές οι λέξεις έχουν τόσο κυριολεκτικό όσο και μεταφορικό νόημα: κυριολεκτικά, μια παράξενη ασθένεια κατατρώει τον Ιβάν Ιλίτς, ενώ μεταφορικά, μια μεγάλη πνευματική μεταμόρφωση βρίσκεται σε εξέλιξη μέσα του.

Το πρόβλημα του Ιβάν Ιλίτς είναι ότι έχει ζήσει όλη του τη ζωή σαν να μην πρόκειται ποτέ να πεθάνει, σαν οι μικρές απολαύσεις ενός χορού ή ενός δείπνου ή της χαρτοπαιξίας να μην τελειώνουν ποτέ, και σαν η ψυχή του ανθρώπου να μπορεί να συντηρηθεί μόνο από την ευχαρίστηση και το κέρδος. Όταν όλα αυτά χάνονται, ο Ιβάν Ιλίτς αναγκάζεται να αναμετρηθεί με την πραγματικότητα της θνητότητάς του, μπροστά στην οποία όλες οι προηγούμενες αναζητήσεις του αποδεικνύονται εύθραυστα δοχεία ευτυχίας και νοήματος.

Σε αυτό το σημείο, ο Ιβάν Ιλίτς βιώνει μια βαθιά απομόνωση. «Έπρεπε να ζήσει μόνος του στο χείλος της καταστροφής, έτσι, χωρίς ούτε έναν άνθρωπο που θα μπορούσε να τον καταλάβει και να τον λυπηθεί». Θερίζει αυτό που έσπειρε: επειδή δεν επένδυσε ποτέ σε καμία ανθρώπινη σχέση όταν ήταν καλά και δεν έδωσε ποτέ ιδιαίτερη σημασία σε κανέναν άλλον εκτός από τον εαυτό του, τώρα που είναι άρρωστος βρίσκεται μόνος του. Στον τεχνητό κόσμο που έφτιαξε για τον εαυτό του, ακόμη και ο οίκτος των άλλων αποδεικνύεται ως επί το πλείστον τεχνητός. Ο Ιβάν Ιλίτς αρχίζει να βασανίζεται από τα ψέματα που τον περιβάλλουν, ιδιαίτερα από το ψέμα ότι θα γίνει καλά, το οποίο όλοι προσποιούνται ότι πιστεύουν.

Η κοινή γνώμη και η αξιοπρέπεια αποδεικνύονται σκληροί και αχάριστοι αφέντες για τον Ιβάν Ιλίτς. Η ανέντιμη συμπεριφορά των άλλων κατά τη διάρκεια της ασθένειάς του οδηγεί σε αυτό το συμπέρασμα. Ο Τολστόι γράφει: «Η φοβερή, τρομερή πράξη του θανάτου του, όπως έβλεπε, υποβιβαζόταν από όλους τους γύρω του στο επίπεδο μιας τυχαίας δυσάρεστης κατάστασης, εν μέρει μιας απρέπειας (κάτι σαν να αντιμετωπίζεις έναν άνθρωπο που μπαίνει στο σαλόνι σκορπίζοντας άσχημη μυρωδιά), στο όνομα αυτής ακριβώς της ‘αξιοπρέπειας’ που υπηρετούσε σε όλη του τη ζωή –  έβλεπε ότι κανείς δεν θα τον λυπόταν, γιατί κανείς δεν ήθελε καν να καταλάβει την κατάστασή του.»

Η ζωογόνος ανάσα της τελευταίας στιγμής

ZoomInImage
Λάντισλαβ Μεντνιάνσκι, «Ο θάνατος του γέρου, ο θάνατος του πατέρα του ζωγράφου». Εθνική Πινακοθήκη της Σλοβακίας. (Public Domain)

 

Ωστόσο, υπάρχει μια εξαίρεση. Ένας νεαρός υπηρέτης, ο Γκεράσιμ, ο οποίος τον φροντίζει και είναι «πάντα χαρούμενος, φωτεινός». Όμως, παρά την ευθυκρισία του, ο Γκεράσιμ δεν συμμερίζεται τη γενική ανεντιμότητα σχετικά με την κατάσταση του Ιβάν Ιλίτς. Το έντιμο, αυθεντικό παλικάρι της επαρχίας, αντιπαραβάλλεται με τους γιατρούς, τους δικηγόρους και τις κυρίες της υψηλής κοινωνίας, που δεν παύουν να υποκρίνονται. Ο Γκεράσιµ δεν προσποιείται ότι ο αφέντης του δεν πεθαίνει, αλλά αντίθετα τον φροντίζει µε γνήσιο ενδιαφέρον, γενναιοδωρία, καλοσύνη και συµπόνια. Ο Γκεράσιμ είναι ο πρώτος ανιδιοτελής χαρακτήρας που συναντάμε στην ιστορία.

Η καλοσύνη του Γκεράσιμ, εμπνέει μια αμοιβαία αντίδραση στον Ιβάν Ιλίτς. Για πρώτη φορά σκέφτεται κάποιον άλλον: «Υποθέτω ότι αυτό πρέπει να είναι δυσάρεστο για σένα. Με συγχωρείς. Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς», λέει στον υπηρέτη που πρέπει να βοηθήσει τον κύριό του ακόμη και σε βασικές καθημερινές λειτουργίες. Αυτό σηματοδοτεί ένα κρίσιμο σημείο καμπής στην πορεία του χαρακτήρα του Ιβάν Ιλίτς. Αρχίζει να συνειδητοποιεί ότι, αν και ο Γκεράσιμ είναι ένα τίποτα με βάση τα κοινωνικά πρότυπα, η ανιδιοτέλειά του τον έχει οδηγήσει σε μια πολύ πιο ουσιαστική ζωή από εκείνη του Ιβάν Ιλίτς.

Ο Ιβάν Ιλίτς αναλογίζεται τη ζωή του. Για ένα διάστημα, συνεχίζει να επιμένει ότι έζησε όπως έπρεπε. Αλλά τελικά παραδέχεται την αλήθεια: «Όλα όσα  έμοιαζαν με χαρές, έλιωσαν και μετατράπηκαν σε κάτι άχρηστο και συχνά άθλιο». Συνειδητοποιεί ότι «όσο ανέβαινα στην κοινή γνώμη τόσο ακριβώς γλιστρούσε η ζωή κάτω από τα πόδια μου».

Παραδέχεται ότι σπατάλησε τη ζωή του. Ταυτόχρονα, μια εσωτερική φωνή του λέει ότι δεν είναι πολύ αργά για να διορθώσει τα πράγματα. Στις τελευταίες του στιγμές, ο Ιλίτς στρέφεται τελικά προς τα έξω, προς τους άλλους. Λυπάται τον γιο του και ακόμη και τη γυναίκα του. «Άνοιξε τα μάτια του και κοίταξε τον γιο του. Τον λυπήθηκε. Η γυναίκα του ήρθε κοντά του. Την κοίταξε. Τον κοίταζε με απελπισμένη έκφραση, με ανοιχτό το στόμα και δάκρυα στα μάγουλά της. Τη λυπήθηκε». Ζήτησε τη συγχώρεσή τους. Και μέσα από αυτό, το φως εισέβαλε ξαφνικά στο σκοτάδι.

Με αυτό το δυνατό συμπέρασμα, ο Τολστόι μάς υπενθυμίζει ότι τα σημαντικότερα γεγονότα της ζωής δεν αφορούν την επίτευξη της φήμης ή του πλούτου, τις απολαύσεις και τη φήμη, αλλά αντίθετα διαδραματίζονται στην ψυχή ενός άνδρα ή μιας γυναίκας και έχουν να κάνουν με την απάντηση στο ερώτημα: Θα ζήσω για τον εαυτό μου ή για τους άλλους;

Ξαναβρίσκοντας την παιδική ηλικία με τις «Περιπέτειες του Τομ Σόγιερ»

Όσο είμαστε παιδιά, η ενηλικίωση φαντάζει απίστευτα μακρινή, μια αιωνιότητα μακριά. Αλλά όταν φτάσουμε στην ενηλικίωση, συνειδητοποιούμε πόσο γρήγορα ξεθωριάζει η παιδική ηλικία – πιο γρήγορα κι από τα φύλλα το φθινόπωρο. Τα μακρά χρυσά απογεύματα που περνούν στο παιχνίδι με λίγες ευθύνες και πολλές ευκαιρίες, όπου το μέλλον είναι ένα κουτί με θησαυρούς που δεν έχει ανοιχτεί – όλη αυτή η δόξα της παιδικής ηλικίας εξαφανίζεται πριν το καταλάβουν.

Ωστόσο, στη μνήμη και στη λογοτεχνία, η νιότη διατηρείται και μπορεί να ξαναβρεθεί. Η εκ νέου ανακάλυψη της παιδικής ηλικίας μπορεί να είναι για τους ενήλικες τόσο αναζωογονητική όσο κι ένα κρύο ποτήρι νερό το καλοκαίρι. Είναι μία ευκαιρία να θυμηθούμε έναν απλούστερο τρόπο ζωής – μιας ζωής γεμάτης ζωντάνια και ελπίδα και περιπέτειας.

Η παιδικότητα υπάρχει παρά τον καθημερινό μόχθο. Είναι η αφύπνιση ενός μέρους της ανθρώπινης ψυχής που δεν είναι δεμένο με την αγγαρεία της εργασίας και την τυραννία της παραγωγικότητας, εκεί όπου το παιχνίδι δεν γίνεται με κάποιον σκοπό αλλά για χάρη του ίδιου του παιχνιδιού, ανοίγοντας τον δρόμο για σημαντικές δραστηριότητες της ενήλικης ζωής: τη συνομιλία, το τραγούδι, τον χορό, τη ζωγραφική, το διάβασμα, την παρατήρηση, τον στοχασμό, την περιπλάνηση και την αγάπη.

