Δευτέρα, 23 Φεβ, 2026

Το Πεντάγωνο θα διακόψει τις ακαδημαϊκές σχέσεις με το Χάρβαρντ, σύμφωνα με τον Χέγκσεθ

Ο Υπουργός Πολέμου Πιτ Χέγκσεθ δήλωσε στις 6 Φεβρουαρίου ότι το Πεντάγωνο θα διακόψει όλους τους ακαδημαϊκούς δεσμούς με το Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ, καθώς το ίδρυμα «δεν ανταποκρίνεται πλέον στις ανάγκες του Υπουργείου Πολέμου ή των στρατιωτικών υπηρεσιών».

Ο Πιτ Χέγκσεθ ανέφερε ότι το Πεντάγωνο θα σταματήσει τη μεταπτυχιακή επαγγελματική στρατιωτική εκπαίδευση, τις υποτροφίες και τα προγράμματα πιστοποίησης με το σχολείο της Άιβι Λιγκ, ξεκινώντας από το ακαδημαϊκό έτος 2026-27 για τα εν ενεργεία μέλη των υπηρεσιών. Αυτή η πολιτική θα ισχύει για τα μέλη που θα εγγράφονται σε μελλοντικά μαθήματα, ενώ το στρατιωτικό προσωπικό που είναι ήδη εγγεγραμμένο στο Χάρβαρντ θα έχει τη δυνατότητα να ολοκληρώσει τις σπουδές του.

«Για πολύ καιρό, αυτό το υπουργείο έστελνε τους καλύτερους και λαμπρότερους αξιωματικούς μας στο Χάρβαρντ, ελπίζοντας ότι το πανεπιστήμιο θα κατανοούσε και θα εκτιμούσε καλύτερα την τάξη των πολεμιστών μας», δήλωσε σε ανακοίνωσή του. «Αντίθετα, πάρα πολλοί από τους αξιωματικούς μας επέστρεφαν μοιάζοντας υπερβολικά στο Χάρβαρντ — με κεφάλια γεμάτα παγκοσμιοποιητικές και ριζοσπαστικές ιδεολογίες που δεν βελτιώνουν τις μαχητικές μας τάξεις».

Ο Πιτ Χέγκσεθ είπε ότι το Χάρβαρντ δεν είναι πλέον ένα φιλόξενο ίδρυμα για το στρατιωτικό προσωπικό, επικαλούμενος τη συνεργασία του με το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα (ΚΚΚ) σε ερευνητικά προγράμματα στην πανεπιστημιούπολη και μια κουλτούρα που, όπως είπε, επέτρεψε επιθέσεις σε Εβραίους φοιτητές και «προωθεί τις διακρίσεις βάσει φυλετικής καταγωγής κατά παράβαση των αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου».

Το Πεντάγωνο θα αξιολογήσει παρόμοιες σχέσεις και με άλλα σχολεία της Άιβι Λιγκ και πολιτικά πανεπιστήμια τις επόμενες εβδομάδες. Νωρίτερα αυτή την εβδομάδα, ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι η κυβέρνησή του θα απαιτήσει από το Χάρβαρντ να καταβάλει αποζημίωση ύψους 1 δισ. δολαρίων, κατηγορώντας το πανεπιστήμιο ότι είναι «έντονα αντισημιτικό».

Η κυβέρνηση Ντόναλντ Τραμπ επιχείρησε να παγώσει δισεκατομμύρια δολάρια σε ομοσπονδιακή χρηματοδότηση από το Χάρβαρντ μετά από έρευνα για τις πρωτοβουλίες διαφορετικότητας, ισότητας και ένταξης (DEI). Ο πρόεδρος του Χάρβαρντ, Άλαν Γκάρμπερ, κατέθεσε αγωγή κατά της κυβέρνησης τον Απρίλιο του 2025, επιδιώκοντας την αποκατάσταση επιχορηγήσεων ύψους 2,2 δισ. δολαρίων.

Ο Τραμπ ανακοινώνει τη συγκρότηση του Συμβουλίου Ειρήνης για τη Γάζα

Τη δημιουργία του Συμβουλίου Ειρήνης για τη Γάζα ανακοίνωσε στις 15 Ιανουαρίου ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ, με αφορμή την έναρξη της δεύτερης φάσης της συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός μεταξύ Ισραήλ και της τρομοκρατικής οργάνωσης Χαμάς, υπό την αιγίδα των ΗΠΑ.

«Είναι μεγάλη μου τιμή να ανακοινώσω τη συγκρότηση του Συμβουλίου Ειρήνης», δήλωσε ο Τραμπ μέσω ανάρτησής του στην πλατφόρμα Truth Social. «Τα μέλη του συμβουλίου θα ανακοινωθούν σύντομα, αλλά μπορώ να πω με βεβαιότητα ότι πρόκειται για το σημαντικότερο και πιο διακεκριμένο συμβούλιο που έχει συγκροτηθεί ποτέ, σε οποιονδήποτε τόπο, οποιαδήποτε στιγμή».

Πρόεδρος του Συμβουλίου θα είναι ο ίδιος ο Τραμπ, το οποίο αναλαμβάνει την εποπτεία μιας παλαιστινιακής τεχνοκρατικής επιτροπής με αρμοδιότητα τη διοίκηση της Λωρίδας της Γάζας. Σε ξεχωριστή ανάρτηση, ο Τραμπ δήλωσε ότι στηρίζει τη νεοσυσταθείσα τεχνοκρατική επιτροπή που θα διοικήσει τη Γάζα κατά τη μεταβατική περίοδο, καθώς το ειρηνευτικό σχέδιο των ΗΠΑ εισέρχεται επίσημα στη δεύτερη φάση του.

«Ως πρόεδρος του Συμβουλίου Ειρήνης, στηρίζω τη νεοδιορισμένη παλαιστινιακή τεχνοκρατική κυβέρνηση, την Εθνική Επιτροπή Διοίκησης της Γάζας, με τη στήριξη του ανώτερου εκπροσώπου του συμβουλίου, ώστε να διαχειριστεί τη Γάζα στη μεταβατική περίοδο. Οι Παλαιστίνιοι αυτοί ηγέτες παραμένουν αμετακίνητα προσηλωμένοι σε ένα ειρηνικό μέλλον», τόνισε ο Τραμπ.

Ο πρόεδρος ανέφερε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα συνεργαστούν με την Αίγυπτο, την Τουρκία και το Κατάρ για την επίτευξη συμφωνίας αποστρατικοποίησης, που απαιτεί από τη Χαμάς να παραδώσει το σύνολο του οπλισμού της και να διαλύσει το δίκτυο τούνελ που διαθέτει.

«Η Χαμάς πρέπει άμεσα να σεβαστεί τις δεσμεύσεις της, συμπεριλαμβανομένης της επιστροφής της τελευταίας σορού στο Ισραήλ, και να προχωρήσει χωρίς καθυστέρηση στην πλήρη αποστρατικοποίηση», ανέφερε ο Τραμπ. «Όπως έχω ξαναπεί, μπορούν να το πετύχουν εύκολα ή δύσκολα. Ο λαός της Γάζας έχει υποφέρει αρκετά. Η ώρα είναι τώρα».

Το ειρηνευτικό σχέδιο για τη Γάζα ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 2025 και η γενικότερη στρατηγική προβλέπει τρεις φάσεις, με στόχο την υλοποίηση του σχεδίου 20 σημείων που παρουσίασε ο Τραμπ τον Σεπτέμβριο του περασμένου έτους. Ο προεδρικός απεσταλμένος για την ειρήνη, Στιβ Γουίτκοφ, δήλωσε στις 14 Ιανουαρίου ότι η δεύτερη φάση θα αφορά την πλήρη αποστρατικοποίηση και ανοικοδόμηση της Γάζας. Προειδοποίησε μάλιστα πως, αν η Χαμάς δεν τηρήσει τις υποχρεώσεις της, θα αντιμετωπίσει σοβαρές συνέπειες.

Από τον Οκτώβριο, Ισραήλ και Χαμάς αλληλοκατηγορούνται για παραβιάσεις της κατάπαυσης του πυρός. Η πρώτη φάση της συμφωνίας προέβλεπε την απελευθέρωση όλων των Ισραηλινών ομήρων, ζωντανών και νεκρών, που κρατούσε η Χαμάς. Μέχρι σήμερα, η οργάνωση έχει επιστρέψει τις σορούς 27 από τους 28 νεκρούς ομήρους.

Ο στρατός του Ισραήλ εξαπέλυσε στρατιωτική επιχείρηση στη Γάζα αφότου μαχητές της Χαμάς πραγματοποίησαν ευρείας κλίμακας επιθέσεις στη νότια περιοχή του Ισραήλ, στις 7 Οκτωβρίου 2023. Περισσότεροι από 1.100 άνθρωποι σκοτώθηκαν, χιλιάδες τραυματίστηκαν και 250 απήχθησαν κατά τη διάρκεια εκείνης της επίθεσης.

Η στρατιωτική αντίδραση του Ισραήλ στη Γάζα έχει οδηγήσει, σύμφωνα με το υπουργείο Υγείας της Γάζας που ελέγχεται από τη Χαμάς, σε πάνω από 71.000 θανάτους. Το υπουργείο δεν διαχωρίζει αμάχους από μέλη της Χαμάς.

Με τη συμβολή του Ράιαν Μόργκαν

Βίντεο καταγράφει μοιραία συμπλοκή με πράκτορα της ICE στη Μιννεάπολη

Στιγμές πριν από τη φονική συμπλοκή της 7ης Ιανουαρίου στη Μινεάπολη κατέγραψε πρόσφατα δημοσιοποιημένο βίντεο από το κινητό πράκτορα της Υπηρεσίας Μετανάστευσης και Τελωνείων (ICE). Το υλικό, που εξασφάλισε το Alpha News και κοινοποίησε το υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας μέσω X, δείχνει τον πράκτορα της ICE να βγαίνει από το όχημά του και να πλησιάζει το SUV της Ρενέ Νικόλ Γκουντ καταγράφοντας τα γεγονότα.

Στο φόντο ακούγονται σειρήνες και κόρνες αυτοκινήτων, ενώ στο πίσω κάθισμα του μπορντό SUV της Γκουντ διακρίνεται ένα μαύρο σκυλί. Ο πράκτορας εστιάζει στην πινακίδα του οχήματος, τη στιγμή που η Γκουντ ακούγεται να λέει: «Εντάξει, φίλε, δεν είμαι θυμωμένη μαζί σου», με το αριστερό της χέρι να κρέμεται έξω από το παράθυρο. Εκεί κοντά, μια γυναίκα που αργότερα ταυτοποιήθηκε ως η σύζυγός της, τραβάει βίντεο με το κινητό της. Απευθύνεται στον πράκτορα λέγοντας: «Εντάξει. Ενημερωτικά, δεν αλλάζουμε πινακίδες κάθε πρωί. Θα είναι η ίδια όταν ξανάρθετε. Θέλετε να μας πλησιάσετε; Θέλετε να μας πλησιάσετε; Πήγαινε για μεσημεριανό, μεγάλε».

Σε εκείνο το σημείο, δεύτερος πράκτορας της ICE πλησιάζει από τη μεριά του οδηγού, δίνοντας επανειλημμένα εντολή στη Γκουντ να βγει από το αυτοκίνητο. Η σύζυγός της επιχειρεί να ανοίξει την πόρτα του συνοδηγού για να εισέλθει, χωρίς επιτυχία. Ο πράκτορας που τραβάει το βίντεο μετακινείται μπροστά από το SUV, καθώς η Γκουντ κάνει αρχικά όπισθεν και έπειτα προσπαθεί να προχωρήσει μπροστά. Ακολουθεί ένταση, η κάμερα στρέφεται προς τα πάνω και ακούγονται φωνές του πράκτορα, ενώ σημειώνονται αλλεπάλληλοι πυροβολισμοί.

Ο αντιπρόεδρος Τζ. Ντ. Βανς ανήρτησε ξανά το βίντεο στο X, υποστηρίζοντας πως ο πράκτορας ενήργησε σε αυτοάμυνα. «Πολλοί είπαν πως αυτός ο αστυνομικός δεν χτυπήθηκε από αυτοκίνητο, δεν τον παρενόχλησαν και δολοφόνησε μια αθώα γυναίκα. Η αλήθεια είναι ότι κινδύνεψε η ζωή του και πυροβόλησε αμυνόμενος», σχολίασε. Σε ενημέρωση στον Λευκό Οίκο, ο Βανς άσκησε κριτική στα μέσα ενημέρωσης για την κάλυψη του περιστατικού, υποστηρίζοντας ότι θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια των αστυνομικών.

Σε άλλο βίντεο που αναρτήθηκε στο διαδίκτυο, διακρίνεται ο πράκτορας να πυροβολεί κατά της Γκουντ τη στιγμή που αυτή απομακρύνεται με το όχημά της, ενώ δεύτερος πράκτορας προσπαθεί να ανοίξει την πόρτα. Το SUV συγκρούεται στη συνέχεια με δύο σταθμευμένα αυτοκίνητα.

Αντιδρώντας στην ανάρτηση του Βανς, ο επικεφαλής της μειοψηφίας της Γερουσίας, Τσακ Σούμερ, ζήτησε στις 9 Ιανουαρίου διαφάνεια από την κυβέρνηση, σημειώνοντας: «Πώς μπορεί κάποιος να δει αυτό το βίντεο και να καταλήξει σε αυτό που γράφει [ο Βανς]; Ζητάμε δικαιοσύνη τώρα».