American Folklore Issue: "Tom Sawyer," 8-cent, 1972 U.S. stamp. (Public Domain)
«Τομ Σόγιερ», γραμματόσημο 8 λεπτών. Έκδοση αμερικανικής λαογραφίας, 1972. (Public Domain)

 

Η νοσταλγία για την παιδική ηλικία

Ένα κλασικό έργο που μεταφέρει τους αναγνώστες στην παιδική ηλικία είναι το μυθιστόρημα του Μαρκ Τουέιν «Οι περιπέτειες του Τομ Σόγιερ» (1876). Αν και γενικά θεωρείται παιδικό βιβλίο, προσφέρει πολλά στους ενήλικες. Όπως σχολίασε ο ίδιος ο συγγραφέας στον πρόλογο: «Αν και το βιβλίο μου προορίζεται κυρίως για την ψυχαγωγία αγοριών και κοριτσιών, ελπίζω ότι δεν θα το αποφύγουν οι άνδρες και οι γυναίκες γι’ αυτόν τον λόγο, γιατί μέρος του σχεδίου μου ήταν να προσπαθήσω να θυμίσω ευχάριστα στους ενήλικες τι ήταν κάποτε οι ίδιοι και πώς ένιωθαν, πώς σκέφτονταν και πώς μιλούσαν, και σε τι παράξενες επιχειρήσεις ενίοτε επιδίδονταν».

Σε μια επιστολή του 1875, ο Τουέιν λέει ξεκάθαρα για ποιους προορίζεται στην πραγματικότητα το βιβλίο του: «Δεν είναι καθόλου βιβλίο για αγόρια. Θα διαβαστεί μόνο από ενήλικες. Είναι γραμμένο μόνο για ενήλικες». Ο Τουέιν δεν είναι απόλυτα σίγουρος τι ελπίζει να εμπνεύσει στους ενήλικες αναγνώστες, αλλά φαίνεται να πίστευε ότι η απλή πράξη της ανάμνησης της παιδικής ηλικίας – το πώς είναι να είσαι παιδί – είναι από μόνη της ένα αξιόλογο εγχείρημα.

Ο κριτικός λογοτεχνίας Νασρουλάχ Μαμπρόλ ερμηνεύει το σχόλιο του Τουέιν ως εξής: «Η ουσία της παιδικής ηλικίας μπορεί να απολαυσθεί μόνο εκ των υστέρων, μόνο αφού κάποιος την έχει περάσει και μπορεί να την αναπολήσει». Η βαριά αύρα νοσταλγίας του μυθιστορήματος, τόσο βαριά όσο μια υγρή καλοκαιρινή μέρα, προκαλεί μια ατμόσφαιρα αναπόλησης που μόνο οι ενήλικες μπορούν πραγματικά να εκτιμήσουν.

Μια εποχή για να θυμάσαι

Λίγα μυθιστορήματα έχουν αποτυπώσει καλύτερα την παιδική ηλικία των αγοριών του παλιού καιρού από τον «Τομ Σόγιερ». Το επεισοδιακό μυθιστόρημα παρακολουθεί τις ακροβασίες, τα καμώματα και τις περιπέτειες ενός δωδεκάχρονου αγοριού που μεγαλώνει στην Αγία Πετρούπολη του Μιζούρι, κατά μήκος των όχθεων και των αμμουδιών  του γερο-Μισσισιπή, ακολουθώντας τον μικρό από τις κοπάνες από το σχολείο μέχρι το νεανικό ξεμυάλισμα και την αναζήτηση ενός θαμμένου θησαυρού. Ο Τουέιν πλέκει πολλά και ποικίλα επεισόδια σε ένα ενιαίο μωσαϊκό, που απεικονίζει την ουσία της παιδικής ηλικίας, συμπεριλαμβανομένων των αταξιών, των φόβων, των ελπίδων και των θριάμβων της. Το βιβλίο είναι εμβληματικό για το τι σημαίνει – ή τουλάχιστον, τι σήμαινε κάποτε – να είσαι αγόρι στην Αμερική. Η απλή, ξεκάθαρη πρόζα του μυθιστορήματος ενισχύει αυτό το θέμα.

Τα επεισόδια του μυθιστορήματος περιλαμβάνουν τη διάσημη σκηνή του βαψίματος του φράχτη, όπου ο Τομ καταφέρνει να πείσει τους φίλους του να αναλάβουν μια βαρετή αγγαρεία γι’ αυτόν, τσιγκλίζοντας την επιθυμία τους να αποκτήσουν αυτό που τους στερούν. Ξεγελάει τόσο τους συνομηλίκους του όσο και τους ενηλίκους, όπως η θεία του η Πόλι, με πολύ επιδέξιους χειρισμούς της κάθε αδυναμίας τους. Το θέμα της αφήγησης μπορεί να είναι ελαφρύ και παιδικό, αλλά οι παρατηρήσεις του συγγραφέα για την ανθρώπινη φύση είναι διεισδυτικές και οικουμενικές, και ισχύουν τόσο για τους ενήλικες όσο και για τα παιδιά.

Σε ένα άλλο επεισόδιο, ο Τομ και οι φίλοι του το σκάνε για να γίνουν πειρατές και κατασκηνώνουν σε ένα νησί στον ποταμό Μισσισιπή. Η εξαφάνισή τους κάνει τους ενηλίκους να τους αναζητούν αγωνιωδώς, πεπεισμένοι για τον θάνατό τους. Εδώ, η αντίθεση ανάμεσα στην ανέμελη, αν και σκανταλιάρικη, παιδικότητα και στον φροντισμένο, αλλά και πιο υπεύθυνο, κόσμο των ενηλίκων είναι ζωηρή.

Few boys had as many adventures as Mark Twain's Tom Sawyer. First edition frontispiece, 1876, from "The Adventures of Tom Sawyer." Library of Congress Prints and Photographs Division. (Public Domain)
Λίγα αγόρια είχαν τόσες περιπέτειες όσες ο Τομ Σόγιερ του Μαρκ Τουέιν. Εικονογράφηση από την πρώτη έκδοση (1876) των «Περιπετειών του Τομ Σόγιερ». Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου, Τμήμα Εκτυπώσεων και Φωτογραφιών. (Public Domain)

 

Το γεγονός ότι τα αγόρια δεν εμποδίζονται αμέσως να πραγματοποιήσουν το σχέδιό τους και ότι έχουν την τεχνογνωσία να φτάσουν στο νησί και να στήσουν κατασκήνωση, είναι ενδεικτικό της μεγαλύτερης ανεξαρτησία που απολάμβαναν οι προηγούμενες γενιές παιδιών.

Αν και η πειρατική εμπειρία τελειώνει αρκετά γρήγορα, έχοντας όμως προκαλέσει μεγάλη ανησυχία στους ενήλικες, εξακολουθεί να λάμπει με μια γοητεία και φυσικότητα που είναι σχεδόν άγνωστη σε πολλά παιδιά σήμερα. Τα παιδιά δεν έχουν ούτε τη δυνατότητα ούτε το ενδιαφέρον να τρέχουν στο δάσος. Αυτό το επεισόδιο δίνει ένα παράδειγμα του είδους της ωμής και άμεσης επαφής με τον κόσμο που κάποτε ήταν φυσιολογικό. Τέτοιες εμπειρίες ενστάλαζαν δύναμη και ικανότητα στα αγόρια και έναν πλούτο πραγματικών εμπειριών από τις οποίες μπορούσαν να αντλήσουν ακόμη και στην ενήλικη ζωή τους.

Όταν ο κόσμος των μεγάλων εισβάλλει

Η παιδική ηλικία έχει βέβαια και τις σκοτεινές της μέρες και το έργο του Τουέιν δεν τις αποφεύγει. Είναι νόμος της ζωής ότι ο κόσμος των ενηλίκων εισβάλλει κατά καιρούς στον κόσμο των παιδιών. Το κάνει όλο και πιο συχνά όσο το παιδί μεγαλώνει, ώσπου τελικά ο κόσμος της παιδικής ηλικίας μένει εντελώς πίσω, απρόσιτος σαν ένα έρημο νησί. Οι συναντήσεις των αγοριών με τους νεκροθάφτες και τον Ινδιάνο Τζο έχουν αυτή τη λειτουργία στο μυθιστόρημα – ο Τουέιν  υπαινίσσεται ότι η παιδική ευδαιμονία δεν μπορεί να κρατήσει για πάντα – η αθωότητα θα χαθεί σταδιακά. Σε αυτό, υπάρχει ίσως μια τραγική χροιά στο βιβλίο. Η ενηλικίωση θα συμβεί – το κακό πρέπει να αντιμετωπιστεί. Αυτό είναι απαραίτητο, όσο επώδυνο και αν είναι.

An illustration from the 1876 edition "The Adventures of Tom Sawyer." (PD-US)
«Οι περιπέτειες του Τομ Σόγιερ» – Εικονογράφηση από την έκδοση του 1876. (PD-US)

 

Ο Τομ επιδεικνύει κάποια ωρίμανση κατά τη διάρκεια του βιβλίου, φυσικά. Στο τέλος, καταφέρνει να συνδυάσει το αγορίστικο του κέφι, την αίσθηση της περιπέτειας, της ζωτικότητας και της εξυπνάδας του με μια πιο ενήλικη αίσθηση ευθύνης και θάρρους: βάζει τα δυνατά του για να φροντίσει ένα κορίτσι, την Μπέκυ, όταν χάνονται μαζί σε ένα δίκτυο σπηλαίων. Είναι αυτή η ισορροπία ανάμεσα στο αγορίστικο θάρρος και την ευθύνη των ενηλίκων που τον βοηθά να νικήσει τον Ιντζούν Τζο.

Το τέλος του μυθιστορήματος μπορεί να διαβαστεί αλληγορικά ως ο θρίαμβος της παιδικής ηλικίας έναντι της ενηλικίωσης. Ο Ιντζούν Τζο ηττάται και ο θησαυρός που κυνηγούσε ο Τομ ανακτάται. Δηλαδή, ο Τομ έχει αποκρούσει αρκετά τον κόσμο των ενηλίκων, ώστε να μπορεί να παραμείνει αγόρι για την ώρα. Παρά την ωρίμανση, ο Τομ παραμένει εντελώς αγόρι στο τέλος του βιβλίου. Επιστρέφει στις φαντασιώσεις του στο δάσος και στις φάρσες με τους συμμαθητές του, αναβάλλοντας τις δυσκολίες και τις ευθύνες της ενήλικης ζωής.