Το Ομοσπονδιακό Γραφείο Ερευνών (FBI) διεξάγει έρευνα για το συμβάν, σύμφωνα με το Γραφείο Ποινικής Δίωξης της Μιννεσότα. Η συμπλοκή, που σημειώθηκε στο πλαίσιο αμφιλεγόμενης επιχείρησης στη Μιννεάπολη, προκάλεσε δημόσια οργή και διαδηλώσεις κατά της ομοσπονδιακής μεταναστευτικής πολιτικής, οδηγώντας σε αρκετές συλλήψεις.

Αυτή την εβδομάδα, το υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας είχε ανακοινώσει ευρείας κλίμακας εκστρατεία επιβολής της μεταναστευτικής πολιτικής, με τη διάθεση περίπου 2.000 ομοσπονδιακών πρακτόρων και στελεχών στην περιοχή της Μιννεάπολης.

Με τη συμβολή του Jack Phillips

Η Βενεζουέλα απελευθερώνει πολιτικούς κρατουμένους

Η μεταβατική διοίκηση της Βενεζουέλας έχει αρχίσει να απελευθερώνει πολιτικούς κρατουμένους, λίγες ημέρες αφότου αμερικανικές δυνάμεις συνέλαβαν τον πρόεδρο της χώρας, Νικολάς Μαδούρο, την περασμένη εβδομάδα, προκειμένου να αντιμετωπίσει ποινικές κατηγορίες στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο πρόεδρος της Εθνοσυνέλευσης, Χόρχε Ροντρίγκες, αδελφός της μεταβατικής προέδρου Ντέλσι Ροντρίγκες, δήλωσε στις 8 Ιανουαρίου ότι η κυβέρνηση αποφάσισε να απελευθερώσει «έναν σημαντικό αριθμό» κρατουμένων από τη Βενεζουέλα και το εξωτερικό, ως χειρονομία που επιβεβαιώνει την «ευρεία πρόθεσή» της να επιδιώξει την ειρήνη.

Οι αμερικανικές δυνάμεις πραγματοποίησαν αεροπορικές επιδρομές στην πρωτεύουσα της Βενεζουέλας, το Καράκας, στις 3 Ιανουαρίου, συλλαμβάνοντας τον ηγέτη της χώρας, Νικολάς Μαδούρο, και τη σύζυγό του, Σίλια Φλόρες, ώστε να αντιμετωπίσουν στις Ηνωμένες Πολιτείες κατηγορίες που σχετίζονται με ναρκωτικά και όπλα. Ο Μαδούρο και η σύζυγός του δήλωσαν αθώοι για όλες τις κατηγορίες στις 5 Ιανουαρίου, στο αμερικανικό δικαστήριο.

Μεταξύ όσων απελευθερώθηκαν στις 8 Ιανουαρίου είναι δύο εξέχουσες προσωπικότητες της αντιπολίτευσης, ο Ενρίκε Μάρκες και ο Μπιάτζιο Πιλιέρι.

Το ισπανικό υπουργείο Εξωτερικών επιβεβαίωσε ότι πέντε πολίτες της Ισπανίας, εκ των οποίων ο ένας διαθέτει και δεύτερη υπηκοότητα, απελευθερώθηκαν από φυλακές της Βενεζουέλας και πρόκειται να επιστρέψουν σύντομα στην Ισπανία. Ο Ισπανός υπουργός Εξωτερικών, Χοσέ Μανουέλ Αλμπάρες, έγραψε στο X ότι οι πέντε Ισπανοί που απελευθερώθηκαν εκείνη την ημέρα πετούσαν ήδη προς την Ισπανία και ότι σύντομα θα βρίσκονταν στο σπίτι τους, κοντά στους αγαπημένους τους, αναφέροντας ότι έχει ήδη επικοινωνήσει μαζί τους.

Η Επιτροπή για την Απελευθέρωση των Πολιτικών Κρατουμένων στη Βενεζουέλα κάλεσε την κυβέρνηση να κινηθεί γρήγορα και με διαφάνεια στην απελευθέρωση πολιτικών κρατουμένων. Η επιτροπή ανέφερε στο X ότι η αδιαφάνεια και η διακριτικότητα εξακολουθούν να κυριαρχούν στη διαχείριση αυτών των αποφυλακίσεων, κάτι που αυξάνει την αγωνία, την οδύνη και την αβεβαιότητα των οικογενειών και των πολιτικών κρατουμένων.

Ο Αλφρέδο Ρομέρο, διευθυντής της οργάνωσης υπεράσπισης δικαιωμάτων Foro Penal με έδρα το Καράκας, δήλωσε ότι η ομάδα θα επαληθεύει έναν προς έναν τους κρατούμενους που απελευθερώνονται. Σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ανέφερε ότι ήδη ήταν γνωστό πως ορισμένοι άνθρωποι θα ελευθερώνονταν, μεταξύ των οποίων και αλλοδαποί. Ακόμα, ωστόσο, παραμένει ασαφές πόσοι πολιτικοί κρατούμενοι αναμένεται να απελευθερωθούν.

Ο Ρομέρο είχε δηλώσει στις 6 Ιανουαρίου ότι 863 άνθρωποι εξακολουθούσαν να είναι φυλακισμένοι για πολιτικούς λόγους στη Βενεζουέλα, μεταξύ των οποίων 86 με ξένη υπηκοότητα. Σύμφωνα με έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας, στις 15 Ιουλίου 2025, οι αρχές της Βενεζουέλας συνέλαβαν 2.200 ανθρώπους μετά τις προεδρικές εκλογές του 2024, που ανακήρυξαν νικητή τον Μαδούρο. Εντούτοις, η αντιπολίτευση κατήγγειλε παρατυπίες και πολλές χώρες, μεταξύ των οποίων και οι Ηνωμένες Πολιτείες, αμφισβήτησαν τη νομιμότητα του αποτελέσματος.

Ο προεδρικός υποψήφιος της αντιπολίτευσης, Εντμούντο Γκονσάλες, κατέφυγε στην Ισπανία τον Σεπτέμβριο του 2024, αφού οι αρχές της Βενεζουέλας εξέδωσαν σε βάρος του ένταλμα σύλληψης, μετά τα αμφισβητούμενα εκλογικά αποτελέσματα.

Ο Τραμπ: Οι ΗΠΑ δεν βρίσκονται σε πόλεμο με τη Βενεζουέλα μετά τη σύλληψη του Μαδούρο

Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν βρίσκονται σε πόλεμο με τη Βενεζουέλα, αλλά εργάζονται για την καταπολέμηση της διακίνησης ναρκωτικών, δήλωσε ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, στο NBC News στις 5 Ιανουαρίου, μετά την αιφνιδιαστική σύλληψη του ηγέτη της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, κατά τη διάρκεια του Σαββατοκύριακου.