Αλλά φυσικά, αυτή η καθυστέρηση είναι προσωρινή, είναι μια σύντομη στάση στην πορεία του χρόνου και η νίκη του αγοριού επί της ενηλικίωσης είναι προσωρινή. Δεν μπορούμε να μείνουμε για πάντα παιδιά. Οι μέρες αγορίστικης χαζομάρας του Τομ είναι μετρημένες.

Αυτό είναι κάτι καλό, τελικά. Τα παιδιά πρέπει να γίνουν ενήλικες, και ένα ρομαντικό όραμα που ειδωλοποιεί την παιδική ηλικία ως εγγενώς ανώτερη από την ενηλικίωση θα ήταν λάθος. Δεν είναι αυτό που λέει ο Τουέιν εδώ, ούτως ή άλλως. Αντίθετα, ο συγγραφέας έστρεψε την προσοχή μας στην αξία και τη χαρά της δικής μας παιδικής ηλικίας. Ταυτόχρονα, μας θυμίζει ποια στοιχεία παιδικότητας αξίζει και πρέπει να διατηρήσουμε ως ενήλικοι.

Μέσα από τα μάτια της αγάπης: «Ο Μικρός Πρίγκιπας»

Ο «Μικρός Πρίγκιπας» του Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ είναι ένα από τα δημοφιλέστερα βιβλία παγκοσμίως, με πωλήσεις που ξεπερνούν τα 200 εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως. Ωστόσο, αποτελεί ένα μικρό αίνιγμα.

Φαινομενικά ένα παιδικό βιβλίο, διαβάζεται σαν ένας συνδυασμός παιδικού μύθου, σουρεαλιστικής μυθοπλασίας, ποίησης, απομνημονευμάτων, ονειρικής αφήγησης και πλατωνικού διαλόγου – ένα απίθανο μείγμα που καταφέρνει να είναι βαθιά συγκινητικό και μαγευτικό. Το νόημά του είναι ασαφές, το τέλος του ανοιχτό σε πολλαπλές ερμηνείες. Διαβάζεται σαν παραμύθι ή παραβολή, αλλά αψηφά τους απλούς ορισμούς για το τι είναι παραμύθι.

Παρόλα αυτά, είναι ένα διεθνώς αγαπημένο, σύγχρονο και κλασικό ταυτόχρονα έργο, που φτάνει σε σημαντικές αλήθειες για την παιδική ηλικία και την ενηλικίωση, την αγάπη και τις σχέσεις, το θαύμα, την πίστη, τη λαχτάρα και την απώλεια.

Στο βιβλίο «Ο Μικρός Πρίγκιπας» ο Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ γράφει: «Μόνο με την καρδιά μπορεί κανείς να δει σωστά – το ουσιώδες είναι αόρατο στο μάτι». (Fair Use)

 

Σχετικά με τον συγγραφέα

Μεγάλο μέρος αυτής της μυστηριώδους ιστορίας αντικατοπτρίζει τη ζωή του συγγραφέα της, του Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ, ο οποίος σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια μιας πολεμικής πτήσης στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Γάλλος ποιητής και αεροπόρος γεννήθηκε το 1900 στη Λυών της Γαλλίας και έχασε από ρευματικό πυρετό τον 15χρονο, χρυσομάλλη μικρότερο αδελφό του. Αυτή η πρώιμη απώλεια αντανακλά στο βιβλίο, με τον ομώνυμο Μικρό Πρίγκιπα να παραπέμπει στη φιγούρα του αδελφού του Σαιντ-Εξυπερύ.

Ο συγγραφέας, ποιητής και αεροπόρος Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ γύρω στα τέλη της δεκαετίας του 1930. Δημοτικό Περιφερειακό Μουσείο Arruabarrena Palace, Κονκόρντια, Αργεντινή. (Public Domain)

 

 

Ο  Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ είχε εμμονή με τις πτήσεις και πέρασε πολλά χρόνια στον αέρα, παρά τις πολλαπλές συντριβές του. Μια φορά έπεσε στην έρημο της Λιβύης – όπως ακριβώς και ο αεροπόρος στον «Μικρό Πρίγκιπα».

Μια άλλη ομοιότητα μεταξύ ζωής και μυθοπλασίας είναι η αναλογία του χαρακτήρα της συζύγου του συγγραφέα, Κονσουέλο, η οποία είχε δύσκολο και απρόβλεπτο ταμπεραμέντο, με τον χαρακτήρα του τριαντάφυλλου στον πλανήτη του Μικρού Πρίγκιπα. Ορισμένοι κριτικοί έχουν παραλληλίσει τα περίπλοκα συναισθήματα του Μικρού Πρίγκιπα για το τριαντάφυλλο και τη σχέση του Σαιντ-Εξυπερύ με τη σύζυγό του. Η ίδια η Κονσουέλο προφανώς είδε αυτή τη σύνδεση – στην αυτοβιογραφία της έδωσε τον τίτλο «Η ιστορία του ρόδου». Πέραν αυτού, ωστόσο, οι άμεσες βιογραφικές αναφορές είναι ελάχιστες.

Το μυθιστόρημα πραγματεύεται θέματα και ερωτήματα οικουμενικά. Αφηγείται την ιστορία ενός πιλότου που συντρίβεται στην έρημο, όπου συναντά ένα παιδί που αναφέρεται απλά ως «ο μικρός πρίγκιπας». Το αγόρι ζητά από τον πιλότο να του ζωγραφίσει ένα πρόβατο για να το πάρει μαζί του στον πλανήτη του, έναν αστεροειδή στο μέγεθος ενός μικρού σπιτιού. Σιγά-σιγά, ο πιλότος μαθαίνει ότι ο πρίγκιπας είχε στον πλανήτη του ένα τριαντάφυλλο, οι συναισθηματικές απαιτήσεις του οποίου οδήγησαν τον πρίγκιπα να εγκαταλείψει τον πλανήτη του, παρά την αγάπη του για το λουλούδι.

Ταξίδεψε σε διάφορους πλανήτες όπου συνάντησε ενηλίκους που αντιπροσωπεύουν ο καθένας έναν τύπο: έναν βασιλιά που δεν κυβερνά τίποτα, έναν ξιπασμένο άντρα που νομίζει ότι όλοι τον θαυμάζουν, έναν μεθύστακα που πίνει επειδή ντρέπεται για το ποτό, έναν επιχειρηματία που νομίζει ότι του ανήκουν όλα τα αστέρια και έναν φανοποιό που ολοκληρώνει μηχανικά την εργασία του μια φορά κάθε λεπτό.

Η επιθυμία του πρίγκιπα για φιλία και συντροφικότητα τον οδηγεί τελικά στη γη, όπου συναντά μια αλεπού που του μαθαίνει για την αγάπη και την αφοσίωση. Ύστερα, συναντά τον πιλότο στην έρημο. Όμως, όσο περισσότερο ταξιδεύει τόσο περισσότερο λαχταρά να επιστρέψει στο τριαντάφυλλό του.

Βαθιά μαθήματα

Η απλότητα της αφήγησης, από την οποία απουσιάζουν οι πολύπλοκοι χαρακτήρες, το ιστορικό πλαίσιο και το ρεαλιστικό σκηνικό, επιτρέπει στην ιστορία να διεισδύσει πιο γρήγορα και άμεσα στα κεντρικά της ζητήματα ακολουθώντας έναν ποιητικό, μυθολογικό δρόμο. Ποια είναι αυτά τα κεντρικά ζητήματα; Για τόσο σύντομο έργο, ο «Μικρός Πρίγκιπας» προσφέρει έναν μακρύ κατάλογο απαντήσεων. Αλλά εδώ θα επικεντρωθώ σε τρία μόνο: την παιδική ηλικία, τη μοναξιά και το πώς μεταμορφώνει τα πάντα το να κοιτάς τον κόσμο με τα μάτια της αγάπης.

Ο αφηγητής πιλότος ξεκινά την ιστορία με ένα ανέκδοτο από την παιδική του ηλικία, όταν οι ενήλικοι δεν κατάφεραν να καταλάβουν μια από τις ζωγραφιές του. Η αδυναμία των «μεγάλων» να καταλάβουν τι έχει πραγματικά σημασία στη ζωή (σε αντίθεση με τα παιδιά) γίνεται ένα επαναλαμβανόμενο θέμα. Εδώ, πρέπει να καταλάβουμε ότι ο όρος «ενήλικος» του Σαιντ-Εξυπερύ δεν αφορά γενικά τους ενηλίκους, αλλά συγκεκριμένα εκείνους που έχουν αποβάλει την παιδική αίσθηση του θαύματος.

Γλυπτική απεικόνιση του αεροπόρου και συγγραφέα Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ μαζί με τον Μικρό Πρίγκιπα, στη Λυών της Γαλλίας. (prochasson Frederic/Shutterstock)

 

Το θέμα της παιδικής θεώρησης του κόσμου λαμβάνει περαιτέρω έμφαση σε μια πρώιμη ανταλλαγή απόψεων μεταξύ του πιλότου και του πρίγκιπα. Ο πιλότος είναι απασχολημένος προσπαθώντας να φτιάξει το αεροπλάνο του. Ενοχλείται από τις συνεχείς ερωτήσεις του πρίγκιπα, η τελευταία από τις οποίες αφορά το αν το πρόβατο που ζωγράφισε και χάρισε στον πρίγκιπα θα φάει το λουλούδι στον πλανήτη του. Ο πιλότος, εξοργισμένος, φωνάζει: «Δεν καταλαβαίνεις – είμαι πολύ απασχολημένος με σημαντικά θέματα!»