Ο Τραμπ δήλωσε ότι οι ΗΠΑ βρίσκονται σε πόλεμο με ανθρώπους που πουλούν ναρκωτικά, με ανθρώπους που αδειάζουν τις φυλακές τους στη χώρα τους και που «αδειάζουν» τους τοξικοεξαρτημένους και τα ψυχιατρικά τους ιδρύματα στη χώρα τους.

Ο Τραμπ δήλωσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θέλουν να «διορθώσουν» τη Βενεζουέλα προτού η χώρα μπορέσει να διεξαγάγει τις επόμενες εκλογές της. Δεν έδωσε χρονοδιάγραμμα, αλλά εκτίμησε ότι η διαδικασία θα χρειαστεί χρόνο.

Όπως σημείωσε, η προσπάθεια θα μπορούσε να περιλαμβάνει τις Ηνωμένες Πολιτείες να επιδοτήσουν πετρελαϊκές εταιρείες που επιδιώκουν να ανασυγκροτήσουν την ενεργειακή υποδομή της Βενεζουέλας· κάτι που θα μπορούσε να διαρκέσει λιγότερο από 18 μήνες.

Ο πρόεδρος είπε ότι πρώτα πρέπει να αποκατασταθεί η χώρα και ότι δεν μπορεί να διεξαχθεί εκλογική διαδικασία· πρόσθεσε ότι δεν υπάρχει τρόπος οι πολίτες να μπορούν καν να ψηφίσουν και ότι οι ΗΠΑ πρέπει να βοηθήσουν τη χώρα να επανέλθει σε κατάσταση υγείας.

Ο Τραμπ δήλωσε ότι κορυφαίοι αξιωματούχοι των ΗΠΑ, μεταξύ των οποίων ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, ο υπουργός Πολέμου Πιτ Χέγκσεθ, ο αναπληρωτής προσωπάρχης του Λευκού Οίκου Στίβεν Μίλερ και ο αντιπρόεδρος Τζ. Ντ. Βανς, θα είναι ανάμεσα σε εκείνους που θα έχουν την ευθύνη των αμερικανικών προσπαθειών στη Βενεζουέλα, με την τελική αρμοδιότητα να ανήκει σε εκείνον.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ είπε ότι πρόκειται για μια ομάδα, με τον καθένα να εξειδικεύεται σε διαφορετικούς τομείς, και πρόσθεσε ότι ο ίδιος θα είναι, σε τελική ανάλυση, το ανώτατο πρόσωπο που θα έχει την ευθύνη των αμερικανικών ενεργειών στη Βενεζουέλα.

Αμερικανικές δυνάμεις πραγματοποίησαν αεροπορικές επιδρομές στην πρωτεύουσα της Βενεζουέλας, το Καράκας, στις 3 Ιανουαρίου και συνέλαβαν τον Μαδούρο και τη σύζυγό του, Σίλια Φλόρες, προκειμένου να αντιμετωπίσουν κατηγορίες στις Ηνωμένες Πολιτείες που σχετίζονται με ναρκωτικά και όπλα.

Τουλάχιστον 32 Κουβανοί αξιωματικοί που είχαν αναπτυχθεί για να βοηθήσουν τον Μαδούρο στη Βενεζουέλα σκοτώθηκαν στην επίθεση, σύμφωνα με το κουβανικό καθεστώς.

Μετά τη σύλληψη του Μαδούρο, ο Τραμπ δήλωσε στις 3 Ιανουαρίου ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα διοικήσουν τη Βενεζουέλα έως ότου κρίνουν ότι είναι εφικτή μια «ασφαλής, ορθή και συνετή μετάβαση» σε νέα κυβέρνηση.

Η αντιπρόεδρος της Βενεζουέλας, Ντέλσι Ροντρίγκες, διορίστηκε προσωρινή ηγέτιδα από το Ανώτατο Δικαστήριο της Βενεζουέλας και ορκίστηκε στις 5 Ιανουαρίου.

Ο Τραμπ δεν είπε κατά τη διάρκεια της συνέντευξης αν μίλησε ο ίδιος προσωπικά με τη Ροντρίγκες, αλλά δήλωσε ότι ο Ρούμπιο επικοινωνεί μαζί της στα ισπανικά και έχει αναπτύξει ισχυρές σχέσεις με την προσωρινή ηγέτιδα.

Όταν ρωτήθηκε αν υπήρξε συμφωνία με κάποιους αξιωματούχους της Βενεζουέλας για την απομάκρυνση του Μαδούρο, ο Τραμπ είπε ότι ναι, επειδή πολλοί άνθρωποι ήθελαν να κάνουν συμφωνία, αλλά αποφάσισαν να το κάνουν με αυτόν τον τρόπο, προσθέτοντας ότι κανένας από τους συνεργάτες του Μαδούρο δεν συμμετείχε στην επιχείρηση.

Ο Μαδούρο και η σύζυγός του εμφανίστηκαν στο δικαστήριο στις 5 Ιανουαρίου και δήλωσαν αθώοι για όλες τις κατηγορίες. Έχουν κατηγορηθεί για συνωμοσία ναρκοτρομοκρατίας, συνωμοσία εισαγωγής κοκαΐνης, κατοχή πολυβόλων και καταστροφικών μηχανισμών και συνωμοσία για την κατοχή αυτών των αντικειμένων.

Τραμπ: Υπαινιγμοί για στρατιωτική δράση σε Κολομβία και Μεξικό — Προβλέπει κατάρρευση του καθεστώτος στην Κούβα

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, προειδοποίησε στις 4 Ιανουαρίου, μετά τα στοχευμένα αμερικανικά αεροπορικά πλήγματα στη Βενεζουέλα που οδήγησαν στη σύλληψη του ηγέτη της χώρας, ότι και οι διακινητές ναρκωτικών στην Κολομβία και στο Μεξικό ενδέχεται να βρεθούν αντιμέτωποι με τον αμερικανικό στρατό, ενώ προέβλεψε κατάρρευση για το κομμουνιστικό καθεστώς της Κούβας.