Ο πρίγκιπας απαντά: «Μιλάς σαν τους μεγάλους! … Τα μπερδεύεις όλα… Τα μπερδεύεις όλα… Τα λουλούδια βγάζουν αγκάθια εδώ και εκατομμύρια χρόνια. Εδώ και εκατομμύρια χρόνια, τα πρόβατα τα τρώνε με τον ίδιο τρόπο. Και δεν είναι σημαντικό να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε γιατί τα λουλούδια μπαίνουν σε τόσο μεγάλο κόπο για να αναπτύξουν αγκάθια που δεν τους είναι ποτέ χρήσιμα; Δεν είναι σημαντικός ο πόλεμος μεταξύ των προβάτων και των λουλουδιών; … Και αν ξέρω – εγώ, προσωπικά – ένα λουλούδι που είναι μοναδικό στον κόσμο, που δεν φυτρώνει πουθενά αλλού παρά μόνο στον πλανήτη μου, αλλά που ένα μικρό πρόβατο μπορεί να το καταστρέψει με ένα μόνο δάγκωμα κάποιο πρωί, χωρίς καν να καταλάβει τι κάνει – Α! Νομίζετε ότι αυτό δεν είναι σημαντικό!»

Ο Σαιντ-Εξυπερύ επισημαίνει εδώ πολλά πράγματα: Πρώτον, αυτό που φαίνεται ασήμαντο στους ενηλίκους μπορεί να έχει τεράστια σημασία στα μάτια ενός παιδιού και δεν πρέπει να απορρίπτεται αβασάνιστα από τους μεγάλους. Δεύτερον, οι ασχολίες που ενίοτε απασχολούν τους ενηλίκους – όπως η πρόσθεση ατελείωτων ποσών στην οποία επιδίδεται ο επιχειρηματίας στον μοναχικό του πλανήτη – μπορεί να είναι λιγότερο σημαντικές από κάποια από τα ερωτήματα που έχουν τα παιδιά. Το παιδί ασχολείται με τις λεπτομέρειες: τα πράγματα που γνωρίζει, βλέπει και βιώνει. Θέτει «μη πρακτικές» ερωτήσεις. Για τον λόγο αυτό, το παιδί έχει μερικές φορές περισσότερες πιθανότητες να κατανοήσει τη σπανιότητα και την ομορφιά κάθε καλού πράγματος, ακόμη και του πιο μικρού, του λιγότερο «χρήσιμου», του πιο κρυμμένου.

Ο Μικρός Πρίγκιπας εξηγεί ότι η αγάπη για ένα συγκεκριμένο πράγμα μπορεί να μεταμορφώσει την άποψή μας για ολόκληρο το σύμπαν: «Αν κάποιος αγαπάει ένα λουλούδι, που ανθίζει κάπου πέρα ανάμεσα στα εκατομμύρια αστέρια, νιώθει ευτυχισμένος και μόνο που κοιτάζει τα αστέρια. Μπορεί να πει στον εαυτό του: ‘Κάπου εκεί είναι το λουλούδι μου’.»

Μνημείο αφιερωμένο στον χαρακτήρα του Αντουάν ντε Σεντ-Εξυπερύ, τον Μικρό Πρίγκιπα, που στέκεται στον πλανήτη του με το κόκκινο τριαντάφυλλο. Εϊλάτ, Ισραήλ. (AllyE/Shutterstock)

 

Η αφοσίωση του Μικρού Πρίγκιπα στο χαμένο του λουλούδι αναδεικνύει το θέμα της μοναξιάς. Η μοναξιά είναι παντού: Ο πιλότος κάνει αναγκαστική προσγείωση στη μέση του πουθενά, απομονωμένος από τον πολιτισμό. Ο Μικρός Πρίγκιπας ζει μόνος του σε έναν μικροσκοπικό πλανήτη μέχρι τον ερχομό του τριαντάφυλλου, το οποίο τελικά αφήνει μόνο του γιατί, σύμφωνα με τα λόγια του, «ήμουν πολύ μικρός για να ξέρω πώς να το αγαπήσω». Όταν ο Μικρός Πρίγκιπας έρχεται στη γη, προσγειώνεται σε μια άδεια, μοναχική έρημο. Η πρώτη του γνωριμία, ένα φίδι, του λέει: «Είναι μοναχικά και μεταξύ των ανθρώπων». Το επόμενο πλάσμα που συναντά ο Μικρός Πρίγκιπας είναι μια αλεπού που είναι τόσο μόνη που παρακαλεί τον Μικρό Πρίγκιπα να την εξημερώσει. Αλλά ο Μικρός Πρίγκιπας πρέπει τελικά να εγκαταλείψει και την αλεπού.

Αυτή η διαπεραστική αίσθηση της απομόνωσης ενισχύει την πολυτιμότητα της αγάπης και των σχέσεων όταν αυτές εμφανίζονται στο βιβλίο, γεγονός που μας επαναφέρει στον τρόπο με τον οποίο η αγάπη μεταμορφώνει το όραμα του ανθρώπου για τη ζωή. Είναι η αλεπού που μιλάει πιο εύγλωττα για το θέμα και τα λόγια φαίνεται να αποκαλύπτουν την καρδιά του βιβλίου. Λέει στον Μικρό Πρίγκιπα: «Αν με εξημερώσεις, τότε θα έχουμε ανάγκη ο ένας τον άλλον. Για μένα, θα είσαι μοναδικός στον κόσμο. Για σένα, θα είμαι μοναδική στον κόσμο […] Θα είναι σαν να ήρθε ο ήλιος να λάμψει στη ζωή μου. Θα γνωρίσω τον ήχο ενός βήματος που θα είναι διαφορετικό από όλα τα άλλα. Τα άλλα βήματα με στέλνουν βιαστικά πίσω κάτω από το έδαφος. Το δικό σου θα με καλεί, σαν μουσική, να βγω από το λαγούμι μου. Και μετά κοίτα: βλέπεις τα χωράφια με τα σιτηρά εκεί κάτω; Δεν τρώω ψωμί. Αυτό δεν μου είναι χρήσιμο. Τα σιτοχώραφα δεν έχουν τίποτα να μου πουν. Και αυτό είναι λυπηρό. Αλλά εσύ έχεις μαλλιά που έχουν το χρώμα του χρυσού. Σκέψου πόσο υπέροχα θα είναι όταν με εξημερώσεις! Το σιτάρι, που είναι επίσης χρυσό, θα σε φέρνει στη σκέψη μου. Και θα μου αρέσει να ακούω τον άνεμο στο σιτάρι.»

Η σχέση ανάμεσα στο αγόρι και την αλεπού αλλάζει τα πάντα, ακόμη και τη σημασία ενός χωραφιού με σιτάρι. Η πιο πολυδιαφημισμένη ρήση του μυθιστορήματος προέρχεται επίσης από την αλεπού: «Μόνο με την καρδιά μπορεί κανείς να δει σωστά – το ουσιώδες είναι αόρατο στο μάτι».

«Ο Μικρός Πρίγκιπας» του Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ.

 

Όταν αγαπάμε κάτι και δεσμευόμαστε, αυτό γίνεται πολύτιμο και μοναδικό. Ο Μικρός Πρίγκιπας αντιλαμβάνεται την αξία του τριανταφύλλου του ακριβώς επειδή είναι δικό του. Το περιποιείται, το φροντίζει και το ανέχεται – εκείνο συγκεκριμένα, όχι οποιοδήποτε λουλούδι. Και αυτό βάζει όλο τον κόσμο του να φλέγεται με μια νέα λάμψη. Τα πάντα γίνονται πολύτιμα υπό το φως αυτής της κεντρικής αγάπης. Τα πάντα την αντανακλούν, έτσι ώστε να βλέπουμε τον κόσμο, ας πούμε, με πιο καθαρά μάτια.

Ο Μικρός Πρίγκιπας το διδάσκει αυτό στον αεροπόρο: «Τα αστέρια είναι όμορφα εξαιτίας ενός λουλουδιού που δεν φαίνεται. … Αυτό που κάνει την έρημο όμορφη είναι ότι κάπου κρύβει ένα πηγάδι.»Το παιδί και ο ενήλικος με την παιδική ματιά βλέπουν πέρα από την απλή επιφάνεια των πραγμάτων, ξέρουν ότι στην καρδιά του κόσμου, και σε όλες τις ιδιαιτερότητες του κόσμου, κρύβεται κάτι αξιαγάπητο – αρκεί να το δούμε και να αγαπήσουμε.

Τρία μαθήματα ευγενικής συμπεριφοράς από τον κύριο Νάιτλυ της Τζέην Ώστεν

Στη λογοτεχνία, κάποιοι χαρακτήρες μάς κάνουν να γελάμε, κάποιοι μάς κάνουν να κλαίμε, κάποιοι μάς κάνουν να αγανακτούμε και μερικές σπάνιες μορφές είναι φάροι φωτός για το πώς πρέπει να ζούμε.

Ένας τέτοιος χαρακτήρας είναι ο κύριος Νάιτλυ από το υπέροχο μυθιστόρημα της Τζέην Ώστεν του 1815, «Έμμα». Διαδραματίζεται στην επαρχιακή Αγγλία, και περιγράφει τις πράξεις μιας γοητευτικής, έξυπνης και κάπως ανώριμης νεαρής γυναίκας που ονομάζεται Έμμα Γούντχαους, η οποία ασχολείται με το να κάνει την προξενήτρα για φίλους και γνωστούς της — είτε επιθυμούν τη βοήθειά της είτε όχι. Η Έμμα ζει μόνη με τον ηλικιωμένο πατέρα της και ο πιο συχνός επισκέπτης και φίλος τους είναι ο κύριος Νάιτλυ, ο οποίος έχει το γειτονικό κτήμα.

Η πρόταση του κυρίου Νάιτλυ στην Έμμα. Εικονογράφηση του Κρις Χάμμοντ, για την έκδοση του 1898. (Public Domain)

 

Όπως υποδηλώνει το όνομα του κυρίου Νάιτλυ (Mr. Knightley, από το knight=ιππότης), είναι ένας χαρακτήρας έντιμος, ιπποτικός, και ευγενικός. Με ανεπιτήδευτη χάρη και καλή προαίρεση, ο κύριος Νάιτλυ μάς δείχνει πώς να αντιμετωπίζουμε ευγενικά τις συνηθισμένες καταστάσεις της ζωής. Ακολουθούν τρία συγκεκριμένα μαθήματα από το παράδειγμά του.