Ερωτηθείς από δημοσιογράφους, στο προεδρικό αεροσκάφος, αν οι Ηνωμένες Πολιτείες θα προχωρήσουν σε στρατιωτικές ενέργειες κατά της Κολομβίας, απάντησε ότι κάτι τέτοιο ακούγεται καλή ιδέα. Εν συνεχεία παρατήρησε ότι η Κολομβία είναι επίσης «πολύ άρρωστη» και ότι κυβερνάται από έναν «άρρωστο άνθρωπο» που του αρέσει να παράγει κοκαΐνη και να την πουλά στις Ηνωμένες Πολιτείες, αναφερόμενος κατά τα φαινόμενα στον πρόεδρο της Κολομβίας, Γκουστάβο Πέτρο· σημείωσε, ωστόσο, ότι αυτό δεν θα συνεχιστεί για πολύ,

Συνέχισε λέγοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορεί να χρειαστεί «να κάνουν κάτι και με το Μεξικό» σε σχέση με τη διακίνηση ναρκωτικών, αφού η κυβέρνηση της χώρας δεν κάνει αρκετά για να αντιμετωπίσει τα καρτέλ, κατά την άποψη του, και τα ναρκωτικά περνούν μέσα από το Μεξικό. Παρατήρησε ότι οι ΗΠΑ θα προτιμούσαν να αντιμετωπίσει την κατάσταση το ίδιο το Μεξικό, αλλά τα καρτέλ είναι πολύ ισχυρά στη χώρα.

Ο Τραμπ σημείωσε ότι στις συνομιλίες του με την πρόεδρο του Μεξικού, Κλαούντια Σέινμπαουμ, επαναλάμβανε την προσφορά βοήθειας από αμερικανικά στρατεύματα για την καταπολέμηση της διακίνησης ναρκωτικών στο Μεξικό, όμως εκείνη, παρά την ανησυχία της, αρνιόταν κάθε φορά.

Σχετικά με το ενδεχόμενο στρατιωτικής δράσης στην Κούβα, ο Αμερικανός πρόεδρος εκτιμά ότι δεν είναι απαραίτητη, καθώς θεωρεί ότι η χώρα θα καταρρεύσει από μόνη της, αφού όλα τα έσοδά της προέρχονταν από το βενεζουελανικό πετρέλαιο. Όπως είπε, χωρίς έσοδα απλώς θα πέσει και δεν θεωρεί πως χρειάζεται οποιαδήποτε ενέργεια.

Η Κολομβία, το Μεξικό και η Κούβα καταδίκασαν σε έντονους τόνους τα αμερικανικά αεροπορικά πλήγματα που είχαν ως αποτέλεσμα τη σύλληψη του ηγέτη της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, και της συζύγου του, Σίλια Φλόρες, στο σπίτι τους στην πρωτεύουσα της χώρας, Καράκας, στις 3 Ιανουαρίου, ώστε να αντιμετωπίσουν στις Ηνωμένες Πολιτείες τις κατηγορίες που τους απευθύνονται για ναρκωτικά και όπλα.

Ο Πέτρο έγραψε στο X ότι η Κολομβία αντιτίθεται σε «κάθε μονομερή στρατιωτική ενέργεια» που θα μπορούσε να κλιμακώσει τις εντάσεις στην περιοχή και να θέσει τους πολίτες σε κίνδυνο.

Το υπουργείο Εξωτερικών του Μεξικού, σε ανακοίνωσή του, επέκρινε τη στρατιωτική ενέργεια των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα, ζητώντας διάλογο μεταξύ των δύο χωρών και καλώντας τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών να συμβάλει στην αποκλιμάκωση. Στην ίδια ανακοίνωση τόνισε ότι η Λατινική Αμερική και η Καραϊβική αποτελούν ζώνη ειρήνης, που έχει οικοδομηθεί στη βάση του αμοιβαίου σεβασμού, της ειρηνικής επίλυσης διαφορών και της απαγόρευσης χρήσης ή απειλής χρήσης βίας, υπογραμμίζοντας ότι οποιαδήποτε στρατιωτική ενέργεια θέτει σοβαρά σε κίνδυνο τη σταθερότητα της περιοχής.

Ο πρόεδρος της Κούβας, Μιγκέλ Ντίας-Κανέλ, καταδίκασε την αμερικανική επιχείρηση ως «εγκληματική επίθεση» κατά της Βενεζουέλας και ζήτησε την άμεση απελευθέρωση του Μαδούρο και της συζύγου του. Κατηγόρησε την κυβέρνηση των ΗΠΑ ότι απήγαγε τον εν ενεργεία πρόεδρο της Βενεζουέλας μέσω στρατιωτικής επιχείρησης.

Στη Βενεζουέλα, μετά τη σύλληψη του Μαδούρο, το Ανώτατο Δικαστήριο όρισε ως προσωρινή πρόεδρο της χώρας την αντιπρόεδρο, Ντέλσι Ροντρίγκες,  η οποία αναγνωρίστηκε ως τέτοια από στρατιωτικούς αξιωματούχους. Η Ροντρίγκες καταδίκασε τη σύλληψη του Μαδούρο και της συζύγου του από τις ΗΠΑ και ζήτησε την απελευθέρωσή τους. Είπε επίσης ότι ο Μαδούρο παραμένει ο πρόεδρος της Βενεζουέλας.

Με τη συμβολή του Jack Phillips

Οι ΗΠΑ αποσύρουν το αίτημα απέλασης για άνδρα που κατέγραψε τα στρατόπεδα συγκέντρωσης των Ουιγούρων στην Κίνα

Το υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας των ΗΠΑ (Department of Homeland Security – DHS) απέσυρε το αίτημά του για την απέλαση στην Ουγκάντα Κινέζου υπηκόου που είχε καταγράψει τα στρατόπεδα συγκέντρωσης Ουιγούρων στην περιοχή Σιντζιάνγκ της Κίνας, σύμφωνα με τον δικηγόρο του.

Ο Κινέζος υπήκοος, Γκουάν Χενγκ (Guan Heng), είχε καταγράψει τα στρατόπεδα όπου το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (ΚΚΚ) έχει διαπράξει παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε βάρος Ουιγούρων και άλλων εθνοτικών μειονοτήτων.

Αργότερα διέφυγε από την Κίνα το 2021, εισήλθε παράνομα στις Ηνωμένες Πολιτείες μέσω Νότιας Αμερικής προκειμένου να ζητήσει άσυλο και έδωσε στη δημοσιότητα το βίντεο με τα στρατόπεδα.

Τον Αύγουστο συνελήφθη από ομοσπονδιακές αρχές μετανάστευσης και αντιμετώπιζε το ενδεχόμενο απέλασης.

Ο δικηγόρος του, Άλεν Τσεν (Allen Chen), ανέφερε στις 19 Δεκεμβρίου ότι έλαβαν επιστολή από το DHS, στην οποία αναφερόταν ότι το υπουργείο απέσυρε την εντολή απομάκρυνσης του Γκουάν προς την Ουγκάντα. Ο Τσεν χαρακτήρισε την απόφαση θετική εξέλιξη για την υπόθεση και σημείωσε ότι ο Γκουάν αναμένεται να έχει ακρόαση για την καταβολή εγγύησης τις επόμενες εβδομάδες.

Η εφημερίδα The Epoch Times επικοινώνησε με τον Τσεν για περισσότερες πληροφορίες, χωρίς να λάβει απάντηση έως τη στιγμή της δημοσίευσης.

Εκπρόσωπος του DHS ανέφερε ότι οι ισχυρισμοί του Γκουάν θα εξεταστούν από δικαστήριο μετανάστευσης. Πρόσθεσε ότι θα υπάρξουν περισσότερες πληροφορίες για την υπόθεση και ότι όλοι οι ισχυρισμοί του θα εξεταστούν από δικαστή μετανάστευσης.

Παραμένει ασαφές εάν το DHS θα επιδιώξει την απέλασή του στην Κίνα ή σε άλλη χώρα. Το υπουργείο δεν απάντησε σε σχετικό αίτημα σχολιασμού έως τη στιγμή της δημοσίευσης.

Η Tom Lantos Human Rights Commission (Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Τομ Λάντος), διακομματικό όργανο υπό την ηγεσία μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων, ανέφερε σε ανάρτησή της στην πλατφόρμα X ότι ο Γκουάν είναι πιθανό να αντιμετωπίσει διώξεις εάν επιστρέψει στην Κίνα.

Η επιτροπή ανέφερε ότι ο Γκουάν Χενγκ έθεσε τον εαυτό του σε κίνδυνο για να καταγράψει στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Σιντζιάνγκ, τα οποία αποτελούν μέρος της γενοκτονίας των Ουιγούρων από το ΚΚΚ, και τόνισε ότι θα πρέπει να του δοθεί κάθε δυνατή ευκαιρία να παραμείνει σε τόπο ασφάλειας.

Ο βουλευτής Ράτζα Κρισναμούρτι (D-Ill.), υψηλόβαθμο μέλος της Ειδικής Επιτροπής της Βουλής για το ΚΚΚ, απέστειλε στις 12 Δεκεμβρίου επιστολή προς την υπουργό Εσωτερικής Ασφάλειας Κρίστι Νόεμ, με την οποία την προέτρεψε να εγκρίνει την αίτηση ασύλου του Γκουάν.

Ο Κρισναμούρτι ανέφερε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν νομικές υποχρεώσεις να προστατεύουν πληροφοριοδότες για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και αιτούντες άσυλο που διαφεύγουν από διώξεις αυταρχικών κυβερνήσεων, όπως το ΚΚΚ.

Σημείωσε επίσης ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ηθική ευθύνη να στηρίξουν τα θύματα παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Σιντζιάνγκ, καθώς και τα γενναία άτομα που αναλαμβάνουν τεράστιους προσωπικούς κινδύνους για να αποκαλύψουν αυτές τις πρακτικές στη διεθνή κοινότητα.

Πρόσθεσε ότι ο Γκουάν έχει σε εκκρεμότητα αίτηση ασύλου και ότι οι συνθήκες της φυγής του από τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας (ΛΔΚ) αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα του λόγου για τον οποίο υπάρχει το άσυλο. Παρέθεσε ακόμη δήλωση της μητέρας του, σύμφωνα με την οποία, εάν επιστραφεί στην Κίνα, ουσιαστικά θα βρεθεί αντιμέτωπος με βέβαιο θάνατο.

Το περασμένο έτος, οι Ηνωμένες Πολιτείες και ακόμη 14 χώρες εξέδωσαν κοινή δήλωση για την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Σιντζιάνγκ και το Θιβέτ, επικαλούμενες έκθεση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών του 2022, στην οποία αναφερόταν ότι η κλίμακα της αυθαίρετης κράτησης Ουιγούρων και άλλων εθνοτικών μειονοτήτων στη Σιντζιάνγκ ενδέχεται να συνιστά διεθνή εγκλήματα, και ειδικότερα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.

Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (ΚΚΚ) έχει αρνηθεί τις καταγγελίες για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε βάρος Ουιγούρων και άλλων εθνοτικών μειονοτήτων στη Σιντζιάνγκ, χαρακτηρίζοντας τα στρατόπεδα συγκέντρωσης ως «κέντρα επαγγελματικής εκπαίδευσης δεξιοτήτων».

Οι ΗΠΑ συζητούν τη διεύρυνση της απαγόρευσης εισόδου για περισσότερες από 30 χώρες

Η υπουργός Εσωτερικής Ασφάλειας των ΗΠΑ, Κρίστι Νόεμ, δήλωσε στις 4 Δεκεμβρίου ότι η κυβέρνηση Τραμπ εξετάζει το ενδεχόμενο να αυξήσει τον αριθμό των χωρών που υπάγονται στην απαγόρευση εισόδου στις Ηνωμένες Πολιτείες σε περισσότερες από τριάντα (30).

Οι Ηνωμένες Πολιτείες επιβάλλουν από σήμερα πλήρη ή μερική αναστολή εισόδου σε υπηκόους από δεκαεννέα (19) χώρες, μεταξύ των οποίων το Αφγανιστάν, η Αϊτή, το Ιράν, η Κούβα, η Σομαλία, η Λιβύη, το Λάος, η Βιρμανία (Μιανμάρ) και το Σουδάν. Στην ανακοίνωσή της, η Νόεμ δεν διευκρίνισε ποιες άλλες χώρες ενδέχεται να προστεθούν σε αυτές. Όπως είπε σε συνέντευξή της στην εκπομπή «The Ingraham Angle» του Fox News, η οποία μεταδόθηκε στις 4 Δεκεμβρίου, ο αριθμός δεν είναι συγκεκριμένος, πρόκειται σίγουρα να ξεπεράσουν τις τριάντα. Πρόσθεσε δε ότι ο πρόεδρος είναι σε διαδικασία αξιολόγησης χωρών.

Ένα από τα κριτήρια, όπως εξήγησε, είναι η δυνατότητα να ενημερωθούν οι ΗΠΑ από μια σταθερή κυβέρνηση ποιοι είναι οι συγκεκριμένοι άνθρωποι που ταξιδεύουν και να συνδράμει στον έλεγχό τους, τότε δεν θα επιτρέπεται σε ανθρώπους από αυτήν τη χώρα να εισέρχονται στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η Νόεμ απέδωσε στην κυβέρνηση Μπάιντεν τις συσσωρευμένες  εκκρεμείς αιτήσεις για άσυλο, οι οποίες, όπως είπε, ξεπερνούν το ένα εκατομμύριο. Υποστήριξε ότι όσοι από τους αιτούντες ήταν αξιόπιστοι δεν μπορούσαν να προχωρήσουν, επειδή η κυβέρνηση Μπάιντεν «απλώς άφηνε» ανθρώπους να έρχονται, συντελώντας στη δημιουργία μιας κατάστασης ανεξέλεγκτων εισροών στις Ηνωμένες Πολιτείες και εκκρεμών υποθέσεων.