Βοήθεια προς τους άλλους

Ένας ευγενής άνθρωπος χρησιμοποιεί τους πόρους, την επιρροή και τις ικανότητές του για να βοηθά τους άλλους.

Ο κύριος Νάιτλυ είναι ιδιοκτήτης της μεγάλης περιουσίας του Ντάουνγουελ Άμπεϋ. Έχει αρκετούς ενοικιαστές αγρότες, περιλαμβανομένου του Ρόμπερτ Μάρτιν, ενός καλόκαρδου νεαρού, ερωτευμένου με μια από τις φίλες της Έμμα, τη Χάριετ Σμιθ. Η Χάριετ συμπαθεί πολύ τον νεαρό άνδρα, αλλά η Έμμα την πείθει ότι ο Ρόμπερτ Μάρτιν δεν είναι κατάλληλος – κάτι που οδηγεί σε σύγχυση και στενοχώρια από όλες τις πλευρές.

Ο κύριος Νάιτλυ ενδιαφέρεται ειλικρινά για την ευημερία των ενοικιαστών του, ιδιαίτερα του Μάρτιν, τον οποίο αντιμετωπίζει σχεδόν σαν γιο και τον οποίο υποστηρίζει  όταν η Έμμα πείθει την Χάριετ να αγνοήσει τον νεαρό αγρότη υπέρ ενός «καλύτερου αλιεύματος».

Εκτός από το να υποστηρίζει άλλους, ο κύριος Νάιτλυ μοιράζεται ελεύθερα τους υλικούς του πόρους. Προσκαλεί τους φίλους και τους γείτονές του να μαζέψουν φράουλες από τις καλλιέργειές του. Δίνει τόσα μήλα που του μένουν τελικά πολύ λίγα για τον εαυτό του. Επιτρέπει σε ένα ζευγάρι ηλικιωμένων γυναικών από το χωριό που δεν μπορούν να έχουν δική τους άμαξα να χρησιμοποιούν τη δική του.

 

Εικονογράφηση για την έκδοση του 1898, όπου ο κύριος Νάιτλυ ακούει με ευγένεια την ομιλητική κυρία Μπέητς. (Public Domain)

 

Συνοψίζοντας όσα διδάσκει στους αναγνώστες η συμπεριφορά του κυρίου Νάιτλυ, ο καθηγητής λογοτεχνίας Μίτσελ Καλπαγκιάν έγραψε: «Ένας ευγενής άνθρωπος κάνει καλές πράξεις αθόρυβα και απαρατήρητα, έχοντας πάντα επίγνωση των αναγκών των άλλων χωρίς να του το ζητήσουν».

Υπερασπιστής της τιμής των άλλων

Ένας ευγενής άνθρωπος φροντίζει τους παραμελημένους και υπερασπίζεται την τιμή όλων. Ο Νάιτλι έχει στον νου του όσους παραμελούνται από τους άλλους.

Ο πατέρας της Έμμα, ο κύριος Γούντχαους, είναι ένας αδύναμος γέρος, καλόκαρδος αλλά συνεσταλμένος και, για κάποιους, λίγο υποχόνδριος και κουραστικός στην παρέα. Λίγοι άνθρωποι βρίσκουν χρόνο για αυτόν. Ωστόσο, ο κύριος Νάιτλυ τον επισκέπτεται τακτικά και του μιλά ευχάριστα για τα πιο ασήμαντα θέματα, αφιερώνοντας τον χρόνο του σε αυτόν τον μοναχικό γέρο, χωρίς ποτέ να παραπονιέται για τη μικρονοηκότητα του κυρίου Γούντχαους. Όπως το έθεσε ο Καλπαγκιάν, «πάντα κοινωνικός και ευγενικός, [ο κύριος Νάιτλυ] δεν καταφεύγει ποτέ σε επιδείξεις για να κερδίσει αναγνώριση ή κομπλιμέντα, αλλά συζητά ανεπιτήδευτα με όλους τους ανθρώπους για πολλά θέματα, ασήμαντα και σημαντικά, με τέλεια ευκολία και χωρίς αέρα ανωτερότητας».

Ο κύριος Νάιτλυ παρέχει ένα άλλο παράδειγμα φροντίδας, όταν η Χάριετ Σμιθ σνομπάρεται από άλλον άντρα σε έναν χορό. Παρατηρεί τη φτωχή κοπέλα να κάθεται λυπημένη μόνη της ενώ οι άλλοι χορεύουν, και σπεύδει να τη ‘σώσει’ οδηγώντας την ο ίδιος στον χορό.

Σε μια ιδιαίτερα οδυνηρή σκηνή, η ενθουσιώδης Έμμα κοροϊδεύει μια ανόητη αλλά ευγενική γυναίκα που έγνεθε μαλλί στο χωριό, την κυρία Μπέητς. Η Έμμα, η κυρία Μπέητς, ο κύριος Νάιτλυ και αρκετοί άλλοι έχουν πάει για πικνίκ, και την ώρα που κάθονται να ξεκουραστούν αποφασίζουν να παίξουν ένα παιχνίδι όπου κάθε άτομο πρέπει να πει είτε ένα έξυπνο πράγμα είτε δύο μετρίως έξυπνα πράγματα είτε τρία βαρετά πράγματα. Η κυρία Μπέητς — γνωστή για τη φλυαρία της για τα πιο ασήμαντα ζητήματα — παρατηρεί τότε, με μια δόση αυτοκριτικής: «Τρία πράγματα πραγματικά πολύ βαρετά. Αυτό είναι για μένα, ξέρετε. Σίγουρα λέω τρία βαρετά πράγματα μόλις ανοίγω το στόμα μου, έτσι δεν είναι;»

Σε μια προσπάθεια να φανεί πνευματώδης, η Έμμα απαντά κοροϊδευτικά: «Α! Κυρία, αλλά μπορεί να υπάρχει μια δυσκολία. Με συγχωρείτε — αλλά θα περιοριστείτε στον αριθμό — μόνο τρία τη φορά».

Η κα Μπέητς σταματά αμέσως ταπεινωμένη και αμήχανη. Λίγο αργότερα την υπερασπίζεται ο κύριος Νάιτλυ, χωρίς να παραλείψει να επιπλήξει την Έμμα για την απερισκεψία της:

«Ήταν πραγματικά άσχημο! Εσύ, που σε ήξερε από βρέφος, που σε είχε παρακολουθήσει να μεγαλώνεις από μια περίοδο που η προσοχή της ήταν τιμή, να σε έχει τώρα, με αλόγιστη διάθεση και υπερηφάνεια της στιγμής, να γελάς μαζί της, να την ταπεινώνεις — και ενώπιον της ανιψιάς της — και ενώπιον άλλων, πολλοί από τους οποίους (σίγουρα κάποιοι) θα επηρεάζονταν από την στάση σου. Αλλά πρέπει και θα το κάνω — θα σου πω αλήθειες.»

Προσήλωση στην αλήθεια

Όπως δηλώνει ο ίδιος ο κύριος Νάιτλυ στο απόσπασμα που μόλις αναφέρθηκε, είναι αποφασισμένος να πει την αλήθεια. Κάθε άνθρωπος με ακεραιότητα πρέπει να αγαπά και να ζει σύμφωνα με την αλήθεια. Μιλώντας στην Έμμα για την ανεντιμότητα ενός άλλου αρσενικού χαρακτήρα, ο κύριος Νάιτλυ φωνάζει με αίσθημα: «Τόσο σε αντίθεση με αυτό που θα έπρεπε να είναι ένας άντρας! Τίποτα από αυτή την ειλικρινή ακεραιότητα, αυτή την αυστηρή προσήλωση στην αλήθεια και τις αρχές, αυτή την περιφρόνηση της πονηριάς και της μικρότητας, που ένας άντρας πρέπει να επιδεικνύει σε κάθε συναλλαγή της ζωής του». Αυτή είναι μια εξαιρετική περίληψη των αξιών του κυρίου Νάιτλυ και του τρόπου που ενεργεί: με αφοσίωση στην αλήθεια και την ειλικρίνεια.

Επιπλέον, ο κύριος Νάιτλυ ξέρει ότι η αλήθεια θα ωφελήσει τελικά τους άλλους. Επειδή τρέφει μεγάλη αγάπη και νοιάζεται πραγματικά για την Έμμα, είναι ειλικρινής μαζί της και της λέει ακόμα και σκληρές αλήθειες, ώστε εκείνη να μάθει και να ωριμάσει. Τελικά, ο κύριος Νάιτλυ ενδιαφέρεται για την καλλιέργεια της Έμμας, ιδίως στην αρετή, και προσπαθεί να την καθοδηγήσει σε αυτό το μονοπάτι. Της λέει τη γνώμη του όταν νιώθει ότι είναι απαραίτητο, όπως μετά από το περιστατικό με την κυρία Μπέητς.

Όταν συνειδητοποιεί πως η ανάμειξη της Έμμα έχει βλάψει το ειδύλλιο μεταξύ της Χάριετ και του Ρόμπερτ Μάρτιν, της λέει ειλικρινά: «Δεν ήσουν φίλη της Χάριετ Σμιθ, Έμμα». Με αυτό, εννοεί ότι η Έμμα έχει βάλει τον εαυτό της και το παιχνίδι των γνωριμιών πάνω από αυτό που είναι πραγματικά καλό για τη Χάριετ.

Σε αντίθεση με τους περισσότερους χαρακτήρες του βιβλίου, ο κύριος Νάιτλυ δεν κολακεύει την Έμμα, όσο κι αν τη νοιάζεται. Όταν κάνει ένα λάθος — είτε σε κάτι μικρό, όπως όταν ζωγραφίζει ένα πορτραίτο είτε σε κάτι μεγάλο, όπως μια φιλία — της προσφέρει εποικοδομητική κριτική. Ο πονηρός και φίλαυτος κύριος Έλτον, ελπίζοντας να κερδίσει την εύνοια της Έμμας, επαινεί χωρίς διάκριση τις καλλιτεχνικές της ικανότητες, αλλά ο κύριος Νάιτλυ της επισημαίνει ευγενικά τα προβλήματα της ζωγραφιάς της.