Αφορμή για την απαγόρευση στάθηκε η ένοπλη επίθεση κατά δύο μελών της Εθνοφρουράς στην Ουάσιγκτον, στις 26 Νοεμβρίου, από Αφγανός υπήκοος, ο οποίος εισήλθε στις Ηνωμένες Πολιτείες τον Σεπτέμβριο του 2021 μέσω προγράμματος επανεγκατάστασης της περιόδου Μπάιντεν, σύμφωνα με τις αρχές. Άμεση συνέπεια του συμβάντος ήταν η αναστολή όλων των αιτήσεων για άσυλο από την Υπηρεσία Ιθαγένειας και Μετανάστευσης των ΗΠΑ (U.S. Citizenship and Immigration Services – USCIS).

 Μετά από συνάντηση που είχε με τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, η Νόεμ δήλωσε, στις 2 Δεκεμβρίου, ότι ζητά πλήρη απαγόρευση ταξιδιών για πολίτες χωρών που, όπως ισχυρίστηκε, «πλημμυρίζουν» τις Ηνωμένες Πολιτείες με εγκληματίες και ανθρώπους που εξαρτώνται από κοινωνικές παροχές. Ο ίδιος ο Τραμπ έχει δηλώσει ότι η κυβέρνησή του θα εργαστεί ώστε να ‘παγώσει’ τη μετανάστευση από «τριτοκοσμικές χώρες», προκειμένου να ανακάμψει το σύστημα των ΗΠΑ.

Μιλώντας σε δημοσιογράφους στις 30 Νοεμβρίου, ο πρόεδρος διευκρίνισε ότι, όταν αναφέρθηκε σε «τριτοκοσμικές χώρες», εννοούσε ανθρώπους από χώρες που δεν είναι φιλικές προς τις ΗΠΑ και χώρες που στο εσωτερικό τους τα πράγματα είναι έκνομα και εκτός ελέγχου, αναφέροντας ως παράδειγμα τη Σομαλία.

Ο Τραμπ κάλεσε επίσης για πλήρη αναστολή των ομοσπονδιακών παροχών και επιδοτήσεων προς μη Αμερικανούς πολίτες, αφαίρεση ιθαγένειας από μετανάστες που υπονομεύουν την εσωτερική ειρήνη και απελάσεις αλλοδαπών που θεωρούνται «δημόσιο βάρος, κίνδυνος για την ασφάλεια ή μη συμβατοί με τον δυτικό πολιτισμό».

Με τη συμβολή της Kimberly Hayek

Τραμπ: Πιθανές οι χερσαίες επιχειρήσεις κατά Βενεζουελανών διακινητών

Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε στις 27 Νοεμβρίου ότι οι αμερικανικές δυνάμεις ενδέχεται σύντομα να ξεκινήσουν χερσαίες επιχειρήσεις κατά της διακίνησης ναρκωτικών στη Βενεζουέλα. Η ανακοίνωση έγινε κατά τη διάρκεια τηλεφωνικής επικοινωνίας με Αμερικανούς στρατιώτες, όπου ο Τραμπ εξήρε την 7η Πτέρυγα Βομβαρδιστικών για τον ρόλο της στην αποτροπή των Βενεζουελανών διακινητών, επισημαίνοντας ότι έχει αναχαιτιστεί το 85% σχεδόν της θαλάσσιας διακίνησης ναρκωτικών.

Ο Αμερικανός πρόεδρος ανέφερε ότι οι διακινητές «δεν θέλουν πλέον να μεταφέρουν φορτία από θαλάσσης» και ότι οι ΗΠΑ θα ξεκινήσουν σύντομα επιχειρήσεις και στη στεριά, την οποία χαρακτήρισε «ευκολότερη». Τόνισε ότι οι ΗΠΑ έχουν προειδοποιήσει τους διακινητές «να σταματήσουν να στέλνουν δηλητήριο στη χώρα».

Οι δηλώσεις του Τραμπ έγιναν λίγες ημέρες μετά την έναρξη τριήμερης επίσκεψης του προέδρου του Μικτού Επιτελείου, στρατηγού Νταν Κέιν, στις 23 Νοεμβρίου, στην περιοχή ευθύνης της Διοίκησης Νοτίου Τομέα των ΗΠΑ, που περιλαμβάνει την Καραϊβική. Ο Κέιν συναντήθηκε με Αμερικανούς στρατιώτες, ενώ στις 25 Νοεμβρίου συζήτησε με την πρωθυπουργό του Τρινιντάντ και Τομπάγκο, Κάμλα Περσάντ-Μπισεσάρ, ζητήματα περιφερειακής ασφάλειας, όπως η παράνομη διακίνηση ναρκωτικών και η εμπορία ανθρώπων.

Τους τελευταίους μήνες, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ενισχύσει αισθητά τη στρατιωτική τους παρουσία στην Καραϊβική, με στόχο την αποτροπή της διακίνησης ναρκωτικών. Αμερικανικά στρατεύματα έχουν πραγματοποιήσει από τον Σεπτέμβριο τουλάχιστον 21 πλήγματα σε σκάφη που μεταφέρουν ναρκωτικά, όπως υποστηρίζουν, στην Καραϊβική και ανοιχτά της ακτής του Ειρηνικού της Λατινικής Αμερικής, σκοτώνοντας τουλάχιστον 83 ανθρώπους.

Στο πλαίσιο της στρατιωτικής κινητοποίησης, ο υπουργός Πολέμου Πητ Χέγκσεθ επισκέφθηκε την Πέμπτη το αεροπλανοφόρο USS Gerald R. Ford, το μεγαλύτερο παγκοσμίως, το οποίο επιχειρεί στην περιοχή της Λατινικής Αμερικής. Το Πεντάγωνο δημοσίευσε βίντεο που κατέγραψε τον Χέγκσεθ να εύχεται στο πλήρωμα για την Ημέρα των Ευχαριστιών, αναφέροντας και ότι προσεύχεται για τους δύο στρατιώτες της Εθνοφρουράς που δέχθηκαν πυροβολισμούς στην Ουάσιγκτον την Τετάρτη.

Το USS Gerald R. Ford είχε φτάσει στην Καραϊβική στις 16 Νοεμβρίου, ενισχύοντας περαιτέρω τις αμερικανικές επιχειρήσεις κατά της διακίνησης ναρκωτικών στην περιοχή.

Διπλωματική ένταση με τη Βενεζουέλα

Η αυξημένη αμερικανική στρατιωτική δραστηριότητα έχει οξύνει την ένταση μεταξύ των ΗΠΑ και του καθεστώτος της Βενεζουέλας. Επιπλέον, ο Τραμπ κατηγορεί το καθεστώς Νικολάς Μαδούρο για ανάμειξη στη διακίνηση ναρκωτικών, ισχυρισμό που η κυβέρνηση της Βενεζουέλας απορρίπτει.