Η προσέγγιση του κυρίου Νάιτλυ στη ζωή μπορεί να συνοψιστεί με τα δικά του λόγια: «Υπάρχει ένα πράγμα, Έμμα, που ένας άντρας μπορεί πάντα να κάνει, αν το επιλέξει, και αυτό είναι το καθήκον του. Όχι με ελιγμούς και περίτεχνο τρόπο, αλλά με δύναμη και αποφασιστικότητα» – το καθήκον του να βοηθά τους άλλους, να επιπλήττει το κακό όταν το βλέπει και να υπερασπίζεται ό,τι είναι σωστό και ευγενές.

Σε όλο το μυθιστόρημα, το κάνει αυτό με «δύναμη και αποφασιστικότητα», αποδεικνύοντας ότι τα ιδεώδη της ιπποσύνης μπορούν να αντέξουν ακόμη και στην καθημερινή ζωή, όπου κάθε αλληλεπίδραση με τους άλλους μπορεί να ιδωθεί ως δοκιμασία ιπποτικής αρετής.

Το σιωπηλό μυστικό: Πώς να είμαστε καλοί ακροατές

Η ζωή μας κυλά μέσα σε έναν ηχητικό χείμαρρο, γεμάτη λέξεις που μας κατακλύζουν από παντού — το ραδιόφωνο, την τηλεόραση, τα podcast, τα ιστολόγια — λέξεις ανθρώπων που αποζητούν να μοιραστούν τη γνώμη τους. Παράλληλα, παλεύουμε και με τον εσωτερικό μας θόρυβο, τα συνεχή παράσιτα των σκέψεων, των σχεδίων, των ανησυχιών, των ελπίδων και των τύψεών μας που πηγαινοέρχονται άναρχα στο μυαλό μας. Υπό αυτές τις συνθήκες, πολλές φορές είναι δύσκολο να ακούσουμε κάτι άλλο, αυτό που προσπαθεί να μας πει ένας άλλος άνθρωπος. Είναι αρκετά συνηθισμένο φαινόμενο να ακούμε τους άλλους χωρίς να προσέχουμε πραγματικά αυτό που λένε, είτε επειδή είμαστε απορροφημένοι από τις δικές μας σκέψεις είτε επειδή παρασυρόμαστε από το ρεύμα των πληροφοριών που μας στέλνει αδιάλειπτα το κινητό μας.

Ωστόσο, η αληθινή ακρόαση φέρει μέσα της μια ισχυρή δύναμη. Όταν ακούμε πραγματικά τους άλλους, βελτιώνεται σχεδόν κάθε τομέας της ζωής μας, από την εργασία μέχρι την οικογένεια και την πολιτική. Η καλή ακρόαση μειώνει τις παρεξηγήσεις, αυξάνει τη σύνδεση, δείχνει σεβασμό στους άλλους και χτίζει εμπιστοσύνη. Ο συγγραφέας και ομιλητής Σάιμον Σίνεκ είπε ότι η ακρόαση είναι ο καλύτερος τρόπος για να χτίσετε εμπιστοσύνη και κοινό έδαφος με κάποιον, με επιπτώσεις στην αποκλιμάκωση των συγκρούσεων σε όλα τα επίπεδα, από το προσωπικό έως το διεθνές: «Το να ακούμε είναι ένας καλός τρόπος για να κερδίσουμε την εμπιστοσύνη του άλλου… είναι μία ικανή μέθοδος ανεύρεσης κοινού εδάφους στις αντιθέσεις όχι μόνο σε απλές περιπτώσεις επιχειρήσεων, αλλά και σε πιο περίπλοκες περιπτώσεις της εθνικής πολιτικής και της παγκόσμιας πολιτικής, ακόμα και στον πόλεμο».

Ο Σίνεκ επισημαίνει, επίσης, ότι η ακρόαση σπανίως διδάσκεται ως δεξιότητα. Ορισμένοι ίσως έχουν παρακολουθήσει μαθήματα ρητορικής, αλλά δεν θα βρείτε μάθημα ακρόασης στον κατάλογο μαθημάτων κανενός κολεγίου. «Ως κουλτούρα, αντιμετωπίζουμε την ακρόαση ως μια αυτόματη διαδικασία για την οποία δεν υπάρχουν πολλά να πούμε», γράφει ο Μ.Μ. Όουεν. «Όταν η έννοια της ακρόασης εξετάζεται εκτενώς, είναι στο πλαίσιο της επαγγελματικής επικοινωνίας, κάτι που πρέπει να τελειοποιήσουν οι ηγέτες και οι μέντορες, αλλά που όλοι οι άλλοι μπορούν να αγνοήσουν». Ωστόσο, όπως κάθε δεξιότητα, η ακρόαση δεν είναι συνήθως μια εγγενής ικανότητα – χρειάζεται καθοδήγηση και εξάσκηση για να γίνουμε καλύτεροι ακροατές και να αποκομίσουμε τις οφέλη της. Μην τη βλέπετε αφ’ υψηλού. «Μου πήρε πάρα πολύ καιρό να μάθω να ακούω πραγματικά», προσθέτει ο Όουεν. «Είναι ένα είδος μαγικού κόλπου: και τα δύο μέρη μαλακώνουν, ανθίζουν, είναι λιγότερο μόνα τους.»

Σίγουρα, όλοι μας θα θέλαμε να είμαστε λίγο λιγότερο μόνοι.

Αυτό το άρθρο προσφέρει μερικές υποδείξεις για να γίνετε καλύτερος ακροατής.

Εξασκηθείτε στην ενεργητική ακρόαση

Ο Μ.Μ. Όουενς παρατήρησε τη χαρά που νιώθουμε μιλώντας με κάποιον που δίνει την πλήρη προσοχή του και θέλησε να το επιτύχει αυτό και ο ίδιος. Στην προσπάθειά του να γίνει καλύτερος ακροατής, ο Όουενς στράφηκε στο έργο του ψυχολόγου του 20ου αιώνα Καρλ Ρότζερς, ο οποίος επινόησε τον όρο «ενεργητική ακρόαση».

Ο Ρότζερς πίστευε ότι η προσεκτική, βαθιά και συμπονετική ακρόαση μπορεί να μεταμορφώσει τους ανθρώπους και χρησιμοποίησε αυτήν τη μέθοδο στη θεραπευτική του πρακτική, αν και πίστευε ότι ήταν εξίσου εφαρμόσιμη στην καθημερινή ζωή. Ο Όουενς είπε ότι, για τον Ρότζερς, η ενεργητική ακρόαση ήταν «μια από τις βασικές μεθόδους για να κάνει τον άλλον να αισθάνεται λιγότερο μόνος, λιγότερο κολλημένος και πιο ικανός για αυτογνωσία».

Σύμφωνα με το The Harvard Business Review, η ενεργητική ακρόαση αποτελείται από τρία μέρη.

  • Γνωστικό. Αυτή η πτυχή απαιτεί να εστιάσετε νοητικά όλη την προσοχή σας στις πληροφορίες, τόσο τις ρητές όσο και τις σιωπηρές, που προσπαθεί να μεταφέρει ο συνομιλητής σας.
  • Συναισθηματικό. Ένας καλός ακροατής πρέπει να διατηρεί συναισθηματική ισορροπία, ακόμη και όταν οι πληροφορίες που λαμβάνει μπορεί να είναι ανατρεπτικές. Το βασικό συναίσθημα που πρέπει να καλλιεργήσετε εδώ είναι η συμπόνια.
  • Συμπεριφορικό. Δεν αρκεί να ακούτε – το άλλο άτομο πρέπει να ξέρει ότι ακούτε. Το δείχνετε αυτό μέσω λεκτικών και μη λεκτικών ενδείξεων (όπως η οπτική επαφή, τα νεύματα και το να κοιτάτε τον ομιλητή).

Όταν ανοίγεστε γνωστικά, συναισθηματικά και συμπεριφορικά σε αυτό που προσπαθεί να επικοινωνήσει ο άλλος, τότε γίνεται δυνατή μια πραγματική συνάντηση μυαλών και καρδιών χάρη στην οποία τα μυαλά και οι καρδιές μπορούν να συναντηθούν.

Ανακλάστε τα λόγια του ομιλητή

Όταν ανακλάτε τα λόγια του άλλου, επαναλαμβάνετε αυτά που σας είπε για να επιβεβαιώσετε αν τα έχετε καταλάβει σωστά ή όχι. Αυτό έχει πολλά οφέλη. Ο κλινικός ψυχολόγος Άλι Μάττου λέει σχετικά: «Δείχνει στο άλλο άτομο ότι όντως ακούτε και ότι σας ενδιαφέρει πραγματικά αυτό που λέει. Δεύτερον, σας αναγκάζει να ‘σβήσετε’ το μέρος του εγκεφάλου σας που θέλει να διακόψει ή να προσφέρει συμβουλές και σας αναγκάζει να ενεργοποιήσετε το μέρος του εγκεφάλου σας που αφορά την ενσυναίσθηση, την κατανόηση και τη συμπόνια».

Ο Μάττου επισημαίνει ότι αυτή η διαδικασία ελαχιστοποιεί τις παρεξηγήσεις. Στη δική του θεραπευτική πρακτική, ανακάλυψε ότι η ανάκλαση των λόγων και των εμπειριών του πελάτη είναι ενίοτε λανθασμένη. Έχει παρεξηγήσει κάτι ή του έχει διαφύγει μια σημαντική λεπτομέρεια και η διατύπωση της κατανόησής του φωναχτά επιτρέπει την άμεση αποσαφήνιση.

Φυσικά, όταν ανακλάτε, είναι σημαντικό να είστε όσο το δυνατόν πιο δίκαιοι και ακριβείς. Μη διαστρεβλώνετε τα λόγια των άλλων σύμφωνα με τις δικές σας απόψεις.
Αυτό δημιουργεί μόνο απογοήτευση.

Ο ψυχολόγος Τζόρνταν Πήτερσον αποκαλεί αυτή την τεχνική «περίληψη αυτοϊκανοποίησης». Δηλαδή, πρέπει να βεβαιωθείτε ότι μπορείτε να επαναδιατυπώσετε την έκφραση του συνομιλητή σας με τρόπο που εκείνος να θεωρεί ακριβή και ικανοποιητικό.

Αποφύγετε τις «απαντήσεις μετατόπισης»

Πίσω από την κακή ακρόαση κρύβεται συνήθως το ‘τέρας’ του εγωισμού.

Συχνά αποτυγχάνουμε να ακούσουμε επειδή είμαστε πολύ απασχολημένοι με τον εαυτό μας. Με ειλικρίνεια, ο Όουενς ομολόγησε: «Ο νεότερος εαυτός μου απολάμβανε τη συζήτηση.
Αλλά λόγω του εγωισμού μου, αυτό που πραγματικά απολάμβανα ήταν να μιλάω. Όταν ήταν η σειρά κάποιου άλλου να μιλήσει, η ακρόαση έμοιαζε με αγγαρεία. Μπορεί να απορροφούσα παθητικά ό,τι λέγονταν, αλλά το μεγαλύτερο μέρος του εαυτού μου ονειροπολούσε, αναπολούσε, έκανε σχέδια. Είχα τη συνήθεια να διακόπτω».

Στην προσπάθεια να υποτάξουμε τον εγωισμό μας και να είμαστε πραγματικά παρόντες όταν μιλούν οι άλλοι, μαθαίνουμε να σταματάμε να ονειροπολούμε και να αρχίζουμε να δίνουμε προσοχή σε αυτό που πραγματικά λένε. Αλλά το τέρας του εγώ έχει και πιο λεπτά κόλπα. Ένα τέτοιο τέχνασμα είναι η «αντίδραση μετατόπισης», κατά την οποία ακούμε τι λέει ο άλλος μεν αλλά βρίσκουμε έναν τρόπο να το συσχετίσουμε με ή να το μετατοπίσουμε στον εαυτό μας.

«Σήμερα έπρεπε να πληρώσω έναν πολύ μεγάλο λογαριασμό για τα υδραυλικά», λέει ο φίλος σας.

«Αλήθεια; Κάποτε χρειάστηκε να πληρώσω 3.000 ευρώ για να κάνω τον νεροχύτη της κουζίνας μου να αποστραγγίζει σωστά. Ήταν απίστευτο! Ο τύπος έλειπε όλη μέρα και φαινόταν να χαζεύει, αλλά όταν επιτέλους…»

Είναι σαφές σε αυτή την περίπτωση ότι άκουγα μόνο για να μπορέσω να μιλήσω ξανά – και μόνο – για τον εαυτό μου.

Στοχεύστε στο συνολικό νόημα

Στο παράδειγμα με τα υδραυλικά, ένας προσεκτικός ακροατής πιθανόν να αντιλαμβανόταν ότι ο φίλος του αναζητούσε λίγη συμπόνια για τον υπέρογκο λογαριασμό.

Οι λέξεις – «Είχα έναν πολύ μεγάλο λογαριασμό υδραυλικών εγκαταστάσεων» – λένε μόνο ένα μέρος της ιστορίας. Ο ομιλητής προσπαθεί να επικοινωνήσει κάτι περισσότερο από ένα γεγονός, πολύ πιθανόν ένα συναίσθημα και μια ανάγκη για συμπόνια.

Ο Καρλ Ρότζερς κατανόησε τι σημαίνει να προσπαθούμε να κατανοήσουμε όχι μόνο τι λέγεται, αλλά και το γιατί. Το ονόμασε «συνολικό νόημα». Ο Όουενς το συνόψισε ως εξής: «Αυτό σημαίνει να καταγράψουμε τόσο το περιεχόμενο αυτού που λέγεται όσο και (πιο διακριτικά) το «συναίσθημα ή τη στάση που διέπει αυτό το περιεχόμενο». Συχνά, το συναίσθημα είναι αυτό που πραγματικά εκφράζεται, ενώ το περιεχόμενο χρησιμεύει απλώς σαν όχημα. Η σύλληψη αυτού του συναισθήματος απαιτεί πραγματική συγκέντρωση, ιδίως καθώς οι μη λεκτικές ενδείξεις – ο δισταγμός, η μουρμούρα, οι αλλαγές στη στάση του σώματος – είναι ζωτικής σημασίας. Αν είμαστε αφηρημένοι και μισοακούμε μόνο, το «συνολικό νόημα» θα μας διαφύγει εντελώς».

Όταν μισοακούμε και τα λεγόμενα του άλλου αντιμετωπίζονται με αδιαφορία, μπορεί να αποσυρθεί στον εαυτό του και η ευκαιρία για σύνδεση να εξαφανιστεί τόσο γρήγορα όσο η φλόγα ενός σπίρτου. Το να αντιλαμβάνόμαστε τις λέξεις αλλά όχι το συνολικό νόημα είναι συχνά χειρότερο από το να μην αντιλαμβανόμαστε καθόλου.

Αυτός ο κατάλογος τεχνικών ακρόασης δεν είναι διεξοδικός ούτε θα γίνετε καλός ακροατής μόλις αρχίσετε να τις εφαρμόζετε.

Ο ψυχολόγος Τζόρνταν Πήτερσον έχει παρατηρήσει σχετικά με την ακρόαση: «Δεν υπάρχει τίποτα που οι άνθρωποι δεν θα σας πουν αν τους ακούτε». Αυτό μπορεί να είναι ένα μεγάλο δώρο, που μας επιτρέπει να συνδεθούμε βαθιά με τους άλλους και να ανακαλύψουμε έναν ευρύτερο κόσμο, αρκεί να ανοίξουμε τα αυτιά μας. Ο Πήτερσον θυμάται: «Κατά τη διάρκεια της κλινικής πρακτικής μου, είχα ανθρώπους που ήταν εξαιρετικά μειωμένης νοημοσύνης και υπέφεραν από κάθε είδους παθολογίες. Αν τους άκουγα σωστά, ήταν τόσο συναρπαστικοί όσο οποιοσδήποτε άλλος που είχα στο ας πούμε άκρο του φάσματος με τις περισσότερες ικανότητες».

Ακούγοντας υπομονετικά τους άλλους με όλη μας την προσοχή δεν θα μας αποκαλύψει μόνο τον κόσμο με πιο ολοκληρωμένο τρόπο, αλλά μπορεί επίσης να μας βοηθήσει να θεραπεύσουμε τις διχόνοιες που τον ταλαιπωρούν.

Του Walker Larson

Περί ενεργητικής και εις βάθος ανάγνωσης

Διαβάζουμε για ψυχαγωγία, ενημέρωση, γνώση. Ένα καλό βιβλίο, ποίημα ή εργασία είναι και μία ανοικτή πόρτα προς τον κόσμο. Το διάβασμα ανοίγει νέους ορίζοντες και νέους δρόμους προς την αλήθεια και την ομορφιά, προς τον εαυτό μας και προς τους άλλους.

Οι καρποί της βαθιάς, αναλυτικής ανάγνωσης είναι η κατανόηση και η σοφία, που δεν συνίστανται απλώς στη συσσώρευση περισσότερων πληροφοριών, αλλά στην κατανόησή τους και στον συνδυασμό τους σε μια ολιστική και ουσιαστική αντανάκλαση της πραγματικότητας. Στα βιβλία αναζητούμε τη σοφία: τη γνώση των αιτίων, όχι μόνο τα «τι» ή «πώς», αλλά και τα«γιατί». Η κατάκτηση της σοφίας προϋποθέτει και βαθύτερη ανάγνωση.

Διαβάζω (και γράφω) καλά σημαίνει σκέπτομαι καλά. Αλλά όπως η καλή σκέψη δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένη, ούτε και η καλή ανάγνωση είναι. Συχνά υποθέτουμε ότι εάν ένα άτομο έχει μάθει να αποκρυπτογραφεί τα γράμματα και τις λέξεις που είναι γραμμένες και έχει αρκετά πλούσιο λεξιλόγιο, τότε μπορεί να διαβάσει και να κατανοήσει το νόημα των προτάσεων. Αλλά η καλή ανάγνωση είναι κάτι περισσότερο.

Ενεργητική ανάγνωση

Στο κλασικό τους έργο «Πώς να διαβάζετε ένα βιβλίο» (“How to Read Books“, 1940), οι Μόρτιμερ Άντλερ [Mortimer Adler] και Τσαρλς βαν Ντόρεν [Charles Van Doren] εξηγούν ότι οι αναγνώστες δεν διαβάζουν εξίσου καλά:

«Ένας αναγνώστης είναι καλύτερος από έναν άλλο στο βαθμό που είναι ικανός για μεγαλύτερη δραστηριότητα στο διάβασμα και κάνει περισσότερη προσπάθεια. Είναι καλύτερος αν απαιτεί περισσότερα από τον εαυτό του και από το κείμενο που έχει μπροστά του.»

Με άλλα λόγια, το καλό διάβασμα είναι ενεργητικό και απαιτεί μία προσπάθεια. Για να πάρουμε ό,τι μπορούμε από ένα υπέροχο βιβλίο, άρθρο ή ποίημα, πρέπει να κοπιάσουμε.

Το ότι οι αναγνώστες βρίσκονται στη θέση του αποδέκτη πληροφοριών δεν σημαίνει ότι δεν συμμετέχουν στη σχέση συγγραφέα και αναγνώστη. Οι Άντλερ και βαν Ντόρεν εξηγούν:

«Είναι λάθος να πιστεύουμε ότι η επικοινωνία είναι σαν να δεχόμαστε ένα χτύπημα, μια κληρονομιά ή μια κρίση. Αντίθετα, ο αναγνώστης ή ο ακροατής μοιάζουν πολύ περισσότερο με τον catcher στο μπέιζμπολ. Το πιάσιμο της μπάλας είναι μια δράση όπως το ρίξιμο ή το χτύπημα».