Ο Αμερικανός πρόεδρος ανέφερε στις 17 Νοεμβρίου ότι θα ήταν ανοιχτός στο ενδεχόμενο συνομιλιών με τον Μαδούρο, χωρίς όμως να αποκλείει την αποστολή αμερικανικών στρατευμάτων στη χώρα. Υποστήριξε επίσης ότι η Βενεζουέλα «έστειλε εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους από τις φυλακές της στις ΗΠΑ».

Τον Σεπτέμβριο, ο Μαδούρο είχε αποστείλει επιστολή στον Τραμπ ζητώντας διάλογο για την αντιμετώπιση των «πολλών αντιπαραθέσεων» στις διμερείς σχέσεις. Στην επιστολή υποστήριζε ότι διεθνή δεδομένα έδειχναν πως μόνο 5% των ναρκωτικών που προέρχονται από την Κολομβία διακινούνται μέσω Βενεζουέλας. Η αμερικανική κυβέρνηση απάντησε ότι η επιστολή περιείχε «πολλά ψέματα» και ότι η στάση των ΗΠΑ απέναντι στη Βενεζουέλα παραμένει αμετάβλητη.

Σύμφωνα με τον Μαδούρο, η αμερικανική στρατιωτική ενίσχυση στην περιοχή στοχεύει στην ανατροπή του από την εξουσία. Ο πρόεδρος της Βενεζουέλας χαρακτηρίζει τις κατηγορίες για τη διακίνηση ναρκωτικών ως «την πιο εξωφρενική παραπληροφόρηση», που έχει στόχο να δικαιολογήσει μια κλιμάκωση που θα οδηγούσε σε ένοπλη σύγκρουση με καταστροφικές συνέπειες για ολόκληρη την ήπειρο.

Δημοψήφισμα στη Σλοβενία αναστέλλει τον νόμο για την υποβοηθούμενη αυτοκτονία

Οι ψηφοφόροι στη Σλοβενία απέρριψαν νομοσχέδιο που επεδίωκε να νομιμοποιήσει την υποβοηθούμενη αυτοκτονία για άτομα σε τελικό στάδιο ασθένειας στη χώρα.

Σύμφωνα με τα προκαταρκτικά αποτελέσματα της εκλογικής επιτροπής, περίπου το 53% των ψηφοφόρων καταψήφισε το νομοσχέδιο στο δημοψήφισμα της 23ης Νοεμβρίου, ενώ το 46% το υποστήριξε.

Το αποέλεσμα αναστέλλει ουσιαστικά την εφαρμογή του νόμου. Το κοινοβούλιο της Σλοβενίας είχε αρχικά εγκρίνει το νομοσχέδιο τον Ιούλιο του 2024, μετά την υποστήριξή του από τους ψηφοφόρους στο μη δεσμευτικό δημοψήφισμα εκείνης της χρονιάς.

Το πρόσφατο δημοψήφισμα διεξήχθη όταν πολέμιοι του νόμου συγκέντρωσαν περισσότερες από 40.000 υπογραφές, ζητώντας νέα ψηφοφορία.

Ο Άλες Πριμτς, ο ακτιβιστής που ηγήθηκε της εκστρατείας κατά της υποβοηθούμενης αυτοκτονίας, ανέφερε μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων ότι «η συμπόνια νίκησε» και ότι η Σλοβενία «απέρριψε τη μεταρρύθμιση της κυβέρνησης για την υγεία, τις συντάξεις και την κοινωνική πολιτική, η οποία βασιζόταν στον θάνατο μέσω δηλητηρίασης».

Βάσει του νομοσχεδίου, άνθρωποι με ανίατες ασθένειες που αντιμετώπιζαν αφόρητους πόνους ή δεν είχαν προοπτική ανάρρωσης θα αποκτούσαν το δικαίωμα στην υποβοηθούμενη αυτοκτονία. Θα μπορούσαν να χορηγήσουν μόνοι τους τη θανατηφόρο φαρμακευτική ουσία, αφού λάμβαναν έγκριση από δύο γιατρούς και ολοκλήρωναν μια περίοδο συμβουλευτικής. Ο νόμος δεν κάλυπτε ασθενείς με ψυχικές παθήσεις.

Ο πρωθυπουργός της Σλοβενίας, Ρόμπερτ Γκόλομπ, είχε καλέσει τους πολίτες να στηρίξουν τη νομοθεσία, υποστηρίζοντας ότι ο νόμος θα επέτρεπε σε ασθενείς τελικού σταδίου να αποφασίζουν πώς και πότε θα τερματίσουν τα βάσανά τους.

Μετά την ψηφοφορία, ο Γκόλομπ ανέφερε σε δήλωσή του προς τα μέσα ενημέρωσης ότι το θέμα «ανέκαθεν δεν ήταν πολιτικό, αλλά ζήτημα αξιοπρέπειας, ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ατομικής επιλογής».

Στους αντιπάλους περιλαμβάνονταν συντηρητικές οργανώσεις, ορισμένοι ιατρικοί σύλλογοι και η Καθολική Εκκλησία. Υποστήριζαν ότι ο νόμος παραβιάζει το σύνταγμα της Σλοβενίας και ότι το κράτος θα πρέπει να επενδύσει σε καλύτερη παρηγορική φροντίδα.

Πριν από την ψηφοφορία, η πρόεδρος της Σλοβενίας, Νατάσσα Πιρτς Μούσαρ, είχε τονίσει τη σημασία της συμμετοχής των πολιτών στο δημοψήφισμα. Σύμφωνα με την Κρατική Εκλογική Επιτροπή, σχεδόν το 41% από τα 1,7 εκατομμύρια των δικαιούχων ψήφου προσήλθαν στις κάλπες.

Στις δηλώσεις της ανέφερε ότι «είναι σωστό ως άτομα να εκφράζουμε τη θέση μας για ένα ζήτημα» και ότι «είναι σωστό να λέμε στους πολιτικούς τι θεωρούμε σωστό και τι λάθος».

Τουλάχιστον εννέα ευρωπαϊκές χώρες επιτρέπουν κάποια μορφή υποβοηθούμενης αυτοκτονίας για ασθενείς τελικού σταδίου, ανάμεσά τους και η Αυστρία, η οποία νομιμοποίησε την πρακτική το 2022 μετά την άρση της απαγόρευσης από το συνταγματικό της δικαστήριο.

Σε χώρες όπως η Αγγλία, η παροχή βοήθειας σε πάσχοντα που θέλει να τερματίσει τη ζωή του μπορεί να οδηγήσει σε ποινική δίωξη, ακόμη κι αν ο άνθρωπος είναι σε τελικό στάδιο, σύμφωνα με τον ιστότοπο της μη κερδοσκοπικής οργάνωσης Campaign for Dignity in Dying.

Με πληροφορίες από το Associated Press