Τι πρέπει να κάνετε για να «πιάσετε» τις πληροφορίες που προσφέρει ο συγγραφέας στο κείμενο; Για να επωφεληθείτε από την ανάγνωση, χρειάζονται ορισμένες δεξιότητες.

Κατανοήστε τον σκοπό του συγγραφέα

Αυτό μπορεί να φαίνεται προφανές, αλλά πολλοί άνθρωποι παραμελούν αυτό το πρώτο βήμα – να προσδιορίσουν σωστά το είδος και τον σκοπό του έργου, στοιχεία θεμελιώδη για την ανακάλυψη του νοήματός του. Είναι αστοχήσουμε αν δεν τοποθετήσουμε το έργο στη σωστή προοπτική.

Ένα αστείο είναι ένα προφανές παράδειγμα αυτού. Εάν ένα αστείο παρερμηνευτεί ως σοβαρό, μπορεί να υπάρξει μεγάλη σύγχυση. Πρώτα πρέπει να καταλάβουμε τι διαβάζουμε: ένα επιστημονικό έργο, ένα άρθρο, ένα προσωπικό δοκίμιο, έναν πολιτικό λόγο, μια σάτιρα, ένα πειραματικό μυθιστόρημα, ένα ποίημα ή ένα θεατρικό έργο; Αυτά τα διαφορετικά είδη λογοτεχνικών έργων δεν μπορούν να διαβαστούν με τον ίδιο τρόπο.

Προσδιορίστε τα ζητήματα που θίγει ο συγγραφέας

Έχοντας καθορίσει το γενικό είδος και τον σκοπό του έργου, θέλουμε να μάθουμε τα ερωτήματα και τους προβληματισμούς που θέτει ο συγγραφέας. Αυτές οι πληροφορίες περιέχονται συνήθως στην εισαγωγή του βιβλίου ή στις πρώτες λίγες παραγράφους ενός άρθρου ή δοκιμίου. Αν αποκτήσουμε μια βασική κατανόηση της δομής του έργου, θα έχουμε έναν ‘χάρτη’ που θα μας βοηθά να γνωρίζουμε από πού περάσαμε και πού πηγαίνουμε.

Ανοιχτείτε στο κείμενο

Αυτή η συμβουλή ισχύει ιδιαίτερα για τη μυθοπλασία και την ποίηση, όπου ο συγγραφέας επιδιώκει να μεταφέρει μια εμπειρία και όχι ένα συγκεκριμένο σύνολο γεγονότων. Αλλά ισχύει επίσης για τη μη λογοτεχνία ότι πρέπει να προσεγγίσουμε το κείμενο με ανοιχτό μυαλό, αν θέλουμε να αντλήσουμε πολλά από αυτό. Η φιλόλογος Τζέσσικα Μηκ [Jessica Meek] γράφει:

«Διαβάζω καλά σημαίνει παραμερίζω τις προκαταλήψεις μου για να κατανοήσω πλήρως τα επιχειρήματα.»

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούμε να επικρίνουμε ή να διαφωνήσουμε με ένα βιβλίο, αλλά ακόμα και αυτό μπορεί να είναι καρποφόρο μόνο αν πρώτα το κατανοήσουμε πραγματικά και κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε για να το δούμε μέσα από τα μάτια του συγγραφέα.

Στο «Πειραματισμός στην κριτική» (An Experiment in Criticism, 1961), ο C.S. Lewis γράφει:

«Μπορούμε να αναγνωρίσουμε ένα βιβλίο ως κακό μόνο διαβάζοντάς το σαν να μπορούσε να είναι πολύ καλό. Πρέπει να καθαρίσουμε το μυαλό μας και να ανοιχτούμε. Δεν υπάρχει δουλειά στην οποία δεν μπορούμε να βρούμε κενά. Δεν υπάρχει έργο που να μπορεί να γίνει επιτυχημένο χωρίς να προηγηθεί μία πράξη καλής θέλησης από την πλευρά του αναγνώστη.»

Μιλώντας συγκεκριμένα για λογοτεχνικά ή καλλιτεχνικά έργα, ο Λιούις τονίζει την ανάγκη να ανοιχτούμε, να «παραδοθούμε» στο έργο, τουλάχιστον στην πρώτη ανάγνωση:

«Η πρώτη απαίτηση ενός έργου οποιασδήποτε τέχνης είναι η παράδοση. Κοιτάζω. Ακούω. Αποδέχομαι. Παραμερίζω τον εαυτό μου.»

Βρείτε ένα επιχείρημα στη μη μυθοπλασία

Γενικά, κάθε μη μυθοπλαστικό έργο (non-fiction) επιβεβαιώνει και αρνείται τον τρόπο που λειτουργεί ο κόσμος. Ως αναγνώστες, θέλουμε να εστιάσουμε σε αυτές τις στιγμές γιατί αποτελούν τον πυρήνα της ιστορίας από την οποία εξαρτώνται τα πάντα. Πρέπει να διαβάζουμε τις σημαντικές ή διφορούμενες προτάσεις αργά και προσεκτικά.

Οι Άντλερ και βαν Ντόρεν συμβουλεύουν:

«Από την οπτική του αναγνώστη, οι προτάσεις που είναι σημαντικές είναι εκείνες που απαιτούν προσπάθεια στην ερμηνεία γιατί δεν είναι απολύτως σαφείς με την πρώτη ματιά… Αυτές είναι οι προτάσεις που διαβάζει κανείς πολύ πιο αργά και πιο προσεκτικά από τις άλλες… Πιθανότατα, θα έχετε τη μεγαλύτερη δυσκολία με τα πιο σημαντικά πράγματα που θέλει να πει ο συγγραφέας.»

Είναι χρήσιμο να υπογραμμίσετε ή να τονίσετε τέτοιες προτάσεις με αστερίσκους.

Κάντε ερωτήσεις και συμμετάσχετε στη συζήτηση

Όταν αρχίζουμε να προσδιορίζουμε τις βασικές προϋποθέσεις και τα συμπεράσματα του συγγραφέα ή τα βασικά χαρακτηριστικά του κόσμου που δημιουργεί ο συγγραφέας, πρέπει να τα αμφισβητήσουμε. Είναι αλήθεια; Τι ζητούν ή υπαινίσσονται; Ταιριάζουν με την εμπειρία μου; Έχουν νόημα τα στοιχεία; Πώς συγκρίνονται με άλλα πράγματα που έχω διαβάσει; Ποιες δηλώσεις του συγγραφέα με μπερδεύουν, εμπνέουν ή συγκινούν;

Οι Άντλερ και βαν Ντόρεν λένε:

«Ο αναλυτικός αναγνώστης πρέπει να κάνει πολλές ερωτήσεις σχετικά με αυτό που διαβάζει.»

Αν και οι ερωτήσεις μπορεί να διαφέρουν κατά την ανάγνωση μυθοπλασίας και μη μυθοπλασίας, μπορούμε να εμβαθύνουμε και στους δύο τύπους έργων θέτοντας ερωτήσεις και συνδέοντάς τα με άλλα πράγματα που έχουμε βιώσει ή διαβάσει.

Γράψτε και κάντε σχόλια καθώς διαβάζετε

Η συνομιλία μας με το κείμενο παίρνει συγκεκριμένη μορφή γραπτώς — ακόμα και αν πρόκειται μόνο για λίγες λέξεις σημειωμένες στο περιθώριο ή για την υπογράμμιση μιας σημαντικής πρότασης. Όπως έγραψαν οι Άντλερ και βαν Ντόρεν, «θα πρέπει να διακρίνετε τις κύριες προτάσεις σαν να ήταν ανάγλυφες στη σελίδα». Αυτό το κάνουμε υπογραμμίζοντας ή επισημαίνοντας φράσεις-κλειδιά.

Η υπογράμμιση και ο σχολιασμός όχι μόνο τονίζουν οπτικά τις βασικές φράσεις και τις καθιστούν εύκολα προσβάσιμες αργότερα, αλλά επίσης μάς αναγκάζουν να επιβραδύνουμε, να ξαναδιαβάζουμε και να σκεφτόμαστε περίπλοκες, υπέροχες, μυστηριώδεις και άλλες σημαντικές ιδέες. Το Πανεπιστήμιο του Όρεγκον συνιστά να κρατάτε σημειώσεις και να απαντάτε στο κείμενο καθώς διαβάζετε, συνοψίζοντας ή εξηγώντας δύσκολες έννοιες με δικά σας λόγια. Αν κάτι συγκεκριμένο τραβά το ενδιαφέρον μας ή μας κουράζει, θα πρέπει να το σημειώσουμε. Νιώθω ανεπαρκής αν προσπαθώ να διαβάσω χωρίς ένα μολύβι στα χέρια μου. Έχει γίνει ένα απαραίτητο εργαλείο στην ενεργή διαδικασία ανάγνωσης μου. Χρησιμοποιώντας αστερίσκους, υπογραμμίσεις, ερωτηματικά και σημειώσεις στο περιθώριο, το μολύβι μου εκφράζει τον εσωτερικό μου διάλογο με το κείμενο.

Όπως κάθε άλλη δεξιότητα, η καλή, εις βάθος ανάγνωση δεν είναι έμφυτο χαρακτηριστικό. Απαιτεί εξάσκηση, πειραματισμό και ανάπτυξη. Η ανάγνωση είναι ένας διάλογος και μια σχέση μεταξύ του αναγνώστη, του συγγραφέα και του κόσμου. Μέσω των βιβλίων μπορούμε να έχουμε πρόσβαση στα μεγαλύτερα μυαλά στον κόσμο και μπορούν να μας διδάξουν πολλά. Πρέπει, όμως, να κάνουμε την απαραίτητη προσπάθεια για να δεχτούμε το δώρο που προσφέρεται και να μην το αφήνουμε να γλιστρά από τα χέρια μας σαν άμμος. Πρέπει να κάνουμε περισσότερα από το να θυμόμαστε αυτά που έχουν γραφτεί. Πρέπει να σκεφτούμε γιατί γράφτηκε αυτό και πώς σχετίζεται με την πραγματικότητα. Πρέπει να διαβάζουμε σωστά.

Του Walker Larson